Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017 12:43

Σχετικά με τη λαϊκή απήχηση του φασισμού

Κατηγορία Ιστορία

Φωτογραφία που τραβήχτηκε κατά τη διάρκεια της «Νύχτας των μεγάλων μαχαιρών» (30 Ιουνίου – 2 Ιουλίου 1934)

Νίκος Πουλαντζάς

Σχετικά με τη λαϊκή απήχηση του φασισμού

Ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που θέτει η μελέτη του φασισμού, τόσο εξαιτίας των πραγματικών διαστάσεων του φαινομένου όσο και επειδή χρησίμεψε σα βάση σε μιαν ολόκληρη μυθολογία, είναι το πρόβλημα της λαϊκής απήχησης του φασισμού. Σ’ αυτές τις λίγες γραμμές, θα περιοριστώ στην εξέταση των γενικών χαρακτηριστικών του προβλήματος, αρκούμενος να παραπέμψω τον αναγνώστη στο βιβλίο μου «Φασισμός και δικτατορία», οπού το πρόβλημα τούτο εξετάζεται λεπτομερειακά.

Έλεγα λοιπόν πως η λαϊκή απήχηση του φασισμού είναι ένα πραγματικό φαινόμενο: πρόκειται, εξάλλου, για ένα από τα ουσιώδη διακριτικά χαρακτηριστικά του φασισμού, σε σχέση με τα άλλα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης του καπιταλιστικού κράτους, καθεστώτα ανοικτού πολέμου εναντίον των λαϊκών μαζών (στρατιωτικές δικτατορίες, βοναπαρτισμοί, κλπ.). Πραγματικά, ο φασισμός πέτυχε να στήσει ειδικούς κρατικούς μηχανισμούς κινητοποίησης των μαζών (κόμματα, συνδικάτα κλπ.), φαινόμενο που γενικά, δε συναντιέται, τουλάχιστο στο ίδιο μέτρο και με την ίδια θεσμική μορφή (επηρεάζοντας την ίδια τη μορφή του κράτους), στα άλλα καθεστώτα έκτακτης ανάγκης. Τούτο συνεπάγεται, ακριβώς, πως ο φασισμός είχε, στις λαϊκές μάζες, μια βάση που θα την προσδιορίσω, προσωρινά, με τον ουδέτερο και περιγραφικό όρο της «απήχησης», γιατί, πραγματικά, αυτό που πρέπει να μελετηθεί είναι η φύση του φαινομένου.

Η τελευταία παρατήρηση θέτει δύο ζητήματα, πού συνδέονται:

α) ποια ήταν η έκταση και η ακριβής φύση του φαινομένου;

β) ποιες ήταν οι αιτίες του;

Συναντούμε λοιπόν, σήμερα, δύο τάσεις στη μελέτη του φασισμού, λαθεμένες ταυτόχρονα σε ο,τι αφορά στην πρώτη και στη δεύτερη ερώτηση. Όσον αφορά στην πρώτη ερώτηση, αυτές οι δύο τάσεις παρουσιάζουν τούτο το κοινό: δεν εξετάζουν σοβαρά ούτε τη σημασία της «απήχησης», ούτε τη σημασία του «λαϊκού» χαρακτήρα του. Δέχονται σα δεδομένο και αναντίρρητο γεγονός, από τη μια μεριά, πως οι φασισμοί θα είχαν κερδίσει, σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης τους και στον ίδιο βαθμό, μιαν ενεργητική λαϊκή υποστήριξη, από την άλλη μεριά, χρησιμοποιώντας με εντελώς ιδεαλιστικό τρόπο τους ορούς «μάζες» και «λαός», δέχονται πως αυτή η υποστήριξη θα ήταν ομοιόμορφη από όλα τα «άτομα» αυτής της «μάζας», χωρίς άλλη διάκριση ανάμεσα στις τάξεις, τμήματα τάξεων και κοινωνικές κατηγορίες, που συνθέτουν τις λαϊκές μάζες. Όσον αφορά στη δεύτερη ερώτηση, δίνουν ερμηνείες είτε εντελώς λαθεμένες, είτε λαθεμένες ακόμα και στη μεροληπτική τους στάση: πραγματικά, υποθέτουμε, οι ιδεολογικές αρχές, που διέπουν τις ερμηνείες τους, είναι που τους οδηγούν στο να περιορίζουν το πραγματικό φαινόμενο σε μιαν υποτιθέμενη λαϊκή υποστήριξη των «μαζών» προς το φασισμό ομοιόμορφη και αδιαφοροποίητη.

1. Η πρώτη τάση, τελικά αρκετά παλιά, αλλά που την ξαναβρίσκουμε σήμερα, μεταξύ άλλων, μέσα σε πολυάριθμα κείμενα της επιθεώρησης «Tel Quel», είναι μια ερμηνευτική προσπάθεια ψεύτικα «ψυχαναλυτική» του φασισμού: το γεγονός που θα επρόκειτο να ερμηνευτεί θα ήταν γιατί «οι μάζες επόθησαν το φασισμό». Βέβαια, η αντίληψη του φαινομένου, με αυτή τη διατύπωση, εξαρτιέται, η ίδια, από τη σημερινή ιδεολογική φλυαρία για τον «πόθο» και είναι αλληλέγγυα μιας ορισμένης αντίληψης της σχέσης του μαρξισμού με την ψυχανάλυση, της οποίας ο «φροϋδομαρξισμός» - ορός εκρηκτικός από την ίδια τη μορφή σύζευξης που υπονοεί - μας έδωσε μια πρώτη γεύση. Αυτή η τάση, υποθέτοντας κατά κάποιο τρόπο, με προσποιητή βεβαιότητα, λυμένο το πρόβλημα της σχέσης της ιδεολογίας με το υποσυνείδητο, που μόλις αρχίζει να τοποθετείται στη σωστή του βάση, δεν καταφέρνει, πραγματικά, να προσφέρει ερμηνεία στην ψεύτικη ερώτηση «γιατί οι μάζες πόθησαν το φασισμό», παρά με την έμμεση παραπομπή στην - παράλογη - έννοια του «συλλογικού υποσυνείδητου»: έννοια που αποκαθιστά, με μαζικό τρόπο, μια σχέση ανάμεσα στα άτομα που υποτίθεται πως πόθησαν το φασισμό - δεν πρόκειται για τάξεις - και τις «μάζες» που έχουν ετοιμαστεί από τούτα τα άτομα-μάζες: ο μαρξισμός υποχρεώνει, αλλά οι τάξεις είναι πάντα απούσες - μάζες, που υποτίθενται, οι ίδιες, πως έχουν περάσει, ομοιόμορφα και χωρίς διάκριση, στο φασισμό. Αντίληψη μιας σχέσης άτομα-μάζες που, από το πήγαινε-έλα που υπονοεί μεταξύ «ατομικής ψυχολογίας» και «συλλογικού υποσυνείδητου» (δε βρισκόμαστε πολύ μακριά από το βιβλίο του G. Le Bon, «La psychologie des foules») δεν καταφέρνει να συλλάβει, επιπλέον, σε όλη του την έκταση, το πρόβλημα της σχέσης της ιδεολογίας με το υποσυνείδητο.

2. Η δεύτερη τάση ερμηνείας του φαινομένου, που προσδιορίζεται, πάντα, με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή σαν αδιαφοροποίητη και ομοιόμορφη υποστήριξη των μαζών στο φασισμό - οι τάξεις είναι πάντα απούσες - είναι αυτή που δίνει προνομιακή θέση, αν δεν αναφέρεται αποκλειστικά, στο «λεκτικό» (langage) που χρησιμοποιεί ο φασισμός απέναντι στο «λαό». Τάση που βρίσκουμε σήμερα - μεταξύ άλλων - στο βιβλίο του J. P. Faye, «Les langages totalitaires», και για το όποιο έγραψα μια κριτική αλλού1. Ερμηνεία που, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι ξένη στην παλιά ιδεαλιστική ουτοπία, σύμφωνα με την οποία, οι ιδέες είναι που κάνουν την ιστορία. Πράγμα που, έξαλλου, κάνει αδύνατη την εξέταση ενός πραγματικού προβλήματος, του προβλήματος της ακριβούς λειτουργίας της φασιστικής ιδεολογίας στη λαϊκή απήχηση του φασισμού. Πραγματικά, θα επανέλθουμε στο ζήτημα αυτό, η έρευνα αυτή προϋποθέτει την αναφορά στην ταξική λειτουργία (σε σχέση με τις διάφορες τάξεις και τα ιδεολογικά τους υποσύνολα) αυτής της ιδεολογίας, τη στιγμή που για αυτή την τάση οι ιδέες δεν μπορούν να κάνουν την ιστορία παρά εάν, και μόνον εάν, στη θέση της ταξικής λειτουργίας της ιδεολογίας, υπάρχει ένας λόγος που εκπέμπεται από ένα - η περισσότερα - υποκείμενα, που απευθύνεται αδιάκριτα προς όλους και γίνεται αντιληπτός από άτομα-υποκείμενα, καθαροί αδιαφοροποίητοι δέκτες αυτού του Λόγου-Ιδέας. Αντίληψη που, εδώ επίσης, επιβάλλει τον τρόπο με τον όποιο προσδιορίζεται το φαινόμενο της λαϊκής απήχησης του φασισμού. Αν, για την πρώτη τάση, το ερώτημα θα ήταν πώς και γιατί «οι μάζες πόθησαν το φασισμό», στη δεύτερη θα ήταν πώς «ο φασισμός εξιστορήθηκε και ειπώθηκε στις μάζες», πράγμα που εξηγεί γιατί θα είχε γίνει αποδεκτός από τις μάζες, μάζες που υποτίθενται ολοσχερώς και αδιακρίτως υποχείριες στο φασιστικό λόγο - οι τάξεις παραμένοντας πάντοτε απούσες.

Από τη μεριά μου, θα προσπαθήσω, σε μια πρώτη φάση, να πλησιάσω από πιο κοντά το φαινόμενο της λαϊκής απήχησης των φασισμών (γερμανικός ναζισμός και ιταλικός φασισμός) πριν να πω λίγα για τις αιτίες του. Άλλα θα έλεγα προκαταρκτικά πως οι προηγούμενες παρατηρήσεις μου δεν πρέπει να μας οδηγήσουν σε μιαν αυθαίρετη απλοποίηση του φαινομένου και στην αναγωγή του στο πολύ γνωστό γενικό φαινόμενο ορισμένων αντιδραστικών ιδεολογιών που βρίσκουν, σε σαφείς περιστάσεις, απόηχο στις λαϊκές τάξεις και των οποίων η ιδιαίτερα «ενθουσιώδης» «συναίνεση» των «λαϊκών μαζών» στο διιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914-1918, στις αρχές του, στη Γαλλία και τη Γερμανία, μας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Και, πρώτα απ’ όλα, σε ό,τι αφορά στα πραγματικά γεγονότα:

1. Πρέπει να διακρίνουμε, ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις που αποτελούν τις λαϊκές μάζες:

α) Πρώτα, την εργατική τάξη - ακόμα κι αν πρέπει, πάρα πέρα, να διακρίνουμε μεταξύ των στρωμάτων της - μολύνθηκε πολύ λιγότερο από το φασισμό από όσο αφήνουν να εννοηθεί και οπωσδήποτε λιγότερο από ότι οι άλλες λαϊκές τάξεις. Πάντοτε στάθηκε σημαντικά υποαντιπροσωπευμένη στους φασιστικούς μηχανισμούς (κόμματα, συνδικάτα), σε σχέση με τη σημασία στο συνολικό πληθυσμό της Γερμανίας και της Ιταλίας και, ακόμη από εκλογική άποψη, ακριβείς και σοβαρές μελέτες των αποτελεσμάτων των τελευταίων σχετικά ελεύθερων εκλογών δείχνουν πως η εργατική τάξη έμεινε, στο μεγαλύτερο της μέρος, πιστή στις παραδοσιακές της οργανώσεις, τα κομμουνιστικά και σοσιαλιστικά κόμματα.

Αλλά, στην περίπτωση της εργατικής τάξης, υπάρχει κάτι παραπάνω: σε όλη τη διάρκεια του ναζισμού και του φασισμού υπήρξε μια σημαντική αντίσταση της εργατικής τάξης, η οποία, κι αν δεν πήρε παρά σπάνια τη μορφή της ανοικτής ένοπλης εξέγερσης (το ιταλικό αντάρτικο), εκδηλώθηκε με παράνομες μορφές αυθόρμητης εργατικής αντίστασης, έτσι που αυτοί που αποφασίζουν, στη θέση της εργατικής τάξης, πως η τελευταία «επόθησε» το φασισμό, αγνοούν, βέβαια, ολοκληρωτικά: δολιοφθορές και πτώση της παραγωγής, μαζική απουσία, αυθόρμητες απεργίες κλπ. που δημιουργούσαν σημαντικά προβλήματα στους φασίστες ηγέτες, πράγμα που μαρτυρούν τα μόνιμα μέτρα που πάρθηκαν για να διορθωθεί αυτή η κατάσταση. Μορφές αντίστασης που, λογαριάζοντας τη μορφή φασιστικού κράτους, αποτελούσαν πραγματικές μορφές πολιτικής αντιπολίτευσης στο καθεστώς.

β) Τις λαϊκές τάξεις της υπαίθρου, γιατί γνωρίζουμε πως η ίδια η αγροτιά διαιρείται σε τάξεις. Αν, ιδιαίτερα, ο γερμανικός ναζισμός, πέτυχε να βρει μια σίγουρη λαϊκή απήχηση στις λαϊκές τάξεις της υπαίθρου στις ανατολικές περιοχές, στις περιοχές της ανατολικής Πρωσσίας, όπου οι φεουδαρχικές σχέσεις μαρτυρούσαν μιαν αξιοσημείωτη ευστάθεια, αν ακόμα οι φασισμοί βρήκαν, καμιά φορά, αλλά με πολύν άνισο τρόπο, μιαν απήχηση σε ορισμένα τμήματα των αγροτικών μικροαστών, των περίφημων «επίμορτων αγροτών», αντίθετα η μεγάλη μάζα της φτωχής αγροτιάς, με επικεφαλής τους αγροτοεργάτες, στάθηκε αδιαπέραστη στο φασισμό. Η φτωχή αγροτιά, κι αυτή επίσης, υπο-αντιπροσωπεύτηκε στους φασιστικούς μηχανισμούς και δεν αποτέλεσε το δραστήριο τμήμα του φασισμού. Ακόμα περισσότερο: ο αγροτικός φασισμός, στη Γερμανία και στην Ιταλία, προσομοιάζει σαφώς στο παραδοσιακό φαινόμενο «λευκής τρομοκρατίας» των μεγάλων γαιοκτημόνων εναντίον των λαϊκών τάξεων της υπαίθρου, οι όποιες θα ήταν, στο μεγαλύτερο τους μέρος, αρκετά έκπληκτες μαθαίνοντας ότι «επόθησαν» το φασισμό.

γ) Την παραδοσιακή (μικρέμποροι και βιοτέχνες) και τη νέα (ιδιωτικοί υπάλληλοι, κρατικοί λειτουργοί κλπ.) μικροαστική τάξη: που έγειραν, πραγματικά, με τρόπο ανοικτό και μαζικό προς τη μεριά του φασισμού και αποτέλεσαν, οντάς ουσιαστικά υπεραντιπροσωπευμένες στους φασιστικούς μηχανισμούς, το πιο δραστήριο τμήμα του. Γενικά, ο ειδικός χαρακτήρας του φαινομένου της λαϊκής απήχησης του φασισμού, της σχέσης «φασισμός - λαϊκές μάζες», ανάγεται, ουσιαστικά, στο πρόβλημα της σχέσης του φασισμού με τους μικροαστούς, σχέση, που είναι σημαδεμένη ωστόσο, θα το δούμε, από πολλά διφορούμενα.

2. Θα πρέπει ακόμα να διακρίνουμε, και το αναφέρω ακόμα κι αν είναι τελικά, σύμφωνα με τη γνώμη μου, ένα δευτερεύον στοιχείο, εξαιτίας της σημερινής σημασίας αυτών των ζητημάτων, τις κοινωνικές κατηγορίες, που κατανέμονται στις λαϊκές τάξεις. Είναι ιδιαίτερα σαφές πως ο φασισμός συνάντησε μια πιο έντονη λαϊκή απήχηση στους νέους, αλλά επίσης και στο γυναικείο πληθυσμό. Κι αυτό εξαιτίας, μεταξύ άλλων, των κυρίαρχων θεσμικών μορφών του μηχανισμού της οικογένειας και του μηχανισμού του σχολείου και των ιδεολογικών υποσυστημάτων που επικρατούσαν σε αυτούς τους μηχανισμούς, την εποχή εκείνη, στη Γερμανία και στην Ιταλία.

3. Πρέπει να περιοδολογήσουμε, σε ο,τι αφορά στη λαϊκή απήχηση, τον ίδιο το φασισμό, τόσο τη διαδικασία εκφασισμού όσο και τον εγκατεστημένο φασισμό. Πραγματικά, αν εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της σύνθεσης πολιτικο-ιδεολογικής αμφιβολίας σχετικά με την καταγωγή του φασισμού, η απήχηση του - παίρνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που έγιναν προηγουμένως - φαίνεται καθαρά στη διάρκεια της εξελικτικής διαδικασίας εκφασισμού, διαπιστώνουμε, όχι λιγότερο καθαρά, μιαν εξελικτική διαδικαοία απομάκρυνσης από το φασισμό από το πρώτο στάδιο του εγκατεστημένου φασισμού και στο μέτρο που ο τελευταίος δείχνει ανοικτά το πραγματικό αντιλαϊκό του πρόσωπο, στροφή που είναι σημαδεμένη, εξάλλου, από μαζικές και αιματηρές εκκαθαρίσεις μέσα στις ίδιες του τις γραμμές - το κλασικό επεισόδιο της «νύκτας των μακριών μαχαιριών» στη Γερμανία. Εξελικτική διαδικασία απομάκρυνσης που εκφράζεται από τον αυξανόμενο ρόλο της συστηματικής καταπίεσης, αλλά η οποία, παρ’ όλο που μένει αδιάκοπη και φτάνει στο υψηλότερο σημείο στη διάρκεια του Δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, παρουσιάζει σημεία ανόδου και πτώσης: παρευρισκόμαστε ιδίως σε μιαν ανανέωση της δημοτικότητας του ναζισμού τη στιγμή του «Anschluss» (προσάρτηση της Αυστρίας) και του ιταλικού φασισμού τη στιγμή του πολέμου της Λιβύης, ανανέωση που οφείλεται σε σύνθετους εθνικούς λόγους και που προστίθενται σε αυτή. Αν δε λάβουμε υπόψη αυτή την εξελικτική διαδικασία απομάκρυνσης δε θα καταλάβουμε τίποτα, π.χ., από το «απρόοπτο» φαινόμενο μιας λαϊκής Ιταλίας, μαζικά αντιφασιστικής τη στιγμή και την επομένη της κατάρρευσης του Μουσολίνι και θα επιθυμούσαμε να το αποδώσουμε, με πολλούς αμφίβολους εμπαιγμούς, στο «ευμετάβλητο» ή στον «οπορτουνισμό» του ιταλικού «λαού».

4. Τελικά, από τα προηγούμενα προκύπτει πως πρέπει, πραγματικά, να διερευνήσουμε τον ίδιο τον όρο της λαϊκής «απήχησης» που συνάντησε ο φασισμός. Πραγματικά, εκεί ακριβώς οπού υπήρχε «απήχηση», η απήχηση αυτή περιλαμβάνει διάφορους βαθμούς: από την ενεργητική και χωρίς όρους προσχώρηση μέχρι την περιστασιακή υποστήριξη και την παθητική υποταγή. Για να μην αναφέρω την αναγκαστική ουδετεροποίηση στο μέτρο, που αυξάνεται, με φανταστικό τρόπο, η καταπίεση: παρ’ όλο που η καταπίεση δεν μπορεί, βέβαια, να εξηγήσει τα πάντα, θα έπρεπε ωστόσο να την αναφέρουμε τώρα οπού οι Εβραίοι επίσης, έμειναν έκπληκτοι μαθαίνοντας, από τη Λίλιαν Καβάνι, στην ταινία της «Portier de nuit», πως δεν ήταν μακριά από το να είχαν «ποθήσει» το φασισμό.

Ας είμαστε πιο σοβαροί: θα μπορούσαμε να απαντήσουμε πως η ύπαρξη αυτών των διαφορετικών βαθμών λαϊκής «απήχησης» του φασισμού δεν έχει πραγματική πολιτική σημασία και πως η παθητική υποταγή δε διαφέρει και τόσο από την ενεργητική προσχώρηση σε ο,τι αφορά τις επιπτώσεις τους πάνω στον εγκατεστημένο φασισμό. Πράγμα που είναι εντελώς λαθεμένο γιατί ακριβώς, σα μαζικό φαινόμενο, δηλαδή για μια σημαντική μάζα του πληθυσμού, αυτή η υποταγή, στην πραγματικότητα, βάδισε παράλληλα και σταθερά με την παθητική αντίσταση, πράγμα που προκάλεσε προοδευτικά μια κάποια απομόνωση του εγκατεστημένου φασισμού από τις τάξεις και τα τμήματα τάξεων στα όποια είχε αποκτήσει ένα στήριγμα. Απομόνωση η οποία, με τη σειρά της, επίτεινε τις εσωτερικές αντιθέσεις του φασισμού, που εκφράζονται από μιαν ολόκληρη σειρά λαθεμένων χειρισμών (συμπεριλαμβανομένων και των λαθεμένων στρατιωτικών χειρισμών), χειρισμοί που συνέβαλαν στην επίσπευση της κατάρρευσης του.

Ας έλθουμε τώρα στο δεύτερο μέρος του προβλήματος, εκείνο των αιτίων του φαινομένου της λαϊκής απήχησης του φασισμού, του οποίου περιγράψαμε τη φύση και τις διαστάσεις. Κι εδώ, επίσης, δεν πρόκειται να αναφέρω παρά μερικά σκόρπια σημεία που μου φαίνονται ιδιαίτερα σημαντικά.

1. Η οικονομική πολιτική στη διάρκεια της πρώτης περιόδου τον εγκατεστημένου φασισμού. Αν η πολιτική αυτή συνίστατο σε μίαν σημαντικά αυξημένη εκμετάλλευση των λαϊκών μαζών, η εκμετάλλευση αυτή ήταν, από τη μια μεριά, για ορισμένες λαϊκές τάξεις και τμήματα τάξεων, κυρίως σχετική (σε σχέση με τη σημαντική αύξηση των κερδών) κι όχι απόλυτη (η πραγματική αγοραστική δύναμη διατηρήθηκε, για ορισμένες λαϊκές τάξεις, για ένα διάστημα), από την άλλη μεριά, μια πολιτική που διέπεται από μια διαφοροποιημένη στρατηγική, στρατηγική που συνίσταται στη διαίρεση αυτών των τάξεων και των τμημάτων τάξεων για να τις κερδίζει τη μια σε βάρος των άλλων. Άλλα η πιο σημαντική αιτία στάθηκε η «επιτυχία» του φασισμού (στην Ιταλία τη στιγμή της κρίσης του 1920, στη Γερμανία τη στιγμή της κρίσης του 1930) ν’ απορροφήσει, με θεαματικό τρόπο, την ανεργία, επιτυχία που συνέβαλε κατά σημαντικό μέρος στην εξελικτική διαδικασία εκφασισμού αυτών των χωρών.

Το σχετικό «ξεπέρασμα» αυτών των οικονομικών κρίσεων από το φασισμό επιτεύχθηκε βέβαια, σε τούτη τη μεταβατική περίοδο από τον ανταγωνιστικό καπιταλισμό προς το μονοπωλιακό καπιταλισμό, όχι μόνο με μια πολιτική στην υπηρεσία της μονοπωλιακής συγκέντρωσης και όξυνσης της εκμετάλλευσης των λαϊκών μαζών, αλλά επίσης με μια μανιασμένη πολιτική ιμπεριαλιστικής οικονομικής επέκτασης και εξοπλισμών, που οδήγησε στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ωστόσο, την εποχή εκείνη και για ένα διάστημα, η απορρόφηση της ανεργίας έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στη λαϊκή απήχηση του φασισμού.

2. Οι πραγματικές συντεταγμένες, και η εκμετάλλευση τους από τους φασισμούς, του εθνικού ζητήματος. Ζήτημα αποφασιστικής σημασίας, του οποίου η σπουδαιότητα υποτιμήθηκε, για αρκετό καιρό, από το μαρξισμό και ζήτημα που στη Γερμανία και την Ιταλία, πήρε μιαν ιδιαίτερη μορφή, ξεχωριστή, από αυτή που πήρε σε άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες. Κι αυτό από δύο απόψεις:

Πρώτα, η εθνική ενότητα, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, δεδομένης της εξελικτικής διαδικασίας της αστικής δημοκρατικής επανάστασης σ’ αυτές τις δύο χώρες (Επανάσταση «από τα πάνω» από τον Μπίσμαρκ, αποτυχόν Risorgimento στην Ιταλία), δεν είχε εκπληρωθεί, τη στιγμή της ανόδου του φασισμού και του ναζισμού στην εξουσία, στον ίδιο βαθμό με τις άλλες αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Κατά μία έννοια, ο ναζισμός και ο φασισμός αποτελείωσαν την εξελικτική διαδικασία της καπιταλιστικής εθνικής ενότητας σ’ αυτές τις δύο χώρες: πράγμα που έγινε, βέβαια, με τις εσωτερικές ανισότητες ανάπτυξης χαρακτηριστικές σε κάθε παρόμοια εξελικτική διαδικασία, αλλά τους απέτρεψε, ωστόσο, στο ναζισμό και στο φασισμό να παρουσιαστούν σαν υπέρμαχοι της εθνικής ενότητας και να κερδοσκοπήσουν ακριβώς, με τα διφορούμενα αυτού εδώ του εθνικισμού, με ορισμένες λαϊκές τάξεις (ιδιαίτερα τις λαϊκές τάξεις της υπαίθρου και τους μικροαστούς). Είναι λοιπόν σημαντικό να αντιληφτούμε καλά πως οι φασισμοί δεν έπαιξαν απλά το χαρτί του ιμπεριαλιστικού επιθετικού και επεκτατικού εθνικισμού, άλλα επίσης το χαρτί, διαφορετικά πιο διφορούμενο και πολύπλοκο της εθνικής ενότητας (ο Μουσολίνι «συνεχιστής» του Γκαριμπάλντι, ο Χίτλερ του Μπίσμαρκ), πράγμα που συντέλεσε για ένα σημαντικό μέρος στη λαϊκή τους απήχηση.

Στη συνέχεια, πρέπει να δείξουμε τις πραγματικές συνέπειες, πάνω στη συγκυρία του εθνικού ζητήματος της θέσης της Γερμανίας και της Ιταλίας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα μετά τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Στην περίπτωση της Γερμανίας το γεγονός, με ανυπολόγιστες συνέπειες, της συνθήκης των Βερσαλλιών, που χαρακτηρίζεται από τον Λένιν σαν η πιο μεγάλη πράξη ληστείας στην ιστορία. Στην περίπτωση της Ιταλίας, που μπήκε με καθυστέρηση στην εξελικτική διαδικασία εγκατάστασης και αναπαραγωγής του καπιταλισμού, το γεγονός ότι υφίστατο τις πραγματικές συνέπειες μιας εκμετάλλευσης των λαϊκών της μαζών από τη μεριά του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου, που εγκαταστάθηκε μαζικά στην Ιταλία πολύ πριν από την άνοδο του φασισμού στην εξουσία πράγμα που, εξάλλου, στοίχισε στην Ιταλία να την μεταχειριστούν σα φτωχό συγγενή τη στιγμή του συμποσίου των νικητών του πολέμου 1914-1918 (ο «σοσιαλιστής» Μουσολίνι ήταν, στη διάρκεια του πολέμου, ο αντιπρόσωπος της τάσης «αριστερός επεμβατισμός», που υποστήριζε τη συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο). Στηριγμένοι πάνω σ’ αυτά τα πραγματικά γεγονότα, οι φασισμοί μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν σε βάθος το ιδεολογικό θέμα των «προλεταριακών εθνών», θέμα που, στη Γερμανία, πήρε, σε ορισμένους κύκλους της λεγόμενης «εθνικοσοσιαλιστικής αριστεράς», σημασία καθαρά αντιιμπεριαλιστική. O Gregor Strasse, που εκτελέστηκε εξάλλου, και όχι τυχαία, έγραφε τη νύκτα των μακριών μαχαιριών: «Η γερμανική βιομηχανία, η γερμανική οικονομία στα χέρια του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, αυτό είναι το τέλος κάθε δυνατότητας κοινωνικής απελευθέρωσης, αυτό είναι το τέλος όλων των ονείρων για μια σοσιαλιστική Γερμανία... Εμείς, οι εθνικοσοσιαλιστές επαναστάτες, αρχίζουμε την πάλη ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, του οποίου η ενσάρκωση είναι η συνθήκη των Βερσαλλιών... Εμείς, οι εθνικοσοσιαλιστές, αναγνωρίσαμε πως υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στην εθνική ελευθερία του λαού μας και την οικονομική ελευθερία της γερμανικής εργατικής τάξης. Ο γερμανικός σοσιαλισμός δε θα είναι δυνατός και διαρκής παρά όταν θα είναι ελεύθερη η Γερμανία». Εν ολίγοις, επίσης εδώ πρόκειται πολύ περισσότερο για μια κατά παρέκκλιση αποδοχή, στηριγμένη όμως σε πραγματικά γεγονότα, από τους φασισμούς ενός «αντιιμπεριαλιστικού» εθνικισμού, βαθιά ριζωμένου στις μάζες, ο όποιος εξηγεί, κατά ένα μέρος, τη λαϊκή απήχηση τους, παρά ο επίσημος εθνικισμός τους ανοικτά ιμπεριαλιστικός, επιθετικός και επεκτατικός.

3. Η φασιστική Ιδεολογία και η θεσμική υλοποίηση της στους φασιστικούς κρατικούς μηχανισμούς.

Για να αντιληφτούμε αυτό το κεφαλαιώδες ζήτημα, πρέπει πραγματικά να διευκρινίσουμε την ταξική λειτουργία της φασιστικής ιδεολογίας και να εγκαταλείψουμε για πάντα την αντίληψη για ένα φασιστικό «λόγο» (discours) ή «λεκτικό» (lalange), ενοποιημένου και ομοιόμορφου, που απευθύνεται αδιάκριτα στις «μάζες». Καθώς επίσης το ανέφερε σωστά ο Τολιάτι, την εποχή εκείνη, τίποτα το πιο εσφαλμένο από το να θεωρηθεί η φασιστική ιδεολογία σαν ένα ενιαίο και χωρίς διφορούμενα «σύστημα»: «Η φασιστική ιδεολογία περιλαμβάνει μια σειρά ετερογενή στοιχεία... Σας προειδοποιώ για την τάση να θεωρείται η φασιστική ιδεολογία σαν κάτι το στερεά σχηματισμένο, το τελειωμένο, κάτι το ομοιογενές...». Πραγματικά, ο ρόλος της φασιστικής ιδεολογίας στις λαϊκές μάζες δεν οφείλεται σε μια οποιαδήποτε επανάληψη ενός ταυτόσημου λόγου (discours) που μεταφέρεται από τις «τεχνικές προπαγάνδας» μπροστά σε ατομικοποιημένες και αδιαφοροποίητες «μάζες», όπως το αφήνει να εννοηθεί, κατά τη γνώμη μου, μια τελευταία ταινία, «Fascista», αντιφασιστική ωστόσο και εμπνεόμενη από τις καλύτερες προθέσεις. Εντελώς αντίθετα, ο ρόλος αυτός οφείλεται στο γεγονός ότι οι ιδεολογίες και οι λόγοι (discours) παρουσιάζονται με τρόπο σημαντικά διαφοροποιημένο, ιδεολογίες και λόγοι όπως μορφοποιούνται στους διάφορους φασιστικούς πολιτικοϊδεολογικούς μηχανισμούς, σύμφωνα με τις διάφορες τάξεις, τμήματα τάξεων και κοινωνικές κατηγορίες στις όποιες απευθύνονται, πράγμα που τους επέτρεψε ακριβώς να εκμεταλλευτούν τις συνθήκες υλικής ύπαρξης αυτών των τάξεων και τμημάτων. Ο φασιστικός ιδεολογικός λόγος (discours), είναι, στην πραγματικότητα, σημαντικά διαφορετικός στο μέτρο που απευθύνεται στην εργατική τάξη και μορφοποιείται στους μηχανισμούς που της προορίζονται ειδικά (φασιστικά συνδικάτα), στις λαϊκές τάξεις της υπαίθρου ή στους μικροαστούς (φασιστικό κόμμα). Τίποτα το πιο ξεκάθαρο από ότι η λειτουργία ενός τέτοιου θέματος, του θέματος της «συντεχνίας», το οποίο, ενώ φαινομενικά πρόκειται για απλή επανάληψη του ίδιου πράγματος, παίρνει στην πραγματικότητα μια σημαντικά διαφορετική σημασία στο μέτρο που απευθύνεται στην εργατική τάξη, στη φτωχή αγροτιά ή στους μικροαστούς.

Ο φασισμός, ξεκινώντας από αυτό ακριβώς (και αυτό είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ιδεολογικής του λειτουργίας) μπόρεσε να ξαναπάρει στον ιδεολογικό του λόγο, διαστρέφοντας τις, μια σειρά από βαθιές λαϊκές επιθυμίες, συχνά ειδικές σε κάθε μια από τις αναφερόμενες τάξεις, τμήματα τάξεων ή κοινωνικές κατηγορίες. Αυτό ήταν η περίπτωση των θεμάτων «αυτοδιαχείρισης» και «ελέγχου της παραγωγής από τους εργάτες», «σοσιαλίζουσες» διατυπώσεις εναντίον της ιδιοκτησίας, της εξουσίας των μονοπωλίων, του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου κλπ., που προωθήθηκαν στις σχέσεις του φασισμού με την εργατική τάξη, σχέσεις που παρουσιάζονται στην εθνικοσοσιαλιστική «αριστερά» στη Γερμανία και στην αναρχοσυνδικαλιστική πτέρυγα του ιταλικού φασισμού. Αυτή ήταν η περίπτωση των θεμάτων της αγροτικής ενότητας και των δεσμών «γης και αίματος», εναντίον της εκμετάλλευσης της υπαίθρου από τις πόλεις, θέματα που στηρίζονται στην πραγματική αντίθεση βιομηχανία - γεωργία και στην εκμετάλλευση, από το κεφάλαιο, των λαϊκών τάξεων της υπαίθρου στην εξελικτική διαδικασία της ανάπτυξης του καπιταλισμού στη γεωργία, που προωθήθηκε στις σχέσεις του φασισμού και των λαϊκών τάξεων της υπαίθρου. Αυτό ήταν, τέλος, επίσης, η περίπτωση των πολυάριθμων θεμάτων που προωθήθηκαν στους φασιστικούς λόγους (discours) που απευθύνονται ειδικά στους μικροαστούς.

Αλλά, για να αντιληφτούμε καλά την πραγματική λειτουργία (ταξική) αυτής της διαφοροποιημένης φασιστικής ιδεολογίας, πρέπει να δώσουμε τη μεγαλύτερη προσοχή στις θεσμικές δομές μέσα στις όποιες μορφοποιείται αυτή η ιδεολογία, και να μη μείνουμε στην απλή ανάλυση του φασιστικού «λόγου», κυκλοφορώντας δήθεν ανάμεσα στον πομπό - αρχηγό και τους δέκτες - μάζες. Πράγμα που, επιπλέον, θα επιτρέψει, ακριβώς, να συλλάβουμε την έντονη ταξική πάλη που διαπερνά μόνιμα τους φασιστικούς μηχανισμούς, και να ξεκαθαρίσουμε ακόμα περισσότερο τη σημασία της λαϊκής απήχησης του φασισμού.

Εδώ επίσης, αντί να παραβρισκόμαστε σε μιαν απλή ομοιογενοποίηση, χωρίς διφορούμενα, των διαφόρων φασιστικών κρατικών μηχανισμών παραβρισκόμαστε, στην πραγματικότητα, παράλληλα με τη συγκέντρωση τους «στην κορυφή», σε ένα πραγματικό διαμελισμό και μια πραγματική απομάκρυνση από το κέντρο των φασιστικών κρατικών μηχανισμών σύμφωνα με τις τάξεις, τα τμήματα τάξεων και τις κοινωνικές κατηγορίες στις όποιες απευθύνονται κυρίως. Από την οικογένεια στο σχολείο, στις οργανώσεις της νεολαίας, στους πολιτιστικούς μηχανισμούς και στην Εκκλησία, από τα κόμματα στα φασιστικά συνδικάτα, από τη διοίκηση (γραφειοκρατικός μηχανισμός του κράτους) στο στρατό από τα S.Α. στα S.S. (ναζισμός) και στην πολιτική αστυνομία (πολιτοφυλακή), ανακαλύπτουμε, πραγματικά, κάτω από την ομοιογενοποιητική σκιά του λόγου και της «αρχής» του αρχηγού, το υπέρμετρα αντιφατικό μπλέξιμο πολλών ιδεολογικών περιφερειακών υποσυστημάτων: πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα την αλληλοεπικάλυψη και τη σταθερή παράλληλη πορεία των μηχανισμών, των δικτύων και μέσων μεταβίβασης της εξουσίας και προκαλεί τις εσωτερικές αντιθέσεις του φασισμού. Σε συντομία, είναι επίσης αυτό το σύστημα πλαισίωσης και κινητοποίησης των λαϊκών μαζών, μέσα στο όποιο τάξεις, τμήματα τάξεων και κοινωνικές κατηγορίες σχεδιάζουν να ιδιοποιηθούν έναν ή περισσότερους ειδικούς μηχανισμούς ή να τους χρησιμοποιήσουν για να κάνουν πιο αποτελεσματικά ή να επιβάλουν τα δικά τους συμφέροντα, πράγμα που εξηγεί, κατά ένα μέρος, τη λαϊκή απήχηση του φασισμού.

Άλλα η συγκέντρωση αυτή της έρευνας πάνω στους κρατικούς μηχανισμούς που μορφοποιούν τη φασιστική ιδεολογία επιτρέπει ακριβώς να αντιληφτούμε την ταξική πάλη που τους διαπερνά μόνιμα, ταξική πάλη που εξαφανίζεται μέσα στην αντίληψη ενός μονοσήμαντου λόγου που απευθύνεται στις «μάζες». Μπορούμε έτσι να δούμε ακόμα καλύτερα όλο το διφορούμενο της λαϊκής απήχησης. Πραγματικά, εκεί ακριβώς οπού υπήρχε «απήχηση», και για τις τάξεις και τα τμήματα τάξεων οι όποιες αναφέρονται και οι όποιες είναι ενεργητικά μπλεγμένες στους φασιστικούς μηχανισμούς, η «απήχηση» αυτή προχώρησε παράλληλα και σταθερά με την αντίσταση στο φασισμό, έκτος που τούτη η αντίσταση, δεν παίρνει, σ’ αυτή την περίπτωση, ανοικτή μορφή, αλλά παρουσιάζεται συχνά, εξαιτίας της διαφοροποίησης των μηχανισμών, με τη μορφή διεκδίκησης, από τη μεριά των μαζών, του «πραγματικού φασισμού», φάντασμα στο όποιο εναπόθεσαν τις λαϊκές τους επιθυμίες (τέτοιες ήταν οι μόνιμες διεκδικήσεις για τη «δεύτερη επανάσταση», «αντικαπιταλιστική», στη Γερμανία και στην Ιταλία). Για να πάρουμε ένα περιγραφικό παράδειγμα: ένας αναρχοσυνδικαλιστής εργάτης, πεπεισμένο μέλος των φασιστικών συνδικάτων (συναντούμε πολυάριθμες περιπτώσεις κάτω από το φασιστικό καθεστώς), που κάνει μια σφοδρή πάλη εναντίον των «γραφειοκρατών» του κόμματος και της πολιτοφυλακής στο όνομα του συντεχνιακού του ονείρου - εναντίον της εξουσίας του κεφαλαίου - και σε αυτό που θεωρεί σαν «τέλειο και αυθεντικό φασισμό», δηλώνει πως είναι σύμφωνος με το φασισμό ή πολύ περισσότερο του αντιστέκεται, δηλαδή αντιστέκεται στην πραγματική του φύση και ταξική λειτουργία; Σε κάθε περίπτωση, ο φασισμός δεν απατήθηκε, πράγμα που βλέπουμε στις συνεχείς εκκαθαρίσεις, στους αποκλεισμούς και στους ανασχηματισμούς που επιχειρεί στους ίδιους του τους μηχανισμούς. Σύντομα, το επαναλαμβάνω, η λαϊκή «απήχηση» του φασισμού, καταφανής από την προσχώρηση τμημάτων λαϊκών τάξεων στους φασιστικούς μηχανισμούς, συμβάδισε με την έντονη ταξική πάλη αυτών των ίδιων τμημάτων εναντίον του φασισμού μέσα από αυτούς τους ίδιους μηχανισμούς. Πράγμα που κατάλαβε πολύ καλά ο Δημητρόφ όταν, στο 7ο Συνέδριο της Διεθνούς, συνιστά επίμονα στους κομμουνιστές να συμμετάσχουν στα φασιστικά συνδικάτα για να διευθύνουν την πάλη εναντίον του φασισμού.

4. Η πολιτική της κομμουνιστικής Διεθνούς και των κομμουνιστικών κομμάτων της Ιταλίας και της Γερμανίας την εποχή της ανόδου των φασισμών και μέχρι, περίπου, το 7ο Συνέδριο (1935) της Διεθνούς.

Το πρόβλημα είναι πολύ σημαντικό για να μπορέσω να το πραγματευτώ μέσα σ’ αυτές τις λίγες γραμμές. Δε θα πω παρά δυο λέξεις όχι σχετικά με το ζήτημα των ευθυνών αυτής της πολιτικής για την άνοδο του φασισμού, δηλαδή την αποτυχία του να εμποδίσει την άνοδο, σε αυτές τις δύο χώρες, του φασισμού στην εξουσία, αλλά με το ζήτημα των συνεπειών αυτής της πολιτικής πάνω στη λαϊκή απήχηση του φασισμού: πράγμα που είναι ένα σχετικά διαφορετικό ζήτημα.

Και θα έλεγα, αμέσως, πως αν αυτή η πολιτική είχε άμεσες συνέπειες στην αποτυχία να μπει ένας φραγμός στην άνοδο του φασισμού στην εξουσία, δεν είχε παρά έμμεσες συνέπειες πάνω στη λαϊκή απήχηση του φασισμού. Θέλω να πω με αυτό πως αυτή η απήχηση δε συνέτεινε τόσο ώστε να στραφούν καθαρά ορισμένες τάξεις και τμήματα λαϊκών τάξεων προς το φασισμό από το «φόβο του κομμουνισμού» ή του «μπολσεβικισμού», παρ’ όλο που το στοιχείο αυτό λογαριάζει, κατά ένα μέρος, στην απήχηση, και συνθέτει, εξάλλου, ένα ουσιαστικό στοιχείο της ιδεολογίας των φασιστικών καθεστώτων. Εκείνο που είναι διαφορετικά περισσότερο σημαντικό να δούμε, είναι πως, στην πραγματικότητα, ορισμένες από τις λαϊκές τάξεις που έγειραν προς τη μεριά του φασισμού, το έκαναν εξαιτίας της αποτυχίας των κομμουνιστικών κομμάτων της Ιταλίας και της Γερμανίας να επιτύχουν επαναστατικούς αντικειμενικούς σκοπούς και να ξεκινήσουν μιαν εξελικτική διαδικασία μετάβασης στο σοσιαλισμό, θεωρώντας αυτά τα τμήματα των λαϊκών τάξεων, μπροστά σε αυτή την ανεπάρκεια, πως ο φασισμός θα ήταν πιο ικανός να φέρει σε επιτυχία αυτούς τους αντικειμενικούς σκοπούς: μεγάλες ομάδες αυτών των τμημάτων μετάθεσαν, για ένα διάστημα, τους επαναστατικούς τους πόθους προς το φασισμό. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κολοσσιαίο διφορούμενο της αρχικής σχέσης αυτών των μαζών με το φασισμό και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από τη λαϊκή απήχηση του φασισμού αν τον εξομοιώνουμε, απλά, τουλάχιστο στις μάζες των πόλεων, με μια συμπεριφορά «λευκού φρουρού» των ένοπλων ομάδων του κεφαλαίου. Ίσως αυτό είναι μια από τις όψεις της διεισδυτικής ανάλυσης που έκανε η Κλάρα Τσέτκιν για το φασισμό, στην 3η Ολομέλεια (1923) της κομμουνιστικής Διεθνούς: «Ο φασισμός είναι πολύ διαφορετικός από τη δικτατορία του Χόρτυ στην Ουγγαρία... Ο φασισμός σίγουρα δεν είναι η εκδίκηση της αστικής τάξης εναντίον του μαχητικά ξεσηκωμένου προλεταριάτου. Θεωρώντας τον από ιστορική και αντικειμενική άποψη, ο φασισμός συμβαίνει πολύ περισσότερο γιατί το προλεταριάτο δεν μπόρεσε να επιδιώξει την επανάσταση του...»2.

Από αυτή την άποψη, η ευθύνη της πολιτικής του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αντίθετη, την εποχή της εγκαθίδρυσης του φασισμού, της πολιτικής της Διεθνούς που ήταν ακόμα κάτω από την προστασία του Λένιν, και του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος κάτω από την άμεση παρότρυνση της Διεθνούς, δεν ήταν λοιπόν τόσο η εκτροπή των μαζών από τους αντικειμενικούς επαναστατικούς σκοπούς και η πρόκληση σε αυτές αντιδραστικών ανακλαστικών, αλλά, ουσιαστικά, ότι άφησε αυτές τις λαϊκές μάζες απροσανατολισμένες και αφοπλισμένες μπροστά στη διεφθαρμένη ιδεολογική ανάκτηση από το φασισμό βαθιών λαϊκών πόθων και αφήνοντάς τες έτσι να παρασυρθούν, εν αγνοία τους, σε μια πολιτική στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου. Σα να λέμε πως αυτά τα κόμματα δεν μπόρεσαν, για πολύν καιρό, να διευθύνουν μιαν αποτελεσματική ιδεολογικοπολιτική πάλη εναντίον του φασισμού. Άλλα είναι εντελώς προφανές πως δεν μπορώ, σε αυτή τη σύντομη έκθεση, ούτε να θίξω τις σύνθετες αιτίες αυτής της κατάστασης, αίτιες που έχω πραγματευτεί διεξοδικά αλλού.

Ανακοίνωση που παρουσιάστηκε στο σεμινάριο πάνω στο φασισμό της Μ.-Α. Μακιόκι στο Πανεπιστήμιο Παρίσι VII (Βενσέν) και στην πανεπιστημιακή χρονιά 1974-1975. Το κείμενο της ανακοίνωσης, μαζί με άλλες ανακοινώσεις περιλήφθηκε στην έκδοση «Elements poyr une analyse du fascisme», τόμος 2, Παρίσι, εκδόσεις 10/18, 1976. (Το κείμενο του Πουλαντζά βρίσκεται στον πρώτο τόμο, σελ. 88-107).

Από το βιβλίο: Πουλαντζάς Νίκος, Μίλιμπαντ Ραλφ, Φάυ Ζαν Πιερ, Προβλήματα του σύγχρονου κράτους και του φασιστικού φαινομένου, Θεμέλιο 1984 (γ΄ έκδοση), σελ. 159 – 173. Μετάφραση: Χ.Γ. Επανέκδοση: Σπάρτακος, τεύχος 112, Ιούνιος 2013. Τεύχος - αφιέρωμα, «Η μαρξιστική κριτική του φασισμού».

Σημειώσεις

1 «Note a propos du totalitarisme», στο Tel Quel, αριθμ. 53, άνοιξη του 1973, σελ. 74-81. Η βιβλιογραφία αυτή δίνεται σε μετάφραση στον παρόντα τόμο.

2 [e la libertà] Κλάρα Τσέτκιν, «Η πάλη εναντίον του φασισμού», Σπάρτακος, τεύχος 112, Ιούνιος 2013. Τεύχος - αφιέρωμα, «Η μαρξιστική κριτική του φασισμού» και e la libertà, 23 Σεπτεμβρίου 2016. 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017 13:02
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο