Τετάρτη, 04 Απριλίου 2018 12:31

Σοσιαλισμός και πόλεμος

Κατηγορία Θεωρία

Συνεδέλφωση φαντάρων αντιμαχόμενων στρατοπέδων στα χαρακώματα, τα Χριστούγεννα του 1914.

Β.Ι. Λένιν

Γκ. Ζηνόβιεφ

Σοσιαλισμός και πόλεμος

(Η στάση του ΣΔΕΚΡ στον πόλεμο)

Πρόλογος στην 1η έκδοση (του εξωτερικού)

Ο πόλεμος συνεχίζεται εδώ και ένα χρόνο. Το κόμμα μας από την πρώτη αρχή του πολέμου καθόρισε τη στάση του απέναντι του στη διακήρυξη της ΚΕ, που συντάχθηκε το Σεπτέμβρη του 1914 και δημοσιεύτηκε (αφού στάλθηκε προκαταβολικά στα μέλη της ΚΕ και στους υπεύθυνους εκπροσώπους του κόμματος μας στη Ρωσία και πάρθηκε η συγκατάθεση τους) την 1 του Νοέμβρη 1914 στο φύλ. αρ. 33 του Κεντρικού Οργάνου του κόμματος μας «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ»1. Αργότερα, στο φύλ. αρ. 40 (29 του Μάρτη 1915) δημοσιεύτηκαν οι αποφάσεις της συνδιάσκεψης2 της Βέρνης, που δίνουν μια πιο ακριβολογημένη έκθεση των αρχών μας και της τακτικής μας.

Στις σημερινές στιγμές αναπτύσσεται έκδηλα στη Ρωσία η επαναστατική διάθεση των μαζών. Στις άλλες χώρες παρατηρούνται παντού συμπτώματα του ίδιου φαινομένου, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των επίσημων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, που έχουν περάσει με το μέρος των κυβερνήσεων τους και της αστικής τους τάξης, πνίγουν τους επαναστατικούς αυτούς πόθους του προλεταριάτου. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων επιβάλλει επιτακτικά την έκδοση μιας μπροσούρας, που να συνοψίζει τη σοσιαλδημοκρατική τακτική απέναντι στον πόλεμο. Ανατυπώνοντας στο ακέραιο όλα τα προαναφερόμενα κομματικά ντοκουμέντα, τα συνοδεύουμε με σύντομες επεξηγήσεις, παίρνοντας υπόψη όλα τα βασικά επιχειρήματα, που έχουν διατυπωθεί στη φιλολογία και στις κομματικές συνελεύσεις υπέρ της αστικής και της προλεταριακής τακτικής.

Πρόλογος στη 2η έκδοση

Η μπροσούρα αυτή γράφτηκε το καλοκαίρι του 1915 στις παραμονές της συνδιάσκεψης του Τσίμμερβαλντ. Βγήκε επίσης στα γερμανικά και στα γαλλικά και ανατυπώθηκε ολόκληρη στα νορβηγικά στο όργανο της σοσιαλδημοκρατικής νεολαίας της Νορβηγίας. Η γερμανική έκδοση της μπροσούρας στάλθηκε παράνομα στη Γερμανία - στο Βερολίνο, στη Λειψία, στη Βρέμη και σε άλλες πόλεις, όπου μοιράστηκε παράνομα από τους οπαδούς της αριστεράς του Τσίμμερβαλντ και από την ομάδα του Καρλ Λήμπκνεχτ. Η γαλλική έκδοση τυπώθηκε παράνομα στο Παρίσι και μοιράστηκε από τους γάλλους οπαδούς της αριστεράς του Τσίμμερβαλντ. Η ρωσική έκδοση ήρθε στη Ρωσία σε πολύ περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και στη Μόσχα οι εργάτες την αντιγράψανε με το χέρι.

Ανατυπώνουμε τώρα αυτή την μπροσούρα στο ακέραιο, σαν ντοκουμέντο. Ο αναγνώστης πρέπει να θυμάται πάντα ότι έχει γραφτεί τον Αύγουστο του 1915. Αυτό πρέπει να το έχει ιδιαίτερα υπόψη στα σημεία εκείνα που γίνεται λόγος για τη Ρωσία: τότε η Ρωσία ήταν ακόμη τσαρική, ήταν η Ρωσία των Ρομάνοφ...

Δημοσιεύτηκε στην μπροσούρα της έκδοσης του 1918

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Οι αρχές του σοσιαλισμού και ο πόλεμος του 1914-1915

Η στάση των σοσιαλιστών απέναντι στους πολέμους

Οι σοσιαλιστές καταδίκαζαν πάντα τους πολέμους ανάμεσα στους λαούς σαν κάτι το βάρβαρο και το απάνθρωπο. Η στάση μας όμως απέναντι στον πόλεμο είναι καταρχήν διαφορετική από τη στάση των αστών πασιφιστών (αυτοί είναι οπαδοί και κήρυκες της ειρήνης) και των αναρχικών. Από τους πρώτους διαφέρουμε γιατί καταλαβαίνουμε την αναπόφευκτη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στους πολέμους και την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό μιας χώρας, γιατί καταλαβαίνουμε ότι είναι αδύνατο να εξαλειφθούν οι πόλεμοι χωρίς την εξάλειψη των τάξεων και τη δημιουργία του σοσιαλισμού, καθώς και γιατί αναγνωρίζουμε στο ακέραιο ότι είναι δικαιολογημένοι, προοδευτικοί και αναγκαίοι οι εμφύλιοι πόλεμοι, δηλ. οι πόλεμοι της καταπιεζόμενης τάξης ενάντια στην καταπιέζουσα τάξη, οι πόλεμοι των δούλων ενάντια στους δουλοκτήτες, των δουλοπάροικων αγροτών ενάντια στους τσιφλικάδες, των μισθωτών εργατών ενάντια στην αστική τάξη. Και από τους πασιφιστές και από τους αναρχικούς εμείς οι μαρξιστές διαφέρουμε, γιατί παραδεχόμαστε την ανάγκη να μελετιέται ιστορικά ο κάθε πόλεμος χωριστά (από τη σκοπιά του διαλεκτικού υλισμού του Μαρξ). Στην ιστορία υπήρξαν επανειλημμένα πόλεμοι που, παρόλες τις φρικαλεότητες, τις αγριότητες, τις συμφορές και τα βάσανα που συνδέονται αναπόφευκτα με κάθε πόλεμο, ήταν προοδευτικοί, δηλ. συντέλεσαν στην ανάπτυξη της ανθρωπότητας, βοήθησαν να καταστραφούν εξαιρετικά βλαβεροί και αντιδραστικοί θεσμοί (όπως, λογουχάρη, η απολυταρχία ή η δουλοπαροικία), τα πιο βάρβαρα δεσποτικά καθεστώτα της Ευρώπης (το τουρκικό και το ρωσικό). Γι’ αυτό πρέπει να αναλύσουμε τις ιστορικές ιδιομορφίες του σημερινού ακριβώς πολέμου.

Οι ιστορικοί τύποι των πολέμων των νεότερων χρόνων

Η μεγάλη γαλλική επανάσταση εγκαινίασε μια νέα εποχή στην ιστορία της ανθρωπότητας. Από τότε ως την Κομμούνα του Παρισιού, από το 1789 ως το 1871, ένας από τους τύπους των πολέμων ήταν οι πόλεμοι αστικοπροοδευτικού, εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα. Μ’ άλλα λόγια, το κύριο περιεχόμενο και η ιστορική σημασία αυτών των πολέμων ήταν η ανατροπή της απολυταρχίας και της φεουδαρχίας, η υπονόμευση τους, η αποτίναξη του ξενικού εθνικού ζυγού. ΓΓαυτό ήταν πόλεμοι προοδευτικοί και όλοι οι τίμιοι, οι επαναστάτες δημοκράτες, καθώς και όλοι οι σοσιαλιστές, εύχονταν πάντα σε τέτοιους πολέμους την επιτυχία της χώρας εκείνης (δηλ. Εκείνης της αστικής τάξης) που συνέβαλλε στην ανατροπή ή στην υπονόμευση των πιο επικίνδυνων θεμελίων της φεουδαρχίας, της απολυταρχίας και της καταπίεσης των ξένων λαών. Λογουχάρη, στους επαναστατικούς πολέμους της Γαλλίας υπήρχε το στοιχείο της ληστείας και της κατάκτησης ξένων εδαφών από τους γάλλους, αυτό όμως δεν αλλάζει καθόλου την κύρια ιστορική σημασία αυτών των πολέμων που κατάστρεφαν και κλόνιζαν τη φεουδαρχία και την απολυταρχία όλης της παλιάς, δουλοπάροικης Ευρώπης. Στο γαλλοπρωσσικό πόλεμο η Γερμανία λήστεψε τη Γαλλία, ωστόσο αυτό δεν αλλάζει την κύρια ιστορική σημασία αυτού του πολέμου, που λύτρωσε δεκάδες εκατομμύρια του γερμανικού λαού από το φεουδαρχικό κατατεμαχισμό και από το ζυγό των δύο δυναστών, του ρώσου τσάρου και του Ναπολέοντα Γ’.

Η διαφορά ανάμεσα στον επιθετικό και τον αμυντικό πόλεμο

Η εποχή του 1789-1871 άφησε βαθιά ίχνη και επαναστατικές αναμνήσεις. Πριν από την ανατροπή της φεουδαρχίας, της απολυταρχίας και του ξενικού εθνικού ζυγού, δεν μπορούσε ούτε λόγος να γίνει σχετικά με την ανάπτυξη της προλεταριακής πάλης για το σοσιαλισμό. Όταν οι σοσιαλιστές έλεγαν ότι είναι δικαιολογημένος ένας «αμυντικός» πόλεμος σε σχέση με τους πολέμους αυτής της εποχής, είχαν πάντα υπόψη αυτούς ακριβώς τους σκοπούς, που συνοψίζονταν στην επανάσταση κατά του μεσαίωνα και της δουλοπαροικίας. Λέγοντας «αμυντικό» πόλεμο, οι σοσιαλιστές εννοούσαν πάντα έναν πόλεμο «δίκαιο» μ’ αυτή την έννοια (όπως εκφράστηκε κάποτε ο Β. Λήμπκνεχτ). Μόνο μ’ αυτή την έννοια οι σοσιαλιστές παραδέχονταν και παραδέχονται και σήμερα ότι είναι δικαιολογημένη, προοδευτική και δίκαιη η ιδέα της «υπεράσπισης της πατρίδας» ή του «αμυντικού» πολέμου. Αν, λογουχάρη, αύριο το Μαρόκο κηρύξει πόλεμο κατά της Γαλλίας, η Ινδία κατά της Αγγλίας, η Περσία ή η Κίνα κατά της Ρωσίας κτλ., οι πόλεμοι αυτοί θα είναι «δίκαιοι», «αμυντικοί», άσχετα από το ποιος επιτέθηκε πρώτος και ο κάθε σοσιαλιστής θα ευχόταν τα κράτη τα καταπιεζόμενα, τα εξαρτημένα, τα κράτη χωρίς πλήρη δικαιώματα να νικήσουν τις καταπιέστριες, δουλοκτητικές, ληστρικές «μεγάλες» Δυνάμεις. Φανταστείτε όμως ότι ένας δουλοκτήτης που έχει 100 δούλους, πολεμάει μ’ ένα δουλοκτήτη που έχει 200 δούλους, για ένα πιο «δίκαιο» ξαναμοίρασμα των δούλων. Είναι φανερό ότι η χρησιμοποίηση σε μια τέτοια περίπτωση της έννοιας «αμυντικός» πόλεμος ή «υπεράσπιση της πατρίδας» θα ήταν πλαστογραφία της ιστορίας και στην πράξη θα σήμαινε καθαρή εξαπάτηση του απλού λαού, του μικροαστού, του αμόρφωτου ανθρώπου από τους επιτήδειους δουλοκτήτες. Έτσι ακριβώς εξαπατά τους λαούς η σημερινή, η ιμπεριαλιστική αστική τάξη με την «εθνική» ιδεολογία και με την έννοια της υπεράσπισης της πατρίδας στο σημερινό πόλεμο, που γίνεται ανάμεσα σε δουλοκτήτες για την εδραίωση και το δυνάμωμα της δουλείας.

Ο σημερινός πόλεμος είναι πόλεμος ιμπεριαλιστικός

Όλοι σχεδόν παραδέχονται ότι ο σημερινός πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός, οι περισσότεροι όμως παραποιούν αυτή την έννοια ή την εφαρμόζουν μονόπλευρα ή υπαινίσσονται ότι ο πόλεμος αυτός μπορεί να έχει αστικοπροοδευτική, εθνικοαπελευθερωτική σημασία. Ο ιμπεριαλισμός είναι η ανώτατη βαθμίδα ανάπτυξης του καπιταλισμού, στην οποία έφτασε μόλις τον 20ό αιώνα. Ο καπιταλισμός δεν χωράει πια στα στενά πλαίσια των παλιών εθνικών κρατών, που χωρίς το σχηματισμό τους δεν μπορούσε να ανατρέψει τη φεουδαρχία. Ο καπιταλισμός έχει αναπτύξει σε τέτοιο βαθμό τη συγκέντρωση, ώστε τα συνδικάτα, τα τραστ, οι ενώσεις των καπιταλιστών- δισεκατομμυριούχων έχουν βάλει στο χέρι ολόκληρους κλάδους της βιομηχανίας και σχεδόν όλη η υδρόγειος έχει μοιραστεί ανάμεσα στους «μεγιστάνες του κεφαλαίου» είτε με μορφή αποικιών, είτε με το τύλιγμα των ξένων χωρών σε χιλιάδες νήματα της οικονομικής εκμετάλλευσης. Το ελεύθερο εμπόριο και ο συναγωνισμός έχουν αντικατασταθεί από την τάση προς το μονοπώλιο, προς την κατάκτηση εδαφών για επένδυση κεφαλαίων, για εξαγωγή πρώτων υλών κτλ. Από απελευθερωτής των εθνών, όπως ήταν ο καπιταλισμός στην πάλη ενάντια στη φεουδαρχία, ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός έγινε ο μεγαλύτερος καταπιεστής των εθνών. Ο καπιταλισμός από προοδευτικός που ήταν έγινε τώρα αντιδραστικός, ανάπτυξε σε τέτοιο βαθμό τις παραγωγικές δυνάμεις, που η ανθρωπότητα πρέπει είτε να περάσει στο σοσιαλισμό, είτε επί χρόνια ή και επί δεκαετίες να υφίσταται την ένοπλη πάλη των «μεγάλων» Δυνάμεων για την τεχνητή διατήρηση του καπιταλισμού μέσω των αποικιών, των μονοπωλίων, των προνομίων και της κάθε λογής καταπίεσης.

Ο πόλεμος ανάμεσα στους μεγαλύτερους δουλοκτήτες για τη διατήρηση και τη στερέωση της δουλείας

Για να διασαφηνίσουμε τη σημασία του ιμπεριαλισμού, θα παραθέσουμε ακριβή στοιχεία για το μοίρασμα του κόσμου από τις λεγόμενες «μεγάλες» Δυνάμεις (δηλ. από τις Δυνάμεις που σημειώνουν επιτυχίες στη μεγάλη ληστεία): Μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις «μεγάλες» δουλοκτητικές Δύναμης

«Μεγάλες» Δυνάμεις

Αποικίες

Μητροπόλεις

Σύνολο

1876

1914

1914

km2

κάτοικοι

km2

κάτοικοι

km2

κάτοικοι

km2

κάτοικοι

Αγγλία

22,5

251,9

33,5

393,5

0,3

46,5

33,8

440,0

Ρωσία

17,0

15,9

17,4

33,2

5,4

136,2

22,8

169,4

Γαλλία

0,9

6,0

10,6

55,5

0,5

39,6

11,1

95,1

Γερμανία

-

-

2,9

12,3

0,5

64,9

3,4

77,2

Ιαπωνία

-

-

0,3

19,2

0,4

53,0

0,7

72,2

ΗΠΑ

-

-

0,3

9,7

9,4

97,0

9,7

106,7

Και οι έξι «μεγάλες» δυνάμεις

40,4

273,8

65,0

523,4

16,5

437,2

81,5

960,6

Αποικίες που δεν ανήκουν στις «μεγάλες» δυνάμεις (αλλά στο Βέλγιο την Ολλανδία και σε άλλα κράτη)

9,9

45,3

9,9

45,3

Τρεις χώρες «μισοαποικίες» (Τουρκία, Κίνα και Περσία)

14,5

361,2

Σύνολο

105,9

1367,1

Τα υπόλοιπα κράτη

28,0

289,9

Όλη η υδρόγειος (χωρίς την πολική περιοχή)

133,9

1657,0

Από δω φαίνεται πως οι λαοί, που απ’ το 1789 ως το 1871 πάλευαν τις περισσότερες φορές επικεφαλής των άλλων στον αγώνα για τη λευτεριά, έχουν μετατραπεί τώρα, μετά το 1876, στα πλαίσια του υψηλά αναπτυγμένου και «υπερώριμου» καπιταλισμού, σε καταπιεστές και υποδουλωτές της πλειοψηφίας του πληθυσμού και των εθνών όλης της υδρογείου. Από το 1876 ως το 1914 έξι «μεγάλες» Δυνάμεις καταλήστεψαν 25 εκατομμύρια τετρ. χιλιόμετρα, δηλ. έκταση 21/2 φορές μεγαλύτερη απ’ όλη την Ευρώπη! Έξι Δυνάμεις κρατούν υποδουλωμένο πάνω από μισό δισεκατομμύριο (523 εκατομμύρια) πληθυσμό στις αποικίες. Σε κάθε 4 κατοίκους των «μεγάλων» Δυνάμεων αναλογούν 5 κάτοικοι των αποικιών «τους». Και όλος ο κόσμος ξέρει ότι οι αποικίες έχουν κατακτηθεί με τη φωτιά και με το σίδερο, ότι στον πληθυσμό των αποικιών φέρνονται βάρβαρα, ότι τον πληθυσμό αυτό τον εκμεταλλεύονται με χίλιους δυο τρόπους (με την εξαγωγή κεφαλαίων, με τις εκχωρήσεις κτλ., με την εξαπάτηση κατά την πούληση των εμπορευμάτων, με την υποταγή τους στις αρχές του «κυρίαρχου» έθνους και τα λοιπά και τα παρόμοια). Η αγγλική και η γαλλική αστική τάξη εξαπατούν το λαό, όταν ισχυρίζονται ότι τον πόλεμο τον διεξάγουν για την ελευθερία των λαών και του Βελγίου: στην πραγματικότητα τον πόλεμο τον διεξάγουν για να διατηρήσουν τις αποικίες που τις έχουν ληστέψει σε απροσμέτρητο βαθμό. Οι γερμανοί ιμπεριαλιστές θα άφηναν αμέσως ελεύθερο το Βέλγιο κτλ., αν οι άγγλοι και οι γάλλοι μοιράζονταν «ανθρωπινά» μαζί τους τις αποικίες τους. Η ιδιομορφία της κατάστασης βρίσκεται στο γεγονός ότι σ’ αυτό τον πόλεμο η τύχη των αποικιών κρίνεται από τον πόλεμο που γίνεται στην ηπειρωτική Ευρώπη. Από την άποψη της αστικής δικαιοσύνης και της εθνικής ελευθερίας (ή του δικαιώματος ύπαρξης των εθνών) η Γερμανία θα είχε απόλυτα δίκιο απέναντι στην Αγγλία και τη Γαλλία, γιατί τη «γέλασαν στο μοίρασμα» των αποικιών, γιατί οι εχθροί της καταπιέζουν ασύγκριτα περισσότερα έθνη από την ίδια, ενώ στη σύμμαχο της, την Αυστρία, οι καταπιεζόμενοι σλάβοι απολαβαίνουν, αναμφισβήτητα, μεγαλύτερη ελευθερία απ’ ό,τι στην τσαρική Ρωσία, αυτή την πραγματική «φυλακή των λαών». Η ίδια η Γερμανία όμως δεν πολεμάει για την απελευθέρωση, αλλά για την υποδούλωση των εθνών. Και δεν είναι δουλειά των σοσιαλιστών να βοηθάνε το νεότερο και ισχυρότερο ληστή (τη Γερμανία) να ληστεύει τους πιο παλιούς και πιο παραχορτασμένους ληστές. Οι σοσιαλιστές πρέπει να επωφεληθούν από τον αγώνα ανάμεσα στους ληστές, για να τους ανατρέψουν όλους. Για το σκοπό αυτό οι σοσιαλιστές πρέπει πριν απ’ όλα να λένε στο λαό την αλήθεια, ότι δηλαδή ο πόλεμος αυτός είναι με τριπλή έννοια πόλεμος των δουλοκτητών για την ενίσχυση της δουλείας. Διεξάγεται, πρώτο, για τη στερέωση της δουλείας των αποικιών με ένα «δικαιότερο» μοίρασμα και σε συνέχεια και «φιλικότερη» εκμετάλλευση των αποικιών δεύτερο, διεξάγεται για την αύξηση της καταπίεσης των ξένων εθνών στο έδαφος των ίδιων των «μεγάλων» Δυνάμεων, γιατί τόσο η Αυστρία όσο και η Ρωσία (η Ρωσία πολύ περισσότερο και πολύ χειρότερα από την Αυστρία) κρατιούνται μόνο μ’αυτή την καταπίεση, που τη δυναμώνουν ακόμη περισσότερο με τον πόλεμο· τρίτο, διεξάγεται για τη στερέωση και την παράταση της μισθωτής δουλείας, γιατί το προλεταριάτο είναι διασπασμένο και υποταγμένο, ενώ οι καπιταλιστές αποκομίζουν οφέλη, πλουτίζοντας από τον πόλεμο, υποδαυλίζοντας τις εθνικές προλήψεις και εντείνοντας την αντίδραση που σήκωσε κεφάλι σ’ όλες τις χώρες, ακόμη και στις πιο ελεύθερες και δημοκρατικές.

«Ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα (συγκεκριμένα: με βίαια) μέσα»

Το περίφημο αυτό απόφθεγμα ανήκει στον Κλάουζεβιτς, έναν από τους βαθυστόχαστους συγγραφείς στα στρατιωτικά ζητήματα. Με το δίκιο τους οι μαρξιστές θεωρούσαν πάντα αυτή τη θέση θεωρητικό βάθρο για να κρίνει κανείς τη σημασία κάθε δοσμένου πολέμου. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έβλεπαν πάντα τους διάφορους πολέμους απ’ αυτήν ακριβώς τη σκοπιά.

Ας εφαρμόσουμε αυτή την άποψη στο σημερινό πόλεμο. Θα δούμε ότι επί δεκαετίες, σχεδόν επί μισόν αιώνα, οι κυβερνήσεις και οι κυρίαρχες τάξεις και της Αγγλίας και της Γαλλίας και της Γερμανίας και της. Ιταλίας και της Αυστρίας και της Ρωσίας ακολουθούσαν πολιτική καταλήστευσης των αποικιών, υποδούλωσης των ξένων εθνών, κατάπνιξης του εργατικού κινήματος. Αυτή ακριβώς η πολιτική και μόνο αυτή, συνεχίζεται και στο σημερινό πόλεμο. Ιδιαίτερα η πολιτική της Αυστρίας και της Ρωσίας, τόσο σε καιρό ειρήνης, όσο και σε καιρό πολέμου, συνίσταται στην υποδούλωση των εθνών και όχι στην απελευθέρωση τους. Απεναντίας, στην Κίνα, στην Περσία, στην Ινδία και στις άλλες εξαρτημένες χώρες βλέπουμε τις τελευταίες δεκαετίες την εικόνα μιας πολιτικής που τη χαρακτηρίζει η αφύπνιση στην εθνική ζωή δεκάδων και εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων, η απελευθέρωση αυτών των ανθρώπων από το ζυγό των αντιδραστικών «μεγάλων» Δυνάμεων. Πάνω σ’ ένα τέτοιο ιστορικό έδαφος ο πόλεμος μπορεί και σήμερα να είναι αστικοπροοδευτικός, εθνικοαπελευθερωτικός.

Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά απ’ αυτή την πλευρά, από την πλευρά δηλαδή ότι ο σημερινός πόλεμος αποτελεί συνέχιση της πολιτικής των «μεγάλων» Δυνάμεων και των βασικών τάξεων τους, για να δούμε αμέσως τον κατάφωρα αντιιστορικό, ψεύτικο και υποκριτικό χαρακτήρα της άποψης, ότι μπορεί να δικαιολογηθεί σε τούτο τον πόλεμο η ιδέα της «άμυνας της πατρίδας».

Το παράδειγμα του Βελγίου

Οι σοσιαλσωβινιστές της τριπλής (σήμερα της τετραπλής) συνεννόησης (στη Ρωσία ο Πλεχάνοφ και Σια) πιο πολύ τους αρέσει να αναφέρονται στο παράδειγμα του Βελγίου. Το παράδειγμα όμως αυτό μιλάει εναντίον τους. Οι γερμανοί ιμπεριαλιστές παραβίασαν αναίσχυντα την ουδετερότητα του Βελγίου, όπως έκαναν παντού και πάντα τα εμπόλεμα κράτη, καταπατώντας όταν τους ήταν απαραίτητο όλες τις συνθήκες και τις υποχρεώσεις. Ας υποθέσουμε ότι όλα τα κράτη που ενδιαφέρονται για την τήρηση των διεθνών συνθηκών, κήρυσσαν τον πόλεμο κατά της Γερμανίας με την απαίτηση να απελευθερώσει και αποζημιώσει το Βέλγιο. Στην περίπτωση αυτή η συμπάθεια των σοσιαλιστών θα ήταν, φυσικά, με το μέρος των εχθρών της Γερμανίας. Ωστόσο γεγονός είναι ακριβώς ότι ο πόλεμος διεξάγεται από την «τριπλή (και τετραπλή) συνεννόηση», όχι για το Βέλγιο: αυτό είναι πάρα πολύ γνωστό και μόνο υποκριτές το κρύβουν. Η Αγγλία ληστεύει τις αποικίες της Γερμανίας και της Τουρκίας, η Ρωσία τη Γαλικία και την Τουρκία, η Γαλλία θέλει την Αλσατία-Λωραίνη, καθώς και την αριστερή όχθη του Ρήνου με την Ιταλία έχει κλειστεί συμφωνία για το μοίρασμα της λείας (της Αλβανίας και της Μικράς Ασίας)· με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία γίνονται διαπραγματεύσεις επίσης για το μοίρασμα ανάμεσα στις σημερινές κυβερνήσεις, δεν μπορείς να βοηθήσεις διαφορετικά το Βέλγιο παρά μόνο βοηθώντας να στραγγαλιστεί η Αυστρία ή η Τουρκία κτλ.! Τι έχει λοιπόν να κάνει μ’ αυτά εδώ η «υπεράσπιση της πατρίδας»;; Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδιομορφία του ιμπεριαλιστικού πολέμου, πολέμου ανάμεσα σε αντιδραστικά-αστικές, ιστορικά ξεπερασμένες κυβερνήσεις, που διεξάγεται για την καταπίεση άλλων εθνών. Όποιος δικαιολογεί τη συμμετοχή σ’ αυτό τον πόλεμο διαιωνίζει την ιμπεριαλιστική καταπίεση των εθνών. Όποιος προπαγανδίζει την εκμετάλλευση της σημερινής δύσκολης θέσης που βρίσκονται οι κυβερνήσεις, για τον αγώνα με σκοπό την κοινωνική επανάσταση, αυτός υπερασπίζει πραγματικά την πραγματική ελευθερία όλων των εθνών, ελευθερία που μπορεί να επιτευχθεί μόνο στο σοσιαλισμό.

Γιατί πολεμάει η Ρωσία;

Στη Ρωσία ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός νεότατου τύπου βρήκε την ολοκληρωτική έκφραση του στην πολιτική του τσαρισμού απέναντι στην Περσία, τη Μαντζουρία και τη Μογγολία, γενικά όμως στη Ρωσία δεσπόζει ο στρατιωτικός και φεουδαρχικός ιμπεριαλισμός. Πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει τέτοια καταπίεση της πλειονότητας του πληθυσμού της χώρας, όπως στη Ρωσία: οι μεγαλορώσοι αποτελούν μόνο τα 43% του πληθυσμού, δηλ. λιγότερο από το μισό, ενώ όλοι οι άλλοι είναι χωρίς δικαιώματα, σαν αλλογενείς. Από τα 170 εκατομμύρια του πληθυσμού της Ρωσίας τα 700 περίπου εκατομμύρια είναι καταπιεζόμενοι και χωρίς δικαιώματα. Ο τσαρισμός διεξάγει τον πόλεμο για την κατάκτηση της Γαλικίας και την οριστική κατάπνιξη της ελευθερίας των ουκρανών, για την κατάληψη της Αρμενίας, της Κωνσταντινούπολης κτλ. Ο τσαρισμός βλέπει τον πόλεμο σαν μέσο για να αποσπάσει την προσοχή από την αύξηση της δυσαρέσκειας στο εσωτερικό της χώρας και για να καταπνίξει το αναπτυσσόμενο επαναστατικό κίνημα. Στη Ρωσία σήμερα σε κάθε δυο μεγαλορώσους αναλογούν δυο ως τρεις «αλλογενείς» χωρίς δικαιώματα: με τον πόλεμο ο τσαρισμός επιδιώκει να αυξήσει τον αριθμό των εθνών που καταπιέζονται από τη Ρωσία, να εξασφαλίσει την υποταγή τους και έτσι να υπονομεύσει τον αγώνα για ελευθερία, που διεξάγουν οι ίδιοι οι μεγαλορώσοι. Η δυνατότητα καταπίεσης και καταλήστευσης ξένων λαών ενισχύει την οικονομική στασιμότητα, γιατί πολύ συχνά πηγή των εσόδων δεν είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά η μισοφεουδαρχική εκμετάλλευση των «αλλογενών». Έτσι από την πλευρά της Ρωσίας ο πόλεμος διακρίνεται για τον εντελώς αντιδραστικό και αντιαπελευθερωτικό του χαρακτήρα.

Τι είναι ο σοσιαλσωβινισμός

Σοσιαλσωβινισμός είναι η υπεράσπιση της ιδέας της «άμυνας της πατρίδας» στο σημερινό πόλεμο. Από την ιδέα αυτή απορέει σε συνέχεια η παραίτηση από την ταξική πάλη τον καιρό του πολέμου, η ψήφιση των πολεμικών πιστώσεων κτλ. Στην πράξη οι σοσιαλσωβινιστές ακολουθούν αντιπρολεταριακή, αστική πολιτική, γιατί στην πράξη δεν υποστηρίζουν την «άμυνα της πατρίδας» με την έννοια του αγώνα κατά του ξενικού εθνικού ζυγού, αλλά το δικαίωμα της μιας ή της άλλης «μεγάλης» Δύναμης να ληστεύει αποικίες και να καταπιέζει ξένους λαούς. Οι σοσιαλσωβινιστές εξαπατούν το λαό επαναλαμβάνοντας το ψέμα των αστών ότι ο πόλεμος διεξάγεται τάχα για την υπεράσπιση της ελευθερίας και της ύπαρξης των εθνών, και έτσι περνούν με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο. Στους σοσιαλσωβινιστές ανήκουν τόσο εκείνοι που δικαιολογούν και εξωραΐζουν τις κυβερνήσεις και την αστική τάξη μιας μόνο από τις εμπόλεμες ομάδες Δυνάμεων, όσο και εκείνοι που, όπως ο Κάουτσκι, αναγνωρίζουν στους σοσιαλιστές όλων των εμπόλεμων Δυνάμεων ίσο δικαίωμα να «υπερασπίζουν την πατρίδα» τους. Ο σοσιαλσωβινισμός, όντας στην πράξη υπερασπιστής των προνομίων, των πλεονεκτημάτων, των ληστειών και των βιαιοτήτων της «δικής του» (ή γενικά της κάθε) ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης, αποτελεί πλήρη προδοσία όλων των σοσιαλιστικών πεποιθήσεων και της απόφασης του Διεθνούς σοσιαλιστικού συνεδρίου της Βασιλείας.

Η Διακήρυξη της Βασιλείας

Η Διακήρυξη για τον πόλεμο, που ψηφίστηκε ομόφωνα το 1912 στη Βασιλεία, είχε ακριβώς υπόψη έναν πόλεμο μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας μαζί με τους σημερινούς τους συμμάχους, πόλεμο που και ξέσπασε το 1914. Η Διακήρυξη δηλώνει απερίφραστα ότι κανένα λαϊκό συμφέρον δεν μπορεί να δικαιολογήσει έναν τέτοιο πόλεμο, που διεξάγεται «για τα κέρδη των καπιταλιστών και προς όφελος των δυναστειών» με βάση την ιμπεριαλιστική, ληστρική πολιτική των μεγάλων Δυνάμεων. Η Διακήρυξη δηλώνει απερίφραστα ότι ο πόλεμος είναι επικίνδυνος «για τις κυβερνήσεις» (για όλες χωρίς εξαίρεση), σημειώνει το φόβο τους από την «προλεταριακή επανάσταση» και αναφέρει με τον πιο συγκεκριμένο τρόπο το παράδειγμα της Κομμούνας του 1871 και του Οχτώβρη - Δεκέμβρη του 1905, δηλ. το παράδειγμα της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου. Έτσι η Διακήρυξη της Βασιλείας καθορίζει ακριβώς για τον σημερινό πόλεμο την τακτική της επαναστατικής πάλης των εργατών σε διεθνή κλίμακα ενάντια στις κυβερνήσεις τους, την τακτική της προλεταριακής επανάστασης. Η Διακήρυξη της Βασιλείας επαναλαμβάνει τα λόγια της απόφασης της Στουτγάρδης, ότι σε περίπτωση πολέμου οι σοσιαλιστές πρέπει να επωφεληθούν από την «οικονομική και πολιτική κρίση», που δημιουργείται απ’ αυτόν, για «να επιταχύνουν την πτώση του καπιταλισμού», δηλ. να επωφεληθούν από τις δυσκολίες των κυβερνήσεων και την αγανάκτηση των μαζών, που δημιουργεί ο πόλεμος, για τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Η πολιτική των σοσιαλσωβινιστών, το γεγονός ότι δικαιολογούν τον πόλεμο από αστικοαπελευθερωτική άποψη, ότι παραδέχονται την «υπεράσπιση της πατρίδας», ότι ψηφίζουν τις πιστώσεις, παίρνουν μέρος στις κυβερνήσεις κτλ. κτλ. είναι άμεση προδοσία του σοσιαλισμού, που εξηγείται, όπως θα δούμε παρακάτω, μόνο με τη νίκη του οπορτουνισμού και της εθνικοφιλελεύθερης εργατικής πολιτικής μέσα στα περισσότερα ευρωπαϊκά κόμματα.

Κίβδηλες αναφορές στον Μαρξ και τον Ένγκελς

Οι ρώσοι σοσιαλσωβινιστές (με επικεφαλής τον Πλεχάνοφ) αναφέρονται στην τακτική του Μαρξ κατά τον πόλεμο του 1870· - οι γερμανοί σοσιαλσωβινιστές (τύπου Λεντς, Ντάβιντ και Σια) επικαλούνται τις δηλώσεις του Ένγκελς του 1891 σχετικά με την υποχρέωση των γερμανών σοσιαλιστών να υπερασπίσουν την πατρίδα τους σε περίπτωση πολέμου ενάντια στη Ρωσία και στη Γαλλία μαζί· - τέλος οι σοσιαλσωβινιστές τύπου Κάουτσκι, που επιθυμούν να συμβιβάσουν και να νομιμοποιήσουν το διεθνή σωβινισμό, επικαλούνται το γεγονός ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς, καταδικάζοντας τους πολέμους, τάσσονταν ωστόσο διαρκώς από το 1854-1855 ως το 1870-1871 και το 1876-1877 με το μέρος του ενός ή του άλλου εμπόλεμου κράτους, όταν ωστόσο ξεσπούσε ο πόλεμος.

Όλες αυτές οι αναφορές αποτελούν σκανδαλώδη διαστρέβλωση των αντιλήψεων του Μαρξ και του Ένγκελς για το χατήρι της αστικής τάξης και των οπορτουνιστών, ακριβώς όπως τα γραπτά των αναρχικών Γκιγιόμ και Σία διαστρεβλώνουν τις αντιλήψεις του Μαρξ και του Ένγκελς, για να δικαιολογήσουν τον αναρχισμό. Ο πόλεμος 1870-1871 ήταν ιστορικά προοδευτικός από την πλευρά της Γερμανίας ως τη στιγμή που νικήθηκε ο Ναπολέων ο Γ’, γιατί ο Ναπολέων ο Γ’, μαζί με τον τσάρο, καταπίεζε επί πολλά χρόνια τη Γερμανία, διατηρώντας το φεουδαρχικό της κομμάτιασμα. Μόλις όμως ο πόλεμος μετατράπηκε σε καταλήστευση της Γαλλίας (προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωραίνης), ο Μαρξ και ο Ενγκελς καταδίκασαν κατηγορηματικά τους γερμανούς. Μα και στην αρχή αυτού του πολέμου ο Μαρξ και ο Ένγκελς επιδοκίμαζαν την άρνηση του Μπέμπελ και του Λήμπκνεχτ να ψηφίσουν τις πιστώσεις και συμβούλευαν τους σοσιαλδημοκράτες να μη συγχωνεύονται με την αστική τάξη, αλλά να υπερασπίζουν τα αυτοτελή ταξικά συμφέροντα του προλεταριάτου. Η μεταφορά της εκτίμησης του αστικοπροοδευτικού και εθνικοαπελευθερω-τικού εκείνου πολέμου στον σημερινό ιμπεριαλιστικό πόλεμο αποτελεί εμπαιγμό της αλήθειας. Το ίδιο ισχύει σε μεγαλύτερο ακόμη βαθμό για τον πόλεμο του 1854-1855 και για όλους τους πολέμους του 19ου αιώνα, όταν δεν υπήρχε ούτε ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός, ούτε ώριμες αντικειμενικές συνθήκες για σοσιαλισμό, ούτε μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα σ ’όλες τις εμπόλεμες χώρες, δηλ. όταν δεν υπήρχαν οι όροι ακριβώς εκείνοι, από τους οποίους η Διακήρυξη της Βασιλείας συμπέρανε την τακτική «της προλεταριακής επανάστασης» σε σύνδεση μ’ έναν πόλεμο ανάμεσα στις μεγάλες Δυνάμεις.

Όποιος επικαλείται σήμερα τη στάση του Μαρξ απέναντι στους πολέμους της εποχής της προοδευτικής αστικής τάξης και ξεχνάει τα λόγια του Μαρξ: «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα» - λόγια που αναφέρονται ακριβώς στην εποχή της αντιδραστικής αστικής τάξης που έφαγε τα ψωμιά της, στην εποχή της σοσιαλιστικής επανάστασης, αυτός διαστρεβλώνει αναίσχυντα τον Μαρξ και υποκαθιστά τη σοσιαλιστική άποψη με την αστική άποψη.

Η χρεοκοπία της Διεθνούς

Οι σοσιαλιστές όλου του κόσμου διακήρυξαν επίσημα το 1912 στη Βασιλεία ότι θεωρούν τον επερχόμενο ευρωπαϊκό πόλεμο «εγκληματικό» και αντιδραστικότατο έργο όλων των κυβερνήσεων, έργο που δεν μπορεί παρά να επιταχύνει την κατάρευση του καπιταλισμού, γεννώντας αναπόδραστα την επανάσταση εναντίον»του. Ήρθε ο πόλεμος, ήρθε η κρίση. Τα πιο πολλά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αντί να ακολουθήσουν επαναστατική τακτική, ακολούθησαν αντιδραστική τακτική, περνώντας με το μέρος των κυβερνήσεων τους και της αστικής τους τάξης. Η προδοσία αυτή του σοσιαλισμού σημαίνει χρεοκοπία της II (1889-1914) Διεθνούς και πρέπει να δούμε τι ήταν εκείνο που προκάλεσε αυτή τη χρεοκοπία, τι ήταν εκείνο που γέννησε το σοσιαλσωβινισμό, τι του έδωσε δύναμη.

Ο σοσιαλσωβινισμός είναι ολοκληρωμένος οπορτουνισμός

Σ’ όλη τη διάρκεια της εποχής της II Διεθνούς παντού έγινε πάλη μέσα στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ανάμεσα στην επαναστατική και στην οπορτουνιστική πτέρυγα. Σε μια σειρά χώρες είχαμε διάσπαση πάνω σ’ αυτή τη γραμμή (Αγγλία, Ιταλία, Ολλανδία, Βουλγαρία). Κανένας μαρξιστής δεν αμφέβαλλε ότι ο οπορτουνισμός εκφράζει την αστική πολιτική μέσα στο εργατικό κίνημα, εκφράζει τα συμφέροντα των μικροαστών και της συμμαχίας μιας μηδαμινής μερίδας αστοποιημένων εργατών με τη «δική τους» αστική τάξη ενάντια στα συμφέροντα της μάζας των προλετάριων, της μάζας των καταπιεζομένων.

Οι αντικειμενικές συνθήκες του τέλους του 19ου αιώνα δυνάμωσαν εξαιρετικά τον οπορτουνισμό, μετατρέποντας τη χρησιμοποίηση της αστικής νομιμότητας σε δουλοπρέπεια απέναντι της, δημιουργώντας ένα μικρό στρώμα γραφειοκρατίας και αριστοκρατίας της εργατικής τάξης και προσελκύοντας στις γραμμές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων πολλούς μικροαστούς «συνοδοιπόρους».

Ο πόλεμος επιτάχυνε την εξέλιξη, μετατρέποντας τον οπορτουνισμό σε σοσιαλσωβινισμό, μετατρέποντας τη μυστική συμμαχία των οπορτουνιστών σε ανοιχτή συμμαχία με την αστική τάξη. Ταυτόχρονα οι στρατιωτικές αρχές επιβάλανε παντού το στρατιωτικό νόμο και το φίμωτρο για την εργατική μάζα· οι παλιοί ηγέτες της εργατικής μάζας πέρασαν σχεδόν όλοι με το μέρος της αστικής τάξης.

Η οικονομική βάση του οπορτουνισμού και του σοσιαλσωβινισμού είναι μια και η ίδια: τα συμφέροντα ενός μηδαμινού στρώματος προνομιούχων εργατών και των μικροαστών, που υπερασπίζουν την προνομιούχα θέση τους, το «δικαίωμα» τους να παίρνουν ψίχουλα από τα κέρδη που πραγματοποιεί η εθνική «τους» τάξη από τη ληστεία των ξένων εθνών, από τα πλεονεκτήματα που της δίνει η κυριαρχική της θέση κτλ.

Το ιδεολογικοπολιτικό περιεχόμενο του οπορτουνισμού και του σοσιαλσωβινισμού είναι ένα και το ίδιο: συνεργασία των τάξεων αντί πάλη των τάξεων, άρνηση των επαναστατικών μέσων πάλης, βοήθεια στην κυβέρνηση «τους», που βρίσκεται σε δύσκολη θέση, αντί χρησιμοποίηση των δυσκολιών της για την επανάσταση. Αν πάρουμε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες στο σύνολο τους, αν στρέψουμε την προσοχή μας όχι σε ορισμένα πρόσωπα (έστω και σ’ εκείνα που έχουν το μεγαλύτερο κύρος), θα δούμε ότι το οπορτουνιστικό ακριβώς ρεύμα έγινε το κυριότερο προπύργιο του σοσιαλσωβινισμού, ενώ από το στρατόπεδο των επαναστατών υψώνεται σχεδόν παντού μια λίγο-πολύ συνεπής διαμαρτυρία εναντίον του. Και αν πάρουμε, λογουχάρη, τη διάταξη των διαφόρων ρευμάτων στο Διεθνές σοσιαλιστικό συνέδριο της Στουτγάρδης το 1907, θα δούμε ότι ο διεθνής μαρξισμός ήταν ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ενώ ο διεθνής οπορτουνισμός ήταν από τότε κιόλας με το μέρος του.

Η ενότητα με τους οπορτουνιστές είναι συμμαχία των εργατών με τη «δική τους» εθνική αστική τάξη και διάσπαση της διεθνούς επαναστατικής εργατικής τάξης

Προηγούμενα, στην προπολεμική εποχή, υπήρχε όχι σπάνια η γνώμη ότι ο οπορτουνισμός, αν και αποτελεί «παρέκκλιση», «ακρότητα», είναι ωστόσο συστατικό μέρος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Ο πόλεμος έδειξε ότι αυτό δεν μπορεί να ισχύει και στο μέλλον. Ο οπορτουνισμός «ωρίμασε», εκπλήρωσε ως το τέλος το ρόλο του απεσταλμένου της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα. Η ενότητα με τους οπορτουνιστές έγινε καθαρή υποκρισία, που το παράδειγμα της το βλέπουμε στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας. Σε όλες τις σοβαρότερες περιπτώσεις (λογουχάρη στην ψηφοφορία της 4ης Αυγούστου) οι οπορτουνιστές παρουσιάζονται μ’ ένα τελεσίγραφο που το πραγματοποιούν, χρησιμοποιώντας τους πολυάριθμους δεσμούς τους με την αστική τάξη, χρησιμοποιώντας την πλειοψηφία που διαθέτουν στις διοικήσεις των συνδικάτων κτλ. Η ενότητα με τους οπορτουνιστές σημαίνει σήμερα στην πράξη υποταγή της εργατικής τάξης στην εθνική «της» αστική τάξη, σημαίνει συμμαχία μαζί της για την υποδούλωση ξένων εθνών και για τον αγώνα για τα προνόμια του κυρίαρχου έθνους και είναι διάσπαση του επαναστατικού προλεταριάτου όλων των χωρών.

Όσο δύσκολη κι αν ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις η πάλη ενάντια στους οπορτουνιστές που κυριαρχούν σε πολλές οργανώσεις, όσο ιδιόμορφο κι αν ήταν σε ορισμένες χώρες το προτσές του ξεκαθαρίσματος των εργατικών κομμάτων από τους οπορτουνιστές, το προτσές αυτό είναι αναπόφευκτο και γόνιμο. Ο ρεφορμιστικός σοσιαλισμός πεθαίνει. Ο αναγεννώμενος σοσιαλισμός «θα είναι επαναστατικός, αδιάλλακτος, στασιαστικός» σύμφωνα με τη σωστή έκφραση του γάλλου σοσιαλιστή Πωλ Γκολέ.

«Ο καουτσκισμός»

Ο Κάουτσκι, η μεγαλύτερη αυθεντία της II Διεθνούς, αποτελεί ένα εξαιρετικά χαρακτηριστικό και χτυπητό παράδειγμα για το πώς η αποδοχή του μαρξισμού στα λόγια οδήγησε στην πράξη στη μετατροπή του σε «στρουβισμό» ή σε «μπρεντανισμό». Αυτό το βλέπουμε και στο παράδειγμα του Πλεχάνοφ. Με φανερά σοφίσματα προσπαθούν να ευνουχίσουν την επαναστατική ζωντανή ψυχή του μαρξισμού, παραδέχονται από το μαρξισμό όλα, εκτός από τα επαναστατικά μέσα πάλης, εκτός από το κήρυγμα και την προετοιμασία τους, εκτός από τη διαπαιδαγώγηση των μαζών προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση. Ο Κάουτσκι «συμβιβάζει» χωρίς αρχές τη βασική ιδέα του σοσιαλσωβινισμού, την αποδοχή της υπεράσπισης της πατρίδας στο σημερινό πόλεμο, με τη διπλωματική, φαινομενική παραχώρηση προς τους αριστερούς με μορφή αποχής κατά την ψήφιση των πιστώσεων, με μορφή υιοθέτησης στα λόγια μιας αντιπολιτευτικής στάσης κτλ. Ο Κάουτσκι, που το 1909 έγραψε ολόκληρο βιβλίο για την προσέγγιση της εποχής των επαναστάσεων και για τη σχέση του πολέμου με την επανάσταση, ο Κάουτσκι, που το 1912 υπέγραψε τη Διακήρυξη της Βασιλείας για την επαναστατική χρησιμοποίηση του επερχόμενου πολέμου, δικαιολογεί σήμερα σε όλους τους τόνους και εξωραΐζει το σοσιαλσωβινισμό και, όπως και ο Πλεχάνοφ, ενώνεται με την αστική τάξη, για να γελοιοποιήσει κάθε σκέψη για επανάσταση, κάθε βήμα προς τον άμεσα επαναστατικό αγώνα.

Η εργατική τάξη δεν μπορεί να εκπληρώσει τον παγκόσμιο επαναστατικό ρόλο της χωρίς να κάνει ανελέητο πόλεμο ενάντια σ’ αυτή την αποστασία, την αβουλία, τη δουλικότητα απέναντι στον οπορτουνισμό, ενάντια στον ανήκουστο θεωρητικό εκχυδαϊσμό του μαρξισμού. Ο καουτσκισμός δεν είναι κάτι το τυχαίο, αλλά ένα κοινωνικό προϊόν των αντιφάσεων της II Διεθνούς, είναι η συνένωση της πίστης στο μαρξισμό στα λόγια με την υποταγή στον οπορτουνισμό στην πράξη.

Η θεμελιακή αυτή υποκρισία του «καουτσκισμού» εκδηλώνεται με διάφορες μορφές στις διάφορες χώρες. Στην Ολλανδία ο Ρόλαντ Χολστ, ενώ αποκρούει την ιδέα της υπεράσπισης της πατρίδας, υπερασπίζει ωστόσο την ενότητα με το κόμμα των οπορτουνιστών. Στη Ρωσία ο Τρότσκι, ενώ αποκρούει επίσης αυτή την ιδέα, υπερασπίζει κατά τον ίδιο τρόπο την ενότητα με την οπορτουνιστική και σωβινιστική ομάδα του «Νάσα Ζαριά». Στη Ρουμανία ο Ρακόβσκι, ενώ κηρύσσει τον πόλεμο στον οπορτουνισμό σαν υπαίτιο της χρεοκοπίας της Διεθνούς, είναι ταυτόχρονα έτοιμος ν’ αναγνωρίσει ότι η ιδέα της υπεράσπισης της πατρίδας είναι δικαιολογημένη. Όλα αυτά είναι εκδηλώσεις του κακού που οι ολλανδοί μαρξιστές (Γκόρτερ, Πάννε-κουκ) το ονόμασαν «παθητικό ριζοσπαστισμό» και που ανάγεται στην αντικατάσταση του επαναστατικού μαρξισμού με τον εκλεκτικισμό στη θεωρία και με τη δουλοπρέπεια ή την αδυναμία απέναντι στον οπορτουνισμό στην πράξη.

Το σύνθημα των μαρξιστών είναι σύνθημα της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας

Ο πόλεμος προκάλεσε αναμφισβήτητα μια οξύτατη κρίση και επιδείνωσε σε αφάνταστο βαθμό την αθλιότητα των μαζών. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας αυτού του πολέμου, οι ξετσίπωτες ψευτιές της αστικής τάξης όλων των χωρών, που με «εθνική» ιδεολογία συγκαλύπτει τους ληστρικούς σκοπούς της, όλα αυτά, στη βάση μιας αντικειμενικά επαναστατικής κατάστασης, προκαλούν αναπότρεπτα επαναστατικές διαθέσεις μέσα στις μάζες.

Χρέος μας είναι να βοηθήσουμε ώστε οι διαθέσεις αυτές να πάρουν συνειδητή μορφή, να αποκτήσουν βαθύτερο περιεχόμενο, να διαμορφωθούν. Το καθήκον αυτό το εκφράζει σωστά μόνο το σύνθημα της μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε πόλεμο εμφύλιο και ο κάθε συνεπής ταξικός αγώνας σε καιρό πολέμου, η κάθε σοβαρά εφαρμοζόμενη τακτική «μαζικής δράσης» οδηγεί αναπότρεπτα σ’ αυτό το σύνθημα. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν, εξαιτίας του 1ου ή του 2ου ιμπεριαλιστικού πολέμου των μεγάλων Δυνάμεων, θα φουντώσει ένα ισχυρό επαναστατικό κίνημα στη διάρκεια του πολέμου ή ύστερα απ’ αυτόν όπως και να είναι όμως, έχουμε επιτακτικό χρέος να δουλεύουμε συστηματικά και απαρέγκλιτα προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση.

Η Διακήρυξη της Βασιλείας αναφέρεται άμεσα στο παράδειγμα της Κομμούνας του Παρισιού, δηλ. της μετατροπής του πολέμου των κυβερνήσεων σε εμφύλιο πόλεμο. Πριν από μισόν αιώνα το προλεταριάτο ήταν πολύ αδύνατο, οι αντικειμενικές συνθήκες του σοσιαλισμού δεν είχαν ακόμη ωριμάσει, δεν μπορούσε να υπάρξει συντονισμός και σύμπραξη των επαναστατικών κινημάτων σε όλες τις εμπόλεμες χώρες και το ότι ένα μέρος των παρισινών εργατών παρασύρονταν προς την «εθνική ιδεολογία» (παραδόσεις του 1792) ήταν μια μικροαστική τους αδυναμία, που τη σημείωσε στον καιρό της ο Μαρξ και μια από τις αιτίες της πτώσης της Κομμούνας. Μισόν αιώνα ύστερα από την Κομμούνα έχουν εξαφανιστεί οι συνθήκες που προκάλεσαν την αδυναμία της τοτινής επανάστασης και δεν συγχωρείται σήμερα σ’ ένα σοσιαλιστή να συμβιβάζεται με την παραίτηση από τη δράση στο πνεύμα ακριβώς των κομμουνάρων του Παρισιού.

Το παράδειγμα της συναδέρφωσης στα χαρακώματα

Οι αστικές εφημερίδες όλων των εμπόλεμων χωρών ανάφεραν παραδείγματα συναδέλφωσης ανάμεσα στους στρατιώτες των εμπόλεμων εθνών ακόμη και στα χαρακώματα. Και η έκδοση από τις στρατιωτικές αρχές (της Γερμανίας, της Αγγλίας) δρακόντειων διαταγών ενάντια σε μια τέτοια συναδέλφωση δείχνει ότι οι κυβερνήσεις και η αστική τάξη δίνουν μεγάλη σημασία σ’ αυτό το γεγονός. Αν, σε συνθήκες ολοκληρωτικής κυριαρχίας του οπορτουνισμού στις κορυφές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης και υποστήριξης του σοσιαλσωβινισμού απ’όλο το σοσιαλδημοκρατικό τύπο, απ’ όλες τις αυθεντίες της II Διεθνούς, έγινε δυνατό να παρουσιαστούν περιπτώσεις συναδέλφωσης, αυτό μας δείχνει πόσο θα ήταν δυνατό να συντομευτεί ο σημερινός εγκληματικός, αντιδραστικός και δουλοκτητικός πόλεμος και να οργανωθεί ένα επαναστατικό διεθνές κίνημα, αν υπήρχε μια συστηματική δουλειά προς αυτή την κατεύθυνση, έστω και μόνο των αριστερών σοσιαλιστών όλων των εμπόλεμων χωρών.

Η σημασία της παράνομης οργάνωσης

Οι πιο επιφανείς αναρχικοί όλου του κόσμου εξευτελίστηκαν όχι λιγότερο από τους οπορτουνιστές με το σοσιαλσωβινισμό τους (στο πνεύμα του Πλεχάνοφ και του Κάουτσκι) σε τούτο τον πόλεμο. Ένα από τα ωφέλιμα αποτελέσματα του πολέμου θα είναι αναμφισβήτητα το ότι ο πόλεμος αυτός θα εκμηδενίσει και τον οπορτουνισμό και τον αναρχισμό.

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, χωρίς να παραιτηθούν σε καμιά περίπτωση και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες από τη χρησιμοποίηση κάθε νόμιμης δυνατότητας, και της πιο μικρής, για την οργάνωση των μαζών και από το κήρυγμα του σοσιαλισμού, πρέπει να ξεκόψουν από το δουλοπρεπή σεβασμό της νομιμότητας. «Πυροβολήστε πρώτοι, κύριοι αστοί», έγραφε ο Ένγκελς, κάνοντας υπαινιγμό ακριβώς για τον εμφύλιο πόλεμο και την ανάγκη παραβίασης της νομιμότητας απόμερους μας, ύστερα από την παραβίαση της από την αστική τάξη. Η κρίση έδειξε ότι η αστική τάξη την παραβιάζει σε όλες, ακόμη και στις πιο ελεύθερες χώρες και ότι δεν είναι δυνατό να οδηγηθούν οι μάζες στην επανάσταση, χωρίς να δημιουργηθεί παράνομη οργάνωση με σκοπό το κήρυγμα, τη συζήτηση, την εκτίμηση και την προετοιμασία των επαναστατικών μέσων πάλης. Στη Γερμανία, λογουχάρη, ό,τι τίμιο κάνουν οι σοσιαλιστές, το κάνουν ενάντια στον πρόστυχο οπορτουνισμό και τον υποκριτικό «καουτσκισμό» και το κάνουν ίσα - ίσα παράνομα. Στην Αγγλία στέλνουν στα κάτεργα όσους καλούν με γραπτές εκκλήσεις να μην καταταχθεί κανείς στο στρατό.

Το να πιστεύει κανείς ότι η άρνηση των παράνομων μεθόδων προπαγάνδας, καθώς και η γελοιοποίηση τους στο νόμιμο τύπο μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδιότητα του μέλους του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ισοδυναμεί με προδοσία του σοσιαλισμού.

Για την ήττα της κυβέρνησης της «χώρας σου» στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο

Όσοι στο σημερινό πόλεμο υπερασπίζουν τη νίκη της κυβέρνησης της χώρας τους, όπως και όσοι υπερασπίζουν το σύνθημα «ούτε νίκη, ούτε ήττα», είναι κατά τον ίδιο τρόπο υπέρ της άποψης του σοσιαλσωβινισμού. Σ’ έναν αντιδραστικό πόλεμο μια επαναστατική τάξη δεν μπορεί να μην εύχεται την ήττα της δικής της κυβέρνησης, δεν μπορεί να μη βλέπει τη σύνδεση ανάμεσα στις στρατιωτικές αποτυχίες της κυβέρνησης της και στη διευκόλυνση της ανατροπής της. Μόνο ένας αστός, που πιστεύει ότι ο πόλεμος, τον οποίο άρχισαν κυβερνήσεις, θα τελειώσει οπωσδήποτε σαν πόλεμος ανάμεσα σε κυβερνήσεις, μόνο ένας αστός που το πιστεύει αυτό και το εύχεται, θα βρει «γελοία» η «παράλογη» την ιδέα ότι οι σοσιαλιστές όλων των εμπόλεμων χωρών πρέπει να εκφράσουν την ευχή να ηττηθούν όλες οι εμπόλεμες κυβερνήσεις «τους». Αντίθετα, ακριβώς αυτή η εκδήλωση θα ανταποκρινόταν στις ενδόμυχες σκέψεις του κάθε συνειδητού εργάτη και θα ήταν σύμφωνη με τη γραμμή της δράσης μας, που κατευθύνεται στη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο.

Είναι αναμφίβολο ότι η σοβαρή αντιπολεμική ζύμωση που κάνει μια μερίδα άγγλων, γερμανών και ρώσων σοσιαλιστών «εξασθένισε την πολεμική δύναμη» των αντίστοιχων κυβερνήσεων, αυτή όμως η ζύμωση αποτελούσε υπηρεσία των σοσιαλιστών. Οι σοσιαλιστές έχουν χρέος να εξηγούν στις μάζες ότι δεν υπάρχει γι’ αυτές άλλη σωτηρία έξω από την επαναστατική ανατροπή των κυβερνήσεων «τους» και ότι πρέπει να επωφεληθούν από τις δυσκολίες αυτών των κυβερνήσεων στο σημερινό πόλεμο γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό.

Για τον πασιφισμό και το σύνθημα της ειρήνης

Οι διαθέσεις των μαζών υπέρ της ειρήνης εκφράζουν συχνά την απαρχή της διαμαρτυρίας, της αγανάκτησης και της επίγνωσης της αντιδραστικότητας του πολέμου. Είναι χρέος όλων των σοσιαλδημοκρατών να επωφεληθούν απ’ αυτές τις διαθέσεις. Οι σοσιαλδημοκράτες θα πάρουν με τη μεγαλύτερη θέρμη μέρος σε κάθε κίνημα και σε κάθε εκδήλωση που θα γίνει πάνω σ’ αυτή τη βάση, δεν θα εξαπατήσουν όμως το λαό με την παραδοχή της ιδέας ότι, όταν λείπει ένα επαναστατικό κίνημα, μπορεί να γίνει ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις, χωρίς καταπίεση των εθνών, χωρίς ληστεία, ειρήνη που να μην περιέχει το σπέρμα νέων πολέμων ανάμεσα στις σημερινές κυβερνήσεις και ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις. Μια τέτοια εξαπάτηση του λαού θ’ αποτελούσε απλώς παιχνίδι στα χέρια της μυστικής διπλωματίας των εμπόλεμων κυβερνήσεων και των αντεπαναστατικών τους σχεδίων. Όποιος θέλει σταθερή και δημοκρατική ειρήνη, έχει υποχρέωση να είναι υπέρ του εμφυλίου πολέμου ενάντια στις κυβερνήσεις και την αστική τάξη.

Σχετικά με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών

Η πιο διαδομένη μορφή εξαπάτησης του λαού από την αστική τάξη σε τούτο τον πόλεμο είναι η απόκρυψη των ληστρικών σκοπών του με τη χρησιμοποίηση της «εθνικοαπελευθερωτικής» ιδεολογίας. Οι άγγλοι υπόσχονται ελευθερία στο Βέλγιο, οι γερμανοί στην Πολωνία κτλ. Στην πραγματικότητα, όπως είδαμε, πρόκειται για πόλεμο που διεξάγουν οι καταπιεστές της πλειοψηφίας των εθνών του κόσμου για τη στερέωση και την επέκταση αυτής της καταπίεσης.

Οι σοσιαλιστές δεν μπορούν να πετύχουν το μεγάλο τους σκοπό, χωρίς αγώνα ενάντια σε κάθε λογής καταπίεση των εθνών. Γι’ αυτό έχουν οπωσδήποτε χρέος να απαιτούν ώστε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα των χωρών που καταπιέζουν άλλες χώρες (ιδιαίτερα των λεγόμενων «μεγάλων» Δυνάμεων) να αναγνωρίζουν και να υπερασπίζουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των καταπιεζόμενων εθνών, συγκεκριμένα με την πολιτική έννοια της λέξης, δηλ. το δικαίωμα για πολιτικό αποχωρισμό. Ο σοσιαλιστής που ανήκει σ’ ένα κυρίαρχο έθνος, ή σ’ ένα έθνος που έχει αποικίες και δεν υπερασπίζει αυτό το δικαίωμα, είναι σοβινιστής.

Η υπεράσπιση αυτού του δικαιώματος όχι μόνο δεν ενθαρρύνει το σχηματισμό μικρών κρατών, αλλά απεναντίας οδηγεί σε πιο ελεύθερο, σε πιο τολμηρό και γι’ αυτό πιο πλατύ και πιο γενικό σχηματισμό μεγάλων κρατών και ενώσεων κρατών, που συμφέρουν περισσότερο στις μάζες και ανταποκρίνονται περισσότερο στην οικονομική ανάπτυξη.

Με τη σειρά τους οι σοσιαλιστές των καταπιεζόμενων εθνών οφείλουν ν’ αγωνίζονται ανεπιφύλακτα για την πλήρη (μαζί και οργανωτική) ενότητα των εργατών των καταπιεζόμενων εθνών μαζί με τους εργάτες των εθνών που καταπιέζουν άλλα έθνη. Η ιδέα του νομικού αποχωρισμού ενός έθνους από ένα άλλο έθνος (η λεγόμενη «πολιτιστική-εθνική αυτονομία» των Μπάουερ και Ρέννερ) είναι αντιδραστική ιδέα.

Ιμπεριαλισμός είναι η εποχή της προοδευτικής αύξησης της καταπίεσης των εθνών όλου του κόσμου από μια χούφτα «μεγάλες» Δυνάμεις, και γι’ αυτό ο αγώνας για τη διεθνή σοσιαλιστική επανάσταση ενάντια στον ιμπεριαλισμό δεν είναι δυνατός χωρίς την αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των εθνών. «Δεν μπορεί να είναι ελεύθερος ένας λαός που καταπιέζει άλλους λαούς» (Μαρξ και Ένγκελς). Δεν μπορεί να είναι σοσιαλιστικό το προλεταριάτο που συμβιβάζεται και με την ελάχιστη βία του έθνους «του» ενάντια σε άλλα έθνη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Οι τάξεις και τα κόμματα της Ρωσίας

Η αστική τάξη και ο πόλεμος

Από μια άποψη η ρωσική κυβέρνηση δεν έμεινε πίσω από τους συναδέλφους της της Ευρώπης: όπως κι εκείνοι, έτσι και η ρωσική κυβέρνηση κατόρθωσε να εξαπατήσει το λαό «της» σε μεγάλη κλίμακα. Και στη Ρωσία μπήκε σε ενέργεια ένας τεράστιος, τερατώδης μηχανισμός ψευτιάς και απάτης, για να μολύνει τις μάζες με σωβινισμό, για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η τσαρική κυβέρνηση διεξάγει τάχα «δίκαιο» πόλεμο, υπερασπίζει ανιδιοτελώς τους «αδελφούς σλάβους» κτλ.

Η τάξη των τσιφλικάδων και τα ανώτερα στρώματα της εμποροβιομηχανικής, αστικής τάξης υποστήριξαν ένθερμα τη φιλοπόλεμη πολιτική της τσαρικής κυβέρνησης. Με το δίκιο τους περιμένουν τεράστια υλικά πλεονεκτήματα και προνόμια για τον εαυτό τους από το μοίρασμα της τουρκικής και της αυστριακής κληρονομιάς. Σε μια σειρά συνέδρια τους απολαμβάνουν κιόλας προκαταβολικά τα κέρδη που θα γεμίσουν τις τσέπες τους σε περίπτωση νίκης του τσαρικού στρατού. Εκτός απ’ αυτό οι αντιδραστικοί καταλαβαίνουν πολύ καλά ότι, αν υπάρχει κάτι που μπορεί ακόμη να αναβάλει την πτώση της μοναρχίας των Ρομάνοφ και να καθυστερήσει το ξέσπασμα μιας νέας επανάστασης στη Ρωσία, αυτό είναι μόνο η νίκη του τσάρου στον εξωτερικό πόλεμο.

Τα πλατιά στρώματα των «μεσαίων αστών» των πόλεων, της αστικής διανόησης, των ελεύθερων επαγγελμάτων κτλ. μολύνθηκαν επίσης -τουλάχιστο στην αρχή του πολέμου- από το σωβινισμό. Το κόμμα της φιλελεύθερης αστικής τάξης της Ρωσίας -οι καντέτοι- υποστήριξε ολοκληρωτικά και ανεπιφύλακτα την τσαρική κυβέρνηση. Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής οι καντέτοι από καιρό αποτελούν κιόλας κυβερνητικό κόμμα. Ο πανσλαβισμός, που με τη βοήθεια του η τσαρική διπλωματία επανειλημμένα ως τα τώρα πραγματοποίησε μεγάλες πολιτικές απάτες, έγινε η επίσημη ιδεολογία των καντέτων. Ο ρωσικός φιλελευθερισμός εκφυλίστηκε σε εθνικοφιλελευθερισμό. Συναγωνίζεται σε «πατριωτισμό» τις μαύρες εκατονταρχίες, ψηφίζει πάντα με ευχαρίστηση υπέρ της αύξησης της δύναμης του στρατού, του πολεμικού στόλου κτλ. Στο στρατόπεδο του ρωσικού φιλελευθερισμού παρατηρείται πάνω-κάτω το ίδιο φαινόμενο που παρατηρήθηκε στη Γερμανία στα 1870-1880, όταν οφιλελευθερισμός των «ελεύθερων στοχαστών» αποσυντέθηκε και ανάδειξε από τις γραμμές του το εθνικοφιλελεύθερο κόμμα. Η ρωσική φιλελεύθερη αστική τάξη πήρε οριστικά το δρόμο της αντεπανάστασης. Η άποψη του ΣΔΕΚΡ σ’ αυτό το ζήτημα επαληθεύτηκε στο ακέραιο. Η ζωή ανάτρεψε ολοκληρωτικά την άποψη των οπορτουνιστών μας ότι ο ρωσικός φιλελευθερισμός εξακολουθεί να είναι τάχα η κινητήρια δύναμη της επανάστασης στη Ρωσία.

Η άρχουσα κλίκα, με τη βοήθεια του αστικού τύπου, του κλήρου κτλ. κατόρθωσε επίσης να προκαλέσει σωβινιστικές διαθέσεις και μέσα στην αγροτιά. Ωστόσο είναι αναμφισβήτητο ότι με την επιστροφή των στρατιωτών από τα πεδία των μαχών ή διάθεση στο χωριό θ’ αλλάζει όχι προς όφελος της τσαρικής μοναρχίας. Τα αστικοδημοκρατικά κόμματα που έρχονται σε επαφή με την αγροτιά δεν άντεξαν στο κύμα του σωβινισμού. Το κόμμα των τρουντοβίκων αρνήθηκε να ψηφίσει τις πολεμικές πιστώσεις στην Κρατική δούμα. Με το στόμα όμως του αρχηγού του Κέρενσκι έκανε μια «πατριωτική» δήλωση που ευνοεί εξαιρετικά τη μοναρχία. Όλος ο νόμιμος τύπος των «ναρόντνικων» γενικά ακολούθησε τους φιλελευθέρους. Ακόμη και η αριστερή πτέρυγα της αστικής δημοκρατίας, το λεγόμενο Κόμμα των σοσιαλιστών-επαναστατών, που ανήκει στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο, τράβηξε μ’ αυτό το ρεύμα. Ο εκπρόσωπος αυτού του κόμματος στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Γραφείο κ. Ρουμπανόβιτς ενεργεί σαν ανοιχτός σοσιαλσωβινιστής. Οι μισοί αντιπρόσωποι αυτού του κόμματος στη συνδιάσκεψη των σοσιαλιστών της «συνεννόησης», που έγινε στο Λονδίνο, ψήφισαν υπέρ της σοβινιστικής απόφασης (οι άλλοι μισοί τήρησαν αποχή). Στον παράνομο τύπο των σοσιαλιστών-επαναστατών (εφημερίδα «Νόβοστι» κτλ.) επικρατούν οι σωβινιστές. Οι επαναστάτες «από το αστικό περιβάλλον», δηλ. οι αστοί επαναστάτες που δεν συνδέονται με την εργατική τάξη, έπαθαν μια οικτρότατη αποτυχία σ’ αυτό τον πόλεμο. Η θλιβερή τύχη του Κροπότκιν, του Μπούρτσεφ και του Ρουμπανόβιτς είναι εξαιρετικά ενδεικτική.

Η εργατική τάξη και ο πόλεμος

Η μοναδική τάξη της Ρωσίας που δεν κατόρθωσαν να της μεταδώσουν το μικρόβιο του σωβινισμού είναι το προλεταριάτο. Μόνο στα πιο καθυστερημένα στρώματα των εργατών παρατηρήθηκαν στις αρχές του πολέμου ορισμένες υπερβασίες. Η συμμετοχή των εργατών στα έκτροπα που έγιναν στη Μόσχα ενάντια στους γερμανούς έχει εξογκωθεί υπερβολικά. Η εργατική τάξη της Ρωσίας στο σύνολο της αποδείχτηκε ότι έχει ανοσία απέναντι στο σωβινισμό.

Το γεγονός αυτό εξηγείται από την επαναστατική κατάσταση της χώρας και από τις γενικές συνθήκες ζωής του προλεταριάτου της Ρωσίας.

Στα χρόνια 1912-1914 σημειώθηκε η αρχή μιας νέας μεγαλειώδους επαναστατικής ανόδου στη Ρωσία. Γίναμε ξανά μάρτυρες ενός μεγάλου απεργιακού κινήματος, που όμοιο του δεν γνώρισε ο κόσμος. Η μαζική επαναστατική απεργία αγκάλιασε το 1913, σύμφωνα με τος μετριότερους υπολογισμούς, 1½ εκατομμύριο ανθρώπους και το 1914 ξεπέρασε τα 2 εκατομμύρια κι έφτασε το επίπεδο του 1905. Στις παραμονές του πολέμου στην Πετρούπολη τα πράγματα είχαν φτάσει ήδη στις πρώτες μάχες οδοφραγμάτων.

Το παράνομο Σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα της Ρωσίας εκπλήρωσε το χρέος του απέναντι στη Διεθνή. Κράτησε ακλόνητα στα χέρια του τη σημαία του διεθνισμού. Το κόμμα μας από καιρό έχει ξεκόψει οργανωτικά από τις οπορτουνιστικές ομάδες και τα οπορτουνιστικά στοιχεία. Δεν το βαρύνουν οι αμαρτίες του οπορτουνισμού και του «λεγκαλισμού με κάθε θυσία». Και το γεγονός αυτό το βοήθησε να εκπληρώσει το επαναστατικό του χρέος - όπως βοήθησε και τους ιταλούς συντρόφους η ρήξη με το οπορτουνιστικό κόμμα του Μπισσολάτι.

Η γενική κατάσταση της χώρας μας δεν ευνοεί την άνθιση του «σοσιαλιστικού» οπορτουνισμού μέσα στις γραμμές των εργατικών μαζών. Μέσα στη διανόηση, στους μικροαστούς κτλ. της Ρωσίας βλέπουμε ολόκληρη σειρά αποχρώσεις του οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού. Ο οπορτουνισμός όμως αποτελεί μια μηδαμινή μειοψηφία μέσα στα πολιτικά δραστήρια στρώματα των εργατών. Το στρώμα των προνομιούχων εργατών και υπαλλήλων είναι πολύ αδύνατο στη χώρα μας. Δεν μπόρεσε να δημιουργηθεί σε μας ο φετιχισμός της νομιμότητας. Οι λικβινταριστές (το κόμμα των οπορτουνιστών που καθοδηγείται από τον Αξελρόντ, τον Πότρεσοφ, τον Τσερεβάνιν, τον Μάσλοφ κτλ.) πριν από τον πόλεμο δεν είχαν κανένα σοβαρό στήριγμα μέσα στις εργατικές μάζες. Στις εκλογές της IV Κρατικής δούμας βγήκαν 6 βουλευτές-εργάτες, όλοι τους αντίπαλοι του λικβινταρισμού. Η κυκλοφορία και οι χρηματικοί έρανοι του νόμιμου εργατικού τύπου της Πετρούπολης και της Μόσχας απόδειξαν αδιάψευστα ότι τα 4/5 των συνειδητών εργατών είναι ενάντια στον οπορτουνισμό και το λικβινταρισμό.

Από την αρχή του πολέμου η τσαρική κυβέρνηση συνέλαβε και εξόρισε χιλιάδες και χιλιάδες πρωτοπόρους εργάτες, μέλη του παράνομου μας ΣΔΕΚΡ. Το γεγονός αυτό μαζί με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου στη χώρα μας, το κλείσιμο των εφημερίδων μας κτλ. φρενάρησε το κίνημα. Παρόλα αυτά όμως η παράνομη επαναστατική δουλειά του κόμματος μας συνεχίζεται. Στην Πετρούπολη η επιτροπή του κόμματος μας βγάζει την παράνομη εφημερίδα «Προλετάρσκι Γκόλος».

Τα άρθρα του Κεντρικού Οργάνου «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ», που εκδίδεται στο εξωτερικό, ανατυπώνονται στην Πετρούπολη και στέλνονται στις επαρχίες. Βγαίνουν παράνομες προκηρύξεις που μοιράζονται και στους στρατώνες. Έξω από τις πόλεις, σε διάφορα μυστικά μέρη, γίνονται παράνομες συνελεύσεις των εργατών. Τον τελευταίο καιρό άρχισαν στην Πετρούπολη μεγάλες απεργίες των εργατών μεταλλουργίας. Απ αφορμή αυτές τις απεργίες η επιτροπή μας της Πετρούπολης έβγαλε αρκετές προκηρύξεις προς τους εργάτες.

Η ρωσική σοσιαλδημοκρατική εργατική κοινοβουλευτική ομάδα στην κρατική δούμα και ο πόλεμος

Το 1913 έγινε διάσπαση ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες βουλευτές της Κρατικής δούμας. Από το ένα μέρος ήταν οι 7 οπαδοί του οπορτουνισμού, μ’ επικεφαλής τον Τσχεΐτζε. Οι βουλευτές αυτοί είχαν εκλεγεί σε 7 μη προλεταριακά κυβερνεία, όπου οι εργάτες ήταν 214 χιλιάδες. Από το άλλο μέρος ήταν οι 6 βουλευτές, όλοι από την εργατική κουρία, εκλεγμένοι στα πιο βιομηχανικά κέντρα της Ρωσίας, όπου οι εργάτες ήταν 1.008.000.

Το κύριο αντικείμενο της διάσπασης ήταν: ποια τακτική πρέπει ν’ ακολουθηθεί, η τακτική του επαναστατικού μαρξισμού ή η τακτική του οπορτουνιστικού ρεφορμισμού. Πρακτικά η διάσπαση εκδηλώθηκε κυρίως στον τομέα της εξωκοινοβουλευτικής δουλειάς μέσα στις μάζες. Η δουλειά αυτή έπρεπε να διεξάγεται στη Ρωσία παράνομα, αν εκείνοι που την έκαναν ήθελαν να παραμείνουν σε επαναστατικό έδαφος. Η ομάδα Τσχεΐτζε στάθηκε ο πιστότερος σύμμαχος των λικβινταριστών, που απόκρουαν την παράνομη δουλειά και τους υποστήριζε σε όλες τις συσκέψεις με τους εργάτες, σε όλες τις συνελεύσεις. Από δω προέκυψε η διάσπαση. Οι 6 βουλευτές σχημάτισαν τη ΡΣΔΕ κοινοβουλευτική ομάδα. Ένας χρόνος δουλειάς απόδειξε αδιάψευστα ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ρώσων εργατών είναι ακριβώς υπέρ αυτής της ομάδας.

Στην αρχή του πολέμου η διάσπαση ήταν εξαιρετικά έκδηλη. Η ομάδα Τσχεΐτζε περιορίστηκε στο κοινοβουλευτικό πεδίο. Δεν ψήφισε τις πιστώσεις, γιατί θα προκαλούσε εναντίον της θύελλα αγανάκτησης από την πλευρά των εργατών. (Είδαμε ότι στη Ρωσία ακόμη και οι μικροαστοί τρουντοβίκοι δεν ψήφισαν τις πιστώσεις.) Ωστόσο η ομάδα αυτή ταυτόχρονα δεν διαμαρτυρήθηκε ενάντια στο σοσιαλσωβινισμό. Διαφορετική ήταν η στάση της ΡΣΔΕ κοινοβουλευτικής ομάδας, που εκφράζε την πολιτική γραμμή του κόμματος μας. Τη διαμαρτυρία της ενάντια στον πόλεμο την έφερε στα κατάβαθα της εργατικής τάξης και το κήρυγμα της κατά του ιμπεριαλισμού έφτασε ως τις πλατιές μάζες των ρώσων προλετάριων.

Και η δράση της βρήκε πολύ ευνοϊκή απήχηση στις γραμμές των εργατών, πράγμα που τρόμαξε την κυβέρνηση και την ανάγκασε, με φανερή παράβαση των ίδιων της των νόμων, να συλλάβει και να καταδικάσει τους συντρόφους μας βουλευτές σε ισόβια εξορία στη Σιβηρία. Και στην πρώτη επίσημη ανακοίνωση για τη σύλληψη των συντρόφων μας η τσαρική κυβέρνηση έγραφε:

«Τελείως διαφορετική θέση πήραν σ’ αυτό το ζήτημα ορισμένα μέλη των σοσιαλδημοκρατικών ομίλων, που έβαλαν για σκοπό τους να κλονίσουν με τη δράση τους τη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας, χρησιμοποιώντας την αντιπολεμική ζύμωση, τις παράνομες προκηρύξεις και την προφορική προπαγάνδα».

Όταν ο Βαντερβέλντε απηύθυνε τη γνωστή έκκληση του να σταματήσει «προσωρινά» ο αγώνας κατά του τσαρισμού - από τις καταθέσεις του πρίγκιπα Κουντασιόφ, πρεσβευτή του τσάρου στο Βέλγιο, έγινε τώρα γνωστό ότι ο Βαντερβέλντε δεν σύνταξε μόνος του αυτή την έκκληση, αλλά σε συνεργασία με τον παραπάνω πρεσβευτή του τσάρου - μόνο το κόμμα μας, με εκπρόσωπο του την ΚΕ, έδοσε αρνητική απάντηση. Το καθοδηγητικό κέντρο των λικβινταριστών σρμφώνησε με τον Βαντερβέλντε καν δήλωσε επίσημα στον τύπο ότι «η δράση του δεν αντιτίθεται στον πόλεμο».

Η τσαρική κυβέρνηση κατηγόρησε κυρίως τους συντρόφους μας βουλευτές, γιατί προπαγάνδιζαν μέσα στους εργάτες την αρνητική αυτή απάντηση στον Βαντερβέλντε.

Στη δίκη ο τσαρικός εισαγγελέας κ. Νιεναροκόμοφ έφερε σαν παράδειγμα στους συντρόφους μας τους γερμανούς και τους γάλλους σοσιαλιστές. «Οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες -είπε- ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις και αποδείχτηκαν φίλοι της κυβέρνησης. Έτσι ενήργησαν οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, δεν ενήργησαν όμως με τον ίδιο τρόπο οι θλιβεροί ιππότες της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας... Οι σοσιαλιστές του Βελγίου και της Γαλλίας ξέχασαν ομόθυμα τις φαγωμάρες τους με τις άλλες τάξεις, ξέχασαν τις κομματικές διαφωνίες και τάχθηκαν χωρίς ταλαντεύσεις κάτω από τις σημαίες». Τα μέλη όμως της ΡΣΔΕ κοινοβουλευτικής ομάδας, πειθαρχώντας στις οδηγίες της ΚΕ του κόμματος, δεν φέρθηκαν, λέει, με τον ίδιο τρόπο...

Η δίκη έκανε να φανεί η επιβλητική εικόνα της πλατιάς παράνομης ζύμωσης που αναπτύσσει το κόμμα μας μέσα στις μάζες του προλεταριάτου ενάντια στον πόλεμο! Εννοείται ότι το τσαρικό δικαστήριο δεν πέτυχε καθόλου «να αποκαλύψει» όλη τη δράση των συντρόφων μας σ’ αυτό τον τομέα. Μα κι αυτό που αποκαλύφθηκε έδειξε πόσα έγιναν στο σύντομο χρονικό διάστημα μερικών μηνών.

Στο δικαστήριο διαβάστηκαν οι παράνομες προκηρύξεις των ομάδων μας και των επιτροπών μας ενάντια στον πόλεμο και για μια διεθνή τακτική. Από τους συνειδητούς εργάτες όλης της Ρωσίας απλώνονταν τα νήματα σύνδεσης με τα μέλη της ΡΣΔΕ κοινοβουλευτικής ομάδας κι αυτή στο μέτρο των δυνάμεων της προσπαθούσε να τους βοηθήσει να κρίνουν τον πόλεμο από τη σκοπιά του μαρξισμού.

Ο σύντροφος Μουράνοφ, βουλευτής των εργατών του κυβερνείου του Χάρκοβου, είπε στη δίκη:

«Επειδή καταλάβαινα ότι ο λαός δεν μ’ έστειλε στην Κρατική δούμα για να κάθομαι στη βουλευτική έδρα, ταξίδευα για να γνωρίσω επιτόπου τις διαθέσεις της εργατικής τάξης». Ο Μουράνοφ δήλωσε επίσης στο δικαστήριο ότι είχε αναλάβει τη δουλειά του παράνομου διαφωτιστή του κόμματος μας, ότι οργάνωσε στα Ουράλια επιτροπή εργατών στο εργοστάσιο «Βερχνιέισετσκι» και σε άλλα μέρη. Η δίκη έδειξε ότι τα μέλη της ΡΣΔΕ κοινοβουλευτικής ομάδας μετά την έναρξη του πολέμου γύρισαν για προπαγανδιστικούς σκοπούς σχεδόν όλη τη Ρωσία, ότι ο Μουράνοφ, ο Πετρόβσκι, ο Μπαντάγεφ κτλ. οργάνωσαν πολλές συγκεντρώσεις εργατών, όπου πάρθηκαν αποφάσεις κατά του πολέμου κτλ.

Η τσαρική κυβέρνηση απείλησε τους κατηγορούμενους με καταδίκη σε θάνατο. Για το λόγο αυτό στη δίκη δεν κράτησαν όλοι την παλικαρίσια στάση που κράτησε ο συν. Μουράνοφ. Προσπάθησαν να δυσκολέψουν τους τσαρικούς εισαγγελείς, ώστε να μην πετύχουν την καταδίκη τους. Το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύονται σήμερα με τρόπο αναξιοπρεπή οι ρώσοι σοσιαλσωβινιστές, για να συγκαλύψουν την ουσία του ζητήματος που είναι: τι λογής κοινοβουλευτισμός χρειάζεται στην εργατική τάξη;

Τον κοινοβουλευτισμό τον δέχονται ο Ζύντεκουμ και ο Χάινε, ο Σαμπά και ο Βαγιάν, ο Μπισσολάτι και ο Μουσσολίνι, ο Τσχεΐτζε και ο Πλεχάνοφ. Τον κοινοβουλευτισμό τον δέχονται και οι σύντροφοι μας της ΡΣΔΕ κοινοβουλευτικής ομάδας, τον δέχονται οι βούλγαροι και οι ιταλοί σύντροφοι που έχουν ξεκόψει από τους σωβινιστές. Υπάρχει κοινοβουλευτισμός και κοινοβουλευτισμός. Ορισμένοι χρησιμοποιούν τον κοινοβουλευτικό στίβο για να υπηρετήσουν τις κυβερνήσεις τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, για να νίψουν τας χείρας τους, όπως κάνει η ομάδα Τσχεΐτζε. Άλλοι χρησιμοποιούν τον κοινοβουλευτισμό για να μείνουν επαναστάτες ως το τέλος, για να εκπληρώσουν το χρέος τους, χρέος σοσιαλιστών και διεθνιστών και στις πιο δύσκολες ακόμη περιστάσεις. Ορισμένους η κοινοβουλευτική δράση τους οδηγεί σε υπουργικούς θώκους και άλλους η κοινοβουλευτική δράση τους οδηγεί στη φυλακή, στην εξορία, στα κάτεργα. Οι πρώτοι υπηρετούν την αστική τάξη, οι δεύτεροι το προλεταριάτο. Οι πρώτοι είναι σοσιαλιμπεριαλιστές. Οι δεύτεροι είναι επαναστάτες μαρξιστές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

Η αναστήλωση της Διεθνούς

Πώς πρέπει να αναστηλωθεί η Διεθνής; Όμως, πρέπει, πρώτα-πρώτα, να πούμε λίγα λόγια για το πώς δεν πρέπει να αναστηλωθεί η Διεθνής.

Η μέθοδος των σοσιαλσωβινιστών και του «κέντρου»

Α, οι σοσιαλσωβινιστές όλων των χωρών είναι μεγάλοι «διεθνιστές»! Από την αρχή-αρχή του πολέμου τους τρώει η έγνοια για τη Διεθνή. Από το ένα μέρος μας διαβεβαιώνουν ότι τα όσα λέγονται για χρεοκοπία της Διεθνούς είναι «υπερβολικά». Στην πραγματικότητα δεν έχει συμβεί τίποτε το ιδιαίτερο. Ακούστε τον Κάουτσκι: η Διεθνής είναι απλώς ένα «όργανο της ειρηνικής περιόδου»· είναι φυσικό ότι στην περίοδο του πολέμου το όργανο αυτό δεν στάθηκε κάπως στο ύψος του. Από το άλλο μέρος, οι σοσιαλσωβινιστές όλων των χωρών βρήκαν ένα μέσο πολύ απλό -και το κυριότερο: διεθνές- για να βγουν από την κατάσταση που δημιουργήθηκε. Το μέσο αυτό δεν είναι περίπλοκο: πρέπει να περιμένουμε μόνο να τελειώσει ο πόλεμος· ώσπου να τελειώσει ο πόλεμος, οι σοσιαλιστές κάθε χώρας πρέπει να υπερασπίζουν την «πατρίδα» τους και όταν τελειώσει ο πόλεμος «να αλληλοαμνηστευθούν» και να αναγνωρίσουν ότι όλοι είχαν δίκιο, ότι σε περίοδο ειρήνης ζούμε σαν αδέλφια, ενώ σε περίοδο πολέμου -βασισμένοι ακριβώς σ’ αυτές ή σ’ εκείνες τις αποφάσεις- καλούμε τους γερμανούς εργάτες να εξοντώσουν τ’ αδέλφια τους τούς γάλλους και αντίστροφα.

Αυτή την άποψη συμμερίζονται επίσης και ο Κάουτσκι και ο Πλεχάνοφ και ο Βίκτορ Άντλερ και ο Χάινε. Ο Βίκτορ Άντλερ γράφει πως «όταν περάσουν τα δύσκολα αυτά χρόνια, το πρώτο μας χρέος είναι να μην τα πολυκοσκινίζουμε και να μην τα βάζουμε ο ένας με τον άλλον». Ο Κάουτσκι ισχυρίζεται ότι «από πουθενά ως τώρα δεν έχουν ακουστεί φωνές σοβαρών σοσιαλιστών που να προκαλούν φόβους» για την τύχη της Διεθνούς. Ο Πλεχάνοφ λέει ότι «δεν είναι ευχάριστο να σφίγγεις τα χέρια (των γερμανών σοσιαλδημοκρατών) που μυρίζουν αίμα αδικοσκοτωμένων». Ταυτόχρονα όμως προτείνει «αμνηστία»: «εδώ θα έχει πέρα για πέρα τη θέση της - γράφει ο Πλεχάνοφ - η υποταγή της καρδιάς στο λογικό. Προς χάρη του μεγάλου της έργου η Διεθνής πρέπει να πάρει υπόψη της και τις πιο καθυστερημένες ακόμη εκφράσεις λύπης». Στο «Sozialistische Monatshefte» ο Χάινε αποκαλεί τη διαγωγή του Βαντερβέλντε «παλικαρίσια και υπερήφανη» και τον φέρνει για παράδειγμα στους αριστερούς της Γερμανίας.

Με λίγα λόγια, όταν τελειώσει ο πόλεμος, συγκρατήστε επιτροπή από τον Κάουτσκι και τον Πλεχάνοφ, από τον Βαντερβέλντε και τον Άντλερ και στη στιγμή θα συνταχθεί «ομόφωνη» απόφαση με πνεύμα αμοιβαίας αμνηστίας. Οι διαφορές θα συγκαλυφθούν μια χαρά. Αντί να βοηθηθούν οι εργάτες να ξεδιαλύνουν τα όσα συνέβησαν, θα εξαπατηθούν με μια «ενότητα» στα χαρτιά με μια «ενότητα» για τα μάτια. Η ένωση των σοσιαλσωβινιστών και των υποκριτών όλων των χωρών θα ονομαστεί αναστήλωση της Διεθνούς.

Ας αντικρίσουμε κατά πρόσωπο την αλήθεια: ο κίνδυνος μιας τέτοιας «αναστήλωσης» είναι πολύ μεγάλος. Οι σοσιαλσωβινιστές όλων των χωρών ενδιαφέρονται εξίσου γι’ αυτήν. Όλοι τους εξίσου δεν θέλουν να ξεκαθαριστεί από τις ίδιες τις εργατικές μάζες των χωρών τους το ζήτημα: σοσιαλισμός ή εθνικισμός. Όλοι τους ενδιαφέρονται εξίσου να αλληλοκαλύψουν τις αμαρτίες τους. Όλοι τους δεν μπορούν να προτείνουν τίποτε άλλο, εκτός από εκείνο που προτείνει ο αριστοτέχνης της «διεθνούς» υποκρισίας Κάουτσκι.

Και όμως πολύ λίγη προσοχή δίνεται σ’ αυτό τον κίνδυνο. Μέσα σ’ ένα χρόνο πολέμου είδαμε μια σειρά απόπειρες αποκατάστασης των διεθνών σχέσεων. Δεν θα μιλήσουμε για τις συνδιασκέψεις του Λονδίνου και της Βιέννης, όπου μαζεύτηκαν ορισμένοι εκδηλωμένοι σωβινιστές για να βοηθήσουν τα γενικά επιτελεία και την αστική τάξη της «πατρίδας» τους. Εννοούμε τις συνδιασκέψεις του Λουγκάνο, της Κοπεγχάγης, τη διεθνή συνδιάσκεψη των γυναικών και τη διεθνή συνδιάσκεψη της νεολαίας. Οι συνδιασκέψεις αυτές διαπνέονταν από τις καλύτερες προθέσεις. Δεν είδαν όμως καθόλου τον παραπάνω κίνδυνο. Δεν χάραξαν μια αγωνιστική γραμμή των διεθνιστών. Δεν έδειξαν στο προλεταριάτο τον κίνδυνο που αποτελεί γι’ αυτό ο σοσιαλσωβινιστικός τρόπος «αναστήλωσης» της Διεθνούς. Οι συνδιασκέψεις αυτές στην καλύτερη περίπτωση περιορίστηκαν στην επανάληψη των παλιών αποφάσεων και δεν τόνισαν στους εργάτες ότι, χωρίς αγώνα ενάντια στους σοσιαλσωβινιστές, η υπόθεση του σοσιαλισμού δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Στην καλύτερη περίπτωση ήταν βήμα σημειωτόν.

Η εσωτερική κατάσταση της αντιπολίτευσης

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η κατάσταση μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για όλους τους διεθνιστές. Η επίσημη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, που ήταν το πιο ισχυρό και το ηγετικό κόμμα της II Διεθνούς, έδωσε το μεγαλύτερο χτύπημα στη διεθνή οργάνωση των εργατών. Μέσα στη γερμανική όμως σοσιαλδημοκρατία εκδηλώθηκε ταυτόχρονα και η πιο ισχυρή αντιπολίτευση. Από τα μεγάλα ευρωπαϊκά κόμματα που ανήκουν στη II Διεθνή ύψωσαν πρώτοι βροντερή φωνή διαμαρτυρίας οι σύντροφοι που έμειναν πιστοί στη σημαία του σοσιαλισμού. Διαβάσαμε με χαρά τα περιοδικά: «Lichtstrahlen» και «Die Internationale». Με μεγαλύτερη ακόμη χαρά πληροφορηθήκαμε ότι στη Γερμανία κυκλοφορούν παράνομες επαναστατικές προκηρύξεις, όπως λογουχάρη η προκήρυξη: «Ο κύριος εχθρός βρίσκεται μέσα στη δική μας τη χώρα». Αυτό μαρτυρεί ότι ανάμεσα στους γερμανούς εργάτες είναι ζωντανό το πνεύμα του σοσιαλισμού, ότι στη Γερμανία υπάρχουν ακόμη άνθρωποι ικανοί να περιφρουρήσουν τον επαναστατικό μαρξισμό.

Στους κόλπους της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας διαγράφεται πιο ενεργητικά η διάσπαση του σύγχρονου σοσιαλισμού. Εδώ βλέπουμε πάρα πολύ καθαρά τρία ρεύματα: τους οπορτουνιστές – σωβινιστές, που πουθενά δεν έφτασαν σε τέτοιο βαθμό κατάπτωσης και αποστασίας όσο στη Γερμανία· το καουτσκικό «κέντρο», που αποδείχτηκε εδώ εντελώς ανίσχυρο να παίξει οποιονδήποτε άλλο ρόλο εκτός από το ρόλο του υπηρέτη των οπορτουνιστών και την αριστερά, που εκπροσωπεί τους μοναδικούς σοσιαλδημοκράτες της Γερμανίας.

Περισσότερο από κάθε άλλο εμάς μας ενδιαφέρει φυσικά η κατάσταση πραγμάτων στη γερμανική αριστερά. Μέσα σ’ αυτή βλέπουμε τους συντρόφους μας, βλέπουμε την ελπίδα όλων των διεθνιστικών στοιχείων.

Πώς παρουσιάζεται λοιπόν αυτή η κατάσταση; Το περιοδικό «Die Internationale» είχε απόλυτο δίκιο όταν έλεγε ότι στη γερμανική αριστερά τα πάντα βρίσκονται ακόμη σε κατάσταση ζύμωσης, ότι θα έχουμε ακόμη μεγάλες ανακατατάξεις, ότι στους κόλπους της υπάρχουν άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο αποφασιστικά στοιχεία.

Εμείς, οι ρώσοι διεθνιστές, δεν έχουμε και στον ελάχιστο βαθμό την αξίωση να αναμιχθούμε στις εσωτερικές υποθέσεις των αριστερών συντρόφων μας της Γερμανίας. Καταλαβαίνουμε ότι μόνο αυτοί είναι τελείως αρμόδιοι να καθορίσουν τα μέσα πάλης ενάντια στους οπορτουνιστές, παίρνοντας υπόψη τις χρονικές και τοπικές συνθήκες. Νομίζουμε μόνο ότι έχουμε και δικαίωμα και χρέος να εκφράσουμε ειλικρινά τη γνώμη μας για την κατάσταση πραγμάτων.

Πιστεύουμε ότι είχε απόλυτα δίκιο ο συντάκτης του κύριου άρθρου του περιοδικού «Die Internationale», όταν υποστήριζε ότι το καουτσκικό «κέντρο» προξενείμεγαλύτερη ζημιά στην υπόθεση του μαρξισμού απ’ ό,τι, ο ανοιχτός σοσιαλσωβινισμός. Όποιος προσπαθεί σήμερα να συγκαλύψει τις διαφωνίες, όποιος με το πρόσχημα του μαρξισμού κηρύσσει σήμερα στους εργάτες αυτό που κηρύσσει ο καουτσκισμός, αυτός αποκοιμίζει τους εργάτες, αυτός είναι πιο επικίνδυνος από τους Ζύντεκουμ και Χάινε, που βάζουν το ζήτημα ορθά-κοφτά και αναγκάζουν τους εργάτες να προσπαθούν να ξεδιαλύνουν πώς έχει το ζήτημα.

Ο «πόλεμος της Σφενδόνας» ενάντια στους «διοικούντες», που τον επιτρέπουν τον τελευταίο καιρό στον εαυτό τους ο Κάουτσκι και ο Χάαζε, δεν πρέπει να ξεγελάσει κανέναν. Οι διαφωνίες ανάμεσα σ’ αυτούς και τους Σάιντεμαν δεν είναι διαφωνίες αρχών. Οι πρώτοι έχουν τη γνώμη ότι ο Χιντενμπουργκ και ο Μάκκενσεν έχουν νικήσει κιόλας και ότι τώρα μπορούν πια να επιτρέψουν στον εαυτό τους την πολυτέλεια να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις προσαρτήσεις. Οι άλλοι έχουν τη γνώμη ότι ο Χίντενμπουργκ και ο Μάκκενσεν δεν νίκησαν ακόμη κι ότι γι’ αυτό πρέπει «να κρατήσουν καλά ως το τέλος».

Ο καουτσκισμός διεξάγει αγώνα ενάντια στους «διοικούντες» μόνο για τα μάτια του κόσμου, για να μπορέσει ακριβώς ύστερα από τον πόλεμο να συγκαλύψει μπροστά στους εργάτες τις διαφωνίες αρχών και να κουκουλώσει την υπόθεση με τη χιλιοστή πρώτη φουσκωμένη απόφαση, διατυπωμένη με αόριστα «αριστερό» πνεύμα, πράγμα για το οποίο είναι τόσο μεγάλοι δεξιοτέχνες οι διπλωμάτες της II Διεθνούς.

Είναι απόλυτα ευνόητο ότι στο δύσκολο αγώνα της ενάντια στους «διοικούντες» η γερμανική αντιπολίτευση πρέπει να χρησιμοποιήσει και αυτόν τον χωρίς αρχές πόλεμο Σφενδόνας του καουτσκισμού. Μα η λύδια λίθος για τον κάθε διεθνιστή πρέπει να είναι πάντα η αρνητική του στάση απέναντι στο νεοκαουτσκισμό. Πραγματικός διεθνιστής είναι μόνο όποιος πολεμά τον καουτσκισμό, όποιος καταλαβαίνει ότι το «κέντρο» και μετά τη φαινομενική στροφή των ηγετών του παραμένει από άποψη αρχών σύμμαχος των σωβινιστών και των οπορτουνιστών.

Τεράστια σημασία έχει η στάση μας απέναντι στα ταλαντευόμενα στοιχεία της Διεθνούς γενικά. τέτοια στοιχεία - κυρίως σοσιαλιστές πασιφιστικής απόχρωσης - υπάρχουν και στις ουδέτερες χώρες και σε ορισμένες εμπόλεμες χώρες (στην Αγγλία λογουχάρη το Ανεξάρτητο εργατικό κόμμα). Τα στοιχεία αυτά μπορούν να είναι συνοδοιπόροι μας. Είναι απαραίτητο να τα πλησιάσουμε στον αγώνα ενάντια στους σοσιαλσωβινιστές. Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι δεν είναι παρά συνοδοιπόροι, ότι στα βασικά και ουσιώδη, όταν μπει ζήτημα αναστήλωσης της Διεθνούς, τα στοιχεία αυτά δεν θα έρθουν μαζί μας, αλλά θα πάνε εναντίον μας, θα πάνε με τον Κάουτσκι, τον Σάιντεμαν, τον Βαντερβέλντε, τον Σαμπά. Στις διεθνείς συσκέψεις δεν μπορούμε να περιορίζουμε το πρόγραμμα μας σε ό,τι είναι αποδεκτό από αυτά τα στοιχεία. Διαφορετικά θα γίνουμε αιχμάλωτοι των ταλαντευόμενων πασιφιστών. Έτσι έγινε λογουχάρη στη διεθνή συνδιάσκεψη των γυναικών στη Βέρνη. Η γερμανική αντιπροσωπεία, που ακολούθησε την άποψη της σ. Κλάρας Τσέτκιν, στην πράξη έπαιξε στη συνδιάσκεψη αυτή το ρόλο του «κέντρου». Η συνδιάσκεψη των γυναικών είπε μόνο όσα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά από τις αντιπροσώπους του οπορτουνιστικού ολλανδικού κόμματος του Τρούλστρα και τις αντιπροσώπους I.L.P. (Ανεξάρτητο εργατικό κόμμα), που - ας μην το ξεχνάμε - στη συνδιάσκεψη των σωβινιστών της «συνεννόησης» στο Λονδίνο ψήφισε υπέρ της απόφασης Βαντερβέλντε. Εμείς τρέφουμε τη μεγαλύτερη εκτίμηση προς το I.L.P. για τον παλικαρίσιο αγώνα του κατά της αγγλικής κυβέρνησης τον καιρό του πολέμου. Ξέρουμε όμως ότι το κόμμα αυτό δεν στηριζόταν και δεν στηρίζεται στο έδαφος του μαρξισμού. Και πιστεύουμε ότι στις σημερινές στιγμές το βασικό καθήκον της σοσιαλδημοκρατικής αντιπολίτευσης είναι να υψώνει τη σημαία του επαναστατικού μαρξισμού, να πει στους εργάτες σθεναρά και συγκεκριμένα πώς βλέπουμε εμείς τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, να ρίξει το σύνθημα της μαζικής επαναστατικής δράσης, δηλ. της μετατροπής της εποχής των ιμπεριαλιστικών πολέμων σε απαρχή της εποχής των εμφυλίων πολέμων. Επαναστατικά σοσιαλδημοκρατικά στοιχεία, παραλές τις δυσκολίες, υπάρχουν σε πολλές χώρες. Υπάρχουν και στη Γερμανία και στη Ρωσία και στις Σκανδιναβικές χώρες (ένα ρεύμα με επιρροή που εκπρόσωπος του είναι ο σ. Χέγκλουντ), και στα Βαλκάνια (το κόμμα των βουλγάρων «τεσνιάκι») και στην Ιταλία και στην Αγγλία (μια μερίδα του Βρετανικού σοσιαλιστικού κόμματος) και στη Γαλλία (ο ίδιος ο Βαγιάν ομολόγησε στη «L’ Humanite» ότι πήρε γράμματα διαμαρτυρίας από διεθνιστές, δεν δημοσίευσε όμως κανένα απ’ αυτά αυτούσιο) και στην Ολλανδία (οι τριμπουνιστές) κτλ. Το καθήκον της ημέρας είναι τούτο δω: να συσπειρώσουμε τα μαρξιστικά αυτά στοιχεία – όσο ολιγάριθμα και αν είναι στην αρχή - να θυμίσουμε εξονόματός τους τα ξεχασμένα σήμερα λόγια του γνήσιου σοσιαλισμού, να καλέσουμε τους εργάτες όλων των χωρών να ξεκόψουν από τους σωβινιστές και να ταχθούν κάτω από την παλιά σημαία του μαρξισμού.

Οι συσκέψεις με τα λεγόμενα προγράμματα «δράσης» ως τώρα καταλήγανε μόνο στο να διακηρυχθεί με περισσότερη ή λιγότερη πληρότητα ένα πρόγραμμα απλού πασιφισμού. Ο μαρξισμός δεν είναι πασιφισμός. Είναι απαραίτητο να αγωνιστούμε για να σταματήσει το γρηγορότερο ο πόλεμος. Μόνο όμως όταν καλούμε σε επαναστατικό αγώνα το αίτημα της ειρήνης αποκτά προλεταριακό νόημα. Χωρίς μια σειρά επαναστάσεις η λεγόμενη δημοκρατική ειρήνη είναι μικροαστική ουτοπία. Πραγματικό πρόγραμμα δράσης θα ήταν μόνο ένα μαρξιστικό πρόγραμμα, που θα έδινε στις μάζες ολοκληρωμένη και ξάστερη απάντηση για όσα συνέβηκαν, που θα εξηγούσε τι είναι ιμπεριαλισμός και πώς πρέπει να τον πολεμάμε, που θα δήλωνε ανοιχτά ότι ο οπορτουνισμός είναι εκείνος που οδήγησε στη χρεοκοπία της II Διεθνούς και θα καλούσε ανοιχτά να χτίσουμε μια μαρξιστική Διεθνή χωρίς τους οπορτουνιστές και ενάντια στους οπορτουνιστές. Μόνο ένα τέτοιο πρόγραμμα που θα έδειχνε ότι πιστεύουμε στον εαυτό μας, ότι πιστεύουμε στο μαρξισμό, ότι κηρύσσουμε ενάντια στον οπορτουνισμό πόλεμο ζωής και θανάτου, θα μας εξασφάλιζε αργά ή γρήγορα τη συμπάθεια των γνήσιων προλεταριακών μαζών.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα της Ρωσίας και η ΙΙΙ Διεθνής

Το Σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κόμμα της Ρωσίας από καιρό έχει αποσχιστεί από τους οπορτουνιστές που υπήρχαν στις γραμμές του. Οι ρώσοι οπορτουνιστές έγιναν τώρα και σωβινιστές. Το γεγονός αυτό ενισχύει απλώς τη γνώμη μας ότι η ρήξη μαζί τους ήταν αναγκαία προς τ,ο συμφέρον του σοσιαλισμού. Έχουμε την πεποίθηση ότι οι σημερινές διαφωνίες των σοσιαλδημοκρατών με τους σοσιαλσωβινιστές δεν είναι καθόλου μικρότερες από τις διαφωνίες ανάμεσα στους σοσιαλιστές και στους αναρχικούς, τότε που οι σοσιαλδημοκράτες αποσχίστηκαν από τους αναρχικούς. Ο οπορτουνιστής Monitor είπε σωστά στην «Preussische Jahrbucher» ότι η σημερινή ενότητα συμφέρει στους οπορτουνιστές και στην αστική τάξη, επειδή αναγκάζει τους αριστερούς να υποτάσσονται στους σωβινιστές και εμποδίζει τους εργάτες να κατανοούν τις διαφορές αντιλήψεων και να δημιουργήσουν το πραγματικά εργατικό, το πραγματικά σοσιαλιστικό κόμμα τους. Έχουμε τη βαθύτατη πεποίθηση ότι με τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων η ρήξη με τους οπορτουνιστές και τους σωβινιστές είναι το πρώτο χρέος κάθε επαναστάτη - όπως η ρήξη με τους κίτρινους, με τους αντισημίτες, με τα φιλελεύθερα εργατικά συνδικάτα κτλ. ήταν αναγκαία ακριβώς προς το συμφέρον της γρηγορότερης διαφώτισης των καθυστερημένων εργατών και της προσέλκυσης τους στις γραμμές του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος.

Η Τρίτη Διεθνής θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μας, να ιδρυθεί ακριβώς σε μια τέτοια επαναστατική βάση. Για το κόμμα μας δεν υπάρχει ζήτημα αν η ρήξη με τους σοσιαλσωβινιστές είναι σκόπιμη ή όχι. Για το κόμμα μας το ζήτημα αυτό έχει λυθεί αμετάκλητα. Για το κόμμα μας υπάρχει μόνο το ζήτημα αν η ρήξη αυτή είναι πραγματοποιήσιμη στο αμεσότερο μέλλον, σε διεθνή κλίμακα.

Είναι απόλυτα ευνόητο ότι για να δημιουργηθεί μια διεθνής μαρξιστική οργάνωση, πρέπει να υπάρχει στις διάφορες χώρες η θέληση για δημιουργία ανεξάρτητων μαρξιστικών κομμάτων. Η Γερμανία, σαν χώρα με το πιο παλιό και το πιο ισχυρό εργατικό κίνημα, έχει αποφασιστική σημασία. Το άμεσο μέλλον θα δείξει, αν έχουν ωριμάσει ή όχι οι όροι για την ίδρυση μιας νέας μαρξιστικής Διεθνούς. Αν ναι, το κόμμα μας θα προσχωρήσει με χαρά σε μια τέτοια, ξεκαθαρισμένη από τον οπορτουνισμό και το σωβινισμό, III Διεθνή. Αν όχι, το γεγονός αυτό θα δείξει ότι για ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα απαιτείται ακόμη μια λίγο - πολύ μακρόχρονη εξέλιξη. Στην περίπτωση αυτή το κόμμα μας θα αποτελέσει την άκρα αντιπολίτευση μέσα στην προηγούμενη Διεθνή - ώσπου να δημιουργηθεί στις διάφορες χώρες η βάση για μια διεθνή ένωση των εργατών, που να στέκεται στις θέσεις του επαναστατικού μαρξισμού.

Δεν ξέρουμε και δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο διεθνή στίβο τα αμέσως ερχόμενα χρόνια. Εκείνο που ξέρουμε στα σίγουρα, και για το οποίο έχουμε ακλόνητη πεποίθηση, είναι ότι το κόμμα μας θα δουλεύει ακούραστα προς αυτή την κατεύθυνση στη χώρα μας μέσα στο προλεταριάτο μας και θα χτίζει με όλη του την καθημερινή δράση το ρωσικό τμήμα μιας μαρξιστικής Διεθνούς.

Και σε μας, στη Ρωσία, δεν υπάρχει επίσης έλλειψη από ανοιχτούς σοσιαλσωβινιστές και ομάδες του «κέντρου». Οι άνθρωποι αυτοί θα παλέψουν ενάντια στην ίδρυση μιας μαρξιστικής Διεθνούς. Ξέρουμε ότι ο Πλεχάνοφ από άποψη αρχών στέκεται στην ίδια βάση με τον Ζύντεκουμ και ότι από τώρα κιόλας του απλώνει το χέρι. Ξέρουμε ότι η λεγόμενη «Οργανωτική Επιτροπή», που καθοδηγείται από τον Αξελρόντ, κηρύσσει τον καουτσκισμό σε ρωσικό έδαφος. Με το πρόσχημα της ενότητας της εργατικής τάξης οι άνθρωποι αυτοί κηρύσσουν την ενότητα με τους οπορτουνιστές και μέσω αυτών με την αστική τάξη. Όλα όμως όσα ξέρουμε για το παρόν του εργατικού κινήματος της Ρωσίας μας δημιουργούν την απόλυτη πεποίθηση ότι το συνειδητό προλεταριάτο της Ρωσίας θα παραμείνει, όπως και πριν, με το μέρος του κόμματος μας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

Η ιστορία της διάσπασης και η σημερινή κατάσταση της σοσιαλδημοκρατίας στη Ρωσία

Η τακτική του ΣΔΕΚΡ απέναντι στον πόλεμο, που την εκθέσαμε παραπάνω, είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της τριαντάχρονης εξέλιξης της σοσιαλδημοκρατίας της Ρωσίας. Δεν μπορεί να καταλάβει κανείς σωστά αυτή την τακτική, καθώς και τη σημερινή κατάσταση της σοσιαλδημοκρατίας της χώρας μας, αν δεν εμβαθύνει στην ιστορία του κόμματος μας. Να γιατί κι εδώ έχουμε χρέος να θυμίσουμε στον αναγνώστη τα βασικά γεγονότα αυτής της ιστορίας.

Σαν ιδεολογικό ρεύμα η σοσιαλδημοκρατία γεννήθηκε το 1883, τότε που για πρώτη φορά εκτέθηκαν συστηματικά στο εξωτερικό από την ομάδα «Απελευθέρωση της δουλειάς» οι σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις προσαρμοσμένες στις συνθήκες της Ρωσίας. Ως τις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα η σοσιαλδημοκρατία παρέμενε ιδεολογικό ρεύμα χωρίς σύνδεση με το μαζικό εργατικό κίνημα της Ρωσίας. Στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα η κοινωνική ανάπτυξη, ο αναβρασμός και το απεργιακό κίνημα μέσα στους εργάτες έκαναν τη σοσιαλδημοκρατία δραστήρια πολιτική δύναμη, δεμένη αδιάσπαστα με τον αγώνα (τόσο τον οικονομικό όσο και τον πολιτικό) της εργατικής τάξης. Και απ’ αυτήν ακριβώς τη στιγμή αρχίζει η διάσπαση της σοσιαλδημοκρατίας σε «οικονομιστές» και «ισκριστές».

Οι «οικονομιστές» και η παλιά «Ίσκρα» (1894-1903)

Ο «οικονομισμός» ήταν ένα οπορτουνιστικό ρεύμα μέσα στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία. Η πολιτική του ουσία συνοψιζόταν στο πρόγραμμα: «για τους εργάτες ο οικονομικός, για τους φιλελεύθερους ο πολιτικός αγώνας». Κύριο θεωρητικό του στήριγμα ήταν ο λεγόμενος «νόμιμος μαρξισμός» ή «στρουβισμός», που «δεχόταν» ένα «μαρξισμό» εντελώς απογυμνωμένο από κάθε επαναστατικότητα και προσαρμοσμένο στις ανάγκες της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Οι «οικονομιστές», αναφερόμενοι στην καθυστέρηση της εργατικής τάξης της Ρωσίας και επιθυμώντας «να πάνε με τη μάζα», περιόριζαν τα καθήκοντα και την ευρύτητα του εργατικού κινήματος στον οικονομικό αγώνα και στην πολιτική υποστήριξη του φιλελευθερισμού και δεν έβαζαν στον εαυτό τους αυτοτελή πολιτικά καθήκοντα και κανένα επαναστατικό καθήκον.

Η παλιά «Ίσκρα» (1900-1903) αγωνίστηκε νικηφόρα ενάντια στον «οικονομισμό» στο όνομα των αρχών της επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας. Όλος ο ανθός του συνειδητού προλεταριάτου πέρασε με το μέρος της «Ίσκρα». Λίγα χρόνια πριν την επανάσταση η σοσιαλδημοκρατία εξάγγειλε ένα πολύ συνεπές και αδιάλλακτο πρόγραμμα. Και η πάλη των τάξεων, η δράση των μαζών τον καιρό της επανάστασης του 1905 επαλήθευσαν αυτό το πρόγραμμα. Οι «οικονομιστές» προσαρμόζονταν στην καθυστέρηση των μαζών. Η «Ίσκρα» ανάτρεφε μια πρωτοπορία εργατών ικανή να οδηγήσει τις μάζες προς τα μπρος. Τα σημερινά επιχειρήματα των σοσιαλσωβινιστών (για την ανάγκη να παίρνονται υπόψη οι μάζες, για προοδευτικότητα του ιμπεριαλισμού, για «αυταπάτες» των επαναστατών κτλ.) όλα τα έχουν ήδη προβάλει οι οικονομιστές. Η σοσιαλδημοκρατική Ρωσία έχει γνωρίσει εδώ και 20 χρόνια την οπορτουνιστική μεταποίηση του μαρξισμού σε «στρουβισμό».

Ο μενσεβικισμός και ο μπολσεβικισμός (1903-1908)

Η εποχή της αστικοδημοκρατικής επανάστασης γέννησε μια νέα πάλη ρευμάτων στους κόλπους της σοσιαλδημοκρατίας, πάλη που ήταν η άμεση συνέχεια της προηγούμενης πάλης. Ο «οικονομισμός» μετατράπηκε σε «μενσεβικισμό». Η υπεράσπιση της επαναστατικής τακτικής από την παλιά «Ίσκρα» δημιούργησε τον «μπολσεβικισμό».

Στα θυελλώδη χρόνια 1905-1907 ο μενσεβικισμός ήταν ένα οπορτουνιστικό ρεύμα, που το υποστήριζαν οι φιλελεύθεροι αστοί και που διοχέτευε τις φιλελευθεροαστικές τάσεις μέσα στο εργατικό κίνημα. Προσαρμογή του αγώνα της εργατικής τάξης στο φιλελευθερισμό - αυτή ήταν η ουσία του μενσεβικισμού. Αντίθετα, ο μπολσεβικισμός έβαλε στους σοσιαλδημοκράτες εργάτες το καθήκον να ξεσηκώσουν σε επαναστατικό αγώνα τη δημοκρατική αγροτιά, παρά τις ταλαντεύσεις και τις προδοσίες του φιλελευθερισμού. Και οι εργατικές μάζες, όπως το ομολόγησαν επανειλημμένα οι ίδιοι οι μενσεβίκοι, πήγαν με τους μπολσεβίκους σ’ όλες τις σπουδαιότερες εξορμήσεις τον καιρό της επανάστασης.

Η επανάσταση του 1905 επαλήθευσε, στερέωσε, βάθυνε και ατσάλωσε την αδιάλλακτα επαναστατική σοσιαλδημοκρατική τακτική στη Ρωσία. Η ανοιχτή δράση των τάξεων και των κομμάτων αποκάλυψε επανειλημμένα τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στο σοσιαλδημοκρατικό οπορτουνισμό («μενσεβικισμό») και το φιλελευθερισμό.

Ο μαρξισμός και ο λικβινταρισμός (1908-1914)

Η αντεπαναστατική εποχή ξανάβαλε στην ημερήσια διάταξη με εντελώς νέα μορφή το ζήτημα της οπορτουνιστικής και της επαναστατικής τακτικής της σοσιαλδημοκρατίας. Το κύριο ρεύμα του μενσεβικισμού, παρά τις διαμαρτυρίες πολλών από τους καλύτερους εκπροσώπους του, γέννησε το ρεύμα του λικβινταρισμού, την άρνηση του αγώνα για νέα επανάσταση στη Ρωσία, την άρνηση της παράνομης οργάνωσης και της παράνομης δουλειάς, τις περιφρονητικές κοροϊδίες για «την παράνομη δουλειά», για το σύνθημα της δημοκρατίας κτλ. Η ομάδα των νόμιμων δημοσιολόγων του περιοδικού «Νάσα Ζαριά» (οι κ.κ. Πότρεσοφ, Τσερεβάνιν κτλ.) ενώθηκε σ’ έναν πυρήνα ανεξάρτητο από το παλιό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που με χιλιάδες μέσα τον υποστήριξε, τον διαφήμιζε και τον φρόντιζε η φιλελεύθερη αστική τάξη της Ρωσίας, που ήθελε να ξεμάθουν οι εργάτες τον επαναστατικό αγώνα.

Την ομάδα αυτή των οπορτουνιστών τη διέγραψε από το κόμμα η συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ του Γενάρη 1912, που ανασύστησε το κόμμα παρά τη λυσσαλέα αντίσταση μιας σειράς ομάδων και μικροομάδων του εξωτερικού. Επί δυο και περισσότερα χρόνια (αρχές του 1912 ως τα μισά του 1914) έγινε ένας πεισματικός αγώνας ανάμεσα στα δυο σοσιαλδημοκρατικά κόμματα: ανάμεσα στην ΚΕ που εκλέχτηκε το Γενάρη του 1912 και την «Οργανωτική Επιτροπή», που δεν αναγνώριζε τη συνδιάσκεψη του Γενάρη και ήθελε να ανασυστήσει το κόμμα με άλλο τρόπο, διατηρώντας δηλ. την ενότητα με την ομάδα του «Νάσα Ζαριά». Πεισματικός αγώνας έγινε και ανάμεσα στις δυο καθημερινές εργατικές εφημερίδες («Πράβντα» και «Λουτς» και στους διαδόχους τους) και ανάμεσα στις δυο σοσιαλδημοκρατικές ομάδες της IV Κρατικής δούμας (τη «ΡΣΔΕ κοινοβουλευτική ομάδα» των πραβντιστών ή μαρξιστών και τη «Σοσιαλδημοκρατική κοινοβουλευτική ομάδα» των λικβινταριστών μ’ επικεφαλής τον Τσχεΐτζε).

Οι «πραβντιστές», υπερασπίζοντας την πίστη στις επαναστατικές επιταγές του κόμματος, υπερασπίζοντας την άνοδο που είχε αρχίσει μέσα στο εργατικό κίνημα (ιδιαίτερα μετά την άνοιξη του 1912), συνδυάζοντας τη νόμιμη με την παράνομη οργάνωση, τον τύπο με τη ζύμωση, συγκέντρωσαν γύρω τους τη συντριπτική πλειοψηφία της συνειδητής εργατικής τάξης, ενώ οι λικβινταριστές -δρώντας σαν πολιτική δύναμη αποκλειστικά μέσω της ομάδας του «Νάσα Ζαριά»- στηρίζονταν στην ολόπλευρη υποστήριξη των φιλελευθεροαστικών στοιχείων.

Οι ανοιχτές χρηματικές εισφορές των εργατικών ομάδων στις εφημερίδες και των δυο κομμάτων, που την εποχή εκείνη ήταν μια μορφή προσαρμοσμένη στις ρωσικές συνθήκες (και η μοναδική νόμιμα επιτρεπόμενη και ελεύθερα ελεγχόμενη απ’ όλους) για την είσπραξη των συνδρομών από τους σοσιαλδημοκράτες, επιβεβαίωσαν περίτρανα την προλεταριακή πηγή της δύναμης και της επιρροής των «πραβντιστών» (μαρξιστών) και την αστικοφιλελεύθερη πηγή των λικβινταριστών (και της «ΟΕ» τους). Δίνουμε ορισμένα σύντομα στοιχεία για τις εισφορές αυτές που δημοσιεύτηκαν λεπτομερειακά στο βιβλίο «Μαρξισμός και λικβινταρισμός» και σε συντομία στη γερμανική σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα «Λαϊκή Εφημερίδα της Λειψίας» της 21 του Ιούλη 1914.

Να οι αριθμοί και το άθροισμα των εισφορών στις καθημερινές εφημερίδες της Πετρούπολης, μαρξιστικές (πραβντιστικές) και λικβινταριστικές, από την 1 του Γενάρη ως τις 13 του Μάη 1914:

Πραβντιστές

Λικβινταριστές

αριθμός εισφορών

άθροισμα σε ρούβλια

αριθμός εισφορών

άθροισμα σε ρούβλια

από εργατικές ομάδες

2873

18934

671

5296

από μη εργατικές ομάδες

713

2650

453

6760

Έτσι το κόμμα μας ένωσε το 1914 τα 4/5 των συνειδητών εργατών της Ρωσίας γύρω από την επαναστατική σοσιαλδημοκρατική τακτική. Σ’ όλο το 1913 ο αριθμός των εισφορών από εργατικές ομάδες ήταν 2181 για τους πραβντιστές και 661 για τους λικβινταριστές. Από την 1 του Γενάρη 1913 ως τις 13 του Μάη 1914 έχουμε σύνολο: 5054 εισφορές από εργατικές ομάδες για τους «πραβντιστές» (δηλ. για το κόμμα μας) και 1332, δηλ. 20,8% για τους λικβινταριστές.

Ο μαρξισμός και ο σοσιαλσωβινισμός (1914-1915)

Ο μεγάλος ευρωπαϊκός πόλεμος του 1914-1915 έδωσε σ’ όλους τους ευρωπαίους, καθώς και στους ρώσους σοσιαλδημοκράτες, τη δυνατότητα να επαληθεύσουν την τακτική τους σε μια κρίση παγκόσμιας έκτασης. Ο αντιδραστικός, ληστρικός, δουλοκτητικός χαρακτήρας του πολέμου φαίνεται ασύγκριτα πιο ξεκάθαρα από την πλευρά του τσαρισμού παρά από την πλευρά των άλλων κυβερνήσεων. Παρόλα αυτά η βασική ομάδα των λικβινταριστών (η μοναδική, εκτός από τη δική μας, που έχει σοβαρή επιρροή στη Ρωσία χάρη στους δεσμούς της με τους φιλελευθέρους) έκανε στροφή προς το σοσιαλσωβινισμό! Η ομάδα αυτή του «Νάσα Ζαριά», έχοντας για ένα αρκετά μακρόχρονο διάστημα το μονοπώλιο της νομιμότητας, άρχισε να προπαγανδίζει μέσα στις μάζες της ιδέα «της μη αντίστασης στον πόλεμο», την ιδέα ότι πρέπει να εύχεται κανείς να νικήσει η τριπλή (σήμερα τετραπλή) συνεννόηση και κατηγορούσε τον γερμανικό ιμπεριαλισμό για «υπέρμετρα αμαρτήματα» κτλ. Ο Πλεχάνοφ, που από το 1903 είχε δώσει επανειλημμένα δείγματα έλλειψης στο έπακρο πολιτικού χαρακτήρα και περάσματος στους οπορτουνιστές, πήρε ακόμη πιο ξεκάθαρα την ίδια αυτή θέση, εγκωμιαζόμενος από ολόκληρο τον αστικό τύπο της Ρωσίας. Ο Πλεχάνοφ κατρακύλησε σε σημείο που να χαρακτηρίζει τον πόλεμο δίκαιο από την πλευρά του τσαρισμού και δημοσίευσε στις κυβερνητικές εφημερίδες της Ιταλίας μια συνέντευξη, που μ’ αυτή προσπαθεί να τραβήξει την Ιταλία στον πόλεμο!!

Η ορθότητα της εκτίμησης που δώσαμε στο λικβινταρισμό και της διαγραφής της κύριας ομάδας των λικβινταριστών από το κόμμα μας επιβεβαιώθηκε έτσι απόλυτα. Το πραγματικό πρόγραμμα των λικβινταριστών και η πραγματική σημασία της κατεύθυνσης τους σήμερα δεν συνίσταται μόνο στον οπορτουνισμό γενικά, αλλά και στο ότι υποστηρίζουν τα προνόμια και τα πλεονεκτήματα του κυρίαρχου έθνους των μεγαλορώσων τσιφλικάδων και της αστικής τάξης. Αυτό αποτελεί εθνικοφιλελεύθερη κατεύθυνση της εργατικής πολιτικής. Αποτελεί συμμαχία ενός μέρους των ριζοσπαστών μικροαστών και μιας μηδαμινής μερίδας προνομιούχων εργατών με τη «δική τους» εθνική αστική τάξη ενάντια στη μάζα του προλεταριάτου.

Η σημερινή κατάσταση της σοσιαλδημοκρατίας της Ρωσίας

Όπως είπαμε πιο πάνω, ούτε οι λικβινταριστές, ούτε μια ολόκληρη σειρά ομάδων του εξωτερικού (του Πλεχάνοφ, του Αλέξινσκι, του Τρότσκι κ.ά.), ούτε οι λεγόμενοι «εθνικοί» (δηλ. μη μεγαλορώσοι) σοσιαλδημοκράτες αναγνώρισαν τη συνδιάσκεψη μας του Γενάρη του 1912. Από τις αμέτρητες βρισιές, με τις οποίες μας περιέλουζαν, πιο συχνά επαναλαβαινόταν η κατηγορία για «σφετερισμό» και «διασπαστική πολιτική». Απαντήσαμε, παρουσιάζοντας ακριβή στοιχεία που επιδέχονται αντικειμενική επαλήθευση και αποδείχνουν ότι το κόμμα μας έχει ενώσει τα 4/5 των συνειδητών εργατών της, Ρωσίας. Αυτό δεν είναι λίγο, αν παρθούν υπόψη όλες οι δυσκολίες της παράνομης δουλειάς σε αντεπαναστατική περίοδο.

Αν ήταν δυνατή «η ενότητα» στη Ρωσία με βάση τη σοσιαλδημοκρατική τακτική, χωρίς να αποκλειστεί η ομάδα του περιοδικού «Νάσα Ζαριά», τότε γιατί οι πολυάριθμοι αντίπαλοι μας δεν την πραγματοποίησαν έστω και μεταξύ τους; Από το Γενάρη του 1912 πέρασαν όχι λιγότερα από 3½ χρόνια και σ’ όλο αυτό το διάστημα, οι αντίπαλοι μας δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν, παρόλη την επιθυμία τους, σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εναντίον μας. Το γεγονός αυτό είναι το καλύτερο επιχείρημα υπέρ του κόμματος μας.

Όλη η ιστορία των σοσιαλδημοκρατικών ομάδων που παλεύουν ενάντια στο κόμμα μας είναι ιστορία κατάρευσης και αποσύνθεσης. Το Μάρτη του 1912 όλοι χωρίς εξαίρεση «ενώθηκαν» στη μάχη εναντίον μας. Όμως από τον Αύγουστο ήδη του 1912, που δημιουργήθηκε εναντίον μας ο λεγόμενος «συνασπισμός του Αυγούστου», άρχισε η αποσύνθεση στις γραμμές τους. Ένα μέρος από τις ομάδες αποσπάται από αυτούς. Δεν μπορούν να δημιουργήσουν κόμμα και ΚΕ. Δημιουργούν μόνο μια ΟΕ «για την αποκατάσταση της ενότητας». Στην πραγματικότητα όμως αυτή η ΟΕ αποδείχτηκε ένα ανίσχυρο κάλυμμα της λικβινταριστικής ομάδας της Ρωσίας. Σε όλη την περίοδο της τεράστιας ανόδου του εργατικού κινήματος στη Ρωσία και των μαζικών απεργιών των χρόνων 1912 - 1914 η μοναδική ομάδα απ’ όλο το συνασπισμό του Αυγούστου, που έκανε δουλειά μέσα στις μάζες, παραμένει η ομάδα του περιοδικού «Νάσα Ζαριά», που η δύναμη της βρισκόταν στους δεσμούς της με τους φιλελευθέρους. Και στις αρχές του 1914 αποχωρούν τυπικά από το «συνασπισμό του Αυγούστου» οι λεττονοι σοσιαλδημοκράτες (οι πολωνοί σοσιαλδημοκράτες δεν συμμετείχαν σ’ αυτό το συνασπισμό), ενώ ο Τρότσκι, ένας από τους ηγέτες του συνασπισμού, αποχώρησε ουσιαστικά και ξαναΐδρυσε δική του χωριστή ομάδα. Τον Ιούλη του 1914 στη συνδιάσκεψη των Βρυξελλών, με τη συμμετοχή της Εκτελεστικής Επιτροπής του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου, του Κάουτσκι και του Βαντερβέλντε συγκροτήθηκε εναντίον μας ο λεγόμενος «συνασπισμός των Βρυξελλών», στον οποίο δεν μπήκαν οι λεττονοί και από τον οποίο έφυγαν αμέσως οι πολωνοί σοσιαλδημοκράτες - αντιπολίτευση. Με την έναρξη του πολέμου ο συνασπισμός αυτός αποσυντίθεται. Το «Νάσα Ζαριά», ο Πλεχάνοφ, ο Αλέξινσκι, ο αρχηγός των σοσιαλδημοκρατών του Καυκάσου. Αν, γίνονται απροκάλυπτοι σοσιαλσωβινιστές και κηρύσσουν την ιδέα ότι είναι επιθυμητή η ήττα της Γερμανίας. Η ΟΕ και η Μπουντ υπερασπίζουν τους σοσιαλσωβινιστές και τις αρχές του σοσιαλσωβινισμού. Η κοινοβουλευτική ομάδα Τσχεΐτζε, αν και καταψήφισε τις πολεμικές πιστώσεις (στη Ρωσία τις καταψήφισαν ακόμη και οι αστοί δημοκράτες, οι τρουντοβίκοι), παραμένει πιστός σύμμαχος του περιοδικού «Νάσα Ζαριά». Οι άκροι σοσιαλσωβινιστές μας, ο Πλεχάνοφ με τον Αλέξινσκι και Σια, είναι απόλυτα ικανοποιημένοι από την ομάδα Τσχεΐτζε. Στο Παρίσι ιδρύεται η εφημερίδα «Νάσε Σλόβο» (παλιότερα «Γκόλος») με τη συμμετοχή κυρίως του Μάρτοφ και του Τρότσκι, που επιθυμούν να συμβιβάσουν την πλατωνική υπεράσπιση του διεθνισμού με το κατηγορηματικό αίτημα της ενότητας με το περιοδικό «Νάσα Ζαριά», με την ΟΕ ή με την ομάδα Τσχεΐτζε. Ύστερ’ από το φύλλο της αρ. 250 η εφημερίδα αυτή είναι αναγκασμένη να ομολογήσει μόνη της τη διάλυση της: μια μερίδα της Σύνταξης κλίνει προς το κόμμα μας, ο Μάρτοφ παραμένει πιστός στην ΟΕ, που κατηγορεί δημόσια τη «Νάσε Σλόβο» για «αναρχισμό» (όπως οι οπορτουνιστές της Γερμανίας, ο Ντάβιντ και Σία, η «Internationale Korrespondenz», ο Λέγκιν και Σία κατηγορούν για αναρχισμό τον σ. Λήμπκνεχτ)· ο Τρότσκι δηλώνει ότι ξεκόβει από την ΟΕ, αλλά θέλει να πάει μαζί με την ομάδα Τσχεΐτζε. Να το πρόγραμμα και η τακτική της ομάδας Τσχεΐτζε, όπως την εκθέτει ένας από τους ηγέτες της. Στο τεύχος 5 του περιοδικού «Σοβρεμέννι Μιρ» του 1915, περιοδικού με κατεύθυνση το πνεύμα των απόψεων του Πλεχάνοφ και του Αλέξινσκι, ο Τσχενκέλι γράφει:

«Το να πει κανείς, ότι η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ήταν σε θέση να εμποδίσει την είσοδο της χώρας στον πόλεμο και δεν το έκανε, θα σήμαινε ή ότι επιθυμεί στα κρυφά όχι μόνο η ίδια, μα και η πατρίδα της να ξεψυχήσει στα οδοφράγματα, ή ότι βλέπει με αναρχικό τηλεσκόπιο τα πράγματα που βρίσκονται δίπλα του»3.

Αυτές οι λίγες γραμμές εκφράζουν όλη την ουσία του σοσιαλσωβινισμού: και τη δικαιολόγηση από άποψη αρχών της ιδέας της «υπεράσπισης της πατρίδας» στο σημερινό πόλεμο και τις ειρωνείες - με την άδεια των στρατιωτικών λογοκριτών - κατά της προπαγάνδισης και της προετοιμασίας της επανάστασης. Το ζήτημα δεν είναι καθόλου αν η γερμανική σοσιαλδημοκρατία ήταν ή όχι σε θέση να εμποδίσει τον πόλεμο, ή αν μπορούν γενικά οι επαναστάτες να εγγυηθούν την επιτυχία της επανάστασης. Το ζήτημα είναι αν η στάση μας πρέπει να είναι στάση σοσιαλιστή, ή αν πρέπει στ’ αλήθεια «να ξεψυχήσουμε» στην αγκαλιά της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης.

Τα καθήκοντα του κόμματός μας

Η σοσιαλδημοκρατία της Ρωσίας γεννήθηκε πριν από την αστικοδημοκρατική επανάσταση (1905) της χώρας μας και δυνάμωσε τον καιρό της επανάστασης και της αντεπανάστασης. Η καθυστέρηση της Ρωσίας εξηγεί την εξαιρετική αφθονία των ρευμάτων και των αποχρώσεων του μικροαστικού οπορτουνισμού στη χώρα μας, ενώ η επιρροή του μαρξισμού στην Ευρώπη και η σταθερότητα των νόμιμων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ως τον πόλεμο έκαναν τους υποδειγματικούς φιλελευθέρους μας να γίνουν σχεδόν θαυμαστές της «συνετής», «ευρωπαϊκής» (μη επαναστατικής), «νόμιμης», «μαρξιστικής» θεωρίας της σοσιαλδημοκρατίας. Η εργατική τάξη της Ρωσίας δεν μπόρεσε να σφυρηλατήσει το κόμμα της διαφορετικά, παρά με ένα αποφασιστικό τριαντάχρονο αγώνα ενάντια σ’ όλες τις παραλλαγές του οπορτουνισμού. Η πείρα του παγκόσμιου πολέμου που έφερε την επαίσχυντη χρεοκοπία του ευρωπαϊκού οπορτουνισμού και στερέωσε τη συμμαχία των εθνικοφιλελευθέρων μας με το σοσιαλσωβινιστικό λικβινταρισμό, εδραιώνει ακόμη περισσότερο την πεποίθηση μας ότι το κόμμα μας πρέπει και στο μέλλον να ακολουθήσει τον ίδιο συνεπή επαναστατικό δρόμο.

Γράφτηκε τον Ιούλη – Αύγουστο του 1915

Δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1915 στη Γενεύη σε χωριστή μπροσούρα,

έκδοση της Σύνταξης της εφημερίδας «Σοτσιάλ-Ντεμοκράτ»

Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 26ος, σελ. 313 – 358

[Σημείωση e la libertà:] Ως συγγραφείς στις πρώτες εκδόσεις της μπροσούρας αναφέρονται τα ονόματα του Λένιν και του Ζινόβιεφ (όσο ακόμα ζούσε ο Λένιν). Στις εκδόσεις που ακολούθησαν μετά την επικράτηση του σταλινισμού, το όνομα του Ζινόβιεφ εξαφανίστηκε.

Εκδόθηκε στη γερμανική γλώσσα τον Σεπτέμβριο του 1915 και διανεμήθηκε μεταξύ των αντιπροσώπων στο Σοσιαλιστικό Συνέδριο του Τσίμερβαλντ. Το 1916 δημοσιεύθηκε στα γαλλικά.

Σημειώσεις

1 Βλ. Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, 5η έκδ., τόμ. 26ος, σελ. 13-23. Η Σύντ.

2 Βλ. στο ίδιο, σελ. 161-167. Η Σύντ.

3 «Σοβρεμέννι Μιρ», 1915, τεύχ. 5, σελ. 148. Ο Τρότσκι δήλωσε τελευταία ότι θεωρεί καθήκον του να εξυψώσει το κύρος της ομάδας Τσχεΐτζε μέσα στη Διεθνή. Είναι αναμφισβήτητο ότι ο Τσχενκέλι από την πλευρά τη δική του θα εξυψώσει με την ίδια δραστηριότητα το κύρος του Τρότσκι μέσα στη Διεθνή...

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 04 Απριλίου 2018 12:32
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.