Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017 15:15

Οι Εργοστασιακές Επιτροπές στη Ρωσία την εποχή της Επανάστασης

Κατηγορία Ιστορία

Η πρώτη συνέλευση όλων εργοστασιακών επιτροπών της Πετρούπολης

Αννα Παγκράτοβα

Οι Εργοστασιακές Επιτροπές στη Ρωσία την εποχή της Επανάστασης

Στις 10 του Μάη [1917] έγινε μια συγκέντρωση της κυβέρνησης συνασπισμού οπού παρουσιάστηκαν οι διευθυντές των μεταλλουργικών επιχειρήσεων, με επικεφαλής, τον πρόεδρο του συμβουλίου των συνεδρίων του Εμπορίου και Βιομηχανίας Κούτλερ. Δήλωσαν ότι τα εργοστάσια δεν μπορούσαν πια να δουλέψουν, ότι η οικονομική κρίση έτεινε προς τη καταστροφή, γιατί οι εργάτες ζητούσαν υπερβολικές αυξήσεις μισθών. Σε παρατήρηση του Σκόμπιλεφ, ο οποίος ενέκρινε τις διεκδικήσεις των εργατών, τα αφεντικά έδωσαν μια αναβλητική απάντηση, δηλαδή ότι τα μέτρα που είχαν προταθεί από το Υπουργείο Εργασίας δεν θα μπορούσαν να «πραγματοποιηθούν παρά στο μακρυνό μέλλον».

Στο συνέδριο του κόμματος των «Κάντε», ο Κούτλερ έδωσε μια ακόμη πιο σκοτεινή εικόνα της καταστροφής της «εθνικής βιομηχανίας» που προκλήθηκε από την επανάσταση, παρουσιάζοντας σαν κύρια αιτία αυτής της καταστροφής «την αναρχία και τις υπερβολικές απαιτήσεις των εργατών». Με την ίδια σφοδρότητα, ο υπουργός του Εμπορίου και της Βιομηχανίας, Κονοβάλωφ, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου των επιτροπών της Βιομηχανίας Πολέμου, δήλωσε ότι οι απαιτήσεις των εργατών έπαιρναν ένα χαρακτήρα όλο και πιο ανυπόφορο, απαράδεκτο: «Το Κράτος δεν μπορεί να αναλάβει την υποχρέωση να προσφέρει στην εργατική τάξη μια ιδιαίτερα, προνομιούχα κατάσταση με έξοδα ολόκληρου του πληθυσμού».

Η εργατική τάξη αντέταξε τις προλεταριακές μεθόδους πάλης σ’ αυτό το σύστημα πρόκλησης, ψευτιάς, σαμποτάζ και λοκ-άουτ. Από τις πρώτες, κιόλας μέρες του Μάη, η χώρα αναστατώθηκε από ένα τρομερό κίνημα απεργιών. Στο Ντονμπάς το κίνημα αυτό ήταν το πιο δυνατό και αποφασιστικό.

Στίς 23 του Μάη, το προλεταριάτο της Πετρούπολης ετοιμαζόταν και το ίδιο να διαμαρτυρηθεί με απεργία, αλλά τελικά αυτή δεν έγινε.

Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα όξυνσης της πάλης ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, μέσ’ απ’ τους κόλπους των εργατικών μαζών, ξεπήδησε η ιδέα να συγκληθεί στις 30 του Μάη η πρώτη συνέλευση όλων των εργοστασιακών επιτροπών της Πετρούπολης. Αυτή η ιστορική συνέλευση είχε μια τέτοια σπουδαιότητα, τόσο στην εξέλιξη της πάλης για την θεσμοποίηση του εργοστασίου, όσο και για την ιστορία της ρώσικης επανάστασης γενικά, που αξίζει να την δούμε από πιο κοντά.

Ήταν ένα αληθινό εργατικό κοινοβούλιο, που συγκλήθηκε στην ίδια εκείνη αίθουσα του ανακτόρου της Ταυρίδας οπού, τρεις μόλις μήνες πιο μπροστά έδρευε το αριστοκρατικό και αστικό κοινοβούλιο, δηλαδή η Κρατική Δούμα.

Οι μακρυές και μπομπώδικες συζητήσεις των αστικών κοινοβουλίων της Δούμας είχαν παραχωρήσει τη θέση τους, εδώ στις ειλικρινείς, άπλες, και γενικά συγκεκριμένες φράσεις των εκπροσώπων, που άφηναν τα εργαλεία τους και τις μηχανές τους για νάρθουν και να διατρανώσουν για πρώτη φορά δημόσια τους, εξευτελισμούς τους και τις ανάγκες τους, τόσο σα τάξη, όσο και σαν ανθρώπινες υπάρξεις. Δεν ήταν μόνο αυτός ο λόγος της συγκέντρωσης τους. Εκπλήρωναν ένα μεγάλο ιστορικό χρέος: «να επαναφέρουν τη τάξη στην αποδιοργάνωση της παραγωγές και να προλάβουν την βιομηχανική καταστροφή».

Ήδη, η οργανωτική επιτροπή για τη σύγκληση της συνέλευσης, είχε καθαρίσει το ποιος μπορούσε να εκπληρώσει την αποστολή αυτή και με ποιόν τρόπο: «Αυτοί που δουλεύουν τις μηχανές και τα εργαλεία οφείλουν να σώσουν τη Ρωσία. Μόνο με τη παρέμβαση του προλεταριάτου στην οικονομική ζωή της Ρωσίας μπορεί να σωθεί η επανάσταση από τον χαμό της». Αυτό ήταν το αναπόφευκτο συμπέρασμα στο όποιο κατέληξαν οι εργατικές μάζες στη διαδικασία της σκληρής πάλης ενάντια στην αστική τάξη και την καταστροφική της πολιτική.

Ούτε τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση, ούτε οι παληές μορφές πάλης επαρκούσαν για την αντιμετώπιση των συνθηκών της εποχής. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης το εργατικό κίνημα έβαλε μπροστά νέες μορφές οργάνωσης: τις εργοστασιακές επιτροπές. Έτσι έσπασε τα παλιά ρουτινιέρικα πλαίσια και ακολούθησε ένα εντελώς καινούργιο δρόμο.

«Θέλοντας και μη, οι εργοστασιακές επιτροπές χρειάστηκε να ανακατευτούν στην οικονομική ζωή των επιχειρήσεων τους, οι οποίες, χωρίς αυτές, θα είχαν κλείσει».1 Έτσι περιγράφει ένας εκπρόσωπος της συνέλευσης τη διαδικασία διεύρυνσης των δικαιωμάτων των εργοστασιακών επιτροπών καί τη παρέμβαση τους στη παραγωγή.

Για πρώτη φορά καθορίστηκαν ο ρόλος και η σημασία των επιτροπών αυτών έτσι όπως τις έβλεπε η ίδια η εργατική μάζα.

«Τη στιγμή αυτή, έλεγε ο εκπρόσωπος Νεμτσώφ (μεταλλουργός) σ’ όλα τα εργοστάσια βασιλεύει η αυθαιρεσία. Η πορεία του εργοστασίου εξαρτάται από την ανώτερη διοίκηση, αλλά πρέπει να επιβάλλουμε την αρχή της εκλογής.

»Γιά την εκτίμηση των εργασιών, χρειάζονται επιτροπές διατίμησης, και όχι οι προσωπικές αποφάσεις των επιστατών. Επιβάλλοντας την αρχή της εκλογής, μπορούμε να ελέγχουμε τη παραγωγή».

«Πρέπει να βγάλουμε τη παραγωγή από το χάος και να αποκαταστήσουμε τη τάξη», έλεγε ο εκπρόσωπος Ναούμωφ, ο όποιος διατύπωσε μ’ ένα ακόμα πιο ξεκάθαρο τρόπο τις νέες τάσεις.

«Παίρνοντας στα χέρια μας τον έλεγχο της παραγωγής, θα μάθουμε στη πράξη να δουλεύουμε δραστήρια στη παραγωγή και θα την ανεβάσουμε στο επίπεδο της μελλοντικής σοσιαλιστικής παραγωγής».

Μέσα στα προβλήματα αυτά που μόλις προσεγγίζονταν, έτσι όπως τα καταλάβαινε η εργατική μάζα από τα βάθη της, διαγράφεται ήδη για πρώτη φορά η θεμελιώδικη αρχή της επανάστασης: η οργάνωση του εργατικού ελέγχου και η κατάκτηση του μελλοντικού σοσιαλιστικού εργοστασίου.

Το ότι οι εργοστασιακές επιτροπές αποτελούν όργανα της πάλης στο δρόμο για τις κατακτήσεις αυτές, η συνέλευση το κατανόησε με πολύ σαφή τρόπο. Αντέδρασε ομόφωνα στην ομιλία του υπουργού Εργασίας, Σκομπέλεφ, όταν αυτός δήλωσε ότι «ο ρόλος των εργοστασιακών επιτροπών έληξε» και ότι «στο μέτρο που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την αστική επανάσταση, οφείλουμε να συνεννοηθούμε με την αστική τάξη».

Η ομιλία του συντρόφου Ροζάνωφ, ενός από τους δημιουργούς και οργανωτές του επαγγελματικού κινήματος, δεν βρίσκει επίσης απήχηση ανάμεσα στους εκπρόσωπους. Στην παρατήρηση του ότι «οι λειτουργίες των εργοστασιακών επιτροπών είναι εφήμερες» και ότι «οι εργοστασιακές επιτροπές πρέπει να αποτελέσουν τους αρχικούς πυρήνες των συνδικάτων», οι εκπρόσωποι αντιδράσανε ζωηρά: «Είναι ακόμα πολύ νωρίς για να τις μετατρέψουμε σε τμήματα των συνδικάτων», είπε ο Ναούμωφ, «στις εργοστασιακές επιτροπές πέφτει το ειδικό χρέος της εξομάλυνσης της οικονομικής ζωής του εργοστασίου και της εφαρμογής του ελέγχου που τα συνδικάτα δεν μπορούν ακόμα να πραγματοποιήσουν. Οι εργοστασιακές επιτροπές πρέπει να υπάρχουν όχι μόνο για την υπεράσπιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων, αλλά επίσης και κυρίως σαν βάση στήριξης του εργατικού κινήματος».

Ένας άλλος εκπρόσωπος, ο Ζιβότωφ, υπογράμμισε τον επαναστατικό και μαχητικό ρόλο των εργοστασιακών επιτροπών:

«Οι εργοστασιακές επιτροπές, είναι η βάση της διεύρυνσης και της στερέωσης της επανάστασης (...). Ο εργατικός έλεγχος, είναι η αντεπίθεση ενάντια στην αστική τάξη. Οι εργάτες σταθεροποίησαν τις θέσεις τους σαν πρωτοπορία δημιουργώντας τις εργοστασιακές επιτροπές, και ξεκινώντας απ’ αυτές τις θέσεις, άρχισαν μια οικονομική πάλη ενάντια στην αστική τάξη. Με τη βοήθεια των εργοστασιακών επιτροπών, οι εργάτες θα επιτύχουν την υποχώρηση των καπιταλιστών».

Αυτή ήταν η ομόφωνη εκτίμηση των καθηκόντων και του ρόλου των νέων εργατικών οργανώσεων. Η απόφαση που αφορά τις εργοστασιακές επιτροπές συνοψίζει τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξανε οι εργάτες ρήτορες:

«Οι εργοστασιακές επιτροπές είναι μαχητικές οικονομικές οργανώσεις που αγκαλιάζουν όλες τις εργατικές επιχειρήσεις. Εκλέχτηκαν σύμφωνα με τις αρχές μιας πλατείας δημοκρατίας και έχουν συλλογική διεύθυνση. Έχουν για σκοπό την προάσπιση των οικονομικών αναγκών καί τη δημιουργία νέων συνθηκών εργασίας. Η σχέση τους με τα συνδικάτα, σαν συγγενικές προλεταριακές οργανώσεις, οφείλουν να είναι σχέσεις στενής φιλίας και πρακτικές επαφής».

Μ’ αυτά τα λόγια προσδιορίστηκε η ιστορική αποστολή που έμπαινε στο προλεταριάτο πριν από πολύ καιρό, δηλαδή η κατάκτηση της θεσμοποίησης του εργοστασίου. Όμως η θεσμοποίηση αυτή είναι αδιανόητη χωρίς τη δημιουργική και ενεργητική ανάμειξη του προλεταριάτου στην οικονομική ζωή της χώρας. Σαν αποτέλεσμα της πάλης των δύο αλληλοσυγκρουόμενων ρευμάτων, των μπολσεβίκων, που εκπροσωπούσαν ο Λένιν και ο Ζηνάβιεφ, και των μενσεβίκων, που εκπροσωπούσαν ο Αβίλωφ και ο Τετσερεβιάνιν, η συνέλευση κατάφερε να λύσει το ζήτημα που αφορούσε την εισαγωγή του έλεγχου της παραγωγής και της διανομής. Όταν αναλύσουμε τη πάλη για τον εργατικό έλεγχο, θα σταματήσουμε σε μερικά σημεία που αφορούν τη σημασία των αποφάσεων αυτών. Ας αρκεστούμε να υπογραμμίσουμε ότι το ζήτημα αυτό εξετάστηκε απ’ όλες τις πλευρές του στη διάρκεια της πρώτης συνέλευσης. Έπρεπε να μελετηθεί, όπως ακριβώς έγινε και με το άλλο πρωταρχικό ζήτημα της επανάστασης: τη κατάληψη της εξουσίας απ’ την εργατική τάξη. Το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του σοβιέτ των εκπροσώπων των εργατών, ήταν ο μόνος δρόμος που μπορούσε να ακολουθήσει το προλεταριάτο που μόλις είχε ανακηρυχθεί σε κύριο και δημιουργό της νέας οικονομικής τάξης διακηρύχνοντας τον εαυτό του υπέρμαχο του σοσιαλιστικού εργοστάσιου.

Η πρώτη συνέλευση των εργοστασιακών επιτροπών πρέπει να πάρει τιμητική θέση στην ιστορία της προλεταριακής επανάστασης στη Ρωσία. Προκαθόρισε όλη τη μεταγενέστερη πρόοδο της επανάστασης, έδειξε ότι το προλεταριάτο της Πετρούπολης και πίσω απ’ αυτό ολόκληρη η εργατική μάζα ακολουθούσαν τους μπολσεβίκους, και ότι το προλεταριάτο ήταν έτοιμο να υπερασπιστεί το σύνθημα, της κοινωνικής επανάστασης στη πάλη ενάντια στην αστική τάξη μέχρι τη τελική νίκη.

Από 421 εκπρόσωπους, 335 ψήφισαν υπέρ της απόφασης των συντρόφων Λένιν και Ζηνόβιεφ, οι όποιοι ήταν οι ιδεολογικοί ηγέτες και οι εμπνευστές της συνέλευσης. Αυτή η σημαντική ομάδα αποφάσισε για τη τύχη των εργοστασιακών επιτροπών που εκλέχτηκαν στη συνέλευση: η ηγεσία πέρασε στα χέρια των μπολσεβίκων. Από τη στιγμή αυτή, το κεντρικό σοβιέτ των εργοστασιακών επιτροπών έγινε πολύ δημοφιλές και το μαχητικό όργανο του προλεταριάτου ακολούθησε πιστά τη γραμμή που χάραξε η πρώτη συνέλευση και που στη συνέχεια θα καθοδηγούσε τη πάλη της εργατικής τάξης για τον εργατικό έλεγχο και τη σοβιετική εξουσία. Όπως

το σοβιέτ των εκπροσώπων των εργατών της Πετρούπολης έπρεπε να παίξει το ρόλο του πανρωσικού κέντρου της πολιτικής πάλης, έτσι και το κεντρικό σοβιέτ των εργοστασιακών επιτροπών έπρεπε να παίξει για όλη τη Ρωσία το ρόλο του οργάνου της οικονομικής πάλης του προλεταριάτου.

Σε πολλές άλλες πόλεις, τα σοβιέτ των εργοστασιακών επιτροπών δημιουργήθηκαν πολύ πιο υστέρα, σχεδόν τις παραμονές της πανρωσικής συνέλευσης των επιτροπών αδτών, που έγινε λίγο πριν από την Όκτωβριανή επανάσταση.

Τα μέτρα που προτάθηκαν από τη συνέλευση σχετικά με τον εργατικό έλεγχο και την εξομάλυνση της παραγωγής, για τη καταπολέμηση της ανεργίας, την οργάνωση του χρηματιστηρίου της εργασίας, σχετικά με τη συνεργασία, την αποδέσμευση της βιομηχανίας, όλα αυτά συμπεριλήφθηκαν στο πρόγραμμα των δρατηριοτήτων όλων των εργοστασιακών επιτροπών της Ρωσίας.

Το προλεταριάτο βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα: «να αποδεχτούμε τη μείωση της παραγωγής ή να διακινδυνεύσουμε την απόλυση μας παρεμβαίνοντας δραστικά στη παραγωγή και παίρνοντας στα χέρια μας τον έλεγχο καί την εξομάλυνση των εργασιών στην επιχείρηση».

Έτσι τέθηκε το ζήτημα στη πρώτη συνέλευση των εργοστασιακών επιτροπών από τον εργάτη εκπρόσωπο του εργοστασίου Πουτίλωφ, οπού 40.000 εργάτες δούλευαν κάτω από τη συνεχή απειλή του κλεισίματος του εργοστασίου εξ αίτιας της έλλειψης καυσίμων. Και έτσι παρουσιαζόταν μπροστά σ’ ολόκληρο το ρώσικο προλεταριάτο.

Με το στόμα των ρητόρων που ξεπήδησαν απευθείας από την εργατική μάζα, η συνέλευση αποκάλυψε τη μια μετά την άλλη όλες τίς σαμποταριστικές ενέργειες των καπιταλιστών και μίλησε για την ανάγκη να πάρει στα χέρια της τον έλεγχο της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων.

«Ο έλεγχος είναι αναπόφευκτος αν θέλουμε να ζήσουμε μόνοι καί να σώσουμε τη παραγωγή για το μέλλον». Μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να συνοψίσουμε την ομόφωνη εκτίμηση της συνέλευσης και της μεθόδου της να προσεγγίζει το πρόβλημα του ελέγχου.

«Η αστική τάξη βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεωκοπίας της. Απέδειξε ότι είναι εντελώς ανίκανη να συμβάλλει στη δημιουργία νέων μορφών της οικονομικής ζωής».

«Ο έλεγχος είναι απαραίτητος», έλεγε ο εκπρόσωπος Ναούμωφ, «αλλά τί έλεγχος, οργανωμένος πώς και από ποιον;»

Στην απάντηση που δόθηκε από τους εκπροσώπους, βλέπουμε κιόλας τη ταξική γραμμή που χαράχτηκε από τη συνέλευση και η οποία εμφανίζεται μέσα σ’ όλες τις αποφάσεις.

Παρ’ όλες τις απόπειρες μερικών μενσεβίκων να τα αναγάγουν όλα σε λέξεις όπως «Κρατικός δημοκρατικός έλεγχος», η απόφαση που υιοθετήθηκε από τη συνέλευση με βάση την εισήγηση του συντρόφου Ζηνόβιεφ επέμενε πάνω στον εργατικό έλεγχο με τρόπο ξεκάθαρο και αποφασιστικά.

«Δεν θα ακολουθήσουμε ούτε το γραφειοκρατικό δρόμο, δηλαδή τη δημιουργία ενός θεσμού όπου θα υπερέχουν οι καπιταλιστικές σχέσεις, ούτε το δρόμο της περιφρούρησης των καπιταλιστικών κερδών και της πανταχού παρουσίας τους στη παραγωγή αν θέλουμε να σωθούμε από τη καταστροφή. Ο μόνος δρόμος της σωτηρίας μας είναι η εγκαθίδρυση ενός πραγματικού εργατικού ελέγχου».

Πιο πέρα, η απόφαση περιέχει ολόκληρο το πρόγραμμα το σχετικό μ’ αυτό τον έλεγχο που μεταγενέστερα έγινε η αιτία για τον ανελέητο πόλεμο ενάντια στο κεφάλαιο που είχε περάσει στην αντεπίθεση.

Τα κυριότερα σημεία αυτού του προγράμματος μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

1. Ο εργατικός έλεγχος πρέπει να αναπτυχθεί μέσα στη πλήρη εξομάλυνση της παραγωγής και της διανομής.

2. Ο εργατικός έλεγχος πρέπει να επεκταθεί σ’ όλες τις τραπεζιτικές και χρηματικές επιχειρήσεις.

3. Να περάσει στα χέρια των εργατών το μεγαλύτερο μερος των κερδών και των εισοδημάτων της μεγάλης καπιταλιστικής οικονομίας.

4. Να οργανωθεί η ανταλλαγή γεωργικών ειδών και μηχανών με γεωργικά προϊόντα για τους εργάτες με τη μεσολάβηση των συνεταιρισμών.

5. Να γίνει υποχρεωτική η θητεία στην εργασία, δημιουργία εργατικής πολιτοφυλακής.

6. Να στραφεί η εργατική δύναμη προς τη κατεύθυνση της παραγωγής γαιανθράκων, πρώτων υλών και μεταφορών, προς τη κατασκευή προϊόντων για το σκοπό της οικονομικής ανοικοδόμησης.

7. Κατάληψη της εξουσίας από τα σοβιέτ.

Αυτό ήταν το νέο προλεταριακό πρόγραμμα πού οδήγησε σ’ αυτή τη μεγαλειώδη ανακατάταξη που πρόσφερε στη νέα οργανωτική τάξη τα όργανα και τα μέσα παραγωγής και έβαλε τη πρώτη πέτρα στη θεμελίωση του νέου σοσιαλιστικού εργοστασίου.

Το πρόγραμμα αυτό πήρε τη νομοθετική του έγκριση και έγινε για το προλεταριάτο μια πλατφόρμα αγώνα από τη στιγμή που επικυρώθηκε απ’ τό 6ο πανρωσικό συνέδριο του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος των μπολσεβίκων.

Μετά την αναφορά του συντρόφου Μιλιούτιν πάνω στην οικονομική κατάσταση και τον εργατικό έλεγχο, το συνέδριο αποφάσισε:

«Η μόνη διέξοδος στη κρίσιμη κατάσταση είναι το σταμάτημα του πολέμου και η οργάνωση της παραγωγής όχι για τον πόλεμο, αλλά για την ανοικοδόμηση όλων αυτών που καταστρέφει· όχι για το συμφέρον μιας μικρής ομάδας της χρηματικής ολιγαρχίας, αλλά για το συμφέρον των εργατών και των φτωχών αγροτών. Μια τέτοια αναπροσαρμογή της παραγωγής στη Ρωσία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά με μια οργάνωση που θα βρίσκεται στα χέρια των προλετάριων και των μισό – προλετάριων, και η οποία προϋποθέτει τη μεταβίβαση της Κρατικής εξουσίας στην εργατική τάξη. Έξαλλου, είναι απαραίτητη η λήψη ριζοσπαστικών επαναστατικών μέτρων».

Το πρόγραμμα αυτό που σκιαγραφήθηκε μόνο από τη συνέλευση των εργοστασιακών επιτροπών, έφτασε στο 6ο συνέδριο του ρωσικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (μπ) να πάρει τις διαστάσεις ενός αρμονικού οικονομικού προγράμματος προσαρμοσμένου στις συνθήκες της πάλης του προλεταριάτου για τη κατάκτηση της εξουσίας. Διεκδικώντας «την εγκαθίδρυση ενός αποτελεσματικού εργατικού ελέγχου», το συνέδριο καθόρισε τους ακόλουθους στόχους:

«Η παρεμβολή στο χώρο της παραγωγής με σκοπό τη σχεοιοποιημένη εξομάλυνση της, και της διανομής, είναι αναγκαία· επίσης αναγκαίες είναι η εθνικοποίηση και η συγκεντροποίηση των τραπεζών, η εθνικοποίηση μιας σειράς συνδικαλισμένων επιχειρήσεων (π.χ. Επιχειρήσεις πετρελαίων, γαιανθράκων, ζάχαρης, σιδηρουργίας και μεταφορών).

»Γιά να εφαρμοστεί ο έλεγχος, πρέπει να πάρουμε προληπτικά μέτρα: κατάργηση του εμπορικού μυστικού, τα λογιστικά βιβλία των εμπόρων, των βιομηχανιών και των τραπεζών πρέπει να είναι ανοιχτά στον έλεγχο. Η απόκρυψη εγγράφων πρέπει να καταγγέλεται και να τιμωρείται σαν ποινικό αδίκημα. Επίσης περιοδικά πρέπει να γίνεται απογραφή των αποθεμάτων και κοινοποίηση του υπάρχοντος διαθέσιμου υλικού με την ένδειξη των επιχειρήσεων που το έχουν.

Για τη πάλη ενάντια στα μυστικά ή τα δημόσια λόκ - άουτ, πρέπει να θεσπιστεί νόμος που να απαγορεύει το κλείσιμο των εργοστασίων ή τη μείωση της παραγωγής χοιρίς την έγκριση του σοβιέτ των εκπροσώπων των εργατών, των συνδικάτων και των κεντρικών εργοστασιακών επιτροπών»2.

Ο εργατικός έλεγχος έγινε το βασικό σύνθημα του προλεταριάτου στον ανελέητο αγώνα του με το Κεφάλαιο, σ’ έναν αγώνα ταξικό με συγκεκριμένα συνθήματα. Ποια ήταν η θέση των μικροαστών που από ειρωνεία της ιστορίας είχαν γίνει η «εκτελεστική επιτροπή» των ιμπεριαλιστικών κύκλων του ρώσικου χρηματιστικού Κεφαλαίου;

Τα οπορτουνιστικά σοβιέτ και οι «σοσιαλιστές υπουργοί» έβαλαν τα δυνατά τους για να βρουν μια πλατφόρμα «ενοποίησης» και «συμφιλίωσης» πάνω στην οποία δοκίμασαν να ενώσουν τα συμφέροντα της Εργασίας και του Κεφαλαίου. Σαν σημαία, χρησιμοποίησαν την αρχή της ισότητας. Για το σκοπό αυτό, δημιούργησαν ένα οικονομικό σοβιέτ οπού τα συμφέροντα της αστικής τάξης αντιπροσωπεύονταν πολύ καλλίτερα από τα συμφέροντα του προλεταριάτου.

«Οι Κύριοι καπιταλιστές αποφάσισαν να κάψουν το δρόμο, έγραφε ο Λένιν στη «Πράβδα» της 7 του Μάη αναλύοντας τις πρώτες απόπειρες της κυβέρνησης να πάρει μέτρα με το σκοπό να εξομαλύνει τη βιομηχανία. Στους εργατικούς κύκλους, όλο καί περισσότερο συνειδητοποιείται η ανάγκη του προλεταριακού ελέγχου των εργοστασίων και των συνδικάτων. Και οι «μεγαλοφυείς» επιχειρηματίες, που προέρχονται από υπουργικούς ή άλλους συναφείς κύκλους, συνέλαβαν μια «μεγαλοφυή» ιδέα: ας τους κόψουμε το δρόμο, ας παρασύρουμε στο δικό μας αυλάκι το σοβιέτ των εκπροσώπων των εργατών, στόχος εύκολα πραγματοποιήσιμος όσο θα υπερισχύουν οι λαϊκιστές και οι μενσεβίκοι. Ας εγκαθιδρύσουμε ένα «δημόσιο έλεγχο». Αυτόθα έχει τόσο σοβαρό υφός, θα είναι τόσο κρατικά έξυπνο... Και αυτό θα θάψει κάθε έλεγχο στη πράξη, κάθε προλεταριακό έλεγχο, σίγουρα, χωρίς θόρυβο...»3

Απέναντι στη σοβαρή αποδιοργάνωση η οποία δεν σταματούσε να επιδεινώνεται, όχι μόνο το οππορτουνιστικό σοβιέτ άλλα και η προσωρινή κυβέρνηση αναγκάστηκαν να επέμβουν μπροστά στη καταστροφική δουλειά των καπιταλιστών. Σύμφωνα με μια φράση του Λένιν, ο Σκομπέλεφ, σε μια ομιλία του που την περιέβαλε με το υπουργικό του κύρος, έφτασε να πει ότι έπρεπε να πάρουν 100% κέρδος απ’ τους καπιταλιστές.

«Θα προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο», απειλούσε ο μενσεβίκος υπουργός στο βερμπαλιστικό του μαρσάρισμα, ξεπερνώντας ακόμα και τους μπολσεβίκους: «Και αν το Κεφάλαιο θέλει να κρατήσει τον αστικό του τρόπο οικονομικής διαχείρισης, και δεν θέλει να χάσει τη πελατεία του, ας δουλέψει τότε χωρίς ποσοστά. Όφείλουμε να εφαρμόσουμε υποχρεωτική θητεία στη δουλειά για τους κύριους μέτοχους, τραπεζίτες και βιομηχάνους, των οποίων, η πνευματική καάσταση είναι νοσηρή, γιατί μέχρι τώρα κανένα κίνητρο δεν τους παρακινούσε να δουλέψουν...

Οφείλουμε να πιέσουμε τους κυρίους μετόχους να υποταχτούν στο Κράτος και, γι’ αυτούς, χρειάζεται μια υποχρεωτική θητεία στη δουλειά...»4

Άλλωστε, η αυστηρή ομιλία του Σκόμπελεφ προοριζόταν χωρίς αμφιβολία για τα αυτιά των αντιπροσώπων των εργατών, αυτούς που πίστευαν ακόμα στην επαναστατική φρασεολογία των οπουρτουνιστών. Στην πραγματικότητα, η ομιλία του Σκόμπελεφ πρέπει να γίνει κατανοητή απ’ την «ανάποδη». Ένας άλλος υπουργός, το ίδιο «σοσιαλιστής», ο Προκόποβιτς, παίρνοντας το λόγο αργότερα σε μια πιο «αξιοσέβαστη» συγκέντρωση, απάγγειλλε πραγματικά μπροστά στο Συμβούλιο του Κράτους, στη Μόσχα, τον ίδιο λόγο με τις ίδιες απειλές άλλα προς την «αντίθετη κατεύθυνση». Απευθυνόμενος όχι στους καπιταλιστές αλλά στο προλεταριάτο, πρότεινε περιοριστικά μέτρα καί τη θητεία στη δουλειά όχι για τα αφεντικά αλλά για τους εργάτες.

Παραθέτουμε το πρόγραμμα της προσωρινής κυβέρνησης και της «δημοκρατίας» που το υποστήριζε στην «επιδιορθωμένη» από τον ΙΙροκόποβιτς μορφή του και που υιοθετήθηκε στις 12 Αυγούστου απ’ τη Πανρωσική οργάνωση του Κεφαλαίου:

1ο Παρέχεται εγγύηση για τα δικαιώματα των εργοδοτών στη διευθυντική δραστηριότητα τους, με τη μέθοδο της λεπτομεριακής εξήγησης των δικαιωμάτων των εργατών και της περιφρούρησης των συμφερόντων που παραβιάζονται από τις αναρχικές εκδηλώσεις, με τη βοήθεια των δόκιμων μέτρων πού έχουν παρθεί απ’ την εξουσία.

2ο Εγκαθίδρυση ενός Κρατικού ελέγχου της παραγωγής για να δοθούν εγγυήσεις στους εργάτες ότι δεν θα υπάρξουν προμιλετημένα μέτρα εναντίον τους.

3ο Καθήλωση των τιμών για τα προϊόντα κατανάλωσης και σταθεροί μισθοί.

4ο Μείωση του κέρδους σ’ ένα φυσιολογικό ποσοστό, διασφάλιση της εργασίας του χρηματιστικού κεφαλαίου στη βιομηχανία και προστασία του πληθυσμού από τον υπερβολικό πλουτισμό των εργοδοτών εις βάρος του.

5ο Θέσπιση ενός γενικού νόμου για τη θητεία στη δουλειά, δημοσίευση του μίνιμουμ των ημερών εργασίας το μήνα και το μίνιμουμ ημερήσιας παραγωγής.

6ο Συντονισμός των μέτρων άπδ μια κεντρική οίκονομική επιτροπή.5

[....] Έτσι χαρακτίρισε τον εργατικό έλεγχο το κόμμα που οδήγησε το προλεταριάτο στην Οκτωβριανή επανάσταση. Πριν από την ημερομηνία αυτή, ο εργατικός έλεγχος ήταν το πιο δημοφιλές σύνθημα μάχης του κόμματος· μ’ αυτό το σύνθημα το κόμμα μάζευε γύρω του και πύκνωνε τις γραμμές των εργατών για τη τελική μάχη ενάντια στο Κεφάλαιο.

Όμως παρ’ όλα αυτά η νίκη του προλεταριάτου επέτρεψε να τεθεί το ζήτημα πάνω στη πρακτική εφαρμογή του εργατικού ελέγχου. Να γιατί, δυο εβδομάδες μετά την επανάσταση, στις 14 Νοέμβρη του 1917, δημοσιεύτηκε το διάταγμα πάνω στον εργατικό έλεγχο, που αναμενόταν από πολύ καιρό. Για πρώτη φορά το θέμα της εξομάλυνσης της παραγωγής μπήκε ζεστά με τέτοιο τρόπο ώστε να τεθεί οριστικά τέρμα στο «σαμποταριστικό αναρχισμό των καπιταλιστών».

Το διάταγμα γνωστοποιούσε ότι, σ’ όλες τις επιχειρήσεις όπου δούλευαν μισθωτοί, έμπαινε σε εφαρμογή ο «εργατικός έλεγχος της παραγωγής, της αγοράς και της πώλησης των προϊόντων και των πρώτων υλών, καθώς και του οικονομικού τμήματος των επιχειρήσεων». «Ο εργατικός έλεγχος ασκείται άπ’ όλους τους εργάτες μιας δοσμένης επιχείρησης διαμέσου των αιρετών θεσμών τους: τις εργοστασιακές και εργαστηριακές επιτροπές, τα σοβιέτ των σταρόστ, κ.λ.π.· οι αντιπρόσωποι των υπαλλήλων και του τεχνικού προσωπικού αποτελούν μέρος των θεσμών αυτών».

Για τη πρακτική εφαρμογή το διάταγμα πρότεινε να δημιουργηθούν επί τόπου σοβιέτ εργατικού ελέγχου που θα αποτελούνταν από τους αντιπροσώπους των συνδικάτων, των εργοστασιακών επιτροπών και των άλλων εργατικών οργανώσεων, των οποίων η δραστηριότητα θα έπρεπε να κατευθύνεται από το πανρωσικό σοβιέτ του εργατικού ελέγχου. Η σημασία των διαταγμάτων και η λειτουργία τους καθορίστηκε, απ’ το διάταγμα με τον ακόλουθο τρόπο:

«Τα όργανα του εργατικού ελέγχου έχουν το δικαίωμα να εποπτεύουν τη παραγωγή, να καθορίζουν το μίνιμουμ των κατασκευών της επιχείρησης, να περνούν μέτρα για τη καθήλωση του κόστους παραγωγής· έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν την αλληλογραφία και τα λογιστικά βιβλία. Το εμπορικό μυστικό καταργείται».

«Όλοι οι νόμοι και οι εγκύκλιοι που εμποδίζουν τη δραστηριότητα των εργοστασιακών επιτροπών και των άλλων επιτροπών και συμβουλίων των εργατών και υπαλλήλων ακυρώνονται».

Το διάταγμα της 14ης Νοέμβρη ανακεφαλαίωσε και νομιμοποίησε, αυτό που, στη πράξη, είχε ήδη μπει σε εφαρμογή αυθόρμητα απ’ τις δυνάμεις του προλεταριάτου μέσα στη μάχη ανάμεσα στο Κεφάλαιο και Εργασία. Μέχρι την επανάσταση του Οκτώβρη, ο εργατικός έλεγχος δεν μπορούσε να έχει πρακτική και οικονομική σημασία, ούτε μπορούσε να παίξει δημιουργικό ρόλο. Ήταν πολύ περισσότερο ένα όπλο μάχης, ένα μέσο αυτοάμυνας, ένα πολιτικό σύνθημα, παρά ένα εφαρμοσμένο οικονομικό σύστημα.

Η πρακτική του εργατικού ελέγχου πριν από τον Οκτώβρη είχε δώσει μάλιστα αρνητικά αποτελέσματα. Η φυσική φροντίδα των εργοστασιακών επιτροπών να βοηθήσουν τους εργάτες να βγουν από την αθλιότητα και την ανεργία, τις υποχρέωνε να παίξουν το ρόλο ενός είδους «γραναζιού» επιφορτισμένου να προμηθευτεί, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, πρώτες ύλες, καύσιμα και αλλά απαραίτητα για τη παραγωγή υλικά. Η διαχείρηση των εργοστασίων έτεινε μερικές φορές στη χρησιμοποίηση των εργοστασιακών επιτροπών, αφήνοντας σ’ αυτές την ευθύνη της επιχείρησης, κάνοντας τις εργατικές οργανώσεις πράκτορες της και στηρίγματα της. Αν τα αφεντικά εγκατέλειπαν τις επιχειρήσεις τους και οι εργοστασιακές επιτροπές γίνονταν απ’ τη δύναμη των πραγμάτων κυρίαρχες, τότε οικειοποιούνταν συχνά τις απόψεις των αφεντικών τους, και ξεχνώντας τη γενική οικονομική ωφέλεια, υπεράσπιζαν το δικό τους εργοστάσιο, ακόμα και αν αλλά εργοστάσια ήταν πιο σημαντικά και καλύτερα εξοπλισμένα για το Κράτος. Ο συναγωνισμός και η τάση να ιδιοποιούνται τους πενιχρούς πόρους που εξασφάλιζαν τη ζωή της επιχείρησης έβαζαν τις εργοστασιακές επιτροπές σε μια κατάσταση αμοιβαίας οικονομικής πάλης, μετατρέποντας έτσι τα εργοστάσια σε «αυτόνομες ομοσπονδίες» μισοαναρχικού τύπου. Οι αναρχικοί, επωφελούμενοι απ’ αυτές τις τάσεις απαιτούσαν να περάσει η διεύθυνση των επιχειρήσεων στα χέρια των εργοστασιακών επιτροπών.

«Ο έλεγχος της παραγωγής και οι επιτροπές ελέγχου δεν πρέπει μόνο να λειτουργούν σαν ελεγκτές, αλλά οφείλουν στο σημαρινό στάδιο, να γίνουν τα κύτταρα του μέλλοντος που, από τώρα θα προετοιμάζουν τη μεταβίβαση της παραγωγής στα χέρια των εργατών»· αυτό πρότειναν οι αναρχικοί με την απόφαση τους στη σύνοδο του πρώτου πανρωσικού συνεδρίου των εργοστακών επιτροπών στις 20 Όκτώβρη.

Αυτές οι τάσεις εκδηλώθηκαν στη πρακτική του εργατικού ελέγχου από τις πρώτες κιόλας μέρες που ακολούθησαν την Οκτωβριανή επανάσταση, με τόσο περισσότερη άνεση και τόσο μεγαλύτερη επιτυχία όσο πιο ισχυρή γινόταν η αντίσταση των καπιταλιστών.

«Δεν θα απομακρύνουμε τα αφεντικά με δικιά μας πρωτοβουλία, Ελεγαν οι εργάτες στις αποφάσεις τους, άλλα θα πάρουμε στα χέρια μας τη παραγωγή αν αρνηθούν να διευθύνουν τα εργοστάσια τους».

Πράγματι, στη περίοδο αυτή των αυθόρμητων «εκδικητικών» εθνικοποιήσεων, οι εργοστασιακές επιτροπές μπήκαν συχνά επικεφαλής των επιχειρήσεων των δποίων οι ιδιοκτήτες είχαν αποτραβηχτεί ή είχαν λιποτακτήσει.

«Αντί για τη δημοκρατία των σοβιέτ, βασιζόμαστε πάνω στην ιδιόμορφη δημοκρατία των εργατικών αρτέλ τα οποία χρησιμοποιήσαμε σαν πρότυπα για το μετασχηματισμό των καπιταλιστικών εργοστασίων. Αντί για μια γρήγορη εξομάλυνση ολόκληρου του χώρου της παραγωγής και της διανομής, αντί για μέτρα που θα οδηγούσαν στη σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας, εφαρμόζουμε μια πρακτική που θυμίζει τα αναρχικά όνειρα για αυτόνομες παραγωγικές κοινότητες».

Μ’ αυτό το τρόπο περιγράφει αυτή την εφήμερη εμπειρία ανεξάρτητης διαχείρησης από απομονωμένες εργοστασιακές επιτροπές ο σύντροφος Στεπάνωφ στη μπροσούρα του, Από τον εργατικό έλεγχο στην εργατική διαχείριση.

Στη μεταβατική εποχή, έπρεπε να δεχτούμε τις αρνητικές πλευρές του εργατικού ελέγχου, σαν απλό μέσο πάλης ενάντια στο αδιάλλακτο Κεφάλαιο. Άλλα δταν η εξουσία πέρασε στα χέρια του προλεταριάτου, «η πολιτική των ιδιοκτήτων» των απομονωμένων εργοστασιακών επιτροπών έγινε αντιπρολεταριακή και οι ίδιοι οι εργάτες αναγνώρισαν την ανεπάρκεια του ελέγχου τους. «Η πάλη ενάντια στην οικονομική αποσύνθεση, το σαμποτ των αφεντικών και της ιντελλιγκέντσιας απαιτεί ριζοσπαστικά μέτρα σε ότι άφορα την δργάνωση της εθνικής οικονομίας», έλεγε η απόφαση που υιοθετήθηκε στις 27 Γενάρη από τους εργάτες του κλωστοϋφαντουργείου της Μόσχας που πρότειναν την «εθνικοποίηση της βιομηχανίας καταργώντας έτσι τους σαμποταριστές εργοδότες».

Πριν από την ολοκληρωτική εθνικοποίηση, η απόφαση προτείνει μια σειρά προληπτικά μέτρα: αναδιοργάνωση των οργάνων εξομάλυνσης, Κρατικό μονοπώλιο, υποχρέωση συνδικαλισμού καί συνένωσης σε τραστ. Ήταν ανάγκη να βρεθούν νέοι τρόποι εξομάλυνσης της παραγωγής, γιατί ο εργατικός έλεγχος αποδείχτηκε ανεπαρκής για τις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί.

Ήδη η πρώτη πανρωσική συνέλευση των εργοστασιακών επιτροπών θεωρούσε τον εργατικό έλεγχο μόνο σαν ένα στάδιο για άλλους τρόπους εξομάλυνσης της οικονομικής ζωής. «Η εφαρμογή του εργατικού ελέγχου στους διάφορους κλάδους της οικονομικής ζωής και κυρίως στο χώρο της παραγωγής δεν είναι παρά μια αρχική μορφή η δποία, αναπτυσσόμενη λίγο – λίγο, διευρυνόμενη και αποκτώντας περισσότερο βάθος, θα μεταβληθεί σε εξομάλυνση της παραγωγής καί της οικονομίας ολόκληρης της χώρας». Έτσι αντιλαμβανόταν η συνέλευση τη μεταγενέστερη ανάπτυξη του εργατικού ελέγχου. «Ο δρόμος που ακολουθούμε είναι καινούργιος, μεταβατικός», έλεγε ο σύντροφος Μιλιούτιν, εισηγητής πάνω στον εργατικό έλεγχο, «αρνούμαστε κάθε υπευθυνότητα στην κυρίαρχη τάξη. Ο έργατικδς έλεγχος όπως τον εννοούμε εμείς, είναι δυνατός μόνο κάτω από την εξουσία των σοβιέτ. Στη συνέχεια, το σύστημα αυτό θα απαιτήσει την εθνικοποίηση ορισμένων κλάδων της βιομηχανίας και ένα έλεγχο τη στιγμή της εθνικοποίησης των τραπεζών... Δεν υπάρχει άλλη λύση».

Αυτήη καθαρήαντίληψη για την ουσία του εργατικού ελέγχου οδήγησε στη διεύρυνση των πλαισίων του διατάγματος της 14ης Νοέμβρη. Το διάταγμα αυτό δεν ήταν πια παρά ξεπερασμένη στιγμή στην ιστορία της πάλης για την εγκαθίδρυση του εργοστασίου νέου τύπου. Σαν αποστολή είχε τη σταθεροποίηση των θέσεων που είχαν κατακτηθεί και την επικύρωση της νίκης του προλεταριάτου στη μακρόχρονη οικονομική του πάλη ενάντια στο Κεφάλαιο. Η εργατική τάξη καθιερωνόταν στο έξης σαν δημιουγός ενός νέου σοσιαλιστικού συστήματος, θεμελιώνοντας νέες σοσιαλιστικές σχέσεις και αξίες. Η εφαρμογή του εργατικού ελέγχου, έτσι όπως την αντιλαμβανόταν ο Λένιν πριν την επανάσταση, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρά μόνο με τη βοήθεια του προλεταριακού Κράτους καισε εθνική κλίμακα. Ο έλεγχος αυτός αναπόφευκτα έπρεπε να περάσει στο στάδιο της δημόσιας εξομάλυνσης, δηλαδή στη δημόσια δργάνωση της παραγωγής.

Οι επιτροπές ελέγχου που είχαν ήδη δργανοιθεί παράπλευρα από τις εργοστασιακές επιτροπές, σύμφωνα με το διάταγμα της 14ης Νοέμβρη, καί τα σοβιέτ του εργατικού ελέγχου προχώρησαν πιο πέρα από το διάταγμα σχετικά με τον καθορισμό των καθηκόντων τους και των ορίων της δραστηριότητας τους ορίζοντας σαν σκοπό τη δημόσια εξομάλυνση της παραγωγής.6 Στη πράξη βέβαια, μια λίγο - πολύ συστηματική εξομάλυνση δεν στεφανωνόταν πάντα με επιτυχία. Οι βιομήχανοι, όπως ξέρουμε, αντέτασσαν επίμονη αντίσταση, απαντώντας στις απόπειρες των εργατών με μαζικό κλείσιμο των εργοστασίων, Έτσι, στη περιοχή του Ντονμπάς, π.χ., τα αφεντικά των ανθρακορυχείων προσπάθησαν κατ’ επανάληψη να κλείσουν τα δρυχεία των οποίων η επαναλειτουργία τους απαιτούσε ολόκληρο χρόνο. Στην περιοχή των Ουραλίων, τα μεταλλουργικά εργοστάσια κλείστηκαν σ’ ολόκληρες περιφέρειες και οι εργάτες δεν έπαιρναν πια τους μισθούς τους.

Η περίφημη οικονομική σύγκρουση των 300.000 εργατών της κλωστοϋφαντουργίας του Ιβάνοβο - Κινετσέμκ που έγινε μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και η αναγκαστική παρέμβαση των εργατικών οργανώσεων στο χώρο της παραγωγής μεγάλωσαν την αδιαλλαξία των αφεντικών και την απειλή μιας ολοκληρωτικής διάλυσης της παραγωγής, οι απειλές αυτές υποχρέωσαν τις εργοστασιακές επιτροπές του κλωστοϋφαντουργείου να απευθυνθούν στο σοβιέτ των εκπροσώπων των εργατών και να του ζητήσουν να εκδώσει μια διαταγή που να λέει ότι, χωρίς την αδεία των «βιοτεχνικών διαχειρήσεων» που δημιουργήθηκαν απ’ τους εργάτες, να μην αφαιρεί κανένας υλικά και εργαλεία απ’ τις μηχανές.

Αν κατάφερναν τελικά οι εργάτες να εφαρμόσουν τον έλεγχο στις περισσότερες περιπτώσεις, τότε οι ιδιοκτήτες εγκατέλειπαν τις επιχειρήσεις, και έπρεπε θέλοντας και μη θέλοντας να τις εθνικοποιήσουν. Τα πρώτα διατάγματα εθνικοποίησης ή δήμευσης εκδόθηκαν τότε εξαιτίας της φυγής των εργοδοτών όσο και από το αδιάλλακτο σαμποτάζ τους7.

Να μερικά παραδείγματα πρακτικής εφαρμογής του εργατικού ελέγχου στη περιοχή των Ουραλίων: στο εργοστάσιο του Βαγκοσλόβσκ οργανώθηκε μια επαναστατική στρατιωτική επιτροπή η οποία επέβαλλε τη νέα τάξη πραγμάτων δια της διοικητικής οδού. Αυτή η επιτροπή δημιουργήθηκε εξ αίτιας της αντίστασης ενάντια στην εγκαθίδρυση του εργατικού έλεγχου. Στο εργοστάσιο του Νεβιάνσκ, χρειάστηκε να δημιουργηθεί μια οίκονομικοδιοικητική επιτροπή επιφορτισμένη όχι με την άσκηση ελέγχου, αλλά τη διαχείριση του εργοστασίου που είχε εγκαταλειφθεί από τη διεύθυνση. Στις συνεδριάσεις του εργατικού έλεγχου εξετάζονταν σχεδόν καθημερινά τα αιτήματα των διαφόρων εργοστασίων, που απαιτούσαν είτε τη καταπίεση αυτών που ήταν αντίθετοι στον έργατικό έλεγχο, είτε τη παράδοση των επιχειρήσεων στα χέρια των εργατών. Το θέμα των μορφών του ελέγχου λύθηκε αυθόρμητα ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες του χρόνου και του τόπου. Όμως, η ανάγκη ενός ενιαίου σχεδίου καθώς και η ανάγκη ομογενών δργανώσεων, γινόταν κάθε μέρα όλο και περισσότερο αίσθητή.

Τα πρώτα βήματα προς αυτή τη κατεύθυνση έγιναν απ’ την κεντρική επιτροπή των εργοστασιακών επιτροπών, η δποία εξέδωσε στις 6 του Φλεβάρη του 1918 τις οδηγίες και το πρακτικό εγχειρίδιο πάνω στον έλεγχο. Όλα τα βασικά σημεία των οδηγιών αυτών διεύρυναν τα πλαίσια του ελέγχου και ξεπερνούσαν τα όρια που χαράζονταν απ’ το διάταγμα:

«Ο εργατικός έλεγχος της βιομηχανίας, σαν αναπόσπαστο κομμάτι, ολόκληρης της οικονομικής ζωής δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί με τη στενή έννοια μιας απλής αναθεώρησης, αλλά απεναντίας, με τη πλατιά έννοια της διατύπωσης στην εσωτερική διαχείρηση: κεφάλαια, αγαθά της επιχείρησης, πρώτες ύλες, βιοτεχνικά προϊόντα, κανονική εκτέλεση των παραγγελιών, συμμετοχή στην οργάνωση της παραγωγής πάνω σε ορθολογικές βάσεις, κ.λ.π.. Ο έλεγχος συγκεκριμένα πρέπει να θεωρείται σαν ένα μεταβατικδ στάδιο για την δργάνωση ολόκληρης της οικονομικής ζωής της χώρας πανω σε σοσιαλιστικές βάσεις, σαν το απαραίτητο πρώτο βήμα προς αυτή τη κατεύθυνση, που γίνεται από τη βάση παράλληλα με τη δουλειά στη κορυφή στα κεντρικά όργανα της εθνικης οικονομίας».

Αυτή η πλατιά ερμηνεία του εργατικού ελέγχου προηγείται των οδηγιών πού δόθηκαν από το κεντρικό σοβιέτ των εργοστασιακών επιτροπών. Το διάταγμα καθορίζει τη λειτουργία του εργατικού ελέγχου μέσα στο πνεύμα των δδηγιών που είχαν δοθεί, αφήνοντας την εφαρμογή στις εργοστασιακές επιτροπές και στους συνεταίρους της: τα περιφερειακά οικονομικά σοβιέτ. Οι εργοστασιακές επιτροπές δεν είναι πια απλοί παρατηρητές των δραστηριοτήτων της εργοδοσίας, παύουν να είναι «γρανάζια» στην αναζήτηση καυσίμων και πρώτων υλών που βοηθούν τους καπιταλιστές να διατηρήσουν σε λειτουργία τις επιχειρήσεις τους. Σύμφωνα με το νόημα των εξουσιών που έχουν περιβληθεί, είναι οι αποτελεσματικοί διαχειριστές όλων των υποθέσεων της επιχείρησης. Οι εργοστασιακές επιτροπές μπορούν να σταματήσουν τις πρωτοβουλίες των αφεντικών και της διοίκησης, και να απαιτήσουν να μη παρθεί κανένα μέτρο όσο ασήμαντο κι αν είναι χωρίς την έγκρισή τους. Διαχειρίζονται τα βιοτεχνικά προϊόντα, τις πρώτες ύλες, τα καύσιμα, το εργατικό προσωπικό· κάνουν από κοινού με τους τεχνικούς το πλάνο των εργασιών, εξετάζουν τις παραγγελίες με τη διοίκηση και αποφασίζουν για την εκτέλεση τους, κινητοποιούν τις επιχειρήσεις και το εργατικό προσωπικό, ελέγχουν τις χρηματικές ενέργειες και επιβλέπουν για το σεβασμό των συμφερόντων της Εργασίας σε ο,τι αφορά την εσωτερική τάξη, την αύξηση των μισθών, τις τεχνικές και υγειονομικές σχέσεις καθώς και την εκπολιτιστική μόρφωση8.

Το σχέδιο οργάνωσης πού επεξεργάστηκε το κεντρικό σοβιέτ των εργοστασιακών επιτροπών για τη πρακτική έφαρμογή του εργατικού ελέγχου συνοψίζεται χοντρικά ως έξης: η εργοστασιακή επιτροπή ορίζει πέντε επιτροπές: οργάνωσης της παραγωγής, κινητοποίησης, ανεφοδιασμού σε πρώτες ύλες, ανεφοδιασμού σε καύσιμα και οργάνωσης της εργασίας. Αυτές οι επιτροπές βάσης μπορούν να δημιουργήσουν υπό - επιτροπές οπού κρίνουν ότι αυτό είναι αναγκαίο. Οι εργοστασιακές επιτροπές ενώνονται σε περιφερειακά σοβιέτ του εργατικού ελέγχου, τα οποία, με τη σειρά τους, ενώνονται σε σοβιέτ πόλεων, επαρχιών, περιοχών της εθνικής οικονομίας που δουλεύουν κάτω από τη καθοδήγηση των κεντρικών σοβιέτ των εργοστασιακών επιτροπών.

Τα σοβιέτ της εθνικής οικονομίας διαιρούνται σε τομείς ανάλογα με τους κλάδους βιομηχανίας. Εκεί οπού δεν υπάρχουν σοβιέτ της εθνικής οικονομίας, όλη η πρακτική δουλειά για τη καθοδήγηση της εφαρμογής του ελέγχου πραγματοποιείται από το κεντρικό σοβιέτ των εργοστασιακών επιτροπών που διαιρείται με τη σειρά του σε αντίστοιχες επιτροπές και τμήματα της παραγωγής, Η οργάνωση του εργατικού ελέγχου πήρε ένα μαζικό χαρακτήρα. Μόνο στη περιοχή της Μόσχας, υπήρχαν τη 1η του Μάρτη του 1918, σύμφωνα με μια ερευνά του τμήματος εργασίας της εθνικής οικονομίας, 22 επιτροπές ελέγχου.

Σέ συνολικό αριθμό 326 επιχειρήσεων που ρωτήθηκαν, 284 επιβεβαίωσαν την ύπαρξη στους κόλπους τους επιτροπών ελέγχου· ένα 1% μόνο κυρίως μικρών επιχειρήσεων στερούνταν τέτοιων επιτροπών.

Ο εργατικός έλεγχος εφαρμοζόταν στην πράξη με τον ακόλουθο τρόπο: όταν τα εργοστάσια είχαν ανάγκη από πρώτες ύλες, καύσιμα, χρήματα, κ.λ.π, το ανώτατο σοβιέτ της Εθνικής οικονομίας, που αντιπροσωπευόταν από το αντίστοιχο παραγωγικό τμήμα, απαιτούσε από τις επιτροπές ελέγχου που σχηματίστηκαν στα εργοστάσια να υποβάλλουν τα αιτιολογικά τους με στοιχεία που επαληθεύονταν στη συνέχεια επί τόπου. Το μέτρο αυτό επιβαλλόταν από το γεγονός, ότι, συχνά τα αφεντικά κάνουν κατάχρηση της εμπιστοσύνης των επιτροπών αυτών καί εκμεταλλεύονταν την έλλειψη της πείρας τους σε τεχνικά και διοικητικά θέματα. Πολύ συχνά οι εργοστασιακές επιτροπές και οι επιτροπές ελέγχου ερμήνευαν πολύ σχολαστικά η πολύ αυθαίρετα τα διατάγματα και τις οδηγίες πάνω στον εργατικό έλεγχο. Δημιουργούνταν έτσι προστριβές πάνω σ’ αυτό όχι μόνο με τη διοίκηση των εργοστασίων, αλλά και με το σοβιέτ της Εθνικής οικονομίας...

Δημοσιεύτηκε στην Autogestion, Νο 4 Δεκέμβρης 1967.

Περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μαντέλ, Εργατικός Έλεγχος - Εργατικά Συμβούλια - Αυτοδιαχείρηση, Καστανιώτης, 1975, σσ. 124-140. Μετάφραση Κώστας Νικολόπουλος.

Σημειώσεις

1 Η πρώτη Συνέλευση των εργοστασιακών επιτροπών, Εκδόσεις Κεντρικής Επιτροπή της Ομοσπονδίας των Εργοστασιακών Επιτροπών (Κ.Ε.Ο.Ε.Ε.) Πετρούπολη 1917.

2 Βλέπε Le Parti communiste russe, les resolutiones de ses congres et conferences, Editions d’ Etat, Moscou, 1922.

3 Πράβδα, Νο 51, 7 Μάη 1917.

4 «Η Αναπόφευκτη καταστροφή και οι υπερβολικές υποσχέσεις», Πράβδα, Νο 58, 16 Μάρτη.

5 Prokopovich, «L’ Economie nationale aux jours de la revolution»· «La Cooperation russe», Editions d’ Etat, 1918. Ομιλία στο Συνέδριο του Κράτους.

6 Βλέπε στο όργανο του σοβιέτ του εργατικού ελέγχου για την κεντρική Βιομηχανική πεοιοχή, Ο εργατικός έλεγχος, Νο 2, 23 Φλεβάρης 1918, τις οδηγίες που είχε επεξεργαστεί το Πανρωσσικό σοβιέτ του εργατικού ελέγχου.

7 Βλέπε για τέτοια διατάγματα στο Courrier du commissariat au Travail, No 1, 1918.

8 Σχέδιο οδηγίας πάνv στον εργατικό έλεγχο επεξεργασμένο από το Κεντρικό Σοβιέτ των εργοστασιακών επιτροπών. Βλέπε επίσης, «Καταστατικό των εργοστασιακών επιτροπών», Νέος Δρόμος, Νο 1 – 2, 1918.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017 20:18
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.