Τρίτη, 02 Ιανουαρίου 2018 13:54

Για τις Σοσιαλιστικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Κατηγορία Θεωρία

Εισαγωγικό σημείωμα

Από τις αρχές του 20ου αιώνα πολλά τμήματα της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας άρχισαν να υιοθετούν το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, ως απάντηση στον αυξανόμενο οικονομικό και στρατιωτικό ανταγωνισμό μεταξύ των Ευρωπαϊκών κρατών και ως μια προοπτική της επαναστατικής πάλης των λαϊκών μαζών της Ευρώπης. Ως τέτοιο, το σύνθημα αυτό υιοθετήθηκε και από τους Μπολσεβίκους. Η βασική ιδέα αυτού του συνθήματος, ήταν η αναγνώριση της δυνατότητας μιας ενοποίησης των ευρωπαϊκών κρατών (σε ομοσπονδιακή βάση), ως αποτέλεσμα της πάλης της εργατικής τάξης, χωρίς να έχει ανατραπεί η εξουσία των καπιταλιστών (τουλάχιστον αυτή την προοπτική πρόβαλε ο βασικός εμπνευστής αυτού του συνθήματος, ο Καρλ Κάουτσκι1). Ως εκ τούτου, το σύνθημα των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», δέχτηκε σφοδρή κριτική από τη Ρόζα Λούξεμουργκ2. Στοιχεία αυτής της κριτικής ενσωμάτωσε αργότερα και ο Λένιν, όταν το 1915, αποφάσισε να προτείνει την απόρριψη του συνθήματος3. Το βασικό επιχείρημα της Λούξεμπουργκ και του Λένιν, ήταν ότι δεν μπορούσε να υπάρξει ενοποίηση των ευρωπαϊκών κρατών υπό την ηγεσία των αστικών τάξεων. Αλλά κι αν ακόμα συνέβαινε, θα ήταν προς αντιδραστική κατεύθυνση, ενάντια στα συμφέροντα των εργατικών μαζών και των αποικιοκρατούμενων λαών. Και επί πλέον, θα πραγματοποιούνταν με την οικονομική και στρατιωτική κυριαρχία μιας ευρωπαϊκής δύναμης πάνω στις άλλες.

Ο Τρότσκι, απορρίπτοντας κι αυτός τη λογική μιας καπιταλιστικής ενοποιημένης Ευρώπης ως αντιδραστική και ουτοπική, προσπάθησε να επεξεργαστεί και να αναδείξει μια πιο περιεκτική προοπτική, η οποία έπαιρνε υπόψη της τις συνθήκες που διαμορφώνονταν κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο: την εργατική επανάσταση ως απάντηση στην κρίση του καπιταλισμού και στον πόλεμο, την αποδιάρθρωση των ευρωπαϊκών οικονομιών, που οδηγούσε σε νέες συγκρούσεις και την αυξανόμενη δύναμη των ΗΠΑ, ως παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής δύναμης. Για τον Τρότσκι, το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης (σε καπιταλιστικό έδαφος), θα έπρεπε να αντικατασταθεί από την προοπτική των Σοσιαλιστικών Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, μια προοπτική η οποία θα έπρεπε να ενσωματωθεί στις μεταβατικές διεκδικήσεις και να συνδεθεί με τον στόχο των «εργατοαγροτικών» κυβερνήσεων. Το σύνθημα που πρότεινε ο Τρότσκι, υιοθετήθηκε από την Κομμουνιστική Διεθνή το 1923, αλλά εγκαταλείφθηκε προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘20, ταυτόχρονα με τις ριζικές συντηρητικές μεταλλάξεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς και των εθνικών της τμημάτων, στα πλαίσια της επικράτησης της σταλινικής αντεπανάστασης.

e la libertà

Λέον Τρότσκι

Το επίκαιρο του συνθήματος Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

(Για τη διεθνή συζήτηση)

Θεωρώ ότι, παράλληλα με το σύνθημα «εργατοαγροτική κυβέρνηση», είναι επίκαιρο να βάζουμε και «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης». Ο συνδυασμός των δυο συνθημάτων από μόνος του φτάνει για να μας δώσει μια προοπτική στα πια καυτά ερωτήματα της ευρωπαϊκής επανάστασης.

Ο τελευταίος ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε, ουσιαστικά, ευρωπαϊκό χαρακτήρα. Το γεγονός ότι συμμετείχαν συγκυριακά η Αμερική κι η Ιαπωνία δεν αλλάζει αυτό τον χαρακτήρα. Αφού πήρε ό,τι της χρειαζότανε, η Αμερική αποτραβήχτηκε από το ευρωπαϊκό καμίνι και ξανακλείστηκε στο καβούκι της.

Η κινητήρια δύναμη του πολέμου αποτελέστηκε από τις καπιταλιστικές παραγωγικές δυνάμεις, που ξεχείλιζαν από τα πλαίσια των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών. Η Γερμανία είχε βάλει στόχο της να «οργανώσει» την Ευρώπη, δηλαδή να ενώσει οικονομικά την ευρωπαϊκή ήπειρο κάτω από δικιά της διεύθυνση, ώστε να μπορέσει να ριχτεί, στη συνέχεια, με τα μούτρα στον αγώνα της με την Αγγλία για την παγκόσμια ηγεμονία. Ο στόχος της Γαλλίας ήταν να διαμελίσει τη Γερμανία. Η αραιότητα του πληθυσμού της, ο αγροτικός του χαρακτήρας, ο συντηρητισμός των οικονομικών της μορφών δεν επιτρέπουν στην αστική της τάξη ούτε καν να διανοηθεί να πραγματοποιήσει την οργάνωση της Ευρώπης, καθήκον που δε μπόρεσε να φέρει σε πέρας ούτε ο οπλισμένος σαν αστακός με την πολεμική μηχανή των Χοεντσόλλερν γερμανικός καπιταλισμός. Η νικηφόρα Γαλλία διατηρεί τη σημερινή της κυριαρχία με τη βαλκανοποίηση της Ευρώπης. Η Μεγάλη Βρετανία συδαυλίζει και ευνοεί τη γαλλική πολιτική του διαμελισμού και της εξουθένωσης της Ευρώπης, καλύπτοντας το δικό της ελιγμό με την παραδοσιακή της υποκρισία. Το αποτέλεσμα είναι το πετσόκομμα, το κομμάτιασμα, η εξουθένωση, η αποδιοργάνωση, η βαλκανοποίηση, η μεταμόρφωση της κακομοίρας της ευρωπαϊκής ηπείρου σε σωστό τρελοκομείο. Η εκστρατεία του Ρουρ αποτελεί εκδήλωση μανιακής τρέλας, σε συνδυασμό μυ ένα πιο μακρόθωρο υπολογισμό (την δραστική συντριβή της Γερμανίας), φαινόμενο που άπειρες φορές έχουμε συναντήσει στην ψυχιατρική.

Όπως ο πόλεμος αντανακλούσε την ανάγκη των περιορισμένων μέσα σε τελωνειακά τείχη παραγωγικών δυνάμεων για ευρύτερο πεδίο ανάπτυξής τους, έτσι κι η κατάληψη τού Ρουρ, οσοδήποτε μοιραία κι αν είναι για την Ευρώπη και την ανθρωπότητα, αντανακλάει την ανάγκη να ενωθεί το σίδερο του Ρουρ με το κάρβουνο της Λοραίνης. Η Ευρώπη δεν μπορεί να αναπτύξει την οικονομία της μέσα στα τελωνειακά και κρατικά όρια που της επέβαλε η Συνθήκη των Βερσαλλιών. Είναι υποχρεωμένη να γκρεμίσει αυτά τα σύνορα, ειδαλλιώς την απειλεί ολοκληρωτικός οικονομικής μαρασμός. Οι μέθοδοι, όμως, που χρησιμοποιεί η άρχουσα αστική τάξη για να καταργήσει τα σύνορα άλλο δεν κάνουν από το να μεγαλώνουν το χάος και να φέρνουν το ξεχαρβάλωμα κοντύτερα.

Η ανικανότητα των αστών να λύσουν τα ουσιαστικά ζητήματα της οικονομικής ανασυγκρότησης της Ευρώπης γίνεται ολοένα και πιο φανερή μπροστά στα μάτια των εργαζομένων μαζών. Το σύνθημα «εργατοαγροτική κυβέρνηση» ανταποκρίνεται στον όλο και μεγαλύτερο πόθο των εργαζόμενων να βρουν μια διέξοδο με τις ίδιες τους τις δυνάμεις. Είναι απαραίτητο να δείξουμε τώρα αυτή τη διέξοδο με πιο ξεκάθαρο τρόπο: μοναδικό μέσο σωτηρίας της ηπείρου μας από την οικονομική αποσύνθεση και την υποδούλωση στο ισχυρό αμερικάνικο κεφάλαιο είναι η στενότερη δυνατή οικονομική συνεργασία των λαών της Ευρώπης.

Η Αμερική απομακρύνθηκε από την Ευρώπη για να παρακολουθήσει την οικονομική της αγωνία με την ησυχία της, ώστε να μπορέσει να την αγοράσει κι αυτήν σε τιμή ευκαιρίας, όπως έκανε με την Αυστρία. Η Γαλλία, όμως, δεν μπορεί να ξεκοπεί από τη Γερμανία, ούτε η Γερμανία από τη Γαλλία. Η Γερμανία και η Γαλλία αποτελούν τον πυρήνα της Δυτικής Ευρώπης. Εκεί βρίσκεται ο κόμπος, μα και η λύση του ευρωπαϊκού προβλήματος. Όλα τ’ άλλα είναι πολυτέλειες. Τα βαλκανικά κράτη είναι αδύνατον να ζήσουν και ν’ αναπτυχτούν έξω από μια ομοσπονδία. Αυτό το αναγνωρίσαμε πολύ πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο. Το ίδιο και τ’ απομεινάρια της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας και τα δυτικά τμήματα της τσαρικής Ρωσίας πού έμειναν απέξω από τη Σοβιετική Ένωση. Η Ιταλία, η Ιβηρική χερσόνησος, η Σκανδιναβία είναι τα χέρια και τα πόδια του ευρωπαϊκού κορμιού. Μονάχες τους δεν μπορούν να ζήσουν. Στο σημερινό επίπεδο που έχουν φτάσει οι παραγωγικές δυνάμεις, η ευρωπαϊκή ήπειρος αποτελεί ένα οικονομικό σύνολο -όχι κλειστό, αλλά με βαθιά εσωτερική συνοχή - που η ύπαρξή του έγινε φανερή στη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου και ξαναφανερώνεται σήμερα με την κρίση που προκάλεσε η κατάληψη του Ρουρ. Η Ευρώπη δεν είναι γεωγραφικός όρος, αλλά όρος οικονομικός, ασύγκριτα πιο συγκεκριμένος από την παγκόσμια αγορά. Αν αναγνωρίσαμε εδώ και τόσον καιρό την αναγκαιότητα να σχηματιστεί ομοσπονδία των κρατών της βαλκανικής χερσονήσου, ήρθε σήμερα η ώρα ν’ αντιμετωπίσουμε το ζήτημα της υλοποίησης αυτής της ομοσπονδίας στην Ευρώπη, που έχει βαλκανοποιηθεί.

Απομένουν τα ζητήματα της Σοβιετικής Ένωσης, από τη μια και της Μεγάλης Βρετανίας, από την άλλη. Είναι αυτονόητο ότι η Σοβιετική Ένωση δεν θα φέρει δυσκολίες στην ομοσπονδιακή ένωση της Ευρώπης ούτε στη συγχώνευσή της μαζί της. Έτσι, θα σχηματιστεί μια στέρεη γέφυρα που θα ενώνει την Ευρώπη με την Ασία.

Το ζήτημα της Μεγάλης Βρετανίας είναι πιο περίπλοκο κι η λύση του εξαρτάται από την ταχύτητα των επαναστατικών εξελίξεων σ’ αυτή τη χώρα. Αν η εργατοαγροτική κυβέρνηση θριαμβεύσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, προτού ανατραπεί ο αγγλικός ιμπεριαλισμός -πράγμα πολύ πιθανό - η ευρωπαϊκή εργατοαγροτική ομοσπονδία θα στραφεί ενάντια στο βρεταννικό κεφάλαιο. Φυσικά, μετά τη συντριβή του, τα βρετανικά νησιά θα γίνουν δεκτά στην ευρωπαϊκή ομοσπονδία με ανοιχτές αγκάλες.

Όμως, μπορεί να ρωτήσει κάποιος, γιατί ευρωπαϊκή κι όχι παγκόσμια ομοσπονδία; Το βάλσιμο του ζητήματος μ’ αυτό τον τρόπο παραείναι αφηρημένο. Είναι φανερό ότι η παγκόσμια οικονομική και πολιτική εξέλιξη τείνει στην πραγματοποίηση μιας ενιαίας παγκόσμιας οικονομίας με το βαθμό συγκέντρωσης που θ’ αντιστοιχεί στο τοτινό επίπεδο της τεχνικής. Μα δεν πρόκειται εδώ για τη μελλοντική παγκόσμια σοσιαλιστική οικονομία, αλλά για την έξοδο τής σημερινής Ευρώπης από το αδιέξοδο. Πρέπει να δείξουμε στους εργάτες και τους αγρότες τής καταξεσκισμένης και κατερειπωμένης Ευρώπης μια διέξοδο - ανεξάρτητα από την πορεία της επανάστασης στην Αμερική, την Αυστραλία, την Ασία, την Αφρική. Ειδωμένο από τη σκοπιά αυτή, το σύνθημα «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» βρίσκεται στο ίδιο ιστορικό επίπεδο με το σύνθημα «εργατοαγροτική κυβέρνηση»: είναι ένα σύνθημα μεταβατικό που δείχνει μια διέξοδο, ανοίγει μια προοπτική σωτηρίας και, μ’ αυτό τον τρόπο, σπρώχνει τις εργαζόμενες μάζες στον επαναστατικό δρόμο.

Θα ’ταν λάθος να θέλουμε να εκτιμήσουμε την επαναστατική εξέλιξη κάθε χώρας με τα ίδια μέτρα και σταθμά. Η Αμερική βγήκε από τον πόλεμο δυναμωμένη, όχι εξασθενημένη. Η αστική της τάξη είναι ακόμη πολύ ισχυρή. Μειώνει στο ελάχιστο την ανεξαρτησία της απέναντι στην ευρωπαϊκή αγoρά. Έτσι, αν αγνοήσει κανείς την Ευρώπη, η επανάσταση στην Αμερική υποχωρεί σ’ ένα μακρινό μέλλον. Μήπως αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση στην Ευρώπη πρέπει να κανονιστεί ανάλογα με την πορεία που ακολουθεί στην Αμερική; Όχι, βέβαια. Αν η καθυστερημένη Ρωσία δεν περίμενε (κι ούτε μπορούσε να περιμένει) να ξεσπάσει επανάσταση στην Ευρώπη, τόσο περισσότερο δεν θα περιμένει και δεν μπορεί να περιμένει η ευρωπαϊκή επανάσταση το ξέσπασμα της αμερικάνικης. Αποκλεισμένη από την Αμερική και, στην αρχή, ίσως κι από την Μεγάλη Βρετανία, η εργατοαγροτική Ευρώπη θα μπορέσει να συντηρηθεί και να αναπτυχτεί μόνο στη βάση της πιο στενής στρατιωτικής κι οικονομικής ενότητας όλων της των μερών.

Δεν πρέπει να κρύβουμε ότι ο κίνδυνος που αποτελούν οι ΕΠΑ, που συντηρούν την αποδιοργάνωση της Ευρώπης κι ετοιμάζονται να την κληρονομήσουν, κάνει ιδιαίτερα αναγκαία την ένωση των ευρωπαϊκών λαών, που σήμερα αλληλοκαταστρέφονται αμοιβαία, στις «Ενωμένες Πολιτείες των Εργατών και Αγροτών της Ευρώπης». Η αντίθεση μ’ αυτό τον τρόπο απορρέει, φυσικό, από τη διαφορά της αντικειμενικής κατάστασης που υπάρχει ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες και την ισχυρή υπερατλαντική δημοκρατία και δεν θα είναι, βέβαια, αντίθετη στη διεθνή αλληλεγγύη της εργατιάς ούτε στο συμφέρον της αμερικάνικης επανάστασης. Το αντίθετο, μάλιστα. Μια από τις αιτίες που συμβάλλουν στην καθυστέρηση της ανάπτυξης της επανάστασης σ’ ολόκληρο τον κόσμο είναι οι ελπίδες που έχει η Ευρώπη στον μπάρμπα-Σαμ (ουιλσονισμός, αποστολές δωρεάν τροφίμων στις πιο πεινασμένες περιοχές της Ευρώπης, αμερικάνικα δάνεια, κλπ. κλπ.). Όσο πιο σύντομα αποκτήσουν οι μάζες εμπιστοσύνη στις δικές τους δυνάμεις και συσπειρωθούν πίσω από το σύνθημα της ένωσης των εργατοαγροτικών δημοκρατιών της Ευρώπης, τόσο πιο γρήγορα θ’ αναπτύσσεται η επανάσταση τόσο στην Ευρώπη όσο και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Αν η νίκη της ρώσικης εργατιάς έδωσε μια τόσο ισχυρή ώθηση στην ανάπτυξη των κομμουνιστικών κομμάτων της Ευρώπης, η νίκη της ευρωπαϊκής επανάστασης θα δώσει μια πολύ πιο ισχυρή ώθηση στην επανάσταση στην Αμερική και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Όταν κάναμε αφαίρεση της Ευρώπης, είμασταν υποχρεωμένοι να βλέπουμε την αμερικάνικη επανάσταση μέσα στις ομίχλες του μακρινού μέλλοντος, όταν, όμως, βαστήξουμε λογαριασμό της πιο πιθανής πορείας που θ’ ακολουθήσουν τα γεγονότα, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η νίκη της επανάστασης στην Ευρώπη θα κλονίσει σε μερικά χρόνια και την ισχύ της αστικής τάξης στην Αμερική.

Μέσα στο σχήμα των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» ταιριάζει τέλεια όχι μόνο το ζήτημα του Ρουρ, μ’ άλλα λόγια, το ζήτημα των καυσίμων και του μετάλλου της Ευρώπης, αλλά και το ζήτημα των επανορθώσεων. Το ζήτημα των επανορθώσεων είναι ζήτημα καθαρά ευρωπαϊκό και στην επόμενη περίοδο δεν μπορεί να λυθεί και δεν θα λυθεί παρά μόνο με ευρωπαϊκά μέσα. Η εργατοαγροτική Ευρώπη θα έχει το δικό της προϋπολογισμό επανορθώσεων, όπως θα ’χει το δικό της στρατιωτικό προϋπολογισμό, για όσο διάστημα θ’ αντιμετωπίζει εξωτερική απειλή. Η βάση του προϋπολογισμού αυτού θα είναι η προοδευτική επικράτηση πάνω στο κεφάλαιο και τα κέρδη του, η κατάσχεση του πλούτου που έκλεψαν οι καπιταλιστές στη διάρκεια του πολέμου κλπ. Η αναδιανομή του θα ρυθμιστεί από τα αρμόδια όργανα της ευρωπαϊκής εργατοαγροτικής ομοσπονδίας.

Δεν θα κάνουμε εδώ προβλέψεις για την ταχύτητα που θα πραγματοποιηθεί η ένωση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών, ούτε για τις οικονομικές και συνταγματικές μορφές που θα πάρει, παρά μόνο θα πούμε ότι θα συμβαδίζει με το βαθμό συγκέντρωσης που θα φτάσει η ευρωπαϊκή οικονομία στην πρώτη περίοδο του εργατοαγροτικού καθεστώτος. Θ’ αφήσουμε τη ρύθμιση αυτών των ζητημάτων με ηρεμία στο μέλλον, κρατώντας λογαριασμό της εμπειρίας που διαθέτει κιόλας η Σοβιετική Ένωση, που έχει εγκαθιδρυθεί στα πάλαι ποτέ τσαρικά εδάφη. Είναι, ωστόσο, φανερό ότι οι τελωνειακοί φραγμοί πρέπει να γκρεμιστούν. Οι ευρωπαϊκοί λαοί πρέπει να θεωρούν την Ευρώπη πεδίο μιας ενιαίας οικονομίας, κάτω από την όλο και συνεκτικότερη διαχείριση ενός ενιαίου ορθολογιστικού σχεδίου.

Μπορεί να αντιτάξει κανείς την αντίρρηση ότι προεξοφλούμε λίγο-πολύ μια σοσιαλιστική ευρωπαϊκή ομοσπονδία σαν συστατικό της μελλοντικής παγκόσμιας ομοσπονδίας κι ότι αυτό το καθεστώς δεν είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί παρά μόνο κάτω από τον όρο της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Δεν θα σταματήσουμε για να ξανασχοληθούμε μ’ αυτό το επιχείρημα, μια κι έχουμε απαντήσει όσο αναλυτικά χρειάζεται, όταν εξετάζαμε το ζήτημα της «εργατικής κυβέρνησης». Μπορεί να σχηματιστεί εργατική κυβέρνηση, έξω από την προλεταριακή δικτατορία; Σ’ αυτό το ερώτημα μόνο συμβατικές απαντήσεις μπορούν να δοθούν. Όπως και να ’χει το πράγμα, παίρνουμε την «εργατική κυβέρνηση» σαν βήμα προς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Εκεί ακριβώς βρίσκεται για μας η τεράστια αξία του συνθήματος. Ταυτόσημη σημασία έχει και το σύνθημα «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης». Δίχως αυτό το συμπληρωματικό σύνθημα, τα ουσιαστικά προβλήματα της Ευρώπης θα μείνουν σ’ εκκρεμότητα. Μα δεν θα κάνει αυτό το σύνθημα τη δουλειά των ειρηνιστών; Δεν πιστεύω πως υπάρχουν αυτή τη στιγμή στοιχεία τόσο «αριστερά» που να θεωρούν τον κίνδυνο αυτό αρκετό για ν’ απορρίψουν το σύνθημα: ζούμε στα 1923 κι έχουμε λίγο-πολύ διδαχτεί από την πείρα. Δεν υπάρχουν περισσότεροι λόγοι να φοβόμαστε ειρηνιστικές παρερμηνείες του συνθήματος «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», απ’ όσο δημοκρατικοεπαναστατικές παρερμηνείες του συνθήματος εργατοαγροτική κυβέρνηση. Βέβαια, αν παρουσιάσει κανείς το σύνθημα «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» σαν ανεξάρτητο πρόγραμμα και σαν πανάκεια για την ειρήνευση και την ανασυγκρότηση κι αν απομονώσει αυτό το σύνθημα από το σύνθημα για εργατοαγροτική κυβέρνηση, για ενιαίο μέτωπο, για αγώνες ταξικούς, εύκολα θα κατρακυλήσει στον εκδημοκρατισμένο ουιλσονισμό, δηλαδή στον καουτσκισμό κι ακόμα χαμηλότερα (αν υπάρχει τίποτα πιο κάτω από τον καουτσκισμό). Αλλά, επαναλαμβάνω, ζούμε στα 1923 κι η πείρα μας έχει λίγο-πολύ διδάξει. Η Κομμουνιστική Διεθνής αποτελεί σήμερα πραγματικότητα κι αυτός που θα κατευθύνει και θα ’χει κάτω από τον έλεγχο του την πάλη που θα διεξαχθεί με βάση τα συνθήματά μας δεν θα ’ναι ο Κάουτσκι. Η μέθοδος που εμείς βάζουμε τα ζητήματα είναι διαμετρικά αντίθετη από του Κάουτσκι. Ο ειρηνισμός είναι πρόγραμμα ακαδημαϊκό, με σκοπό την απαλλαγή από την υποχρέωση για επαναστατική δράση. Αντίθετα σ’ αυτόν, ο τρόπος που εμείς βάζουμε το ζήτημα οδηγεί στην πάλη. Στους μη-κομμουνιστές Γερμανούς εργάτες (δεν χρειάζεται βέβαια να πείσουμε τους κομμουνιστές εργάτες), στους εργάτες, γενικά, και πρώτα-πρώτα στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες που φοβούνται τις οικονομικές συνέπειες τη πάλης για εργατική κυβέρνηση, στους Γάλλους εργάτες που είναι ακόμα απορροφημένοι από το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων και του δημόσιου χρέους, στους Γερμανούς και στους Γάλλους και σ’ όλους τους Ευρωπαίους εργάτες που φοβούνται μήπως η εγκαθίδρυση εργατικού καθεστώτος φέρει την απομόνωση και τον οικονομικό ξεπεσμό των χωρών τους, λέμε: Μια Ευρώπη, ακόμα κι αν απομονωθεί προσωρινά (που δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά, καθώς θα συνδέεται με την Ανατολή διαμέσου της Σοβιετικής Ένωσης), όχι μόνο θα τα βγάλει πέρα να συντηρηθεί, αλλά και θα παρουσιάσει άνοδο και θα δυναμώσει ευθύς αμέσως μετά την κατάργηση των τελωνειακών και εθνικών συνοριακών φραγμών και τη σύνδεση της οικονομίας της με τα απέραντα πλούτη της Ρωσίας. Οι «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» είναι μια προοπτική γνήσια επαναστατική, ο επόμενος σταθμός της γενικής επαναστατικής μας προοπτικής, βήμα που γίνεται απαραίτητο από τη βαθιά διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην κατάσταση της Αμερικής και της Ευρώπης. Αν δεν βαστήξουμε λογαριασμό αυτής της ουσιαστικής διαφοράς που υπάρχει στη σημερινή κατάσταση, είναι σαν να πνίγουμε άθελά μας την πραγματική επαναστατική προοπτική κάτω από ιστορικές αφαιρέσεις. Είναι αυτονόητο πως η εργατοαγροτική ομοσπονδία δεν θα περιοριστεί στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Μ’ ενδιάμεσο τη δική μας Σοβιετική Ένωση, θ’ ανοιχτεί, όπως είπαμε, μια διέξοδος από την Ευρώπη προς την Ασία κι από την Ασία προς την Ευρώπη. Δεν πρόκειται, λοιπόν, παρά για ένα ορόσημο, αλλά ένα μεγάλο ορόσημο, το πρώτο όπου πρέπει να φτάσουμε.

Πράβδα, 30 Ιουνίου 1923

[Τρότσκι Λέον, Ευρώπη και Αμερική, Πρωταγόρας, Αθήνα 1981, σσ. 104-110.]

Λέον Τρότσκι

Οι Σοσιαλιστικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης και η Αμερική

Αντιμέτωποι με τη νέα οικονομική κατάσταση που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας, με την επικράτηση της Αμερικής πάνω σ’ ολόκληρη την κεφαλαιοκρατική ανθρωπότητα και τις ριζικές μετατοπίσεις στις σχέσεις των οικονομικών δυνάμεων, οφείλουμε να ξαναβάλουμε αυτό το ερώτημα από την αρχή: Εξάντλησε ο καπιταλισμός τα περιθώρια του ή έχει ακόμα μπροστά του την προοπτική προοδευτικού έργου;

Για την Ευρώπη, όπως προσπάθησε να δείξω, η οριστική απάντηση έχει δοθεί κι είναι αρνητική. Η Ευρώπη έπεσε μετά τον πόλεμο σε πολύ χειρότερη κατάσταση από προπολεμικά. Αλλά ο ίδιος ο πόλεμος δεν είναι τυχαίο φαινόμενο. Ήταν η τυφλή εξέγερση των παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στις καπιταλιστικές μορφές και στο εθνικό κράτος. Οι παραγωγικές δυνάμεις που δημιούργησε ο καπιταλισμός δεν μπορούσαν να χωρέσουν άλλο στα πλαίσια των κοινωνικών μορφών του καπιταλισμού, ούτε μέσα στα σύνορα των εθνικών κρατών. Από κει πήγασε ο πόλεμος. Τι έφερε στην Ευρώπη ο πόλεμος; Μια κατάσταση δέκα φορές χειρότερη από την προηγούμενη: τις ίδιες καπιταλιστικές μορφές επί το αντιδραστικότερο· τους ίδιους δασμολογικούς φράχτες, αλλά πολύ ψηλότερους· τα ιδία σύνορα, αλλά στενότερα· τους ίδιους στρατούς, κι ακόμα περισσότερους· μεγαλύτερο χρέος· στενότερη αγορά. Αυτή είναι η γενική κατάσταση στην Ευρώπη.

Αν σήμερα σηκώνεται λιγάκι η Αγγλία, αυτό γίνεται σε βάρος της Γερμανίας· αύριο θα ’ρθει η σειρά της Γερμανίας να ανέβει - σε βάρος της Αγγλίας. Αν βρείτε πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο κάποιας χώρας, δεν έχετε παρά να ψάξετε για το αντίστοιχο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο κάποιας άλλης χώρας: Αυτό που οδήγησε την Ευρώπη σ’ αυτό το αδιέξοδο είναι οι παγκόσμιες εξελίξεις - κύρια, η ανάπτυξη των ΕΠΑ. Η βασική δύναμη του σημερινού καπιταλιστικού κόσμου είναι η Αμερική κι o χαρακτήρας της δύναμης αυτής προκαθορίζει αυτόματα τη χωρίς διέξοδο θέση της Ευρώπης μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού καθεστώτος. Ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός έχει γίνει αντιδραστικός με την απόλυτη έννοια της λέξης, δηλαδή όχι μόνο τού είναι αδύνατο να οδηγήσει τα έθνη μπροστά, αλλά ακόμα και να τους εξασφαλίσει τη διατήρηση των βιοτικών επιπέδων που αποτελούν καταχτήσεις του παρελθόντος. Αυτό ακριβώς είναι που αποτελεί την οικονομική βάση της σημερινής επαναστατικής εποχής. Οι πολιτικές αμπώτιδες και πλημμυρίδες συντελούνται σ’ αυτή τη βάση και δεν μπορούν να την αλλάξουν στο παραμικρό. Με την Αμερική, όμως;

Με την Αμερική, το πράγμα μοιάζει ολότελα διαφορετικό. Και με την Ασία; Στο τέλος-τέλος, δεν μπορούμε παρά να τη βάλουμε κι αυτή στο λογαριασμό. Η Ασία κι η Αφρική κατέχουν το 55% της επιφάνειας της Γης και διαθέτουν το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού. Χρειάζονται οπωσδήποτε μία ειδική κι εκτεταμένη εξέταση - που βρίσκεται, όμως, έξω από τα όρια της σημερινής εισήγησης. Απ’ όλα όσα ειπώθηκαν, όμως, είναι καθαρό πως ο αγώνας μεταξύ Αμερικής κι Ευρώπης είναι, πάνω απ’ όλα, αγώνας για την Ασία. Πώς έχουν τα πράγματα, λοιπόν; Είναι ακόμα ο καπιταλισμός σε θέση να εκπληρώσει προοδευτική αποστολή στην Αμερική; Έχει να παίξει τέτοιο ρόλο στην Ασία και την Αφρική; Στην Ασία η καπιταλιστική ανάπτυξη έχει κάνει μονάχα τα βασικά βήματα, ενώ στην Αφρική οι καινούργιες σχέσεις δεν έχουν διεισδύσει στο κορμί της ηπείρου, παρά μόνο στην περιφέρεια. Εδώ, τι ακριβώς προοπτικές υπάρχουν; Το συμπέρασμα φαίνεται να είναι το ακόλουθο: στην Ευρώπη ο καπιταλισμός έχει φάει τα ψωμιά του· στην Αμερική, προωθεί τις παραγωγικές δυνάμεις ακόμα στην Ασία και την Αφρική, έχει μπροστά του ένα πλατύ παρθένο πεδίο δραστηριότητας για πολλές δεκαετίες, αν όχι και αιώνες. Είναι αυτό πραγματικά σωστό; Αν ήταν έτσι, σύντροφοι, αυτό θα σήμαινε ότι ο καπιταλισμός δεν έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές του σε παγκόσμια κλίμακα.

Ζούμε, όμως, μέσα στις συνθήκες της παγκόσμιας οικονομίας. Κι αυτή ακριβώς είναι που καθορίζει την τύχη του καπιταλισμού - σε όλες τις ηπείρους. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να αναπτυχθεί μεμονωμένα στην Ασία, ανεξάρτητα απ’ αυτά που συντελούνται στην Αμερική ή στην Ευρώπη. Ο καιρός της χωριστής ανάπτυξης των επαρχιών έχει περάσει χωρίς επιστροφή. Ο αμερικάνικος καπιταλισμός είναι πολύ ισχυρότερος και σταθερότερος από τον ευρωπαϊκό· είναι σε θέση να αντικρίζει το μέλλον με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Αλλ’ ο αμερικάνικος καπιταλισμός δεν είναι πια αυτάρκης. Δεν μπορεί να αρκεστεί πια στη ντόπια ισορροπία για να συντηρηθεί. Χρειάζεται μια ισορροπία παγκόσμια.

Η Ευρώπη εξαρτάται από την Αμερική ολοένα και περισσότερο, άλλ’ αυτό σημαίνει επίσης ότι κι η Αμερική εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την Ευρώπη. Στην Αμερική συσσωρεύονται εφτά δισεκατομμύρια το χρόνο. Και τι θα τα κάνουν; Αν τα αποθηκέψουν απλώς, σε κάποιο υπόγειο, τότε αυτά, σαν νεκρό κεφάλαιο που θα είναι, θα συντελέσουν στην πτώση τού ποσοστού του κέρδους σ’ ολόκληρη τη χώρα. Κάθε κεφάλαιο ζητάει τον τόκο του. Πού θα τοποθετούνται αυτά τα διαθέσιμα κεφάλαια; Μέσα στην ίδια τη χώρα; Μα αυτή δεν τα χρειάζεται, της περισσεύουν, η ντόπια αγορά έχει ξεχειλίσει. Η διέξοδος, πρέπει να βρεθεί έξω από τα σύνορα. Να, λοιπόν δάνεια σε ξένες χώρες, να επενδύσεις σε ξένες βιομηχανίες. Κι οι τόκοι που δεν μπορούν στο κάτω-κάτω, παρά να επιστρέφουν στην Αμερική; Αν είναι σε χρυσό, θα πρέπει να ξαναεπενδυθούν στο εξωτερικό, ειδαλλιώς θα πρέπει να εισαχθούν εμπορεύματα ευρωπαϊκά. Μα τα εμπορεύματα αυτά θα τείνουν να υπονομεύουν τα αμερικανικά προϊόντα, που η τεράστια παραγωγή τους ψάχνει για διεξόδους σε ξένους τόπους από τώρα.

Αυτή είναι η αντίφαση: ή θα εισάγουν χρυσό, που τους περισσεύει από τώρα, ή θα εισάγουν εμπορεύματα, πράγμα βλαβερό για ολόκληρη τη βιομηχανία τους. Ο «πληθωρισμός» του χρυσού (επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω αυτή την έκφραση) είναι εξίσου επικίνδυνος για την οικονομία, με τον τρόπο του, όσο και το πληθωριστικό νόμισμα. Μπορεί να πεθάνει κανείς, όχι μόνο από αναιμία, αλλά κι από υπεραιμία. Αν η ποσότητα τού χρυσού φτάσει σε τεράστια επίπεδα, δεν θα μπορεί να βρει νέες πηγές εισοδήματος, ο τόκος τού κεφαλαίου θα πέσει και, άρα η παραπέρα επέκταση της παραγωγής θα γίνει ασύμφορη κι αντιορθολογιστική. Το να παράγεις και να εξάγεις τα προϊόντα σου μόνο και μόνο για να κλειδαμπαρώσεις το χρυσάφι σου στο υπόγειά σου, είναι σαν να πετάς τα λεφτά σου στη θάλασσα. Κατά συνέπεια, όσο περνάει ο καιρός, η ανάγκη της Αμερικής να εξαπλωθεί μεγαλώνει και φουντώνει ολοένα, η ανάγκη της δηλαδή να επενδύσει τα περίσσεια κέρδη της στη Λατινική Αμερική, στην Ευρώπη, στην Ασία, στην Αυστραλία και στην Αφρική. Κι όσο περισσότερο θα συμβαίνει αυτό, τόσο περισσότερο οι οικονομίες της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου θα γίνονται ένα με την οικονομία των ΕΠΑ.

Οι στρατιωτικοί έχουν μια παροιμία, λένε: αυτός που πηγαίνει πίσω από τον εχθρό για να τον κυκλώσει, βρίσκεται, συχνά περικυκλωμένος ο ίδιος. Στην οικονομία συμβαίνει κάτι ανάλογο: όσο περισσότερο εξαρτούν οι ΕΠΑ τον υπόλοιπο κόσμο από τον εαυτό τους, τόσο περισσότερο εξαρτούνται οι ίδιοι από ολόκληρο τον άλλο κόσμο, μ’ όλες τις αντιφάσεις και τις απειλές εξεγέρσεων που συνδέονται μ’ αυτόν. Σήμερα, κιόλας, η επανάσταση στην Ευρώπη σημαίνει τραντάγματα στη Γουωλ Στρητ. Αύριο, όταν οι επενδύσεις αμερικάνικου κεφαλαίου στην ευρωπαϊκή οικονομία θα έχουν μεγαλώσει, θα σημαίνει σεισμό. Και το εθνικό επαναστατικό κίνημα της Ασίας; Κι εδώ βρίσκουμε την ίδια αμοιβαία εξάρτηση. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ασία συνεπάγεται αναπόφευκτα την ανάπτυξη του εθνικού επαναστατικού κινήματος, που έρχεται σε ακόμα βιαιότερη σύγκρουση με το ξένο κεφάλαιο, που κουβαλάει μαζί του τον ιμπεριαλισμό. Βλέπουμε σε τι επαναστατικούς αγώνες και εξεγέρσεις οδηγεί η ανάπτυξη τού καπιταλισμού στην Κίνα, με τη συμπαράσταση και κάτω από την πίεση των ιμπεριαλιστών αποικιοκρατών.

Μίλησα προηγούμενα για την ισχύ των ΕΠΑ σε σχέση με την εξασθενημένη Ευρώπη και τους οικονομικά καθυστερημένους λαούς των αποικιών. Αυτή ακριβώς η ισχύς κρύβει την αχίλλεια φτέρνα των ΕΠΑ· στην ισχύ αυτή βρίσκεται η εξάρτηση τους από χώρες και ηπείρους οικονομικά και πολιτικά ασταθείς. Οι ΕΠΑ είναι υποχρεωμένες να βασίσουν την ισχύ τους σε μια ασταθή Ευρώπη, δηλαδή στις αυριανές επαναστάσεις στην Ευρώπη, και στο εθνικό επαναστατικό κίνημα στην Ασία και στην Αφρική. Είναι ανεπίτρεπτο να βλέπουμε την Ευρώπη σαν ξεχωριστή οντότητα. Αλλ’ ούτε κι η Αμερική αποτελεί πια σύνολο με αυτάρκεια. Για να διατηρήσουν την ισορροπία στο εσωτερικό τους, οι ΕΠΑ είναι υποχρεωμένες να βρίσκουν όλο και μεγαλύτερες διεξόδους στο εξωτερικό· αυτή η διέξοδός τους στο εξωτερικό, όμως, εισάγει στη δική τους οικονομική ευταξία όλο και περισσότερα στοιχεία ευρωπαϊκής και ασιατικής αταξίας. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, μια νικηφόρα επανάσταση στην Ευρώπη και την Ασία, θα εγκαινίαζε αναπόφευκτα την επαναστατική εποχή και στις ίδιες τις ΕΠΑ. Και δεν πρέπει να αμφιβάλλουμε ότι από τη στιγμή που θ’ αρχίσει η επανάσταση στις ΕΠΑ, θα πάρει διαστάσεις με αληθινή αμερικάνικη ταχύτητα. Αυτό το συμπέρασμα δίνει η εκτίμηση της παγκόσμιας κατάστασης συνολικά.

Απ’ αυτά που ειπώθηκαν, απορρέει επίσης ότι η Αμερική στέκεται δεύτερη στη σειρά επαναστατικής προτεραιότητας. Πρώτες στη σειρά στέκονται η Ευρώπη κι η Ανατολή. Η μετάβαση της Ευρώπης στο σοσιαλισμό πρέπει να γίνει κατανοητή ακριβώς με την ακόλουθη προοπτική: ενάντια στην καπιταλιστική Αμερική και την ισχυρή αντίσταση που θα προβάλλει. Ασφαλώς και θα ήταν πιο συμφέρον να αρχίσουμε την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής από την χώρα που είναι η πιο πλούσια, δηλαδή από τις ΕΠΑ και να την επεκτείνουμε στον υπόλοιπο κόσμο στη συνέχεια. Αλλά η ίδια μας η εμπειρία μας έδειξε ότι είναι αδύνατον να ορίσει κανείς αυθαίρετα τη σειρά που θ’ ακολουθήσουν οι επαναστάσεις. Βρισκόμαστε σε μια οικονομικά ασθενέστερη και καθυστερημένη χώρα που ανταποκρίθηκε πρώτη στην πρόσκληση για την πραγματοποίηση της προλεταριακής επανάστασης. Τώρα είναι η σειρά των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η Αμερική δεν θα επιτρέψει στην καπιταλιστική Ευρώπη να ξαναξεσηκωθεί. Εκεί βρίσκεται η επαναστατική σημασία της αμερικάνικης καπιταλιστικής ισχύος. Από οποιεσδήποτε πολιτικές ταλαντεύσεις κι αν χρειαστεί να περάσει η Ευρώπη, το οικονομικό της αδιέξοδο παραμένει ο βασικός συντελεστής. Κι ο συντελεστής αυτός, ένα χρόνο νωρίτερα, ένα χρόνο αργότερα, θα εξαναγκάσει την εργατική τάξη να μπει στη λεωφόρο της επανάστασης.

Θα μπορέσει η εργατική τάξη της Ευρώπης να κρατήσει την εξουσία και να οικοδομήσει μια σοσιαλιστική οικονομία χωρίς κι ενάντια στη θέληση της Αμερικής; Το ζήτημα αυτό συνδέεται στενά με το ζήτημα των αποικιών. Η καπιταλιστική οικονομία της Ευρώπης κι ιδιαίτερα η οικονομία της Αγγλίας, είναι πλεγμένη με τις οικονομίες των αποικιακών κτήσεων, πού της παρέχουν τρόφιμα και τις απαραίτητες πρώτες ύλες της βιομηχανίας της. Αφημένος μόνος, δηλαδή ξεκομμένος από τον εξωτερικό κόσμο, ο αγγλικός πληθυσμός θα καταδικαζόταν σε οικονομικό και φυσικό θάνατο μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Η βιομηχανία ολόκληρης της Ευρώπης εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τους δεσμούς της με την Αμερική και με τις αποικίες. Η ευρωπαϊκή εργατιά, όμως, αφού αποσπάσει την εξουσία από τους αστούς, θα κάνει πρωταρχικό της καθήκον τη βοήθεια στους καταπιεσμένους λαούς των αποικιών να σπάσουν τις αποικιακές τους αλυσίδες. Θα μπορέσει, σε τέτοιες συνθήκες, να αντέξει και να οικοδομήσει η εργατική τάξη της Ευρώπης μια σοσιαλιστική οικονομία;

Εμείς, οι λαοί της τσαρικής Ρωσίας, μπορέσαμε και αντέξαμε στη διάρκεια των χρόνων του αποκλεισμού και του εμφυλίου πόλεμου. Περάσαμε, φτώχεια. πείνα, επιδημίες και κάτω δεν το βάλαμε. Η καθυστέρησή μας αναδείχτηκε προσωρινά και σε πλεονέκτημά μας ταυτόχρονα. Η επανάσταση άντεξε, επειδή στηρίχτηκε κύρια στο μετόπισθεν, στην τεράστια αγροτιά. Πεινασμένη κι αποδεκατισμένη από τις επιδημίες, η επανάσταση βάσταξε ωστόσο μέχρι τέλους.

Η βιομηχανοποιημένη Ευρώπη κι ιδιαίτερα η Αγγλία - εδώ, είν’ άλλο πράγμα. Δεν μπορεί να γίνει ούτε κουβέντα για διαμελισμένη Ευρώπη που θα μπορέσει, ακόμα και κάτω από προλεταριακή δικτατορία, να αντέξει οικονομικά όσον καιρό θα διαρκεί ο διαμελισμός της. Η προλεταριακή επανάσταση εδώ σημαίνει ενοποίηση της Ευρώπης. Στις μέρες μας, οι αστοί οικονομολόγοι, οι ειρηνιστές, οι πιο ατσίδες επιχειρηματίες, οι ονειροπόλοι κι άλλοι αστοί πολυλογάδες δεν απορρίπτουν πια τις συζητήσεις που έχουν θέμα τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Αυτό το καθήκον, όμως, ξεπερνάει τα όρια των Ευρωπαίων αστών που είναι ολότελα διαβρωμένοι από αντιφάσεις. Μόνο κάτω από τη νικηφόρα ευρωπαϊκή εργατική τάξη είναι δυνατόν να ενωθεί η Ευρώπη. Ανεξάρτητα από το πού θα ξεσπάσει πρώτα η επανάσταση κι ανεξάρτητα από το ρυθμό που θα ακολουθήσει η ανάπτυξη της, η οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης είναι ο πρώτος όρος που είναι απαραίτητος για τη σοσιαλιστική της ανοικοδόμηση. Το 1923 κιόλας, η Κομμουνιστική Διεθνής διακήρυσσε ότι αυτοί που διαμέλισαν την Ευρώπη πρέπει να διωχτούν κι οι Ευρωπαίοι εργάτες πρέπει να πάρουν την εξουσία για να την ενοποιήσουν και να δημιουργήσουν τις Σοσιαλιστικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης.

Η επαναστατική Ευρώπη θα ανοίξει μόνη της δρόμο προς τις πρώτες ύλες και τα τρόφιμα· θα ξέρει πώς να κερδίσει τη βοήθεια της αγροτιάς. Εμείς οι ίδιοι γίναμε αρκετά ισχυροί για να είμαστε σε θέση να δώσουμε κάποια βοήθεια στην επαναστατική Ευρώπη στους πιο δύσκολους μήνες της. Πέρα και πάνω απ’ αυτό, θα αποτελέσουμε μια έξοχη γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Η προλεταριακή Αγγλία, χέρι-χέρι με τους λαούς της Ινδίας, θα εξασφαλίσει την εθνική ανεξαρτησία αυτής της χώρας. Αυτό, όμως, καθόλου δεν σημαίνει πως η Αγγλία θα χάσει τη δυνατότητα στενής οικονομικής συνεργασίας με την Ινδία. Η ελεύθερη Ινδία θα χρειάζεται την ευρωπαϊκή τεχνολογία και κουλτούρα· η Ευρώπη θα χρειάζεται τα προϊόντα της Ινδίας.

Οι Σοβιετικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, μαζί με τη Σοβιετική μας Ένωση, θα γίνουν πανίσχυρος μαγνήτης για τους λαούς της Ασίας, που θα επιζητήσουν την εγκαθίδρυση των πιο στενών οικονομικών και πολιτικών δεσμών με την Ευρώπη των εργατών. Αν η προλεταριακή Αγγλία χάσει την Ινδία σαν αποικία, θα την κερδίσει σαν σύντροφο στην ευρασιατική ομοσπονδία των λαών. Ο πανίσχυρος συνασπισμός των λαών της Ευρώπης και της Ασίας θα είναι απόρθητος και, πάνω απ’ όλα, άτρωτος από τη δύναμη των ΕΠΑ.

Δεν ελαχιστοποιούμε τη δύναμη αυτή ούτε στιγμή. Προχωρούμε στη χάραξη των επαναστατικών μας προοπτικών με βάση την ξεκάθαρη κατανόηση των γεγονότων τέτοιων που είναι. Ακόμη περισσότερο, θεωρούμε ότι η ισχύς των ΕΠΑ - τέτοια είναι η διαλεκτική - αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο μοχλό της ευρωπαϊκής επανάστασης. Δεν κλείνουμε τα μάτια μας στο γεγονός ότι, πολιτικά και στρατιωτικά, ο μοχλός αυτός θα στραφεί ενάντια στην ευρωπαϊκή επανάσταση, ευθύς μόλις ξεσπάσει. Ξέρουμε ότι, όταν θα παίζεται το ίδιο του το τομάρι, ο αμερικάνικος καπιταλισμός θα εξαπολύσει στο πεδίο της μάχης την πιο άγρια ενεργητικότητα. Είναι πολύ πιθανό όλα τα βιβλία κι όλη μας η μέχρι τότε αποκτημένη εμπειρία που μιλάνε για τον αγώνα των προνομιούχων τάξεων να διατηρήσουν την κυριαρχία τους, να χλωμιάσουν μπροστά στη βία που θα προσπαθήσει να κινητοποιήσει ενάντια στην επαναστατική Ευρώπη το αμερικάνικο κεφάλαιο.

Αλλά η ενοποιημένη Ευρώπη, σε επαναστατική συνεργασία με τους λαούς της Ασίας, θα αποδειχτεί απέραντα ισχυρότερη από τις ΕΠΑ. Διαμέσου της Σοβιετικής Ένωσης, οι εργαζόμενοι της Ευρώπης και της Ασίας θα έχουν δεθεί μεταξύ τους αξεδιάλυτα. Σε αλληλεγγύη με την επαναστατημένη Ανατολή, η επαναστατική ευρωπαϊκή εργατιά θα αποσπάσει από το αμερικάνικο κεφάλαιο τον έλεγχο της παγκόσμιας οικονομίας και θα βάλει τα θεμέλια για την Ομοσπονδία των Σοσιαλιστικών Λαών ολόκληρης της Γης.

[Απόσπασμα από το άρθρο, «Ευρώπη και Αμερική», στο Λέον Τρότσκι, Ευρώπη και Αμερική, Πρωταγόρας, Αθήνα 1981, σσ. 87-93. Το άρθρο αυτό είναι το κείμενο ομιλίας του Τρότσκι στις 15 Φεβρουαρίου 1926.]

Λεόν Τρότσκι

Το Σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης

2. Οι Ενωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη

Για να χαρακτηρίσουμε το πρώτο Σχέδιο, που ευτυχώς εγκαταλείφτηκε από τότε, θα ήταν αρκετό να πούμε πως, όσο μπορούμε να θυμόμαστε, ούτε καν μνημόνευε τις Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής. Τα θεμελιώδη προβλήματα της ιμπεριαλιστικής εποχής, από τον ίδιο το χαρακτήρα της, δεν πρέπει να αντικρίζονται μονάχα μέσα από το πρίσμα της αφηρημένης έννοιας και της θεωρίας, μα και να εξετάζεται το υλικό και ιστορικό περιεχόμενό τους. Στο πρώτο Σχέδιο, λοιπόν, αυτά χάνονταν μέσα στο αναιμικό σχήμα μιας καπιταλιστικής χώρας υπολογίσιμης «γενικά». Το καινούριο Σχέδιο (και υπάρχει προφανώς εδώ ένα σοβαρό βήμα μπροστά) μιλάει κιόλας για τη «μετατόπιση του οικονομικού κέντρου του κόσμου προς τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής», για τη «μεταμόρφωση της δημοκρατίας του δολαρίου, που γίνεται ο παγκόσμιος εκμεταλλευτής», για το ότι οι Ενωμένες Πολιτείες «έχουν κιόλας κατακτήσει την ηγεμονία του κόσμου», και τέλος λέει πως ο ανταγωνισμός (το Σχέδιο χρησιμοποιεί την άστοχη έκφραση «διένεξη») που υπάρχει ανάμεσα στις Ενωμένες Πολιτείες και τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, με τον βρετανικό καπιταλισμό στην πρώτη γραμμή, «γίνεται ο άξονας των παγκόσμιων διενέξεων». Από τώρα έχει γίνει ολοφάνερο πως ένα πρόγραμμα που δεν καθορίζει καθαρά και με ακρίβεια τα βασικά αυτά γεγονότα και συντελεστές της παγκόσμιας κατάστασης δεν έχει τίποτε το κοινό με το Πρόγραμμα του Κόμματος της Παγκόσμιας Επανάστασης.

Δυστυχώς, τα γεγονότα και οι βασικές τάσεις της παγκόσμιας εξέλιξης που παρουσιάστηκαν στη διάρκεια της καινούριας εποχής, σημειώνονται μονάχα με το όνομά τους, θα έλεγε κανείς πως είναι καρφιτσωμένα πάνω στο κείμενο του Σχεδίου, και παραθέτονται με μια μέθοδο θεωρητικής υπεκφυγής, χωρίς να είναι αδιάσπαστα δεμένα με ολόκληρη τη δομή του Προγράμματος, χωρίς να οδηγούν σε συμπεράσματα από την άποψη των προοπτικών και της στρατηγικής.

Ο καινούριος ρόλος που παίζει η Αμερική στην Ευρώπη από τότε που συνθηκολόγησε το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα, καθώς και η ήττα του γερμανικού προλεταριάτου το 1923, δεν γίνονται αντικείμενα καμιάς εκτίμησης. Δεν έχει καθόλου εξηγηθεί ότι η περίοδος της «σταθεροποίησης», της «ομαλότητας» και της «ειρήνευσης» της Ευρώπης όπως και της «αναγέννησης» της σοσιαλδημοκρατίας, παρατάθηκε γιατί βρίσκεται σε άμεσο συσχετισμό, από υλική και πνευματική άποψη, με τα πρώτα βήματα της αμερικάνικης επέμβασης στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.

Κι ακόμα δεν αποδείχνεται ότι η εξέλιξη που αναπόφευκτα θα ακολουθήσει την αμερικάνικη επέκταση, τον περιορισμό των αγορών του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, ακόμα και στην ίδια την Ευρώπη, θα φέρει μαζί της τόσο μεγάλες στρατιωτικές, οικονομικές και επαναστατικές αναταραχές, που όμοιές τους δεν έχουμε γνωρίσει ποτέ μέχρι σήμερα.

Επίσης δεν προσδιορίζεται ότι αφού οι Ενωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν οπωσδήποτε να εξασκούν πίεση πάνω στην καπιταλιστική Ευρώπη, αυτή θα βλέπει να περιορίζεται ολοένα και περισσότερο η συμμετοχή της στην παγκόσμια οικονομία, πράγμα που προφανώς σημαίνει πως οι σχέσεις ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη όχι μονάχα δεν θα καλυτερέψουν, μα, αντίθετα, θα αποκτήσουν μια υπέρμετρη ένταση που θα συνοδεύεται από βίαιους παροξυσμούς που θα διαλύουν αυτά τα κράτη μέσα σε πολεμικές συγκρούσεις. Πραγματικά, τα κράτη, το ίδιο όπως και οι τάξεις, παλεύουν με μεγαλύτερη μανία όταν πρόκειται να αποσπάσουν μια ισχνή μερίδα που θα ελαττώνεται διαρκώς, παρά όταν είναι πλουσιοπάροχα εφοδιασμένα.

Το Σχέδιο δεν εξηγεί ότι το εσωτερικό χάος, που οφείλεται στους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα κράτη της Ευρώπης, αφαιρεί απ’ αυτά κάθε ελπίδα να αντισταθούν κάπως σοβαρά και με επιτυχία στη Δημοκρατία της Βόρειας Αμερικής, που η συγκεντροποίηση της μεγαλώνει ασταμάτητα. Να κυριαρχήσει πάνω στην ευρωπαϊκή σύγχυση με τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, να ποιο είναι το πρωταρχικό καθήκον της προλεταριακής επανάστασης, που είναι άπειρα πιο κοντά στην Ευρώπη παρά στην Αμερική4 (κι ένας από τους λόγους, κι όχι ο μικρότερος, είναι ακριβώς η ύπαρξη των συνόρων ανάμεσα στα κράτη). Η προλεταριακή επανάσταση θα έχει λοιπόν, πιθανότατα, να υπερασπίσει τον εαυτό της ενάντια στην μπουρζουαζία της Βόρειας Αμερικής.

Από την άλλη μεριά, δεν σημειώθηκε (κι αυτό είναι μια όψη το ίδιο σπουδαία του ίδιου παγκόσμιου προβλήματος) πως ακριβώς η δύναμη των Ενωμένων Πολιτειών στον κόσμο και η ακαταμάχητη επέκταση που απορρέει απ’ αυτήν, τις αναγκάζει να συσσωρεύουν στα θεμέλια του οικοδομήματός τους τις μπαρουταποθήκες ολόκληρου του κόσμου: όλους τους ανταγωνισμούς της Δύσης και της Ανατολής, την πάλη των τάξεων της γέρικης Ευρώπης, τις εξεγέρσεις των αποικιακών λαών, όλους τους πολέμους και όλες τις επαναστάσεις. Από τη μια μεριά, αυτό κάνει τον καπιταλισμό της Βόρειας Αμερικής, στη διάρκεια της καινούριας εποχής, τη βασική δύναμη της αντεπανάστασης που ενδιαφέρεται ολοένα και περισσότερο να διατηρηθεί «η τάξη» σ’ όλες τις γωνιές της γήινης σφαίρας. Από την άλλη, είναι εκεί που προετοιμάζεται η τεράστια επαναστατική έκρηξη της παγκόσμιας αυτής ιμπεριαλιστικής δύναμης που κυριαρχεί ήδη και μεγαλώνει ασταμάτητα. Η λογική των σχέσεων που υπάρχουν στον κόσμο δείχνει πως αυτή η ανάφλεξη δεν θα μπορούσε να καθυστερήσει πολύ καιρό ύστερα από το ξέσπασμα της προλεταριακής επανάστασης στην Ευρώπη.

Επειδή είχαμε προσδιορίσει τη διαλεκτική των αμοιβαίων σχέσεων που συνδέουν την Ευρώπη και την Αμερική, είδαμε να εκτοξεύονται ενάντιά μας οι πιο διαφορετικές κατηγορίες: η κατηγορία ότι αρνούμαστε, σαν πατσιφιστές, τις αντιφάσεις που υπάρχουν στην Ευρώπη, η κατηγορία ότι αποδεχόμαστε τη θεωρία του υπεριμπεριαλισμού του Κάουτσκι, και πολλές άλλες. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να σταματήσουμε σ’ αυτές τις «κατηγορίες», που στην καλύτερη περίπτωση προέρχονται από μια πλήρη άγνοια των πραγματικών προτσές, όπως και της δικής μας στάσης απέναντι σ’ αυτά. Ωστόσο, είναι κανείς υποχρεωμένος να σημειώσει πως θα ήταν δύσκολο να καταναλωθούν περισσότερες δυνάμεις, για να μπερδευτεί και να θολώσει το παγκόσμιο αυτό πρόβλημα με την τεράστια σημασία, απ’ όσες κατανάλωσαν, ανάμεσα σ΄ άλλους, οι συγγραφείς του Σχεδίου Προγράμματος στη μικροπρεπή πάλη τους που στρεφόταν ενάντια στον τρόπο που θέταμε το ζήτημα. Βλέπουμε, όμως, πως αυτός επιβεβαιώνεται πέρα για πέρα από την πορεία των γεγονότων.

Τον τελευταίο καιρό μάλιστα έγιναν προσπάθειες στα βασικά όργανα του κομμουνιστικού Τύπου να μειωθεί, στα χαρτιά βέβαια, η σπουδαιότητα της ηγεμονίας της Αμερικής. Έκαναν υπαινιγμούς για την εμπορική και βιομηχανική κρίση που αναγγελλόταν στις Ενωμένες Πολιτείες. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε εδώ για να εξετάσουμε το ειδικό ζήτημα το σχετικό με τη διάρκεια της αμερικάνικης κρίσης και το βάθος που θα μπορούσε ίσως να πάρει. Αυτό είναι ένα πρόβλημα συγκυρίας κι όχι προγράμματος. Είναι ολοφάνερο και δεν αμφιβάλλουμε καθόλου πως η κρίση είναι αναπόφευκτη. Δεν αρνιόμαστε καθόλου πως είναι δυνατόν η κρίση να είναι από τώρα κιόλας πολύ βαθιά και πολύ τραχιά, σε σχέση με την παγκόσμια έκταση που έχει αποκτήσει τώρα ο αμερικάνικος καπιταλισμός. Η προσπάθεια όμως που γίνεται να συμπεράνουν απ’ αυτό πως η ηγεμονία των Ενωμένων Πολιτειών περιορίζεται ή αδυνατίζει δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα. Αυτό δεν μπορεί παρά να γεννήσει χοντροκομμένα σφάλματα στρατηγικής σημασίας, γιατί είναι ακριβώς το αντίθετο που αληθεύει. Στην εποχή της κρίσης η ηγεμονία των Ενωμένων Πολιτειών θα γίνει πιο αισθητή, πιο πλήρης, πιο καθαρή, πιο ανελέητη απ’ ότι ήταν στην περίοδο της ανάπτυξης. Η Αμερική θα κατανικήσει και θα ξεπεράσει τις δυσκολίες και τις αναταραχές της πριν απ’ όλα σε βάρος της Ευρώπης. Λίγο ενδιαφέρει αν αυτό γίνει στην Ασία, τον Καναδά, τη Λατινική Αμερική ή στην ίδια την Ευρώπη, αν αυτό γίνει με «ειρηνικό» ή στρατιωτικό τρόπο.

Πρέπει να καταλάβουμε καθαρά πως αν η πρώτη περίοδος της αμερικάνικης επέμβασης έφερε στην Ευρώπη τη σταθεροποίηση και την ειρήνευση, που ως ένα μεγάλο βαθμό υπάρχουν ακόμα και τώρα και μπορούν μάλιστα επεισοδιακά να αναγεννιούνται και να ξαναδυναμώνουν, (προπαντός σε περιπτώσεις καινούριων ηττών του προλεταριάτου), αντίθετα η γενική γραμμή της αμερικάνικης πολιτικής, προπαντός αν η οικονομία της σκοντάψει σε δυσκολίες και σε κρίσεις, θα προκαλέσει στην Ευρώπη όπως και σ’ ολόκληρο τον κόσμο μεγάλους κλονισμούς.

Απ’ αυτό βγαίνει το πολύ σπουδαίο συμπέρασμα πως οι επαναστατικές καταστάσεις δεν θα λείψουν στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας, όπως δεν έλειψαν από τη δεκαετία που πάει να κλείσει. Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι να κατανοήσουμε τα βασικά αίτια του ξετυλίγματος των γεγονότων, για να μην μας αιφνιδιάσουν με το ξέσπασμά τους. Αν στη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας η βασική πηγή των επαναστατικών καταστάσεων ήταν τα άμεσα αποτελέσματα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αντίθετα, στη διάρκεια της καινούριας μεταπολεμικής δεκαετίας, τέτοιες καταστάσεις θα γεννηθούν κυρίως από τις αμοιβαίες σχέσεις Ευρώπης και Αμερικής. Μια μεγάλη κρίση στις Ενωμένες Πολιτείες θα σήμαινε ξανά το εγερτήριο σάλπισμα των πολέμων και των επαναστάσεων. Το επαναλαμβάνουμε: οι επαναστατικές καταστάσεις δεν θα λείψουν. Όλο το ζήτημα εξαρτάται από το διεθνιστικό κόμμα του προλεταριάτου, από την ωριμότητα και την ικανότητα για πάλη της Κομμουνιστικής Διεθνούς, από την κατανόηση που αυτή θα δείξει στην επεξεργασία της τακτικής της.

Ολόκληρη αυτή η σειρά των ιδεών δεν έχει καθόλου εκφραστεί στο Σχέδιο Προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ένα τόσο σπουδαίο γεγονός όπως «η μετατόπιση του οικονομικού κέντρου του κόσμου προς τις Ενωμένες Πολιτείες» φαίνεται να σημειώθηκε ευκαιριακά, σαν μια δημοσιογραφική παρατήρηση, τίποτε παραπάνω. Είναι εντελώς αδύνατο να δικαιολογηθεί αυτό με το επιχείρημα της έλλειψης χώρου: πραγματικά, τα θεμελιώδη προβλήματα δεν είναι εκείνα ακριβώς που πρέπει να αναπτυχθούν σ’ ένα πρόγραμμα; Με την ευκαιρία πρέπει να σημειώσουμε πως το Σχέδιο επεκτείνεται πάρα πολύ σε προβλήματα δεύτερης και τρίτης σειράς, αν μάλιστα αφήσουμε στην άκρη το σκοτεινό του ύφος και τις πολυάριθμες επαναλήψεις του. Θα μπορούσε κανείς εξαλείφοντάς τες να περιορίσει το Πρόγραμμα το λιγότερο κατά το ένα του τρίτο.

3. Το Σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης

Τίποτε δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εξάλειψη, από το καινούριο Σχέδιο Προγράμματος, του συνθήματος των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης, που είχε ήδη υιοθετηθεί από την Κομμουνιστική Διεθνή το 1923, ύστερα από μια αρκετά μακρόχρονη εσωτερική πάλη5. Ή μήπως οι συγγραφείς θέλουν να «επανέλθουν» στη στάση που κράτησε ο Λένιν στα 1915 απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα; Μα γι’ αυτό πρέπει να το καταλάβουμε καλά.

Όπως καθένας ξέρει, στην πρώτη περίοδο του πολέμου, ο Λένιν δίσταζε να χρησιμοποιήσει αυτό το σύνθημα. Αρχικά πέρασε στις θέσεις του «Σοσιαλδημοκράτη», (το κεντρικό όργανο του Κόμματος εκείνη την εποχή), σε συνέχεια ο Λένιν το απόρριψε. Αυτό μονάχα, δείχνει ότι δεν το απόκρουε γενικά για λόγους αρχής, μα θα έπρεπε να το κρίνει αυστηρά από την άποψη της τακτικής. Ότι ζύγιζε τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές του αντικρίζοντας το από τη σκοπιά του δοσμένου σταδίου. Είναι περιττό να πούμε πως ο Λένιν δεν δεχόταν ότι οι καπιταλιστικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα. Κι εγώ αντιμετώπιζα τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο, αφού προωθούσα το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών αποκλειστικά σαν μορφή του μελλοντικού κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου στην Ευρώπη.

Έγραφα:

«Η σχετικά πλήρης οικονομική ένωση της Ευρώπης από τα πάνω, που θα ήταν το αποτέλεσμα μιας συμμαχίας ανάμεσα στις καπιταλιστικές κυβερνήσεις, είναι μια ουτοπία. Έτσι τα πράγματα δεν μπορούν να πάνε πιο μακριά από επιμέρους συμβιβασμούς και ημίμετρα. Κατά συνέπεια η ίδια η οικονομική ένωση της Ευρώπης, που υπόσχεται τεράστια πλεονεκτήματα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές, όπως και στην ανάπτυξη γενικά της κουλτούρας, γίνεται το επαναστατικό καθήκον του ευρωπαϊκού προλεταριάτου που παλεύει ενάντια στον ιμπεριαλιστικό προτεξιονισμό και το όργανό του το μιλιταρισμό», (Λεόν Τρότσκι: «Πρόγραμμα Ειρήνης», τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 85).

Και πιο κάτω:

«Οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης αποτελούν πριν απ’ όλα μια μορφή, τη μοναδική μορφή που θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει, της δικτατορίας του ευρωπαϊκού προλεταριάτου», (Λεόν Τρότσκι: «Πρόγραμμα Ειρήνης», τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 92).

Σ’ αυτήν όμως την περίοδο ο Λένιν έβλεπε ορισμένους κινδύνους ακόμα και σ’ αυτόν τον τρόπο παρουσίασης του ζητήματος. Δεδομένου ότι δεν είχε ακόμα αποκτηθεί η εμπειρία της δικτατορίας του προλεταριάτου σε μια μόνη χώρα, κι ότι έλλειπε η θεωρητική σαφήνεια σ’ ότι αφορά αυτό το ζήτημα, ακόμα και από την αριστερή πτέρυγα της τότε Σοσιαλδημοκρατίας, το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης μπορούσε να γεννήσει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η προλεταριακή επανάσταση θα έπρεπε να αρχίσει ταυτόχρονα το λιγότερο πάνω σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Απέναντι σ’ αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο ο Λένιν μας καθιστούσε προσεκτικούς. Πάνω όμως σ’ αυτό το ζήτημα δεν είχα ούτε μια σκιά διαφωνίας με τον Λένιν.

Έγραφα από τότε:

«Το ότι καμιά χώρα δεν πρέπει “να περιμένει” τις άλλες στην πάλη της, αυτό είναι μια στοιχειώδης σκέψη, που είναι χρήσιμο και αναγκαίο να την επαναλαβαίνουμε, για να μην μπορεί κανείς να αντικαταστήσει την ιδέα της παράλληλης διεθνιστικής δράσης με την ιδέα της διεθνιστικής αδράνειας μέσα στη συμμαχία. Χωρίς να περιμένουμε τους άλλους, αρχίζουμε και συνεχίζουμε την πάλη πάνω στο εθνικό έδαφος έχοντας την πλήρη βεβαιότητα ότι η πρωτοβουλία μας θα δώσει μιαν έξαρση στην πάλη των άλλων χωρών», (Λεόν Τρότσκι: Το 1917, τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 90).

Σε συνέχεια ακολουθούν εκείνα ακριβώς τα λόγια μου που ο Στάλιν παράθεσε στην Έβδομη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς σαν την πιο επικίνδυνη έκφραση του «τροτσκισμού», δηλαδή της «δυσπιστίας» απέναντι στις εσωτερικές δυνάμεις της επανάστασης και στην ελπίδα μιας βοήθειας από το εξωτερικό.

«Κι αν αυτό δεν γινόταν (δηλαδή, η επέκταση της επανάστασης στις άλλες χώρες Λ.Τ.), δεν υπήρχε καμιά ελπίδα που να μας κάνει να πιστεύουμε (όπως το μαρτυράει η ιστορική πείρα και οι θεωρητικοί υπολογισμοί) πως μια επαναστατική Ρωσία θα μπορούσε να αντισταθεί μπροστά σε μια συντηρητική Ευρώπη, ή πως μια σοσιαλιστική Γερμανία θα μπορούσε να επιζήσει απομονωμένη μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο», (Λεόν Τρότσκι: Το 1917, τόμ. 3ος, μέρ. Ι, σελ. 90).

Πάνω σ’ αυτό το τσιτάτο και σε δυο ή τρία άλλα του ίδιου είδους βασίστηκε η καταδίκη που απαγγέλθηκε από την Έβδομη Ολομέλεια ενάντια στον «τροτσκισμό», που κράτησε τάχα σ’ αυτό το «βασικό ζήτημα» μια στάση «που δεν έχει τίποτε το κοινό με το λενινισμό». Ας σταματήσουμε λοιπόν ένα λεπτό για να ακούσουμε τον ίδιο τον Λένιν.

Στις 7 του Μάρτη 1918 έλεγε απ’ αφορμή την ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόβσκ:

«Αυτό είναι ένα μάθημα, γιατί είναι απόλυτα αληθινό πως χωρίς τη γερμανική επανάσταση θα συντριβούμε», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 132).

Μια βδομάδα αργότερα:

«Ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός και δίπλα του η θριαμβευτική πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν μπορούν να συνυπάρχουν», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 175).

Μερικές βδομάδες αργότερα, ο Λένιν έλεγε πάλι:

«Το γεγονός ότι είμαστε καθυστερημένοι μας έσπρωξε μπροστά. Αν δεν ξέρουμε να κρατήσουμε μέχρι τη στιγμή που θα συναντήσουμε το δυναμικό στήριγμα των εξεγερμένων εργατών των άλλων χωρών, θα συντριβούμε», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 15ος, σελ. 187, η υπογράμμιση είναι δική μας –Λ.Τ.).

Μήπως όμως όλα αυτά ειπώθηκαν κάτω από την ιδιαίτερη επίδραση της κρίσης του Μπρεστ-Λιτόβσκ: Όχι, το Μάρτη του 1919 ο Λένιν επαναλαμβάνει για άλλη μια φορά:

«Ζούμε όχι μονάχα σε ένα κράτος, μα σ’ ένα σύστημα κρατών. Δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί ότι μια Σοβιετική Δημοκρατία υπάρχει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δίπλα στα ιμπεριαλιστικά κράτη. Στο τέλος του λογαριασμού ο ένας από τους δύο θα νικήσει», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 16ος, σελ. 102).

Ένα χρόνο μετά, στις 7 του Απρίλη 1920, ο Λένιν υπενθύμιζε ακόμα:

«Ο καπιταλισμός, αν τον υπολογίσει κανείς σε παγκόσμια κλίμακα, συνεχίζει να είναι πιο ισχυρός από την εξουσία των Σοβιέτ, κι όχι μονάχα από στρατιωτική, μα κι από οικονομική άποψη. Από τη βασική αυτή θέση πρέπει πάντα να ξεκινάμε και να μην την ξεχνάμε ποτέ», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 17ος, σελ. 102).

Στις 27 του Νοέμβρη 1920, απ’ αφορμή το πρόβλημα των παραχωρήσεων, ο Λένιν έλεγε:

«Για την ώρα περάσαμε από τον πόλεμο στην ειρήνη, δεν ξεχνούμε όμως πως ο πόλεμος θα ξανάρθει πάλι. Όσο καιρό επιζούν ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός δεν μπορούμε να ζήσουμε ειρηνικά: στο τέλος του λογαριασμού, ο ένας από τους δυο θα νικήσει. Θα ψάλλει κανείς τη νεκρώσιμη ακολουθία είτε της Δημοκρατίας των Σοβιέτ, είτε του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αυτό είναι μια αναβολή του πολέμου», (Λένιν: «Άπαντα», τομ. 17ος, σελ. 398).

Μήπως όμως η κατοπινή ύπαρξη της Δημοκρατίας των Σοβιέτ ανάγκασε τον Λένιν «να αναγνωρίσει το λάθος του» και να απαρνηθεί «τη δυσπιστία του απέναντι στις εσωτερικές δυνάμεις» της Οκτωβριανής Επανάστασης;

Ο Λένιν στο Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, δηλαδή τον Ιούλη του 1921, επανέλαβε ότι:

«Έτσι δημιουργήθηκε μια ισορροπία εξαιρετικά επισφαλής, εξαιρετικά ασταθής, μα τελικά μια ισορροπία τέτοια που επιτρέπει στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία να υπάρχει, βέβαια όχι για πολύ καιρό, μέσα σε μια καπιταλιστική περικύκλωση», (Λένιν: «Θέσεις Πάνω στην Τακτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας»).

Κι όχι μόνο αυτό: στις 5 του Ιούλη 1921 ο Λένιν δήλωσε ανοιχτά στο Συνέδριο:
«Για μας ήταν ξεκάθαρο πως χωρίς την υποστήριξη της παγκόσμιας διεθνιστικής επανάστασης ο θρίαμβος της προλεταριακής μας επανάστασης ήταν αδύνατος. Ήδη πριν από την επανάσταση, όπως κι ύστερα απ’ αυτήν, σκεπτόμασταν: στη συνέχεια ή το πολύ πολύ μέσα σ’ ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα θα εκραγεί η επανάσταση στις καθυστερημένες χώρες και σ’ αυτές που είναι περισσότερο αναπτυγμένες από καπιταλιστική άποψη, ή σε αντίθετη περίπτωση θα συντριβούμε. Αν και είχαμε πλήρη συνείδηση αυτού του γεγονότος, κάναμε το παν, μέσα σ’ οποιεσδήποτε περιστάσεις, για να διατηρήσουμε με κάθε θυσία το σοβιετικό σύστημα, γιατί ξέραμε πως δουλεύουμε όχι μονάχα για τους εαυτούς μας, μα και για την παγκόσμια επανάσταση», (Λένιν: «Άπαντα», τόμ. 18ος, μέρ. Ι, σελ. 321).

Πόσο αυτά τα λόγια, μεγάλα στην απλότητά τους, ολότελα διαποτισμένα από το διεθνιστικό πνεύμα, απέχουν από τα σημερινά ευρήματα των περιαυτολόγων επιγόνων!

Όπως και να ’χει, έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε: σε τι διαφέρουν όλες αυτές οι δηλώσεις του Λένιν από την πεποίθηση που έκφραζα το 1915, ότι η μελλοντική επαναστατική Ρωσία ή η σοσιαλιστική Γερμανία δεν θα μπορούσαν να επιζήσουν «απομονωμένες μέσα σ’ έναν καπιταλιστικό κόσμο»; Οι προθεσμίες παρουσιάζονται διαφορετικές από ότι είχαν προσδιοριστεί στις προβλέψεις, όχι μονάχα στις δικές μου, μα και στις προβλέψεις του Λένιν. Η βασική ιδέα, όμως, διατηρεί όλη της την αξία, και σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ. Αντί να την καταδικάζουμε, λοιπόν, όπως το έκανε η Έβδομη Ολομέλεια, βασισμένη σε μια έκθεση, που δεν είχε τέτοια δικαιοδοσία και της έλλειπε η καλή πίστη, είναι απαραίτητο να την εισάγουμε στο Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Για να υπερασπίσουμε το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης σημειώναμε στα 1915 πως ο νόμος της ανισόμερης εξέλιξης δεν αποτελεί από μόνος του ένα επιχείρημα ενάντια σε αυτό το σύνθημα. Πραγματικά, η ανισότητα της ιστορικής ανάπτυξης είναι με τη σειρά της άνιση σε σχέση με τα διάφορα κράτη και ηπείρους: οι Ευρωπαϊκές χώρες αναπτύσσονται συγκριτικά άνισα η μια με την άλλη, ωστόσο μπορεί κανείς να πει με απόλυτη βεβαιότητα πως από ιστορική άποψη δεν υπάρχει προηγούμενο, τουλάχιστον στη διάρκεια της ιστορικής εποχής που μπορεί κανείς να εξετάσει, που μια απ’ αυτές τις χώρες, να ξεπέρασε τις άλλες τόσο, όσο η Αμερική ξεπέρασε την Ευρώπη. Υπάρχει μια κλίμακα ανισότητας για την Αμερική και μια άλλη για την Ευρώπη. Οι ιστορικές και γεωγραφικές συνθήκες καθόρισαν από τα πριν ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης μια οργανική συνάφεια τόσο ουσιώδη ώστε δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να ξεφύγουν απ’ αυτήν. Οι σημερινές αστικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μοιάζουν με δολοφόνους δεμένους στο ίδιο άρμα. Όπως έχουμε κιόλας πει η επανάσταση στην Ευρώπη θα έχει σε τελευταία ανάλυση μια αποφασιστική σπουδαιότητα για την Αμερική. Μα άμεσα, με τον πιο κοντινό ιστορικό υπολογισμό, η επανάσταση στη Γερμανία θα έχει πολύ πιο μεγάλη σπουδαιότητα για τη Γαλλία παρά για τις Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής. Από αυτή τη σχέση που δημιούργησε η Ιστορία, βγαίνει η πολιτική ζωτικότητα του συνθήματος της Ομοσπονδίας των Σοβιέτ της Ευρώπης. Μιλάμε για ζωτικότητα σχετική γιατί από μόνο του βγαίνει πως αυτή η Ομοσπονδία θα απλωθεί διαμέσου της τεράστιας γέφυρας της Σοβιετικής Ένωσης προς την Ασία και θα μπει στη συνέχεια στην Ένωση των παγκόσμιων σοσιαλιστικών δημοκρατιών. Μα αυτή θα είναι πια η δεύτερη εποχή ή το δεύτερο κεφάλαιο που θα ακολουθήσει την ιμπεριαλιστική περίοδο. Όταν θα φτάσουμε εκεί θα βρούμε τις φόρμουλες που θα τους ταιριάζουν.

Μπορεί να αποδειχτεί και με άλλα αποσπάσματα πως η διαφωνία του 1915 με τον Λένιν ανήκε αυστηρά στον τομέα της τακτικής και είχε από την ίδια τη φύση της έναν προσωρινό χαρακτήρα. Μα η πορεία που ακολούθησαν τα γεγονότα είναι η καλύτερη απόδειξη: το 1923, η Κομμουνιστική Διεθνής υιοθέτησε το αμφισβητούμενο σύνθημα. Αν το 1915 δεν γινόταν δεκτό για λόγους αρχής, όπως προσπαθούν να εξηγήσουν τώρα οι συγγραφείς του Σχεδίου Προγράμματος, η Κομμουνιστική Διεθνής δεν θα μπορούσε να το υιοθετήσει οκτώ χρόνια αργότερα. Πιστεύουμε πως ο νόμος της ανισόμερης εξέλιξης δεν έπαψε να λειτουργεί στο μικρό αυτό χρονικό διάστημα.

Κάθε τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος που σκιαγραφήθηκε πιο πάνω ξεκινάει από το δυναμισμό του επαναστατικού προτσές, αντικρισμένο στο σύνολό του. Η παγκόσμια επανάσταση υπολογίζεται ως μια διαδικασία που έχει το δικό της αυτοδυναμισμό, που δεν μπορεί να προβλεφθεί στο σύνολό της, καθορίζοντας από τα πριν τη διαδοχή όλων των φάσεών της, μα που τα γενικά ιστορικά χαρακτηριστικά της είναι ολότελα καθαρά. Αν αυτό δεν το κατανοήσουμε, είναι τελείως αδύνατο να προσανατολιστούμε σωστά στην πολιτική.

Τα πράγματα όμως αλλάζουν ριζικά αν πάρει κανείς σαν αφετηρία την ιδέα της σοσιαλιστικής εξέλιξης που πραγματοποιείται κι ακόμα ολοκληρώνεται σε μια μόνη χώρα. Υπάρχει τώρα μια «θεωρία» που υποστηρίζει πως η πλήρης οικοδόμηση του σοσιαλισμού είναι τάχα δυνατή σε μια μόνη χώρα, και πως οι σχέσεις ανάμεσα σ’ αυτή τη χώρα και τον καπιταλιστικό κόσμο μπορούν να βασίζονται στην «ουδετεροποίηση» της παγκόσμιας μπουρζουαζίας (Στάλιν). Αν υιοθετήσει κανείς αυτή την άποψη, που στο βάθος είναι εθνικο-ρεφορμιστική κι όχι επαναστατικο-διεθνιστική, η αναγκαιότητα του συνθήματος των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης εξαφανίζεται, ή το λιγότερο εξασθενίζει. Απεναντίας, μας φαίνεται σπουδαίο και αναγκαίο να επιζήσει, γιατί περιέχει την καταδίκη της ιδέας της σοσιαλιστικής εξέλιξης που περιορίζεται σε μια μόνη χώρα. Για το προλεταριάτο κάθε ευρωπαϊκής χώρας, σε πολύ πιο μεγάλο βαθμό απ’ όσο για την ΕΣΣΔ (εδώ όμως δεν υπάρχει παρά μια διαφορά βαθμού), η επέκταση της επανάστασης στις γειτονικές χώρες, η βοήθεια που θα του δοθεί μέσα σ’ αυτές τις χώρες με τη δύναμη των όπλων, είναι μια από τις πιο επείγουσες αναγκαιότητες. Κι αυτό βγαίνει όχι από υπολογισμούς μιας αφηρημένης διεθνιστικής αλληλεγγύης, που από μόνη της δεν είναι σε θέση να κινητοποιήσει τις τάξεις, μα από ένα επιχείρημα που διατυπώθηκε εκατοντάδες φορές από τον Λένιν: εμείς δεν θα μπορέσουμε να κρατηθούμε αν η παγκόσμια επανάσταση δεν μας βοηθήσει την κατάλληλη στιγμή. Το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών ανταποκρίνεται σ’ αυτόν το δυναμισμό της προλεταριακής επανάστασης. Η προλεταριακή επανάσταση δεν ξεσπάει ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες, μα απλώνει από τη μια χώρα στην άλλη, κι απαιτεί να υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτές η πιο στενή σχέση, και πρώτα απ’ όλα πάνω στο ευρωπαϊκό έδαφος, τόσο για να υπερασπιστεί τον εαυτό της ενάντια στους ισχυρούς εξωτερικούς εχθρούς, όσο και για τις ανάγκες οργάνωσης της οικονομίας.

Είναι αλήθεια πως θα μπορούσε κανείς να επιχειρήσει να αντιτάξει το γεγονός ότι ύστερα από την κρίση του Ρουρ, που ήταν η τελευταία ακριβώς ώθηση που συνέτεινε στην υιοθέτηση αυτού του συνθήματος, το σύνθημα αυτό δεν έπαιξε πια σπουδαίο ρόλο στην αγκιτάτσια των ευρωπαϊκών Κομμουνιστικών Κομμάτων και δεν μπόρεσε, κατά κάποιο τρόπο, να ριζώσει. Μα συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με τα συνθήματα της Κυβέρνησης Εργατών, των Σοβιέτ, κλπ., με άλλα λόγια με όλα τα συνθήματα που πρέπει να προηγούνται άμεσα της επανάστασης. Αυτό βρίσκει την εξήγησή του στο γεγονός ότι, αντίθετα με τις εσφαλμένες από πολιτική άποψη εκτιμήσεις του Πέμπτου Συνεδρίου, το επαναστατικό κίνημα βρίσκεται σε παρακμή από το τέλος του 1923 στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Και γι’ αυτό ακριβώς θα ήτανε ολέθριο να επεξεργαστούμε ένα πρόγραμμα ή ορισμένα μέρη του επηρεασμένοι από αυτή την περίοδο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που το σύνθημα των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης υιοθετήθηκε, ενάντια σ’ όλες τις προκαταλήψεις, ακριβώς το 1923, τότε που περιμέναμε το ξέσπασμα της επανάστασης στη Γερμανία και που τα προβλήματα των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στα κράτη της Ευρώπης είχαν αποκτήσει μια ιδιαίτερη τραχύτητα. Κάθε νέα επιδείνωση της εσωτερικής κρίσης της Ευρώπης, και για ένα λόγο παραπάνω της παγκόσμιας κρίσης, αν αυτή είναι αρκετά βαθιά για να θέσει ξανά τα θεμελιώδη προβλήματα της πολιτικής, θα δημιουργεί συνθήκες απόλυτα ευνοϊκές για την υιοθέτηση του συνθήματος των Ενωμένων Σοβιετικών Πολιτειών της Ευρώπης. Είναι επομένως ριζικό λάθος να το παρασιωπούμε στο Πρόγραμμα, χωρίς ωστόσο να το απορρίπτουμε, μ’ άλλα λόγια να το κρατάμε κατά κάποιο τρόπο σαν εφεδρεία, «για κάθε ενδεχόμενο» Στα ζητήματα αρχών η πολιτική της ρεζέρβας δεν αξίζει τίποτε.

[1928]

[Τρότσκι Λέον, Η Τρίτη Διεθνής μετά τον Λένιν, Αλλαγή, Αθήνα 1979, σσ. 25-36 (μετάφραση – επιμέλεια: Θεοδόσης Θωμαδάκης, Τριαντάφυλλος Μηταφίδης).]

Λέον Τρότσκι

Ο αφοπλισμός και οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης

Πώς μπορεί να ενωθεί η Ευρώπη;

Ο Μπριαν νιώθει την ανάγκη να βελτιώσει την ιστορική μοίρα 350 εκατομμυρίων Ευρωπαίων, που είναι οι φορείς του υψηλότερου πολιτισμού, αλλά δεν καταφέρνουν να ζήσουν έστω κι ένα μόνο αιώνα χωρίς μια δωδεκάδα πολέμους και επαναστάσεις. Για χάρη της ειρήνευσης του πλανήτη μας, ο κ. Μακντόναλντ διέσχισε τον Ατλαντικό ωκεανό. Στην ημερήσια διάταξη βρίσκονται οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, ο αφοπλισμός, η ελευθερία του εμπορίου, η ειρήνη. Παντού, οι διπλωμάτες των κεφαλαιοκρατών μαγειρεύουν μια φιλειρηνική σούπα. Λαοί της Ευρώπης, λαοί όλου του κόσμου, πάρτε όλοι τις κουτάλες κι ετοιμαστείτε να φάτε.

Γιατί όλη αυτή η φασαρία; Στο τέλος-τέλος, οι σοσιαλιστές δεν είναι αυτοί που βρίσκονται στις κυβερνήσεις των πιο σημαντικών χωρών της Ευρώπης κι, αν δεν είναι εκεί κιόλας, δεν είναι αυτοί που ετοιμάζονται ν’ ανέβουν; Ναι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο! Είναι κιόλας φανερό ότι το σχέδιο του Μπριαν και το σχέδιο του Μακντόναλντ επιδιώκουν την «ειρήνευση» της ανθρωπότητας από διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις. Ο Μπριαν θέλει να ενοποιήσει την Ευρώπη σαν μέτρο άμυνας απέναντι στην Αμερική. Ο Μακντόναλντ θέλει να κερδίσει την ευγνωμοσύνη της Αμερικής δίνοντάς της τη βοήθειά του για να καταπιέσει την Ευρώπη. Δυο τραίνα που τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα το ένα καταπάνω στο άλλο με σκοπό να σώσουν τους επιβάτες από τη... σύγκρουση.

Έφτασε να σουφρώσουν οι Ηνωμένες πολιτείες τα φρύδια τους για να ακυρωθεί η αγγλογαλλική ναυτική συμφωνία της 28 Ιούλη. Το επεισόδιο αυτό μας δείχνει πεντακάθαρα ποιος ακριβώς είναι ο συσχετισμός δυνάμεων στο σημερινό κόσμο. «Μην σας πέρασε από το μυαλό ότι είμαι διατεθειμένη να συμμορφωθώ με οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις διεξάγετε εσείς στις όχθες της Μάχης;» έστειλε το μήνυμα η Αμερική. «Αν σκοπεύετε να συζητείστε σοβαρά, τότε να μπείτε στον κόπο να ’ρθείτε από τη δική μας μεριά του Ατλαντικού». Κι ο Μακντόναλντ τσακίστηκε να κλείσει δωμάτιο σε αμερικανικό ξενοδοχείο. Αυτό αποδείχθηκε σαν το πιο πραγματοποιήσιμο μέρος του προγράμματος της ειρήνευσης.

Στη Γενεύη, οι επίδοξοι «ενοποιητές» της ευρωπαϊκής ηπείρου δεν αισθάνθηκαν πιο άνετα από τους λούστρους των αμερικανικών στιβανιών στην αντίπερα όχθη του ωκεανού. Τα μάτια τους αλληθώρισαν καθώς δεν τολμούσαν να τα πάρουν από τον Αμερικάνο χωροφύλακα. Ο Μπριαν άρχισε και τέλειωνε τους λόγους του με διακηρύξεις ότι η ενοποίηση της Ευρώπης δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση και για κανένα λόγο να στραφεί ενάντια στην Αμερική. Θεός φυλάξει! Διαβάζοντας αυτούς τους όρκους πίστης, οι Αμερικανοί πολιτικοί θα πρέπει να ένιωσαν δυο λογιών ικανοποιήσεις: Ο Μπριαν μας φοβάται... αλλά δεν τολμάει ούτε να μας το πει».

Επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Μπριαν σε σχέση με την Αμερική, ο Στρέζεμαν εξαπόλυσε ταυτόχρονα μια καλυμμένη πολεμική εναντίον του. Ο Χέντερσον έκανε πολεμική ενάντια και στους δυο και περισσότερο στο Γάλλο πρωθυπουργό. Να, σε τι εξελίχθηκε η Γενεύη:

Μπριαν: «Σε καμιά περίπτωση ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής».

Στρέζεμαν: «Σε καμιά, απολύτως. Μερικοί, όμως, έχουν στο μυαλό τους κι άλλα που δεν τα λένε ανοικτά.

Μόνο στη Γερμανία μπορεί να έχει εμπιστοσύνη η Αμερική».

Μακντόναλντ: «Ορκίζομαι στη Βίβλο ότι η νομιμοφροσύνη μεταξύ φίλων είναι αποκλειστικό χάρισμα των Βρετανών και μάλιστα των Σκωτσέζων».

Να, πως δημιουργήθηκε το «νέο διεθνές κλίμα» της Γενεύης.

Η αδυναμία της Ευρώπης των ημερών μας απορρέει πρώτα και κύρια από τον οικονομικό της διαμελισμό. Η δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών απορρέει, αντίθετα, από την οικονομική της ενότητα. Το ζήτημα είναι: Πως θα ρυθμιστούν τα πράγματα έτσι που να μη σ τραφεί η ενοποίηση της Ευρώπης ενάντια στην Αμερική, χωρίς, δηλαδή, να αλλάξει το συσχετισμό των δυνάμεων σε βάρος της Αμερικής.

Η εφημερίδα «Νταίηλι Χέραλντ», το μισοεπίσημο όργανο του Μακντόναλντ, στο φύλλο της 10 Σεπτέμβρη 1929, χαρακτήρισε την ιδέα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης σα «χοντροκομμένη», ακόμα και προκλητική. Αν αυτή η φαντασίωση τύχαινε να πάρει σάρκα και οστά, ωστόσο, οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης θα ύψωναν ένα τερατώδες δασμολογικό τείχος απέναντι στις ΗΠΑ, έτσι έγραφε το μισοεπίσημο όργανο του Μακντόναλντ, μ’ αποτέλεσμα να στριμωχθεί η Μ. Βρετανία ανάμεσα σε δυο η Ηπείρους σαν σάντουιτς. Κι η «Νταίηλι Χέραλντ» συνέχιζε παραπέρα: Πώς να περιμένουμε από την Αμερική να μας βοηθήσει, αφού εμείς οι ίδιοι ακολουθούμε τέτοια πορεία προς την ενοποίηση της Ευρώπης; «Η ενέργεια αυτή είναι καθαρή παραφροσύνη και ακόμα χειρότερη».

Αδύνατον να ειπωθεί σαφέστερα.

Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς υποτίθεται ότι σημαίνει η δημιουργία Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης στην πράξη. Ο Στρέζεμαν μίκρυνε όλο το ζήτημα, καταντώντας το μια απλή νομισματική μονάδα και ...κοινά γραμματόσημα. Σα να παραπέφτει λίγο. Ο Μπριαν πρότεινε τη «μελέτη» του ζητήματος, που το περιεχόμενό του κανείς δεν γνωρίζει.

Το βασικό καθήκον της ενοποίησης πρέπει να έχει οικονομικό χαρακτήρα, όχι μόνο με την εμπορική, αλλά και με την παραγωγική έννοια. Είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός καθεστώτος που θα καταργήσει τα τεχνητά σύνορα ανάμεσα στο ευρωπαϊκό κάρβουνο και το ευρωπαϊκό σίδερο. Είναι απαραίτητο να δοθεί η δυνατότητα στο σύστημα ηλεκτροδότησης να επεκταθεί όσο το επιτρέπουν οι φυσικές και οικονομικές συνθήκες κι όχι όσο το επιτρέπουν τα σύνορα που καθόρισε η Συνθήκη των Βερσαλλιών. Όλοι οι σιδηρόδρομοι της Ευρώπης πρέπει να ενωθούν και ν’ αποτελέσουν ένα μοναδικό δίκτυο και το ίδιο πρέπει να συμβεί μ’ όλα τα πράγματα και να συνεχίζεται το ίδιο μοτίβο εσαεί. Όλα αυτά, είναι αδιανόητα χωρίς την καταστροφή του συστήματος της αρχαίας Κίνας που σήμερα στήνει δασμολογικά σύνορα κομματιάζοντας την Ευρώπη. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει μια μοναδική πανευρωπαϊκή ένωση ενάντια στην Αμερική.

Δεν μπορεί να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι αν σαρωθούν τα εσωτερικά δασμολογικά τείχη, η καπιταλιστική Ευρώπη θα έφτανε, μετά από μια περίοδο κρίσεων αναδίπλωσης και αναπροσαρμογής, σε υψηλό επίπεδο στη βάση της καινούργιας κατανομής των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό είναι τόσο αδιαμφισβήτητο όσο και το ότι, μέσα στις κατάλληλες οικονομικές συνθήκες, οι μεγάλες επιχειρήσεις υπερέχουν αποφασιστικά πάνω στις μικρές. Αλλά ποτέ μας δεν ακούσαμε κανένα μικροεργολάβο να παραιτηθεί θεληματικά από τη δουλειά του για χάρη αυτής της αλήθειας. Για να φτάσουν να εξαντλήσουν τα όρια, οι μεγάλοι καπιταλιστές είναι υποχρεωμένοι να καταστρέψουν πρώτα τους μικρούς. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κράτη. Τα δασμολογικά τείχη υψώνονται ακριβώς χάρη στα κέρδη που φέρνουν και γι’ αυτό είναι απαραίτητα στην κάθε αστική τάξη σε βάρος κάποιας άλλης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τα τείχη αυτά καθυστερούν την ανάπτυξη της οικονομίας συνολικά.

Μετά την οικονομική συνδιάσκεψη που συγκάλεσε η Κοινωνία των Εθνών με σκοπό να αποκαταστήσει την βασιλεία του ελεύθερου εμπορίου στην Ευρώπη, οι δασμοί αυξάνονται αδιάκοπα. Τελευταία, η βρετανική κυβέρνηση πρότεινε δίχρονες δασμολογικές διακοπές, δηλαδή, όχι άλλες αυξήσεις στους δασμούς για τα επόμενα δύο χρόνια. Αυτή είναι η μετριοπαθής συνεισφορά της στις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Κι αυτή ακόμα μένει, όμως, στα χαρτιά. Για την υπεράσπιση των δασμολογικών τειχών, που δεν έπαψαν να υψώνονται από τον καιρό του πολέμου, υπάρχουν οι εθνικοί στρατοί, που κι αυτοί έχουν ξεπεράσει το προπολεμικό τους επίπεδο.* Αυτό μας δείχνει πολύ παραστατικά πόσο πολύτιμο είναι σε κάθε μια από τις εθνικές αστικές τάξεις των τριάντα ευρωπαϊκών χωρών το δασμολογικό της τείχος. Αν ο μεγάλος καπιταλιστής είναι υποχρεωμένος να καταστρέψει τον μικρό, το ίδιο υποχρεωμένο είναι ένα ισχυρό κράτος να καταλάβει τα ασθενέστερα, προκειμένου να καταργήσει τα δασμολογικά τους τείχη.

Συγκρίνοντας την Ευρώπη του σήμερα με την Γερμανία του παλιού καιρού, όπου υπήρχαν δεκάδες από μικρές γερμανικές πατρίδες και κάθε μια είχε το δικό της τελωνείο, ο Στρέζεμαν προσπάθησε να ανακαλύψει στην οικονομική ενοποίηση της Γερμανίας τον προάγγελο της οικονομικής ομοσπονδοποίησης της Ευρώπης και του κόσμου. Ο παραλληλισμός δεν είναι καθόλου κακός. Αλλά ο Στρέζεμαν παρέλειψε να πει ότι, για να επιτευχθεί αυτή η ενοποίηση - και, μάλιστα, αποκλειστικά σε εθνική βάση μόνο – η Γερμανία υποχρεώθηκε να περάσει από μια επανάσταση (1848) και τρεις πολέμους (1864, 1866 και 1870) – για να μη μιλήσουμε για τους πολέμους της Μεταρρύθμισης. Και, στο μεταξύ, μέχρι και τις ημέρες μας, μετά τη «δημοκρατική επανάσταση» (1918), η γερμανική Αυστρία παραμένει ακόμα εκτός Γερμανίας. Μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι φτάνουν μερικές διπλωματικές συνεστιάσεις για να επιτευχθεί η οικονομική ενοποίηση όλων των ευρωπαϊκών εθνών.

Αφοπλισμός α-λα-αμερικανικά

Μα, επί τέλους, δεν μπήκε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της μείωσης των εξοπλισμών στην Ευρώπη πλάι-πλάι με το πρόβλημα της ενοποίησης της Ευρώπης; Ο Μακντόναλντ διακηρύσσει ότι ο δρόμος του βαθμιαίου αφοπλισμού είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για την εξασφάλιση παντοτινής ειρήνης στο μέλλον. Ο αφοπλισμός είναι το επιχείρημα του ειρηνιστή. Φυσικά, αν όλες οι χώρες αφοπλίζονταν πραγματικά, αυτό θα συνιστούσε μια σοβαρή εγγύηση υπέρ της ειρήνης. Αλλά ο εθελοντικός αφοπλισμός αποκλείεται, το ίδιο όπως κι η εθελοντική κατάργηση των δασμολογικών τειχών. Απ’ όσο ξέρω, μια μόνο χώρα υπάρχει στη σημερινή Ευρώπη, που έχει πράγματι αφοπλιστεί στα σοβαρά, η Γερμανία. Αλλά, όπως όλοι ξέρουν, ο αφοπλισμός της πραγματοποιήθηκε με τη συντριβή της σένα πόλεμο, όπου η ίδια η Γερμανία είχε επιχειρήσει να «ενώσει την Ευρώπη» κάτω από τη δική της κυριαρχία.

Γενικά, δεν είναι δύσκολο να δείξει κανείς ότι το πρόβλημα του «βαθμιαίου αφοπλισμού» παίρνει, στα μάτια του προσεχτικού παρατηρητή, μορφή κωμικοτραγική. Το ζήτημα του αφοπλισμού αντικαταστάθηκε από το ζήτημα της μείωσης των εξοπλισμών, και, τέλος, το τελευταίο πρόβλημα συρρικνώθηκε κι άλλο και κατάντησε ζήτημα αποκατάστασης της ναυτικής ισοτιμίας ανάμεσα στις Ενωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία. Σήμερα, το «επίτευγμα» αυτό ανακηρύσσεται προκαταβολικά στη μεγαλύτερη εγγύηση της ειρήνης. Σαν να λέμε, ο πιο σίγουρος τρόπος αποσόβησης των μονομαχιών είναι η ρύθμιση του μεγέθους των πιστολιών που θα χρησιμοποιήσουν οι μονομάχοι. Ο κοινός νους, αν τον ρωτούσανε, θα τους έλεγε ότι η κατάσταση από μόνη της δείχνει ότι θα συμβεί ακριβώς το αντίθετο. Αν δυο από τις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις παζαρεύουν τόσο σκληρά μεταξύ τους για χάρη μερικών χιλιάδων τόνων, αυτό δείχνει μόνο ότι ο καθένας τους παίζει θέατρο, διαμέσου της διπλωματίας, αγωνιζόμενος να καταλάβει την πιο συμφερτική θέση στην επερχόμενη στρατιωτική σύρραξη.

Τι λοιπόν, σημαίνει η καθιέρωση «ισοτιμίας» ανάμεσα στο πολεμικό ναυτικό της Αμερικής και της Βρετανίας, από τη σκοπιά της διεθνούς κατάστασης; Σημαίνει την καθιέρωση μιας κολοσσιαίας ανισοτιμίας αναμεταξύ τους - προς όφελος της Αμερικής. Κι αυτό γίνεται, φυσικά, πέρα ως πέρα κατανοητό απ’ αυτούς πού συμμετέχουν στο παιχνίδι αυτό, περισσότερο από κάθε άλλον από τα ναυαρχεία του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον. Αν σωπαίνουν, αυτό το κάνουν μονάχα από διπλωματική σεμνοτυφία. Τίποτα δεν μας υποχρεώνει να τους μιμηθούμε.

Μετά από την εμπειρία του τελευταίου πολέμου, δεν υπάρχει κανείς που να μην καταλαβαίνει ότι ο επόμενος πόλεμος ανάμεσα στους τιτάνες του κόσμου δεν θα είναι σύντομος, αλλά παρατεταμένος. Η έκβασή του θα καθοριστεί από τη σχετική παραγωγική ισχύ των δύο στρατοπέδων. Μεταξύ άλλων, αυτό σημαίνει ότι οι πολεμικοί στόλοι των ναυτικών δυνάμεων όχι μόνο θα συμπληρωθούν και θα ανακαινιστούν, αλλά θα επεχταθούν και θα αντικατασταθούν με καινούργιες δυνάμεις στη φωτιά της μάχης. Είδαμε τι εξαιρετικό ρόλο έπαιξαν τα γερμανικά υποβρύχια στις στρατιωτικές επιχειρήσεις την τρίτη χρονιά της σφαγής.

Είδαμε τι ισχυρές στρατιές δημιούργησαν οι ΕΠΑ και η Αγγλία στη διάρκεια του πολέμου, καλύτερα εξοπλισμένες από τους παλιούς στρατούς που υπήρχαν στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Αυτό σημαίνει ότι οι στρατιώτες, οι ναύτες, τα καράβια, τα κανόνια, τα θωρακισμένα και τα αεροπλάνα που υπάρχουν στις αρχές ενός πολέμου δεν χρησιμεύουν παρά για το ξεκίνημα. Η έκβαση θα αποφασιστεί σε συνάρτηση με την έκταση που είναι ικανή μια χώρα να παράγει πολεμικά πλοία, κανόνια, στρατιώτες και ναύτες, ενώ μαίνεται ο πόλεμος ολοένα. Ακόμα και η κυβέρνηση του τσάρου αποδείχτηκε ικανή να προετοιμάσει κάποιες εφεδρείες για το ξέσπασμα του πολέμου. Αυτό, όμως, που ξεπερνούσε τις δυνάμεις της ήταν να ανανεώσει και να τροφοδοτήσει αυτές τις εφεδρείες στη φωτιά της μάχης. Στην περίπτωση πολέμου με την Αμερική, η μοναδική θεωρητικά πιθανή περίπτωση νίκης της Αγγλίας είναι να εξασφαλίσει για λογαριασμό της, πριν από το ξέσπασμα του πολέμου, μια πάρα πολύ μεγάλη στρατιωτικοτεχνική υπεροχή, που θα λειτουργούσε ως ένα βαθμό σαν αντιστάθμισμα για την ασύγκριτη τεχνική και οικονομική υπεροχή των Ενωμένων Πολιτειών. Η εξίσωση των δύο πολεμικών στόλων πριν από το ξέσπασμα του πολέμου, όμως, σημαίνει ότι, από τους πρώτους κιόλας μήνες του πολέμου, η Αμερική θα κατέχει την αδιαμφισβήτητη υπεροχή. Οι Αμερικανοί δεν απείλησαν στ’ αστεία ότι θα έχτιζαν, εδώ και κάμποσα χρόνια, τα καταδρομικά σαν ψωμάκια.

Στις διαπραγματεύσεις Χούβερ-Μακντόναλντ, το ζήτημα δεν είναι ο αφοπλισμός, ούτε καν ο περιορισμός των ναυτικών εξοπλισμών, άλλα αποκλειστικά ο ορθολογισμός των πολεμικών προετοιμασιών. Τα καράβια παλιώνουν γρήγορα. Σήμερα, που η κολοσσιαία εμπειρία του πολέμου και ο κατακλυσμός των εφευρέσεων και ανακαλύψεων που απέρρεε απ’ αυτόν τελειοποιούνται για τις ανάγκες των στρατών, το καθένα χωριστά κι όλα μαζί τα εργαλεία της στρατιωτικής τεχνολογίας ξεπερνιούνται σε πολύ μικρότερο χρονικά διάστημα παρά στην προπολεμική περίοδο. αυτό σημαίνει ότι ο κύριος κορμός ενός πολεμικού στόλου μπορεί να αποδειχτεί ξεπερασμένος από την εξέλιξη, προτού καν προλάβει να ριχτεί στη δράση. Με τέτοιους όρους, τι νόημα έχει η ναυπήγηση πολεμικών πλοίων προκαταβολικά; Η ορθολογική προσέγγιση του προβλήματος απαιτεί στόλο τόσο μεγάλο όσο χρειάζεται για την αρχική φάση του πολέμου μόνο, μεγέθους που, στην περίοδο της ειρήνης, να επαρκεί για εργαστήρι δοκιμών και ελέγχου των νέων εφευρέσεων και ανακαλύψεων με σκοπό να τις αντικαταστήσει με τυποποιημένη μαζική παραγωγή στη διάρκεια του πολέμου. Όλες οι μεγάλες δυνάμεις ενδιαφέρονται, λίγο-πολύ, για τη «ρύθμιση» των εξοπλισμών, ειδικά όταν κοστίζουν τόσο πολύ όπως οι πολεμικοί στόλοι. Το αδυσώπητο αποτέλεσμα αυτής της ρύθμισης είναι η μετατροπή της στο μεγαλύτερο πλεονέκτημα της οικονομικά ισχυρότερης χώρας.

Τα τελευταία χρόνια, τα υπουργεία πολέμου και ναυτικών των ΕΠΑ έχουν πέσει με τα μούτρα στην συστηματική προετοιμασία ολόκληρης της αμερικάνικης βιομηχανίας για τις ανάγκες του επόμενου πολέμου. Ο Σουώμπ, από τους μεγιστάνες της βιομηχανίας ναυτικού πολέμου, έκλεισε ένα πρόσφατο λόγο του στη Σχολή Πολέμου με τα λόγια: «Πρέπει να σας γίνει καθαρό ότι ο πόλεμος στις μέρες μας πρέπει να συγκρίνεται με μια μεγάλη βιομηχανική επιχείρηση.»

Οι εφημερίδες των Γάλλων ιμπεριαλιστών έκαναν, βέβαια, ό,τι περνούσε το χέρι τους για ν’ ανάψουν τα αίματα της Αμερικής ενάντια στην Αγγλία. Σ’ ένα άρθρο της με αντικείμενο το ζήτημα της ναυτικής συμφωνίας, η γαλλική εφημερίδα «Ο Χρόνος» γράφει ότι η ναυτική ισοτιμία καθόλου δεν σημαίνει εξίσωση της κατά θάλασσα ισχύος, στο βαθμό που η Αμερική δεν μπορεί ούτε να ονειρευτεί να αποκτήσει ναυτικές βάσεις σαν αυτές που έχει οικοδομήσει η Αγγλία στο πέρασμα ολόκληρων αιώνων. Η υπεροχή των βρετανικών ναυστάθμων είναι απολύτως αναμφισβήτητη. Αλλά, στο κάτω-κάτω, αν ποτέ κλειστεί συμφωνία για ναυτική ισοτιμία, δεν θα είναι κι η τελευταία λέξη της Αμερικής πάνω στο θέμα. Το σύνθημα της Αμερικής εδώ είναι «Ελευθερία των Θαλασσών!», δηλαδή ένα καθεστώς πού οφείλει πρώτα απ’ όλα να βάλει περιορισμούς στη χρήση ναυστάθμων από τη Μεγάλη Βρετανία. Όχι λιγότερο σημαντικό είναι ένα άλλο σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών: «Ανοιχτές πόρτες!» Κάτω από το τελευταίο αυτό έμβλημα, η Αμερική θα αντιτάξει στη ναυτική κυριαρχία της Μεγάλης Βρετανίας όχι μόνο την Κίνα, αλλά και την Ινδία και την Αίγυπτο. Την επίθεση της ενάντια στις βρετανικές ναυτικές βάσεις και τα φρούρια η Αμερική θα την διεξαγάγει όχι από την θάλασσα αλλά από τη στεριά, θα χρησιμοποιήσει δηλαδή τις αποικίες και τις κτήσεις της ίδιας της Βρετανίας. Η Αμερική δεν θα χρησιμοποιήσει τον πολεμικό της στόλο παρά μόνο όταν ο καιρός θα ’ναι ώριμος γι αυτό. Φυσικά, όλ’ αυτά ανήκουν για την ώρα στο μέλλον. Από το μέλλον, όμως, αυτό δεν μας χωρίζουν αιώνες, αλλά ούτε καν δεκαετίες. Ας μην ανησυχεί «Ο Χρόνος». Οι ΕΠΑ Θα οικειοποιηθούν κομματάκι-κομματάκι οτιδήποτε μπορεί να κερδηθεί κομματάκι-κομματάκι, αλλάζοντας το συσχετισμό των δυνάμεων σ’ όλα τα πεδία - στο τεχνικό, στο εμπορικό, στο οικονομικό, στο στρατιωτικό - σε βάρος του βασικού τους αντίζηλου, χωρίς να πάρουν τα μάτια τους από τους αγγλικούς ναυστάθμους ούτε για μια στιγμή.

Οι αμερικάνικες εφημερίδες ανάφεραν με περιφρονητικά χαμόγελα τις θριαμβευτικές επιδοκιμασίες του Σνόουντεν από την Αγγλία, όταν, προσφεύγοντας σε τρομοκρατικές χειρονομίες, κατάφερε να αποσπάσει από τη συνδιάσκεψη της Χάγης είκοσι εκατομμύρια δολάρια προς όφελος της Αγγλίας, ποσόν που οι Αμερικάνοι τουρίστες ξοδεύουν για πούρα. Είναι ο Σνόουντεν ο αληθινός νικητής; ρωτούσαν οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης». Όχι! Ο αληθινός νικητής είναι το Σχέδιο Γιανγκ, δηλαδή, το αμερικάνικο χρηματιστικό κεφάλαιο. Διαμέσου της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, το Σχέδιο Γιανγκ δίνει στην Αμερική τη δυνατότητα να βαστήξει σταθερά στο χέρι της τον χρυσό σφυγμό της Ευρώπης. Από τα χρηματιστικά δεσμά στο πόδια της Γερμανίας, ξεκινάνε συμπαγείς αλυσίδες που δένουν τους καρπούς των χεριών της Γαλλίας με τους αστραγάλους της Ιταλίας με το σβέρκο της Βρετανίας. Ο Μακντόναλντ, που εκπληρώνει στις μέρες μας καθήκοντα φύλακα του βρετανικού λέοντα, δείχνει αυτό το περιλαίμιο για σκυλιά με περηφάνια και το ονομάζει το καλύτερο εργαλείο στην υπηρεσία της ειρήνης. Και να σκεφτεί κανείς ότι όλο κι όλο που χρειάστηκε να κάνει η Αμερική για να πετύχει αυτά τα αποτελέσματα ήταν να κάνει επίδειξη της μεγαλοψυχίας της «βοηθώντας» την Ευρώπη να τερματίσει τον πόλεμο και «συμφωνώντας» στην καθιέρωση ναυτικής ισοτιμίας με την ασθενέστερή της Μεγάλη Βρετανία.

Η ιμπεριαλιστική δικτατορία της Αμερικής

Από το 1923 και δώθε, υποχρεωθήκαμε να διεξάγουμε μια πάλη για να κάνουμε την ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς να καταδεχτεί, επιτέλους, να πάρει υπό σημείωση τις Ενωμένες Πολιτείες και να καταλάβει ότι ο αγγλοαμερικάνικος ανταγωνισμός αποτελεί την θεμελιώδη γραμμή που κατά μήκος της δημιουργούνται παγκόσμιες ομαδοποιήσεις και συντελούνται παγκόσμιες συρράξεις. Μέχρι το Πέμπτο Παγκόσμιο Συνέδριο (μέσα του 1924), αυτό θεωρούνταν αίρεση. Κατηγορηθήκαμε για «υπερεκτίμηση» του ρόλου της Αμερικής. Εναντίον μας εφευρέθηκε ειδικός μύθος σύμφωνα με τον οποίο είχαμε ανακηρύξει την εποχή της εξαφάνισης των αντιφάσεων του ευρωπαϊκού καπιταλισμού εν όψει του αμερικανικού κινδύνου. Ο Οσίνσκι, ο Λάριν και άλλοι κατανάλωσαν κάμποσο χαρτί προσπαθώντας να «εκθρονίσουν» την αμερικανική ισχύ. Στα χνάρια των αστών δημοσιογράφων, ο Ράντεκ απόδειχνε πως βρισκόμασταν μπροστά σε μια εποχή αγγλοαμερικανικής συνεργασίας. Οι προσωρινές, συγκυριακές, επεισοδιακές μορφές που έπαιρναν οι αμοιβαίες σχέσεις μπερδεύονταν με την ουσία της παγκόσμιας ιστορικής πορείας.

Βαθμιαία, ωστόσο, η Αμερική άρχισε να βρίσκει την «αναγνώριση» των επίσημων ηγετών της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που άρχισαν να αναμασάνε τα δικά μας λόγια του χτες, χωρίς φυσικά να ξεχνάν να προσθέτουν, κάθε φορά, πως η Αριστερή Αντιπολίτευση υπερεκτιμούσε το ρόλο της Αμερικής. Η σωστή εκτίμηση της Αμερικής, τον καιρό εκείνο, ήταν, όπως ξέρουμε όλοι, το αποκλειστικό προνόμιο του Πέππερ και του Λάβστοουν.

Δεν πέρασε, όμως, καλά-καλά, στιγμή από τα εγκαίνια της πορείας «προς το αριστερά» κι όλες οι επιφυλάξεις παραμερίστηκαν με μιας. Σήμερα, οι επίσημοι θεωρητικοί υποχρεώνονται να διακηρύξουν ότι η Αγγλία και η Αμερική τραβούν ολόισα προς τον πόλεμο μεταξύ τους. Σε σχέση με τα παραπάνω, τον περσινό Φλεβάρη, έγραψα σε φίλους που ήταν εξόριστοι στη Σιβηρία:

«Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην Αγγλία και την Αμερική ξέσπασε επιτέλους παίρνοντας σοβαρή μορφή κι ανεβαίνοντας στην επιφάνεια. Φαίνεται ότι, τώρα, ακόμα και ο Στάλιν κι ο Μπουχάριν αρχίζουν να καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται. Οι εφημερίδες μας, όμως, υπεραπλουστεύουν το πρόβλημα, καθώς παρουσιάζουν τα πράγματα σαν να επιδεινώνεται ο ανταγωνισμός Αγγλίας-Αμερικής σταθερά οδηγώντας υποχρεωτικά κατευθείαν σε πόλεμο. Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία πως, η πορεία αυτή θα διακοπεί από πολλές τομές. Ο πόλεμος είναι μια επιχείρηση πολύ επικίνδυνη και για τις δύο πλευρές. Θα κάνουν κι οι δυο τους πολλές απόπειρες να συμβιβαστούν μεταξύ τους και να φτάσουν σε κάποια ειρηνική λύση. Στο σύνολό τους, όμως, οι εξελίξεις προχωρούν με μεγάλους διασκελισμούς προς μια αιματηρή κορύφωση.»

Η σημερινή φάση πήρε γι’ άλλη μια φορά τη μορφή της στρατιωτικής-ναυτικής «συνεργασίας» ανάμεσα στην Αμερική και την Αγγλία και μερικές γαλλικές εφημερίδες εκφράσανε, μάλιστα, φόβους επιβολής κάποιας αγγλοσαξονικής παγκόσμιας δικτατορίας. Φυσικά, οι Ενωμένες Πολιτείες μπορούν να χρησιμοποιήσουν και μάλλον θα χρησιμοποιήσουν τη «συνεργασία» τους με την Αγγλία για να σφίξουν τα λουριά στην Ιαπωνία και τη Γαλλία. Όλ’ αυτά, όμως, αντιπροσωπεύουν φάσεις της πορείας όχι προς την αγγλο-σαξονική αλλά την αμερικανική κυριαρχία πάνω στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της Βρετανίας.

Σε σχέση μ’ αυτή την προοπτική, οι ηγέτες της Κομμουνιστικής Διεθνούς μπορεί να επαναλάβουν γι’ άλλη μια φορά ότι είμαστε ανίκανοι να δούμε για το μέλλον οτιδήποτε άλλο από τον θρίαμβο του αμερικάνικου καπιταλισμού. Με παρόμοιο τρόπο, οι μικροαστοί θεωρητικοί του ναροντνικισμού (λαϊκισμού) κατηγορούσαν τους πρωτοπόρους Ρώσους μαρξιστές ότι δεν μπορούσαν να δουν τίποτ’ άλλο από τη νίκη του καπιταλισμού. Οι δυο αυτές κατηγορίες είναι εξίσου χοντροκομμένες. Όταν λέμε ότι η Αμερική βαδίζει προς την παγκόσμια κυριαρχία, αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι η κυριαρχία αυτή θα πραγματοποιηθεί ολοκληρωτικά ούτε, πολύ λιγότερο, ότι, αφού πραγματοποιηθεί στον ένα ή τον άλλο βαθμό, θα διαρκέσει για αιώνες ή ακόμα και δεκαετίες. Συζητάμε εδώ μια ιστορική τάση που, στην πραγματικότητα, θα διασταυρωθεί με άλλες ιστορικές τάσεις και θα τροποποιηθεί. Αν ο καπιταλιστικός κόσμος μπορούσε να αντέξει για πολλές δεκαετίες ακόμα χωρίς επαναστατικούς παροξυσμούς, τότε, οι δεκαετίες αυτές θα έβλεπαν χωρίς την παραμικρή αμφιβολία την αδιάκοπη ανάπτυξη της αμερικάνικης παγκόσμιας δικτατορίας. Αλλά όλο το ζήτημα βρίσκεται στο ότι η διαδικασία αυτή θα αναπτύξει αναπόφευκτα τις δικές της αντιφάσεις που θα ζευγαρωθούν με όλες τις άλλες αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Η Αμερική θα εξαναγκάσει την Ευρώπη να αγωνιστεί για όλο και μεγαλύτερο ορθολογισμό, ενώ ταυτόχρονα θα αφήνει στην Ευρώπη όλο και πιο περιορισμένο μερίδιο στην παγκόσμια αγορά. Αυτό θα ’χει σαν συνέπεια τη σταθερή επιδείνωση των δυσκολιών της Ευρώπης. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη για ένα μερίδιο στην παγκόσμια αγορά θα χειροτερέψει αναπόφευκτα. Ταυτόχρονα, κάτω από την πίεση της Αμερικής, τη ευρωπαϊκά κράτη θα προσπαθούν να συντονίσουν τις δυνάμεις τους. Αυτή είναι η κύρια πηγή του προγράμματος του Μπριαν για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Οποιεσδήποτε κι αν είναι οι διάφορες φάσεις της εξέλιξης, όμως, ένα πράγμα είναι καθαρό: η διαρκής διατάραξη της παγκόσμιας ισορροπίας προς όφελος της Αμερικής θα γίνει η κυριότερη πηγή κρίσεων και επαναστατικών σπασμών στην Ευρώπη σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της περιόδου που έρχεται. Αυτοί που υποστηρίζουν ότι η σταθεροποίηση της Ευρώπης εξασφαλίζεται για δεκαετίες δεν καταλαβαίνουν γρυ από παγκόσμια κατάσταση και θα βουτήξουν στα σίγουρα με το κεφάλι στο τέλμα του ρεφορμισμού.

Αν το μέλλον αυτό αντιμετωπιστεί από την άποψη της αντίπερα όχθης του Ατλαντικού, δηλαδή από τη σκοπιά της μοίρας των ΕΠΑ, τότε, κι εδώ επίσης, οι προοπτικές που ξανοίγονται μόνο τη μακαριότητα ενός καπιταλιστικού ειδυλλίου δεν προσφέρουν. Η προπολεμική ισχύς των Ενωμένων Πολιτειών αυξήθηκε στη βάση της εσωτερικής της αγοράς, της δυναμικής, δηλαδή, ισορροπίας μεταξύ βιομηχανίας και γεωργίας. Ο πόλεμος προκάλεσε στην εξέλιξη αυτή μια βίαιη τομή. Οι Ενωμένες Πολιτείες εξάγουν κεφάλαια και βιομηχανικά προϊόντα σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες. Η ανάπτυξη της παγκόσμιας ισχύος της Αμερικής σημαίνει ότι ολόκληρο το αμερικάνικο βιομηχανικό και τραπεζικά σύστημα - ο πανύψηλος αυτός καπιταλιστικός ουρανοξύστης - πατάει σ’ αυξανόμενη ολοένα έκταση στα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας. Τα θεμέλια αυτά είναι, όμως, υπονομευμένα κι είναι οι ίδιες οι ΕΠΑ που προσθέτουν καθημερινά κι άλλες νάρκες σ’ αυτά. Με τις εξαγωγές των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων του, με τη ναυπήγηση του στόλου του, με τον παραγκωνισμό της Αγγλίας, με την εξαγορά των κυριότερων βιομηχανιών της Ευρώπης, με την προέλασή του στην Κίνα κλπ., το αμερικάνικο χρηματιστικό κεφάλαιο σκάβει με τα ίδια τα χέρια τα θεμέλιο του για να δημιουργήσει τις μεγαλύτερες μπαρουταποθήκες. Ποιο φιτίλι θα αναφτεί πρώτο; Αυτό, το αν θα είναι στην Ασία, στην Ευρώπη ή στη Λατινική Αμερική - ή, πράγμα που είναι και το πιθανότερο, σε πολλά μέρη ταυτόχρονα - είναι δευτερεύον ζήτημα. Όλη η κακοτυχία βρίσκεται στο ότι η αρμόδια ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι πέρα για πέρα ανίκανη ν’ ακολουθήσει όλες τις φάσεις της γιγάντιας αυτής πορείας. Καταπιάνεται με κοινοτοπίες παραμερίζοντας τα ίδια τα γεγονότα. Ακόμα κι η ευνοϊκή για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ζύμωση των ειρηνιστών τη βρήκε απροετοίμαστη και την αιφνιδίασε.

Σοβιετικές Ενωμένες Πολιτείες τις Ευρώπης

Το ζήτημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, ειδωμένο από την προλεταριακή σκοπιά, μπήκε από μένα το Σεπτέμβρη του 1914, στην αρχή του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Στο έργο «Ο πόλεμος και η Διεθνής» ο συγγραφέας αυτών των γραμμών προσπάθησε να δείξει ότι η ενοποίηση της Ευρώπης προωθούνταν αμετάκλητα στο προσκήνιο από ολόκληρη την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης, αλλ’ ότι οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ήταν νοητές μόνο σαν την πολιτική μορφή της δικτατορίας του ευρωπαϊκού προλεταριάτου. Το 1923, όταν η κατάληψη του Ρουρ ξανάβαλε με οξύτητα τα θεμελιακά ζητήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας (πρωταρχικά του κάρβουνου και του σιδηρομεταλλεύματος) και σε συνάρτηση μ’ αυτά έβαλε και το ζήτημα της επανάστασης, κατορθώσαμε να κάνουμε την ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς να υιοθετήσει επίσημα το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Η συμπεριφορά της απέναντι σ’ αυτό το σύνθημα, όμως, παράμεινε εχθρική. Μη μπορώντας να το απορρίψουν, οι ηγέτες της Κομμουνιστικής Διεθνούς του φερόντουσαν σαν το εγκαταλειμμένο αποπαίδι του «τροτσκισμού». Μετά την κατάρρευση της γερμανικής επανάστασης του 1923, η Ευρώπη έζησε τη σταθεροποίηση. Τα βασικά επαναστατικά ερωτήματα εξαφανίστηκαν από την ημερήσια διάταξη. Το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ξεχάστηκε. Δεν περιλήφθηκε ούτε στο πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ο Στάλιν εξήγησε αυτή την καινούργια στροφή με αξιοσημείωτα βαθυστόχαστο τρόπο: Μια και δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ακρίβεια με ποια σειρά θα πραγματοποιήσουν την επανάστασή τους οι καθέκαστες χώρες, το συμπέρασμα είναι, ότι είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς αν θα χρειαστούν ποτέ Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Μ’ άλλα λόγια, είναι ευκολότερο να κάνουμε προγνωστικά όταν θα έχει συντελεστεί κάτι παρά προτού συντελεστεί κάτι. Στην πραγματικότητα το ζήτημα δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη σειρά που θα ξεσπάσουν οι διάφορες ευρωπαϊκές επαναστάσεις. Ο,τι πρόβλεψη και να κάνει κανείς σ’ αυτό θα είναι προφητεία. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει ούτε τους Ευρωπαίους εργάτες ούτε τη Διεθνή στο σύνολο της από την ανάγκη να δώσουν μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα: πώς μπορεί να αποσπαστεί η ευρωπαϊκή οικονομία από το σημερινό της στάδιο της διασποράς και πώς μπορούν να γλυτώσουν οι λαϊκές μάζες της Ευρώπης από την αποσύνθεση και την υποδούλωση;

Ο μπελάς είναι πως το οικονομικό θεμέλιο του συνθήματος των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης ανατρέπει μιαν από τις βασικές ιδέες του σημερινού προγράμματος της Κομμουνιστικής Διεθνούς: την ιδέα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα.

Η ουσία της εποχής μας έγκειται στο ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν οριστικά κι αμετάκλητα αναπτυχτεί σε δυσαναλογία με το πλαίσιο του εθνικού κράτους κι έχουν πάρει, στην Αμερική πρωταρχικά, στην Ευρώπη μερικά, ηπειρωτικές και παγκόσμιες διαστάσεις. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος γεννήθηκε από την αντίφαση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τα εθνικά σύνορα. Κι η Συνθήκη των Βερσαλλιών, που έβαλε τέρμα στον πόλεμο, όξυνε αυτή την αντίφαση ακόμα παραπέρα. Μ’ άλλα λόγια: χάρη στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ο καπιταλισμός είναι ανίκανος, από δω και πολύ καιρό, να υπάρχει μονάχα σε μια χώρα. Μα ο σοσιαλισμός μπορεί να βασιστεί και θα βασιστεί σε πολύ πιο αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις, αλλιώτικα, ο σοσιαλισμός, σε σχέση με τον καπιταλισμό, δεν θα αποτελούσε πρόοδο αλλά πισωδρόμηση. Το 1914, έγραφα: «Αν το ζήτημα του σοσιαλισμού ταίριαζε με το πλαίσιο ενός εθνικού κράτους, τότε θα ταίριαζε και με την εθνική άμυνα του κράτους». Η διατύπωση Σοβιετικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης είναι ακριβώς η πολιτική έκφραση της ιδέας ότι είναι αδύνατος ο σοσιαλισμός σε μια μόνη χώρα. Την πλήρη του ανάπτυξη, ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να την πραγματοποιήσει ούτε μέσα στα όρια μιας μόνης ηπείρου. Οι Σοσιαλιστικές Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης αντιπροσωπεύουν το ιστορικό σύνθημα που αποτελεί ένα στάδιο στο δρόμο προς την παγκόσμια σοσιαλιστική ομοσπονδία.

Στην ιστορία έχει συμβεί περισσότερες από μια φορά, όταν η επανάσταση δεν είναι αρκετά ισχυρή για να λύσει έγκαιρα κάποιο καθήκον που ιστορικά έχει ωριμάσει, να αναλάβει τη λύση του η αντίδραση. Μ’ αυτό τον τρόπο, είναι ο Μπίσμαρκ αυτός που ένωσε τη Γερμανία, με το δικό του τρόπο, αφού προηγούμενα η επανάσταση του 1848 είχε αποτύχει. Έτσι κι ο Στολύπιν προσπάθησε να λύσει το αγροτικό ζήτημα, μετά την ήττα της επανάστασης του 1905. Έτσι, με τον τρόπο τους, έλυσαν κι οι νικητές των Βερσαλλιών το εθνικό ζήτημα, που καμιά από τις προηγούμενες αστικές επαναστάσεις στην Ευρώπη δεν είχε αποδειχτεί ικανή να το λύσει. Η Γερμανία των Χοεντσόλλερν προσπάθησε να οργανώσει την Ευρώπη με το δικό της τρόπο, δηλαδή να την ενώσει κάτω από το τακούνι της. Τότε είναι που ο νικηφόρος Κλεμανσώ αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την ειρήνη για να κόψει την Ευρώπη στις περισσότερες και μικρότερες φέτες που ήταν δυνατό να γίνει. Σήμερα, ο Μπριαν, με βελόνα και κλωστή αυτός, ετοιμάζεται να ξαναράψει αυτά τα κουρελάκια μαζί, κι ας μην έχει ιδέα από που ν’ αρχίσει. Η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς και, ιδιαίτερα, η ηγεσία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος ξεσκεπάζει την υποκρισία του επίσημου φιλειρηνισμού. Αυτό, όμως, δεν φτάνει. Το να στέκεσαι στην εξήγηση της πορείας προς την ενοποίηση της Ευρώπης, αποκλειστικά, σαν μέτρου προετοιμασίας του πολέμου ενάντια στην ΕΣΣΔ είναι, για να εκφραστούμε με επιείκεια, παιδιάστικο και κουτσουρεύει το καθήκον της υπεράσπισης της Δημοκρατίας των Σοβιέτ. Το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης δεν είναι καμιά πονηρή εφεύρεση της διπλωματίας. Ξεπηδάει από τις συμπαγείς σαν βράχο οικονομικές ανάγκες της Ευρώπης, που γίνονται όλο και πιο κοφτερές και οδυνηρές όσο μεγαλώνει η πίεση των ΕΠΑ. Είναι ειδικά τώρα που πρέπει να αντιπαρατάξουν τα κομμουνιστικά κόμματα το σύνθημα των Σοβιετικών Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης στις φιλειρηνικές σκευωρίες των Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών. Αλλά τα κομμουνιστικά κόμματα έχουν τα χέρια δεμένα. Το ζωντανό σύνθημα, με το βαθύ ιστορικό περιεχόμενο του, έχει εξαλειφτεί από το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αποκλειστικά προς το συμφέρον της πάλης ενάντια στην Αντιπολίτευση. Η Αντιπολίτευση πρέπει να προωθήσει το σύνθημα αυτό με ακόμα μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Στο πρόσωπο της Αντιπολίτευσης, είναι η πρωτοπορία του ευρωπαϊκού προλεταριάτου που λέει στους σημερινούς του κυρίους: για να ενωθεί η Ευρώπη, πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να την αποσπάσουμε από τα χέρια σας. Θα σας την αποσπάσουμε. Την Ευρώπη θα την ενώσουμε εμείς. Θα την ενώσουμε ενάντια στον εχθρικό στην ένωσή της καπιταλιστικό κόσμο. Θα την μετατρέψουμε σε ένα παντοδύναμο εργαστήρι ενεργού σοσιαλισμού. Θα την κάνουμε τον ακρογωνιαίο λίθο της παγκόσμιας σοσιαλιστικής ομοσπονδίας.

4 Οκτωβρίου 1929

[Τρότσκι Λέον, Ευρώπη και Αμερική, Πρωταγόρας, Αθήνα 1981, σσ. 164-179.]

Λέον Τρότσκι

Το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης και η πάλη ενάντια στον φασισμό

[...]

6) Η πολιτική κρίση στη Γερμανία ξαναβάζει το πρόβλημα του καθεστώτος που επέβαλε η Συνθήκη των Βερσαλλιών στην Ευρώπη. Η Κεντρική Επιτροπή του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος λέει ότι όταν φτάσει στην εξουσία το γερμανικό προλεταριάτο θα καταργήσει τα κείμενα των Βερσαλλιών. Αυτό είναι όλο; Η ακύρωση της Συνθήκης των Βερσαλλιών θα είναι έτσι η υψηλότερη κατάκτηση της προλεταριακής επανάστασης! Με τι θα αντικατασταθεί; Αυτός ο αρνητικός τρόπος που μπαίνει το ζήτημα φέρνει το κόμμα κοντά στους Εθνικοσοσιαλιστές (φασίστες). Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, να ποιο είναι το μόνο σωστό σύνθημα που προσφέρει τη λύση στον κατατεμαχισμό της Ευρώπης ο οποίος απειλεί όχι μόνο τη Γερμανία αλλά επίσης ολόκληρη την Ευρώπη με πλήρη οικονομικό και πολιτιστικό μαρασμό.

Το σύνθημα της προλεταριακής ενοποίησης της Ευρώπης είναι ταυτόχρονα ένα σημαντικό όπλο στην πάλη ενάντια στον αποκρουστικό σωβινισμό των φασιστών, ενάντια στην σταυροφορία τους κατά της Γαλλίας κ.ο.κ. Η πιο επικίνδυνη και πιο λανθασμένη πολιτική είναι εκείνη που συνίσταται στην παθητική προσαρμογή στον εχθρό, κάνοντας προσπάθεια να του μοιάσουμε. Στα συνθήματα της εθνικής απελπισίας και της εθνικής παράνοιας πρέπει να αντιτάξουμε τα συνθήματα της διεθνούς απελευθέρωσης. Αλλά γι’ αυτό είναι απαραίτητο να αποτοξινώσουμε το κόμμα από το δηλητήριο του εθνικού σοσιαλισμού που το κυριότερο στοιχείο του είναι η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα. [...]

[Λέον Τρότσκι, «Η στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία» (26/9/1930), στο: Λέον Τρότσκι, Η πάλη ενάντια στο φασισμό στη Γερμανία, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2000, σσ. 61, 62.]

Επιμέλεια: e la libertà

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Επ.:] Karl Kautsky, «Krieg und Frieden. Betrachtungen zur Maifeier» στην Die Neue Zeit (Στουτγάρδη), 29-ο έτος, 1910/11, 2ος τόμος, σελ.105-106. Στα αγγλικά: Karl Kautsky, «War and Peace», Marxists’ Internet Archive, 23 Σεπτεμβρίου 2004. 

2 Rosa Luxemburg, «Friedensutopien», Leipziger Volkszeitung, φ. 103, 6 Μαΐου 1911 και φ. 104, 8 Μαΐου 1911. Marxists’ Internet Archive, 14 Ιανουαρίου 2012. Στα ελληνικά: Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Ειρηνιστικές ουτοπίες», e la libertà, 4 Σεπτεμβρίου 2017. 

3 Βλαντιμίρ Λένιν, «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», [Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ, άρ. φύλ. 44., 23 Αυγούστου 1915]. Στο: Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 26, Σύγχρονη Εποχή, σσ. 359-363. Και e la libertà, 30 Ιουνίου 2016. 

4 [Σ.τ.Μ.] Η άποψη ότι η σοσιαλιστική επανάσταση είναι «άπειρα πιο κοντά στην Ευρώπη απ’ ότι στην Αμερική», κατά κάποιο τρόπο προσδιορίστηκε από τον Τρότσκι και τροποποιήθηκε δυο χρόνια αργότερα. Το 1930, ο Τρότσκι έγραφε: «Στο έργο μου για τη Ρωσική Επανάσταση του 1905, έκανα ορισμένες παρατηρήσεις σ’ αυτό που ο Μαρξ είχε γράψει, για το ότι ο καπιταλισμός περνάει από τη φεουδαρχία μέσω του συντεχνιακού συστήματος στο εργοστάσιο. Στη Ρωσία, ωστόσο, δεν γνωρίσαμε ποτέ το συντεχνιακό σύστημα με εξαίρεση ίσως τους κουστάρι (χειροτέχνες). Επομένως, μπορεί κανείς να συγκρίνει την ανάπτυξη της εργατικής τάξης στην Αγγλία και τη Γερμανία, με την ανάπτυξη της εργατικής τάξης στη Ρωσία. Στις δυο πρώτες χώρες, το προλεταριάτο πέρασε μέσα από μια μακριά περίοδο κοινοβουλευτικής εμπειρίας. Στη Ρωσία, από την άλλη, το κοινοβουλευτικό σύστημα δεν έλεγε πολλά πράγματα για τους εργάτες. Αυτό σημαίνει ότι στη Ρωσία το προλεταριάτο έμαθε την κοινοβουλευτική του ιστορία από ένα συνοπτικό εγχειρίδιο. Από πολλές απόψεις, η ιστορία της ανάπτυξης των Ενωμένων Πολιτειών, συγγενεύει με κείνη της εργατικής τάξης της Ρωσίας. Δεν είναι πουθενά γραμμένο και δεν μπορεί να στηριχτεί θεωρητικά, ότι οι αμερικανοί εργάτες θα περάσουν αναγκαστικά, και για μια μεγάλη περίοδο, από το σχολείο του ρεφορμισμού. Ζουν και αναπτύσσονται σε μια άλλη περίοδο, ωριμάζουν κάτω από διαφορετικές συνθήκες, απ’ ότι η εργατική τάξη της Αγγλίας για παράδειγμα... Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι οι ΕΠΑ θα είναι οι τελευταίες στην επαναστατική σειρά, καταδικασμένες να φτάσουν στην προλεταριακή επανάσταση μετά από τις χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Είναι δυνατό να υπάρξει μια τέτια κατάσταση και ένας τέτοιος συσχετισμός των δυνάμεων, που η σειρά αυτή να αλλάξει και να επιταχυνθεί τρομερά ο ρυθμός ανάπτυξης στις Ενωμένες Πολιτείες. Αλλά αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίο να προετοιμαζόμαστε», («Μίλιταντ», 10 του Μάη 1930)

5 [Σ.τ.Μ.] Από το 1926 ακόμα, ο εκδοτικός οίκος της Κομμουνιστικής Διεθνούς έβγαλε επίσημα ένα φυλλάδιο πάνω στις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης, που έλεγε: «Είναι πολύ σημαντικό όχι μόνο να έχουμε μια κριτική στάση απέναντι στο αστικό-σοσιαλιστικό σύνθημα (“Πάν-Ευρώπη”) συντρίβοντας το απατηλό πατσιφιστικό του περιεχόμενο, αλλά και να του αντιτάξουμε, ταυτόχρονα, ένα ενεργητικό σύνθημα που να μπορεί πραγματικά να είναι ένα περιεκτικό πολιτικό σύνθημα, για τα μεταβατικά μας αιτήματα. Την επόμενη περίοδο, το σύνθημα των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών της Ευρώπης, πρέπει να χρησιμεύσει στα ευρωπαϊκά Κομμουνιστικά Κόμματα, σαν περιεκτικό πολιτικό σύνθημα», (Τζον Πέπερ: «Die Vereinigten Staaten des Sozialistischen Europa», σελ. 67, Αμβούργο, 1926). Παρόλα αυτά, η Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και τα ευρωπαϊκά Κόμματα πρόβαλαν αυτό το σύνθημα όλο και πιο αραιά, και τελικά το απόρριψαν ολοκληρωτικά, όταν το απαίτησαν οι ανάγκες της φραξιονιστικής πάλης ενάντια στον κύριο υποστηρικτή του συνθήματος: τον Τρότσκι.

* Πριν από τον πόλεμο, η Μεγάλη Βρετανία ξόδευε για το πολεμικό της ναυτικό 237 εκατομμύρια δολλάρια· σήμερα ξοδεύει 270 εκ. δολλάρια. Το 1913, ο πολεμικός στόλος των ΕΠΑ κόστιζε 130 εκ. δολλάρια. Το κόστος της φετεινής χρόνιάς είναι 364 εκ. δολάρια. Τέλος, στη διάρκεια της ίδιας περιόδου, τα έξοδα του πολεμικού ναυτικού της Ιαπωνίας αυξήθηκαν από 48 εκατομμύρια δολάρια σε 127, δηλαδή, σχεδόν τριπλασιάστηκαν. Καθόλου εκπληκτικό που οι υπουργοί Οικονομικών αρχίζουν να παθαίνουν ναυτία. Τα συνδυασμένα έξοδα της στρατοκρατίας (ξηράς, θάλασσας κι αέρος) των πέντε μεγαλυτέρων καπιταλιστικών δυνάμεων αύξήθηκαν, μονάχα στη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών, από 2.170.000.000 δολάρια σε 2.292.000.000 δολάρια.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 02 Ιανουαρίου 2018 14:06
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.