Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015 12:35

Ρώσικη Επανάσταση και Ισλάμ (Μέρος Ι, Dave Crouch: «Μπολσεβίκοι και Ισλάμ»)

Κατηγορία Ιστορία

Οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, ο ρατσισμός στην Ευρώπη, το φαινόμενο του ισλαμισμού και, πιο πρόσφατα, οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο, τροφοδοτούν συνεχώς τον πολιτικό προβληματισμό και τις συζητήσεις μέσα στην αριστερά γύρω από το ισλάμ ως θρησκεία αλλά και πολλές φορές ως βασικό στοιχείο συγκρότησης πολιτικών οργανώσεων. Παρ' όλ' αυτά εξακολουθεί να παραμένει πολύ λίγο γνωστό, ότι το σημαντικότερο ιστορικό γεγονός του εργατικού κινήματος, η οκτωβριανή επανάσταση του 1917 και το εργατικό κράτος που προέκυψε απ' αυτή, αντιμετώπισε ως ένα από τα βασικότερα ζητήματά του, τις σχέσεις της επανάστασης με το ισλάμ και τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας που ανέτρεψε η επανάσταση. Θα μπορούσε η επανάσταση να εξαπλωθεί και να αγκαλιάσει κι αυτούς τους πληθυσμούς, οι οποίοι βρισκόταν ακόμα σε ένα προκαπιταλιστικό οικονομικο-κοινωνικό επίπεδο; Θα μπορούσαν αυτοί οι πληθυσμοί να ενταχθούν με τη θέλησή τους στην νέα κοινωνία και να αγωνιστούν γι' αυτήν;

Οι μπολσεβίκοι, ως πολιτική ηγεσία της επανάστασης, αναγκάστηκαν να καταπιαστούν με το πρόβλημα και να επεξεργαστούν απαντήσεις και λύσεις. Έτσι υιοθετήθηκαν πρωτότυπες και ριζοσπαστικές πρακτικές, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να διαμορφώσουν τις πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις, που θα επέτρεπαν στους λαούς αυτούς να συμμετάσχουν με τη θέλησή τους στο τεράστιο πείραμα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Αυτές οι πρακτικές όμως δεν μπορούσαν τελικά να μην συμβαδίζουν με την γενικότερη εξέλιξη της επανάστασης. Έτσι τελικά, οι πειραματισμοί χειραφέτησης εγκαταλείφθηκαν και αντικαταστάθηκαν από πρακτικές εθνικής καταπίεσης, ως συνέπεια της σταλινικής αντεπανάστασης.

Όμως παρά την τελική της ήττα, η πολιτική που υιοθέτησαν οι μπολσεβίκοι απέναντι στους μουσουλμανικούς λαούς εξακολουθεί να έχει πολύ μεγάλη σημασία στη σημερινή συζήτηση για τη θέση της αριστεράς απέναντι στο ισλάμ και τους μουσουλμάνους. Δημοσιεύουμε μια σειρά κειμένων, τα οποία προσεγγίζοντας το ζήτημα από διαφορετικές σκοπιές, μπορούν να συνεισφέρουν σ' αυτή τη συζήτηση.

e la libertà

 

 

Dave Crouch

 

Μπολσεβίκοι και Ισλάμ

 

Αντιμέτωπο με μια πιθανή καταστροφή στο Ιράκ, το πολιτικό κατεστημένο καταφεύγει στον αποδιοπομπαίο τράγο που ονομάζεται Ισλάμ. Την ημέρα των βομβαρδισμών του Λονδίνου τον Ιούλιο του 2005, ο υπουργός εξωτερικών του Blair, Jack Straw, έδωσε την κατεύθυνση για μια νέα εισβολή, αφήνοντας πίσω με χυδαίο τρόπο την όποια σύνδεση με το Ιράκ. Η αλληλεγγύη του αντιπολεμικού κινήματος στους Μουσουλμάνους κατακρίθηκε έντονα από φιλελεύθερους σχολιαστές -που αποτελούν συνήθως τον πιο αποτελεσματικό σύμμαχο της δεξιάς.1

Η αντίδραση στη ρατσιστική γελοιογραφία που δημοσιεύθηκε σε Ευρωπαϊκές εφημερίδες έφερε στο φως την έκταση που έχει πάρει η Ισλαμοφοβία στους αποκαλούμενους φιλελεύθερους κύκλους -και την σύγχυση που επικρατεί στην Αριστερά. Για την επαναστατική αριστερά οι διαφωνίες επικεντρώνονται στην στάση της για την Ισλαμική μαντήλα. Ο Gilbert Achcar, από την Κομμουνιστική Επαναστατική Λίγκα (Ligue Communiste Révolutionnaire), παίρνει θέση περίπου ανάμεσα στις δύο αντιπαραθετικές θέσεις: κάνει κριτική σε κάποιους από το ίδιο του το κόμμα αλλά και από άλλα κόμματα της Γαλλικής Αριστεράς σχετικά με την μαντήλα, ενώ παράλληλα κατηγορεί το SWP (Socialist Workers Party) ότι επέλεξε να συμμαχήσει εκλογικά «με μια Ισλαμική δογματική οργάνωση όπως η Μουσουλμανική Ένωση Βρετανίας».2 Ωστόσο, ο Achcar φαίνεται να κάνει μια μεγάλη υποχώρηση στον ισχυρισμό της Δεξιάς ότι το Ισλάμ είναι διαφορετικό από τις άλλες θρησκείες, όταν λέει ότι το Κοράνι δεν δύναται αριστερής ερμηνείας όπως αυτές που μπορεί να συναντήσει κανείς σε Χριστιανικές αιρέσεις («θεολογία της απελευθέρωσης»). Για τον Achcar, το Κοράνι παγιδεύει τους Μουσουλμάνους σε έναν αντιδραστικό τρόπο σκέψης.3

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλά παραδείγματα αριστερών οργανώσεων που αναδείχθηκαν και στηρίχθηκαν από ανθρώπους που πίστευαν στο Ισλάμ. Ο Malcolm X υπήρξε μεγάλη επιρροή για το επαναστατικό Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων στα 1960, ενώ οι ηγέτες των Μουτζαχεντίν στο Ιράν τάσσονταν υπέρ της σύνθεσης του Μαρξισμού με το Ισλάμ για τον αγώνα ενάντια στον βασιλιά του Ιράν. Παράλληλα, η αστική τάξη στις Ισλαμικές χώρες συχνά πειραματίζεται με μια αριστερίζουσα ρητορική για να ισχυροποιήσει την απήχηση της, όπως για παράδειγμα ο «Ισλαμικός Σοσιαλισμός» που διακήρυτταν οι ηγέτες του στρατιωτικού πραξικοπήματος στο Αφγανιστάν το 1973 ή όπως έκανε ο Zulfikar Bhutto κατά τη διάρκεια του προγράμματος εθνικοποίησης στο Πακιστάν στα μέσα του 1970.

Άρα, αν οι Μουσουλμάνοι, όπως είναι αναμενόμενο, μπορούν να κερδηθούν από τις επαναστατικές ιδέες, ποια είναι η ιστορική εμπειρία των βασικών Μαρξιστικών οργανώσεων που προσπάθησαν να τους κερδίσουν προς το σοσιαλισμό; Αυτό που λείπει από τις περισσότερες συζητήσεις γύρω από το θέμα είναι η αποτίμηση του τι έκαναν οι Μπολσεβίκοι του Λένιν κατά την επανάσταση του 1917 όπου το 10% του πληθυσμού (περίπου 16 εκατομμύρια άνθρωποι) ήταν Μουσουλμάνοι. Αυτό το μικρό άρθρο είναι μια συμβολή στην συμπλήρωση αυτού του κενού.

Θα επιχειρήσω να αποδείξω ότι η πολιτική των Μπολσεβίκων από το 1917 μέχρι τα μέσα του 1920 είναι ριζικά διαφορετική από το κυνήγι μαγισσών που εξαπέλυσε ο Στάλιν απέναντι στο Ισλάμ από το 1927 και μετά, και ότι στα πρώτα χρόνια της επανάστασης οι Μπολσεβίκοι υποδέχονταν Μουσουλμάνους στο Κομμουνιστικό Κόμμα και επιχειρούσαν μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις μαζί με Ισλαμικές οργανώσεις.

Ο στόχος μου είναι να σώσω τη μνήμη του Λένιν από τις επιθέσεις που του κάνει η δεξιά και να εξάγω κάποια συμπεράσματα από την εμπειρία των Μπολσεβίκων. Όπως έχει επισημάνει ο Alex Callinicos, «το ζήτημα της μαντήλας είναι ένα σύμπτωμα μόνο του πραγματικού προβλήματος, το οποίο δεν είναι παρά το πως θα μπορέσουμε να οικοδομήσουμε ένα κίνημα που θα αγκαλιάζει τα κατώτερα στρώματα της Ευρωπαϊκής κοινότητας που υποφέρουν και από οικονομική εκμετάλλευση και από ρατσιστική καταπίεση και τα οποία γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο συνδέονται έντονα με την Μουσουλμανική τους πίστη.»4 Αν αποκλείουμε τους εργάτες για τον τρόπο που ντύνονται ή για τη θρησκεία τους, καταδικαζόμαστε στην απομόνωση του σεχταρισμού. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η αριστερά θα πρέπει να σταθεί στο πλευρό των Μουσουλμάνων στην πάλη ενάντια στο ρατσισμό και τον ιμπεριαλισμό.

Το συγκεκριμένο θέμα είναι και βαθιά προσωπικό ζήτημα, οπότε οφείλω να πω κάτι και για τα δικά μου πιστεύω. Σαν αγόρι έβρισκα ενδιαφέροντα τα τελετουργικά τις Αγγλικανικής εκκλησίας, τα οποία και παρακολουθούσα συχνά. Δεν θυμάμαι να έχω κάποια αυθεντική πίστη μέχρι τα 20 μου όπου άρχισα να έχω την έντονη αίσθηση ότι η μοίρα μου βρισκόταν στα χέρια κάποιας ανώτερης ύπαρξης. Κοιτώντας ξανά πίσω, αυτή η αίσθηση ήταν πιθανότατα ο αντίκτυπος των προσωπικών μου ανακατατάξεων, των οικονομικών δυσκολιών και της απελπισίας που βίωνα τότε. Ήμουνα έντονα οργισμένος για την κοινωνία και θα μπορούσα πιθανώς να ενταχθώ σε κάποια θρησκευτική αίρεση, ή να καταφύγω στη βία, ή και στη θρησκευτική βία. Αντίθετα, ανακάλυψα ότι ο Μαρξισμός μπορούσε να προσφέρει ένα πολύ πιο αποτελεσματικό τρόπο για να κατανοήσεις τον κόσμο και έναν οδηγό για να τον αλλάξεις.

1_492683_636212529753806_1388956003_o.jpg

 

Ο χριστιανισμός την περίοδο των Μπολσεβίκων

Αν ρωτήσεις οποιονδήποτε θρησκευόμενο άνθρωπο για την Σοβιετική Ένωση θα έχουν αμέσως να πουν για ένα σωρό αποτρόπαια εγκλήματα που διέπραξε ο Στάλιν απέναντι στις θρησκείες κάθε είδους. Πολλές φορές βάζουν όλους τους σοσιαλιστές στο ίδιο καζάνι. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι ο Σταλινισμός δε μοιάζει σε τίποτα με το πως ήταν το Μπολσεβίκικο Κόμμα την εποχή του Λένιν, ή κατά τα πρώτα χρόνια του στην εξουσία στη Ρωσία. Καταρχάς, ενώ το πρόγραμμα του κόμματος δήλωνε επίσημα τον αθεϊσμό, το να συμφωνείς με αυτό δεν ήταν ποτέ προϋπόθεση για να ενταχθείς στο κόμμα: για τους Μπολσεβίκους η θρησκεία ήταν προσωπική υπόθεση του κάθε πολίτη. Το 1905 ο Λένιν έγραψε μια διατριβή ενάντια στο να δηλωθεί στο πρόγραμμα του κόμματος ο αθεϊσμός και επέμενε ότι «όσα φυλλάδια και όσες διακηρύξεις και να κάνουμε, δεν θα φτάσουν να διαφωτίσουν το προλεταριάτο αν το ίδιο δεν φωτιστεί μέσα από τον ίδιο του τον αγώνα ενάντια στις σκοτεινές δυνάμεις του καπιταλισμού.»

Άρα, για τους σοσιαλιστές, οι άνθρωποι όταν έρχονται σε επαφή με σοσιαλιστικές οργανώσεις αν και αρχικά διατηρούν τα θρησκευτικά τους πιστεύω στη συνέχεια τα εγκαταλείπουν όταν πειστούν για τη δύναμη τους να αλλάξουν τον κόσμο. Ο Μαρξ πριν από τη φράση του ότι η θρησκεία «είναι το όπιο του λαού» έκανε την αναγνώριση ότι η θρησκεία μπορεί ταυτόχρονα να αποτελεί μια γλώσσα στην οποία οι άνθρωποι να μπορούν να μιλήσουν για την καταπίεση τους και να εκφράσουν τις επιθυμίες του να αντισταθούν σε αυτή:

«Το να υποφέρεις μέσα από τη θρησκεία είναι ταυτόχρονα η έκφραση της πραγματικής καταπίεσης αλλά και μια διαμαρτυρία απέναντι σε αυτήν. Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός ενός καταπιεσμένου όντος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και η ψυχή των άψυχων συνθηκών. Είναι το όπιο του λαού.»

Ο Λένιν ήταν ξεκάθαρος ότι ήταν πολιτική αυτοκτονία το να επιμένεις οι εργάτες να εγκαταλείψουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις πριν οργανωθούν σε ένα επαναστατικό κόμμα. Αντίθετα, ενθάρρυνε τη στρατολόγηση θρησκευόμενων ανθρώπων. «Είμαστε απολύτως αντίθετοι με οποιαδήποτε επίθεση στα θρησκευτικά πιστεύω τους», έγραψε το 1909. Αυτούς που έκαναν κάτι τέτοιο τους αποκαλούσε «νήπια του υλισμού»:

«Οι πιο βαθιές ρίζες της θρησκείας είναι οι κοινωνικές συνθήκες καταπίεσης των εργατικών μαζών και η εμφανής αδυναμία τους μπροστά στις τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού, οι οποίες κάθε μέρα και κάθε ώρα επιβάλουν στους απλούς εργαζόμενους ανθρώπους τις πιο φριχτές πιέσεις και τα πιο βάναυσα προβλήματα, χιλιάδες φορές πιο σοβαρά από αυτά που επέρχονται από εξαιρετικά γεγονότα όπως οι πόλεμοι, οι σεισμοί, κλπ.»

Οι Ρώσοι Μαρξιστές καταλάβαιναν ότι η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να φανεί και μέσα από την αλλαγή στις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Στην αυτοβιογραφία του ο Τρότσκι αναφέρει ότι , για τους εργάτες στην Ουκρανία κατά τη διάρκεια του κύματος απεργιών του 1980, το να αποχωρήσουν από την Ρώσικη Ορθόδοξη εκκλησία για να ασπαστούν μια άλλη θρησκεία, όπως οι Βαπτιστές που «έκαναν επίθεση στην κυρίαρχη θρησκεία», ήταν το πρώτο βήμα στο δρόμο τους για τις ιδέες του σοσιαλισμού, «μια προσωρινή φάση στη διαδικασία τους προς την επανάσταση».5 Σε μια παρόμοια παρατήρηση βασίζεται η πρόταση του Λένιν το 1903 για δημοσίευση μιας εφημερίδας που θα απευθύνεται σε πιστούς Χριστιανικών αιρέσεων, οι οποίοι αριθμούσαν σε πάνω από 10 εκατομμύρια στη Ρωσία εκείνο τον καιρό. Εννιά τεύχη της Rassvet («Η Αυγή») τυπώθηκαν το 1904, ως «μέρος ενός πειράματος».6

Η μη σεχταριστική προσέγγιση των Μπολσεβίκων στο Χριστιανισμό δοκιμάστηκε με τη γενική απεργία στην Πετρούπολη τον Ιανουάριο του 1905. Η απεργία κορυφώθηκε στις 9 Ιανουαρίου με μια πορεία 200.000 εργατών ενάντια στον τσάρο η οποία τελείωσε με σφαγή από το στρατό. Το κίνημα καθοδηγούνταν από έναν παπά, τον Georgy Gapon, για τον οποίο υπήρχαν σημαντικές υποψίες ότι ήταν κατάσκοπος της αστυνομίας. Οι Μπολσεβίκοι ωστόσο συμμετείχαν στη διαδήλωση, μετά την οποία ο Λένιν προσπάθησε να συναντήσει τον Gapon, να του μιλήσει, ακόμα και να τον στρατολογήσει7. Ο Gapon ήταν Ρώσος Ορθόδοξος ιερέας και η εκκλησία ήταν πολύ δεμένη με το τσαρικό κράτος, ακόμα και στα πιο χαμηλά στρώματα της ιεραρχίας της. Κάποιοι από τους ιερείς έκαναν πογκρόμ ενάντια σε Εβραίους και οργάνωναν τα Black Hundreds, συμμορίες που επιτίθονταν σε εργάτες και οποιονδήποτε εναντιωνόταν στο καθεστώς. Αλλά το γεγονός ότι ο τσαρισμός χρησιμοποιούσε την Ορθοδοξία ως όπλο για την ταξική καταπίεση δεν απέτρεψε τους Μπολσεβίκους από το να κατανοήσουν ότι πολλοί απλοί Ρώσοι πίστευαν στην Ορθοδοξία για πολύ διαφορετικούς λόγους.

Όταν οι Μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία τον Οκτώβρη του 1917, δήλωσαν ότι το Σοβιετικό κράτος θα ήταν υπέρ της ανεξιθρησκείας, όχι ενάντια στη θρησκεία. Το Δεκέμβριο η Ρώσικη Ορθόδοξη εκκλησία έχασε την αναγνώριση της από το κράτος και τα δικαιώματα της στη γη, ενώ οι αιτήσεις γεννήσεων, γάμων, διαζυγίων και εκπαίδευσης έγιναν μη λειτουργίες που αφορούσαν μόνο το κράτος. Αρκετές εκκλησίες χρησιμοποιήθηκαν ως σχολεία, χώροι στέγασης ή κλαμπ, αλλά οι θρησκευτικές ομάδες ήταν ελεύθερες να κάνουν αίτηση για να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε κτήρια για τις λατρευτικές τους διαδικασίες. Τα σχολεία ήταν κοσμικά, αλλά όχι ενάντια στη θρησκεία.

Το να βγάζεις ένα διάταγμα όμως είναι ένα πράγμα, το να ακυρώνεις στην πράξη την αναγνώριση της εκκλησίας είναι κάτι διαφορετικό. Υπήρχαν μέρη που το αίσθημα της Ορθοδοξίας ήταν υψηλό στον κόσμο και υπήρχαν περιπτώσεις όπου συγκεντρώσεις θρησκευόμενων συγκρούονταν με τους Μπολσεβίκους για το ζήτημα της ιδιοκτησίας της εκκλησίας. Ωστόσο, η λαϊκή απήχηση της Ορθοδοξίας υποτιμήθηκε σημαντικά στα τέλη του 1921, όταν ο ηγέτης της, ο πατριάρχης Tikhon, αρνήθηκε να εκποιήσει την ιδιοκτησία της εκκλησίας για να αυξήσει το ξένο συνάλλαγμα ώστε να δοθούν τρόφιμα στα θύματα του λιμού, τα οποία ήταν εκατομμύρια. Αυτές ήταν οι συνθήκες στις οποίες 45 ιερείς εκτελέστηκαν γιατί οργάνωναν αντίσταση στην καμπάνια του Τρότσκι για τη μεταφορά του πλούτου από την εκκλησία. Αυτή η βίαιη πολιτική πρέπει να ειδωθεί μέσα στις έκτακτες συνθήκες λιμού, και όχι ως μια κακόβουλη επίθεση στην εκκλησία.8

Στην πραγματικότητα, κάποιες Χριστιανικές αιρέσεις γνώρισαν αύξηση στην περίοδο των Μπολσεβίκων. Το κίνημα των ευαγγελιστών Προτεσταντών που απαρτιζόταν από διάφορες σχετικές οργανώσεις, όπως οι Βαπτιστές, οι Ευαγγελιστές Χριστιανοί, οι Πεντηκοστιανοί και άλλοι, αναπτύχθηκε από 100.000 συμμετέχοντες σε πάνω από ένα εκατομμύριο κατά την πρώτη δεκαετία της Σοβιετικής εξουσίας. Αυτοί οι ευαγγελιστές προσπαθούσαν μαζικά να προσηλυτίσουν κόσμο, εκμεταλλευόμενοι την επιμονή της Σοβιετικής κυβέρνησης για ελεύθερη θρησκευτική προπαγάνδα. Δημοσίευσαν ποικιλία θρησκευτικών βιβλίων, λειτουργούσαν σχολεία όπου εκπαίδευαν ιεροκήρυκες οργάνωναν προγράμματα φιλανθρωπίας και δημιουργούσαν αγροτικές και βιοτεχνικές συλλογικότητες.9

Ένας λόγος που αναπτύχθηκαν οι ευαγγελιστές ήταν η εντυπωσιακή απόφαση του Τρότσκι τον Οκτώβρη του 1918 (η οποία στηρίχθηκε και από την κυβέρνηση λίγους μήνες αργότερα) να επιτρέψει σε ανθρώπους που οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις απαγόρευαν τη συμμετοχή στο στρατό να ανταλλάξουν τη θητεία τους με ώρες προσφοράς σε νοσοκομεία. Αυτό έγινε όταν ο εμφύλιος πόλεμος άρχισε να επεκτείνεται. Ο Paul Steeves, ένας ακαδημαϊκός που σπούδασε σχετικά με τους Ρώσους ευαγγελιστές και ο οποίος ήταν ενάντια στους Μπολσεβίκους, σημειώνει ότι ήταν αδύνατο να εγκατασταθεί μια άμεση σχέση αίτιου-αιτιατού ανάμεσα στον πασιφισμό και την ανάπτυξη του κινήματος, αλλά όσον αφορά του Βαπτιστές, «η συγκεκριμένη περίοδος (1917-1926) όπου οι ιδέες του πασιφισμού κυριάρχησαν στη διοίκηση του Ρώσικου Σωματείου των Βαπτιστών συνέπεσε με μια ασυνήθιστα μεγάλη αριθμητικά ανάπτυξη στη συμμετοχή στο κίνημα των Βαπτιστών».10 Με άλλα λόγια, οι νέοι άντρες εγγράφονταν στο σωματείο των Βαπτιστών για να αποφύγουν τη στρατιωτική τους θητεία. Ωστόσο, η ηγεσία των Μπολσεβίκων αποφάσισε ότι αυτό έπρεπε να ήταν το τίμημα για να υποστηρίξει κανείς την πολιτική αρχή της ανεξιθρησκείας.

Όταν ο Λένιν ήρθε στην εξουσία μετά την επανάσταση ανησυχούσε για το αν η προπαγάνδα για τον αθεϊσμό έπρεπε να είναι πιο μετριοπαθής. «Πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί με το πως παλεύουμε τις θρησκευτικές προκαταλήψεις. Υπάρχουν πολλοί που προκαλούν πολύ κακό σε αυτή τη μάχη προσβάλλοντας τα θρησκευτικά αισθήματα ανθρώπων. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την προπαγάνδα και την εκπαίδευση. Αν είμαστε πολύ αιχμηροί σε αυτά που λέμε ίσως προκαλέσουμε μόνο έχθρα», έγραφε το Νοέμβρη του 1918. Το 1921 ο Λένιν έπεισε την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος να δώσει γραμμή για επίπληξη όσων μελών παρενέβαιναν τη συμβουλή του: «Πρέπει κατηγορηματικά να αποφύγουμε το οτιδήποτε θα έδινε πάτημα για οποιαδήποτε εθνικότητα να σκεφτεί ή οι εχθροί μας να ισχυριστούν ότι καταδιώκουμε ανθρώπους για τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις».11

Ωστόσο, υπήρχαν φορές όπου ομάδες Κομμουνιστών όντως προσέβαλαν το θρησκευτικό αίσθημα. Στα «Κόκκινα Χριστούγεννα» που οργανώθηκαν από την Κομμουνιστική Λίγκα Νεολαίας τον Ιανουάριο του 1923 , νέοι φοιτητές και εργαζόμενοι ντύνονταν ως κλόουν, τραγουδούσαν τη Διεθνή και έκαιγαν ομοιώματα θρησκευτικών φιγούρων. Αλλά τέτοια γεγονότα ήταν η εξαίρεση στον κανόνα και γίνονταν στόχος επίθεσης από την ηγεσία των Μπολσεβίκων.12 Επίσης, η προπαγάνδα για τον αθεϊσμό ήταν μη αποτελεσματική, σε αντίθεση με αυτό που αναμενόταν καθώς η επανάσταση εξασθενούσε μετά τον Ρώσικο εμφύλιο πόλεμο και την ήττα της Γερμανικής επανάστασης. Οι Μπολσεβίκοι έκριναν ότι το ξερίζωμα της θρησκείας θα μπορούσε να γίνει μόνο με την οικοδόμηση ενός «novyi byt», δηλαδή συνθηκών ζωής με καθαριότητα, θέρμανση, υγεία, ηλεκτροδότηση, προχωρημένη γεωργία. Αλλά στα μέσα του 1920 οι άνθρωποι ακόμα πάλευαν για να ξεπεράσουν τις καταστρεπτικές συνέπειες 7 χρόνων πολέμου.

Το δοκίμιο του Λένιν «Για τη σημασία του μαχητικού υλισμού» δημοσιεύτηκε το Μάρτιο του 1922 και το πρώτο τεύχος του Bezbozhnik (Άθεος) βγήκε ένα χρόνο μετά, η πρώτη μαζική και τακτική εφημερίδα για τον αθεϊσμό. Αλλά και αυτή όπως και άλλες εκδόσεις απέτυχαν στο να έχουν κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα. Η Λίγκα των Άπιστων ιδρύθηκε από μια μικρή ομάδα άθεων το 1925, αλλά ήταν αναποτελεσματική στα πρώτα της χρόνια. Μετατράπηκε σε Λίγκα των Μαχητικών Άπιστων το 1929 όταν ο Στάλιν απαγόρεψε κάθε είδους θρησκευτική δραστηριότητα. Μόνο τότε ήταν που αυξήθηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα μέλη της Λίγκας: μέχρι το 1931 είχε 5 εκατομμύρια μέλη.13

2_Komintern._Congress_of_the_peoples_of_the_Far_East._Baku.jpg

 

 

Το Ισλάμ και η κατάρρευση της αυτοκρατορίας

Οι Μουσουλμάνοι υπέφεραν μαζικά στα χέρια του Ρώσικου ιμπεριαλισμού. Η οργή ήρθε στην επιφάνεια μετά την επιστράτευση της Κεντρικής Ασίας κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου, όταν η μαζική εξέγερση του καλοκαιριού του 1916 έκανε 2.500 Ρώσους αποικιοκράτες να χάσουν τη ζωή τους. Την εξέγερση ακολούθησε θηριώδης καταστολή: οι Ρώσοι κατακρεούργησαν 83.000 ανθρώπους. Η κρίση του τσαρισμού το 1917 ριζοσπαστικοποίησε εκατομμύρια Μουσουλμάνους, οι οποίοι διεκδικούσαν τη θρησκευτική τους ελευθερία και τα εθνικά τους δικαιώματα που τους αρνούνταν η αυτοκρατορία. Την 1η Μαΐου 1917 το πρώτο Ρωσικό Συνέδριο Μουσουλμάνων έλαβε χώρα στη Μόσχα. Από τους 1000 συμμετέχοντες οι 200 ήταν γυναίκες. Μετά από έντονες συζητήσεις το συνέδριο αποφάσισε για την 8ωρη εργασία, την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, την κατάσχεση χωρίς αποζημίωση μεγάλων ιδιοκτησιών, ίσα πολιτικά δικαιώματα για τις γυναίκες, τέλος στην πολυγαμία και την απομόνωση των γυναικών (purdah). Το συνέδριο σήμαινε ότι οι Μουσουλμάνοι της Ρωσίας ήταν οι πρώτοι στον κόσμο που απελευθέρωσαν τις γυναίκες από τους γνωστούς περιορισμούς των Μουσουλμανικών κοινοτήτων εκείνης της περιοχής.14

Το Ισλάμ κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας δεν ήταν και τόσο μονολιθική θρησκεία. Οι Tartars και οι Kyrgyz για παράδειγμα δεν είχαν ως έθιμο το να καλύπτουν οι γυναίκες το πρόσωπο τους. Οι πρακτικές της απομόνωσης των γυναικών και της κάλυψης του προσώπου τους συνηθίζονταν σε μέρη της κεντρικής Ασίας μετά την αποίκιση από την Ρωσία και συναντιούνταν κυρίως σε γυναίκες των πόλεων μέλη εύπορων οικογενειών.15 Ένα ρεύμα της διανόησης στο Ισλάμ στην κεντρική Ασία, οι Ταντιντιστές (Jadids) ή «νεομεθοδιστές» (‘new method men’) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην επανάσταση. Επιχείρησαν να ερμηνεύσουν όσα είχαν κληρονομήσει από τον Μουσουλμανικό πολιτισμό υπό το φως της Ρωσική κατάκτησης.

Οι Τζαντιντιστές σχημάτισαν μα σκληρή κριτική για την κοινωνία της Κεντρικής Ασίας στις αρχές του αιώνα, καταλογίζοντας ευθύνες για την παρακμή της στην φυγή από τον «καθαρό» δρόμο του Ισλάμ. Αλλά το «καθαρό» Ισλάμ για τους Τζαντιντιστές σήμαινε την ορθολογική ερμηνεία των Ιερών κειμένων, κάτι που προϋποθέτει την σύγχρονη γνώση η οποία συνέβαλε στην ανάπτυξη των κρατών. Οι πιο διακριτοί διανοητές τους όσο ανησυχούσαν για το να οδηγήσουν την κοινωνία στο δρόμο του Ισλάμ άλλο τόσο ενθουσιάζονται με τις ιδέες της εξέλιξης και την τεχνολογική πρόοδο. Αυτοί οι μεσοαστοί άνθρωποι της διανόησης, ήταν ενάντια στη φεουδαρχία και ήθελαν να δουν το σύστημα εκπαίδευσης χωρίς την παρέμβαση της θρησκείας και τις γυναίκες να έχουν πιο ενεργητικό ρόλο στην κοινωνία.16

Κατά συνέπεια, οι Τζαντιντιστές έβλεπαν την Δύση ως «προοδευτική» και μοντέρνα, και τάσσονταν ενάντια στον Ισλαμικό κλήρο, ο οποίος αντιλαμβάνονταν ότι κρατούσε πίσω την Μουσουλμανική κοινότητα. Ταυτίζονταν με τον Ρώσικο φιλελευθερισμό και έτσι υποστήριξαν τον πόλεμο το 1914. Αλλά καθώς αυξάνονταν οι ανθρώπινες απώλειες, οι Τζαντιντιστές απομακρύνθηκαν από τις αρχικές τους ιδέες. Ένα δεύτερο σοκ ήρθε το 1918 όταν ο Τρότσκι δημοσίευσε τις μυστικές συνθήκες που αποδείκνυαν τις προθέσεις του δυτικού ιμπεριαλισμού για τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μέχρι τότε οι Τζαντιντιστές αυτοαποκαλούνταν Νέο-Μπουχαριανοί, ως αναφορά στους Νέους Τούρκους που ηγήθηκαν της Τουρκικής επανάστασης του 1908 (η Μπουχάρα ήταν θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο στην Κεντρική Ασία). Ο Abdurauf Fitrat, ο πιο δημοφιλής Τζαντιντιστής της περιόδου, το 1919 έγραφε ότι το καθήκον να φύγουν οι Άγγλοι από την Ινδία είναι «το ίδιο μεγαλειώδες όπως το να σώσεις τις σελίδες από το Κοράνι από το να ποδοπατηθούν από κάποιο ζώο… το ίδιο μεγαλειώδες όπως το να βγάλεις ένα γουρούνι από ένα τζαμί». Ο Μπολσεβικισμός έγινε μια ελκυστική προοπτική για αρκετούς από τους Τζαντιντιστές, οι οποίοι «συνέρρευσαν στα καινούρια κυβερνητικά όργανα που χτίστηκαν από το Σοβιετικό καθεστώς».17 Το Μουσουλμανικό Κομισαριάτο της Μόσχας επέβλεπε την πολιτική της Ρωσίας σχετικά με το Ισλάμ: οι Μουσουλμάνοι με κάποια λίγα κομμουνιστικά διαπιστευτήρια κατέλαβαν ηγετικές θέσεις στην οργάνωση.18

Οι Τζαντιντιστές δεν ήταν οι μόνοι από τους Μουσουλμάνους της προηγούμενης αυτοκρατορίας οι οποίοι ασπάστηκαν τον Μπολσεβικισμό. Υπήρχε μια διάχυτη συζήτηση ανάμεσα στους Μουσουλμάνους για την ομοιότητα των Ισλαμικών αξιών με τις σοσιαλιστικές αρχές. Οι υποστηρικτές του «Ισλαμικού σοσιαλισμού» απεύθυναν έκκληση στους Μουσουλμάνους για να στήσουν σοβιέτ. Ανάμεσα στα δημοφιλή συνθήματα ήταν και τα εξής: «Θρησκεία, ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία!, «Ζήτω η εξουσία των σοβιέτ, ζήτω η σαρία!»

Ένα δείγμα των τάσεων της περιόδου φαίνεται στην περίπτωση του Mohammed Barkatullah, πρώην καθηγητής στην Ιαπωνία, ο οποίος το 1919 υπήρξε σύμβουλος της μοναρχίας στο Αφγανιστάν, το οποίο τότε προετοιμαζόταν για τον πόλεμο στην Βρετανία. Ο Barkatullah ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Κεντρικής Ασίας (τότε ήταν γνωστή ως Τουρκιστάν) διαδίδοντας το φυλλάδιο του «Μπολσεβικισμός και η πολιτική του Ισλαμικού Σώματος». Ένα αντίγραφο έπεσε στα χέρια της Βρετανική μυστικής υπηρεσίας στην Ινδία, η οποία το μετέφρασε από τα Πακιστανικά. Αξίζει να παραθέσουμε ένα κομμάτι:

Μετά τα σκοτεινά μακρυά βράδια της τσαρικής αυτοκρατορίας, η αυγή της ανθρώπινης ελευθερίας φάνηκε στον Ρώσικο ορίζοντα, με τον Λένιν ως ήλιο που δίνει το φως του σε αυτή τη μέρα την ανθρώπινης ευτυχίας… Η διοίκηση των εκτενών εδαφών της Ρωσίας και του Τουρκεστάν ήρθε στα χέρια των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών. Οι διαχωρισμοί ανάμεσα σε φυλές, θρησκείες και τάξεις εξαφανίστηκαν.. Αλλά ο εχθρός αυτής της αγνής, μοναδικής δημοκρατίας είναι ο Βρετανικός ιμπεριαλισμός, ο οποίος ελπίζει να διατηρήσει τα Ασιατικά έθνη σε κατάσταση αιώνιας ομηρίας. Μετακίνησε το στρατό της στο Τουρκεστάν με στόχο να κόψει το νεαρό δέντρο της τέλειας ανθρώπινης ελευθερίας ακριβώς τη στιγμή που αρχίζει να ριζώνει και να δυναμώνει. Έχει έρθει η ώρα για τους Μωαμεθανούς του κόσμου και τα Ασιατικά κράτη να καταλάβουν τις ευγενείς αρχές του Ρώσικου σοσιαλισμού και να τις αγκαλιάσουν με ενθουσιασμό και σοβαρότητα. Θα πρέπει να κατανοήσουν τις βασικές αξίες αυτού του συστήματος και, για την υπεράσπιση της πραγματικής ελευθερίας, θα πρέπει να συνταχθούν με τους Μπολσεβίκους στο να σταματήσουν τις επιθέσεις των σφετεριστών και των δεσποτών, των Βρετανών. Χωρία να χάνουν χρόνο, θα πρέπει να στείλουν τα παιδιά τους σε Ρώσικα σχολεία για να μάθουν τις σύγχρονες επιστήμες, τις ευγενείς τέχνες, την πρακτική φυσική, τη χημεία, την μηχανική κλπ. Ω, Μωαμεθανοί! Ακούστε αυτήν την ιερή κραυγή. Ανταποκριθείτε σε αυτήν την έκκληση ελευθερίας, ισότητας και αδελφότητας την οποία κάνει ο αδερφός μας Λένιν και η σοβιετική κυβέρνηση της Ρωσίας.19

3_4_SovietPoster0.jpg

 

Οι Μουσουλμάνοι και τα Σοβιέτ

Η ελευθερία της θρησκείας ήταν μια σημαντική πλευρά της εθνικής ελευθερίας για τις καταπιεσμένες εθνικότητες των πρώην Ρώσικων αποικιών. Η πολιτική των Μπολσεβίκων στόχευε στο να αποκαταστήσει τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες από τα εγκλήματα που είχε κάνει σε βάρος τους ο τσαρισμός. Αυτό δεν ήταν μόνο ζήτημα δικαιοσύνης και στοιχειώδους δημοκρατίας αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση για να αναδειχθούν οι ταξικές διαφορές μεταξύ των Μουσουλμάνων. Η εθνική αυτονομία και ανεξαρτησία των μειονοτήτων από τη Ρωσία ήταν κομβική Σοβιετική πολιτική. Μία ανακοίνωση «Προς όλους τους Μουσουλμάνους εργάτες της Ρωσίας και της Ανατολής», η οποία βγήκε από την νεοσύστατη κυβέρνηση των Σοβιέτ στις 24 Νοεμβρίου του 1917, έγραφε:

Μουσουλμάνοι της Ρωσίας…όλοι εσείς των οποίων οι χώροι προσευχής καταστράφηκαν, των οποίων τα πιστεύω και τα έθιμα τσαλαπατήθηκαν από τους τσάρους και τους καταπιεστές της Ρωσίας: η θρησκεία σας, οι εθνικοί και πολιτιστικοί θεσμοί σας είναι πλέον ελεύθεροι και άθιχτοι. Να ξέρετε ότι τα δικαιώματα σας, όπως και όλων των ανθρώπων της Ρωσίας, είναι υπό την προστασία της επανάστασης…

Επίσης, προτάθηκε ένα μαζικό πρόγραμμα «θετικής δράσης», το ονομαζόμενο «korenizatsiia» ή «τοπικοποίηση». Ξεκίνησε με το να απομακρυνθούν οι Ρώσοι και Κοζάκοι αποικιοκράτες και οι ιδεολόγοι τους από την Ρώσικη Ορθόδοξη εκκλησία. Έπαψε η κυριαρχία της Ρώσικης γλώσσας και οι μητρικές γλώσσες της κάθε μειονότητας επέστρεψαν στα σχολεία, στους κυβερνητικούς θεσμούς και στον τύπο. Οι ντόπιοι προωθούνταν σε ηγετικές θέσεις του κράτους και των Κομμουνιστικών κομμάτων και προτιμούνταν από τους Ρώσους στην εργασία. Ιδρύθηκαν πανεπιστήμια για την εκπαίδευση μιας νέας γενιάς μη Ρώσων ηγετών.20

Τα ιερά Μουσουλμανικά μνημεία, τα βιβλία και τα αντικείμενα που λεηλατήθηκαν από τους τσάρους επιστράφηκαν στα τζαμιά: Το Ιερό Κοράνι του Οσμάν παραδόθηκε με τελετή στο Μουσουλμανικό Συμβούλιο της Πετρούπολης το Δεκέμβριο του 1917.21 Η Παρασκευή, η μέρα θρησκευτικής εορτής για τους Μουσουλμάνους, ορίστηκε ως αργία για ολόκληρη την κεντρική Ασία.22

Η Σαρία, ο Ισλαμικός νόμος, ήταν κεντρικό αίτημα των Μουσουλμάνων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του Φεβρουαρίου του 1917 και, καθώς τελείωνε ο εμφύλιος πόλεμος στα 1920-1921, στην Κεντρική Ασία και τον Καύκασο δημιουργήθηκε ένα παράλληλο δικαστικό σύστημα, με τα Ισλαμικά δικαστήρια να δικάζουν σύμφωνα με τον Ισλαμικό νόμο παράλληλα με τους Σοβιετικούς νομικούς θεσμούς. Ο στόχος ήταν οι άνθρωποι να έχουν την επιλογή να ανάμεσα στην επαναστατική και τη θρησκευτική δικαιοσύνη. Μια επιτροπή του Ισλαμικού νόμου εισήχθηκε στο Σοβιετικό Κομισαριάτο της Δικαιοσύνης για να επιβλέπει τις διαδικασίες. Το 1921 μια σειρά από επιτροπές τοποθετήθηκαν στην κάθε τοπική μονάδα της Σοβιετικής διοίκησης με τον στόχο να προσαρμοστεί ο Ρώσικος νόμος στις συνθήκες τις Κεντρικής Ασίας, ώστε να επιτευχθεί ο συμβιβασμός του νομικού κώδικα των δύο συστημάτων πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα όπως ο γάμος ανηλίκων και η πολυγαμία.

Κάποιες από τις ποινές του Ισλαμικού δίκαιου, όπως ο λιθοβολισμός ή το κόψιμο των χεριών, απαγορεύτηκαν. Οι αποφάσεις των Ισλαμικών δικαστηρίων που είχαν να κάνουν με τέτοιες υποθέσεις έπρεπε να εγκριθούν από ανώτερα δικαστήρια. Κάποια από τα δικαστήρια περιφρονούσαν τον Σοβιετικό νόμο, και αρνούνταν να δώσουν διαζύγιο σε αιτήσεις που γίνονταν από γυναίκες ή συνέχιζαν να εξισώνουν την κατάθεση ενός άντρα με την κατάθεση δύο γυναικών. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1922 ένα διάταγμα εισάγει την επανεξέταση υποθέσεων σε Σοβιετικά δικαστήρια αν θέλει κάποιο από τα πρόσωπα της υπόθεσης. Το 30-50% των υποθέσεων λυνόταν σε Ισλαμικά δικαστήρια, ενώ στην Τσετσενία έφτανε το 80%. Επίσης, ο συμβιβασμός δεν γινόταν μόνο από την μία πλευρά: υπήρχαν περιπτώσεις όπου Σοβιετικοί αξιωματούχοι δικάζονταν σύμφωνα με τον Ισλαμικό νόμο, καταδικάζοντας τους γιατί έπιναν αλκοόλ ή γιατί μπήκαν σε σπίτι με γυναίκα χωρίς καλυμμένο το πρόσωπο της.23

Δημιουργήθηκε επίσης και ένα παράλληλο εκπαιδευτικό σύστημα. Το 1992 τα δικαιώματα ορισμένων ιδιοκτησιών Ισλαμικού κλήρου δόθηκαν στην Μουσουλμανική διοίκηση με την προϋπόθεση να χρησιμοποιηθούν για την εκπαίδευση. Σαν αποτέλεσμα, το σύστημα των θρησκευτικών σχολείων επεκτάθηκε. Το 1925 στον Καύκασο στο κράτος του Dagestan, υπήρχαν 1500 θρησκευτικά σχολεία (madrassas ) με 45000 μαθητές, σε αντίθεση με τα κρατικά σχολεία που ήταν μόνο 183. Το Νοέμβριο του 1921 υπήρχαν περισσότερα από 1000 σχολεία στην Κεντρική Ασία, αλλά οι 85000 μαθητές τους ήταν ένας μετριοπαθής αριθμός σχετικά με τις δυνατότητες που υπήρχαν.24

Το αποτέλεσμα της πολιτικής των Μπολσεβίκων ήταν να αναδειχθεί η διαφορά δεξιάς και αριστεράς μέσα στο Ισλαμικό κίνημα. Οι ιστορικοί φαίνεται να συμφωνούν στο ότι η πλειοψηφία των Μουσουλμάνων ηγετών εξέφραζαν την στήριξη τους στο εργατικό κράτος, γιατί ήταν πεισμένοι ότι μέσω της Σοβιετικής εξουσίας θα είχαν περισσότερες πιθανότητες για την ελευθερία στη θρησκεία.25 Έτσι, έγινε δυνατό για τους Μπολσεβίκους να συνάψουν συνεργασία με την Καζάκικη πανισλαμική ομάδα των Ush-Zhuz (που εντάχθηκαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα), τους Πέρσες πανισλαμιστές αντάρτες στο Jengelis και τους Βαϊσίτες (Vaisites), μια μυστική αδελφότητα Σούφι. Στο Dagestan, η σοβιετική εξουσία πραγματοποιήθηκε κυρίως χάρη στους υποστηρικτές του Μουσουλμάνου ηγέτη Ali-Hadji Akushinskii. Στην Τσετσενία οι Μπολσεβίκοι έπεισαν τον Mataev, τον ηγέτη μιας ισχυρής ιεραρρχίας Σούφι, ο οποίος έπειτα ηγήθηκε την Τσετσένικης Επαναστατικής Επιτροπής.26

Η Μόσχα προσλάμβανε μη Ρώσους στρατιώτες, πολλοί από αυτούς ήταν Μουσουλμάνοι27, για να πολεμήσουν στην Κεντρική Ασία, όπου ομάδες Τατάρων, Βασκίρων (Bashkir), Καζάκων, Ουζμπέκων, και Τουρκμένων (Turkmen) αναμετρήθηκαν με τους αντι-Μπολσβίκους εισβολείς. Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, οι Τατάροι στρατιώτες υπερέβαιναν το 50% του αριθμού των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού στο Ανατολικό μέτωπο και στο μέτωπο του Τουρκιστάν. Στον Κόκκινο στρατό του Καυκάσου, οι «Μοίρες της Σαρία» του Καβαρδιανού μουλά Katkakhanov αριθμούσαν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες. Ο Τατάρος Μπολσεβικος ηγέτης Mir-Said Sultan Galiev έγραφε, «Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πόλεμου κανείς θα μπορούσε να δει ολόκληρα χωριά ή ακόμα και φυλές από τα βουνά να συμμετέχουν στη μάχη ενάντια στα στρατεύματα του Bicharahov και του Denikin με το μέρος των Σοβιετικών δυνάμεων, μόνο από θρησκευτικά κίνητρα: «Η Σοβιετική εξουσία μας δίνει μεγαλύτερη θρησκευτική ελευθερία από τον Λευκό Στρατό», έλεγαν».28

4_Through_their_strong_union_workers_and_peasants_destroy_oppressors__Azeri_Baku_1920s_Mardjani.jpg

Κάποιοι Μουσουλμάνοι πείστηκαν από την επαναστατική προοπτική και εντάχθηκαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Τρότσκι το 1923 σημειώνει ότι σε κάποιες από τις νότιες δημοκρατίες το 15% του Κόμματος ήταν Μουσουλμάνοι. Τους αποκαλούσε ως οι «ακατέργαστοι νεοσύλλεκτοι επαναστάτες που μας χτυπούν την πόρτα». Σε κομμάτια της Κεντρικής Ασίας, οι Μουσουλμάνοι έφταναν μέχρι και το 70% των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος. Κουβαλούσαν μαζί τους τα τα έθιμα από τον θρησκευτικό τους πολιτισμό: στα μέσα του 1920 γυναίκες υψηλόβαθμων μελών του Κόμματος φορούσαν μαντήλα.29

Ο ιστορικός Adeeb Khaleed σημειώνει ότι, όταν σχηματίστηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα του Τουρκεστάν, «όλα έδειχναν ότι οι Τζαντιντιστές ήθελαν να ενταχθούν σε αυτό όσο γινόταν γρηγορότερα».30 Ωστόσο, χρειάστηκε πραγματική μάχη για να ανατραπούν οι Ρώσοι σωβινιστές στην Κεντρική Ασία οι οποίοι πήραν το μέρος των επαναστατών μετά το 1917, και παραφράζοντας το σύνθημα «η εξουσία στους εργάτες» επιχείρησαν να το στρέψουν ενάντια στον ντόπιο αγροτικό πληθυσμό. Για δύο χρόνια η περιοχή είχε αποκοπεί από τη Μόσχα εξ αιτίας του εμφύλιου πόλεμου και αυτοί οι αυτόνομοι «Μπολσεβίκοι» είχαν την ελευθερία να καταδιώκουν τους ντόπιους πληθυσμούς. Ως αποτέλεσμα, ξέσπασε το κίνημα Basmachi, ένα Μουσουλμανικό ένοπλο κίνημα. Ο Λένιν μιλούσε για την «τεράστια ιστορική» σημασία να μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους. Το 1920 έδωσε εντολή «να σταλούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Ρωσία όλα τα πρώην μέλη της αστυνομίας, του στρατού, των δυνάμεων ασφαλείας και διοίκησης, προϊόντα της εποχής του τσαρισμού και τα οποία συνέρρευσαν γύρω από τη Σοβιετική εξουσία [στην Κεντρική Ασία] προσβλέποντας την διαιώνιση της Ρωσικής κυριαρχίας».31 Ως μέρος αυτής της εκκαθάρισης, η πολιτική του κόμματος στην Κεντρική Ασία δήλωνε ότι «η ελευθερία από θρησκευτικές προκαταλήψεις» ήταν προαπαιτούμενο μόνο για τους Ρώσους: το 1922, περισσότεροι από 1500 Ρώσοι διώχθηκαν από το Κόμμα στο Τουρκμενιστάν εξαιτίας των Χριστιανικών τους πεποιθήσεων.32

5_349bc363d76019b0efc3939eedcf7564rus10.jpg

 

Η επίθεση του Στάλιν στο Ισλάμ

Οι προσπάθειες των Μπολσεβίκων να εξασφαλίσουν την ελευθερία του θρησκεύματος και των δικαιωμάτων των εθνοτήτων υπονομευόταν συνεχώς από την αδυναμία της Σοβιετικής βιομηχανίας και τον διαρκή αγώνα για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του πληθυσμού. Η άγρια εξαθλίωση παρέσυρε το καθεστώς. Ήδη το 1922 η χρηματοδότηση της Μόσχας στην Κεντρική Ασία χρειάστηκε να κοπεί και πολλά κρατικά σχολεία έπρεπε να κλείσουν. Δάσκαλοι εγκατέλειπαν τη δουλειά τους γιατί δεν υπήρχαν λεφτά για να πληρωθούν. Αυτό σήμαινε ότι τα Μουσουλμανικά σχολεία που χρηματοδοτούνταν από την κοινότητα ήταν η μόνη εναλλακτική: «Όταν δεν μπορείς να παρέχεις ψωμί, δεν τολμάς να αφαιρέσεις το υποκατάστατο του», έλεγε ο κομισάριος για την εκπαίδευση Lunacharsky. Τα Ισλαμικά δικαστήρια δεν είχαν κρατική χρηματοδότηση από το 1924. Οι οικονομικοί παράγοντες εμπόδιζαν τους Μουσουλμάνους από το να τραβάνε τις υποθέσεις τους μέχρι τα δικαστήρια. Για παράδειγμα, αν ένα κορίτσι αρνιόταν έναν κανονισμένο γάμο ή ένα γάμο με πολλές γυναίκες, αυτό θα σήμαινε ότι θα είχε ελάχιστες ευκαιρίες να συντηρήσει τον εαυτό της γιατί δεν υπήρχαν δουλειές.33 Στη Ρωσία η θέση των γυναικών υποβιβάστηκε καθώς η ανεργία και η ανεπάρκεια του κράτους να παρέχει δικαιώματα στις μητέρες οδηγούσε τις γυναίκες στο να επιστρέφουν στο σπίτι και επανέφερε το θεσμό της παραδοσιακής οικογένειας.

Η αυξανόμενη Σταλινική γραφειοκρατία, καθώς προσπαθούσε να ισχυροποιήσει τον συγκεντρωτικό της έλεγχο, ανακάλυψε ότι ο Ρωσικός εθνικισμός θα μπορούσε να είναι ένα καλό εργαλείο για να «δέσει» του εργάτες της βασικής εθνικότητας -των Ρώσων- στο καθεστώς. Γι’ αυτό το λόγο ο Στάλιν όλο ένα και πιο πολύ επιτίθονταν στις «εθνοτικές διαφορές» στις μη Ρωσικές δημοκρατίες και ενθάρρυνε την αναγέννηση του Ρώσικου σωβινισμού. Σε αυτό βρήκε υποστήριξη από του πολυάριθμους πρώην αξιωματούχους του τσάρου στους οποίους αναγκάστηκαν να βασιστούν οι Μπολσεβίκοι για το στρατό, το κράτος και την οικονομία. Το 1922 ο Λένιν προειδοποιεί ότι οι Μπολσεβίκοι «θα πνιγούν στη θάλασσα της Μεγάλης Ρωσίας όπως η μύγα μέσα στο γάλα.»

Καθώς αυτές οι τάσεις δυνάμωναν από τα μέσα του 1920 και μετά, οι Σταλινικοί άρχισαν να σχεδιάζουν μια ολοκληρωτική επίθεση στο Ισλάμ με πρόφαση «τα πολιτισμικά εγκλήματα», «τα δικαιώματα των γυναικών», και, ειδικότερα στο Ουζμπεκιστάν και το Αζερμπαιτζάν, την μαντήλα. Το σλόγκαν της εκστρατείας ήταν το «Hujum», που σήμαινε «επίθεση» στις γλώσσες της Κεντρικής Ασίας. Μετά από δύο χρόνια μη αποτελεσματικής προπαγάνδας, η καμπάνια ξεκίνησε να μπαίνει σε μαζική μαχητική φάση στις 8 Μαρτίου 1927 -την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας. Σε μαζικές συγκεντρώσεις οι γυναίκες καλούνταν να βγάλουν τη μαντίλα: μικρές ομάδες ντόπιων γυναικών συνηθιζόταν να πηγαίνουν στην έδρα του ομιλητή και να καίνε τις μαντήλες τους.

Ένας συγγραφέας της σύγχρονης ιστορίας της εκστρατείας «Hujum» επισημαίνει ότι, στα πρώτα χρόνια της εξουσίας των Σοβιέτ, η απαίτηση για αποκήρυξη της μαντήλας από τις Μουσουλμάνες γυναίκες δεν υπήρχε ου τε καν σαν ιδέα στην σκέψη των Μπολσεβίκων, πόσο μάλλον σαν εξαναγκασμός:

Συμπερασματικά, οι υποτιθέμενοι κίνδυνοι για την κοινωνία από την μαντήλα ήταν στην καλύτερη περίπτωση ένα δευτερεύον ζήτημα μέχρι και το 1926. Στην πραγματικότητα, η πολιτική του Κόμματος πριν το 1926 ήταν ξεκάθαρη στο ότι η αποκήρυξη της μαντήλας δεν θα έπρεπε να είναι κεντρικό ζήτημα για το Zhenotdel (το Τμήμα Γυναικών). Επιπλέον, πολλοί από τους υψηλόβαθμους Μπολσεβίκους επιχειρηματολογούσαν ενάντια στην αποκήρυξη, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν κάτι πρόωρο, ή ακόμα χειρότερα, θα ήταν μια διάσπαση που θα έβλαπτε τα συμφέροντα του κόμματος.34

Ο αρχηγός του Κόκκινου Στρατού Mikhail Frunze τον Μάιο του 1920 είχε δηλώσει στις 118 εκπροσώπους του Συμβουλίου Γυναικών από το Τουρκεστάν – οι οποίες όλες φορούσαν μαντήλα – ότι στα μάτια των Σοβιετικών αρχών το paranji (η βαριά ένδυση που φτάνει μέχρι το πάτωμα) δεν συνεπαγόταν καμία αρνητική στάση τους απέναντι σε αυτές ούτε στην πολιτική τους προοπτική. Επιπλέον, είναι γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πόλεμου τα paranji χρησιμοποιήθηκαν και για στρατιωτικούς σκοπούς: οι εκπρόσωποι θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην απελευθέρωση του Τουρκεστάν, δήλωσε προσθέτοντας ότι «κάτω από τα paranji χτυπάει μια πολύτιμη καρδιά, κάτω από τα paranji κάποια μπορεί να υπηρετήσει την επανάσταση και κάτω από τα paranji μερικές φορές μπορεί να κρυφτεί μια γενναία ανιχνευτή του Κόκκινου Στρατού».35 Το 1923 ηγέτες του Κόμματος στην Κεντρική Ασία κατηγόρησαν όσους ζητούσαν την αποκήρυξη της μαντήλας ως «αριστεριστές». Τον Αύγουστο του 1925 η κεντρική ομιλήτρια σε μια εκδήλωση στο Ουζμπεκικό Συμβούλιο των γυναικών υποστήριξε ότι η αποκήρυξη της μαντήλας είναι κάτι εκτός της πολιτικής των Μπολσεβίκων, ισχυριζόμενη ότι «η υπεράσπιση της οικονομική και υλική ασφαλούς κατάστασης των γυναικών είναι ο θεμελιώδης τρόπος για την επίλυση της γυναικείας καταπίεσης». Επιπλέον, ένα μέλος των Μπολσεβίκων ήταν υποχρεωμένο «να εναντιωθεί στην κατανόηση των Τζαντιστών ότι η απελευθέρωση των γυναικών θα ερχόταν με την αποκήρυξη των paranji και να προωθήσει την πολιτική και οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών.»36

Αντίθετα, η εκστρατεία «Hujum» πρότεινε την παραμόρφωση της Μαρξιστικής θεωρίας: αντί να ενισχύει τις γυναίκες για να μεγαλώσουν την ανεξαρτησία του με το να τους παρέχει ευκαιρίες για σπουδές, για δουλειά και για να ζήσουν έξω από την οικογένεια τους, το «Hujum» επιχειρούσε να τις πείσει με προπαγάνδα ενώ απαγόρευε την πολυγαμία, τον γάμο με ανήλικους και την κοστολόγηση της νύφης. Ο στόχος της καμπάνιας δεν ήταν τίποτα λιγότερο από την άμεση αλλαγή των σεξουαλικών σχέσεων και της οικογενειακής ζωής. Επίσης, το Κόμμα στόχευε σε μια πολύ άμεση καμπάνια, παρά το γεγονός ότι του έλειπαν οι ντόπιες γυναίκες-μέλη που θα ηγούνταν της προσπάθειας. Το 1926 τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Ουζμπεκιστάν ήταν κατά 93,5% άνδρες. Τον Ιούλιο του 1927 υπήρχαν μόνο 426 Ουζμπέκες γυναίκες στο Κόμμα, αριθμός που ήταν κάτω από το ένα τέταρτο των γυναικών μελών του κόμματος. Ο πληθυσμός της δημοκρατίας των σοβιέτ τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν πάνω από 5 εκατομμύρια.37

Αναπόφευκτα, το «Hujum» έγινε αντιληπτό από την συντριπτική πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού ως κάτι ξένο, μια επιβεβλημένη εντολή από τους Ρώσους αποικιοκράτες. Επιπρόσθετα, οι ηγέτες της καμπάνιας αυτής ήταν δύο Ρώσοι άνδρες των οποίων το ιστορικό ανέφερε ότι είχαν χαρακτηρισθεί από τον Λένιν ως Μεγάλοι Ρώσοι σωβινιστές.38 Για κάτι γραφειοκράτες όπως αυτοί, η ανησυχία για τις Μουσουλμάνες σε πολύ μικρό βαθμό είχε να κάνει με την ιδέα της απελευθέρωσης τους, και πολύ περισσότερο αφορούσε την άποψη ότι οι Μουσουλμάνες δεν αξιοποιούνταν επαρκώς ως εργατικό δυναμικό.39 Η καμπάνια διεξάχθηκε σε μια κατάσταση ρατσιστικών εντάσεων ανάμεσα στους Ρώσους και τους ντόπιους πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας. Όπως αναφέρει και ο συγγραφέας ενός αξιόλογου βιβλίου ιστορίας του εθνικισμού της περιόδου:

Οι περισσότερες αντιπαραθέσεις, φυσικά, δεν ήταν βίαιες. Πιο συχνά έπαιρναν τη μορφή συμβολικής βίας. Δεδομένης της αντιπαράθεσης σχετικά με το ποιος είχε το δικαίωμα να αποκαλεί τις δημοκρατίες της Κεντρική Ασίας δικές του, οι συμβολισμοί απέκτησαν μεγάλη σημασία… Ωστόσο η συμβολική πράξη που αναφέρεται συχνότερα είναι αυτή όπου Ρώσοι τρίβουν λίπος από χοιρινό κρέας στα χείλια Μουσουλμάνων ή να τους αναγκάζουν να τρώνε χοιρινό.

H εθελοντική τρέλα της καμπάνιας αυτής, ένας πρόδρομος της επιβεβλημένης κοινωνικοποίησης της ιδιοκτησίας από το Στάλιν, ήταν καταστροφή για τις γυναίκες και για το Κομμουνιστικό Κόμμα.40 Πρώτα από όλα, η αποκήρυξη της μαντήλας ήταν μια αποτυχία: η τεράστια πλειοψηφία των γυναικών που δημόσια αποκάλυπταν τα πρόσωπα τους τελικά τα κάλυπταν ξανά γρήγορα -γεγονός που αναφέρεται στα περισσότερα εσωτερικά κείμενα του Κόμματος. Έπειτα, υπήρξε αντίδραση στην καμπάνια με τη μορφή του φόβου, της εχθρικότητας μέχρι και της βίας. Υπήρξε πραγματική αύξηση στη συμμετοχή στην προσευχή και στις συναντήσεις στα τζαμιά, μεγάλη αποχώρηση Μουσουλμάνων, και ειδικά των κοριτσιών, από τα Σοβιετικά κρατικά σχολεία και αύξηση αποχωρήσεων ντόπιων νεολαίων από την Κομμουνιστική Λίγκα των Νέων. Οι γυναίκες που έβγαζαν την μαντήλα υπέστησαν προσβολές στους δρόμους. Σε κάποια χωριά γυναίκες βιάζονταν από συμμορίες νέων και ένας μεγάλος αριθμός γυναικών δολοφονούνταν, συχνά από το ίδιους τους συγγενείς τους. Στα μέσα του 1928 η βία ήταν σε έξαρση και προς όλες τις κατευθύνσεις, γυναίκες και άντρες. Χιλιάδες σκοτώθηκαν. Όταν συλλαμβάνονταν όσοι διέπραξαν φόνους και τιμωρούνταν μετατρέπονταν σε μάρτυρες για τον ντόπιο πληθυσμό.41

Οι βασικοί ιστορικοί που έχουν ασχοληθεί με αυτήν την καμπάνια συμφωνούν στο ότι το αποτέλεσμα της επίθεσης ήταν να ενισχύσει το Ισλάμ στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης. Πέρα από την εξάμηνη προσπάθεια για να αποκηρυχθεί η μαντήλα, χρειάστηκε δεκαετίες για να εξαφανιστούν τα paranji. Μόνο μετά τις δεκαετίες 1950 ή 1960 η ενδυμασίες αυτές συναντιόνταν σπάνια στους δρόμους της Κεντρικής Ασίας. Όταν το Ουζμπεκιστάν διασπάστηκε από την Σοβιετική Ένωση το 1991, οι ενδυμασίες αυτές επανήλθαν στη μόδα, χωρίς την ενθάρρυνση από το κράτος, ως σύμβολο εθνικής ανεξαρτησίας.42

6_Congress_of_the_Peoples_of_the_East_07_-_Αντίγραφο.jpg

 

Θεωρία και Πράξη

Όταν έρχονται αντιμέτωποι με την ιστορία των Μπολσεβίκων σχετικά με την θρησκευτική δημοκρατία, οι δεξιοί κριτικοί επιμένουν ότι ο Λένιν απλά κέρδιζε χρόνο ενώ το καθεστώς ήταν αδύναμο, κρύβοντας τις πραγματικές του προθέσεις και περιμένοντας τη στιγμή που θα πάρει σκληρότερα μέτρα. Αντιθέτως, υπήρχε ισχυρή συνέχεια ανάμεσα στα γραπτά και την πολιτική πράξη του Λένιν πριν την επανάσταση και σε αυτά των ετών που την ακολούθησαν. Τα Κομμουνιστικά κόμματα ξεκίνησαν να απομακρύνονται από αυτή την παράδοση μόνο μετά από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 όταν η αντεπαναστατική αντίδραση εδραιώθηκε, γυρνώντας αποφασιστικά την πλάτη τους στον Λενινισμό προς το τέλος της δεκαετίας.

Αν οι Μπολσεβίκοι ενδιαφέρονταν μόνο να ξεγελάσουν τις θρησκευτικές μειονότητες ώστε να στηρίξουν τη Σοβιετική δύναμη, δεν θα υπήρχε ανάγκη να συμφωνήσουν για τα ξεχωριστά Μουσουλμανικά δικαστήρια και τα θρησκευτικά σχολεία όταν τελείωσε ο εμφύλιος. Η εγκαθίδρυση παράλληλων νομικών και εκπαιδευτικών συστημάτων χρειάστηκε σημαντικούς πόρους από την κεντρική κρατική μηχανή, όπως και το εκτεταμένο πρόγραμμα «τοπικοποίησης» των Μπολσεβίκων με το οποίο δόθηκε προτεραιότητα στον ντόπιο πληθυσμό στην εργασία, εγκαταλείφθηκε η Κυριλλική γραφή, επανεγκαταστάθηκαν οι Ρώσοι άποικοι και μετακινήθηκαν ολόκληρα εργοστάσια σε απομακρυσμένες περιοχές της προηγούμενης αυτοκρατορίας. Αν οι Μπολσεβίκοι είχαν κάποια κρυφή πρόθεση να πατάξουν οποιονδήποτε με θρησκευτικές πεποιθήσεις, δεν θα επέτρεπαν στους θρησκευτικούς ειρηνιστές να αποφύγουν την στρατιωτική θητεία από το 1908 και μετά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν διαφωνίες μέσα στους κόλπους των Μπολσεβίκων σχετικά με την προσέγγιση του ζητήματος της θρησκείας, η οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τις διαφωνίες σχετικά με το εθνικό ζήτημα. Σημαντικός αριθμός των Μπολσεβίκων, συμπεριλαμβανομένου και μελών της ηγεσίας, διαφωνούσαν με τον Λένιν και τον Τρότσκι, των οποίων οι απόψεις πάραυτα κυριάρχησαν στα πρώτα χρόνια. Για αυτή την ομάδα συντρόφων δεν υπήρχε καμία διάκριση ανάμεσα στον εθνικισμό του καταπιεστή και αυτόν του καταπιεζόμενου, ή ανάμεσα στη θρησκεία του καταπιεστή και του καταπιεζόμενου. Για αυτούς κάθε θρησκεία ήταν εχθρός. Από πολύ νωρίς ο Λένιν μπόρεσε να διακρίνει ότι αυτή η αφαιρετική εναντίωση στα εθνικά και τα θρησκευτικά δικαιώματα θα μπορούσε να συμβαδίσει με την πολιτική του αναγεννούμενου Ρώσικου σωβινισμού.

Η διαφωνία κορυφώθηκε όταν ο Λένιν και ο Στάλιν αντιπαρατέθηκαν για το εθνικό ζήτημα. Η πολιτική διαμάχη ήταν θεμελιώδες πολιτικό αξίωμα43 και πραγματοποιήθηκε με την παρουσίαση λεπτομερούς επιχειρηματολογίας σε μια κλειστή συνάντηση ηγετικών στελεχών των Μπολσεβίκων από τις απομακρυσμένες δημοκρατίες στη Μόσχα τον Ιούνιο του 1923. Το ζήτημα της θρησκείας, και ιδιαίτερα του Ισλάμ, ήταν βασικό θέμα σε ολόκληρη τη συζήτηση. Οι αριστεριστές που υποστήριζαν τον Ordzhonikidze συνδύασαν την επίθεση τους στην εθνική πολιτική του Λένιν με την κριτική για την «φιλελεύθερη» πολιτική του κόμματος για τη θρησκεία. Για παράδειγμα, ο Firdyevs, ένας Τάταρος από την Κριμένα, επιτέθηκε στον Khodzhanov, ένα ηγετικό στέλεχος από το Τουρκεστάν, για την ομιλία του σχετικά με τη δημιουργία ενός «ζωντανού τζαμιού» στην Κεντρική Ασία σε συνεργασία με τους Τζαντιστές. Επίσης, επιτέθηκε στην επιμονή των Μπολσεβίκων ότι οι Κομμουνιστές αξιωματούζοι στην Ανατολή θα πρέπει να μαθαίνει τις ντόπιες γλώσσες, χαρακτηρίζοντας την ως «μια νέα μορφή καταπίεσης» ως προς την πιο ισχυρή εθνότητα, τους Ρώσους.44 Η ομιλία του Khodzhanov κάνει ξεκάθαρο ότι και ο ίδιος είχε επηρεαστεί από την αντίληψη ότι οι ανακοινώσεις του κόμματος για το εθνικό ζήτημα ήταν απλά «παιχνίδια εξωτερικής πολιτικής» παρά ένα ζήτημα αρχής. Τα στενογραφικά ντοκουμέντα δείχνουν ότι ο Τρότσκι αμέσως διέκοψε για να τον διορθώσει. Ωστόσο οι αναφορές του Khodzhanov σχετικά με την θρησκευτική πολιτική στο Τουρκεστάν αντανακλούν τις προσπάθειες του κόμματος να εφαρμόσει τη στρατηγική του Λένιν:

Με τη βοήθεια Τζαντιντιστών φιλελεύθερων, ένα ζωντανό τζαμί δημιουργείται. Η σαφής μάχη με τους κληρικούς, με τους θρησκευτικούς ηγέτες (‘ulemy’), πρέπει να εκφραστεί με τη μορφή της μάχης για την εφαρμογή του θεσμού των Μουσουλμάνων δικαστικών (‘kazii’ ). Σε αυτόν τον αγώνα οι Τζαντιντιστές θα πρέπει να βοηθήσουν ώστε αυτοί να μην προέρχονται από τον κλήρο, αλλά να είναι φιλελεύθεροι. Είναι ανάγκη να εγκατασταθεί ο θεσμός αυτός ανάμεσα στον πληθυσμό των Κιργίσιων της Fergana, και αυτό σημαίνει ότι θα κερδηθεί μια θέση στην υποστήριξη πιο αριστερών στοιχείων. Μετά είναι το ζήτημα της διαχείρισης των κοινωφελών ιδιοκτησιών των κληρικών. Σε αυτά τα ζητήματα χρειαζόμαστε συμμαχία με αριστερά στοιχεία της διανόησης εκτός του κόμματος, με τους φιλελεύθερους.45

Παρομοίως ο Akhundov, από το Αζερμπαϊτζάν, μίλησε για μία καμπάνια δυσφήμισης της συντηρητικής Μουσουλμανικής ελίτ που θα έπειθε «τους λίγο ή πολύ φιλελεύθερους μουλάδες» ώστε να απευθύνουν έκκληση στους Μουσουλμάνους, κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, να κάνουν δωρεές στα θύματα της πείνας στην Ανατολή, αντί τα χρήματα τους να πάνε όπως συνηθιζόταν στη θρησκευτική ηγεσία. Με αυτόν τον τρόπο οι Κομμουνιστές στο Αζερμπαϊτζάν ήλπιζαν ότι θα διασπάσουν το «ζωντανό τζαμί» του Khodzhanov από τον έλεγχο των παραδοσιακών Μουσουλμάνων ηγετών.46 Αντίθετα, ο Elderkhanov από την Τσετσενία επισήμανε τις καταστροφικές συνέπειες της επίθεσης στο θρησκευτικό και εθνικιστικό συναίσθημα: «Γλυκανάλατες ομιλίες και χαμόγελα στους εργάτες ενώ τραβάμε τις γενειάδες των μουλάδων ωθώντας τους φόρους στα ύψη, εκτενείς στρατιωτικές μέθοδοι, από τις οποίες ο άμαχος πληθυσμός υπέφερε ενώ οι κλέφτες έφευγαν στα βουνά- στο τέλος της ημέρας όλα αυτά έφερναν εχθρότητα προς την Σοβιετική εξουσία».47

Με απόηχο την δεξιά κριτική στην πολιτική των Μπολσεβίκων, κάποιοι στην αριστερά σήμερα ισχυρίζονται ότι οι Μπολσεβίκοι έκαναν συμβιβασμούς σχετικά με τα ζητήματα των εθνοτήτων και της θρησκείας και ότι απομακρύνθηκαν από τις αρχές του Μαρξισμού εξαιτίας των απαιτήσεων του εμφύλιου πόλεμου.48 Τα γεγονότα της ιστορίας κάνουν ξεκάθαρο ότι δεν ήταν αυτό που έκαναν πραγματικά ο Λένιν και ο Τρότσκι, και ότι αυτοί που διαφωνούσαν μαζί τους τελικά πήραν το μέρος του Στάλιν στη διαμάχη. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το ότι αυτή η πλαδαρή αντίληψη ότι οι Μπολσεβίκοι κατάπιαν τις αξίες του γιατί χρειάζονταν προσωρινή υποστήριξη ανθρώπων με τους οποίους διαφωνούσαν, στην πραγματικότητα, αποκλείει την πραγματοποίηση της τακτικής του ενιαίου μετώπου. Στην τακτική του ενιαίου μετώπου, οι επαναστάτες συμφωνούν να παλέψουν για ένα συγκεκριμένο ζήτημα ανεξάρτητα από συμφωνίες σε πιο μεγάλα ζητήματα με τους συμμάχους τους, ενώ διατηρούν το δικαίωμα τους στην ανεξάρτητη οργανωτική υπόσταση και την ανεξάρτητη πολιτική τους δράση. Η ιδέα ότι μπορείς να κάνεις ενιαίο μέτωπο με ανθρώπους που συμφωνούν μαζί σου, γιατί φοβάσαι μην εγκαταλείψεις τις αρχές του Μαρξισμού, είναι νηπιακός υλισμός.49

Αντίθετα από μια στείρα υποστήριξη των δικαιωμάτων των εθνικοτήτων που οδηγεί στον διαχωρισμό, ο Λένιν έκανε ξεκάθαρη την ανάγκη να εκτιμηθεί η πολιτική συγκεκριμένων καταστάσεων υπό το πρίσμα της μεγιστοποίησης της ενότητας των εργατών διαφορετικών εθνοτήτων στη μάχη ενάντια στην άρχουσα τάξη της καθεμίας από αυτές. Στα κείμενα του για το εθνικιστικό ζήτημα ο Λένιν δεν έδινε μεγάλη σημασία στην θρησκεία, αλλά μπορούμε ασφαλώς να συμπεράνουμε ότι το έκανε γιατί η ελευθερία της θρησκείας ήταν ένα φυσικό αίτημα των κινημάτων των εθνοτήτων την εποχή του Τσάρου.50 Εν ολίγοις, η θέση του ήταν η εξής: να παλέψουμε ενάντια στην καταπίεση όλων των ειδών στη βάση της θρησκευτικής πίστης; Φυσικά. Να παλέψουμε για την ανάπτυξη της θρησκείας, για τη «θρησκευτική κουλτούρα» γενικά; Φυσικά όχι.51 Το αν οι Μαρξιστές θα πρέπει να υιοθετήσουν τα αιτήματα για θρησκευτική ελευθερία εξαρτάται από τη συγκεκριμένη κατάσταση κάθε φορά και όχι από γενικά συνθήματα.52 Η ανεκτικότητα των Μπολσεβίκων στον Ισλαμικό νόμο αντανακλούσε την αναγνώριση ότι ο Μουσουλμανικός συντηρητισμός θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο αν διαχωρίζονταν από τις πολιτικές των Ρώσων σωβινιστών, αποδυναμώνοντας την δυνατότητα των θρησκευτικών ελίτ να ενώνουν όλες τις τάξεις γύρω από το τζαμί και βάζωντας τη βάση για να φανερωθούν οι ταξικές διαφορές στη Μουσουλμανική κοινότητα.

Υπήρχαν συχνά διαφορές ανάμεσα στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν από την ηγεσία των Μπολσεβίκων στη Μόσχα και τον τρόπο που συμπεριφέρονταν άπειροι σύντροφοι σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου ο σωβινισμός ανάμεσα στου Ρώσους ή ο αριστερισμός ανάμεσα στους ντόπιους ακτιβιστές προκαλούσε συχνά προβλήματα.53 Το τράβηγμα των γενιάδων των μουλάδων ήταν άρνηση της πολιτικής της Μόσχας του ίδιου επιπέδου με το ότι ένα Σοβιετικό δικαστήριο έβαζε πρόστιμα σε όλους έπιναν αλκοόλ. Αλλά η θρησκευτική ελευθερία δεν σήμαινε ότι μικρές ομάδες μισαλλόδοξων θα μπορούσαν να κάνουν ότι ήθελαν στο όνομα της θρησκείας: γι’ αυτό οι πιο ακραίες αποφάσεις του Ισλαμικού νόμου περιορίστηκαν. Οι γυναίκες του Zhenotdel πλήρωναν με τη ζωή τους το ότι αγωνίζονταν για να εξαλείψουν τον εμφανή σεξισμό που κυριαρχούσε σε απομονωμένες Μουσουλμανικές κοινότητες.

Στο Συνέδριο των Λαών της Ανατολής στο Baku το Σεπτέμβριο του 1920, ο Zinoviev και ο Radek έκαναν έκκληση για έναν «ιερό πόλεμο» ενάντια στον Δυτικό ιμπεριαλισμό. Αν αυτό το σλόγκαν ήταν οπορτουνιστικό μπορεί να κριθεί μόνο αν λάβει κανείς υπόψιν την πολιτική κατάσταση στην οποία λέχθηκε. Το Μπολσεβίκικο κόμμα υπέφερε από δυνατά χαρακτηριστικά αριστερισμού εκείνη την περίοδο και από την εισροή σωβινιστών στις πρώην αποικίες. Επίσης, η ηγεσία προσπαθούσε να μιλήσει σε μια γλώσσα που δεν ήταν κατανοητή από εκατομμύρια ανθρώπους. Αν ωθείς τους ανθρώπους να παλέψουν και να πεθάνουν για τη Σοβιετική εξουσία, και ξέρεις ότι πολλοί θα δουν αυτήν την πρόταση με θρησκευτικούς όρους, είναι αναποτελεσματικό να υποκρίνεσαι ότι αυτός ο πόλεμος δεν θα είναι θρησκευτικός για αυτούς. Την ίδια στιγμή, ο Zinoviev και ο Radek επισήμαναν κατ’ επανάληψη ότι ο πόλεμος αυτός ήταν ταξικός και ότι περιλαμβάνει την μάχη ενάντια στους συντηρητικούς μουλάδες: «Πολλές φορές έχετε ακούσει από τις κυβερνήσεις σας για ιερό πόλεμο, έχετε πολεμήσει κάτω από το πράσινο πανό του Προφήτη, αλλά όλοι αυτοί οι ιεροί πόλεμοι ήταν ανέντιμοι, υπηρετούσαν τα συμφέροντα των καταπιεστών σας, ενώ εσείς οι αγρότες και οι εργαζόμενοι παραμένατε στη σκλαβιά μετά από αυτούς τους πολέμους. Σας καλούμε σε έναν ιερό πόλεμο για τη δική σας επιβίωση, για τη δική σας ελευθερία, για τη δική σας ζωή!»

Πράγματι, όταν οι συντηρητικοί Μουσουλμάνοι ενώθηκαν με τις δυνάμεις της αντεπανάστασης και επιτέθηκαν στο Σοβιετικό καθεστώς, δεν έδειξαν κανένα έλεος. Ο ιμάμης Najmuddin Gotsinskii ηγήθηκε μιας ένοπλης εξέγερσης ενάντια στους Μπολσεβίκους στο Dagestan τον Σεπτέμβρη του 1920. Η στάση του είχε εκφραστεί από τον προκάτοχό του Ujun Haji: «Πλέκω ένα σκοινί για να κρεμάσω μηχανικούς, φοιτητές, και γενικά όλους εκείνους που γράφουν από αριστερά προς τα δεξιά» ( σε λατινική ή κυριλλική γραφή). Η εξέγερση κατεστάλη μόνο μετά από τεράστια αιματοχυσία όταν ο Gotsinskii αιχμαλωτίστηκε το 1925.54

7_Zinoviev-Baku_Congress.-1920.jpg

 

Επίλογος

Υπό την ηγεσία του Λένιν και του Τρότσκι οι Μπολσεβίκοι ήταν σωστοί ως προς την Μαρξιστική ανάλυση ότι ένα επαναστατικό κόμμα πρέπει να προτάσσει ως προτεραιότητα τον αθεϊσμό ως θεωρία, χωρίς αυτό να γίνεται καταναγκασμός, και ότι το κράτος θα πρέπει να είναι διαχωρισμένο από την εκκλησία χωρίς όμως να τάσσεται ενάντια της. Κατά την επανάσταση δόθηκαν αξιοσημείωτες ελευθερίες στις θρησκευτικές κοινότητες, αν και οι θρησκευτικοί ηγέτες επί του Τσαρισμού είχαν πολλούς δεσμούς με την άρχουσα τάξη. Οι θρησκευόμενοι πολίτες, μέσα σε αυτούς και οι Μουσουλμάνοι, που πίστευαν στην επανάσταση γίνονταν δεκτοί από τους Μπολσεβίκους. Άνθρωποι θρησκευόμενοι, που δεν ήταν κομμουνιστές, αλλά στήριξαν την επανάσταση ανέλαβαν ηγετικές θέσεις στην μηχανή του κράτους. Κάποιες από την μεγαλύτερες Μουσουλμανικές οργανώσεις εντάχθηκαν στους Μπολσεβίκους για να υπερασπιστούν την επανάσταση.

Το αίτημα των Μουσουλμάνων για θρησκευτική ελευθερία ήταν στενά συνδεδεμένο με το αίτημα για δικαιώματα των εθνοτήτων. Οι Μπολσεβίκοι πάλεψαν μαζί με τους Μουσουλμάνους για να κατακτήσουν αυτά τα δικαιώματα ενάντια στους τσαρικούς και τους Ρώσους αποικιοκράτες, αλλά και τους αριστεριστές Κομμουνιστές. Αυτά τα δικαιώματα διεκδικήθηκαν και κατακτήθηκαν ως κομμάτι της επανάστασης, και όχι σαν παραχώρηση από ένα αντιθρησκευτικό καθεστώς έτοιμο να καταβροχθίσει όσους πιστεύουν σε κάποια θρησκεία. Η επίθεση σε αυτά τα δικαιώματα ξεκίνησε από τους Ρώσους σωβινιστές του προηγούμενου καθεστώτος, πολλοί από τους οποίους ήταν άνθρωποι του στρατού που διαχύθηκαν στον κρατικό μηχανισμό μετά τον εμφύλιο πόλεμο και τάχθηκαν με το μέρος του Στάλιν για να καταπνίξουν την επανάσταση. Ωστόσο, αυτά τα στοιχεία βρήκαν υποστήριξη από ισχυρές αριστερίστικες τάσεις μέσα στους Μπολσεβίκους που απέρριπταν την προσέγγιση του Λένιν και περιφρονούσαν την συζήτηση για θρησκευτικά ή φυλετικά δικαιώματα.

Η Μουσουλμανική μαντήλα δεν ήταν ζήτημα για τους Μπολσεβίκους υπό την ηγεσία του Λένιν. Η μαζική επίθεση στη μαντήλα ξεκίνησε το 1927 από τους Ρώσους σωβινιστές και τους Σταλινικούς, ως ένα τρομακτικό προοίμιο για την καταστροφική επιβεβλημένη κοινωνικοποίηση της ιδιοκτησίας λίγα χρόνια αργότερα. Η επιβεβλημένη αποκήρυξη της μαντήλας ήταν μια Σταλινική πολιτική που είχε αρνητικά αποτελέσματα για τον Λενινισμό. Άρα το να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα των Μουσουλμάνων γυναικών στο να φορούν την θρησκευτική ενδυμασία που θέλουν στην Ευρώπη σήμερα, το να διαδηλώνουμε μαζί με τους Μουσουλμάνος ενάντια στις εισβολές στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και την Παλαιστίνη, το να υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα των Μουσουλμάνων να εναντιώνονται στις εισβολές με τη βία, και το να κάνουμε κοινά μέτωπα με αριστερούς Μουσουλμάνους όπως το Respect, με όλους αυτούς τους τρόπους οι σοσιαλιστές κρατούν την παράδοση που ξεκίνησε ο Λένιν και ο Τρότσκι.

 

Πηγή: Κίνηση Απελάστε το Ρατσισμό. Μετάφραση: Μανωλέσου Δανάη, Αλεξάκη Γιάννα.

Dave Crouch, «The Bolsheviks and Islam», International Socialism, τεύχος 110, Άνοιξη 2006· International Socialism, 6 Απριλίου 2006

 

Σημειώσεις

1: Μετά τα γεγονότα του Ιουλίου η Yasmin Alibhai Brown έγραφε για «καθαρό σατανισμό» των «σιχαμένων ανώμαλων», «φασιστομουσουλμάνων» και των «δολοφόνων με τα τρελά μάτια» (‘Let Us Not Grace these Bombers with a Cause’, Independent, 11 July 2005). Η Polly Toynbee κατηγόρησε το SWP ότι είναι «συνοδοιπόροι με τον πρωτόγονο Μουσουλμανικό εξτρεμισμό» (‘In the Name of God’, Guardian, 22 July 2005), ενώ ο Nick Cohen που ποτέ δεν ξεμένει από επιθετικότητα σχολίασε ότι η φιλελεύθερη αριστερά « πορεύεται μαζί με την ψυχοπαθή ακροδεξιά»(‘I Still Fight Oppression’, Observer, 7 August 2005).

2: ‘Marxists and Religion: Yesterday and Today’, δημοσιεύθηκε στο International Viewpoint, March 2005, διαθέσιμο στο http://www.zmag.org

3: ‘The Middle East Through the Mirror of Marxism’, ομιλία που δόθηκε στην εκδήλωση του SWP, Μαρξισμός 2004 στο Λονδίνο. Εκεί ο Achcar ισχυρίστηκε ότι ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ δημιουργήθηκαν με διαφορετικό τρόπο, το ένα ήταν αποτέλεσμα μια κατατρεγμένης σέχτας και το άλλο ήταν αποτέλεσμα μιας ομάδας που γρήγορα κυριάρχησε σε μια ισχυρή αυτοκρατορία, κάτι που σημαίνει ότι το Κοράνι είναι κλειστό σε αριστερές ερμηνείες: «Θα δυσκολευτεί κανείς αρκετά για να ερμηνεύσει με ριζοσπαστικό τρόπο πολλά πράγματα που γράφονται εκεί. Γι’ αυτό μπορούν και λένε ότι ο Θεός μας έφτιαξε σε τάξεις και ότι δεν γίνεται να αλλάξει αυτό. Δεν χρειάζεται καν να μιλήσω για το γυναικείο ζήτημα… καταλήγει σε εντελώς αντιδραστικές πρακτικές.» Ωστόσο μια μαρξιστική προσέγγιση του Ισλάμ ξεκινάει από τις υλικές συνθήκες της κοινωνίας και όχι από κείμενα όπως το Κοράνι.

4: ‘Building on the Success of the London ESF’, IST Discussion Bulletin, January 2005.

5: L Trotsky, My Life (Harmondsworth, 1984), κεφ. 6. [Τρότσκι, Η ζωή μου, Αλλαγή, Αθήνα 1986]

6: T Cliff, Lenin vol I: Building the Party (London, 1986), σελ. 84-86. [Κλιφ Τόνι, Λένιν 1893-1914. Τα χρόνια της συγκρότησης των Μπολσεβίκων, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 1995]

7: ό.π. σελ. 157-158.

8: W Husband, Godless Communists: Atheism and Society in Soviet Russia 1917-1932 (Illinois, 2000), σελ. 54-57.

9: P Steeves, Keeping the Faiths: Religion and Ideology in the Soviet Union (New Jersey, 1991), σελ. 85-86. Τον Απρίλιο του 1929, όλες αυτές οι δράσεις, που διευκόλυναν την ανάπτυξη του Προτεσταντικού ευαγγελικού κινήματος, απαγορεύτηκαν όταν ο Στάλιν εδραιώθηκε στην εξουσία.

10: ‘Russian Baptists and the Military Question, 1918-1929,’ in P Brock and T P Socknat (eds), Challenge to Mars: Essays on Pacifism from 1918 to 1945 (Toronto, 1999), σελ. 21-40.

11: P Steeves, ό.π..

12: W Husband, ό.π., σελ. 58-59.

13: W. Husband, ό.π., σελ. 59-66.

14: A Bennigsen and C Lemercier-Quelquejay, Islam in the Soviet Union (London, 1967), σελ. 78; R Pipes, The Formation of the Soviet Union (New York, 1954),σελ. 77.

15: D T Northrop, ‘Hujum: Unveiling Campaigns and Local Responses in Uzbekistan, 1927’, στο D J Raleigh (ed), Provincial Landscapes: Local Dimensions of Soviet Power, 1917-1953 (Pittsburg, 2001), σελ. 125-145.

16: A Khaleed, The Politics of Muslim Cultural Reform: Jadidism in Central Asia (Berkely, 1998).

17: A Khaleed, ‘Nationalizing the Revolution in Central Asia: The Transformation of Jadidism, 1917-1920’, στο R G Suny and T Martin (eds), A State of Nations: Empire and Nation-Making in the Age of Lenin and Stalin (Oxford, 2001).

18: J Smith, The Bolsheviks and the National Question, 1917-1923 (London, 1999), σελ. 131.

19: Το έργο αναφέρεται στο ‘Nationalizing…’ από A Khaleed, ό.π.. Είμαι ευγνώμων στην Irina Lester η οποία ξέθαψε ολόκληρο το κείμενο από την Βρετανική Βιβλιοθήκη για μένα.

20: Για λεπτομέρειες βλ. ‘The Seeds of National Liberation’, International Socialism, 94 (Spring 2002), σελ. 115-142. Βλ. επίσης το άρθρο μου ‘Levye i prava malykh narodov’, Svobodnaya Mysl’-XX1, no 7, 2004, ή στο www.postindustrial.net

21: A Avtorkhanov, Imperia Kremlia (Vilnius, 1988), σελ. 99.

22: A Park, Bolshevism in Turkestan, 1917-1927 (New York, 1957), σελ. 214.

23: Αυτή και η προηγούμενη παράγραφος προέρχονται από: A Park, ό.π., σελ. 229-234; F M Mukhametshii, ό.π., σελ. 45-48; V O Bobrovnikov, Musulmane Severnogo Kavkaza (Moscow, 2002), σελ.217-234; D T Northrop, Veiled Empire: Gender and Power in Soviet Central Asia (New York, 2004), σελ.77-78, 274-275; G Massell, The Surrogate Proletariat: Moslem Women and Revolutionary Strategies in Soviet Central Asia: 1919-1927 (Princeton, 1974), σελ.202-203.

24: M Bennigsen Broxup, ‘Russia and the North Caucasus’, in M Bennigsen Broxup (ed), The North Caucasus Barrier: The Russian Advance Towards the Muslim World (London, 1992), σελ.7; T Martin, The Affirmative Action Empire: Nations and Nationalism in the Soviet Union, 1923-1929 (New York, 2001), σελ.130; A Park, ό.π., σελ.242-243.

25: G Massell, as above; A Bennigsen and S Wimbush, Muslim National Communism in the Soviet Union: A Revolutionary Strategy for the Colonial World (Chicago, 1979); A Khaleed, The Politics…, ό.π..

26: A Bennigsen and S Wimbush, ό.π., σελ.222-223; V O Bobrovnikov, ό.π., σελ. 218; M Bennigsen Broxup, ό.π., σελ.6; A Avtorkhanov, ό.π., σελ.99.

27: Έχει σημασία να σημειώσουμε ότι στη βιβλιογραφία σχετικά με την πρώτη περίοδο των Μπολσεβίκων, αλλά και σε πολλά από τα κείμενα των ίδιων, η λέξη «Μουσουλμάνος» χρησιμοποιείται ως σύντμηση που υποδηλώνει την εθνικότητα ή τον τόπο, και όχι τόσο τα θρησκευτικά πιστεύω: ακόμα και ο ίδιος ο Τρότσκι μιλάει για «Μουσουλμανικό εθνικισμό» (‘Vospitanie molodezhi i natsional’nyi vopros’, Pravda, 1 May 1923). Αυτό αντανακλά τις αντιλήψεις τις εποχής αλλά και την νεότητα των εθνιών κρατών στην Κεντρική Ασία.

28: Mir-Said Sultan Galiev, ‘The Tartars and the October Revolution’ και ‘The Methods of Antireligious Propaganda Among Muslims’ (1921), και τα δύο ξαναεκδόθηκαν υπό τους A Bennigsen και S Wimbush, ό.π., σελ.138-157. Οι Μουσουλμανικές περιοχές της Ρωσίας έβγαλαν μερικούς εξαιρετικούς Κομμουνιστές ηγέτες, όπως ο Sultan Galiev. Γιος δασκάλου, εντάχθηκε στους Μπολσεβίκους το Νοέμβριο του 1917 στα 23 του, έγινε αρχηγός του Μουσουλμανικού Κομισαριάτου λίγους μήνες μετά και ήταν εξαιρετικός συγγραφέας και ομιλητής. Σήμερα έχουμε εξοικειωθεί με εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στον Τρίτο Κόσμο τα οποία αυτοαποκαλούνταν «σοσιαλιστικά» ή «Μαρξιστικά»: ο Sultan Galiev είναι ο πνευματικός πατέρας αυτών των ιδεών. Ο Sultan Galiev ισχυρίστηκε ότι τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ανατολή ήταν από τη φύση τους αντιιμπεριαλιστικά, σοσιαλιστικά και επαναστατικά. Η συγχώνευση Μαρξισμού, εθνικισμού και Ισλάμ ήταν μεγάλη απομάκρυνση από τις ιδέες του Μπολσεβικισμού αλλά έγινε κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες και ως αποτέλεσμα της ήττας της Ρώσικης επανάστασης. Ήταν το πρώτο γνωστό θύμα της Σταλινικής γραφειοκρατίας.

29: L Trotsky, ‘Tasks of Communist Education,’ in Problems of Everyday Life (New York, 1994), σελ.118; A Avtorkhanov, ό.π., σελ.102; D Northrop, ‘Hujum…’, ό.π..

30: A Khaleed, The Politics…, ό.π., σελ.288.

31: Αναφέρεται στο H Carrère d’Encausse, The Great Challenge: Nationalities and the Bolshevik State, 1917-1930 (New York, 1992), σελ.183. Οι Bennigsen και Lemercier-Quelqeujay επισημαίνουν ότι «αν στο κέντρο η Σοβιετική κυβέρνηση φοβόταν να προσεγγίσει του Μουσουλμάνους, δεν ίσχυε το ίδιο για την περιφέρεια». Islam in the Soviet Union, ό.π., σελ.83.

32: A Park, ό.π., σελ.209.

33: Ό.π., σελ.242; G Massell, ό.π., σελ.196-198, 258-259.

34: D Northrop, Veiled Empire…, ό.π., σελ.78.

35: Ό.π., σελ.80-81.

36: Ό.π., σελ.81. Πριν την επανάσταση οι Τζαντιστές ρεφορμιστές ζητούσαν την αποκήρυξη της μαντήλας ως μέρος της κοινωνικής αναβάθμισης των γυναικών.

37: D Northrop, ‘Hujum…’, ό.π., σελ.129 υποσημείωση 11.

38: G Massell, ό.π., σελ.227-228.

39: Ό.π., σελ.165-171.

40: R Stites, The Women’s Liberation Movement in Russia: Feminism, Nihilism and Bolshevism 1860-1930 (Princeton, 1978), σελ.340.

41: G Massell, ό.π., σελ.275-284; D Northrop, ‘Hujum…’, ό.π.

42: Ο D Northrop γράφει: «Η επίθεση του hujum στη μαντήλα πολλές φορές ενίσχυε το να την φοράει κανείς», ό.π., σελ.145.

43: Το έχω εξηγήσει στο International Socialism, 94.

44: Tainy, Natsional’noi Politiki TsK RKP: Stenograficheskii Otchet Sekret-nogo IV Soveshchaniia TsK RKP, 1923g (Moscow, 1992), σελ.256-257.

45: Ό.π., σελ.113.

46: Ό.π., σελ.162-163.

47: Ό.π., σελ.197.

48: Βλ. για παράδειγμα, το άρθρο της Hannah Sell, ‘Islam and Socialism’, στο Socialist Today, no 87 (October 2004) ή τα άρθρα του G Byrne στο Solidarity, no 46, 47, 48 και 50 (2004).

49: «Πίσω από τον φαινομενικά επαναστατικό φόβο της «επαναπροσέγγισης» παραμονεύει μια πολιτική παθητικότητα… μια αυταπάτη για την σοβαρή πολιτική μάχη» - L Trotsky, ‘On the United Front’, στο The First Five Years of the Communist International, vol 2 (New York, 1974), σελ.96.

50: Για παράδειγμα, ο Λένιν αναφέρεται στον αγώνα των Πολωνών χωρικών για την εθνικότητα, τη θρησκεία και την Πολωνική γη («Κριτικά σημειώματα πάνω στο Εθνικό Ζήτημα», 1913), και την πρώιμη κατεύθυνση του καπιταλισμού να ενώνει εδάφη υπό τη μορφή των εθνικών κρατών καθαρίζοντας «τα παλιά, μεσαιωνικά, θρησκευτικά και άλλα εμπόδια» (βλ. υποσημείωση 31).

51: Παραφράζοντας τη διατύπωση του Λένιν στο «Κριτικά σημειώματα πάνω στο Εθνικό Ζήτημα».

52: Βλ., για παράδειγμα , τη διαμάχη για τα θρησκευτικά σχολεία μεταξύ των Nick Grant και Ger Francis στο SWP’s Pre-Conference Discussion Bulletins, nos 2 and 3, 2005.

53: Βλ. υποσημείωση 35.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015 19:22
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.