Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015 11:06

Ο Λένιν και ο Τρότσκι για την «Επαναστατική Κατάσταση»

Κατηγορία Θεωρία

Ευχαριστούμε τον Θ. Μαράκη για την επιλογή και την επιμέλεια των κειμένων.

 

Πώς διαμορφώνεται μια επαναστατική κατάσταση

Κείμενα των Λένιν και Τρότσκι

Οι εξεγέρσεις στην Τυνησία, την Αίγυπτο και γενικά στη Β. Αφρική και τη Μ. Ανατολή, καθώς επίσης και οι καταλήψεις των πλατειών σε Ισπανία και Ελλάδα, έφεραν στο επίκεντρο των συζητήσεων τους όρους οι οποίοι προσδιορίζουν μια κατάσταση σαν επαναστατική. Για να βοηθήσουμε τη συζήτηση θεωρήσαμε σκόπιμο να συγκεντρώσουμε τις απόψεις του Λένιν και κυρίως του Τρότσκι πάνω στον ορισμό μιας κατάστασης ως επαναστατική. Αυτές τις απόψεις παραθέτουμε, κατ’ επιλογή, παρακάτω.

Θόδωρος Μαράκης

 

 

Λ. Τρότσκι

Από τον Πρόλογο του βιβλίου του: Η Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης (εκδόσεις «Αλλαγή»)

Το πιο αδιαφιλονίκητο γνώρισμα της επανάστασης είναι η άμεση επέμβαση των μαζών στα ιστορικά γεγονότα. Συνηθισμένα, το κράτος, μοναρχικό είτε δημοκρατικό, εξουσιάζει το έθνος· η ιστορία γίνεται από τους ειδικούς του επαγγέλματος: μονάρχες, υπουργούς, γραφειοκράτες, κοινοβουλευτικούς, δημοσιογράφους. Όμως, στις πιο αποφασιστικές καμπές, όταν το παλιό καθεστώς γίνεται ανυπόφορο για τις μάζες, τότε αυτές σπάνε τους φράχτες που τις χωρίζουν από τον πολιτικό στίβο, ανατρέπουν τους πατροπαράδοτους εκπροσώπους τους και, μ’ αυτή τους την επέμβαση, δημιουργούν το ξεκίνημα για ένα καινούργιο καθεστώς. Αν αυτό είναι καλό ή κακό, ας το κρίνουν οι ηθικολόγοι. Όσο για μας, παίρνουμε τα γεγονότα όπως παρουσιάζονται, μέσα στο αντικειμενικό ξετύλιγμα. Η ιστορία της επανάστασης είναι για μας πριν απ’ όλα η ιστόρηση της βίαιης εισβολής των μαζών στην περιοχή που ρυθμίζονται τα δικά τους πεπρωμένα.

Σε μιαν επαναστατημένη κοινωνία, οι τάξεις βρίσκονται σε διαπάλη. Είναι ωστόσο ολοφάνερο ότι οι μεταβολές που παρουσιάζονται, ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος της επανάστασης, στις οικονομικές βάσεις της κοινωνίας και στην κοινωνική υπόσταση των τάξεων, δεν αρκούν καθόλου να εξηγήσουν την πορεία της ίδιας της επανάστασης, που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ρίχνει κάτω προαιώνιους θεσμούς, δημιουργεί καινούργιους για να τους ανατρέψει και πάλι. Η δυναμική των επαναστατικών γεγονότων καθορίζεται άμεσα από γοργές μεταλλαγές, έντονες και παθητικές, στην ψυχολογία των τάξεων που έχουν συγκροτηθεί πριν από την επανάσταση.

Πραγματικά, η κοινωνία δεν αλλάζει τους θεσμούς της ανάλογα με τις ανάγκες της, όπως ο τεχνίτης ανανεώνει τα εργαλεία του. Το αντίθετο: πρακτικά η κοινωνία θεωρεί τους θεσμούς που βαραίνουν πάνω της σαν κάτι θεμελιωμένο για πάντα. Για δεκαετίες, η αντιπολιτευτική κριτική δε χρησιμεύει παρά σαν ασφαλιστική δικλείδα στη δυσαρέσκεια των μαζών και είναι όρος για τη σταθερότητα του συστήματος: λ.χ. τέτοια είναι κατ’ αρχή η αξία της σοσιαλδημοκρατικής κριτικής. Χρειάζονται περιστάσεις ολότελα εξαιρετικές, ανεξάρτητες από τη θέληση των ατόμων και των κομμάτων, για να απαλλαγούν οι δυσαρεστημένοι από τα δεσμά του συντηρητικού πνεύματος και να οδηγηθούν οι μάζες στην εξέγερση.

Κατά συνέπεια, οι γοργές μεταβολές στη γνώμη και το θυμικό των μαζών, σε καιρό επανάστασης, δεν προέρχονται από την ευλυγισία και την ευκινησία της ανθρώπινης ψυχής, μα από το βαθύ συντηρητισμό της. Οι ιδέες και οι κοινωνικές σχέσεις βρίσκονται σε χρόνια καθυστέρηση απέναντι στις καινούργιες αντικειμενικές συνθήκες, ως τη στιγμή που σωριάζονται σαν σε κατακλυσμό, κι απ’ αυτό προκύπτουν, σε καιρό επανάστασης, ανατινάγματα ιδεών και παθών που οι αστυνομικοί εγκέφαλοι τα φαντάζονται σαν έργα των «δημαγωγών».

Οι μάζες δεν ρίχνονται στην επανάσταση με ένα ολοέτοιμο σχέδιο κοινωνικής αλλαγής, μα με το στυφό αίσθημα ότι δεν μπορούν να υποφέρουν άλλο το παλιό καθεστώς. Μόνον ο διευθυντικός κύκλος της τάξης τους κατέχει ένα πολιτικό πρόγραμμα, που χρειάζεται ωστόσο να επαληθευθεί από τα γεγονότα και να επιδοκιμαστεί από τις μάζες. Το ουσιαστικό πολιτικό προτσέσο μιας επανάστασης βρίσκεται ίσα-ίσα σε τούτο, ότι η τάξη αποχτάει συνείδηση των προβλημάτων που βάζει η κοινωνική κρίση, και ότι οι μάζες προσανατολίζονται ενεργά σύμφωνα με τη μέθοδο των διαδοχικών προσεγγίσεων. Οι διάφοροι σταθμοί του επαναστατικού προτσέσου, επισφραγισμένοι με την προβολή κομμάτων ολοένα και πιο ριζοσπαστικών, εκφράζουν τη σταθερά ενισχυμένη προώθηση των μαζών προς τα αριστερά, όσο αυτή η ορμή δεν σπάει πάνω σε αντικειμενικά εμπόδια. Τότε αρχίζει η αντίδραση: απογοήτευση μέσα σε ορισμένους κύκλους της επαναστατικής τάξης, πολλαπλασιασμός των αδιάφορων και, κατά συνέπεια, στερέωση των αντεπαναστατικών δυνάμεων. Αυτό είναι το σχήμα των παλιών επαναστάσεων.

Μονάχα με τη μελέτη των πολιτικών προτσέσων μέσα στις μάζες μπορεί να κατανοήσει κανείς το ρόλο των κομμάτων και των ηγετών που δε θέλουμε καθόλου να αγνοούμε. Αποτελούν στοιχείο αυτού του προτσέσου όχι αυτόνομο μα πολύ σημαντικό. Χωρίς διευθυντική οργάνωση η ενέργεια των μαζών θα διασκορπιζόταν όπως ο ατμός που δεν είναι κλεισμένος μέσα σ’ ένα κύλινδρο με έμβολο. Ωστόσο η κίνηση δεν προέρχεται ούτε από τον κύλινδρο ούτε από το έμβολο, μα από τον ατμό.

Οι δυσκολίες που συναντάει κανείς στη μελέτη των μεταβολών στη συνείδηση των μαζών σε καιρό επανάστασης είναι ολοφάνερες. Οι καταπιεζόμενες τάξεις κάνουν ιστορία στα εργοστάσια, στους στρατώνες στους κάμπους και τους δρόμους. Όμως δεν έχουν καθόλου τη συνήθεια να σημειώνουν στο χαρτί αυτό που κάνουν. Οι περίοδες όπου τα κοινωνικά πάθη φτάνουν στην υπέρτατη ένταση τους, αφήνουν γενικά ελάχιστο τόπο στη θεώρηση και στις περιγραφές. [….] Καλά ή κακά ένα επαναστατικό κόμμα βασίζει την τακτική του εκτιμώντας τις μεταβολές στη συνείδηση των μαζών. Η ιστορική διαδρομή του μπολσεβικισμού μαρτυράει πως μια τέτοια εκτίμηση, τουλάχιστον συνολικά, ήταν δυνατή.

Ωστόσο οι διεργασίες που γίνονται στη συνείδηση των μαζών δεν είναι ούτε αυτόνομες ούτε ανεξάρτητες. Όσο κι αν αυτό δεν αρέσει στους ιδεαλιστές και στους εκλεκτικούς, η συνείδηση καθορίζεται από τους γενικούς όρους της ύπαρξης. Μέσα στις ιστορικές περιστάσεις όπου διαμορφώθηκε η Ρωσία, με την οικονομία της, τις τάξεις της, την κρατική της εξουσία, μέσα στην επιρροή που ασκήθηκε πάνω της από τις ξένες δυνάμεις, πρέπει να περικλείνονται οι πρωταρχές της Επανάστασης του Φλεβάρη και της αντικαταστάτριας της -- της Επανάστασης του Οκτώβρη. Στο μέτρο όπου φαίνεται εξαιρετικά αινιγματικό πως μια καθυστερημένη χώρα έφερε πρώτη στην εξουσία το προλεταριάτο, είναι ανάγκη προηγούμενα να αναζητήσουμε το μίτο του αινίγματος στον ιδιότυπο χαρακτήρα αυτής της χώρας, δηλαδή σε κείνο που την ξεχωρίζει από τις άλλες χώρες.

[...]

 

Λ. Τρότσκι

Για την επαναστατική κατάσταση1

Οι βασικοί όροι της επανάστασης συνίστανται σε τούτο, ότι το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς βρίσκεται ανίκανο να λύσει θεμελιακά προβλήματα της ανάπτυξης του έθνους. Η επανάσταση γίνεται ωστόσο δυνατή μόνο στην περίπτωση όπου στη σύνθεση της κοινωνίας βρίσκεται μια καινούργια τάξη ικανή να μπει επικεφαλής του έθνους για να λύσει τα προβλήματα που βάζει η ιστορία. Το προπαρασκευαστικό προτσές της επανάστασης συνίσταται σ’ αυτό, ότι τα αντικειμενικά καθήκοντα τα συνυφασμένα με τις αντιφάσεις της οικονομίας και των τάξεων, ανοίγουν δρόμο μέσα στη συνείδηση των ζωντανών ανθρώπινων μαζών, μεταβάλλουν τις εκδηλώσεις τους και δημιουργούν καινούργιες σχέσεις πολιτικών δυνάμεων.

Οι ιθύνουσες τάξεις, σαν αποτέλεσμα της ολοφάνερης ανικανότητας τους να βγάλουν τη χώρα από το αδιέξοδο, χάνουν την αυτοπεποίθηση τους, τα παλιά κόμματα αποσυντίθενται, λυσσασμένη πάλη ξεσπάει ανάμεσα στις ομάδες και τις κλίκες, οι ελπίδες μεταφέρονται στο θαύμα ή στο θαυματουργό. Όλα αυτά αποτελούν έναν από τους πολιτικούς όρους της εξέγερσης, εξαιρετικά σημαντικό αν και παθητικό.

Μια μανιασμένη εχθρότητα απέναντι στην καθιερωμένη κοινωνική τάξη και η πρόθεση ν’ αποτολμήσουν τις πιο ηρωικές προσπάθειες, να δώσουν θύματα, για να τραβήξουνε τη χώρα στο δρόμο της ανόρθωσης – τέτοια είναι η καινούργια πολιτική συνείδηση της επαναστατικής τάξης που αποτελεί τον κύριο ενεργητικό όρο της εξέγερσης.

Τα δύο κύρια στρατόπεδα – οι μεγαλοϊδιοκτήτες και το προλεταριάτο – δεν αντιπροσωπεύουν ωστόσο, συνολικά, ολόκληρο το έθνος. Ανάμεσά τους παρεμβάλλονται πλατιά στρώματα της μικρομπουρζουαζίας, που παίρνουν όλα τα χρώματα του οικονομικοπολιτικού πρίσματος. Η δυσαρέσκεια των ενδιάμεσων στρωμάτων, η απογοήτευση τους από την πολιτική της ιθύνουσας τάξης, η ανυπομονησία τους και το ξεσήκωμα τους, η διάθεσή τους να υποστηρίξουν την τολμηρά επαναστατική πρωτοβουλία του προλεταριάτου, αποτελούν τον τρίτο πολιτικό όρο της εξέγερσης, ως ένα μέρος παθητικό στο μέτρο που εξουδετερώνει τις κορυφές της μικρομπουρζουαζίας, ως ένα μέρος ενεργητικό στο μέτρο που σπρώχνει τις βάσεις της να παλέψουν άμεσα πλάι πλάι με τους εργάτες.

Η καθοριστική αμοιβαιότητα αυτών των όρων είναι φανερή: όσο πιο αποφασιστικά και με σιγουριά δρα το προλεταριάτο, τόσο πιο πολύ έχει τη δυνατότητα να παρασύρει τα ενδιάμεσα στρώματα, τόσο πιο πολύ απομονώνεται η κυρίαρχη τάξη και τόσο πιο πολύ εντείνεται η αποθάρρυνση στους κόλπους της. Κι αντίστροφα, το ξεχαρβάλωμα των ιθυνόντων φέρνει νερό στο μύλο της επαναστατικής τάξης.

Το προλεταριάτο δεν μπορεί, για την εξέγερση, να διαποτιστεί από την απαραίτητη σιγουριά στις ίδιες του τις δυνάμεις παρά μόνο στην περίπτωση που απλώνεται μπροστά του μια ξάστερη προοπτική, αν έχει τη δυνατότητα να επαληθεύσει ενεργά τις σχέσεις των δυνάμεων που αλλάζουνε προς όφελος του, αν νοιώθει από πάνω του μια διεύθυνση διορατική, σταθερή και τολμηρή. Αυτό μας οδηγεί στον όρο, τελευταίο στην απαρίθμηση μα όχι και στη σπουδαιότητα του, της κατάκτησης της εξουσίας: στο επαναστατικό κόμμα σαν πρωτοπορία της τάξης σφιχτοδεμένη και ατσαλωμένη.

Χάρη σ’ έναν ευνοϊκό συνδυασμό των ιστορικών συνθηκών, τόσο εσωτερικών όσο και διεθνών, το ρώσικο προλεταριάτο βρέθηκε νάχει επικεφαλής του ένα κόμμα εξαιρετικά προικισμένο με πολιτική ξαστεριά και επαναστατικό ατσάλωμα δίχως προηγούμενο: είναι αυτό μόνο που επέτρεψε σε μια νεαρή και ολιγάριθμη τάξη να επιτελέσει ιστορικό έργο ανήκουστης έκτασης. Γενικά όπως μαρτυράει η ιστορία – της Κομμούνας του Παρισιού, της γερμανικής και αυστριακής επανάστασης του 1918, των σοβιέτ της Ουγγαρίας και της Βαυαρίας, της ιταλικής επανάστασης του 1919, της γερμανικής κρίσης του 1923, της κινέζικης επανάστασης του 1925 – 1927, της ισπανικής του 1931 – ο πιο αδύνατος κρίκος στην αλυσίδα των αναγκαίων όρων στάθηκε ως τώρα ο κρίκος του κόμματος: το πιο δύσκολο πράγμα για την εργατική τάξη είναι να δημιουργήσει μια επαναστατική οργάνωση που να βρίσκεται στο ύψος των ιστορικών καθηκόντων της. Στις πιο παλιές και πιο πολιτισμένες χώρες, τεράστιες δυνάμεις δουλεύουν για να εξασθενήσουν και ν’ αποσυνθέσουν την επαναστατική πρωτοπορία. Σημαντικό μέρος αυτής της εργασίας το βλέπουμε στην πάλη της σοσιαλδημοκρατίας εναντίον του «μπλανκισμού», ονομασία κάτω από την οποία φιγουράρει η επαναστατική ουσία του μαρξισμού.

Όσο πολυάριθμες κι αν υπήρξαν οι μεγάλες κοινωνικοπολιτικές κρίσεις τη σύμπτωση όλων των απαραίτητων όρων για μια προλεταριακή εξέγερση νικηφόρα και σταθερή δεν την απαντήσαμε ίσαμε τώρα στην ιστορία παρά μόνο μια φορά: τον Οκτώβρη του 1917 στη Ρωσία. Η επαναστατική κατάσταση δεν είναι αιώνια. Απ’ όλους τους βασικούς όρους της εξέγερσης ο λιγότερος σταθερός είναι η ψυχική κατάσταση της μικρομπουρζουαζίας. Σε περίοδο εθνικών κρίσεων αυτή βαδίζει πίσω από την τάξη που όχι μόνο με το λόγο μα και με την πράξη της εμπνέει εμπιστοσύνη. Ικανή για παρορμητικά τινάγματα, ακόμα και για επαναστατικές μανίες, η μικρομπουρζουαζία δεν έχει αντίσταση, χάνει εύκολα το θάρρος της σε περίπτωση αποτυχίας, κι από τις φλογερές ελπίδες πέφτει στην απογοήτευση. Είναι αυτές ίσα – ίσα οι βίαιες και γοργές μεταλλαγές στην ψυχική της κατάσταση που δίνουν τόση αστάθεια σε κάθε επαναστατική κατάσταση. Αν το επαναστατικό κόμμα δεν είναι αρκετά αποφασιστικό για να μεταβάλλει έγκαιρα την προσδοκία και τις ελπίδες των λαϊκών μαζών σε επαναστατική δράση, τη θέση της πλημμυρίδας την παίρνει σε λίγο η αμπώτιδα: τα ενδιάμεσα στρώματα αποστρέφουν το βλέμμα τους από την επανάσταση και ζητάνε το σωτήρα τους στο αντίθετο στρατόπεδο. Όπως στη φουσκονεριά το προλεταριάτο παρασέρνει πίσω του τη μικρομπουρζουαζία, έτσι στη φυρονεριά η μικρομπουρζουαζία παρασέρνει πίσω της σημαντικά στρώματα του προλεταριάτου. Τέτοια είναι η διαλεκτική των κομμουνιστικών και φασιστικών κυμάτων στην πολιτική εξέλιξη της μεταπολεμικής Ευρώπης.

 

Λένιν

Η πρωτομαγιά του επαναστατικού προλεταριάτου2

[…] Η φετινή απεργία της πρωτομαγιάς, όπως και μια σειρά απεργίες που έγιναν τον τελευταίο ενάμισι χρόνο στη Ρωσία, έχει επαναστατικό χαρακτήρα σε διάκριση όχι μόνο από τις συνηθισμένες οικονομικές απεργίες, μα και από τις επιδεικτικές απεργίες και από εκείνες τις πολιτικές απεργίες που πρόβαλαν διεκδικήσεις για συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, όπως λόγου χάρη, η τελευταία βέλγικη απεργία. Την ιδιομορφία αυτή των ρωσικών απεργιών, που προκαθορίζεται ολοκληρωτικά από την επαναστατική κατάσταση της Ρωσίας, δεν μπορούν με κανένα τρόπο να την καταλάβουν οι άνθρωποι που έχουν καταντήσει αιχμάλωτοι των φιλελεύθερων κοσμοθεωριών και που ξέμαθαν να βλέπουν τα πράγματα από την επαναστατική σκοπιά. Η περίοδος της αντεπανάστασης και των αποχαλινωμένων τάσεων αποστασίας ,μας άφησε πάρα πολλούς τέτοιους ανθρώπους ανάμεσα και σε κείνους που θέλουν να λέγονται σοσιαλδημοκράτες.

Η Ρωσία ζει μια επαναστατική κατάσταση, γιατί η καταπίεση της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού, όχι μόνο του προλεταριάτου, μα και των εννιά δεκάτων των μικροπαραγωγών, ιδιαίτερα των αγροτών, οξύνθηκε στον ανώτατο βαθμό, και μάλιστα η οξυμένη αυτή καταπίεση, οι λιμοί, η φτώχια, η ανομία ο χλευασμός σε βάρος του λαού βρίσκονται σε κατάφωρη αναντιστοιχία και με την κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων της Ρωσίας και με το βαθμό της συνειδητότητας και της απαιτητικότητας των μαζών , που τις έχει αφυπνίσει η επανάσταση του πέντε και με την κατάσταση που υπάρχει σε όλες τις γειτονικές, όχι μόνο τις ευρωπαϊκές, μα και τις ασιατικές χώρες.

Μα αυτό δεν είναι ακόμη αρκετό. Μόνο η καταπίεση, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν δημιουργεί πάντα επαναστατική κατάσταση στη χώρα. Τις περισσότερες φορές για την επανάσταση δεν αρκεί μόνο οι κάτω να μη θέλουν να ζουν όπως προηγούμενα. Για την επανάσταση χρειάζεται ακόμη οι πάνω να μην μπορούν να διαφεντεύουν και να κυβερνούν όπως προηγούμενα. Αυτό ακριβώς βλέπουμε τώρα στη Ρωσία. Η πολιτική κρίση ωριμάζει μπροστά στα μάτια όλων. Η αστική τάξη έκανε όλα όσα περνούσαν από το χέρι της για να υποστηρίξει την αντεπανάσταση και να εξασφαλίσει πάνω σ’ αυτήν την αντεπαναστατική βάση μια «ειρηνική εξέλιξη». Η αστική τάξη έδινε στους δήμους και στους τσιφλικάδες όσα χρήματα ήθελαν, η αστική τάξη έβριζε την επανάσταση και την αποκήρυσσε, η αστική τάξη έγλυφε τις μπότες του Πουρισκέβιτς και το κνούτο του Μάρκοφ του 2ου, μετατρεπόταν σε λακέ τους, η αστική τάξη δημιουργούσε θεωρίες «ευρωπαϊκά» θεμελιωμένες, που κατασπίλωναν τη «διανοουμενίστικη» τάχα επανάσταση του πέντε, την αποκαλούσαν αμαρτωλή, εγκληματική, αντικρατική και τα λοιπά και τα λοιπά.

Και παρόλες αυτές τις θυσίες του πορτοφολιού της, της τιμής και της συνείδησής της, η αστική τάξη, από τους καντέτους ως τους οχτωβριστές αναγνωρίζει η ίδια ότι η απολυταρχία και οι τσιφλικάδες δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν την «ειρηνική εξέλιξη», δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν τις στοιχειώδεις συνθήκες «τάξης» και «νομιμότητας», που χωρίς αυτές δεν μπορεί να ζει στον 20ο αιώνα μια καπιταλιστική χώρα, πλάι στη Γερμανία και στη νέα Κίνα.

Η πολιτική κρίση πανεθνικής κλίμακας στη Ρωσία είναι ολοφάνερη και η κρίση αυτή είναι τέτοια που θίγει ακριβώς τις βάσεις της κρατικής οργάνωσης και όχι ορισμένες πλευρές της, θίγει τα θεμέλια του οικοδομήματος και όχι τη μια ή την άλλη πτέρυγα, όχι το ένα ή το άλλο πάτωμα. Και όσο κι’ αν φλυαρούν οι φιλελεύθεροι και οι λικβινταριστές μας πάνω στο θέμα ότι «έχουμε δόξα τω θεώ σύνταγμα» και ότι στην ημερήσια διάταξη βρίσκονται αυτές ή εκείνες οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις (μόνο άνθρωποι με πολύ περιορισμένη αντίληψη δεν καταλαβαίνουν τη στενή σύνδεση της πρώτης θέσης με τη δεύτερη), όσο το ρεφορμιστικό νεράκι κι’ αν κύλησε, το ζήτημα παραμένει σε τέτοιο σημείο, που κανένας λικβινταριστής, κανένας φιλελεύθερος δεν μπορεί να υποδείξει μια ρεφορμιστική διέξοδο από το σημείο αυτό.

Και η κατάσταση των λαϊκών μαζών στη Ρωσία και η χειροτέρευση της θέσης τους με τη νέα αγροτική πολιτική (απ’ όπου σαν από τελευταία σανίδα σωτηρίας αναγκάστηκαν να πιαστούν οι φεουδάρχες – τσιφλικάδες) και οι διεθνείς συνθήκες και ο χαρακτήρας της γενικής πολιτικής κρίσης που δημιουργήθηκε στη χώρα μας - να το σύνολο των αντικειμενικών όρων που κάνουν την κατάσταση της Ρωσίας επαναστατική, εξ αιτίας του γεγονότος ότι τα προβλήματα της αστικής επανάστασης είναι αδύνατο να λυθούν με τον τωρινό δρόμο και με τα τωρινά μέσα (που διαθέτουν κυβέρνηση και εκμεταλλεύτριες τάξεις).

Αυτή είναι η κοινωνική, οικονομική και πολιτική βάση, αυτός είναι ο συσχετισμός των τάξεων στη Ρωσία, που προκάλεσε τις ιδιόμορφες απεργίες στη χώρα μας, και που είναι αδύνατο να γίνουν στη σημερινή Ευρώπη, όπου οι κάθε λογής αποστάτες θέλουν να μιμηθούν το παράδειγμα όχι των χθεσινών αστικών επαναστάσεων (με τις αναλαμπές της αυριανής προλεταριακής επανάστασης), αλλά της σημερινής «συνταγματικής» κατάστασης. Ούτε η καταπίεση των κάτω, ούτε η κρίση των πάνω δεν θα προκαλέσουν ακόμη την επανάσταση, - θα προκαλέσουν μονάχα το σάπισμα της χώρας - αν δεν υπάρχει σ’ αυτή τη χώρα επαναστατική τάξη ικανή να μετατρέψει την παθητική κατάσταση της καταπίεσης σε δραστήρια κατάσταση αγανάκτησης και εξέγερσης.

Αυτόν ακριβώς το ρόλο της πραγματικά πρωτοπόρας τάξης, της τάξης που ξεσηκώνει πραγματικά τις μάζες στην επανάσταση και που μπορεί να σώσει τη Ρωσία από το σάπισμα, παίζει το βιομηχανικό προλεταριάτο. Αυτό το καθήκον πραγματοποιεί με τις επαναστατικές του απεργίες. Οι απεργίες αυτές, που τις μισούν οι φιλελεύθεροι και δεν τις καταλαβαίνουν οι λικβινταριστές, είναι (για να μιλήσουμε με τα λόγια της απόφασης του ΣΔΕΚΡ που πάρθηκε το Φλεβάρη) «ένα από τα πιο δραστικά μέσα υπερνίκησης της απάθειας, της απόγνωσης και της διασποράς του αγροτικού προλεταριάτου και της αγροτιάς, της προσέλκυσης της σε όσο το δυνατό πιο ομόφωνες, ταυτόχρονες και πλατιές επαναστατικές εξορμήσεις».

Η εργατική τάξη προσελκύει στις επαναστατικές εξορμήσεις τις μάζες των εργαζομένων και των εκμεταλλευομένων, που στερήθηκαν τα στοιχειώδη δικαιώματα και οδηγήθηκαν σε κατάσταση απόγνωσης. Η εργατική τάξη τους διδάσκει την επαναστατική πάλη, τους διαπαιδαγωγεί για την επαναστατική δράση, τους εξηγεί που και σε τι βρίσκεται η διέξοδος και η σωτηρία. Η εργατική τάξη τους διδάσκει όχι με λόγια, αλλά με έργα, με το παράδειγμα και μάλιστα όχι με το παράδειγμα των τυχοδιωκτισμών ξεχωριστών ηρώων, αλλά με το παράδειγμα της μαζικής επαναστατικής εξόρμησης που συνδυάζει τις πολιτικές και τις οικονομικές διεκδικήσεις. […]

 

Λένιν

Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς3

[…] Για έναν μαρξιστή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επανάσταση είναι αδύνατο να γίνει χωρίς επαναστατική κατάσταση, μα κάθε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί σε επανάσταση. Ποια είναι, μιλώντας γενικά τα γνωρίσματα μιας επαναστατικής κατάστασης; Ασφαλώς δεν θα πέσουμε έξω, αν υποδείξουμε τρία βασικά γνωρίσματα, τα παρακάτω: 1) Η αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν σε αναλλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους, η μια είτε η άλλη κρίση «κορυφών», η κρίση της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης που δημιουργεί ρωγμή, απ’ όπου εισχωρεί η δυσαρέσκεια και ο αναβρασμός των καταπιεζόμενων τάξεων. Συνήθως, για να ξεσπάσει η επανάσταση δεν είναι αρκετό «τα κάτω στρώματα να μην θέλουν», μα χρειάζεται ακόμη και «οι κορυφές να μην μπορούν» να ζήσουν όπως παλιά. 2) Επιδείνωση, μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη, της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζομένων τάξεων. 3) Σημαντικό ανέβασμα για τους παραπάνω λόγους της δραστηριότητας των μαζών, που σε «ειρηνική» εποχή αφήνουν να τις ληστεύουν ήσυχα, ενώ σε καιρούς θύελλας τραβιούνται τόσο απ’ όλες τις συνθήκες της κρίσης, όσο και από τις ίδιες τις «κορυφές», σε αυτοτελή ιστορική δράση.

Χωρίς αυτές τις αντικειμενικές αλλαγές, που δεν εξαρτώνται ούτε και από τη θέληση ορισμένων χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά ούτε και από τη θέληση ορισμένων χωριστών τάξεων, η επανάσταση, κατά γενικό κανόνα, δεν μπορεί να γίνει. Το σύνολο αυτών των αντικειμενικών αλλαγών είναι εκείνο που ονομάζεται επαναστατική κατάσταση. Τέτοια κατάσταση υπήρχε το 1905 στη Ρωσία και σ’ όλες τις εποχές των επαναστάσεων στη δύση· τέτοια όμως κατάσταση υπήρχε και στα 1860- 1870 στη Γερμανία και στην περίοδο 1859- 1861 και 1879- 1880 στη Ρωσία, αν και σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν έγινε καμιά επανάσταση. Γιατί; Γιατί δεν γεννά κάθε επαναστατική κατάσταση επανάσταση, αλλά μόνο μια τέτοια κατάσταση, όπου οι αντικειμενικές αλλαγές, που απαριθμήσαμε, συνενώνονται με τις υποκειμενικές αλλαγές και συγκεκριμένα: με την ικανότητα της επαναστατικής τάξης να αναλάβει επαναστατική μαζική δράση, αρκετά ισχυρή, ώστε να τσακίσει (ή να εξασθενίσει σημαντικά) την παλιά κυβέρνηση που ποτέ, ακόμη και σε εποχή κρίσεων, δεν «πέφτει», αν δεν τη «ρίξουν».

Αυτές είναι οι μαρξιστικές απόψεις για την επανάσταση, που αμέτρητες φορές έχουν αναπτυχθεί και αναγνωριστεί σαν αναμφισβήτητες σ’ όλους τους μαρξιστές και που για μας, τους ρώσους, επιβεβαιώθηκαν πολύ συγκεκριμένα από την πείρα του 1905. Και προβάλει το ερώτημα, τι πρόβλεπε απ’ αυτή την άποψη η διακήρυξη της Βασιλείας του 1912 και τι έγινε το 1914- 1915;

Πρόβλεπε μια επαναστατική κατάσταση, που περιγράφεται σύντομα με τη διατύπωση «οικονομική και πολιτική κρίση». Είχαμε άραγε τέτοια κατάσταση; Δεν χωράει αμφιβολία ότι είχαμε. Ο σοσιαλσωβινιστής Λέντς (που υπερασπίζει το σωβινισμό πιο ανοιχτά, πιο ειλικρινά, πιο τίμια, από τους υποκριτές Κούνοφ, Κάουτσκι, Πλεχάνωφ και Σια ) υποστήριξε μάλιστα ότι «ζούμε μια ιδιόμορφη επανάσταση» (σελ. 6 της μπροσούρας του «Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία και ο πόλεμος», Βερολίνο, 1915). Η πολιτική κρίση είναι πραγματικότητα: καμιά κυβέρνηση δεν είναι σίγουρη για την επαύριον, καμιά κυβέρνηση δεν είναι απαλλαγμένη από τον κίνδυνο δημοσιονομικής χρεοκοπίας, από τον κίνδυνο απώλειας εδαφών, από τον κίνδυνο να την διώξουν από τη δική της χώρα (όπως έδιωξαν την κυβέρνηση του Βελγίου). Όλες οι κυβερνήσεις ζουν πάνω σε ηφαίστειο, όλες κάνουν οι ίδιες έκκληση στην αυτενέργεια και τον ηρωισμό των μαζών. Ολόκληρο το πολιτικό καθεστώς της Ευρώπης έχει κλονιστεί και κανένας ασφαλώς δεν θα αρνηθεί ότι μπήκαμε (και μπαίνουμε όλο και πιο βαθιά —τα γράφω αυτά την ημέρα της κήρυξης του πολέμου από μέρους της Ιταλίας) σε εποχή πολύ μεγάλων πολιτικών κλονισμών. Αν ο Κάουτσκι, δυο μήνες ύστερα από την κήρυξη του πολέμου, έγραφε ( στις 2 του Οχτώβρη 1914 στη « Neue Zeit» ) ότι «ποτέ η κυβέρνηση δεν είναι τόσο ισχυρή, ποτέ τα κόμματα δεν είναι τόσο αδύνατα, όσο στις αρχές του πολέμου», αυτό είναι δείγμα πλαστογράφησης της ιστορικής επιστήμης από τον Κάουτσκι προς όφελος των διάφορων Ζύντεκουμ και άλλων οπορτουνιστών. Ποτέ η κυβέρνηση δεν έχει τόση ανάγκη από τη συμφωνία όλων των κομμάτων των κυρίαρχων τάξεων και από την «ειρηνική» υποταγή των καταπιεζομένων τάξεων σ’ αυτή την κυριαρχία, όσο τον καιρό του πολέμου. Αυτό είναι το πρώτο. Και, δεύτερο, αν «στις αρχές του πολέμου», ιδιαίτερα σε μια χώρα που περιμένει γρήγορη νίκη, η κυβέρνηση φαίνεται παντοδύναμη, κανένας ποτέ και πουθενά στον κόσμο δεν σύνδεσε την αναμονή μιας επαναστατικής κατάστασης αποκλειστικά με τη στιγμή της «έναρξης» του πολέμου και πολύ περισσότερο δεν ταύτισε το «φαινομενικό» με την πραγματικότητα.

Ότι ο ευρωπαϊκός πόλεμος θα είναι ασύγκριτα πιο σκληρός από τους άλλους, αυτό όλος ο κόσμος το ήξερε, το έβλεπε και το αναγνώριζε. Η πείρα του πολέμου το επιβεβαιώνει όλο και περισσότερο. Ο πόλεμος επεκτείνεται. Τα πολιτικά θεμέλια της Ευρώπης κλονίζονται όλο και περισσότερο. Τα βάσανα των μαζών είναι τρομερά και οι προσπάθειες των κυβερνήσεων, της αστικής τάξης και των οπορτουνιστών ν’ αποσιωπήσουν αυτά τα βάσανα ναυαγούν όλο και πιο συχνά. Τα κέρδη ορισμένων ομάδων καπιταλιστών από τον πόλεμο είναι πρωτάκουστα, τόσο μεγάλα που προκαλούν σκάνδαλο. Η όξυνση των αντιθέσεων είναι τεράστια. Ο υπόκωφος αναβρασμός των μαζών, ο αόριστος πόθος των καταπιεσμένων και καθυστερημένων στρωμάτων για μια δίκαιη («δημοκρατική») ειρήνη, το μουρμουρητό που αρχίζει στα «κάτω στρώματα» - όλα αυτά είναι πραγματικότητα. Κι’ όσο περισσότερο παρατείνεται και οξύνεται ο πόλεμος, τόσο περισσότερο οι ίδιες οι κυβερνήσεις αναπτύσσουν και θα αναπτύσσουν τη δραστηριότητα των μαζών, καλώντας τις να εντείνουν τις δυνάμεις τους πάνω από το κανονικό και να δείξουν αυτοθυσία. Η πείρα του πολέμου, όπως και η πείρα κάθε κρίσης στην ιστορία, κάθε μεγάλης συμφοράς και κάθε στροφής στη ζωή του ανθρώπου, αποβλακώνει ορισμένους και τους κάνει να λυγίζουν, σε αντάλλαγμα όμως διαφωτίζει και ατσαλώνει άλλους και η ιστορία όλου του κόσμου δείχνει γενικά ότι ο αριθμός και η δύναμη αυτών των τελευταίων είναι – εκτός από μερικές σπάνιες περιπτώσεις παρακμής και καταστροφής του ενός ή του άλλου κράτους – μεγαλύτερα από τον αριθμό και τη δύναμη των πρώτων.

Η σύναψη ειρήνης όχι μόνο δεν μπορεί να σταματήσει «μονομιάς» όλες αυτές τις συμφορές και όλη αυτή την όξυνση των αντιθέσεων, αλλά, αντίθετα, από πολλές απόψεις θα κάνει τις συμφορές αυτές ακόμη πιο αισθητές και ιδιαίτερα ανάγλυφες για τις πιο καθυστερημένες μάζες του πληθυσμού.

Με δύο λόγια, στις περισσότερες προηγμένες χώρες και στις περισσότερες μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης έχουμε επαναστατική κατάσταση. Από την άποψη αυτή η πρόβλεψη της διακήρυξης της Βασιλείας δικαιώθηκε πέρα για πέρα. Να αρνείται κανείς αυτή την αλήθεια άμεσα ή έμμεσα ή να την αποσιωπά, όπως κάνουν ο Κουνόφ, ο Πλεχάνοφ, ο Κάουτσκι και Σια, σημαίνει ότι λέει τη μεγαλύτερη αναλήθεια, ότι εξαπατά την εργατική τάξη και εξυπηρετεί την αστική τάξη. Στη «Σοτσιάλ–Ντεμοκράτ» (αρ. φύλ. 34, 40 και 41) παραθέσαμε στοιχεία τα οποία δείχνουν ότι οι άνθρωποι που φοβούνται την επανάσταση, οι χριστιανοί παπάδες - μικροαστοί, τα γενικά επιτελεία, οι εφημερίδες των εκατομμυριούχων είναι αναγκασμένοι να διαπιστώσουν τα συμπτώματα μιας επαναστατικής κατάστασης στην Ευρώπη.

Θα διαρκέσει άραγε πολύ αυτή η κατάσταση και θα οξυνθεί ακόμη περισσότερο; Θα οδηγήσει άραγε σε επανάσταση; Αυτό δεν το ξέρουμε και κανένας δεν μπορεί να το ξέρει. Αυτό θα το δείξει μόνο η πείρα της ανάπτυξης των επαναστατικών διαθέσεων και του περάσματος της πρωτοπόρας τάξης, του προλεταριάτου, σε επαναστατική δράση. Εδώ δεν μπορεί να γίνει συζήτηση ούτε γενικά για «αυταπάτες», ούτε για διάψευση των αυταπατών, γιατί κανένας σοσιαλιστής ποτέ και πουθενά δεν εγγυήθηκε ότι ο σημερινός ακριβώς πόλεμος (και όχι ο επόμενος), η σημερινή ακριβώς επαναστατική κατάσταση (και όχι η αυριανή) θα γεννήσει την επανάσταση. Εδώ πρόκειται για την πιο αναμφισβήτητη και την πιο βασική υποχρέωση όλων των σοσιαλιστών: η υποχρέωση τους ν’ αποκαλύπτουν μπροστά στις μάζες την ύπαρξη επαναστατικής κατάστασης, να εξηγούν το πλάτος και το βάθος της, να ξυπνούν την επαναστατική συνείδηση και την επαναστατική αποφασιστικότητα του προλεταριάτου, να το βοηθούν να περνάει σε επαναστατική δράση και να ιδρύουν τις οργανώσεις που θα δρουν προς αυτή την κατεύθυνση, οργανώσεις που να ανταποκρίνονται στην επαναστατική κατάσταση.

Ποτέ κανένας υπεύθυνος σοσιαλιστής με επιρροή δεν τόλμησε να αμφισβητήσει ότι αυτή ακριβώς είναι η υποχρέωση των σοσιαλιστικών κομμάτων και η διακήρυξη της Βασιλείας, χωρίς να διαδίδει και χωρίς να τρέφει ούτε την ελάχιστη «αυταπάτη» μιλάει γι αυτήν ακριβώς την υποχρέωση των σοσιαλιστών: να ξυπνούν, να «τραντάζουν» το λαό (και όχι να τον αποκοιμίζουν με το σωβινισμό, όπως κάνουν ο Πλεχάνοφ, ο Αξερλοντ και ο Κάουτσκι) «να επωφελούνται» από την κρίση για «επιταχύνουν» την κατάρρευση του καπιταλισμού, να έχουν οδηγό τους τα παραδείγματα της Κομμούνας και του Οχτώβρη – Δεκέμβρη του 1905. Η μη εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης από τα σύγχρονα κόμματα είναι προδοσία απομέρους τους, ισοδυναμεί με τον πολιτικό θάνατο τους, με την απάρνηση του ρόλου τους, με το πέρασμά τους με το μέρος της αστικής τάξης.

 

Λένιν

«Ο βασικός νόμος της επανάστασης»

Ο βασικός νόμος της επανάστασης που τον επιβεβαίωσαν όλες οι επαναστάσεις και ειδικά οι τρείς ρώσικες επαναστάσεις του 21ου αιώνα, συνίσταται στο εξής: για την επανάσταση δεν είναι αρκετό να κατανοήσουν οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεσμένες μάζες πως είναι αδύνατο να ζουν με το παλιό τρόπο και να απαιτούν αλλαγή, για την επανάσταση είναι απαραίτητο οι εκμεταλλευτές να μη μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν «οι κάτω» δεν θέλουν το παλιό και «οι πάνω» δεν μπορούν να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο, μόνο τότε μπορεί να νικήσει η επανάσταση. Η αλήθεια αυτή εκφράζεται διαφορετικά με τα λόγια: η επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς μια πανεθνική κρίση (που να θίγει και τους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές). Επομένως για την επανάσταση πρέπει, πρώτο, να πετύχουμε ώστε η πλειοψηφία των εργατών (ή πάντως η πλειοψηφία των συνειδητών, των σκεπτόμενων και των πολιτικά δραστήριων εργατών) να καταλάβει πέρα για πέρα την ανάγκη της επανάστασης και να είναι έτοιμη να βαδίσει στο θάνατο γι αυτή, δεύτερο, πρέπει οι άρχουσες τάξεις να περνούν κυβερνητική κρίση που τραβά στην πολιτική ακόμη και τις πιο καθυστερημένες μάζες (το γνώρισμα κάθε πραγματικής επανάστασης είναι ότι γρήγορα δεκαπλασιάζεται ή ακόμη και εκατονταπλασιάζεται ο αριθμός των ικανών για πολιτικό αγώνα εκπροσώπων της εργαζόμενης και καταπιεζόμενης μάζας που ως τότε ήταν απαθής), εξασθενεί την κυβέρνηση και κάνει δυνατή για τους επαναστάτες τη γρήγορη ανατροπή της.

Λ. Τρότσκυ

Τι είναι επαναστατική κατάσταση4

1. Για ν’ αναλύσουμε μια κατάσταση από επαναστατική άποψη, είναι απαραίτητο να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στις οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις μιας επαναστατικής κατάστασης και στην ίδια την επαναστατική κατάσταση.

2. Οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις μιας επαναστατικής κατάστασης αρχίζουν, γενικά μιλώντας, να ωριμάζουν όταν οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας κινούνται όχι ανοδικά αλλά καθοδικά, δηλαδή καταρρέουν· όταν το ειδικό βάρος της καπιταλιστικής χώρας στην παγκόσμια αγορά συστηματικά ελαττώνεται κι όταν τα εισοδήματα των τάξεων επίσης συστηματικά ελαττώνονται· όταν η ανεργία γίνεται, όχι ένα περιστασιακό γεγονός μιας διακύμανσης, αλλά ένα διαρκές κοινωνικό κακό με μια τάση παραπέρα ανάπτυξης. Όλα τα παραπάνω χαρακτηρίζουν απόλυτα την κατάσταση στη Βρετανία και μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για μια επαναστατική κατάσταση υπάρχουν εκεί μ’ αυτήν την μορφή και γίνονται διαρκώς οξύτερες. Μα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η έκφραση επαναστατική κατάσταση είναι ένας πολιτικός όρος, δεν είναι μόνο κοινωνιολογικός. Αυτή η ερμηνεία συμπεριλαμβάνει τον υποκειμενικό παράγοντα, και ο υποκειμενικός παράγοντας δεν είναι μόνο το ζήτημα του κόμματος του προλεταριάτου. Είναι ένα ζήτημα συνείδησης ολόκληρης της τάξης, και πρώτα απ’ όλα, φυσικά, του προλεταριάτου και του κόμματος.

Ρήγμα στη συνείδηση

3. Παρ’ όλα αυτά, η επαναστατική κατάσταση αρχίζει μόνο από τη στιγμή που οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις μιας επανάστασης δημιουργούν ένα ρήγμα στη συνείδηση της κοινωνίας και των διαφόρων τάξεων μέσα σ’ αυτήν. Τι πρέπει να γίνει τότε για να δημιουργηθεί μια επαναστατική κατάσταση;

(α) Σε κάθε κατάσταση που πρέπει ν’ αναλύσουμε, είναι απαραίτητο να ξεχωρίζουμε τρείς κοινωνικές τάξεις: τους καπιταλιστές, τη μεσαία τάξη (η μικροαστική) και το προλεταριάτο. Οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν στη συνείδηση αυτών των τάξεων για να χαρακτηρίσουν μια επαναστατική κατάσταση είναι πολύ διαφορετικές για την κάθε μία απ’ αυτές τις τάξεις.

(β) Το ότι η οικονομική κατάσταση είναι πολύ κρίσιμη, το βρετανικό προλεταριάτο το ξέρει πολύ καλά, πολύ καλύτερα απ’ όλους τους θεωρητικούς. Αλλά η επαναστατική κατάσταση αρχίζει μόνο τη στιγμή που το προλεταριάτο αρχίζει να αναζητά μια διέξοδο, όχι στη βάση της παλιάς κοινωνίας αλλά μέσα από μια επαναστατική εξέγερση ενάντια στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Αυτός είναι ο πιο σημαντικός υποκειμενικός όρος για μια επαναστατική κατάσταση. Η οξύτητα των επαναστατικών αισθημάτων των μαζών, είναι ένα από τα πιο σημαντικά μέτρα για την ωριμότητα της επαναστατικής κατάστασης.

(γ) Αλλά μια επαναστατική κατάσταση είναι μια κατάσταση που πρέπει, στην αμέσως επόμενη περίοδο, να επιτρέψει στο προλεταριάτο να γίνει η άρχουσα δύναμη της κοινωνίας, και αυτό εξαρτάται στη Βρετανία, λιγότερο απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, αλλά οπωσδήποτε ως ένα βαθμό, από τις πολιτικές σκέψεις και τα αισθήματα της μικροαστικής τάξης. Η επαναστατική κατάσταση χαρακτηρίζεται από την έλλειψη εμπιστοσύνης της μικροαστικής τάξης σ’ όλα τα παραδοσιακά κόμματα (συμπεριλαμβανομένου και του Εργατικού Κόμματος που είναι ρεφορμιστικό), και στη στροφή των ελπίδων της προς μια ριζική επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας (και όχι μια αντεπαναστατική, δηλαδή φασιστική αλλαγή).

(δ) Οι αλλαγές στη συνείδηση και του προλεταριάτου και της μικροαστικής τάξης αντιστοιχούν στην αλλαγή της συνείδησης της άρχουσας τάξης που βλέπει ότι δεν έχει τα μέσα να σώσει το σύστημά της που χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της, που αποσυντίθεται και κατακομματιάζεται σε φράξιες και κλίκες.

4. Δεν μπορεί να παραβλεφθεί ή να υποδειχθεί με μαθηματική ακρίβεια σε πιο σημείο αυτών των προτσέσων έχει ολοκληρωτικά ωριμάσει η επαναστατική κατάσταση. Το επαναστατικό κόμμα μόνο μπορεί να πραγματοποιήσει αυτό το γεγονός με τους αγώνες του, με την ανάπτυξη των δυνάμεων του, με την επιρροή του στις μάζες, τους αγρότες και στους μικροαστούς των πόλεων κλπ. και μέσα από την εξασθένιση της αντίστασης της άρχουσας τάξης.

Κρίσιμες οικονομικές προϋποθέσεις

5. Αν εφαρμόσουμε αυτά τα κριτήρια στη βρετανική κατάσταση, μπορούμε να δούμε:

(α) Ότι οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις, όπως έχει αναφερθεί, υπάρχουν και γίνονται όλο και πιο κρίσιμες.

(β) Παρ’ όλ’ αυτά, η γέφυρα που ενώνει αυτές τις οικονομικές προϋποθέσεις με τα ψυχολογικά αποτελέσματα δεν έχει ακόμα περαστεί. Για την επαναστατική κατάσταση στη Βρετανία δεν είναι απαραίτητο να γίνουν μεγάλες αλλαγές στις οικονομικές συνθήκες, που είναι ήδη ανυπόφορες. Εκείνο που είναι απαραίτητο είναι μια νέα προσαρμογή της συνείδησης των διαφόρων τάξεων σ’ αυτήν την ανυπόφορα καταστροφική κατάσταση στη Βρετανία.

6. Η οικονομική αλλαγή της κοινωνίας είναι πολύ αργή και μετριέται με αιώνες και δεκαετίες. Αλλά όταν οι οικονομικοί όροι έχουν ριζικά αλλάξει, μπορεί να γίνει πολύ γρήγορα μια αλλαγή των καθυστερημένων ψυχολογικών παραγόντων. Όμως γρήγορα ή αργά, τέτοιες αλλαγές πρέπει να γίνουν στη συνείδηση των τάξεων. Μόνο τότε μπορούμε να έχουμε μια επαναστατική κατάσταση.

7. Με πολιτικούς όρους, αυτό σημαίνει:

(α) Ότι το προλεταριάτο πρέπει να έχει χάσει την εμπιστοσύνη του όχι μόνο στους συντηρητικούς και τους φιλελεύθερους, αλλά επίσης και στο Εργατικό Κόμμα. Πρέπει να συγκεντρώνει τη θέληση του και το κουράγιο του για επαναστατικούς σκοπούς και μέθοδες.

(β) Ότι η μικροαστική τάξη πρέπει να χάσει την εμπιστοσύνη της στη μεγαλοαστική τάξη, στους λόρδους και να στραφεί προς το επαναστατικό προλεταριάτο.

(γ) Ότι οι πλούσιες τάξεις, οι άρχουσες κλίκες, έχοντας απορριφθεί τελείως από τις μάζες χάνουν την εμπιστοσύνη στον εαυτό τους.

8. Αυτά τα φαινόμενα θα συμβούν αναπόφευκτα. Αλλά δεν υπάρχουν σήμερα. Μπορούν να γίνουν σε μια σύντομη χρονική περίοδο μέσα στην οξεία κρίση. Μπορούν να γίνουν σε δύο ή τρία χρόνια, ή ίσως σ’ ένα χρόνο. Αλλά αυτό είναι μια προοπτική και όχι ένα γεγονός σήμερα. Πρέπει να βασίζουμε την πολιτική μας στα γεγονότα του σήμερα και όχι του αύριο.

Πολιτικοί όροι που ωριμάζουν

9. Οι πολιτικοί όροι μιας επαναστατικής κατάστασης αναπτύσσονται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, παράλληλα και ταυτόχρονα αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ωριμάζουν όλοι την ίδια στιγμή – πάντα υπάρχει ο κίνδυνος του ποια μορφή θα πάρει η κατάσταση στη Βρετανία αύριο. Απ’ τους πολιτικούς όρους που ωριμάζουν ο πιο καθυστερημένος είναι το επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου. Γιατί η γενική επαναστατική αλλαγή του προλεταριάτου και των μικροαστών, και η αποσύνθεση της άρχουσας τάξης δεν αποκλείεται να αναπτυχθούν πιο γρήγορα απ’ όσο χρειάζεται για να ωριμάσει το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκλείεται να υπάρχει αύριο μια γνήσια επαναστατική κατάσταση χωρίς ένα ικανό επαναστατικό κόμμα. Αυτό θα ήταν ως ένα βαθμό μια επανάληψη της κατάστασης στη Γερμανία το 1923. Αλλά το να ισχυριστούμε ότι η Βρετανία βρίσκεται σήμερα σε μια τέτοια κατάσταση είναι απόλυτα λάθος.

10. Λέμε ότι δεν αποκλείεται το γεγονός ότι η ανάπτυξη του κόμματος μπορεί να παραμείνει καθυστερημένη σε σχέση με τα άλλα στοιχεία της επαναστατικής κατάστασης, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν είναι αναπόφευκτο. Πάνω σ’ αυτό το ζήτημα δεν μπορούμε να κάνουμε καμιά πρόγνωση, μα δεν πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα πρόγνωσης. Είναι ζήτημα της ίδιας της δράσης μας.

11. Πόσο χρόνο θα χρειαστεί το βρετανικό προλεταριάτο στο σημερινό στάδιο της καπιταλιστικής κοινωνίας για να σπάσει τους δεσμούς του με τα τρία αστικά κόμματα; Με μια σωστή πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος, είναι απόλυτα δυνατό η ανάπτυξη του να πραγματοποιηθεί σε αναλογική σχέση με τη χρεωκοπία και την αποσύνθεση των άλλων κομμάτων. Σκοπός μας και καθήκον μας να πραγματοποιήσουμε αυτή τη δυνατότητα.

 

Λ. Τρότσκυ

Σκέψεις πάνω στην πορεία της επανάστασης 5

Κάποτε η εκκλησία είχε ένα ρητό: «Εξ ανατολών το φώς». Στη δικιά μας γενιά η επανάσταση άρχισε στη Ανατολή. Απ’ τη Ρωσία πέρασε στην Ουγγαρία, από την Ουγγαρία στη Βαυαρία και, αναμφισβήτητα, θα προχωρήσει προς δυσμάς σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτή η πορεία των γεγονότων πραγματοποιείται ενάντια σε προκαταλήψεις, υποτίθεται μαρξιστικές, ακόμα διαδεδομένες σε πλατιούς κύκλους διανοουμένων και όχι μόνο της Ρωσίας.

Η επανάσταση που ζούμε τώρα είναι προλεταριακή, και το προλεταριάτο είναι πιο δυνατό στις παλιές καπιταλιστικές χώρες όπου είναι πολύ μεγαλύτερο σε αριθμητικά, καλύτερα οργανωμένο, με μεγαλύτερη ταξική συνείδηση. Φαίνεται σαν να είναι μέσα στη φύση των πραγμάτων το να περιμένουμε ότι η επανάσταση στην Ευρώπη θα ακολουθήσει περίπου την πορεία που ακολούθησε και η καπιταλιστική ανάπτυξη: Απ’ την Αγγλία – όπου πρώτα γεννήθηκε ο καπιταλισμός – να περάσει στη Γαλλία, από κει στη Γερμανία, την Αυστρία, και τελικά, στο τέλος της λίστας, στη Ρωσία.

Μπορεί να λεχθεί ότι σ’ αυτή τη λαθεμένη αντίληψη βρίσκεται ο πρώτος σπόρος του μενσεβικισμού, η θεωρητική βάση ολόκληρης της μελλοντικής του κατάρρευσης. Σύμφωνα μ’ αυτό το «μαρξισμό», προσαρμοσμένο στους μικροαστικούς ορίζοντες, όλες οι χώρες της Ευρώπης πρέπει να περάσουν από δύο στάδια: το φεουδαρχικό–δουλοπαροικιακό στάδιο και αστικοδημοκρατικό στάδιο, για να φτάσουν στον σοσιαλισμό. Σύμφωνα με τον Ντάν και τον Ποτρέσωφ, η Γερμανία το 1910 μόλις άρχιζε να ολοκληρώνει την αστικοδημοκρατική της επανάσταση, για να προετοιμάσει αργότερα, πάνω σ’ αυτή τη βάση τη σοσιαλιστική επανάσταση. Το τι εννοούσαν αυτοί οι κύριοι λέγοντας «σοσιαλιστική επανάσταση», δε μπορούσαν ούτε οι ίδιοι να το εξηγήσουν. Κατά σύμπτωση, ούτε καν ένοιωσαν την ανάγκη για μια τέτοια εξήγηση, πολύ περισσότερο που τη σοσιαλιστική επανάσταση την είχαν εξορίσει στο απώτερο μέλλον. Δεν είναι καθόλου εκπληκτικό το ότι την πήραν…. για ένα είδος μπολσεβίκικου θράσους, όταν στο δρόμο της ιστορίας συναντήθηκαν με την επανάσταση. Απ’ την άποψη αυτού του ανούσιου και γυμνού ιστορικού εξελικτισμού, δεν φαινόταν τίποτε πιο φοβερό από την ιδέα ότι η ρώσικη επανάσταση, νικώντας, θα ανέβαζε το προλεταριάτο στην εξουσία. Ότι το νικηφόρο προλεταριάτο, ακόμα και αν το ήθελε πάρα πολύ θα ήταν ανίκανο να κρατήσει την επανάσταση μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι αυτή η ιστορική πρόγνωση είχε γίνει σχεδόν μιάμιση δεκαετία πριν την Οχτωβριανή Επανάσταση του 1917, οι μενσεβίκοι, συνεπείς με τις απόψεις τους, θεωρούσαν την κατάχτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο σαν ένα ατύχημα και μια «περιπέτεια». Με την ίδια λογική, θεωρούσαν το Σοβιετικό καθεστώς σαν προϊόν της καθυστέρησης και της βαρβαρότητας των ρωσικών συνθηκών. Αυτοί οι εγωπαθείς ιδεολόγοι των μισοφωτισμένων Babbitts θεωρούσαν τον μηχανισμό της αστικής δημοκρατίας σαν την ανώτερη έκφραση του ανθρώπινου πολιτισμού. Αντιπαρέθεταν τη Συνταχτική Συνέλευση στα Σοβιέτ με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να αντιπαρατεθεί ένα αυτοκίνητο σ’ ένα αγροτικό κάρο.

Παρ’ όλα αυτά, η παραπέρα πορεία των γεγονότων εξακολουθούσε να ξετυλίγεται σε αντίθεση με τον «κοινό νου» και τις κοινωνικά αναγκαίες προκαταλήψεις κάθε χυδαίου μικροαστού. Πρώτα – πρώτα, παρά την ύπαρξη Συνταχτικής Συνέλευσης με όλες τις δημοκρατικές προσφορές που υπήρχαν στη Βαϊμάρη, εμφανίστηκε στη Γερμανία ένα κόμμα που δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο και που αμέσως συσπείρωσε τα πιο ηρωικά στοιχεία του προλεταριάτου – ένα κόμμα που στη σημαία του ήταν γραμμένο: «Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ». Κανείς δεν παίρνει υπόψη του τη δημιουργική δουλειά της Συνταχτικής Συνέλευσης του Σάϊντεμαν, κανένας στο κόσμο δεν ενδιαφέρεται γι αυτήν. Όλη η προσοχή, όχι μόνο του γερμανικού λαού αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας, συγκεντρώνεται στη γιγάντια πάλη ανάμεσα στην άρχουσα κλίκα της Συνταχτικής Συνέλευσης και το επαναστατικό προλεταριάτο, μια πάλη που όπως αποδείχνεται αμέσως βρίσκεται έξω από το πλαίσιο της νόμιμης Συνταχτικής «δημοκρατίας».

Στην Ουγγαρία και στη Βαυαρία ήδη προχώρησε περισσότερο. Σ’ αυτές τις χώρες, στη θέση της τυπικής δημοκρατίας, αυτού του καθυστερημένου απομειναριού του παρελθόντος που μετατρέπεται σε τροχοπέδη μπροστά στο αύριο της επανάστασης, εμφανίστηκε πραγματικά γνήσια δημοκρατία με τη μορφή της κυβέρνησης του νικηφόρου προλεταριάτου.

Αλλά ενώ η πορεία των γεγονότων δεν προχωρεί καθόλου σύμφωνα με το δρομολόγιο των χρεοκοπημένων εξελικτικών, που για μακρύ χρονικό διάστημα ισχυρίζονταν ότι ήταν μαρξιστές, όχι μόνο δημόσια αλλά και ιδιωτικά, αυτή η ίδια η πορεία των επαναστατικών εξελίξεων απαιτεί μια εξήγηση. Είναι γεγονός ότι η επανάσταση άρχισε και οδήγησε στη νίκη του προλεταριάτου στην πιο καθυστερημένη χώρα της Ευρώπης – τη Ρωσία.

Η Ουγγαρία είναι αναμφισβήτητα το πιο καθυστερημένο μισό της Αυστρο–ουγγρικής μοναρχίας, η οποία σα σύνολο, με την έννοια της καπιταλιστικής και ακόμα πολιτιστικής – πολιτικής ανάπτυξης, βρισκόταν ανάμεσα στη Ρωσία και τη Γερμανία. Η Βαυαρία όπου, μετά την Ουγγαρία είχε εγκαθιδρυθεί η Σοβιετική εξουσία, αντιπροσωπεύει σε σχέση με την καπιταλιστική ανάπτυξη όχι την προηγμένη αλλά αντίθετα, ένα καθυστερημένο τμήμα της Γερμανίας. Έτσι η προλεταριακή επανάσταση έχοντας αρχίσει στην πιο καθυστερημένη χώρα της Ευρώπης, εξακολουθεί να προχωρεί προς τα πάνω, σκαλί – σκαλί προς χώρες πιο ανεπτυγμένες οικονομικά.

Ποια εξήγηση μπορεί να δοθεί γι αυτό το «ανάρμοστο»; Η πιο καπιταλιστική χώρα στην Ευρώπη και στον κόσμο είναι η Αγγλία. Στο μεταξύ η Αγγλία, ειδικά στο διάστημα του τελευταίου μισού αιώνα, έχει γίνει από την άποψη της προλεταριακής επανάστασης η πιο καθυστερημένη χώρα. Οι συνεπείς σοσιαλρεφορμιστές, δηλαδή αυτοί που προσπαθούν να ενώσουν τις δύο άκρες, έβγαλαν λοιπόν όλα τα συμπεράσματα που τους χρειάζονταν, ισχυριζόμενοι ότι ήταν ακριβώς η Αγγλία που υποδείκνυε στις άλλες χώρες τους πιθανούς δρόμους πολιτικής ανάπτυξης και ότι στο μέλλον ολόκληρο το ευρωπαϊκό προλεταριάτο θα έπρεπε να απαρνηθεί το πρόγραμμα της κοινωνικής επανάστασης. Για τους μαρξιστές, όμως, η «ασυμφωνία» ανάμεσα στην καπιταλιστική ανάπτυξη της Αγγλίας και στο σοσιαλιστικό της κίνημα όπως καθορίστηκε από ένα προσωρινό συνδυασμό ιστορικών δυνάμεων, δεν περιέχει τίποτα αποθαρρυντικό. Ήταν η πρώιμη είσοδος της Αγγλίας στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της παγκόσμιας ληστείας που δημιούργησε μια ευνοϊκή θέση όχι μόνο για τη μπουρζουαζία της αλλά επίσης και για μια μερίδα της εργατικής τάξης. Η νησιωτική θέση της Αγγλίας την απάλλαξε από το άμεσο βάρος της διατήρησης του μιλιταρισμού στη στεριά. Ο δυνατός ναυτικός μιλιταρισμός της, αν και απαιτούσε τεράστιες δαπάνες, παρολαυτά στηριζόταν σ’ ένα μικρό αριθμό μισθοφόρων και δεν απαιτούσε μια μετάβαση σε καθολική στρατιωτική υπηρεσία. Η βρετανική μπουρζουαζία χρησιμοποίησε επιδέξια αυτές τις συνθήκες για να διαχωρίσει το ανώτατο εργατικό στρώμα από τα κατώτερα στρώματα, δημιουργώντας μια αριστοκρατία «ειδικευμένων» εργατών και ενσταλάζοντας της ένα πνεύμα τρεϊντγιουνιονιστικής κάστας. Ευκίνητος παρ όλο το συντηρητισμό του, ο κοινοβουλευτικός μηχανισμός της Μεγάλης Βρετανίας, ο αδιάκοπος ανταγωνισμός μεταξύ δύο ιστορικών κομμάτων – των φιλελεύθερων και των Τόρυδων – ένας ανταγωνισμός που έπαιρνε μάλλον έντονη μορφή αν και στο περιεχόμενο παρέμενε εντελώς κούφιος – δημιουργούσε κατά κανόνα, όταν χρειαζόταν, μια τεχνητή πολιτική ασφαλιστική δικλείδα για τη δυσαρέσκεια των εργατικών μαζών. Αυτό συμπληρώθηκε από τη διαβολική επιδεξιότητα της άρχουσας κλίκας της μπουρζουαζίας στο να υποδουλώνει πνευματικά και να δωροδοκεί, εντελώς «εξαιρετικά» κατά καιρούς, τους ηγέτες της εργατικής τάξης. Έτσι, χάρη στην πρώιμη καπιταλιστική ανάπτυξη της Αγγλίας, η μπουρζουαζία της διέθετε τους αναγκαίους πόρους που την κατέστησαν ικανή να κάνει συστηματική αντίπραξη στην προλεταριακή επανάσταση. Μέσα στο ίδιο το προλεταριάτο, ή πιο σωστά, μέσα στο ανώτερο στρώμα, οι ίδιοι όροι έδιναν σάρκα και οστά στις πιο συντηρητικές τάσεις που εκδηλώθηκαν στην πορεία δεκαετιών πριν από τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο… Ενώ ο μαρξισμός διδάσκει ότι οι ταξικές σχέσεις γεννιούνται μέσα στο προτσές της παραγωγής, και ότι αυτές οι σχέσεις αντιστοιχούν σ’ ένα ορισμένο επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων· ενώ ο μαρξισμός διδάσκει επιπλέον ότι όλες οι μορφές της ιδεολογίας, και κυρίως της πολιτικής, αντιστοιχούν σε ταξικές σχέσεις, αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι ανάμεσα στην πολιτική, τους ταξικούς σχηματισμούς και την παραγωγή υπάρχουν απλώς μηχανικές σχέσεις, που μπορούν να υπολογιστούν χρησιμοποιώντας τις τέσσερεις πράξεις της αριθμητικής. Αντίθετα, οι αμοιβαίες σχέσεις, είναι εξαιρετικά πολύπλοκες. Μπορούμε να εξηγήσουμε διαλεκτικά την πορεία της ανάπτυξης μιας χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της επαναστατικής ανάπτυξης, μόνο προχωρώντας από την δράση, την αντίδραση και την αλληλεπίδραση όλων των υλικών παραγόντων και των παραγόντων που ανήκουν στο εποικοδόμημα, και όχι με τεχνητές επιπροσθέσεις ή τυπικές αναλογίες.

Η Αγγλία ολοκλήρωσε την αστική της επανάσταση το 17ο αιώνα. Η Γαλλία – στο τέλος του 18ου αιώνα. Η Γαλλία για πολύ καιρό ήταν η πιο προηγμένη η πιο «πολιτισμένη» χώρα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Οι Γάλλοι σοσιαλπατριώτες πίστευαν ειλικρινά, ακόμα και στην αρχή του πολέμου, ότι ολόκληρη η τύχη της ανθρωπότητας περιστρεφόταν γύρω από το Παρίσι. Αλλά για άλλη μια φορά, εξ αιτίας ακριβώς του πρώιμου αστικού της πολιτισμού, η Γαλλία ανάπτυξε ισχυρές συντηρητικές τάσεις μέσα στο καπιταλισμό της. Η αργή οργανική ανάπτυξη του καπιταλισμού δεν κατέστρεψε μηχανικά τους Γάλλους χειροτέχνες, αλλά τους έσπρωξε παραπέρα, απλώς και μόνο επανατοποθετώντας τους σε διαφορετικές θέσεις, αναθέτοντας τους ένα όλο και πιο δευτερεύοντα ρόλο. Η επανάσταση ξεπουλώντας στην αγροτιά τα φεουδαρχικά χτήματα, που τα έβαζε σε πλειστηριασμό δημιούργησε το γαλλικό χωριό, πάρα πολύ βιώσιμο, επίμονο πεισματάρικο και μικροαστικό. Η Μεγάλη Γαλλική επανάσταση του 18ου αιώνα, αστική τόσο όσο αφορά τους πιο ακραίους της στόχους, όσο και τα αποτελέσματα, ήταν ταυτόχρονα βαθειά εθνική – με την έννοια ότι συσπείρωνε γύρω της την πλειοψηφία του έθνους και κυριότατα όλων των παραγωγικών του τάξεων. Επί μια και ένα τέταρτο δεκαετία αυτή η επανάσταση εγκαθίδρυε το δεσμό των κοινών αναμνήσεων και των κοινών παραδόσεων ανάμεσα σε μια σημαντική μερίδα της Γαλλικής εργατικής τάξης και αριστερών στοιχείων της αστικής δημοκρατίας. Ο Ζωρές ήταν ο μεγαλύτερος και τελευταίος εκπρόσωπος αυτού του συντηρητικού ιδεολογικού δεσμού. Μ’ αυτούς τους όρους, η πολιτική ατμόσφαιρα της Γαλλίας δεν μπορούσε να μην μολύνει πλατειά στρώματα του γαλλικού προλεταριάτου, ειδικά τους μισοχειροτέχνες με μικροαστικές αυταπάτες. Αντίστροφα, αυτό ακριβώς το πλούσιο επαναστατικό παρελθόν έδωσε στο γαλλικό προλεταριάτο την κλίση να λύσει τις διαφορές του με τη μπουρζουαζία στα οδοφράγματα. Ο χαρακτήρας της ταξικής πάλης, μη διαθέτοντας θεωρητική καθαρότητα, αλλά τρομερά έντονος στη πράξη, κρατούσε τη γαλλική μπουρζουαζία σε συνεχή επιφυλακή και την ανάγκασε να περάσει πολύ νωρίς στην εξαγωγή από τη χώρα του χρηματιστικού κεφαλαίου. Ενώ από τη μια παραπλανούσε τις λαϊκές μάζες, μαζί και τους εργάτες, με μια δραματική επίδειξη αντιδυναστικών, αντικληρικαλιστικών, δημοκρατικών, ριζοσπαστικών και άλλων τάσεων, η γαλλική μπουρζουαζία, από την άλλη επωφελούνταν από τα πλεονεκτήματα που προέρχονταν από την πρώιμη γέννηση της και από τη της του παγκόσμιου τοκογλύφου για να ελέγχει την ανάπτυξη των νέων και κατά κάποιο τρόπο επαναστατικών μορφών εκβιομηχάνισης μέσα στην ίδια τη Γαλλία. Μια μόνο ανάλυση των οικονομικών και πολιτικών όρων της γαλλικής εξέλιξης, και επί πλέον όχι μόνο σε εθνική αλλά σε διεθνή κλίμακα, μπορεί να δώσει κάποια εξήγηση του γιατί το γαλλικό προλεταριάτο, διασπασμένο με την ηρωική έκρηξη της Παρισινής Κομμούνας σε ομάδες και σέχτες, με μια πτέρυγα αναρχική και μια άλλη «possibiliste»* αποδείχτηκε ανίκανο να αναλάβει ανοιχτή επαναστατική ταξική δράση, παλεύοντας άμεσα για κρατική εξουσία.

Για τη Γερμανία η περίοδος της δυναμικής καπιταλιστικής άνθησης άρχισε μετά τους νικηφόρους πολέμους του 1864 – 1866 – 1871: Το έδαφος της εθνικής ενότητας, ποτισμένο από το χρυσό χείμαρρο των Γαλλικών δισεκατομμυρίων, έγινε η βάση που πάνω της αναπτύχθηκε μια χωρίς όρια κερδοσκοπία αλλά και μια χωρίς προηγούμενο τεχνολογική ανάπτυξη. Αντίθετα από το γαλλικό προλεταριάτο, η εργατική τάξη της Γερμανίας αναπτύχθηκε σ’ εξαιρετικό βαθμό και κατανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειών της στη συσπείρωση και την οργάνωση των γραμμών της. Στο ακαταμάχητο ξεσήκωμά της η εργατική τάξη της Γερμανίας κέρδιζε μεγάλη ικανοποίηση επιβεβαιώνοντας τις αυτόματα αναπτυσσόμενες δυνάμεις της στα αποτελέσματα των κοινοβουλευτικών εκλογών ή στις αποφάσεις των ταμείων των συνδικάτων. Ο νικηφόρος συναγωνισμός της Γερμανίας στη παγκόσμια αγορά δημιούργησε εξ ίσου ευνοϊκούς όρους για την ανάπτυξη των συνδικάτων όπως επίσης και για την αναμφισβήτητη βελτίωση των όρων ζωής μιας μερίδας της εργατικής τάξης. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία έγινε μια ζωντανή – και αργότερα ακόμα πιο ετοιμοθάνατη – ενσάρκωση οργανωτικού φετιχισμού. Με βαθειά χωμένες τις ρίζες της στο εθνικό κράτος και την εθνική βιομηχανία, και στο προτσές προσαρμογής σ’ όλη την πολυπλοκότητα των περίπλοκων γερμανικών κοινωνικό – πολιτικών σχέσεων, οι οποίες είναι ένας συνδυασμός μοντέρνου καπιταλισμού και μεσαιωνικής βαρβαρότητας, η γερμανική σοσιαλδημοκρατία μαζί με τα συνδικάτα, των οπίων ήταν ηγεσία, έγινε η πιο αντεπαναστατική δύναμη στην πολιτική εξέλιξη της Ευρώπης. Ο κίνδυνος ενός τέτοιου εκφυλισμού της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας είχε από πολύ καιρό επισημανθεί από τους μαρξιστές, αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι κανείς δεν είχε προβλέψει το πόσο καταστροφικός θα ήταν τελικά ο χαρακτήρας αυτού του προτσέσου. Μόνο αφού ρίξει από τους ώμους του το νεκρό βάρος του παλιού κόμματος θα μπορέσει τώρα το προχωρημένο γερμανικό προλεταριάτο να μπει στο δρόμο της ανοιχτής πάλης για πολιτική εξουσία.

Όσον αφορά την ανάπτυξη της Αυστρο–Ουγγαρίας, είναι αδύνατο, από την άποψη που μας ενδιαφέρει, να πούμε οτιδήποτε που να μην εφαρμόζεται με μια πιο ξεκάθαρη μορφή στην ανάπτυξη της Ρωσίας. Η καθυστερημένη ανάπτυξη του ρώσικου καπιταλισμού πήρε αμέσως ένα εξαιρετικά συγκεντρωτικό χαρακτήρα. Όταν γύρω στη τέταρτη δεκαετία του περασμένου αιώνα ο Knopf έφτιαξε εγγλέζικα εργοστάσια νηματουργίας στην περιοχή της κεντρικής Μόσχας, και όταν οι Βέλγοι, οι Γάλοι και οι Αμερικάνοι έφεραν και μεταμόσχευσαν στις παρθένες στέπες της Ουκρανίας και της Νοβορωσίας τεράστιες μεταλλουργικές επιχειρήσεις φτιαγμένες σύμφωνα με την τελευταία λέξη της ευρωπαϊκής και της αμερικάνικης τεχνολογίας, δεν συμβουλεύτηκαν εγχειρίδια για να μάθουν αν θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι να αναπτυχθεί η ρώσικη χειροτεχνία σε μανιφατούρα, ενώ η μανιφατούρα με τη σειρά της θα μας οδηγούσε σε μια μεγάλη κλίμακας βιομηχανία. Σ’ αυτό το έδαφος των κακοχωνεμένων οικονομικών εγχειριδίων, γεννήθηκε κάποτε η περίφημη αλλά ουσιαστικά παιδαριώδης συζήτηση γύρω από το αν ο ρώσικος καπιταλισμός είχε «φυσικό» ή «τεχνητό» χαρακτήρα. Αν ήθελε κανείς να εκχυδαΐσει τον Μαρξ και να θεωρήσει τον αγγλικό καπιταλισμό όχι σαν την ιστορική χρονική αφετηρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης αλλά μάλλον σαν το πανίσχυρο πρότυπο, τότε ο ρώσικος καπιταλισμός θα μας φαινόταν σαν ένας τεχνητός σχηματισμός μεταμοσχευμένος. Αλλά αν αναλύσουμε τον καπιταλισμό με το πνεύμα της σωστής διδασκαλίας του Μαρξ, δηλαδή, σαν ένα οικονομικό προτσέσο που στην αρχή πήρε μια τυπική εθνική φόρμα και κατόπιν ξεπέρασε αυτό το εθνικό πλαίσιο και ανάπτυξε παγκόσμιους δεσμούς και που για να κυριαρχήσει στις καθυστερημένες χώρες δεν βλέπει να υπάρχει καμιά ανάγκη επιστροφής στα εργαλεία και τις συνήθειες των παιδικών του ημερών, αλλά αντίθετα χρησιμοποιεί την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, την τελευταία λέξη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και του πολιτικού εκβιασμού – αν αναλύσουμε τον καπιταλισμό μ’ αυτό το πνεύμα, τότε η ανάπτυξη του ρώσικου καπιταλισμού με όλες τις ιδιομορφίες του θα φανεί απολύτως «φυσική», σαν ένα απαραίτητο συστατικό μέρος του παγκόσμιου καπιταλιστικού προτσέσου.

Αυτό δεν ισχύει μόνο για τη Ρωσία. Οι σιδηρόδρομοι που διέσχισαν την Αυστραλία δεν ήταν το «φυσικό» αποτέλεσμα των όρων ζωής είτε των Αυστραλών αυτοχθόνων, είτε της πρώτης γενιάς κακοποιών που, στην αρχή της γαλλικής επανάστασης κατέπλευσαν στην Αυστραλία μέσω των μεγαλόψυχων αγγλικών μητροπόλεων. Η καπιταλιστική ανάπτυξη της Αυστραλίας είναι φυσική μόνο αν πάρουμε το ιστορικό προτσές σε παγκόσμια κλίμακα. Σε μια διαφορετική κλίμακα, δηλαδή μια εθνική, επαρχιακή κλίμακα είναι γενικά αδύνατο να αναλύσουμε ούτε μια από τις κυριότερες κοινωνικές εκδηλώσεις της εποχής μας.

Όπως ακριβώς η μεγάλης κλίμακας ρώσικη βιομηχανία παραβίασε τη «φυσική» τάξη διαδοχής της εθνικής οικονομικής ανάπτυξης, κάνοντας ένα γιγάντιο άλμα πάνω από μεταβατικές εποχές, με τον ίδιο τρόπο προετοίμασε όχι μόνο τη δυνατότητα αλλά το αναπόφευκτο του προλεταριακού άλματος πάνω από την περίοδο της αστικής δημοκρατίας.

Ο ιδεολόγος της δημοκρατίας, ο Ζωρές, παρουσίαζε παραστατικά τη δημοκρατία σαν το ανώτατο δικαστήριο του έθνους, που υψωνόταν πάνω από τις αντιμαχόμενες τάξεις. Όμως, εφόσον οι αντιμαχόμενες τάξεις – η καπιταλιστική μπουρζουαζία και το προλεταριάτο – όχι μόνο συνιστούν τους τυπικούς πόλους μέσα στο έθνος, αλλά είναι επίσης τα κύρια και αποφασιστικά στοιχεία του, τότε αυτό που μένει σαν ανώτατο δικαστήριο ή πιο σωστά δικαστήριο διαιτησίας, είναι μόνο τα ενδιάμεσα στοιχεία – η μικροαστική τάξη, που έχει σαν κορωνίδα της τη δημοκρατική διανόηση. Στη Γαλλία, με τη μακραίωνη ιστορία της χειροτεχνών και χειροτεχνικής αστικής κουλτούρας, με τους αγώνες τους για κομμούνες μέσα στις πόλεις και αργότερα με τους επαναστατικούς αγώνες της αστικής δημοκρατίας, και τελικά με τον συντηρητισμό της μικροαστικής ποικιλίας, η δημοκρατική ιδεολογία έχει μέχρι τώρα στηριχτεί σ’ ένα ορισμένο ιστορικό έδαφος. Ένας θερμός υποστηριχτής των συμφερόντων του προλεταριάτου, και βαθειά αφοσιωμένος στο σοσιαλισμό, ο Ζωρές, σαν δημεγέρτης ενός δημοκρατικού έθνους, στάθηκε ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Όμως ο ιμπεριαλισμός έχει δείξει με απόλυτη πειστικότητα ότι είναι πιο δυνατός από το «δημοκρατικό έθνος» που την πολιτική του θέληση μπορεί ο ιμπεριαλισμός πολύ εύκολα να την διαστρεβλώσει μέσω ενός κοινοβουλευτικού μηχανισμού. Τον Ιούλη του 1914, η ιμπεριαλιστική ολιγαρχία, προχωρώντας στον πόλεμο, πέρασε πάνω από το πτώμα του δημεγέρτη· ενώ το Μάρτη του 1919, μέσω του «ανώτατου δικαστηρίου» του δημοκρατικού έθνους, αθώωσε επίσημα το δολοφόνο του Ζωρές, καταφέρνοντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα θανάσιμο χτύπημα στα τελευταία υπολείμματα δημοκρατικών της γαλλικής εργατικής τάξης….

Στη Ρωσία, αυτές οι αυταπάτες, από την αρχή ακόμα, δεν στηρίζονταν σε κανένα υπόβαθρο. Με τη βαριά νωθρότητα της ισχνής ανάπτυξης η χώρα μας δεν είχε καιρό να δημιουργήσει μιαν αστική χειροτεχνική κουλτούρα. Οι πολίτες μιας επαρχιακής πόλης όπως το Οκονρώφ είχαν όλα τα εφόδια για τα πογκρόμ που τόσο τρόμαζαν κάποτε το Γκόρκυ· αλλά δεν είχαν χωρίς καμιά αμφιβολία κανένα εφόδιο για να παίξουν ένα ανεξάρτητο δημοκρατικό ρόλο. Ακριβώς επειδή η ανάπτυξη της Αγγλίας είχε γίνει «σύμφωνα με το Μαρξ», η ανάπτυξη της Ρωσίας σύμφωνα πάλι με το Μαρξ, έπρεπε ν’ ακολουθήσει ένα τελείως διαφορετικό δρόμο. Έχοντας ανατραφεί κάτω από την πίεση του ξένου χρηματιστηριακού κεφαλαίου και έχοντας δεχθεί τη βοήθεια της ξένης τεχνολογίας, ο ρώσικος καπιταλισμός μέσα σε λίγες δεκαετηρίδες διαμόρφωσε μια πολυάριθμη (ανερχόταν σε εκατομμύρια ανθρώπους) εργατική τάξη, που μπήκε απότομα σα σφήνα μέσα στο περιβάλλον της παν – ρωσικής πολιτικής βαρβαρότητας. Χωρίς τις μαζικές παραδόσεις του παρελθόντος πίσω τους, οι ρώσοι εργάτες, αντίθετα με το δυτικοευρωπαϊκό προλεταριάτο, δεν παρουσίαζαν μόνο χαρακτηριστικά πολιτιστικής καθυστέρησης και άγνοιας -που οι μισογραμματιζούμενοι, ντόπιοι κάτοικοι των πόλεων δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να υποδείξουν - αλλά και χαρακτηριστικά ευκινησίας, πρωτοβουλίας και δεκτικότητας μέχρι τις πιο ακραίες τους συνέπειες που προέρχονταν από την ταξική τους τοποθέτηση. Αν η οικονομική καθυστέρηση της Ρωσίας καθόριζε τη σπασμωδική «καταστροφική» ανάπτυξη του ρώσικου προλεταριάτου, του επέτρεπε επίσης να γίνει – φυσικά μόνο για μια ορισμένη ιστορική περίοδο – φυσικά μόνο για μια ορισμένη ιστορική περίοδο – ο πιο ασυμβίβαστος, ο πιο πρόθυμος για αυτοθυσίες φορέας της ιδέας της κοινωνικής επανάστασης στην Ευρώπη και σ’ όλο τον κόσμο.

ΙΙ

Η καπιταλιστική παραγωγή στη «φυσική» της εξέλιξη είναι αναπαραγωγή σε συνεχή επέκταση. Η τεχνολογία εξακολουθεί να προοδεύει, ο αριθμός των υλικών αγαθών εξακολουθεί να μεγαλώνει, η μάζα του πληθυσμού προλεταροποιείται. Η εκτεταμένη καπιταλιστική παραγωγή βαθαίνει τις καπιταλιστικές αντιφάσεις. Το προλεταριάτο αυξάνει αριθμητικά, συνιστά μια όλο και μεγαλύτερη μερίδα του πληθυσμού της χώρας, οργανώνεται και εκπαιδεύεται, και έτσι σχηματίζει μια συνεχώς αναπτυσσόμενη δύναμη. Αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι ο ταξικός του εχθρός – η μπουρζουαζία – μένει στάσιμος. Αντίθετα, η εκτεταμένη καπιταλιστική παραγωγή προϋποθέτει μια ταυτόχρονη ανάπτυξη της οικονομικής και πολιτικής δύναμης της μεγαλοαστικής τάξης. Όχι μόνο συσσωρεύει τεράστια πλούτη αλλά συγκεντρώνει επίσης στα χέρια της το κρατικό μηχανισμό διακυβέρνησης που τον υποτάσσει στους σκοπούς της. Με μια συνεχώς τελειοποιούμενη τέχνη πραγματώνει τους σκοπούς της μέσα από ανελέητη σκληρότητα που την εναλλάσσει με δημοκρατικό οπορτουνισμό. Ο ιμπεριαλιστικός καπιταλισμός μπορεί να επωφεληθεί περισσότερο από τις φόρμες της δημοκρατίας όσο η οικονομική εξάρτηση των μικροαστικών στρωμάτων του πληθυσμού από το μεγάλο κεφάλαιο γίνεται πιο σκληρή και αξεπέραστη. Απ’ αυτή την οικονομική εξάρτηση η μπουρζουαζία είναι ικανή, μέσω της καθολικής ψηφοφορίας να εξασκεί την πολιτική εξάρτηση.

Μια μηχανιστική αντίληψη της κοινωνικής επανάστασης υποβιβάζει το ιστορικό προτσέσο σε μια αδιάκοπη αριθμητική αύξηση και μια σταθερά ανερχόμενη οργανωτική δύναμη του προλεταριάτου μέχρις ότου, αποτελώντας τη «συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού» το προλεταριάτο χωρίς μάχη, ή σχεδόν χωρίς μάχη, πάρει στα χέρια του τον μηχανισμό της οικονομίας και του κράτους, σαν ένα φρούτο ώριμο για ξεφλούδισμα. Όμως, στην πραγματικότητα, η ανάπτυξη του παραγωγικού ρόλου του προλεταριάτου είναι παράλληλη με την ανάπτυξη της δύναμης της μπουρζουαζίας. Όσο το προλεταριάτο συγκεντρώνεται οργανωτικά και εκπαιδεύεται πολιτικά, με τη σειρά της η μπουρζουαζία αναγκάζεται να τελειοποιήσει το μηχανισμό εξουσίας της και να ξεσηκώσει ενάντια στο προλεταριάτο ακόμα νεώτερα τμήματα του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένης και της νέας τρίτης τάξης, δηλαδή των επαγγελματιών διανοουμένων που παίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο στο μηχανισμό της καπιταλιστικής οικονομίας. Και οι δύο εχθροί κερδίζουν σε δύναμη ταυτόχρονα.

Όσο μια χώρα είναι πιο δυνατή καπιταλιστικά - εφ’ όσον οι άλλοι όροι είναι ίδιοι – τόσο πιο μεγάλη είναι η αδράνεια των «ειρηνικών» ταξικών σχέσεων τόσο πιο δυνατή η ώθηση η αναγκαία για να τραβήξει και τις δύο εχθρικές τάξεις – το προλεταριάτο και τη μπουρζουαζία – από την κατάσταση σχετικής ισορροπίας και να μετατρέψει την ταξική πάλη σε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο. Άμα ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος – εφ’ όσον οι άλλοι όροι είναι ίδιοι – θα είναι τόσο πιο σκληρός και αποφασιστικός όσο πιο ψηλό είναι το επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας. Όσο πιο δυνατοί και καλύτερα οργανωμένοι είναι και οι δύο εχθροί. Όσο πιο μεγάλο ποσό υλικών και ιδεολογικών πόρων έχουν στη διάθεση τους.

Οι ιδέες που επικρατούσαν μέσα στη Β΄ Διεθνή για την προλεταριακή επανάσταση στην πραγματικότητα δεν ξεπερνούσαν το πλαίσιο του αυτάρκους εθνικού καπιταλισμού. Η Αγγλία, η Γερμανία, η Γαλλία η Ρωσία θεωρούνταν ανεξάρτητοι κόσμοι κινούμενοι στην ίδια τροχιά προς το σοσιαλισμό, βρισκόμενες σε διαφορετικά στάδια του ίδιου δρόμου. Η ώρα του επερχόμενου σοσιαλισμού σημαίνει όταν ο καπιταλισμός φτάσει στα έσχατα όρια ωριμότητας και τότε η μπουρζουαζία αναγκάζεται να δώσει τη θέση της στο προλεταριάτο, σαν οικοδόμο του σοσιαλισμού. Αυτή η εθνικά περιορισμένη αντίληψη καπιταλιστικής ανάπτυξης δημιουργεί τις θεωρητικές και ψυχολογικές βάσεις του σοσιαλπατριωτισμού: οι «Σοσιαλιστές» όλων των χωρών θεωρούν καθήκον τους να υπερασπίσουν το εθνικό κράτος σαν το φυσικό και αυτάρκες θεμέλιο σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Αλλά αυτή η αντίληψη είναι πέρα για πέρα λαθεμένη και βαθειά αντιδραστική. Με το να γίνει παγκόσμια, η καπιταλιστική ανάπτυξη έσπασε τα νήματα εκείνα που στο παρελθόν έδεναν την τύχη της κοινωνικής επανάστασης με την τύχη της μιας ή της άλλης καπιταλιστικής χώρας που είχε μεγαλύτερο βαθμό ανάπτυξης. Όσο πιο στενά ένωσε ο καπιταλισμός τις χώρες όλου του κόσμου σ’ ένα και μόνο πολύπλοκο οργανισμό, τόσο πιο αδυσώπητα εξαρτάται η κοινωνική επανάσταση, όχι μόνο με την έννοια του κοινού της προορισμού αλλά και με την έννοια του χώρου και του χρόνου γέννησης της, από την ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού σαν παγκόσμιου παράγοντα, και πρωταρχικά από εκείνες τις στρατιωτικές συγκρούσεις που προκαλεί αναπόφευκτα ο ιμπεριαλισμός και που, με τη σειρά τους, πρέπει να αναταράξουν την ισορροπία του καπιταλιστικού συστήματος μέχρι τις ρίζες του.

Ο μεγάλος ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι εκείνο το τρομερό όπλο με το οποίο η ιστορία έχει διασπάσει τον «οργανικό», «εξελικτικό», «ειρηνικό» χαρακτήρα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Προερχόμενος από την καπιταλιστική ανάπτυξη σαν σύνολο, και ταυτόχρονα παρουσιαζόμενος στην εθνική συνείδηση κάθε ξεχωριστής καπιταλιστικής χώρας σαν εξωτερικός παράγοντας, ο ιμπεριαλισμός δρα σαν να εξαλείφει τη διαφορά επιπέδου καπιταλιστικής ανάπτυξης κάθε καπιταλιστικής χώρας. Την ίδια στιγμή σύρονται όλες στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο,** οι παραγωγικές τους βάσεις οι ταξικές σχέσεις τραντάζονται ταυτόχρονα. Οπότε οι χώρες που σύρονται έξω από την κατάσταση ασταθούς καπιταλιστικής ισορροπίας είναι εκείνες που έχουν την πιο αδύνατη εσωτερική κοινωνική ενέργεια δηλαδή εκείνες ακριβώς οι χώρες που είναι νεώτερες από την άποψη της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Εδώ επιβάλλεται έντονα μια αναλογία – η αναλογία μεταξύ της έναρξης του ιμπεριαλιστικού πολέμου και της έναρξης του εμφυλίου πολέμου. Δύο χρόνια πριν από τη μεγάλη παγκόσμια σφαγή ξέσπασε ο βαλκανικός πόλεμος. Βασικά οι ίδιες δυνάμεις και τάσεις υπήρχαν στα Βαλκάνια όπως και σ’ ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτοί οι παράγοντες οδηγούσαν αναπόφευκτα την καπιταλιστική ανθρωπότητα σε αιματηρή καταστροφή. Αλλά στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες υπήρχε μια δυνατή αδρανοποιός αντίσταση στις ντόπιες όπως και στις εξωτερικές σχέσεις. Ο ιμπεριαλισμός βρήκε ευκολότερο να σπρώξει τα Βαλκάνια σε πόλεμο ακριβώς επειδή σ’ αυτή τη χερσόνησο υπήρχαν μικρότερα και πιο αδύνατα κράτη, με πολύ χαμηλότερο επίπεδο καπιταλιστικής και πολιτιστικής ανάπτυξης – και συνεπώς με μικρότερη αδράνεια «ειρηνικής» ανάπτυξης.

Ο Βαλκανικός πόλεμος – που εμφανίστηκε σαν συνέπεια υπόγειων σεισμών όχι των Βαλκανίων αλλά του Ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού σαν ο άμεσος πρόδρομος της παγκόσμιας σύγκρουσης – απόχτησε, παρόλαυτα, μια ανεξάρτητη σημασία για μια ορισμένη περίοδο. Η πορεία του και το άμεσο αποτέλεσμα του καθορίστηκαν από τους πόρους που διέθετε στη Βαλκανική Χερσόνησο. Σ’ αυτό οφείλεται η σχετικά μικρή διάρκεια του Βαλκανικού πολέμου. Λίγοι μήνες ήταν αρκετοί για να αναμετρηθούν πάνω από την εξαθλιωμένη από τη φτώχια χερσόνησο οι εθνικές καπιταλιστικές δυνάμεις. Αν άρχιζε από πιο νωρίς ο Βαλκανικός πόλεμος θα έβρισκε μια ευκολότερη λύση. Ο παγκόσμιος πόλεμος άρχισε αργότερα ακριβώς επειδή κάθε εμπόλεμο κράτος έβλεπε με τρόμο την άβυσσο προς την οποία συρόταν από τα αγεφύρωτα ταξικά συμφέροντα. Η υπερβολικά αναπτυγμένη δύναμη της Γερμανίας σε αντίθεση με την προηγούμενη δύναμη της Μ. Βρετανίας, συνιστούσε, όπως είναι γνωστό, την ιστορική πηγή του πολέμου αλλά αυτή η ίδια η δύναμη εμπόδιζε για μεγάλο διάστημα τους εχθρούς να έρθουν σε μια ανοιχτή ρήξη. Όταν όμως ξέσπασε ο πόλεμος, η δύναμη και των δύο στρατοπέδων καθόρισε τον παρατεταμένο και σκληρό χαρακτήρα της σύγκρουσης.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, με τη σειρά του, έσπρωξε το προλεταριάτο στο μονοπάτι του εμφυλίου πολέμου. Και εδώ παρατηρούμε μια ανάλογη σειρά: Οι χώρες με νεώτερη καπιταλιστική κουλτούρα μπαίνουν πρώτες στο μονοπάτι του εμφυλίου πολέμου εφόσον η ασταθής ισορροπία των ταξικών δυνάμεων διαταράσσεται πιο εύκολα σ’ αυτές ακριβώς τις χώρες.

Αυτές είναι οι γενικές αιτίες ενός φαινομένου που με την πρώτη ματιά φαίνεται ανεξήγητο, δηλαδή, το ότι αντίθετα από την κατεύθυνση της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τη δύση προς την ανατολή, η προλεταριακή επανάσταση επεκτείνεται από την ανατολή προς τη δύση. Αλλά εφόσον ασχολούμαστε μ’ ένα εξαιρετικά πολύπλοκο προτσέσο, βρίσκεται εντελώς μέσα στη φύση των πραγμάτων το ότι πάνω σ’ αυτές τις βασικές αιτίες που αναφέραμε αναφύονται απειράριθμες δευτερεύουσες αιτίες που η κάθε μια απ’ αυτές τείνει να δυναμώσει και να βαθύνει τη δράση των βασικών παραγόντων ενώ άλλες τείνουν να την εξασθενήσουν.

Στην ανάπτυξη του Ρώσικου καπιταλισμού το κύριο ρόλο τον έπαιξε το ευρωπαϊκό χρηματιστικό και βιομηχανικό κεφάλαιο, ιδιαίτερα εκείνο της Γαλλίας. Έχω υπογραμμίσει ήδη ότι η γαλλική μπουρζουαζία για την ανάπτυξη του τοκογλυφικού ιμπεριαλισμού είχε σαν οδηγό όχι μόνο οικονομικούς αλλά και πολιτικούς υπολογισμούς. Έντρομη από την ανάπτυξη του γαλλικού προλεταριάτου από άποψη αριθμού και δύναμης, η γαλλική μπουρζουαζία προτιμούσε να εξάγει το κεφάλαιό της και να βγάζει κέρδη από τις ρώσικες βιομηχανικές επιχειρήσεις· οπότε το έργο της συγκράτησης των ρώσων εργατών το είχε φορτώσει στο ρώσο τσάρο. Μ’ αυτό τον τρόπο η οικονομική δύναμη της γαλλικής μπουρζουαζίας στηριζόταν άμεσα στο μόχθο του ρώσικου προλεταριάτου. Αυτό έφερε τη γαλλική μπουρζουαζία σε πλεονεκτική θέση στις σχέσεις της με το γαλλικό προλεταριάτο και, αντίστροφα, αυτό το γεγονός γέννησε μια ορισμένη κοινωνική δύναμη υπέρ του ρώσικου προλεταριάτου στις σχέσεις του με τη ρώσικη (αλλά όχι την παγκόσμια) μπουρζουαζία. Αυτό που είπαμε πιο πριν εφαρμόζεται ειδικά σ’ όλες τις παλιές καπιταλιστικές χώρες που εξάγουν κεφάλαιο. Η κοινωνική δύναμη της αγγλικής μπουρζουαζίας βασίζεται στην εκμετάλλευση όχι μόνο του εγγλέζικου προλεταριάτου αλλά και των αποικιακών εργαζομένων μαζών. Αυτό όχι μόνο κάνει τη μπουρζουαζία πλουσιότερη και δυνατότερη κοινωνικά, αλλά και της εξασφαλίζει την ικανότητα μιας πολύ πιο πλατειάς αρένας για πολιτικές μανούβρες τόσο μέσω όλο και μεγαλύτερων παραχωρήσεων στο ντόπιο προλεταριάτο, όσο και μέσω της άσκησης πίεσης πάνω του μέσω των αποικιών (εισαγωγή πρώτων υλών και εργατικών δυνάμεων, μεταφορά βιομηχανικών επιχειρήσεων στις αποικίες, δημιουργία αποικιακών στρατευμάτων, κλπ., κλπ.).

Μπροστά στις παραπάνω αμοιβαίες σχέσεις, η Οκτωβριανή μας Επανάσταση ήταν μια εξέγερση όχι μόνο ενάντια στη ρώσικη μπουρζουαζία αλλά και ενάντια στον αγγλικό και το γαλλικό καπιταλισμό· και αυτό επιπλέον, όχι μόνο με μια γενική ιστορική έννοια – σαν αρχή της Ευρωπαϊκής επανάστασης – αλλά με την πιο άμεση και έμμεση έννοια. Απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και αρνούμενο να πληρώσει τα τσαρικά χρέη, το ρώσικο προλεταριάτο κατάφερε έτσι το δυνατότερο χτύπημα στην κοινωνική δύναμη της ευρωπαϊκής μπουρζουαζίας. Αυτό και μόνο αρκεί για να εξηγήσει γιατί ήταν αναπόφευκτη η αντεπαναστατική επέμβαση του ιμπεριαλισμού της Αντάντ. Από την άλλη μεριά, αυτή η ίδια η επέμβαση έγινε δυνατή μόνο επειδή το ρώσικο προλεταριάτο βρέθηκε τοποθετημένο από την ιστορία σε μια θέση που ανάγκαζε τους ρώσους εργάτες να ολοκληρώσουν την επανάστασή τους προτού μπορέσουν να την ολοκληρώσουν τα παλιότερα και πολύ πιο δυνατά αδέλφια τους στην Ευρώπη. Από δω προέρχονται αυτές οι τρομερές δυσκολίες που για να τις υπερνικήσει το ρώσικο προλεταριάτο αναγκάζεται να πάρει την εξουσία.

Οι σοσιαλδημοκράτες Φιλισταίοι συμπεραίνουν απ’ αυτό ότι δεν υπήρχε καμιά ανάγκη να κατέβουν στους δρόμους τον Οκτώβρη. Αναμφισβήτητα θα ήταν πολύ πιο «οικονομικό» για μας αν είχαμε αρχίσει την επανάσταση μας μετά την εγγλέζικη, τη γαλλική και την γερμανική επανάσταση. Αλλά, πρώτα – πρώτα, η ιστορία δεν προσφέρει καθόλου στην επαναστατική τάξη τη δυνατότητα ελεύθερης εκλογής και κανείς ως τώρα δεν έχει αποδείξει ότι το ρώσικο προλεταριάτο έχει πετύχει μια επανάσταση με «οικονομικό» χαρακτήρα. Δεύτερο, το ίδιο το ζήτημα επαναστατικής «οικονομίας» δυνάμεων πρέπει να αναθεωρηθεί όχι μόνο σε εθνική αλλά σε διεθνή κλίμακα. Ακριβώς εξ αιτίας όλης της προηγούμενης ανάπτυξης, το καθήκον της πρωτοβουλίας για την επανάσταση, όπως έχουμε δει, δεν ανήκε σ’ ένα γέρικό προλεταριάτο με δυνατές πολιτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις, με μαζικές παραδόσεις κοινοβουλευτισμού και συνδικαλισμού, αλλά σ’ ένα νεαρό προλεταριάτο μιας καθυστερημένης χώρας. Η ιστορία ακολούθησε τη γραμμή της μικρότερης αντίστασης. Η επαναστατική εποχή μπήκε μέσα από την πόρτα με τα πιο αδύνατα φράγματα. Αυτές οι εξαιρετικές και πραγματικά υπεράνθρωπες δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει το ρωσικό προλεταριάτο προετοίμασαν, επέσπευσαν και διευκόλυναν ως ένα βαθμό την επαναστατική δουλειά που έχει ακόμα μπροστά του το δυτικοευρωπαϊκό προλεταριάτο.

Στην ανάλυση μας δεν υπάρχει ούτε ίχνος «μεσσιανισμού». Η επαναστατική «πρωτοτοκία» του ρώσικου προλεταριάτου είναι μόνο προσωρινή. Όσο πιο μεγάλος ο οπορτουνιστικός συντηρητισμός στις κορυφές του γερμανικού, του γαλλικού ή του αγγλικού προλεταριάτου, τόσο πιο μεγαλειώδης θα είναι η δύναμη της επαναστατικής επίθεσης του προλεταριάτου αυτών των χωρών, μια δύναμη που εμφανίζεται τώρα στη Γερμανία. Η δικτατορία της ρώσικης εργατικής τάξης θα είναι ικανή να οχυρωθεί τελικά και ν’ αναπτύξει μια γνήσια, ολόπλευρη σοσιαλιστική οικοδόμηση μόνο από την ώρα που η ευρωπαϊκή εργατική τάξη θα μας απελευθερώσει από τον οικονομικό ζυγό και ειδικότερα από τον στρατιωτικό ζυγό της ευρωπαϊκής μπουρζουαζίας, και έχοντας την ανατρέψει, θα έρθει σε βοήθεια μας με την οργάνωση και την τεχνολογία της. Συνεπώς ο ηγετικός επαναστατικός ρόλος θα περάσει στην εργατική τάξη με τη μεγαλύτερη οικονομική και οργανωτική δύναμη. Αν σήμερα το κέντρο της 3ης Διεθνούς βρίσκεται στη Μόσχα – και γι αυτό είμαστε βαθειά πεισμένοι – αύριο αυτό το κέντρο θα μετατεθεί προς τα δυτικά: στο Βερολίνο, το Παρίσι, το Λονδίνο. Το ρώσικο προλεταριάτο με όση χαρά κι αν χαιρέτισε τους αντιπροσώπους της διεθνούς εργατικής τάξης μέσα στους τοίχους του Κρεμλίνου, με ακόμα μεγαλύτερη χαρά θα στείλει τους δικούς του αντιπροσώπους στο δεύτερο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς σε μια απ’ τις δυτικοευρωπαϊκές μητροπόλεις. Γιατί ένα Παγκόσμιο Κομμουνιστικό Συνέδριο στο Βερολίνο ή στο Παρίσι θα σημαίνει τον ολοκληρωτικό θρίαμβο της προλεταριακής επανάστασης στην Ευρώπη και συνεπώς σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

 

Λ. Τρότσκυ

Το κλειδί της διεθνούς κατάστασης είναι στη Γερμανία6

Η κατάσταση στην Αγγλία

2. –Η κατάσταση στην Αγγλία μπορεί επίσης, όχι χωρίς σοβαρούς λόγους, να χαρακτηριστεί σαν προεπαναστατική με την αυστηρή διευκρίνιση ότι ανάμεσα σε μια προεπαναστατική κατάσταση και σε μια άμεσα επαναστατική κατάσταση μπορεί να μεσολαβήσει ένα διάστημα πολλών ετών, περίοδο κατά την οποία θα δημιουργηθούν παλίρροιες.

Η οικονομική κατάσταση της Αγγλίας είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Αλλά το πολιτικό υπεροικοδόμημα σ’ αυτή την αρχισυντηρητική χώρα καθυστερεί υπερβολικά σε σχέση με τις μεταβολές που συντελούνται στις οικονομικές βάσεις της. Προτού καταφύγουν σε νέες πολιτικές μορφές και μεθόδους όλες οι τάξεις του αγγλικού έθνους προσπαθούν να βρουν κάτι στο παλιό πατάρι, να γυρίσουν τις παλιές φορεσιές του παππού και της γιαγιάς. Είναι αναμφισβήτητο ότι στην Αγγλία, παρά τη φοβερή εθνική παρακμή της, δεν υπάρχει ακόμα κανένα σημαντικό επαναστατικό κόμμα, ούτε ο αντίποδας του, κανένα φασιστικό κόμμα. Χάρη σ’ αυτό η μπουρζουαζία βρήκε τη δυνατότητα να κινητοποιήσει την πλειονότητα του έθνους κάτω από το «εθνικό» φλάμπουρο, δηλαδή κάτω από το πιο κούφιο σύνθημα που μπορεί να υπάρχει. Μέσα σε προεπαναστατικές συνθήκες ένας συντηρητισμός πιο αμβλύς απ’ ότι θα μπορούσαμε να περιμένουμε, πέτυχε μια τεράστια πολιτική επικράτηση. Για να προσαρμοστεί το πολιτικό υπεροικοδόμημα στις πραγματικές συνθήκες της χώρας θα χρειαστεί ολοφάνερα περισσότερο από ένας μήνας και ίσως περισσότερο από ένας χρόνος.

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιμένουμε πως η κατάρρευση του «εθνικού» συνασπισμού – κι αυτή η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη στο μέλλον – θα οδηγήσει άμεσα είτε σε μια προλεταριακή επανάσταση (εννοείται στην Αγγλία δεν μπορεί να γίνει μια άλλη επανάσταση) είτε στο θρίαμβο του «φασισμού». Αντίθετα, είναι απείρως πιθανότερο ότι, βαδίζοντας προς την επαναστατική λύση, η Αγγλία θα περάσει ακόμα μια μακρόχρονη περίοδο ριζοσπαστικής, δημοκρατικής, σοσιαλιστικής και πασιφιστικής δημαγωγίας, στο στυλ του Λόυντ Τζώρτζ και του εργατικού κόμματος. Έτσι μπορούμε αναμφίβολα να βεβαιώσουμε ότι η ιστορική εξέλιξη της Αγγλίας θα δώσει ακόμα σημαντική προθεσμία στο βρετανικό κομμουνισμό για να μετασχηματιστεί πραγματικά σε κόμμα του προλεταριάτου ως τη στιγμή που θα προβάλει πολύ κοντά η λύση. Δεν πρέπει ωστόσο να συμπεράνουμε από τα παραπάνω ότι μπορεί να χάνουμε καιρό σε επικίνδυνους πειραματισμούς και κεντριστικά ζιγκ – ζαγκ. Μέσα στην τωρινή παγκόσμια κατάσταση ο καιρός είναι η πολυτιμότερη πρώτη ύλη.

Η κατάσταση στη Γερμανία7

[…] 9. Στο φόντο της παγκόσμιας πολιτικής που απέχει πολύ να είναι ειρηνική, η κατάσταση στη Γερμανία ξεχωρίζει καθαρά. Σ’ αυτή τη χώρα οι πολιτικοί και οικονομικοί ανταγωνισμοί πήρανε μια ανήκουστη βαρύτητα. Η λύση προμηνύεται σύντομη. Έρχεται η στιγμή όπου η προεπαναστατική κατάσταση πρέπει να μετασχηματιστεί σε κατάσταση επαναστατική ή αντεπαναστατική. Σύμφωνα με την κατεύθυνση και τη λύση που θα βρει η γερμανική κρίση θα καθοριστούν, για πολλά χρόνια, όχι μονάχα η τύχη της ίδιας της Γερμανίας ( κι αυτό ήδη είναι αρκετό), αλλά και τα πεπρωμένα της Ευρώπης, τα πεπρωμένα όλου του κόσμου.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ, η πορεία της ισπανικής επανάστασης, η ανάπτυξη προεπαναστατικής κατάστασης στην Αγγλία, το μέλλον του γαλλικού ιμπεριαλισμού, η τύχη του επαναστατικού κινήματος στην Κίνα και στην Ινδία, όλα αυτά συνδέονται απ’ ευθείας, άμεσα, με ένα μονάχα ζήτημα: Στους μήνες που έρχονται ποιος θα είναι νικητής στη Γερμανία; Ο κομμουνισμός ή ο φασισμός;

10. Μετά τις βουλευτικές εκλογές για το Ράιχσταγκ, τον περασμένο Σεπτέμβρη, η ηγεσία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος βεβαίωσε ότι ο φασισμός έφτασε στο κατακόρυφο του και ότι στο εξής θα αποσυντίθοταν γρήγορα, στρώνοντας το δρόμο της προλεταριακής επανάστασης. Η αριστερή κομουνιστική αντιπολίτευση (μπολσεβίκοι – λενινιστές) ειρωνεύονταν τότε αυτή την απερίσκεπτη αισιοδοξία. Ο φασισμός προέρχεται από δύο καταστάσεις: από το ένα μέρος βαριά κοινωνική κρίση, από το άλλο μέρος επαναστατική αδυναμία του γερμανικού προλεταριάτου. Η αδυναμία του προλεταριάτου, με τη σειρά της, πηγάζει από δύο αιτίες: πρώτα, από τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας που είναι ακόμα πανίσχυρος πράκτορας του καπιταλισμού μέσα στις γραμμές του προλεταριάτου· έπειτα, από την ανικανότητα της κεντριστικής ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος να ενώσει τους εργάτες κάτω από τη σημαία της επανάστασης.

Για μας ο υποκειμενικός συντελεστής είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα γιατί η σοσιαλδημοκρατία είναι το αντικειμενικό εμπόδιο που πρέπει να εξαλειφθεί. Πραγματικά ο φασισμός θα γινότανε κομμάτια αν το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ικανό να πραγματοποιήσει την ενότητα της εργατικής τάξης, μεταβάλλοντας αυτή την τάξη σε ισχυρό επαναστατικό πόλο έλξης για όλες τις καταπιεζόμενες μάζες του πληθυσμού. Αλλά η πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος από τις εκλογές του Σεπτέμβρη επιδείνωσε μονάχα την ασυναρτησία της: πομπώδεις λόγους για το «σοσιαλφασισμό», ερωτοτροπίες με το σωβινισμό, απομίμηση του αυθεντικού φασισμού με σκοπό να τον συναγωνιστεί στην ίδια αγορά και αυτή η περιπέτεια του «κόκκινου δημοψηφίσματος» -- όλα αυτά εμποδίζουν το Κομμουνιστικό Κόμμα να γίνει οδηγητής του προλεταριάτου και του λαού. Η σοσιαλδημοκρατία, παρά την ύπαρξη μιας πολιτικής κατάστασης που θα έπρεπε να προκαλέσει το χαμό της, μπόρεσε, χάρη στη βοήθεια του Κομμουνιστικού Κόμματος, να διατηρήσει το μεγαλύτερο αριθμό των οπαδών της και διατηρείται, για την ώρα, με αρκετές απώλειες είναι αλήθεια, αλλά ωστόσο δευτερεύουσας σημασίας. Όσο για το φασισμό, παρ’ όλες τις κομπορρημοσύνες του Ταίλμαν, του Ρέμμελε και των άλλων, μα ολότελα σύμφωνα με τις προβλέψεις των μπολσεβίκων – λενινιστών, έκανε από το Σεπτέμβρη του περασμένου χρόνου ένα νέο τεράστιο πήδημα προς τα εμπρός. Η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν μπόρεσε ούτε να προβλέψει ούτε να προλάβει. Περιορίζεται να σημειώνει ήττες. Οι αποφάσεις της και άλλα ντοκουμέντα δεν δείχνουν – αλλοίμονο! – τίποτε άλλο από την φωτογραφία των οπισθίων της ιστορικής εξέλιξης.

 

Λ. Τρότσκυ

Πώς διαμορφώνεται μια επαναστατική κατάσταση; 8

Η οικονομική προϋπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης

Η πρώτη και η σημαντικότερη προϋπόθεση μιας επαναστατικής κατάστασης είναι η αφόρητη όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις μορφές ιδιοκτησίας. Το έθνος παύει να προχωρεί. Το σταμάτημα στην ανάπτυξη της οικονομικής δύναμης και, ακόμα περισσότερο, η οπισθοδρόμηση της σημαίνουν ότι το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής έχει οριστικά εξαντληθεί και χρειάζεται να παραχωρήσει τη θέση του στο σοσιαλιστικό σύστημα.

Η σημερινή κρίση, που αγκαλιάζει όλες τις χώρες και ρίχνει την οικονομία δεκάδες χρόνια πίσω, έχει οριστικά ωθήσει το αστικό σύστημα ως τον παραλογισμό. Αν στη αυγή του καπιταλισμού οι πεινασμένοι και αμόρφωτοι εργάτες έσπαζαν τις μηχανές, τώρα αυτοί που καταστρέφουν τις μηχανές και τα εργοστάσια είναι οι ίδιοι οι καπιταλιστές. Με τη διατήρηση και στο μέλλον της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής η ανθρωπότητα απειλείται από τη βαρβαρότητα και τον εκφυλισμό.

Η βάση της κοινωνίας είναι η οικονομία της. Αυτή η βάση είναι ώριμη για το σοσιαλισμό με διπλή έννοια: η σύγχρονη τεχνική έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό ανάπτυξης που μπορεί να εξασφαλίσει ένα υψηλό επίπεδο ευημερίας στο λαό και σ’ όλη την ανθρωπότητα· αλλά η καπιταλιστική ιδιοκτησία, που έχει επιβιώσει, καταδικάζει τους λαούς σε φτώχεια και σε βάσανα ολοένα και μεγαλύτερα.

Η βασική προϋπόθεση για το σοσιαλισμό , η οικονομική, υπάρχει από καιρό. Αλλά ο καπιταλισμός δεν θα εξαφανιστεί μόνος του από τη σκηνή. Μόνο η εργατική τάξη μπορεί να αποσπάσει τις παραγωγικές δυνάμεις από τα χέρια των εκμεταλλευτών και στραγγαλιστών. Η ιστορία θέτει με οξύτητα αυτό το έργο μπροστά μας. Αν το προλεταριάτο σταθεί ανίκανο για τον ένα ή άλλο λόγο να ανατρέψει τη μπουρζουαζία και να πάρει την εξουσία, αν π.χ, παραλύσει εξ αιτίας των ίδιων του των κομμάτων και των συνδικάτων, η παρακμή της οικονομίας και του πολιτισμού θα εξακολουθήσει, οι συμφορές θα πολλαπλασιαστούν, η απελπισία και η κατάπτωση θα κυριαρχήσουν στις μάζες, ο καπιταλισμός – φθαρμένος, σαπισμένος, σαρακοφαγωμένος – θα πνιγεί ολοένα και περισσότερο τους λαούς σέρνοντάς τους στην άβυσσο καινούργιων πολέμων. Εκτός από τη σοσιαλιστική επανάσταση δεν υπάρχει καμιά άλλη σωτηρία.

Πρόκειται για την τελευταία κρίση του καπιταλισμού ή όχι;

Το προεδρείο της Κομμουνιστικής Διεθνούς προσπάθησε στην αρχή να εξηγήσει ότι η κρίση, που άρχισε το 1929, ήταν η τελευταία κρίση του καπιταλισμού. Δύο χρόνια αργότερα ο Στάλιν δήλωσε ότι η σημερινή κρίση «πιθανώς» δεν είναι ακόμα η τελευταία. Συναντάμε επίσης και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο την ίδια προσπάθεια να προφητέψουν: η τελευταία κρίση ή όχι;

«Είναι αστόχαστος ο ισχυρισμός γράφει ο Μπλούμ στην «Ποπυλαίρ» της 23 Φλεβάρη, ότι η σημερινή κρίση είναι ένα είδος ύστατου σπασμού του καπιταλισμού, το τελευταίο τίναγμα πριν από την αγωνία και την αποσύνθεση». Είναι η ίδια άποψη που έχει και ο Γκρύμαχ, που είπε, στις 26 Φλεβάρη, στη Μυλούζ: «Μερικοί μας βεβαιώνουν ότι αυτή η κρίση είναι παροδική· άλλοι βλέπουν σ’ αυτή την τελική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν τολμάμε ακόμα να αποφανθούμε οριστικά».

Σ’ αυτό τον τρόπο τοποθέτησης του ζητήματος υπάρχουν δύο βασικές πλάνες: πρώτον, μπερδεύουν τη συγκυριακή με την ιστορική κρίση όλου του καπιταλιστικού συστήματος· δεύτερον, ισχυρίζονται ότι ανεξάρτητα από τη συνειδητή δράση των τάξεων, μια κρίση μπορεί από μόνη της να είναι η «τελευταία» κρίση.

Κάτω από την κυριαρχία του βιομηχανικού κεφαλαίου, την εποχή του ελεύθερου συναγωνισμού, οι συγκυριακές άνοδοι ξεπερνούσαν κατά πολύ τις κρίσεις· οι πρώτες αποτελούσαν τον «κανόνα», οι δεύτερες την «εξαίρεση»: ο καπιταλισμός στο σύνολο του περνούσε περίοδο ανόδου. Από την εποχή του πολέμου, με την κυριαρχία του μονοπωλιακού χρηματιστικού κεφαλαίου, οι συγκυριακές κρίσεις ξεπερνούν κατά πολύ τις αναζωογονήσεις· μπορούμε να πούμε ότι οι κρίσεις έχουν γίνει ο κανόνας, και οι άνοδοι η εξαίρεση: η οικονομική εξέλιξη στο σύνολο της βαδίζει προς τα κάτω, κι όχι προς τα πάνω.

Ωστόσο οι συγκυριακές διακυμάνσεις είναι αναπόφευκτες και με άρρωστο τον καπιταλισμό θα συνεχιστούν όσο αυτός θα υπάρχει. Και ο καπιταλισμός θα εξακολουθήσει να υπάρχει όσο η προλεταριακή επανάσταση δεν τερματίσει τη ζωή του. Αυτή είναι η μόνη σωστή απάντηση.

Μοιρολατρία και μαρξισμός

Ο προλεταριακός επαναστάτης πρέπει πρώτα απ’ όλα να καταλάβει ότι ο μαρξισμός, η μόνη επιστημονική θεωρία της προλεταριακής επανάστασης, δεν έχει τίποτα το κοινό με τη μοιρολατρική αναμονή της «τελευταίας» κρίσης. Ο μαρξισμός από την ίδια του την ουσία είναι μια καθοδήγηση για την επαναστατική δράση. Ο μαρξισμός δεν αγνοεί τη θέληση και το θάρρος, αλλά τα βοηθάει για να βρούνε το σωστό δρόμο.

Δεν υπάρχει καμιά κρίση που από μόνη της μπορεί να είναι «θανάσιμη» για τον καπιταλισμό. Οι διακυμάνσεις της συγκυρίας δημιουργούν μόνο μια κατάσταση στην οποία θα είναι πιο εύκολο ή πιο δύσκολο στο προλεταριάτο να ανατρέψει τον καπιταλισμό. Το πέρασμα από την αστική κοινωνία στη σοσιαλιστική προϋποθέτει τη δράση ζωντανών ανθρώπων, που δημιουργούν την ιστορία τους. Δεν την δημιουργούν στη τύχη, ούτε σύμφωνα με το γούστο τους, αλλά κάτω από την επίδραση καθορισμένων αντικειμενικών αιτιών. Ωστόσο οι ίδιες τους οι πράξεις – η πρωτοβουλία τους, το θάρρος τους, η αφοσίωση τους ή, αντίθετα, η ανοησία και η δειλία τους – μπαίνουν σαν αναγκαίοι κρίκοι στην αλυσίδα της ιστορικής εξέλιξης.

Κανένας δεν έχει αριθμήσει τις κρίσεις του καπιταλισμού και δεν έχει δείξει από τα πριν ποια απ’ αυτές θα είναι η «τελευταία». Αλλά όλη μας η εποχή και προπάντων η σημερινή κρίση υπαγορεύουν επιτακτικά στο προλεταριάτο: Πάρε την εξουσία! Αν, ωστόσο, το εργατικό κόμμα παρά τις ευνοϊκές συνθήκες, αποδειχτεί ανίκανο να οδηγήσει το προλεταριάτο στην κατάκτηση της εξουσίας, η ζωή της κοινωνίας θα συνεχιστεί αναγκαστικά πάνω σε καπιταλιστικές βάσεις – έως μια καινούργια κρίση ή ένα καινούργιο πόλεμο, ίσως ως την πλήρη κατάρρευση του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Η Κομμουνιστική Διεθνής πέρασε στις θέσεις της σοσιαλδημοκρατικής μοιρολατρίας

Η μοιρολατρία της σοσιαλδημοκρατίας αποτελεί προπολεμική κληρονομία, όταν ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν σχεδόν αδιάκοπα, ο αριθμός των εργατών καθώς και των μελών του κόμματος μεγάλωνε, όπως και οι ψήφοι και οι βουλευτές στις εκλογές. Απ’ αυτή την αυτόματη άνοδο γεννήθηκε σιγά – σιγά η ρεφορμιστική αυταπάτη ότι είναι αρκετό να συνεχίσουμε τον παλιό μας δρόμο (προπαγάνδα, εκλογές οργάνωση) και η νίκη θάρθει μόνη της.

[….] Στο φως αυτής της προοπτικής, τα λόγια: «Δεν είναι ακόμα η τελευταία κρίση», πρέπει να σημαίνουν: «Σε πέντε χρόνια, σε δέκα χρόνια, σε είκοσι χρόνια, θα έχουμε περισσότερους ψήφους και περισσότερους βουλευτές, τότε πρέπει να ελπίζουμε πια ότι θα πάρουμε την εξουσία» (Βλέπε τα άρθρα και τους λόγους του Πωλ Φώρ). Αυτή η αισιόδοξη μοιρολατρία, που φαινόταν πειστική, εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, αντηχεί σήμερα σαν μια φωνή από τον άλλο κόσμο. Είναι ριζικά λαθεμένη η άποψη ότι το προλεταριάτο προχωρώντας προς την μελλοντική κρίση θα γίνει οπωσδήποτε ισχυρότερο απ’ ότι σήμερα. Με το αναπόφευκτο μελλοντικό σάπισμα του καπιταλισμού το προλεταριάτο δεν θα μεγαλώσει και δεν θα δυναμώσει, αλλά θα αποσυντεθεί, αυξάνοντας τις γραμμές των ανέργων και των λούμπεν - προλεταρίων· η μικροαστική τάξη θα ξεπέσει στο μεταξύ και θα πέσει σε απελπισία. Η απώλεια χρόνου ανοίγει προοπτική στο φασισμό, και όχι στην προλεταριακή επανάσταση.

Είναι αξιοσημείωτο ότι και η Κομμουνιστική Διεθνής, γραφειοκρατικοποιημένη ως το μεδούλι, αντικατέστησε τη θεωρία της επαναστατικής δράσης με τη θρησκεία της μοιρολατρίας. Είναι αδύνατο να αγωνιστούμε, γιατί «δεν υπάρχει κατάσταση επαναστατική». Αλλά μια κατάσταση επαναστατική δεν πέφτει από τον ουρανό, διαμορφώνεται μέσα στην πάλη των τάξεων. Το κόμμα του προλεταριάτου είναι ο σημαντικότερος πολιτικός παράγοντας στην περίπτωση της διαμόρφωσης μιας επαναστατικής κατάστασης. Αν αυτό το κόμμα γυρίσει την πλάτη του στα επαναστατικά καθήκοντα, αποκοιμίζοντας και εξαπατώντας τους εργάτες για να το ρίξει στα υπομνήματα και για να συναδελφωθεί με τους ριζοσπάστες, τότε δεν θα διαμορφωθεί κατάσταση επαναστατική αλλά αντεπαναστατική.

Πως η μπουρζουαζία εκτιμάει την κατάσταση;

Η παρακμή του καπιταλισμού, με τον εξαιρετικά υψηλό βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αποτελεί την οικονομική προϋπόθεση της σοσιαλιστικής επανάστασης. Σ’ αυτή τη βάση εξελίσσεται η πάλη των τάξεων. Στο ζωντανό αγώνα των τάξεων διαμορφώνεται και ωριμάζει μια επαναστατική κατάσταση.

Πως η μεγάλη μπουρζουαζία, που κυριαρχεί στη σύγχρονη κοινωνία, εκτιμάει τη σημερινή κατάσταση, και πως ενεργεί; Η 6η Φλεβάρη 1934 ήταν απρόοπτη μόνο για τις εργατικές οργανώσεις και τη μικροαστική τάξη. Τα κέντρα του μεγάλου κεφαλαίου συμμετείχαν από καιρό στη συνομωσία, με το σκοπό να αντικαταστήσουν με τη βία τον κοινοβουλευτισμό με το βοναπαρτισμό (καθεστώς «προσωπικό). Αυτό σημαίνει: οι τράπεζες, τα τραστ, το Επιτελείο, οι μεγάλες εφημερίδες έκριναν ότι ο κίνδυνος της επανάστασης ήταν τόσο κοντινός και τόσο άμεσος ώστε έσπευσαν να προετοιμαστούν γι’ αυτή την υπόθεση με ένα «μικρό» πραξικόπημα.

Δύο σημαντικά συμπεράσματα απορρέουν απ’ αυτό το γεγονός: 1) οι καπιταλιστές, πριν ακόμα από το 1934, έκριναν ότι η κατάσταση ήταν επαναστατική· 2) δεν περίμεναν παθητικά την εξέλιξη των γεγονότων, για να καταφύγουν το τελευταίο λεπτό σε μια «νόμιμη» άμυνα, αλλά πήραν μόνοι τους την πρωτοβουλία κατεβάζοντας τις συμμορίες τους στο δρόμο. Η μεγάλη μπουρζουαζία έδωσε στους εργάτες ένα ανεκτίμητο μάθημα ταξικής στρατηγικής!

Η «Ουμανιτέ» λέει και ξαναλέει ότι το «Ενιαίο Μέτωπο» έδιωξε τον Ντουμέργκ. Για να μιλήσουμε μετρημένα, εδώ πρόκειται για κούφιο φανφαρονισμό. Αντίθετα, αν το μεγάλο κεφάλαιο έκρινε δυνατό και λογικό να αντικαταστήσει τον Ντουμέργκ με τον Φλαντέν, αυτό έγινε μόνο γιατί, όπως η μπουρζουαζία πείσθηκε από την πείρα, το ενιαίο Μέτωπο δεν αντιπροσωπεύει ακόμα έναν άμεσο επαναστατικό κίνδυνο. «Επειδή οι τρομεροί αρχηγοί της Κομμουνιστικής Διεθνούς, παρά την κατάσταση που υπάρχει στη χώρα, δεν προετοιμάζονται να αγωνιστούν, αλλά τρέμουν από φόβο, αυτό σημαίνει ότι έχουμε ακόμα χρονικά περιθώρια, δεν υπάρχει λόγος να περάσουμε από τώρα στο φασισμό. Δεν χρειάζεται να βιάσουμε τα γεγονότα και να εκθέσουμε πρόωρα τους ριζοσπάστες, που μπορεί να τους χρειαστούμε ακόμα». Αυτό λένε οι πραγματικοί κύριοι της κατάστασης. Διατηρούν την εθνική ένωση και τα βοναπαρτιστικά διατάγματα, τρομοκρατούν το κοινοβούλιο, αφήνουν όμως τον Ντουμέργκ να αναπαύεται. Οι ηγέτες του κεφαλαίου έχουν κάνει κάποια διόρθωση στην αρχική τους εκτίμηση, αναγνωρίζοντας ότι η κατάσταση δεν είναι άμεσα επαναστατική, αλλά προεπαναστατική.

Δεύτερο αξιοπρόσεχτο μάθημα ταξικής στρατηγικής! Αυτό δείχνει ότι ακόμα και το μεγάλο κεφάλαιο, που έχει στη διάθεση του όλους τους διευθυντικούς μοχλούς, δεν μπορεί να εκτιμήσει μονομιάς εκ των προτέρων και αλάθητα την πολιτική κατάσταση σ’ όλη της την πραγματικότητα: προχωρεί στην πάλη και στη διαδικασία της πάλης, και με βάση την πείρα διορθώνει και καθορίζει την εκτίμηση του. Αυτό είναι γενικά το μόνο δυνατό μέσο να προσαρμοστούμε στην πολιτική σωστά και σύγχρονα και ενεργητικά.

Και οι αρχηγοί της Κομμουνιστικής Διεθνούς; Στη Μόσχα, παράμερα από το γαλλικό εργατικό κίνημα, μερικοί μέτριοι γραφειοκράτες, κακά πληροφορημένοι, που στην πλειοψηφία τους ούτε τα γαλλικά δεν διαβάζουν, δίνουν με τη βοήθεια του θερμομέτρου τους την αλάθητη διάγνωση: «Η κατάσταση δεν είναι επαναστατική». Η Κεντρική Επιτροπή του γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος είναι υποχρεωμένη, κλείνοντας τα μάτια και τα αυτιά, να επαναλάβει αυτή τη κούφια φράση. Ο δρόμος της Κομμουνιστικής Διεθνούς είναι ο πιο σύντομος δρόμος προς την άβυσσο!

Η μικροαστική τάξη και η προεπαναστατική κατάσταση

Οι διαδικασίες που πραγματοποιούνται μέσα στις μάζες της μικροαστικής τάξης έχουν εξαιρετική σημασία για την εκτίμηση της πολιτικής κατάστασης. Η πολιτική κρίση της χώρας είναι πρώτα απ’ όλα κρίση εμπιστοσύνης των μικροαστικών μαζών προς τα παραδοσιακά τους κόμματα και τους παραδοσιακούς ηγέτες τους. Η δυσαρέσκεια, η νευρικότητα, η αστάθεια, η εύκολη έξαψη της μικροαστικής τάξης αποτελούν χαρακτηριστικά πολύ σημαντικά μιας προεπαναστατικής κατάστασης. Όμοια με τον άρρωστο που καίγεται από τον πυρετό και γέρνει στο δεξί ή το αριστερό πλευρό, έτσι και διεγερμένη μικροαστική τάξη μπορεί να στραφεί προς τα δεξιά ή αριστερά. Ανάλογα με την πλευρά προς την οποία θα στραφούν στην ερχόμενη περίοδο τα εκατομμύρια των αγροτών, των χειροτεχνών, των μικρεμπόρων και των κατώτερων υπαλλήλων στη Γαλλία, η σημερινή προεπαναστατική κατάσταση μπορεί να μετατραπεί τόσο σε επαναστατική όσο και αντεπαναστατική.

Η βελτίωση της οικονομικής συγκυρίας θα μπορούσε – όχι για μακρόχρονο διάστημα – να καθυστερήσει, όχι όμως και να σταματήσει τη διαφοροποίηση προς τα δεξιά ή τα αριστερά της μικροαστικής τάξης. Αντίθετα, αν η κρίση εξακολουθήσει να βαθαίνει, η χρεοκοπία του ριζοσπαστισμού και όλων των κοινοβουλευτικών ομάδων που συγκλίνουν προς αυτόν θα συνεχιστεί με διπλασιασμένη ταχύτητα.

Διαλεκτική και μεταφυσική

Η μαρξιστική σκέψη είναι διαλεκτική· αντικρίζει όλα τα φαινόμενα στην εξέλιξη τους, στο πέρασμά τους από την μία κατάσταση στην άλλη. Η σκέψη του συντηρητικού μικροαστού είναι μεταφυσική: οι αντιλήψεις τους είναι ακίνητες και αμετάβλητες, ανάμεσα στα φαινόμενα υπάρχουν χωρίσματα αδιαπέραστα. Η απόλυτη αντίθεση ανάμεσα σε μια κατάσταση επαναστατική και σε μια μη επαναστατική μας δίνει ένα κλασικό παράδειγμα μεταφυσικής σκέψης, σύμφωνα με τη φόρμουλα: αυτό είναι, είναι – αυτό που δεν είναι, δεν είναι· όλα τα υπόλοιπα είναι εκ του Πονηρού.

Μέσα στο ιστορικό προτσές συναντάμε καταστάσεις σταθερές, κάθε άλλο παρά επαναστατικές. Συναντάμε όμως και καταστάσεις ολοφάνερα επαναστατικές. Υπάρχουν επίσης και καταστάσεις αντεπαναστατικές (δεν πρέπει αυτό να το ξεχνάμε!). Αλλά εκείνο που υπάρχει ιδιαίτερα στην εποχή μας, του καπιταλισμού που σαπίζει, είναι οι ενδιάμεσες, οι μεταβατικές καταστάσεις: ανάμεσα σε μια κατάσταση μη επαναστατική και σε μια προεπαναστατική, ανάμεσα σε μια κατάσταση προεπαναστατική και σε μια επαναστατική ή … αντεπαναστατική. Αυτές ακριβώς οι μεταβατικές καταστάσεις είναι που έχουν αποφασιστική σημασία από την άποψη της πολιτικής στρατηγικής.

Τι θα λέγαμε για ένα καλλιτέχνη που δεν θα μπορούσε να διακρίνει παρά μόνο τα δύο άκρως αντίθετα χρώματα του φάσματος; Ότι πάσχει από δαλτωνισμό ή έχει μισοτυφλωθεί και ότι πρέπει να παρατήσει το πινέλο. Τι θα πρέπει να πούμε για ένα πολιτικό άνδρα που δεν είναι ικανός να διακρίνει παρά δύο μόνο καταστάσεις: «επαναστατική» και «όχι – επαναστατική»; Ότι δεν είναι μαρξιστής, αλλά ένας σταλινικός, που μπορεί να είναι ένας καλός υπάλληλος, σε καμιά όμως περίπτωση προλεταριακός ηγέτης.

Μια επαναστατική κατάσταση διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση παραγόντων αντικειμενικών και υποκειμενικών. Αν το κόμμα του προλεταριάτου αποδείχνεται ανίκανο να αναλύσει έγκαιρα τις τάσεις της προεπαναστατικής κατάστασης και να επέμβει ενεργητικά στην εξέλιξη της, αντί για μια κατάσταση επαναστατική θα προκύψει αναπόφευκτα μια κατάσταση αντεπαναστατική. Ακριβώς μπροστά σ’ αυτό τον κίνδυνο βρίσκεται σήμερα το γαλλικό προλεταριάτο. Η κοντόφθαλμη, παθητική οπορτουνιστική πολιτική του ενιαίου μετώπου, και προπάντων των σταλινικών, που κατέληξαν να γίνουν η δεξιά του πτέρυγα, να τι αποτελεί το κύριο εμπόδιο στο δρόμο της προλεταριακής επανάστασης στη Γαλλία.

 

Λ. Τρότσκυ

Η Γαλλική Επανάσταση άρχισε9

Ποτέ το ραδιόφωνο δεν αποδείχτηκε τόσο πολύτιμο όσο αυτές τις τελευταίες μέρες. Μας δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθούμε από ένα μακρινό χωριό της Νορβηγίας τους σφυγμούς της γαλλικής επανάστασης. Πιο σωστό θα ήταν να πούμε: την αντανάκλαση αυτών των σφυγμών στη συνείδηση και τη γνώμη των κύριων υπουργών, συνδικαλιστικών γραμματέων και άλλων ηγετών που έχουν θανάσιμα τρομάξει.

Η έκφραση «γαλλική επανάσταση» μπορεί να φανεί υπερβολική. Όχι όμως! Δεν πρόκειται για υπερβολή. Έτσι ακριβώς γεννιέται η επανάσταση. Γενικά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γεννηθεί. Η γαλλική επανάσταση άρχισε.

Βέβαια, ο Λεόν Ζουώ, ακολουθώντας τον Μπλούμ, βεβαιώνει τη μπουρζουαζία ότι πρόκειται για κίνημα καθαρά οικονομικό μέσα στα αυστηρά πλαίσια του νόμου. Δεν χωράει αμφιβολία πως οι εργάτες είναι αφέντες στα εργοστάσια κατά τη διάρκεια της απεργίας, επιβάλλοντας τον έλεγχό τους πάνω στην ιδιοκτησία και στη διαχείριση της. Μπορεί να κλείσει κανείς τα μάτια σ’ αυτή τη θλιβερή «λεπτομέρεια». Γενικά πρόκειται «για οικονομικές απεργίες και όχι πολιτικές» βεβαιώνουν οι κύριοι ηγέτες. Ωστόσο, κάτω από την επίδραση «μη πολιτικών» απεργιών όλη η πολιτική κατάσταση της χώρας αλλάζει ριζικά. Η κυβέρνηση αποφασίζει να ενεργήσει με τέτοια ταχύτητα που ούτε την σκεφτόταν άλλοτε: γιατί, σύμφωνα με τα λόγια του Μπλούμ, η πραγματική δύναμη είναι υπομονετική! Οι καπιταλιστές δείχνουν πνεύμα συγκαταβατικό, εντελώς απροσδόκητο.

Όλη η αντεπανάσταση, σε κατάσταση αναμονής, κρύβεται πίσω από τις πλάτες του Μπλούμ και του Ζουώ. Και όλο αυτό το θαύμα το δημιούργησαν… απλές «συντεχνιακές» απεργίες. Τι θα γινόταν αν οι απεργίες είχαν χαρακτήρα πολιτικό;

Όχι όμως, οι ηγέτες εδώ διαστρεβλώνουν την αλήθεια. Το σωματείο αγκαλιάζει τους εργάτες ενός δοσμένου επαγγέλματος, διαχωρίζοντας τους από τα άλλα επαγγέλματα. Ο τρεϊντγιουνιονισμός και ο αντιδραστικός συνδικαλισμός καταβάλουν κάθε προσπάθεια να διατηρήσουν το εργατικό κίνημα μέσα στα συντεχνιακά πλαίσια. Σ’ αυτό ακριβώς στηρίζεται η ντε φάκτο δικτατορία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας πάνω στην εργατική τάξη (η χειρότερη απ’ όλες τις δικτατορίες!) με τη δουλική εξάρτηση της κλίκας Ζουώ – Ρακαμόν από το καπιταλιστικό κράτος. Η ουσία του σημερινού κινήματος βρίσκεται ακριβώς στο ότι αυτό σπάζει τα επαγγελματικά, συντεχνιακά και τοπικά πλαίσια, υψώνοντας πάνω απ’ αυτά τις διεκδικήσεις, τις ελπίδες, τη θέληση όλου του προλεταριάτου. Το κίνημα παίρνει το χαρακτήρα μιας επιδημίας. Η μόλυνση επεκτείνεται από εργοστάσιο σε εργοστάσιο, από σωματείο σε σωματείο, από συνοικία σε συνοικία. Όλα τα στρώματα της εργατικής τάξης ανταποκρίνονται, σαν να πούμε, το ένα στο άλλο. Οι μεταλλουργοί άρχισαν: είναι η πρωτοπορία. Η δύναμη όμως του κινήματος βρίσκεται στο ότι σε μια μικρή απόσταση από την πρωτοπορία ακολουθούν οι συμπαγείς εφεδρείες της τάξης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα πιο διαφορετικά επαγγέλματα, ύστερα έρχεται η οπισθοφυλακή της που συνήθως οι κύριοι κοινοβουλευτικοί και συνδικαλιστικοί ηγέτες την ξεχνάνε ολότελα. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο «Λαός» αναγνώρισε καθαρά ότι η εμφάνιση πολλών κατηγοριών του παρισινού πληθυσμού από εκείνες που κακοπληρώνονται αποτέλεσε γι αυτόν γεγονός εντελώς «απροσδόκητο». Ωστόσο, ακριβώς στα βάθη αυτών των πιο εκμεταλλευομένων στρωμάτων κρύβονται αστείρευτες πηγές ενθουσιασμού, αφοσίωσης και θάρρους. Το ότι τα στρώματα αυτά ξύπνησαν αποτελεί αλάθευτο σημάδι μιας μεγάλης μάχης. Πρέπει να βρούμε το μέσο να τα προσεγγίσουμε με κάθε τρόπο!

Το απεργιακό κίνημα, ξεκόβοντας από τα σωματειακά και τοπικά πλαίσια, έγινε επικίνδυνο όχι μόνο για την αστική κοινωνία, αλλά επίσης και για την κοινοβουλευτική και συνδικαλιστική του εκπροσώπηση, που σήμερα είναι πρώτα απ’ όλα απασχολημένη στο να μη βλέπει την πραγματικότητα. Σύμφωνα με ένα ιστορικό θρύλο, όταν ο Λουδοβίκος16ος ρώτησε: «Μα είναι εξέγερση;», ένας από τους αυλικούς του απάντησε: « Όχι , Μεγαλειότατε, είναι επανάσταση». Τώρα, στο ερώτημα της μπουρζουαζίας: «Είναι εξέγερση;», οι αυλικοί απαντάνε: «Όχι, δεν είναι παρά μόνο συνδικαλιστικές απεργίες». Ενθαρρύνοντας τους καπιταλιστές οι Μπλουμ και Ζουώ ενθαρρύνουν τους εαυτούς τους. Τα λόγια όμως δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Βέβαια, όταν αυτές οι γραμμές θα εμφανιστούν στο τύπο, το πρώτο κύμα ίσως έχει καλμάρει. Φαινομενικά, η ζωή θα ξαναγυρίσει στην παλιά της κοίτη. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τίποτα στην υπόθεση. Αυτό που έγινε δεν είναι συνδικαλιστικές απεργίες. Είναι η απεργία. Είναι η συσσωμάτωση στο φώς της ημέρας των καταπιεζομένων ενάντια στους καταπιεστές. Είναι η κλασσική έναρξη της επανάστασης.

Όλη η περασμένη πείρα της εργατικής τάξης, η ιστορία της εκμετάλλευσης της, των βασάνων, των αγώνων, των ηττών, ξαναζεί κάτω από το σοκ των γεγονότων και υψώνεται μέσα στη συνείδηση κάθε προλετάριου, ακόμα και του πιο καθυστερημένου, σπρώχνοντας τον στις γραμμές. Όλη η τάξη έχει μπει σε κίνηση. Είναι αδύνατο να σταματήσει με λόγια αυτή η γιγάντια μάζα. Ο αγώνας πρέπει να καταλήξει είτε στη μεγαλύτερη νίκη είτε στην τρομερότερη συντριβή.

Ο «Χρόνος» ονόμασε την απεργία οι «μεγάλοι ελιγμοί της επανάστασης». Αυτό είναι ασύγκριτα πιο σοβαρό από εκείνο που λένε ο Μπλούμ και ο Ζουώ. Αλλά ακόμα και ο ορισμός του «Χρόνου» είναι παρόλα αυτά ανακριβής, γιατί ως ένα σημείο αποτελεί υπερβολή. Οι ελιγμοί προϋποθέτουν την ύπαρξη μιας ηγεσίας, ενός επιτελείου, ενός σχεδίου. Τίποτα τέτοιο δεν υπήρχε στην απεργία. Τα κέντρα των εργατικών οργανώσεων, μαζί και το Κομμουνιστικό Κόμμα, αιφνιδιάστηκαν. Πρώτα απ’ όλα φοβούνται μήπως η απεργία τους χαλάσει όλα τους τα σχέδια. Το ραδιόφωνο μετάδωσε μια αξιοπρόσεχτη φράση του Μαρσέλ Κασέν: «Βρισκόμαστε, και οι μεν και οι δε, μπροστά στο γεγονός της απεργίας». Με άλλα λόγια, η απεργία είναι η κοινή μας δυστυχία. Μ’ αυτά τα λόγια ο απειλητικός γερουσιαστής πείθει τους καπιταλιστές να κάνουν παραχωρήσεις για να μην οξύνουν την κατάσταση. Οι κοινοβουλευτικοί και συνδικαλιστικοί γραμματείς, που προσαρμόζονται στην απεργία με την πρόθεση να την πνίξουν όσο μπορούν νωρίτερα, κινούνται στον αέρα και δεν ξέρουν και οι ίδιοι αν θα ξαναπέσουν στη Γη με τα πόδια ή με το κεφάλι κάτω. Η μάζα που ξύπνησε δεν έχει ακόμα επαναστατικό επιτελείο.

Το πραγματικό επιτελείο υπάρχει στον ταξικό εχθρό. Το επιτελείο αυτό δεν συνταυτίζεται καθόλου με την κυβέρνηση Μπλούμ, παρόλο που την χρησιμοποιεί με μεγάλη ικανότητα. Η καπιταλιστική αντίδραση παίζει τώρα ένα παρακινδυνευμένο μεγάλο παιχνίδι, το παίζει όμως σοφά. Στη σημερινή στιγμή παίζει με την ακόλουθη σκέψη: «Ας υποχωρήσουμε σήμερα σ’ όλες αυτές τις δυσάρεστες διεκδικήσεις, που επιδοκίμασαν μαζί ο Μπλούμ , ο Ζουώ και Νταλαντιέ. Από την παραδοχή ενός αιτήματος ως την πραγματοποίηση του υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος. Υπάρχει η Βουλή, η Γερουσία, η διοίκηση – όλα αυτά αποτελούν μηχανισμούς κωλυσιεργίας. Οι μάζες θα δείξουν ανυπομονησία και θα προσπαθήσουν να πιέσουν ακόμα περισσότερο. Ο Νταλαντιέ θα χωρίσει από τον Μπλούμ. Ο Τορέζ θα τείνει να αποσπαστεί από τα αριστερά. Ο Μπλούμ και Ζουώ θα ξεχωρίσουν από τις μάζες. Τότε θα πάρουμε πίσω όλες τις σημερινές παραχωρήσεις και με γερό μάλιστα τόκο». Έτσι σκέφτεται το πραγματικό επιτελείο της αντεπανάστασης: οι περίφημες «200 οικογένειες» και οι πληρωμένοι στρατηγοί τους. Ενεργούν σύμφωνα με ένα σχέδιο. Και θα αποτελούσε ελαφρότητα να πούμε ότι το σχέδιο τους δεν έχει γερή βάση. Όχι, με τη βοήθεια του Μπλούμ, του Ζουώ και του Κασέν, η αντεπανάσταση μπορεί να πετύχει το σκοπό της.

Το ότι το κίνημα των μαζών πήρε, με μορφή αυτοσχεδιασμένη, τεράστιες διαστάσεις και είχε τόσο μεγάλο πολιτικό αποτέλεσμα, δείχνει κατά τον καλύτερο τρόπο τον βαθύ, οργανικό, και αληθινά επαναστατικό χαρακτήρα του απεργιακού κύματος. Σ’ αυτό βρίσκεται η εγγύηση της διάρκειας του κινήματος, της αντοχής του και του αναπόφευκτου μιας σειράς κυμάτων ολοένα και μεγαλύτερων. Χωρίς αυτό η νίκη θα ήταν αδύνατη. Όλα αυτά όμως δεν είναι αρκετά για τη νίκη. Ενάντια στο επιτελείο και το σχέδιο των «200 οικογενειών» χρειάζεται το επιτελείο και το σχέδιο της προλεταριακής επανάστασης. Ούτε το ένα ούτε το άλλο υπάρχουν ακόμα. Μπορούν όμως να δημιουργηθούν. Υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις και όλα τα στοιχεία για μια καινούργια αποκρυστάλλωση των μαζών.

Το ξέσπασμα της απεργίας προκλήθηκε, καθώς λένε, από τις «ελπίδες» στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Αυτό είναι μόνο το τέταρτο της αλήθειας, και μάλιστα και λιγότερο. Αν επρόκειτο για ενδόμυχες ελπίδες, οι εργάτες δεν θα είχαν αναλάβει τον κίνδυνο του αγώνα. Στην απεργία εκφράζεται πρώτα από όλα, η δυσπιστία ή η έλλειψη εμπιστοσύνης των εργατών, αν όχι στην καλή θέληση της κυβέρνησης, τουλάχιστο στην ικανότητα της να υπερνικήσει τα εμπόδια και να πραγματοποιήσει τα καθήκοντα της. Οι προλετάριοι θέλουν να «βοηθήσουν» την κυβέρνηση, αλλά με τον τρόπο τους, με τον προλεταριακό τρόπο. Βέβαια, δεν έχουν ακόμα πλήρη συνείδηση της δύναμης τους. Θα ήταν όμως χοντροκομμένη καρικατούρα να παρουσιάζουμε έτσι τα πράγματα, ώστε να φαίνεται ότι η μάζα παρακινήθηκε μόνο από τις «ελπίδες» της στον Μπλούμ. Δεν της είναι εύκολο να συγκεντρώσει τις σκέψεις της κάτω από την καταπίεση παλιών ηγετών, που προσπαθούν να την κάνουν να ξαναγυρίσει το γρηγορότερο στην παλιά τροχιά της σκλαβιάς και της ρουτίνας. Παρ’ όλα αυτά, το γαλλικό προλεταριάτο δεν ξαναρχίζει απ’ την αρχή την ιστορία. Παντού και πάντοτε η απεργία έφερε στην επιφάνεια τους πιο συνειδητούς και τους πιο τολμηρούς εργάτες. Η πρωτοβουλία τους ανήκει. Ενεργούν ακόμα με σύνεση, ψαχουλεύοντας το πεδίο. Τα προχωρημένα αποσπάσματα προσπαθούν να μην αποκοπούν μπροστά, για να μην απομονωθούν. Η φιλική ηχώ που φτάνει από πίσω τους δίνει κουράγιο. Η ηχώ που προέρχεται από τα διάφορα τμήματα της τάξης έχει γίνει μια προσπάθεια αυτο–κινητοποίησης. Το ίδιο το προλεταριάτο έχει την μεγαλύτερη ανάγκη αυτής της εκδήλωσης της δύναμης του. Οι πραχτικές επιτυχίες που σημειώνει, όσο και αβέβαιες κι αν είναι αυτές καθαυτές, πρέπει να ενισχύουν εξαιρετικά την αυτοπεποίθηση των μαζών, ιδιαίτερα στα στρώματα τα πιο καθυστερημένα και πιο καταπιεζόμενα.

Η κύρια κατάκτηση του πρώτου κύματος είναι ότι παρουσιάστηκαν ηγέτες στα εργαστήρια και τα εργοστάσια. Δημιουργήθηκαν τα τοπικά και συνοικιακά επιτελεία. Η μάζα τους γνωρίζει όπως και αυτοί γνωρίζονται μεταξύ τους. Οι πραγματικοί επαναστάτες θα επιδιώξουν να συνδεθούν μ’ αυτούς. Έτσι η πρώτη αυτο–κινητοποίηση της μάζας σημείωσε και εν μέρει υπόδειξε τα πρώτα στοιχεία μιας επαναστατικής ηγεσίας. Η απεργία συγκλόνισε, εμψύχωσε και ανανέωσε όλο το γιγάντιο οργανισμό της τάξης. Το παλιό κέλυφος δεν έχει ακόμα εξαφανιστεί, αντίθετα, διατηρείται με αρκετή επιμονή. Κάτω όμως απ’ αυτό φαίνεται πια ένα καινούργιο δέρμα.

Για το ρυθμό των γεγονότων, που δεν χωράει αμφιβολία πως θα επιταχυνθούν, δεν θα πούμε τίποτα τώρα. Σ’ αυτό το σημείο μόνο υποθέσεις και σκέψεις είναι δυνατό να γίνουν. Το δεύτερο κύμα, το ξέσπασμα και η έντασή του θα επιτρέψουν, χωρίς αμφιβολία, να προχωρήσουμε σ’ ένα προγνωστικό πολύ πιο συγκεκριμένο από κείνο που είναι σήμερα δυνατό. Ένα όμως πράγμα είναι φανερό από τα πριν: το δεύτερο κύμα δεν θάχει καθόλου τον ίδιο ειρηνικό χαρακτήρα, τον σχεδόν άκακο, ανοιξιάτικο, όπως το πρώτο. Θα είναι πιο ώριμο, πιο επίμονο, πιο τραχύ, γιατί θα προκληθεί από την απογοήτευση των μαζών από τα πρακτικά αποτελέσματα του Λαϊκού Μετώπου και της πρώτης επίθεσης. Στην κυβέρνηση θα προκληθούν σχίσματα, το ίδιο και στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η αντεπανάσταση θα γίνει μονομιάς πιο σίγουρη και πιο αυθάδης. Δεν θα πρέπει να περιμένουμε καινούργιες εύθραυστες επιτυχίες των μαζών. Μπροστά στον κίνδυνο να χάσουν αυτό που φάνηκε ήδη καταχτημένο, μπροστά στην αναπτυσσόμενη αντίσταση του εχθρού, μπροστά στη σύγχυση και τη διάλυση της επίσημης ηγεσίας, οι μάζες θα νιώσουν την επιτακτική ανάγκη νάχουν ένα πρόγραμμα, μια οργάνωση, ένα σχέδιο, ένα επιτελείο. Πρέπει να προετοιμαστούμε γι αυτό όπως επίσης και να προετοιμάσουμε τους εξελιγμένους εργάτες. Μέσα στην ατμόσφαιρα της επανάστασης, η αναδιαπαιδαγώγηση της μάζας, η επιλογή στελεχών και το ατσάλωμα τους θα προχωρήσουν γοργά.

Ένα επαναστατικό επιτελείο δεν μπορεί να δημιουργηθεί με συνδυασμούς των κορυφών. Η οργάνωση μάχης δεν θα συμπέσει με το κόμμα, ακόμα κι αν στη Γαλλία υπήρχε ένα επαναστατικό κόμμα μαζών, γιατί το κίνημα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο από το κόμμα. Η οργάνωση μάχης δεν θα συμπέσει ούτε και με τα συνδικάτα, γιατί τα συνδικάτα αγκαλιάζουν ένα ασήμαντο μέρος της τάξης και είναι υποταγμένα σε μια γραφειοκρατία αρχιαντιδραστική. Η καινούργια οργάνωση πρέπει να ανταποκρίνεται στη φύση του ίδιου του κινήματος, να καθρεφτίζει την αγωνιζόμενη μάζα, να εκφράζει την πιο σταθερή θέληση της. Πρόκειται για μια άμεση ηγεσία της επαναστατικής τάξης. Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε εδώ καινούργιες μορφές: υπάρχουν ιστορικά προηγούμενα. Τα εργαστήρια και τα εργοστάσια εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους, που συνέρχονται για να επεξεργαστούν από κοινού τα σχέδια του αγώνα και για να τον διευθύνουν. Δεν υπάρχει επίσης ανάγκη να βρούμε το όνομα για μια τέτοια οργάνωση: είναι τα σοβιέτ των αντιπροσώπων των εργατών.

 

Σημειώσεις

1 Από την «Ιστορία της Ρώσικης επανάστασης» τ. ιι Λ. Τρότσκι «Εκδόσεις Αλλαγής» σελ. 452 - 454

2 Λένιν, Άπαντα, τ. 23, σ. 300– 303, Ιούνιος 1913.

3 Λένιν, Άπαντα, τόμος 26, σ. 220-224.

Λένιν, «Ο ‘‘Αριστερισμός’’, παιδική αρρώστια του κομουνισμού», Άπαντα τ. 41 σελ. 69-70

4 Λ. Τρότσκι, Τα Πέντε πρώτα χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Ο εν λόγω τόμος δεν έχει μεταφρασθεί στην Ελλάδα. Η αντιγραφή του κειμένου έγινε από την εφ. Νέα Προοπτική, 3/7/2010.

5 Λ. Τρότσκι, Τα πέντε πρώτα χρόνια της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τ. Α’. Προδημοσιεύτηκε στην Ισβέστια, 29/4–1/5/1919. Η αντιγραφή του κειμένου έγινε από την εφημερίδα, «Νέα Προοπτική», 18/9 – 16/10/2010).

* Ποσσιμπιλιστές: Γάλλοι οπορτουνιστές του 1882–90 που προσπαθούσαν να συνδυάσουν τον Προυντονισμό και τον Μαρξισμό και που υποστήριζαν ότι η τακτική της σοσιαλδημοκρατίας θα έπρεπε να περιοριστεί μέσα στα πλαίσια αυτού που είναι «δυνατό» (possible) στη καπιταλιστική κοινωνία. Από κει βγήκε και το όνομα «possibilists».

** Να μερικές θέσεις που θα μπορούσε να προτείνει κανείς για μια Καουτσκική διατριβή: «Η Ρωσία μπήκε πρόωρα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Έπρεπε να περιμένει παράμερα και να αφιερώσει όλες της τις ενέργειες για την ανάπτυξη των παραγωγικών της δυνάμεων στη βάση του εθνικού καπιταλισμού. Αυτό θα έδινε την ευκαιρία στις κοινωνικές σχέσεις να ωριμάσουν για την κοινωνική επανάσταση. Το προλεταριάτο θα μπορούσε να φτάσει στην εξουσία μέσα στο πλαίσιο της δημοκρατίας» και ούτω καθεξής. (Σημ. Λ. Τ.).

6 Λ. Τρότσκι, Γερμανία: ο φασισμός και το εργατικό κίνημα, εκδόσεις «Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη», σ. 36-37.

7 Λ. Τρότσκι, ό.π., σελ. 43-45.

8 Λ. Τρότσκι, Που βαδίζει η Γαλλία; (1934–36), εκδόσεις «Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη», σ. 57-66.

9 Λ. Τρότσκι, ό.π., σελ. 175-182.

Πρόκειται εδώ για τον τίτλο της εφημερίδας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας («Le Peuple»). (Σ.τ.μ)

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016 21:57
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.