Τετάρτη, 03 Αυγούστου 2016 18:09

Αναμνήσεις από το Άουσβιτς και το Μπίρκεναου

Κατηγορία Ιστορία

 

 

Το άρθρο του Ρομάν Ροσντόλσκι δημοοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό των Πολωνών εμιγκρέδων, Ομπορόνα, το 1956.

Ρομάν Ροσντόλσκι

 

Αναμνήσεις από το Άουσβιτς και το Μπίρκεναου

Αγαπητέ εκδότη του Ομπορόνα,

Ευχαριστώ πολύ που αναφέρατε το «μουσείο θανάτου στο Άουσβιτς», στο περιοδικό σας.

Επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω αυτή την περίσταση για να μοιραστώ με τους αναγνώστες του Ομπορόνα κάποιες από τις αναμνήσεις μου αναφορικά με τη διαμονή μου στο στρατόπεδο στο Άουσβιτς.

Ο αμερικάνος ανταποκριτής του οποίου τα λόγια παραφράσατε έκανε λάθος μόνο σ’ ένα σημείο: Το Άουσβιτς δεν ήταν μονάχα ένα «στρατόπεδο θανάτου» αλλά επίσης και ένα τεράστιο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, με αναρίθμητα βοηθητικά στρατόπεδα, που εκτείνονται σε μια πολύ μεγάλη περιοχή. Κατά μέσο όρο είχε 80.000 σκλάβους του Γερμανικού Ράιχ. Ήταν ένα sui generis «κράτος εν κράτει», με μια ολόκληρη σειρά βιομηχανικών, εξορυκτικών και ακόμα και αγροτικών επιχειρήσεων. Σκοπός του ήταν να αποσπάσει όσο το δυνατό μεγαλύτερη εργασία από τους κρατούμενους που εργάζονταν εκεί τη στιγμή που ξόδευε όσο το δυνατό λιγότερα για το σιτισμό τους. Απ’ αυτή την άποψη, ολόκληρο το στρατόπεδο ήταν ένα τεράστιο «εργοστάσιο θανάτου» όπου – ειδικά στα πρώτα έτη ύπαρξης του (1940-42) – ο μέσος κρατούμενος δεν έμενε ζωντανός για πάνω από τρεις ή τέσσερις μήνες.

Ευτυχώς για μένα, δεν με μετέφεραν στο Άουσβιτς παρά μόνο στις αρχές του 1943, δηλαδή την εποχή που το καθεστώς στο κεντρικό στρατόπεδο, στο Άουσβιτς, όπου υπήρχαν 15.000 κρατούμενοι κατά μέσο όρο, είχε αρχίσει να χαλαρώνει. Η χαλάρωση φαινόταν, πάνω απ’ όλα, στο ότι μετά τον Μάιο του 1943, οι λεγόμενοι Kapos, Blockaltester, Stubendienste δεν είχαν δικαίωμα να σκοτώσουν χωρίς να τιμωρηθούν τους κρατούμενους που είχαν υπό τον έλεγχο τους. Πριν από αυτή την εποχή τέτοιες δολοφονίες ήταν καθημερινή ρουτίνα. Οι Kapos κ.λ.π. ήταν κρατούμενοι, γενικά επαγγελματίες εγκληματίες που διορίζονταν από τις αρχές των στρατοπέδων για να είναι επικεφαλείς στις ομάδες εργασίας και να ελέγχουν τους στρατώνες όπου ζούσαμε. Η «μεταρρύθμιση» αυτή οφειλόταν στην έλλειψη εργατικών χεριών που άρχισε να νιώθει το Τρίτο Ράιχ. Οι Χιτλερικοί αποφάσισαν να «εξοικονομήσουν» το ανθρώπινο υλικό που ήταν ακόμα ικανό να εργαστεί.

Πράγματι, ακόμα και τους πρώτους μήνες του 1943, ακόμα έστελναν ανάπηρους, γέρους και αυτούς που ανάρρωναν από τύφο καθώς και αυτούς με πρησμένα πόδια στο κρεματόριο. Εγώ βρισκόμουν στο στρατόπεδο «νοσοκομείο» και έζησα δυο μεγάλης κλίμακας «ταξινομήσεις» όπου οι Χιτλερικοί γιατροί εξέταζαν προσεκτικά τους ασθενείς, στέλνοντας εκατοντάδες στο θάλαμο αερίων. Από τα μέσα του 1943 αυτή η ιδιαίτερη φρίκη είχε περάσει για μας, δηλαδή τους υποτιθέμενους «Αρίους» (μη Εβραίους) και μπορούσαμε να δηλώσουμε άρρωστοι και να πάμε στο νοσοκομείο χωρίς να κινδυνεύσουμε να πεθάνουμε. Για τους δυστυχείς Εβραίους, παρόλα αυτά και μόνο γι’ αυτούς, η μεταρρύθμιση αυτή δεν ίσχυε. Επίσης, μερικούς μήνες αργότερα, παρακολουθήσαμε ένα τρομακτικό θέαμα καθώς δεκάδες φορτηγά έφθασαν στο στρατόπεδο και πήραν εκατοντάδες από το νοσοκομείο, οι οποίοι φορούσαν μόνο τις πουκαμίσες τους, για το θάλαμο αερίων.

Αυτά για το κεντρικό στρατόπεδο του Άουσβιτς που –επαναλαμβάνω- κατά τη διάρκεια του 1943-44 άρχισε να μοιάζει ολοένα και πιο πολύ με τα κανονικά Ναζιστικά στρατόπεδα όπως το Νταχάου, Οράνιενμπουγκ και Μπουχέβαλντ. Τρία χιλιόμετρα όμως από εμάς υπήρχε ένα τεράστιο βοηθητικό στρατόπεδο, το Μπιρκενάου (στα Πολωνικά Μπρεζίνκι), όπου οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας ήταν εκατό φορές χειρότερες από τις δικές μας. Είχε θαλάμους αερίων και έξι κρεματόρια, όπου οι άνθρωποι σκοτώνονταν με δηλητηριώδες αέριο και τα πτώματα καίγονταν μέρα και νύχτα. Εκεί οι πύλες της κόλασης του Χίτλερ ήταν διάπλατα ανοιχτές.

Ακόμα και πριν φτάσω στο Άουσβιτς, το Μπιρκενάου είχε «εξαφανίσει» 16.000 επιλεγμένους σοβιετικούς κρατούμενους πολέμου: αξιωματικούς του Κόκκινου Στρατού, πολιτρούκι [πολιτικοί κομισσάριοι], Κομμουνιστές, διανοούμενους. Εδώ επίσης, αρκετές χιλιάδες «απείθαρχοι» Πολωνοί συνάντησαν τον Γολγοθά τους. Αυτό ήταν ένα γιγάντιο νεκροταφείο για τον εβραϊκό πληθυσμό σχεδόν ολόκληρης της ηπειρωτικής Ευρώπης. Επί δυο χρόνια, 1943 και 1944, τα τραίνα έφθαναν στο Μπιρκενάου με χιλιάδες Εβραίους από Πολωνία, Σλοβακία, Βοημία, Νορβηγία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γαλλία και Ελλάδα. Μόνο ένα μικρό τμήμα τους –ειδικοί κάθε είδους- επιλέχθηκαν να εργαστούν στο στρατόπεδο μας και στο Μπιρκενάου. Οι υπόλοιποι και όλες οι γυναίκες και τα παιδιά, αμέσως στάλθηκαν στους θαλάμους αερίων. Είχε γίνει καθημερινό φαινόμενο και το συνηθίσαμε τόσο πολύ που αρχίσαμε να θεωρούμε εξαιρετικές τις μέρες που δεν έρχονταν φορτία Εβραίων και δεν εμφανίζονταν φλόγες από τις καμινάδες των κρεματορίων.

Ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί πως γνώριζα όλα αυτά. Δυστυχώς όχι απλά από συζητήσεις με άλλους κρατούμενους στο Άουσβιτς και στο Μπιρκενάου. Αναγκάστηκα να το παρακολουθήσω. Από την άνοιξη του 1943 έως το φθινόπωρο του 1944 εργάστηκα ως ξυλουργός στο δεύτερο όροφο ενός τεράστιου εργοστασίου, του Deutsche Ausrustungswerke, που βρίσκονταν στα μισά του δρόμου μεταξύ του κύριου στρατοπέδου και του Μπιρκενάου. Τα μεγάλα εργοστασιακά παράθυρα κοίταζαν προς το Μπιρκενάου. Από αυτό βλέπαμε, ίσως εκατό βήματα από εμάς, το τέρμα των σιδηροδρομικών γραμμών που οδηγούσαν στο Μπιρκενάου καθώς και πάνω απ’ όλα στις καμινάδες των κρεματορίων. Δεν είχαμε καμιά αμφιβολία για το τι συνέβαινε πίσω από τις πύλες της κόλασης του Μπιρκενάου. Δεν υπάρχει λόγος να αναφερθούμε σ’ ό, τι γνωρίσαμε και πως γεράσαμε μέσα εκεί μέσα σ’ ενάμισι χρόνο. Απλά θα περιγράψω την πιο τρομακτική περίοδο, τη λεγόμενη «Ουγγρική δράση» του καλοκαιριού του 1944. Ξεκινώντας στις 4 Μαΐου εκείνου του χρόνου, και κάθε μέρα από τότε, τέσσερα ή πέντε μεγάλα φορτία τρένων από Ούγγρους Εβραίους έφθαναν στις γραμμές μπροστά στα παράθυρα μας. Τους ξεφόρτωναν βιαστικά και ο,τι δέμα είχαν τους το έπαιρναν. Τότε οι άνδρες των SS ήρθαν και χώρισαν τις νέες αφίξεις σε δυο ομάδες, χωρίζοντας τους άνδρες από τις γυναίκες και τα παιδιά. Τους οδήγησαν στα «λουτρά», δηλαδή στους θαλάμους αερίων. Αμέσως μετά μια ειδική ομάδα εργασίας εξέταζε τα δέματα, απομακρύνοντας τρόφιμα, ρουχισμό, ψάχνοντας για χρήματα και χρυσό. Οι στρατώνες αυτής της ομάδας εργασίας χωρίζονταν από το εργοστάσιο μας από ένα ξύλινο φράχτη. Η ομάδα αποτελούνταν από αρκετές δεκάδες γυναίκες κρατούμενες που η κάθε μια φορούσε ένα κόκκινο μαντήλι στο κεφάλι της. Τους επέτρεψαν να φάνε οτιδήποτε χαλασμένο φαγητό υπήρχε μέσα στα δέματα. Αυτή η τρομακτική ομάδα εργασίας γενικά αναφέρονταν ως «Καναδάς».

Την πρώτη βδομάδα του Μαΐου, η αυλή του «Καναδά» ήταν ήδη γεμάτη με δέματα. Πάντα μας βασάνιζε η πείνα και οι πιο τολμηροί κρατούμενοι μεταξύ μας άρχισαν να κλέβουν αυτά τα δέματα πίσω από το φράχτη. Την ίδια στιγμή, ο καπνός άρχισε να βγαίνει από τα έξι κρεματόρια. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Δίπλα στο Μπιρκενάου, στα δεξιά μας, υπήρχε ένα δάσος από σημύδες (από εκεί προέρχονταν και το όνομα Μπεζίνκι/Μπιρκενάου). Μια τεράστια φωτιά άρχισε να καίει στο δάσος, οι φλόγες εναλλασσόταν με ένα πυκνό κιτρινόμαυρο καπνό. Μερικές μέρες μετά ανακαλύψαμε τι συνέβαινε: τα κρεματόρια δεν μπορούσαν πια να χειριστούν εκατοντάδες πτώματα και έτσι είχαν σκάψει ένα βαθύ λάκκο στο δάσος του Μπιρκενάου για να καούν τα άτυχα θύματα. Προς τα τέλη του Μαΐου, το εργοστάσιο μας έλαβε μια παραγγελιά για να εφοδιάσει το Μπιρκενάου με δεκάδες σιδερένια τσιγκέλια τεσσάρων μέτρων μήκος. Πάνω στην παραγγελιά, την οποία διάβασα με τα ίδια μου τα μάτια, έγραφε: Ungarische Aktion. Πράγματι, σήμερα και στις δυο πλευρές του «σιδηρούν παραπετάσματος» κατασκευάζουν και παράγουν βόμβες που μπορούν να καταστρέψουν και να εξαερώσουν πάρα πολλούς μέσα σ’ ένα λεπτό. Το Τρίτο Ράιχ δεν γνώριζε ακόμα τη σύγχρονη τεχνολογία.

Πώς όλη αυτή η φρίκη επηρέασε τη ζωή της ομάδας εργασίας μας; Φανταστείτε: σειρές τραπεζιών εργασίας, στα οποία στέκονταν οι ξυλουργοί μας, γεμάτοι λύπη και «πιο μαύροι και από την πιο μαύρη γη» - κυρίως Γαλλοεβραίοι και Πολωνοί. Κανένας δεν μιλούσε. Όλων τα μάτια κοίταζαν στο δάσος του Μπιρκενάου και τα κρεματόρια. Μόνο που και που κάποιος γελούσε πικρά, υστερικά και έπειτα σκούπιζε τα δάκρυα από τα μάγουλα του. Ήταν αδύνατο να ανοίξεις το παράθυρο καθώς ο αέρας ήταν γεμάτος με την αφόρητη και αποπνιχτική μυρωδιά της καμένης σάρκας. «Ich rieche, rieche Menschenfleisch (Μυρίζω, μυρίζω ανθρώπινη σάρκα)», μου έλεγε ο φίλος μου ο Λούντβιχ, ένας Αυστριακός, χρησιμοποιώντας τα λόγια της μάγισσας από ένα από τα παραμύθια των Γκριμ. Μόνο που η μάγισσα έπιανε στον αέρα τη μυρωδιά των δυο παιδιών και εμείς πιάναμε τη μυρωδιά των καμένων πτωμάτων, χιλιάδων πτωμάτων. Η ανθρώπινη φύση είναι εκπληκτικά σκληρή. Κάθε μέρα πηγαίναμε στο εργοστάσιο, κοιτούσαμε την αιματηρή πυράκτωση του δάσους του Μπιρκενάου και κανένας μας δεν τρελάθηκε, κανένας μας δεν αυτοκτόνησε. Μπορούσαμε άραγε να πιστεύουμε ότι θα διαφύγουμε το θάνατο στους θαλάμους αερίων; Άλλωστε ήμασταν οι μάρτυρες του μεγαλύτερου εγκλήματος στην ανθρώπινη ιστορία! Ένας από τους ξυλοκόπους μας μου είπε: «Σήμερα είναι αυτοί (Ούγγροι Εβραίοι), αύριο εμείς (οι Εβραίοι ειδικοί στο στρατόπεδο) και την επομένη εσείς (όλοι οι μη Εβραίοι)». Η λύση αυτή του ζητήματος μας φαινόταν ως η μόνη λογική από την άποψη των Χιτλερικών, η μόνη δυνατή. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε να ξεφορτωθούν τους μάρτυρες του εγκλήματος τους; Μόνο μια ασθενής ελπίδα τρεμόπαιζε στις καρδιές μας: ότι η κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ θα ξάφνιαζε αυτά τα κτήνη προτού ολοκληρώσουν τα σχέδια τους και ότι την τελευταία στιγμή ο φόβος της τιμωρίας θα σταματούσε τα χέρια τους. Καθόλη όμως τη διάρκεια του Αυγούστου, εμείς οι ίδιοι σκάψαμε ένα μεγάλο λάκκο στο κεντρικό στρατόπεδο, σαν αυτό που είχε σκαφτεί στο δάσος του Μπιρκενάου. Επίσημα αποκαλούνταν Luftschutzkeller (κελάρι αεροπορικών επιδρομών) αλλά δεν υπήρχε ούτε ένας κρατούμενος σ’ ολόκληρο το στρατόπεδο που να ξεγελιέται απ’ αυτό το όνομα.

Για μένα προσωπικά, η κόλαση του Άουσβιτς τέλειωσε απροσδόκητα. Τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου με συμπεριέλαβαν σε μια μεταφορά Πολωνών και Σοβιετικών κρατουμένων που μεταφέρονταν από το Άουσβιτς στο Ράβενσμπρουκ, κοντά στο Βερολίνο. Αφού μας έβαλαν σαν πρόβατα μέσα σε βαγόνια, συνεχίσαμε να σκεφτόμαστε ότι επρόκειτο να μας μεταφέρουν στο Μπιρκενάου, στους θαλάμους αερίων. Το τραίνο μας όμως κινήθηκε δυτικά και η λάμψη από τα κρεματόρια εξαφανίστηκε. Αρχίσαμε να αναπνέουμε φρέσκο, χωρίς δηλητήριο αέρα. Και αν και γνωρίζαμε ότι ο θάνατος περίμενε όλους τους κρατούμενους στα στρατόπεδα του Χίτλερ, παρόλα αυτά ήμασταν ευτυχισμένοι σαν παιδιά, επειδή είχαμε φύγει από την κόλαση του Άουσβιτς.

Γιατί τα γράφω αυτά; Γιατί ξανανοίγω πληγές; Αφήστε με να σας αφηγηθώ ένα μικρό επεισόδιο. Ήμασταν στο στρατόπεδο, την Κυριακή, μετά το γεύμα. Μια ομάδα κρατουμένων βρισκόταν στην κουκέτα τους και μιλούσε για το τέλος του πολέμου, που περίμεναν ότι πλησίαζε. Ένας νεαρός Πολωνός, ο Καζίκ, στράφηκε σ’ ένα παλιό κρατούμενο, που όλοι αποκαλούσαν «καθηγητή» και τον ρώτησε: «Καθηγητά, τι θα συμβεί στο Άουσβιτς μετά τον πόλεμο;»

«Τι νομίζεις πως θα συμβεί», απάντησε ο «καθηγητής».

«Θα πάμε σπίτι».

«Μη λες σαχλαμάρες, καθηγητά», δήλωσε ο Κάζικ. «Κανένας δεν θα βγει ζωντανός».

«Πράγματι», δήλωσε ο καθηγητής. «Αλλά οι ζωντανοί δεν πρέπει να εγκαταλείπουν την ελπίδα (λόγια του Πολωνού ποιητή Τζούλιους Στοβάκι)! Αναφορικά με το ίδιο το Άουσβιτς, η νέα Πολωνία θα χτίσει ένα μεγάλο μουσείο εκεί και επί χρόνια αντιπροσωπείες απ’ όλη την Ευρώπη θα το επισκέπτονται. Σε κάθε πέτρα, σε κάθε μονοπάτι, θα θέτουν στεφάνια: καθώς κάθε κομμάτι αυτής της γης είναι ποτισμένο στο αίμα. Και χρόνια αργότερα, όταν οι στρατώνες θα καταρρεύσουν, όταν οι δρόμοι θα γεμίσουν αγριόχορτα και όταν θα μας έχουν ξεχάσει, θα υπάρξουν νέοι και ακόμα χειρότεροι πόλεμοι και ακόμα χειρότερες κτηνωδίες. Η ανθρωπότητα έχει δυο δυνατότητες; Είτε θα φτιάξει μια καλύτερη κοινωνική τάξη ή θα χαθεί μέσα στην βαρβαρότητα και τον κανιβαλισμό».

Ο ατυχής καθηγητής απλά επαναλάμβανε τα λόγια του σοσιαλιστή διανοούμενου Φρήντριχ Ένγκελς πριν από 80 χρόνια. Τα είχα ακούσει αρκετές φορές πριν από το πόλεμο. Αλλά στους κοιτώνες του Άουσβιτς ακούγονταν πιο αληθινά και πιο σωστά από ότι στο παρελθόν. Και ποιος σήμερα, μετά απ’ όλα τα Άουσβιτς, τις Κολίμας και τις ατομικές βόμβες θα μπορούσε να αμφισβητήσει την αλήθεια αυτών των λέξεων;

Πηγή: Athens Indymedia, 3 Οκτωβρίου 2006.

Στα αγγλικά: Roman Rosdolsky, «A Memoir of Auschwitz and Birkenau», The commune.

 

 

Ρομάν Ροσντόλσκι - βιογραφικά στοιχεία

Ο Ρομάν Ροσντόλσκι γεννήθηκε το 1898 στο Λέμπεργκ (σήμερα Λβοβ, στην Ουκρανία), το οποίο αποτελούσε τότε τμήμα της Αυστρο-ουγγρικής μοναρχίας. Καθώς ήταν γιος ενός πολύ γνωστού Ουκρανού φιλολόγου, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον ουκρανικού εθνικισμού, αλλά ενώ πήγαινε ακόμα στο γυμνάσιο εντάχθηκε στο σοσιαλιστικό κίνημα και έγινε πεπεισμένος διεθνιστής. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αυτός και οι φίλοι του ίδρυσαν μια παράνομη οργάνωση - τη «Διεθνή Επαναστατική Σοσιαλιστική Νεολαία της Γαλικίας» - που εξέδιδε ένα παράνομο περιοδικό αφιερωμένο στον αγώνα κατά του πολέμου. Μετά το ξέσπασμα της ρωσικής επανάστασης, η οργάνωση αυτή πρόσφερε τους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Δυτικής Ουκρανίας (το οποίο αργότερα έγινε τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Πολωνίας). Σχεδόν το σύνολο της ηγεσίας του κόμματος αυτού έπεσε θύμα των εκκαθαρίσεων που ξεκίνησαν το ΚΚΣΕ και η Σοβιετική Ένωση, στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα. Ο Ροσντόλσκι δεν ζούσε εκεί και έτσι απέφυγε αυτή τη μοίρα.

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Rosdolsky μετανάστευσε, πρώτα, στην Πράγα και αργότερα στη Βιέννη. Στη Βιέννη, εργάστηκε για πολλά χρόνια για το «Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς» (της Μόσχας), για το οποίο διεξήγαγε έρευνες στις ιστορικές πηγές στα αρχεία της Βιέννης. Στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα, εντάχθηκε στο τροτσκιστικό κίνημα και μέχρι το τέλος της ζωής του, συνδέθηκε με τις ιδέες του Τρότσκι.

Ως μέλος ενός εθνικά καταπιεσμένου έθνους αγροτών, το κύριο ενδιαφέρον του Ροσντόλσκι ήταν μια μαρξιστική ανάλυση του προβλήματος εθνικοτήτων και την ιστορία της αγροτιάς. Η διατριβή του, με την οποία απέκτησε διδακτορικό στις πολιτικές επιστήμες, είχε τον τίτλο του Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για το πρόβλημα των εθνών χωρίς ιστορία (στα γερμανικά). Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον αυστροφασισμό το 1934, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Βιέννη και να επιστρέψει στην πατρίδα του, η οποία εν τω μεταξύ είχε κατακτηθεί από την Πολωνία. Εργάστηκε στο Ινστιτούτο Οικονομικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Λέμπεργκ και στη συνέχεια δημοσίευσε την μελέτη του, «Η αγροτική κοινότητα στην Ανατολική Γαλικία και η διάλυσή της». (Λβοβ 1936, στα πολωνικά). Το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου διέκοψε τη δημοσίευση της δίτομης εργασίας του σχετικά με την καταπίεση των αγροτών στη Γαλικία. Το έργο αυτό εμφανίστηκε στη Βαρσοβία μόνο το 1962.

Κατά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ροσντόλσκι ζούσε στην Κρακοβία, όπου φυλακίστηκε από την Γκεστάπο το 1942. Πέρασε τα επόμενα χρόνια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Άουσβιτς, του Ράβενσμπρικ και του Οράνιενμπρουγκ στη Γερμανία. Με το τέλος του πολέμου δίδαξε για ένα μικρό χρονικό διάστημα σε ένα αυστριακό σχολείο συνδικαλιστικών. Το 1947 έφυγε για τις ΗΠΑ. Το πολιτικό παρελθόν του υπήρξε εμπόδιογια τηναπόκτηση μιας ακαδημαϊκήςθέσης. Τυχαία ανακάλυψε σε μια αμερικανική βιβλιοθήκη ένα από τα τρία ή τέσσερα μόνο αντίτυπα των Grundrisse του Μαρξ, της αρχικής έκδοσης [1939-1941] της Μόσχας που έφτασαν στη Δύση. Αναγνώρισε αμέσως την τεράστια θεωρητική σημασία αυτού του χειρογράφου και πέρασε πολλά χρόνια ασχολούμενος με τον σχολιασμό τους. Ο σχολιασμός - Zur Entstehungsgeschichte des Marxschen ‘‘Kapital’’ (Η δημιουργίατου Κεφαλαίου του Μαρξ [αγγλική μετάφραση: The Making of Marx’s Capital]), το πιο γνωστό βιβλίο του Rosdolsky - δημοσιεύθηκε μόνο μετά το θάνατό του.

Στα πρώτα χρόνια της παραμονής του στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ροσντόλσκι ολοκλήρωσε επίσης ένα έργο που είχε ξεκινήσει με την διατριβή του, «Ο Φρίντριχ Ένγκελς και το πρόβλημα των εθνών χωρίς ιστορία» (Ανόβερο, 1964, Archiv fur sozialgeschichte, Τόμος IV) στο οποίο άσκησε κριτική στη θέση του Μαρξ και του Ένγκελς για τις μικρές σλαβικές εθνικότητες κατά την επανάσταση του 1848. Ανέπτυξε το επιχείρημα ότι αυτές οι εθνικότητες πέρασαν στο στρατόπεδο της αυστριακής μοναρχίας, επειδή η επαναστατική πολωνική και η ουγγρική αριστοκρατία απέφυγαν μια πραγματική απελευθέρωση των αγροτών.

Ο Ροσντόλσκι ασχολήθηκε με το ρόλο της αγροτιάς στην επανάσταση του 1848 και στο βιβλίο του, Οι εκπρόσωποι των αγροτών στο αυστριακό Συντακτικό Ράιχσταγκ 1848-9. Σε αυτό το έργο, με βάση εξαντλητικές μελέτες στα αυστριακά αρχεία, ο Ροσντόλσκι εξήγησε την αποτυχία της επανάστασης του 1848 από την αδυναμία της φιλελεύθερης αστικής τάξης και της αριστοκρατίας να πραγματοποιήσουν μια «Γιακωβίνικη» λύση στο αγροτικό ζήτημα.

Στα τελευταία του χρόνια ο Ροσντόλσκι είχε σκοπό να γράψει ένα ιστορικό έργο για τη συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ Λιτόφσκ. Το έργο αυτό επρόκειτο να αντιμετωπίσει το μύθο που είχε αναπτυχθεί μετά τον θάνατο του Λένιν, στον οποίο στηριζόταν η «πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης». Ο Ροσντόλσκι κατάφερε να επεξεργαστεί μόνο δύο κεφάλαια: στο ένα ασχολείται με την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού, τις υλικές ρίζες του πολέμου στην ιμπεριαλιστική εποχή, και τον αγώνα των Μπολσεβίκων ενάντια στον καουτσκισμό. Στο άλλο εξετάζει την απεργία στη Βιέννη τον Ιανουάριο του 1918, ως μια συγκεκριμένη περίπτωση του βαθμού στον οποίο οι σοσιαλδημοκράτες ήταν ικανοί να προδώσουν τον αγώνα της εργατικής τάξης.

Ο Ρομάν Ροσντόλσκι πέθανε στο Ντιτρόιτ στις 20 Οκτωβρίου του 1967.

Δείτε: Roman Rosdolsky, «Οι εργάτες και η Πατρίδα: Μια σημείωση σε ένα χωρίο του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου”»

Επίσης το άρθρο του Ανδρέα Κλόκε, «Ο Ένγκελς και το θέμα των ‘‘λαών χωρίς ιστορία’’ στις επαναστάσεις του 1848»

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 04 Αυγούστου 2016 09:33
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.