Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017 14:46

Φασισμός – Σταλινισμός

Κατηγορία Ιστορία

Κώστας Κούσιαντας

Φασισμός – Σταλινισμός

ΕΕ: ένας μεταμοντέρνος αντικομμουνισμός

Η πρωτοβουλία της εσθονικής προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τη διοργάνωση διυπουργικής συνόδου, στις 23 Αυγούστου στο Ταλίν, με θέμα «Η κληρονομιά που άφησαν στον 21ο αιώνα τα εγκλήματα από Κομμουνιστικά Καθεστώτα», αποτελεί κατά μία έννοια έναν αρνητικό εορτασμό για τα 100χρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά πέραν αυτού, όπως έχει επισημανθεί και από όλα σχεδόν τα αριστερά κόμματα της Ευρώπης, είναι ταυτόχρονα και μία -έστω και υπόρρητη- εξομοίωση του «κομμουνισμού» με τον φασισμό.

Είναι σημαντικό να διαπιστώσουμε ότι για τις κυβερνήσεις και τα συστημικά κόμματα της ΕΕ η εξομοίωση αυτή δεν λογοδοτεί πάντα στο ίδιο πολιτικό σχέδιο.

Για τις κυβερνήσεις των ανατολικών χωρών η καταδίκη του «κομμουνισμού» αποσκοπεί στην ενίσχυση ενός εθνικιστικού, ακροδεξιού, αυταρχικού κλίματος στο εσωτερικό τους που θα αποτελέσει το ιδεολογικοπολιτικό έδαφος πάνω στο οποίο θα μπορούν να συγκροτηθούν πολιτικά μπλοκ εξουσίας (με κόμματα της ακροδεξιάς), αλλά ταυτόχρονα και να δικαιολογηθούν κατασταλτικές πρακτικές εναντίον διαφόρων αριστερών ρευμάτων και οργανώσεων και εναντίον των προσπαθειών οργάνωσης του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Εάν τα «εγκλήματα του κομμουνισμού» και ο «κομμουνισμός» είναι αποτέλεσμα της ταξικής πάλης (όπως τα εγκλήματα του φασισμού είναι αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης μεταξύ «φυλών»), τότε μπορεί να δικαιολογηθεί η ποινική αντιμετώπιση της... ταξικής πάλης ...όταν φυσικά παίρνει την μορφή της αντίστασης των από κάτω.

Επίσης όμως, αυτός ο αντικομμουνισμός αποτελεί και την ιδεολογικοπολιτική μορφή την οποία παίρνει η σύγκρουση των αρχουσών τάξεων αυτών των χωρών με τον ρώσικο ιμπεριαλισμό. Τα κυρίαρχα τμήματα των αρχουσών τάξεων της Ανατολικής Ευρώπης, έχουν κάνει την επιλογή να ενταχθούν στο ευρωατλαντικό ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, θεωρώντας ότι έτσι θα τους προσφερθούν περισσότερες ευκαιρίες οικονομικής και πολιτικής ανασυγκρότησης και ανοίγματος στη διεθνή οικονομία. Η παγκόσμια οικονομική κρίση όμως και τα αδιέξοδα στα οποία έχουν βρεθεί τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, έχουν θέσει σε αμφισβήτηση αυτή την κατεύθυνση και έχουν δημιουργήσει κεντρόφυγες τάσεις στο εσωτερικό αυτών των αρχουσών τάξεων. Τμήματά τους θέλουν να επανεξετάσουν τις σχέσεις με τους σημερινούς τους συμμάχους, ή ακόμα και κάποια προσανατολίζονται προς τον ρώσικο ιμπεριαλισμό. Το πολιτικό κατεστημένο λοιπόν αυτών των χωρών, το οποίο υλοποιεί αυτή τη στιγμή την πολιτική συμμαχιών με τη δύση (που εξακολουθεί να παραμένει η κύρια στρατηγική), επιδιώκει και με τέτοιες πρωτοβουλίες, να εγείρει ιδεολογικοπολιτικά εμπόδια σε οποιουδήποτε τύπου πολιτικά ανοίγματα προς τον ρώσικο ιμπεριαλισμό. Το «κομμουνιστικό» παρελθόν παίζει εδώ βασικό ρόλο, καθώς η σταλινική αυτοκρατορία κατέχει κεντρική θέση στη ρητορική της σημερινής ηγεσίας της Ρωσίας, ως μια λαμπρή περίοδος του ρωσικού εθνικισμού, αλλά και ως μια άμεση επιδίωξη του σημερινού ρωσικού ιμπεριαλισμού: να ανασυστήσει δηλαδή τον «σοβιετικό χώρο» κάτω από την ηγεμονία του ρωσικού ιμπεριαλισμού, χωρίς φυσικά αυτή τη φορά κόκκινες σημαίες (αν και στις ρωσικές εθνικές παρελάσεις συνεχίζουν να κυματίζουν).

Για τις κυβερνήσεις και τα συστημικά κόμματα των χωρών της δυτικής Ευρώπης (δηλαδή το σύνολο των χωρών της ΕΕ που δεν είχαν ενταχθεί ποτέ στο Ανατολικό Μπλοκ) η εξομοίωση του φασισμού και του «κομμουνισμού» αποσκοπεί κυρίως στην ανάδειξη του φιλελεύθερου καπιταλισμού, της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (στις διάφορες εκδοχές της, μέχρι και τις πιο εκφυλισμένες) και των πολιτικών δυνάμεων του «κέντρου» (και πάλι με όλες τις εκφυλισμένες μορφές του), ως συστατικών στοιχείων του μοναδικού, ιστορικά αποδεδειγμένα βιώσιμου, πολιτικοκοινωνικού μοντέλου οργάνωσης της ανθρώπινης κοινωνίας στην εποχή της νεωτερικότητας, ή ίσως κυρίως της μετανεωτερικότητας, η οποία εξουδετερώνει τον φασισμό και τον «κομμουνισμό», μετατρέποντάς τους σε μεγάλες αφηγήσεις (που είχαν ως συνέπεια τον ολοκληρωτισμό).

Τα κόμματα της ευρωπαϊκής αριστεράς, με πρώτο τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και πλήθος άλλων κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς, καταδίκασαν αυτή την πρωτοβουλία. Βασικό επιχείρημα πολλών εξ αυτών των κομμάτων (κυρίως των κομμουνιστικών), είναι ότι ο σοβιετικός στρατός (ιστορικός εκπρόσωπος του «κομμουνισμού») ήταν αυτός που ελευθέρωσε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, πρώτα και κύρια τις ανατολικές χώρες, από τη ναζιστική κατοχή και βαρβαρότητα. Οι ναζί διέπραξαν μαζικά εγκλήματα σε απίστευτη έκταση στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά πιθανόν τα εγκλήματα αυτά να αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος των εγκλημάτων που θα μπορούσαν να είχαν διαπράξει αν δεν τους νικούσε ο σοβιετικός στρατός. Το επιχείρημα αυτό είναι μια πολύ ακριβής φωτογραφία της κατάστασης στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη ναζιστική εισβολή το καλοκαίρι του 1941. Όμως δεν αποτελεί την αρχή της ιστορίας, ούτε της Ευρώπης, ούτε του εργατικού κινήματος, ούτε του «κομμουνισμού». Υπάρχουν πολλές περισσότερες φωτογραφίες μιας ιστορίας η οποία έχει πολύ μεγαλύτερη χρονική διάρκεια. Από το πλήθος αυτών των φωτογραφιών μάλιστα, μπορούμε σε ορισμένες περιπτώσεις, να δημιουργήσουμε ένα φιλμ, δηλαδή να δούμε την ιστορία στην κίνησή της και με τις αντιφάσεις της.

Το φιλμ: Απ’ το ‘17 στο ‘89

Η σχέση των υποτελών τάξεων της Ανατολικής Ευρώπης με τον κομμουνισμό ξεκινάει πολλές δεκαετίες πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Πολλές απ’ αυτές τις χώρες υπήρξαν για μια πολύ μεγάλη ιστορική περίοδο δυτικές αποικίες της τσαρικής αυτοκρατορίας και οι λαοί τους (αν πιστέψουμε τον Λένιν) υπέφεραν πολύ περισσότερο από τον ρωσικό λαό (που κι αυτός φυσικά υπέφερε, αλλά ανήκε στο ίδιο έθνος με τον καταπιεστή - αν και ο Λένιν χρησιμοποιεί μια πολύ ακραία έκφραση: το ρωσικό έθνος ήταν το έθνος που καταπίεζε). Ταυτόχρονα οι περισσότερες από αυτές τις περιοχές ήταν και οι πιο αναπτυγμένες βιομηχανικά και ως εκ τούτου η εργατική τάξη σ’ αυτές αποτελούσε ένα τεράστιο τμήμα του συνόλου της εργατικής τάξης της αυτοκρατορίας (μεγαλύτερο αναλογικά απ’ την αναλογία του πληθυσμού τους). Οι ταξικές διεκδικήσεις αυτών των εργατών κι εργατριών συνδέθηκαν φυσικά με τη διεκδίκηση της εθνικής τους αυτοδιάθεσης και το σύνολο των διεκδικήσεών τους εκφράστηκε πολιτικά από την σοσιαλδημοκρατία που άρχισε να αναπτύσσεται στις αρχές του 20ου αιώνα. Βέβαια, στην κρίσιμη στιγμή, κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1917, μόνο ένα τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας -οι Μπολσεβίκοι- συνέχισε με συνέπεια να υποστηρίζει τόσο τις ταξικές, όσο και τις εθνικές διεκδικήσεις των υποτελών τάξεων των αποικιών (δυτικών και ανατολικών) της ρωσικής αυτοκρατορίας. Κατά συνέπεια, το μεγαλύτερο μέρος της οργανωμένης εργατικής τάξης ακολουθούσε την πολιτική των μπολσεβίκων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι Λεττονοί στρατιώτες του (τσαρικού αρχικά, αστικοδημοκρατικού μετά τον Φλεβάρη) στρατού, οι οποίοι λειτουργούσαν σχεδόν ως πολιτοφυλακή του μπολσεβίκικου κόμματος (κάνουμε εδώ μια υπεραπλούστευση: πολλοί επηρεάζονταν επίσης από τους αναρχικούς, τους μαξιμαλιστές και τους αριστερούς εσέρους).

Η πολιτική των μπολσεβίκων είχε ως στόχο τη δημιουργία ενός μεγάλου εργατικού κράτους στο οποίο οι εθνότητες θα εντάσσονταν με τη δική τους θέληση και θα είχαν πλήρη δικαιώματα. Και ο καλύτερος τρόπος για να ενταχθούν πραγματικά με τη δική τους θέληση, θα ήταν να τους παραχωρηθεί το δικαίωμα, εάν δεν θέλουν να ενταχθούν, να μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους ανεξάρτητο κράτος. Πιθανόν θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε διάφορες αντιφάσεις λόγου και πράξης στην μπολσεβίκικη πολιτική γι’ αυτά τα ζητήματα, αλλά σε γενικές γραμμές κατά τη διάρκεια της επανάστασης και τα πρώτα χρόνια την ακολούθησαν μάλλον με συνέπεια.

Όμως με την υπογραφή της συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ ολόκληρη η δυτική τσαρική αυτοκρατορία αποσπάστηκε από το νεοσύστατο εργατικό κράτος και παραδόθηκε στις αστικές τάξεις αυτών των περιοχών, υπό την εποπτεία του γερμανικού ιμπεριαλισμού αρχικά, της Αντάντ στη συνέχεια. Τα λαϊκά κινήματα που αναπτύχθηκαν σ’ αυτές τις χώρες, οι μορφές λαϊκής και εργατικής αυτοοργάνωσης, το συνδικαλιστικό κίνημα και η αριστερά δέχτηκαν μια πολύ σκληρή, αιματηρή καταστολή.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου το σοβιετικό κράτος προσπάθησε να τις ξανακερδίσει, στη συνέχεια έχασε κι άλλες δυτικές περιοχές και στο τέλος μόνο η Ουκρανία και η Λευκορωσία κερδήθηκαν ως συστατικές Δημοκρατίες της ΕΣΣΔ. Οι Βαλτικές χώρες και η Πολωνία είχαν χαθεί, αν και κυρίως σ’ αυτές τις χώρες είχαν αναπτυχθεί τα πιο μαζικά επαναστατικά κινήματα.

Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα γι’ αυτό είναι το σώμα των Λεττονών τουφεκιοφόρων που αναφέρθηκε παραπάνω. Οι στρατιώτες αυτοί επέλεξαν να μην επιστρέψουν στις πατρίδες τους και στις οικογένειές τους μετά τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (αναμφίβολα τους δόθηκε αυτό το δικαίωμα και κάποιοι επέστρεψαν), όχι μόνο επειδή θα αντιμετώπιζαν την αντεργατική τρομοκρατία που είχαν εξαπολύσει οι αστικές κυβερνήσεις της Λεττονίας, αλλά και επειδή αποφάσισαν να συνεχίσουν να πολεμάνε για την επανάσταση και να συμβάλλουν στην εδραίωσή της.

Οι λαϊκές μάζες αυτών των δυτικών περιοχών της τσαρικής αυτοκρατορίας είχαν κερδηθεί στην επανάσταση και στην επιρροή των μπολσεβίκων επειδή κατανοούσαν μέσα από τις άμεσες εμπειρίες τους ότι η πλήρης επίτευξη των ταξικών και εθνικών τους δικαιωμάτων μπορούσε να πραγματοποιηθεί μέσα από έναν ενιαίο αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό, χωρίς να πρέπει να παραιτηθούν ούτε από τα ταξικά ούτε από τα εθνικά τους δικαιώματα.

Το καθεστώς όμως που άρχισε να οικοδομείται στα τέλη της δεκαετίας του ‘20 συντρίβοντας τις κατακτήσεις της οκτωβριανής επανάστασης δεν μπορούσε να αποτελέσει υπόδειγμα και πόλο έλξης για τις λαϊκές μάζες των πρώην τσαρικών αποικιών, πρώτα και κύρια επειδή το σταλινικό καθεστώς συγκροτήθηκε και πάνω στην αναβίωση της τσαρικής πολιτικής της καταπίεσης των μη ρωσικών εθνοτήτων. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘30 οι περισσότεροι από τους Λεττονούς που είχαν καταφύγει στη Σοβιετική Ένωση (πολλές χιλιάδες και πάρα πολλοί απ' αυτούς, μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος και στελέχη του σοβιετικού μηχανισμού) συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν και ένας μεγάλος αριθμός απ’ αυτούς εκτελέστηκε. Την ίδια τύχη είχαν και πολλές δεκάδες χιλιάδες Πολωνοί, Λιθουανοί, Εσθονοί κομμουνιστές που κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση, για να μην αναφερθούμε στις μαζικές εξοντώσεις των στελεχών των Κομμουνιστικών Κομμάτων των Δημοκρατιών της ΕΣΣΔ (πχ του Ουκρανικού ΚΚ) και την εθνική καταπίεση των λαών, που έφτασε μέχρι του σημείου να εξορίζονται ολόκληροι εθνικοί πληθυσμοί.

Και, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι οι χώρες της Βαλτικής βρέθηκαν τελικά υπό την κατοχή της ΕΣΣΔ, όχι ως αποτέλεσμα της θέλησης των λαών τους αλλά, πρώτα μέσα από μια συμφωνία μοιράσματος της Ανατολικής Ευρώπης μεταξύ του ναζισμού και του σταλινισμού (σύμφωνο Μολότφο-Ρίμπεντροπ) και στη συνέχεια μέσα από μια συμφωνία του δυτικού ιμπεριαλισμού με τον σοβιετικό ιμπεριαλισμό (Γιάλτα, Πότσνταμ κτλ), που μοίρασαν πια ολόκληρο τον κόσμο. Αν αυτή η συμφωνία ήταν εξαιρετικά άδικη για τις λαϊκές μάζες στην Ελλάδα, στις οποίες ο δυτικός ιμπεριαλισμός δεν αναγνώρισε το δικαίωμα να επιλέξουν και να συγκροτήσουν οι ίδιες το πολίτευμα και το καθεστώς που ήθελαν, το ίδιο άδικη ήταν και για τις λαϊκές μάζες των ανατολικών χωρών, στις οποίες ο σταλινισμός - με τη μορφή της κατοχικής δύναμης, κατέστειλε κάθε προσπάθεια να επιλέξουν οι ίδιες το πολίτευμά τους και το καθεστώς τους.

Στην περίοδο του ψυχρού πολέμου που ακολούθησε, οι αγώνες των λαών σε ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη, ενάντια στην αποικιοκρατία, τον δυτικό ιμπεριαλισμό, τα καθεστώτα που συνδέονταν μαζί του και το σύστημα ταξικής και πολιτικής καταπίεσης που επέβαλαν, έβρισκε το παράλληλο και αντίστοιχό του στους αγώνες των λαϊκών μαζών των ανατολικών χωρών για τα ταξικά, πολιτικά και εθνικά τους δικαιώματα.

Στον «δυτικό» κόσμο, οι αγώνες αυτοί συνδέθηκαν τις περισσότερες φορές με την αριστερά και εκφράστηκαν μέσα από διάφορες αριστερές πολιτικές. Και στις χώρες του «ανατολικού» κόσμου όμως, οι αντίστοιχοι αγώνες στις πιο κορυφαίες φάσεις τους, συνδέθηκαν με διάφορες αριστερές εκφράσεις της αντιπολίτευσης στον σταλινισμό (Βερολίνο 1953, Πολωνία μέχρι τη δεκαετία του ‘80, Ουγγαρία ‘56, Τσεχοσλοβακία 1968...). Δυστυχώς όμως, στον «ανατολικό» κόσμο τα κινήματα αυτά καταστάλθηκαν με ιδιαίτερη σκληρότητα και οι αριστερές πολιτικές τους εκφράσεις διαλύθηκαν με τη βία. Έτσι, όταν ύστερα από δεκαετίες τα σταλινικά καθεστώτα κατέρρευσαν κάτω από τις ενδογενείς τους αντιφάσεις και την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των λαϊκών μαζών, η μοναδική πολιτική προοπτική που μπορούσε να αναδειχτεί άμεσα, ήταν αυτή που είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τα δυσαρεστημένα τμήματα της γραφειοκρατίας, τα οποία είχαν αρχίσει να προσβλέπουν προς την οικονομία της αγοράς, ως τη μοναδική λύση για τη διάσωση των καπιταλιστικών τους οικονομιών, μέσα από την ολοκληρωτική ιδιωτικοποίησή τους. Το άλλο μοντέλο που προσπάθησαν να επιβάλλουν άλλα τμήματα της γραφειοκρατίας ήταν ένας εξίσου άγριος νεοφιλελευθερισμός, κάτω από την διόγκωση των δικτατορικών εξουσιών του κόμματος και της κρατικής καταστολής, καθώς και τον πλήρη αφανισμό κάθε μορφής αντιπολίτευσης. Αυτό ήταν το μοντέλο που επιβλήθηκε στην Κίνα ύστερα από τη σφαγή της εξέγερσης του ‘89 (Τιεν Αν Μεν).

Οι λαϊκές μάζες στήριξαν -άλλοτε ενεργά, άλλοτε με την παθητική τους αποδοχή- την πρώτη προοπτική, όχι φυσικά επειδή είχαν αρχίσει να θαυμάζουν το φιλελεύθερο σύστημα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, αλλά επειδή θεωρούσαν ότι η ελεύθερη αγορά ήταν η βασική προϋπόθεση των πολιτικών και ατομικών ελευθεριών και της πολιτικής δημοκρατίας. Αυτό δεν ήταν μια ιδέα που γεννήθηκε στα μυαλά των λαϊκών μαζών της Ανατολικής Ευρώπης το 1989, αλλά το βασικό επιχείρημα με το οποίο τους στερούσαν όλα αυτά τα δικαιώματα και δικαιολογούσαν τον αυταρχισμό και την καταπίεση οι άρχουσες τάξεις που κυβερνούσαν στην Ανατολική Ευρώπη επί δεκαετίες και οι οποίες είχαν χρησιμοποιήσει με δικτατορικό τρόπο ολόκληρο τον ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους τους για να πείσουν ότι αυτό είναι ο κομμουνισμός.

«Κομμουνισμός» ή κομμουνισμός;

Φυσικά, αυτός ο «κομμουνισμός» δεν ήταν φασισμός και οι διαφορές μεταξύ των φασιστικών και σταλινικών καθεστώτων είναι πολλές και τεράστιες. Όμως ο φασισμός δεν είναι ένα σύστημα τα χαρακτηριστικά του οποίου είναι μοναδικά και προσιδιάζουν μόνο στο ίδιο. Ο φασισμός μοιράζεται πάρα πολλά κοινά χαρακτηριστικά με άλλα δικτατορικά καθεστώτα, για παράδειγμα του Φράνκο στην Ισπανία, αλλά και με τις αποικιοκρατικές αστικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, ή ακόμα και με πρακτικές καταστολής στις δυτικές μητροπόλεις. Οι λαοί των αποικιών βίωσαν καταπίεση, εκμετάλλευση, σφαγές και εθνοκαθάρσεις σε έκταση που προσεγγίζει ανάλογες πρακτικές του φασισμού. Παρ’ όλο που οι διαφορές μεταξύ ενός φασιστικού καθεστώτος και μιας αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας είναι τεράστιες, για τους Αλγερινούς οι οποίοι καταπιέζονταν από τη Γαλλία, την πιο δημοκρατική χώρα της Ευρώπης, οι διαφορές αυτές σε κάποιες περιπτώσεις σχετικοποιούνταν σε πρακτικό επίπεδο. Και από μια ορισμένη άποψη, οι διαφορές αυτές έπαυαν να υπάρχουν τελείως. Για τους Αλγερινούς που πολέμησαν στη γαλλική αντιφασιστική αντίσταση και λίγα χρόνια αργότερα για την ανεξαρτησία τους δεν υπήρχε καμιά διαφορά μεταξύ της αποικιοκρατικής δημοκρατικής Γαλλίας και της ναζιστικής Γερμανίας, επειδή οι ίδιοι οι Αλγερινοί αρνούνταν να εγκλωβιστούν σε ένα τέτοιο παρανοϊκό δίλημμα: δεν ήθελαν ούτε την αποικιοκρατία, ούτε τον φασισμό φυσικά, οπότε τα απέρριπταν και τα δύο εξίσου και με την ίδια ένταση, επιδιώκοντας κάτι τελείως διαφορετικό: μια εξισωτική και δημοκρατική κοινωνία και μάλιστα με σοσιαλιστικό προσανατολισμό.

Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς ζητάει από τις λαϊκές μάζες των ανατολικών χωρών να εγκλωβιστούν σε ένα εξίσου παρανοϊκό δίλημμα: τι από τα δύο θεωρείτε καλύτερο, ή τι απ’ τα δύο απορρίπτετε, τον φασισμό ή τον «κομμουνισμό»;

Στο δίλημμα αυτό, το στοιχείο το οποίο το καθιστά παρανοϊκό είναι βέβαια το γεγονός ότι αυτό το οποίο αποκαλούμε «κομμουνισμό» (εντός εισαγωγικών), είναι τα σταλινικά καθεστώτα τα οποία επί δεκαετίες καταπίεζαν τις λαϊκές μάζες των Ανατολικών χωρών, μέσα από ένα σύστημα πολλαπλής βίας: οικονομική-ταξική εκμετάλλευση, πολιτική καταπίεση και αυταρχισμό, εθνική καταπίεση. Κάποιες απ’ αυτές τις μορφές βίας, κάποιες φορές ή και αρκετές φορές μπορεί να προσέγγισαν ή και να έφτασαν στα επίπεδα της φασιστικής βίας. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (γκούλαγκ) είναι ένα παράδειγμα. Οι σταλινικές εθνοκαθάρσεις είναι ένα άλλο παράδειγμα και υπάρχουν πολλά άλλα, χωρίς όμως αυτό να καθιστά κοινωνικά ταυτόσημα τα δύο καθεστώτα.

Αυτή η βία δεν εξισώνει τον φασισμό με τον σταλινισμό, πρώτα και κύρια γιατί τα δύο συστήματα δεν προκύπτουν μέσα από τις ίδιες κοινωνικές διαδικασίες. Τα φασιστικά καθεστώτα μπορούν να προκύψουν σε μία κοινωνία στην οποία οι δύο βασικές ανταγωνιστικές τάξεις, η αστική τάξη και η εργατική τάξη έχουν αποτύχει να βγάλουν την κοινωνία από το αδιέξοδο και την κρίση. Σ’ αυτή την περίπτωση μπορεί να καταλάβει την εξουσία ο φασισμός για να διαλύσει κάθε αντίσταση της εργατικής τάξης και να αναδιοργανώσει έτσι την κυριαρχία της αστικής τάξης (για να το πούμε απλοποιημένα). Τα σταλινικά καθεστώτα αναπτύχθηκαν σε κοινωνίες στις οποίες η αστική τάξη και η οικονομία της είχαν δεχτεί ανεπανόρθωτα πλήγματα, είτε από λαϊκά κινήματα, είτε από τον πόλεμο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις την ανασυγκρότηση της οικονομίας ανέλαβαν γραφειοκρατίες οργανωμένες γύρω και μέσα στον κρατικό μηχανισμό, ως συλλογικός καπιταλιστής, εξαφανίζοντας έτσι τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των επιμέρους τμημάτων του κεφαλαίου. Αυτή η διαφορά των σταλινικών καθεστώτων από τα φασιστικά έχει σημασία κυρίως όταν τη βλέπουμε από τη σκοπιά των δυνατοτήτων αντίστασης των από κάτω. Η συλλογική οργάνωση της παραγωγής, έδινε πολύ μεγαλύτερες ευκαιρίες στην εργατική τάξη να ανατρέψει αυτό το εκμεταλλευτικό μοντέλο (απ’ ο,τι στην περίπτωση του φασισμού), παίρνοντας άμεσα υπό τον έλεγχό της την συλλογικά οργανωμένη παραγωγική διαδικασία. Δυστυχώς, αν και οι εργατικές τάξεις των ανατολικών χωρών προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν αυτή την δυνατότητα, τους έλειπε ένας άλλος βασικός συντελεστής της επαναστατικής διαδικασίας: η ανεξάρτητη πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης. Ο σταλινισμός κατέστειλε κάθε προσπάθεια δημιουργίας ανεξάρτητων συνδικαλιστικών και πολιτικών οργανώσεων της εργατικής τάξης.

Παρά λοιπόν τις ουσιώδεις διαφορές μεταξύ του φασισμού και του σταλινισμού το ερώτημα εδώ είναι το εξής: γιατί θα πρέπει να υποχρεωθούν οι λαοί της ανατολικής Ευρώπης να επιλέξουν ανάμεσα σε αυτές τις δυο μορφές διακυβέρνησής τους και να αποφανθούν ποια απ’ τις δυο προτιμάνε περισσότερο;

Είναι σαφές, ότι οι λαϊκές μάζες, αν υποχρεωθούν να επιλέξουν ανάμεσα στον σταλινισμό και τον φασισμό, θα προσπαθήσουν να επιλέξουν... κάτι άλλο. Θα επιλέξουν τον αστικοκοινοβουλευτικό φιλελευθερισμό και όσο πιο έντονη θα είναι η πίεση για επιλογή μεταξύ σταλινισμού και φασισμού, τόσο περισσότερο η επιλογή του «τρίτου κουτιού» δεν θα συνοδεύεται από προσπάθειες όσο το δυνατόν μεγαλύτερης προσαρμογής του μοντέλου το οποίο τελικά επιλέχτηκε, στις ανάγκες και τα συμφέροντα των λαϊκών μαζών. Δηλαδή, απουσία άλλης εναλλακτικής θα επιβληθεί ένας αστικοκοινοβουλευτικός φιλελευθερισμός στην πιο αυταρχική και εκφυλισμένη του μορφή. Στη μορφή που εφαρμόζεται στις περισσότερες ανατολικές χώρες (συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας).

Στην πραγματικότητα, εάν θέλει η αριστερά να απεγκλωβίσει τις λαϊκές μάζες της ανατολικής και της δυτικής Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου από αυτό το παρανοϊκό αδιέξοδο (το οποίο σε άλλα μήκη και πλάτη του πλανήτη μπορεί να παρουσιάζει και άλλου τύπου «τρίτα κουτιά», διαφορετικά απ’ τον φιλελευθερισμό), θα πρέπει να αναδείξει μια άλλη προοπτική την οποία να μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα οι καταπιεσμένοι. Την προοπτική της πραγματικής τους απελευθέρωσης από κάθε μορφή καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Ο κομμουνισμός (χωρίς εισαγωγικά) θα μπορούσε να είναι αυτή η επιλογή, με την απαραίτητη όμως προϋπόθεση να καθίστανται σαφείς οι διαφορές του απ’ τον «κομμουνισμό» (με εισαγωγικά, δηλαδή τον σταλινισμό). Και με μια δεύτερη επίσης απαραίτητη προϋπόθεση: ότι η αντίθεση του κομμουνισμού στην αστική δημοκρατία δεν στρέφεται ενάντια στην δημοκρατία, αλλά ενάντια στον αστικό εκφυλισμό της.

Ο κομμουνισμός αποτέλεσε τον κεντρικό (στρατηγικό) στόχο που κινητοποίησε τις δυνάμεις της μαρξιστικής αριστεράς (και με μια άλλη θεωρία και μεθοδολογία και το αναρχικό κίνημα), στα πλαίσια μιας επιστημονικής ανάλυσης των κατευθύνσεων που μπορούσε να πάρει η κοινωνική εξέλιξη. Ο στόχος αυτός, στις γενικές του γραμμές, ως άμεσος πια πολιτικός στόχος για τον οποίο κινητοποιούνται οι υποτελείς τάξεις -η εργατική τάξη κυρίως-, ήταν η δημιουργία μιας κοινωνίας που θα βασιζόταν στον έλεγχο του πλούτου και της διαδικασίας της παραγωγής του πλούτου, από τα συλλογικά όργανα εξουσίας των λαϊκών μαζών. Δηλαδή μια κοινωνία αμεσοδημοκρατική, στην οποία ο πλούτος θα παράγονταν από όλους και θα διανέμονταν σε όλους με διαδικασίες δημοκρατικές, οι οποίες μάλιστα θα γινόταν όλο και περισσότερο δημοκρατικές, καθώς θα εδραιωνόταν αυτό το κοινωνικό μοντέλο.

Η ιστορία του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, αλλά και μέχρι πιο πρόσφατα, έδειξε ότι οι λαϊκές μάζες ήταν πρόθυμες να κινητοποιηθούν -ακόμα και να θυσιαστούν- γι’ αυτό το κοινωνικό μοντέλο.

Αυτό το μοντέλο οργάνωσης μιας χειραφετημένης κοινωνίας και μιας κοινωνίας που συνεχίζει να χειραφετείται μέσα απ’ αυτό το μοντέλο, μπορεί σήμερα να γίνει πολύ περισσότερο αποδεκτό είτε ως επιθυμητή προοπτική είτε ως ρεαλιστικός στόχος, καθώς τροφοδοτείται διαρκώς από διάσπαρτες εμπειρίες χειραφέτησης: τις εμπειρίες εργατικής αυτοοργάνωσης, διαχείρισης και ελέγχου της παραγωγής, πρώτ’ απ’ όλα, που αποτελούν τη σπονδυλική στήλη κάθε αντικαπιταλιστικής εξέγερσης. Τους αγώνες για δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες· τους αγώνες των καταπιεσμένων εθνοτήτων, των μαύρων και των εγχρώμων· την πάλη των λαϊκών μαζών ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τις τοπικές του δικτυώσεις· τους αγώνες των γυναικών και του LGBTQI+ κινήματος· τους αγώνες ενάντια στην καταστροφή του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων· τις κινητοποιήσεις ενάντια στη φτώχεια ή τα νεολαιίστικα κινήματα που διεκδικούν ελευθερία έκφρασης/δράσης των νέων· τους αγώνες των μεταναστών και των προσφύγων, όχι μόνο για ίσα δικαιώματα, αλλά και για ανοιχτά σύνορα σε ολόκληρο τον πλανήτη· τα κινήματα ενάντια στον ρατσισμό, φυλετικό, θρησκευτικό ή πολιτισμικό· το αντιφασιστικό κίνημα... Ένας κομμουνισμός που δεν θα εμπεριέχει ως συστατικά και συγκροτητικά του στοιχεία όλα αυτά, αλλά και όσα άλλα αναδειχτούν μέσα από τη διαρκή σύγκρουση της αστικής εξουσίας με τους υποτελείς της, δεν θα είναι πραγματικός κομμουνισμός και δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να στρατευτούν ξανά οι μάζες των καταπιεσμένων για να τον διεκδικήσουν και να τον επιβάλλουν με την επαναστατική τους δράση.

Όμως, δυστυχώς, η αριστερά που σωστά καταγγέλλει σήμερα τις ακροδεξιές φιέστες των αρχουσών τάξεων της ανατολική Ευρώπης, δεν αντιπροβάλλει αυτόν τον κομμουνισμό απέναντι τόσο στον σταλινισμό, όσο και στην οργανική του συνέχεια, τα σημερινά καθεστώτα και τις σημερινές άρχουσες τάξεις της Ανατολικής Ευρώπης. Αντίθετα, μοιάζει σαν να κατακρίνει με έμμεσο τρόπο τους λαούς αυτών των χωρών, επειδή δεν υπερασπίζονται τον σταλινισμό, ο οποίος, σε τελική ανάλυση, γι’ αυτούς τους λαούς μπορεί και να ήταν ο,τι (τους) χρειαζόταν.

Στη φωτογραφία Λεττονοί τουφεκιοφόροι στη Μόσχα το 1920

Γράφτηκε από 
Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 01 Σεπτεμβρίου 2017 00:37
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.