Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015 11:13

Μια κριτική του ευρωκομμουνισμού

Κατηγορία Ιστορία

Ernest Mandel

 

Ο όρος «ευρωκομμουνισμός» εκφράζει αδόκιμα τη σημαντική εν εξελίξει πολιτική διεργασία σε μια σειρά κομμουνιστικά κόμματα. Η διεργασία αυτή άρχισε, στην πραγματικότητα, εκτός Ευρώπης και έχει αγκαλιάσει πολλά μη ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα: της Βενεζουέλας, της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας, και τώρα, εν μέρει, του Μεξικού. Και σε αντίθεση με την δημοσιογραφικού τύπου λεζάντα, το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ακριβώς εθνικό. Σημαντικές διαφορές, ακόμα και συγκρούσεις, χωρίζουν τα κύρια ευρωκομμουνιστικά κόμματα: το ιταλικό, το γαλλικό, το ισπανικό, το βρετανικό, το σουηδικό, το βελγικό, το φινλανδικό και το ελβετικό.

 

Η διαδικασία της σοσιαλδημοκρατικοποίησης

Αυτά τα κομμουνιστικά κόμματα μεταβάλλονται προοδευτικά σε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της «κλασικής» παραλλαγής, δηλαδή, της γερμανικής και αυστριακής παραλλαγής όπως ήταν λίγο πριν, κατά τη διάρκεια και μετά από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μεταστρέφονται για να στοιχιστούν όχι πλέον προς τη Σοβιετική Ένωση, αλλά προς τα αστικο-κοινοβουλευτικά καθεστώτα των ιμπεριαλιστικών χωρών. Ιστορικά, η αποφασιστική στρατηγική στροφή έγινε το 1935 με το έβδομο Συνέδριο της Κομιντέρν, καθώς με το «Λαϊκό Μέτωπο» εξυπακουόταν και η υποστήριξη της άμυνας του «δημοκρατικού» ιμπεριαλιστικού κράτους σε όλες εκείνες τις ιμπεριαλιστικές χώρες, οι οποίες θα μπορούσαν να γίνουν σύμμαχοι της Σοβιετικής Ένωσης εναντίον της Ναζιστικής επιθετικότητας.

Κατά την περίοδο της «μεγάλης αντιφασιστικής συμμαχίας» 1941-1947, η πολιτική αυτή συνεχίστηκε ακόμα πιο ενεργητικά. Συνεπαγόταν την εγκατάλειψη κάθε βραχυπρόθεσμου ή μεσοπρόθεσμου στόχου ανατροπής του καπιταλισμού ή του αστικού κράτους, την ταξική συνεργασία και τον περιορισμό των «επιθετικών» στόχων του εργατικού κινήματος στην κατάκτηση κάποιων μεταρρυθμίσεων. Συνεπαγόταν επίσης την υποστήριξη των αποικιακών αυτοκρατοριών ενάντια την εξέγερση των καταπιεσμένων λαών και αντεπαναστατικές ενέργειες εναντίον αυτών των επαναστατικών μαζικών κινημάτων, όπως εκείνο της Ισπανίας το 1936-1937. Από το τέλος του «ψυχρού πολέμου» αυτή έχει γίνει πια η γενική πρακτική των ΚΚ των ιμπεριαλιστικών χωρών.

Στο παρελθόν, αυτές οι λίγο – πολύ κλασικές ρεφορμιστικές πολιτικές εφαρμόστηκαν για περιορισμένες χρονικές περιόδους, διακοπτόμενες από βίαιες μετατοπίσεις, κατά τις τροπές της Σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής. Τώρα, όμως, που η κλασική ρεφορμιστική πολιτική εφαρμόζεται χωρίς διακοπή, για τουλάχιστον ένα τέταρτο του αιώνα, είχε αρνητικές αντικειμενικές συνέπειες στην στρατολόγηση, στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση στελεχών. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, επιπλέον, πολλά από αυτά τα κόμματα, κυριότατα το ιταλικό και το γαλλικό, αλλά και το σουηδικό και το φινλανδικό, είναι βαθιά ριζωμένα στα θεσμικά όργανα του αστικο-δημοκρατικού κράτους, και σε παρα-κρατικούς θεσμούς όπως οι εθνικοποιημένες βιομηχανίες, οι δημοτικές επιχειρήσεις, και οι συνεταιρισμοί μεγάλης κλίμακας που παίρνουν μεγάλες δουλειές, ακόμη και σε επίπεδο παγκόσμιας αγοράς. Τα μικρότερα κόμματα, όπως το βελγικό ή το βρετανικό προσδοκούν την κατάκτηση παρόμοιων θέσεων πιο περιορισμένης εμβέλειας, και εν τω μεταξύ διαφυλάσσουν το σημαντικό τους ρόλο στους κόλπους της ρεφορμιστικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Το ισπανικό ΚΚ, βγαίνοντας από μια μακρά περίοδο παρανομίας, ελπίζει να επιτύχει αργά ή γρήγορα όσα πέτυχαν το γαλλικό και το ιταλικό στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αν και σε κάπως μικρότερες αναλογίες.

Αυτές οι ισχυρές θέσεις εντός των θεσμικών οργάνων της αστικής δημοκρατίας και η μακρά αδιάκοπη θητεία σε αυτές, έχουν οδηγήσει σε ένα φαινόμενο πανομοιότυπο με εκείνο που συνέβη στους κόλπους της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας την περίοδο 1910-1920: τη γέννηση μιας ευρωκομμουνιστικής εργατικής γραφειοκρατίας ενσωματωμένης στην αστική κοινωνία˙ σε συμβίωση με τους βασικούς θεσμούς του αστικού κράτους˙ ουσιωδώς εναρμονισμένης με τη διατήρηση των θέσεων αυτών και, ως εκ τούτου, αντίθετης σε οποιαδήποτε βίαιη αλλαγή στην κοινωνική και πολιτική ισορροπία των ταξικών δυνάμεων από την οποία εξαρτάται η επιβίωση της αστικο-κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η ευρωκομμουνιστική εργατική γραφειοκρατία είναι όλο και λιγότερο διατεθειμένη να θέσει σε κίνδυνο τα προνόμιά της και τις θέσεις περιορισμένης εξουσίας που κατέχει για χάρη των οδηγιών του Κρεμλίνου. Γι' αυτό και μεταστρέφει τη βασική της στοίχιση από τη Σοβιετική Ένωση προς την ιμπεριαλιστική αστική τάξη.

Αυτή η διαδικασία δεν έχει ακόμη παραγάγει ποιοτική αλλαγή στη φύση των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων˙έχει προχωρήσει αξιοσημείωτα τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν έχει φτάσει στο σημείο χωρίς επιστροφή. Παραμένουν ισχυρά εμπόδια στο δρόμο για την ολική μεταμόρφωσή τους σε κλασικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Οι παραδοσιακές σχέσεις με τη Ρωσική Επανάσταση και τη Σοβιετική Ένωση εξακολουθούν να ζουν στην πολιτική συνείδηση πολλών από τους παλαιότερους ηγέτες, στελέχη και αγωνιστές. Οι υλικοί δεσμοί με το σοβιετικό μπλοκ δεν μπορούν επ' ουδενί να θεωρηθούν τελείως διακεκομμένοι, αν και το βάρος τους έχει μειωθεί σημαντικά για το ιταλικό και το ισπανικό κόμμα και, σε μικρότερο βαθμό, για το γαλλικό.

Παραμένουν ένα δύσκολο πρόβλημα πολιτικής ταυτότητας έξω από το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» και ο φόβος να αφεθεί στην επαναστατική αριστερά η ιστορική αναφορά στην Ρωσική Επανάσταση και στον κομμουνισμό. Η ενίσχυση αυτής της αριστεράς δεν είναι ελκυστική ούτε για την ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία, ούτε για την σοσιαλδημοκρατία, ούτε για τους ευρωκομμουνιστές, ούτε για τη σοβιετική γραφειοκρατία. Υπάρχουν πολλές εσωτερικές διαφορές μέσα στον ίδιο τον ευρωκομμουνιστικό μηχανισμό γύρω από την έκταση στην οποία θα έπρεπε να υιοθετηθούν οι κλασσικές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές.

Η δοκιμασία θα έρθει πιθανώς σε μια στιγμή έντονης διεθνούς κρίσης, απειλής πολέμου, ή ξεσπάσματος πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ του σοβιετικού μπλοκ και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων – όχι απαραίτητα παγκόσμιου πόλεμου. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι ηγέτες των δυτικοευρωπαϊκών ΚΚ δήλωναν ότι, εάν ο σοβιετικός στρατός, «καταδιώκοντας τον επιτιθέμενο», έφτανε στο έδαφός τους, «ο λαός [διάβαζε το κόμμα τους] θα τους υποδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες».

Είναι αμφίβολο αν θα μιλούσαν σήμερα, και πολύ λιγότερο αν θα έπρατταν, κατ' αυτόν τον τρόπο.

 

Τι δεν είναι νέο και Τι είναι Νέο

Μιλώντας για μια διαδικασία μετασχηματισμού, όπου

τα πάντα είναι ρευστά, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πάρει ένα είδος στιγμιοτύπου για δει με τι μοιάζουν οι ευρωκομμουνιστικές πολιτικές σε μια δεδομένη στιγμή.

Αλλά τότε διαπιστώνει ένα απίστευτο πλήθος από διαφορετικά στιγμιότυπα σε διαφορετικές χώρες και σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Για να αποφύγει κανείς βιαστικές και βασισμένες σε εντυπώσεις γενικεύσεις, είναι απαραίτητο να τοποθετήσει αυτές τις πολιτικές στο γενικό

πλαίσιο της εξέλιξης των ΚΚ μετά το θάνατο του Λένιν και, πιο συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του σταλινισμού. Ο σταλινισμός μετέτρεψε τα κομμουνιστικά κόμματα από όργανα σοσιαλιστικής επανάστασης και υπεράσπισης του παγκόσμιου προλεταριάτου, σε όργανα των πολιτικών και των συμφερόντων της ΕΣΣΔ. Η διαφορά μεταξύ του γερμανικού ΚΚ των αρχών της δεκαετίας του 1920, το οποίο μετά τη συμφωνία του Rapallo δεν άλλαξε ούτε για μια στιγμή τον επαναστατικό προσανατολισμό του, από το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα το οποίο μέσα της δεκαετίας του 1930, ανέστρεψε αμέσως τη βασική του αντίθεση προς το αστικό κράτος και την εθνική άμυνα μετά τη συμφωνία Stalin–Laval, εκφράζει αυτή τη μεταμόρφωση.

Οι πολιτικοί και ψυχολογικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων επήλθε αυτή η μεταμόρφωση είναι γνωστοί: ταύτιση της παγκόσμιας επανάστασης με την υπεράσπιση του «σοβιετικού προμαχώνα»˙ όλο και μεγαλύτερος σκεπτικισμός σχετικά με τη δυνατότητα νέων νικηφόρων επαναστάσεων˙ ταύτιση της Οκτωβριανής Επανάστασης και του σοβιετικού κράτους με την κυρίαρχη φράξια μέσα στο ΚΚΣΕ˙ όλο και οξύτερη πόλωση της παγκόσμιας πολιτικής πάνω στο δίλημμα «Χίτλερ ή Στάλιν»˙ όλο και μεγαλύτερος σκεπτικισμός για την ικανότητα όχι μόνο της Σοβιετικής εργατικής τάξης, αλλά και κάθε εργατικής τάξης να ασκήσει άμεσα τη «δικτατορία του προλεταριάτου»˙ όλο και πληρέστερη ταύτιση της δικτατορίας του προλεταριάτου με τη δικτατορία του κομμουνιστικού κόμματος˙ αποδοχή του σοφίσματος ότι κάθε πολιτική διαφορά μέσα σε ένα κόμμα της εργατικής τάξης αντανακλά αμέσως και ευθέως «την ταξική πάλη ανάμεσα στην αστική τάξη και το προλεταριάτο», χωρίς καμία μεσολάβηση και χωρίς προηγούμενη πρακτική δοκιμασία˙ όλο και ευρύτερη αποδοχή της ιδέας ότι τα κομμουνιστικά κόμματα πρέπει «στην υπηρεσία της επανάστασης», να είναι μονολιθικά, και ότι οποιαδήποτε αντίθεση προς τη «γενική γραμμή» πρέπει να είναι «αντικειμενικά αντεπαναστατική»˙ και, κατά συνέπεια, η επιβολή της πλήρους, τυφλής, δουλικής υπακοής στις εντολές του Κρεμλίνου.

Ο βασικός ιδεολογικός μηχανισμός του μετασχηματισμού αυτού ήταν η μοιραία θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα». Όπως ο Τρότσκι και πολλοί παλιοί μπολσεβίκοι, συμπεριλαμβανομένης της χήρας του Λένιν, σωστά πρόβλεψαν, η θεωρία θα οδηγούσε σε πλήρη κατάρρευση του διεθνισμού. Ο εθνικο-κομμουνισμός και ο εθνικιστικός μεσσιανισμός θα θριάμβευαν πρώτα στο ΚΚΣΕ και, στη συνέχεια, σε πολλά άλλα κομμουνιστικά κόμματα, στρέφοντας το ένα εναντίον του άλλου ολοένα και πιο βίαια. Αυτή η πρόβλεψη βρήκε μια τραγική επιβεβαίωση στους ανοικτούς και παρατεταμένους πολέμους στη Νοτιοανατολική Ασία, όπως και στη Σοβιετική εισβολή στην Ουγγαρία και στην Τσεχοσλοβακία, για να μην μιλήσουμε για την τεράστια συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων στα σοβιετογιουγκοσλαβικά σύνορα και αργότερα στα σοβιετοκινεζικά σύνορα.

Αυτός ο μετασχηματισμός των κομμουνιστικών κομμάτων ήρθε στον απόηχο της βίαιης αποκαθήλωσης των αυθεντικών και δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών τους, της συνεχούς παρέμβασης της Μόσχας, της οπισθοδρομικής επιλογής των νέων ηγετών τους μεταξύ των δουλοπρεπών στοιχείων, και της ολοένα και μεγαλύτερης εξάρτησής τους από την σοβιετική υλική βοήθεια. Και το Κρεμλίνο αξιοποίησε με επιτυχία το μεγάλο κύρος της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία παρέμενε ταυτισμένη με τη Ρωσική Επανάσταση στα μάτια των σημαντικών τμημάτων των προχωρημένων εργατών σε όλο τον κόσμο. Μια ηγεσία κομμουνιστικού κόμματος που θα ξέκοβε από τη Μόσχα δεν είχε προοπτικές ενόσω δεν μπορούσε να ξεκόψει επικεφαλής μιας ισχυρής επαναστατικής ανόδου στην ίδια της τη χώρα.

Ο Στάλιν εγκαινίασε τη στροφή προς τις κλασικές ρεφορμιστικές πολιτικές στο έβδομο συνέδριο της Κομιντέρν. Η στροφή δεν αντιπροσωπεύει κάτι ουσιωδώς καινούργιο στον ευρωκομμουνισμό.

Το βρετανικό ΚΚ, με την προτροπή και με την έγκριση μιας διάσημης επιστολής του Στάλιν, εγκατέλειψε το δόγμα της δικτατορίας του προλεταριάτου, αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πορτογαλικό ΚΚ, το οποίο δεν είναι ευρωκομμουνιστικό και παραμένει πιστό στη Μόσχα, έκανε πρόσφατα το ίδιο βήμα. Εκπρόσωποι της σοβιετικής γραφειοκρατίας έχουν πει δημοσίως και με καλή πίστη ότι δεν αντιτίθενται στην «ευέλικτη» (διάβαζε: ρεφορμιστική) τακτική των ευρωκομμουνιστών. Το Κρεμλίνο βασικά ενδιαφέρεται για το status quo στην Ευρώπη˙ οι ευρωκομμουνιστές εξυπηρετούν αρκετά καλά την υπόθεση της ειρηνικής συνύπαρξης.

Θα ήταν, παρ' όλα αυτά, λάθος να συμπεράνει κανείς ότι ο ευρωκομμουνισμός είναι πραγματικά ένας μύθος – ότι δεν υπάρχει σημαντική μεταβολή του ρόλου των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων μέσα στην καπιταλιστική Ευρώπη – ή ακόμα να τους χαρακτηρίζει ως «ευρωσταλινικούς» Η συστηματική προγραμματική κωδικοποίηση των ρεφορμιστικών πρακτικών και η αναθεώρηση βασικών αρχών της μαρξιστικής θεωρίας είχε πάντοτε μεγάλη σημασία στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Η ρεφορμιστική πρακτική έγινε κυρίαρχη μέσα στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία γύρω στα 1910. Χωρίς αυτή την πρακτική, ούτε η συμπεριφορά του κόμματος στις 4 Αυγούστου 1914, ούτε ο αντεπαναστατικός του ρόλος στα 1918–1919 θα μπορούσε να εξηγηθεί. Αλλά όταν οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες, αφού είχαν κολλήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα στο πρόγραμμα της Ερφούρτης, τελικά κωδικοποίησαν τις ρεφορμιστικές πρακτικές τους στα νέα ρεβιζιονιστικά προγράμματα, του Γκέρλιτς και της Χαϊδελβέργης στα 1923–1925, άνοιξαν αναμφισβήτητα ένα νέο στάδιο ενσωμάτωσης της γερμανικής εργατικής γραφειοκρατίας στην αστική κοινωνία και στο αστικό κράτος. Το πρόγραμμα του Godesberg που εγκρίθηκε από το SPD το 1959, όπου ανοιχτά εγκαταλείφθηκε ο μαρξισμός, ακόμη και στην ρεφορμιστική ερμηνεία του, σήμανε ένα περαιτέρω βήμα σε αυτή τη διαδικασία, του οποίου καρπός ήταν οι κυβερνήσεις Brandt και Schmidt.

Η ενσωμάτωση των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων στην αστική κοινωνία έχει φθάσει σε ένα νέο στάδιο, ακόμη και αν η πρακτική τους είχε από καιρό ως βάση τις θεωρίες που τώρα πρόκειται να κωδικοποιηθούν. Το ένα κόμμα μετά το άλλο αποκηρύσσουν τη δικτατορία του προλεταριάτου και επίσημα αποδέχονται το υφιστάμενο κράτος ως «αρένα της ταξικής πάλης» την οποία πρέπει να «κατακτήσει» το εργατικόκίνημα. Το ένα κόμμα μετά το άλλο δηλώνει προγραμματικά ότι ο «λενινισμός» είναι άσχετος με τις σημερινές του πολιτικές ή ακόμα και ότι δεν είναι το ίδιο λενινιστικό.

Πιο σημαντικό, αυτή η κωδικοποίηση συνδυάζεται με ολοένα και περισσότερες δημόσιες συγκρούσεις με το Κρεμλίνο γύρω από το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» και τις διεθνείς πολιτικές εν γένει. Η όλο και εντονότερη κριτική για την καταστολή κατά των «αντιφρονούντων» στη Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη, για την κατάχρηση του ψυχιατρικού εγκλεισμού, για την λογοκρισία και την καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης κριτικών ιδεών, όχι μόνο «αστικών», αλλάκαι «κομμουνιστικών», πηγαίνει χέρι-χέρι με μια όλο και πιο κριτική αξιολόγηση του σταλινισμού, της παρούσας πολιτικής δομής της Σοβιετικής Ένωσης, ακόμη και της κοινωνικής της δομής. Μερικοί από τους πιο προχωρημένους εκπρόσωπους του ευρωκομμουνισμού έχουν ακόμη πάψει να αναφέρονται στη Σοβιετική Ένωση ως «σοσιαλιστική χώρα» και να χρησιμοποιούν ένα λεξιλόγιο κοντά σε αυτό του Τρότσκι και του τροτσκιστικού κινήματος. Αυτή η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε από τους ηγέτες του ισπανικού ΚΚ εξαπλώνεται τώρα στη Βρετανία, τη Γαλλία και τη Σουηδία. Η απαίτηση της πλήρους αποκατάστασης των κομμουνιστών θυμάτων της σταλινικής καταπίεσης όπως ο Μπουχάριν και ο Τρότσκι, ακολουθεί λογικά.

Οι δημόσιες διαφορές μεταξύ των Σοβιετικών και ευρωκομμουνιστών ηγετών σε καμία περίπτωση δεν περιορίζονται σε θέματα όπως η εσωτερική κατάσταση και η εξέλιξη του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου». Άπτονται ήδη ενός ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού διεθνών συγκρούσεων ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και τη Σοβιετική Ένωση. Το ιαπωνικό ΚΚ υποστηρίζει τη δική του αστική τάξη ενάντια στην ΕΣΣΔ στη διαμάχη για τα νησιά των Κουρίλων. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, κόντρα στις σοβιετικές επιθυμίες, υποστηρίζει τα ανεξάρτητα πυρηνικά όπλα του ιμπεριαλιστικού γαλλικού στρατού. Το ιταλικό ΚΚ παρέμεινε με τον Αντρεότι, παρά την υποστήριξη του τελευταίου στη βόμβα νετρονίων στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Το ιταλικό ΚΚ δήλωσε δημοσίως την αντίθεσή του στη σοβιετική και στην κουβανική πολιτική στο Κέρας της Αφρικής˙ πράγματι, όλα τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα υποστηρίζουν τον αγώνα της Ερυθραίας για εθνική αυτοδιάθεση, ενώ η Σοβιετική Ένωση στηρίζει την Αιθιοπία. Ομοίως, το ισπανικό και το ιταλικό ΚΚ επικρίνουν την εισβολή του Βιετνάμ στην Καμπότζη, ενώ το ΚΚΣΕ τηρεί την αντίθετη στάση.

Εγείρεται όμως το ερώτημα: Προς το συμφέρον ποιών και για λογαριασμό ποιών κοινωνικών δυνάμεων εφαρμόζουν οι ευρωκομμουνιστές αυτές τις ρεφορμιστικές πολιτικές; Ενώ στο παρελθόν οι πολιτικές αυτές εφαρμόζονταν προς το συμφέρον της σοβιετικής γραφειοκρατίας – και θα μπορούσαν επομένως να αναστραφούν μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες – σήμερα εφαρμόζονται όλο και περισσότερο προς το συμφέρον της εθνικής εργατικής γραφειοκρατίας που είναι ενσωματωμένη στην αστική κοινωνία και κάτω από την ιστορική πίεση της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Και εξακολουθεί να υπάρχει μια ριζική διαφορά κατά τη φύση μεταξύ της σοβιετικής γραφειοκρατίας και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης.

 

Η στρατηγική επιλογή

Θα ήταν χονδροειδής υπεραπλούστευση να αναχθεί η πολύπλοκη εξέλιξη των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων σε ζήτημα «κοινωνικής πίεσης του εχθρικού περιβάλλοντος» και να χαρακτηριστούν οι ηγέτες τους ως «ΝΑΤΟ-κομμουνιστές», όπως κάνει χλευαστικά το ΚΚ ΗΠΑ. Ο ευρωκομμουνισμός αντιπροσωπεύει ένα μείγμα συνέχειας και αλλαγής του σταλινισμού των ετών, ας πούμε, 1934–1956. Το ΚΚΣΕ και οι εναπομένοντες δυτικοί του υποστηρικτές πρέπει – μα δεν μπορούν – να εξηγήσουν πώς «αδελφά κόμματα» του «παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος», πιστά για δεκαετίες και υποστηριζόμενα από εκατομμύρια εργατών, θα μπορούσαν να μετατραπούν σχεδόν εν μία νυκτί σε «ΝΑΤΟ-κομμουνιστές» χωρίς αλλαγή ηγεσίας, χωρίς αλλαγή οργανωτικής δομής, χωρίς εξέγερση στις τάξεις τους, και, το πιο σημαντικό, χωρίς αλλαγή της καθημερινής τους πολιτικής και της βασικής πολιτικής τους στρατηγικής.

Η κατανόηση του ευρωκομμουνισμού απαιτεί λοιπόν μια κοινωνιολογική και ιδεολογική ανάλυση της εσωτερικής διαλεκτικής των μειζόνων στρατηγικών διαμαχών που συνεχίζουν να διαιρούν το διεθνές εργατικό κίνημα από την αρχή του αιώνα – συζητήσεις που συνδέονται στενά με την αντικειμενική δυναμική της ίδιας της ταξικής πάλης. Υπό αυτή την έννοια, η παρούσα στρατηγική διαμάχη περί ευρωκομμουνισμού αφήνει μια εντύπωση deja vu. Ουσιαστικά, οι ευρωκομμουνιστές θεωρητικοί της στρατηγικής, επιχειρηματολογούν ακριβώς κατά μήκος των γραμμών του Bernstein, και καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα.

 

Οι ευρωκομμουνιστές ελπίζουν να αποφύγουν, πάση θυσία, μια μετωπική

σύγκρουση ανάμεσα στην αστική τάξη μαζί με τον κρατικό της μηχανισμό, και στην εργατική τάξη και τις λαϊκές μάζες. Σύμφωνα με τους ευρωκομμουνιστές, μια τέτοια μετωπική σύγκρουση είναι επιβλαβής (οδηγεί σε αναπόφευκτη ήττα της εργατικής τάξης), περιττή (υπάρχουν και άλλοι τρόποι για την εξάλειψη του καπιταλισμού), και βρίσκεται στον αντίποδα των αναγκών της «δημοκρατικής μετάβασης στο σοσιαλισμό» (εξωθεί το εργατικό κίνημα σε ένα δρόμο παρόμοιο με εκείνον που οδήγησε στον γραφειοκρατικό εκφυλισμό της Σοβιετικής Ένωσης). Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητη μια βαθμιαία μετάβαση στο σοσιαλισμό, που θα σέβεται τους βασικούς θεσμούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και θα λειτουργεί μόνο μέσω μεταρρυθμίσεων που θα μπορούσαν να συσπειρώσουν μια ευρεία συναίνεση – μια συντριπτική πλειοψηφία. Οι ευρωκομμουνιστές αναζητούν ευρείες, μακροπρόθεσμες συμφωνίες, όχι μόνο με τη σοσιαλδημοκρατία και τις άλλες συνιστώσες του εργατικού κινήματος και της εργατικής τάξης, αλλά και με τμήματα της αστικής τάξης – από περιθωριακές δυνάμεις, όπως οι αριστεροί ριζοσπάστες και οι «αριστεροί γκωλλιστές» στη Γαλλία ή η Βαλλονική Συμπαράταξη στο Βέλγιο, μέχρι και τη Χριστιανοδημοκρατία, το κύριο καπιταλιστικό κόμμα στην Ιταλία.

Για τον Bernstein, που ήταν, κατά μία έννοια,, περισσότερο συνεπής θεωρητικά από τους ευρωκομμουνιστές, η στρατηγική της αποφυγής μετωπικής επίθεσης απέρρεε λογικά από μια ανάλυση που υπεδείκνυε έναν βαθμιαίο περιορισμό των οικονομικών αντιφάσεων και ταξικών συγκρούσεων στον ώριμο (σήμερα θα λέγαμε: μονοπωλιακό) καπιταλισμό. Θα υπήρχαν λιγότερες οικονομικές κρίσεις και λιγότερη ανεργία, ως αποτέλεσμα της «ρυθμιστικής δραστηριότητας» των τραστ. Θα υπήρχε όλο και λιγότερος διεθνής ανταγωνισμός και συγκρούσεις. Οι ταξικές και οι διεθνικές συγκρούσεις θα γίνονταν όλο και ηπιότερες. Όσο ισχυρότερη μπορούσε να γίνει η εργατική τάξη οργανωτικά, τόσο υψηλότερο θα γινόταν και το βιοτικό της επίπεδο. Οι καπιταλιστές, με τη σειρά τους, θα αποδέχονταν όλο και περισσότερη ρύθμιση της οικονομικής ζωής και των κοινωνικών συνθηκών μέσω του «δημοκρατικού κράτους». Υπό αυτές τις συνθήκες, το να χύσεις την καρδάρα με το γάλα, θα ήταν εγκληματικά ανεύθυνο. Γιατί να ρισκάρεις τα πάντα, όταν μια σταθερά διευρυνόμενη συγκομιδή σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο του συστήματος, μετασχηματίζοντάς το αμείλικτα κατ' αυτόν τον τρόπο από τα μέσα; Εν πάση περιπτώσει όμως, είχαμε δύο παγκόσμιους πολέμους, τη μεγαλύτερη ύφεση στην ιστορία του καπιταλισμού, το φασισμό, την κατάρρευση των αποικιακών αυτοκρατοριών, την πείνα στον Τρίτο Κόσμο, την απειλή του πυρηνικού πολέμου, και μια νέα μεγάλη ύφεση που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1970.

Δεν χρειάζεται να πούμε ότι οι ευρωκομμουνιστές, όπως και ο Bernstein, αποκηρύσσουν τη μαρξιστική θεωρία. Και εδώ, η ασυνέπεια τους είναι πιο κραυγαλέα. Θέλουν να παραμείνουν μαρξιστές, ενώ συντάσσονται με τη βαθμιαία μετάβαση. Θέλουν να παραμείνουν υποστηρικτές της ταξικής πάλης, ενώ ασκούν συστηματικά πρακτικές ταξικής συμφιλίωσης. Θέλουν να αποφύγουν μετωπικές συγκρούσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, χωρίς να αναρωτιούνται μήπως η εμβάθυνση των εσωτερικών αντιφάσεων της αστικής κοινωνίας κάνει τέτοιες συγκρούσεις περιοδικά αναπόφευκτες.Ακόμη πιο εντυπωσιακό: Η άρνηση της κάθε μετωπικής σύγκρουσης μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με το επιχείρημα ότι θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην ήττα της εργασίας. Όχι τυχαία, ο «ιστορικός συμβιβασμός» στην Ιταλία, ακολούθησε την κατά Enrico Berlinguer ερμηνεία του χιλιανού πραξικοπήματος το Σεπτεμβρίου του 1973. Για τον Berlinguer η ήττα της χιλιανής εργατικής τάξης ήταν σχεδόν αναπόφευκτη από τη στιγμή το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα του Frei – και πάλι, το κύριο κόμμα της χιλιανής αστικής τάξης – ήταν σταθερά ευθυγραμμισμένο εναντίον της Unidad Popular.

Σε αντιδιαστολή, η επαναστατική μαρξιστική ανάλυση υποστηρίζει ότι η ήττα στη Χιλή προέκυψε από τη μη ρεαλιστική και δόλια προσπάθεια να αποφευχθεί, να ανακοπεί, ή να διασπαστεί η μαζική κινητοποίηση, η μαζική αυτοοργάνωση, και ο μαζικός εξοπλισμός (συμπεριλαμβανομένης της οργάνωσης των στρατιωτών και των συστηματικών προσπαθειών αποσύνθεσης του αστικού στρατού) μπροστά στην αναπόφευκτη ταξική πόλωση και την προετοιμασία ένοπλου πραξικοπήματος από τους καπιταλιστές.

Ο Berlinguer, όπως και οι ισπανοί ευρωκομμουνιστές, υποθέτει δεδομένη τη σχετική αδυναμία της εργατικής τάξης και την ακόμα τεράστια ισχύ της καπιταλιστικής τάξης και των κοινωνικών δυνάμεων από τις οποίες την αντλεί. Αλλά η ταξική πάλη στην νοτιοδυτική Ευρώπη μεταξύ 1968 –1977, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της κρίσης του 1975-1977, δεν προσφέρει καμία ένδειξη για αυτήν την παράλογη υπόθεση. Η αστική κοινωνία υπέστη τη δεύτερη σοβαρότερη οικονομική κρίση στην ιστορία της και κατά πάσα πιθανότητα τη δεύτερη σοβαρότερη κοινωνική και πολιτική κρίση – και μάλιστα, στην Πορτογαλία, τη σοβαρότερη. Το εργατικό κίνημα είχε περάσει στην επίθεση.

Σε αριθμούς, οργανωτική δύναμη και μαχητικότητα, η εργατική τάξη έχει γίνει ισχυρότερη από ποτέ. Ο Berlinguer και οι άλλοι ιταλοί εκπρόσωποι του ευρωκομμουνισμού, καθώς και πολλοί από τους πιο αριστερούς εκπρόσωπους του ευρωκομμουνισμού στη Γαλλία και την Ισπανία, πρέπει τώρα να επιχειρηματολογούν υπέρ της βαθμιαίας μετάβασης ενώ ταυτόχρονα να επιμένουν στη δύναμη της εργατικής τάξης και στην «ακαταμάχητη άνοδο» του (Κομμουνιστικού) εργατικού κινήματος – και πάλι σε κλασικούς «σοσιαλδημοκρατικούς» όρους. Το επιχείρημα πήγαινε ως εξής: Έχουμε γίνει τόσο ισχυροί που οι καπιταλιστές δεν θα μπορούσαν να διακινδυνεύσουν πια δεξιές περιπέτειες˙ τόσο ισχυροί που μπορούμε να τους επιβάλλουμε όλο και περισσότερες μεταρρυθμίσεις για να εξασφαλιστεί η μετάβαση στο σοσιαλισμό. Γιατί λοιπόν, να αναλάβουμε τον περιττό κίνδυνο μιας σύγκρουσης με αβέβαιη έκβαση; Όμως, οι ευρωκομμουνιστές δεν μπορούν να επιχειρηματολογούν ταυτόχρονα και προς τα πίσω και προς τα εμπρός: Η βαθμιαία μετάβαση είναι απαραίτητη ως η μόνη εναλλακτική λύση απέναντι σε ένα επαπειλούμενο φασιστικό πραξικόπημα. Η βαθμιαία μετάβαση είναι δυνατή και προτιμότερη, επειδή οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν γίνει τόσο αδύναμες ώστε να έχουν συμφιλιωθεί με την κοινοβουλευτική δημοκρατία και δεν μπορούν να διακινδυνεύσουν πια δεξιές περιπέτειες.

Στην πραγματικότητα, η ιστορία επιβεβαιώνει ξανά και ξανά ότι περιοδικά – όχι μόνιμα, όχι ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες – μια ξαφνική όξυνση της ταξικής πάλης είναι αναπόφευκτη στον σύγχρονο καπιταλισμό. Αυτό προκύπτει από τον συνδυασμό πολλών παραγόντων, που δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την οικονομικές υφέσεις, αν και η πτώση του ποσοστού του κέρδους και οι οξύτερες οικονομικές αντιφάσεις κάνουν τις όποιες νέες μεταρρυθμίσεις απαράδεκτες για το σύστημα ως τέτοιο και το αναγκάζουν να αποσύρει κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις που έχει παραχωρήσει σε «καλύτερους καιρούς».

Υπό αυτές τις συνθήκες, μια αυξανόμενη πόλωση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων εμφανίζεται γενικά. Ο ρυθμός των αγώνων της εργατικής τάξης και των άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας επιταχύνεται απότομα. Αυτοί οι αγώνες παίρνουν περισσότερο προχωρημένες μορφές και γεννούν αιτήματα και μορφές οργάνωσης που αμφισβητούν αντικειμενικά την ίδια την επιβίωση της αστικής κοινωνίας. Αυτό είναι ένα αντικειμενικό φαινόμενο, δεν το «προκαλούν» επαναστάτες αγκιτάτορες. Αν μη τι άλλο, η προηγούμενη ύπαρξη ενός ισχυρού μαζικού επαναστατικού κόμματος θα έδινε έναν πιο «εύτακτο» και λιγότερο «άγριο» χαρακτήρα.

Ταυτόχρονα, η αστική τάξη, η οποία παρατηρεί αυτή την αντικειμενική τάση με αυξανόμενο φόβο, ξεκινά την προετοιμασία της υπεράσπισης της «ύψιστης της αξίας» (της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του κέρδους) με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της. Έχοντας σχεδόν χίλια χρόνια πολιτικής εκπαίδευσης και εμπειρίας, είναι δάσκαλος στην τέχνη του ελιγμού. Μπορεί να συνδυάσει προσπάθειες δελεασμού του μαζικού κινήματος, υποχώρησης πριν από την επίθεση, προσωρινής αποδοχής αναπόφευκτων παραχωρήσεων ακόμα και πολύ δαπανηρών οικονομικά, έτσι ώστε τα ουσιώδη της όπλα, δηλαδή, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και το αστικό κράτος, να σώζονται.

Βασιζόμενη σε αυτά τα τελικά οχυρά, μπορεί στη συνέχεια να περιμένει μέχρι να μπορέσει να περάσει στην αντεπίθεση, την κατάλληλη στιγμή – μια αντεπίθεση τόσο πιο βίαιη και αιματηρή, όσο μεγαλύτερος ήταν στην προηγούμενη φάση ο φόβος «να χάσει τα πάντα».

Μόνο αν το εργατικό κίνημα χρησιμοποιήσει τον ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων που παράγει η γενική κοινωνική κρίση και η τεράστια έκταση της μαζικής κινητοποίησης για να καταφέρει ένα αποφασιστικό πλήγμα ενάντια στους καπιταλιστές – δηλαδή, να τους απαλλοτριώσει και να καταστρέψει τον κρατικό μηχανισμό τους – μπορεί να αποφευχθεί αυτή η αντεπίθεση. Εάν οι υποστηρικτές της βαθμιαίας μετάβασης επιβάλουν τον τρόπο τους, και εάν αυτοί οι ίδιοι αποφασιστικά περιορίσουν, αποδυναμώσουν, και διασπάσουν τη μαζική κινητοποίηση, αν υποκαταστήσουν την απόπειρα της ανατροπής του καπιταλισμού με ένα συμβιβασμό μαζί του, τότε η καπιταλιστική ρεβάνς θα καταστεί αναπόφευκτη.

Αυτό συνέβη σε γενικές γραμμές, παρά τις συγκεκριμένες παραλλαγές στην εθνική πολιτική και την ταξική πάλη, στη Γερμανία στα 1918–1923 και στα 1933, στην Αυστρία στα 1918–1934, στην Ιταλία στα 1919–1922, στην Ισπανία στα 1931-1937, στη Γαλλία στα 1934-1938, και πάλι στη Γαλλία και την Ιταλία στα 1944 –1948, και στη Χιλή στα 1970–1973. Συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας στην Πορτογαλία από το 1974, και σίγουρα θα επαναληφθεί στη Γαλλία, όπου η διαδικασία ξεκίνησε με την βροντή του Μάη του 1968, στην Ιταλία, όπου ξεκίνησε το 1969, και στην Ισπανία. Ακόμη και μια παραδοσιακά κοινοβουλευτική χώρα όπως η Βρετανία διολισθαίνει αργά προς την ίδια κατεύθυνση.

Σίγουρα, η πολιτική της βαθμιαίας μετάβασης δεν θα οδηγεί σε ταχεία ήττα κάθε χρόνο και παντού.

Η κατεύθυνση και η έκβαση της διαδικασίας εξαρτάται από το ρυθμό και το βάθος της αντικειμενικής ταξικής πάλης. Οι γερμανικοί θιασώτες της βαθμιαίας μετάβασης θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι κέρδισαν μια ανάσα έξι ή επτά χρόνων για μια «σταθερή» Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1923–1930). Οι Βρετανοί θιασώτες της βαθμιαίας μετάβασης μπορούν να ισχυρίζονται ότι η εργατική τάξη κέρδισε πολλά την περίοδο 1945–1951. Αν και οι οικονομικοί περιορισμοί όσων κερδήθηκαν θα πρέπει να μετρηθούν προσεκτικά για κάθε περίπτωση και απαιτούν ειδική ανάλυση, έχουμε να κάνουμε με μια γενική ιστορική τάση και μια βασική στρατηγική επιλογή, όχι με την τακτική μιας δεδομένης στιγμής σε μια δεδομένη χώρα. Και από αυτή την άποψη, οι ιστορικές ενδείξεις έχουν μεγαλύτερο βάρος από την ευρωκομμουνιστική παραλλαγή του ρεφορμισμού, της βαθμιαίας μετάβασης και της ταξικής συμφιλίωσης. Σε καμία από τις περιπτώσεις όπου προέκυψε αντικειμενικά μια βίαιη όξυνση των ταξικών αντιθέσεων δεν ήταν οι συμφιλιωτιστές σε θέση να αποφύγουν τη μετωπική σύγκρουση που φοβούνταν. Σε όλες τις περιπτώσεις όπου κυριάρχησαν πάνω στην εργατική τάξη, η σύγκρουση κατέληξε σε αιματηρές και μακροχρόνιες ήττες.

Οι ευρωκομμουνιστές ισχυρίζονται ότι η επαναστατική (λενινιστική) στρατηγική δεν υπήρξε ποτέ επιτυχής σε μια βιομηχανική χώρα. Αλλά έξω από τη Ρωσία, όπου ήταν πάντως επιτυχής, ποτέ δεν έχει πραγματικά δοκιμαστεί – με την πιθανή, μερική, και αναποτελεσματική εξαίρεση της Γερμανίας το 1923 και της Ισπανίας το 1936-1937. Η στρατηγική της βαθμιαίας μετάβασης έχει δοκιμαστεί ξανά και ξανά. Έχει κάθε φορά καταλήξει σε αιματηρή ήττα. Έτσι, το βάρος της απόδειξης πέφτει στην άλλη πλευρά.

 

Η Βασική Θεωρητική Αναθεώρηση

Η αναθεώρηση της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους, η θεωρητική βάση του ευρωκομμουνισμού, είναι παράξενα συνυφασμένη με τη θεωρία του «κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού».

Λογικά, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι μια τέτοια θεωρία θα υπογράμμιζε την ολοένα και μεγαλύτερη αλληλοδιείσδυση του αστικού κρατικού μηχανισμού και των μονοπωλίων. Πράγματι, μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, και ιδιαίτερα μετά το κραχ του 1929, το αστικό κράτος, με οποιαδήποτε μορφή, κυβέρνηση και πολιτικές, έχει παρέμβει σε αναρίθμητες περιπτώσεις για να διατηρήσει, να προασπίσει, να υποστηρίξει, και να εγγυηθεί τα μονοπωλιακά (υπερ) κέρδη. Αλλά οι θεωρητικοί του ευρωκομμουνισμού κάνουν ένα παράξενο salto mortale: Ακριβώς, επειδή το κράτος γίνεται όλο και περισσότερο ένα κοινωνικό εργαλείο που διέπει τα πάντα, απαραίτητο για την υπεράσπιση της εξουσίας του μονοπωλιακού καπιταλισμού, υποτίθεται ότι επίσης γίνεται ένα είδος οιονεί ουδέτερης και αυτόνομης αρένας ταξικής πάλης. Αν και η κρατική παρέμβαση και οι κρατικοί προϋπολογισμοί χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να αναγγείλουν το σοσιαλισμό – βαθμιαία, φυσικά, πολύ βαθμιαία – με την προϋπόθεση ότι το εργατικό κίνημα κατακτά όλο και περισσότερες θέσεις «στο εσωτερικό του κράτους».

Και πάλι, δύσκολα θα μπορούσε να αποφευχθεί η εντύπωση του deja vu. Το επιχείρημα έχει χρησιμοποιηθεί αμέτρητες φορές από τους κλασικούς σοσιαλδημοκράτες, για να μην μιλήσουμε για τους ύστερους επιγόνους τους στις μέρες μας. Στο βασίλειο του θεωρητικού ρεβιζιονισμού οι ευρωκομμουνιστές, τουλάχιστον οι λιγότερο χυδαίοι εκπρόσωποί τους, δεν επιχειρηματολογούν με μεγαλύτερη εμβρίθεια από τους Bernstein, τους Kautsky, τους Otto Bauer, και τους Hilferding, μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο Το ένα ευρωκομμουνιστικό επιχείρημα βασίζεται σε μια σημασιολογική σύγχυση. Όταν οι ευρωκομμουνιστές προσπαθούν να γελοιοποιήσουν την ιδέα της «συντριβής της κρατικής μηχανής» – η οποία, ισχυρίζονται οι πλέον τολμηροί από αυτούς, ήταν μια απαράδεκτη παραχώρηση του Μαρξ στον αναρχισμό μετά την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού – ρωτώντας αν «εμείς» θέλουμε πραγματικά να συντρίψουμε τα ταχυδρομεία και τα νηπιαγωγεία, η απάντηση είναι προφανής.

Η λέξη «κρατικός μηχανισμός» χρησιμοποιείται διφορούμενα για να δηλώσει ταυτόχρονα όλα εκείνα τα χρηματοδοτούμενα από δημόσιους πόρους ιδρύματα, σε αντιπαράθεση με όλα εκείνα που ανήκουν σε ιδιώτες, τα οποία είναι ειδικά σχεδιασμένα για να υποστηρίξουν την ταξική εξουσία της μπουρζουαζίας. Κανένας επαναστάτης σοσιαλιστής δεν θα ονειρευόταν να ξεφορτωθεί τους δωρεάν παιδικούς σταθμούς ή την κοινωνική ασφάλιση, μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να έχουν οργανωθεί δημόσια πριν από την ανατροπή του καπιταλισμού. Αν μη τι άλλο, μακράν του να είναι χαρακτηριστικό του αστικού κράτους, θα μπορούσε κανείς να τα αποκαλέσει κύτταρα μιας μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας, τα οποία θέλουμε να διατηρήσουμε και να επεκτείνουμε. Τους δεσμούς τους με την εξουσία της αστικής τάξης που διεκπεραιώνει η γραφειοκρατική ιεραρχία που τα διαχειρίζεται, τον άθλιο και φιλάργυρο περιορισμό των υπηρεσιών τους, την ανυπαρξία μεγάλης κλίμακας αυτοδιοίκησής τους από εκείνους τους οποίους περισσότερο αφορούν οι υπηρεσίες που παρέχουν, την αστική ιδεολογία που διαμορφώνει μεγάλο μέρος του περιεχομένου τους– αυτά θα αλλάξει ριζικά μια σοσιαλιστική επανάσταση, χωρίς να καταργήσει τις υπηρεσίες ως τέτοιες.

Ένα άλλο επιχείρημα, που συνδέεται με την ίδια τη λογική της βαθμιαίας μετάβασης, προσπαθεί να ταυτίσει τη διαδικασία της κατάκτησης μεταρρυθμίσεων μέσα στην αστική κοινωνία και το κράτος με τη δυνατότητα ποιοτικών αλλαγών. Ποιος θα μπορούσε να είναι εναντίον στο να αντικαταστήσουν σοσιαλιστές και κομμουνιστές τους αστούς δημάρχους; Δεν θα βοηθούσε την ταξική πάλη;

Αλλά εάν έχεις μια μεγάλη πλειοψηφία σοσιαλιστών (κομμουνιστών) δημάρχων, σοσιαλιστών (κομμουνιστών) ανώτερων δημόσιων λειτουργών, σοσιαλιστών (κομμουνιστών) μελών του κοινοβουλίου, υπουργών, πρωθυπουργών, προέδρων της Δημοκρατίας, για πολλά χρόνια, εάν όχι δεκαετίες, μπορείς τότε να εξακολουθείς να μιλάς για «αστικό» κρατικό μηχανισμό; Για να απαντήσουμε σε αυτό το σόφισμα, ας εξετάσουμε το παράλληλο της αύξησης των μισθών. Κανένας σοβαρός σοσιαλιστής δεν θα ήταν αντίθετος σε υψηλότερους μισθούς στον καπιταλισμό. Αλλά πενήντα χρόνια μισθολογικών αυξήσεων, οδήγησαν σε «μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα», δηλαδήστην εξαφάνιση της μισθωτής εργασίας και του συστήματος μισθωτής εργασίας; Προφανώς όχι. Οι καπιταλιστές χορηγούν αυξήσεις μισθών μόνο τόσο ώστε να μην χάνουν τα κέρδη τους. Και ενόσω τα κέρδη παράγονται και το κεφάλαιο συσσωρεύεται, ο καπιταλισμός πόρρω απέχει από την εξαφάνιση. Αν οι «σοσιαλιστές δήμαρχοι» ή οι «σοσιαλιστέ962 .» ανώτεροι δημόσιοι λειτουργοί περιορίζουν τη δραστηριότητά τους στη διαχείριση της αστικής κοινωνίας, ενώ προσπαθούν να επιτύχουν κάποιες μεταρρυθμίσεις, που κάνουν τη ζωή πιο ανεκτή για τους φτωχούς, τους υφιστάμενους την εκμετάλλευση και τους καταπιεσμένους, τότε δεν ανακύπτει κανένα πραγματικό θεωρητικό πρόβλημα. Το κράτος παραμένει ένα αστικό κράτος. Ο καπιταλισμός λειτουργεί σύμφωνα με τους δικούς του νόμους κίνησης, ίσως πιο ομαλά από την άποψη της τάξης των καπιταλιστών από όσο θα λειτουργούσε κάτω από «αγριότερες» ή πιο «απάνθρωπες» συνθήκες. Αλλά οι καπιταλιστές χορηγούν τέτοιες μεταρρυθμίσεις απρόθυμα: προσπαθούν να τις περιορίσουν στο μέγιστο βαθμό˙ παζαρεύουν ποιος θα πληρώσει˙ τις θέτουν κάτω από ορισμένους οικονομικούς και πολιτικούς περιορισμούς. Σε γενικές γραμμές, μια τέτοια «ταξική πάλη στο εσωτερικό της κρατικής μηχανής» είναι απόλυτα ανεκτή για τον καπιταλισμό.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι σοσιαλιστές (κομμουνιστές) δήμαρχοι προσπαθούν να εισάγουν φορολογικά συστήματα που κάνουν αποφασιστικές επιδρομές σε ιδιωτικές περιουσίες˙ ότι αρχίζουν να εξοπλίζουν τους εργάτες ενάντια στις φασιστικές συμμορίες˙ ότι προστατεύουν καταλήψεις εργοστασίων αντί να προστατεύουν τους ιδιοκτήτες των εργοστασίων˙ ότι προετοιμάζουν παντοειδή μέτρα που χτυπούν τα βασικά συμφέροντα της αστικής τάξης. Μπορεί κανείς σοβαρά υποθέσει ότι μια τέτοια μορφή «ταξικής πάλης στο εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού» θα γίνει ανεκτή από μία παραιτημένη αστική τάξη επειδή θα ήταν «η ετυμηγορία του καθολικού εκλογικού δικαιώματος»; Για κάτι πολύ λιγότερο από αυτό, το ισπανικό Λαϊκό Μέτωπο και η χιλιανή Unidad Popular οδήγησαν κατευθείαν σε φασιστικό πραξικόπημα. Μια τέτοια συμπεριφορά, μακράν του να αποφεύγει μια μετωπική σύγκρουση, στην πραγματικότητα, την επισπεύδει. Αλλά τότε, δεν θα ήταν σοφό να κινητοποιήσεις τις μάζες με έναν άμεσο επαναστατικό αντικαπιταλιστικό τρόπο, έτσι ώστε να βελτιώσεις τις πιθανότητες νίκης στην αναπόφευκτη σύγκρουση; Η ευρωκομμουνιστική υπόθεση είναι εντελώς παράλογη. Δεν έχει υπάρξει ποτέ μια τέτοια «επαναστατική μεταρρύθμιση του κρατικού μηχανισμού» – ούτε για μια και μόνη μέρα, πουθενά.

Ο αστικός κρατικός μηχανισμός παραμένει δομικά συνδεδεμένος με το καπιταλιστικό σύστημα μέσα από αναρίθμητους συνδέσμους, μηχανισμούς και διαμεσολαβήσεις. Η ιεραρχική του δομή ευνοεί σε μεγάλο βαθμό την επάνδρωση των ανώτερων στρωμάτων του από την αστική τάξη και ελέγχει προσεκτικά την εργατική διείσδυση. Οι διαφορές εισοδήματος πάνω στις οποίες εναπόκειται αυτή η ιεραρχία ενσωματώνει αυτόματα τα ανώτερα στρώματα του κρατικού μηχανισμού στη μέση αστική τάξη – δηλαδή, τους παρέχει περιορισμένη πρόσβαση στη συσσώρευση κεφαλαίου και ευκαιρίες για διαφθορά. Η ιδεολογία της ανοδικής αυτής κινητικότητας είναι αστική˙ οι αξίες που προασπίζονται είναι αστικές˙ ο νόμος που υποστηρίζεται είναι αστικός. Με μια λέξη, η ιδεολογία, όπως και το ίδιο το σύστημα, εναπόκεινται στην ιδιωτική ιδιοκτησία.

Ακόμη χειρότερα, αποτελεί τον λειτουργικό δεσμό αυτού του κρατικού μηχανισμού με τις ανάγκες της αστικής κοινωνίας. Μπορεί κανείς να φανταστεί την εικόνα ενός φυσιολογικά λειτουργούντος συστήματος φυλακών στο οποίο οι διαχειριστές οργανώνουν συστηματικά τη απόδραση των κρατουμένων; Μπορεί κανείς να φανταστεί την εικόνα ενός Γενικού Επιτελείου Στρατού που κυριαρχείται από φανατικούς πασιφιστές; Αλλά τότε, πώς να φανταστεί την εικόνα ενός δυτικού υπουργείου εξωτερικού εμπορίου που συστηματικά τοποθετεί την προάσπιση των μαύρων νοτιοαφρικανών ενάντια στο σύστημα του απαρτχάιντ, πάνω από τα συμφέροντα των εξαγωγών εξοπλισμού – αστυνομικού ή στρατιωτικού εξοπλισμού – στη Νότια Αφρική, ή ενός Υπουργείου Οικονομικών που τοποθετεί την εγγύηση των δωρεάν κοινωνικών υπηρεσιών για τους φτωχούς πάνω από το ενδιαφέρον του για την «προάσπιση του νομίσματος» ή τον «αγώνα κατά του πληθωρισμού».

Η θεωρητική ανάλυση επιβεβαιώνει αυτό που τα εμπειρικά στοιχεία έχουν ξανά και ξανά αποδείξει.

Η διοίκηση του αστικού κράτους από σοσιαλιστές (κομμουνιστές) είναι πιθανώς ένα μικρότερο κακό σε σχέση με τη διαχείρισή της από αστούς πολιτικούς. Αλλά δεν αλλάζει και δεν μπορεί να αλλάξει τη φύση του αστικού κράτους. Η ανατροπή της αστικής κρατικής μηχανής – πρώτα πρώτα του κατασταλτικού της μηχανισμού – είναι ένα αναπόδραστο συγκεκριμένο έργο των μαζών στη διαδικασία της σοσιαλιστικής επανάστασης˙ χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει καμία αλλαγή από την αστική στην προλεταριακή ταξική εξουσία.

Η παρανόηση του ειδικού χαρακτήρα του αστικού κράτους από τους ευρωκομμουνιστές είναι ιδιαίτερα κραυγαλέα σε σχέση με την οικονομική πολιτική. Εδώ, ισχυρίζονται, έχεις την κατ' εξοχήν μετάθεση της «ταξικής πάλης στο εσωτερικό του κράτους». Δεν θα ήταν μια αποφασιστική διαφορά για την ταξική πάλη εάν το κράτος υποστηρίζει και ακολουθεί «πολιτικές πλήρους απασχόλησης», ακόμα και υπό συνθήκες σοβαρής οικονομικής κρίσης, αντί να επιτρέπει στην μαζική ανεργία να μεταβάλει ριζικά τον οικονομικό συσχετισμό των δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας;

Οι νεοκεϋνσιανοί εκπρόσωποι του ευρωκομμουνισμού φαίνεται να ξεχνούν ότι οι οικονομικές κρίσεις και η αυξημένη ανεργία δεν είναι αποτέλεσμα μιας συνωμοσίας φαύλων εργοδοτών, ούτε μια θλιβερή συνέπεια των «εσφαλμένων πολιτικών», αλλάπροκύπτουν αναπόφευκτα από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και τους εσωτερικούς νόμους της κίνησής του. Προκύπτουν από τη μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους, συντελεσμένη και αναμενόμενη, γεγονός που οδηγεί σε μείωση των επενδύσεων, έως ότου η κερδοφορία λίγο – πολύ αποκατασταθεί , και μια αναπτυσσόμενη αγορά αρχίσει να επανεμφανίζεται. Το να πιστεύει κανείς ότι οι καπιταλιστές θα μπορούσαν να οδηγηθούν «εξ επαγωγής», να δελεαστούν, ή να υποχρεωθούν να επενδύσουν ενάντια στο ίδιο τους το κίνητρο κέρδους και στα συμφέροντά τους, είναι παράλογο. Το να πιστεύει κανείς ότι οι κρατικές επενδύσεις θα μπορούσαν «βαθμιαία» να υποκαταστήσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις, χωρίς να προκαλέσουν μια ακόμα βαθύτερη κρίση υπερπαραγωγής δεν είναι λιγότερο παράλογο. Το να υποθέσει κανείς ότι οι καπιταλιστές δεν θα αντιδράσουν βίαια ενάντια σε οποιαδήποτε πραγματική μετατόπιση της οικονομικής δύναμης μακριά από τις τράπεζες και τα μεγάλα μονοπώλια και πάλι διαψεύδεται από όλα τα ιστορικά στοιχεία.

Μια τέτοια αντίδραση παίρνει συνήθως τη μορφή της μαζικής φυγής κεφαλαίων, των επενδυτικών απεργιών, του σαμποτάζ της παραγωγής, και του οργανωμένου καλπάζοντος πληθωρισμού˙ παίρνει και τη μορφή της προετοιμασίας για μια βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος. Και πάλι: Είτε οι οικονομικές πολιτικές της «αντιμονοπωλιακής συμμαχίας» δεν βλάπτουν πράγματι τους αποφασιστικούς τομείς της καπιταλιστικής τάξης, και δεν προσφέρουν επομένως καμιά «βαθμιαία μετάβαση προς το σοσιαλισμό», ή πράγματι βλάπτουν τις μεγάλες επιχειρήσεις και παράγουν την ίδια την μετωπική σύγκρουση που υποτίθεται ότι πρέπει με κάθε κόστος να αποφευχθεί. Ο καπιταλισμός, όπως και ο αστικός κρατικός μηχανισμός, δεν είναι ένα καλειδοσκόπιο συναρμολογούμενων άσχετων μεταξύ τους κομματιών, αλλά μια οργανική δομή που μπορεί να λειτουργήσει μόνο σύμφωνα με ειδικούς νόμους.

Μπορείς να βοηθήσεις τον καπιταλισμό να λειτουργήσει καλύτερα κατά τη διάρκεια των κρίσεων. Όπως έλεγαν και οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες του 1929–1933 με την περίφημη φόρμουλα Tarnow: Να δράσουμε σαν γιατροί στο προσκέφαλο του άρρωστου καπιταλισμού. Σε γενικές γραμμές, ο Enrico Berlinguer έχει βάλει το ιταλικό ΚΚ να κάνει ακριβώς αυτό στην τωρινή κρίση – να υποστηρίζει τα αστικά μέτρα λιτότητας, η κύρια λειτουργία των οποίων είναι η αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους σε βάρος των μισθών και των δαπανών κοινωνικής ασφάλισης. Μπορείς επίσης να δοκιμάσεις να ανατρέψεις τον καπιταλισμό. Αλλά δεν μπορείς να διατηρείς τον καπιταλισμό και ταυτόχρονα να προσπαθείς να του επιβάλεις έναν τρόπο λειτουργίας που έρχεται σε αντίθεση με τους βασικούς νόμους της κίνησής του. Το μόνο πράγμα που θα παραγάγεις με αυτές τις πολιτικές είναι μια αυξανόμενη παράλυση ολόκληρης της οικονομίας, μια όλο και πιο έντονη κρίση, και μια αναπόφευκτη αναμέτρηση με την καπιταλιστική τάξη, χωρίς οι εργαζόμενοι να έχουν πολιτικά και οργανωτικά προετοιμαστεί γι αυτό.

 

Σοσιαλισμός και Δημοκρατία

Οι ευρωκομμουνιστές προσδένουν αποφασιστικά την δική τους αποδοχή της βαθμιαίας μετάβασης και του ρεφορμισμού, πάνω στην βαθιά προσκόλληση των δυτικών μαζών στις δημοκρατικές ελευθερίες και στους δημοκρατικούς θεσμούς. Επιμένουν ότι καμία μετάβαση στο σοσιαλισμό δεν μπορεί να προκύψει από πολιτικές προτάσεις που φαίνονται να απορρίπτουν, να περιορίζουν ή να απειλούν αυτούς τους θεσμούς και ελευθερίες– εκτός εάν κάποιος ήθελε να επιβάλει μια μετάβαση μέσω της κυριαρχίας μιας βίαιης μειοψηφίας, πράγμα που δεν οδηγεί στο σοσιαλισμό, όπως το θλιβερό παράδειγμα των λεγόμενων «σοσιαλιστικών χωρών», επιβεβαιώνει. Στην πραγματικότητα λοιπόν δεν υπάρχει εναλλακτική στην «ευρεία λαϊκή συναίνεση» και στην αποφυγή κάθε αιφνίδιας, ριζικής ανατροπής. Αν επομένως θέλει κάποιος να συνδυάσει το σοσιαλισμό και τη δημοκρατία, δεν υπάρχει πραγματικά καμία εναλλακτική από τη βαθμιαία μετάβαση.

Εδώ, η βασική θεωρητική γκάφα, την οποία κατήγγειλαν τόσο έντονα και ο Μαρξ και ο Λένιν, συγχέει τις δημοκρατικές ελευθερίες για τις μάζες με τους κρατικούς θεσμούς της αστικής–κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ιστορικά, πολλές (όχι όλες!) από αυτές τις ελευθερίες έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση πριν από την επαναστατική επίθεση της αστικής τάξης στο απολυταρχικό κράτος.

Ακόμα όμως και οι αστικές επαναστάσεις γνώρισαν πιο ριζοσπαστικές μορφές άμεσης δημοκρατίας, συνδεόμενες γενικά με ριζοσπαστικοποιημένα μικροαστικά και ημιπρολεταριακά κοινωνικά στρώματα, αν όχι με το ίδιο το πρωτοεμφανιζόμενο προλεταριάτο. Μεταξύ αυτών των δύο τύπων θεσμών, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Μακροπρόθεσμα κανένας από τους δύο δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς να εξαλείψει τον άλλο.

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται, με ένα πολύ πιο εντυπωσιακό τρόπο, κατά τη διάρκεια όλων των πραγματικά προλεταριακών επαναστάσεων – δηλαδή, σοσιαλιστικών επαναστάσεων στις οποίες η τάξη των μισθωτών παίζει τον καθοριστικό ρόλο ως τάξη, από την Κομμούνα του Παρισιού περνώντας στη Ρωσική, Γερμανική, Ισπανική, Ουγγρική και Πορτογαλική επανάσταση, μεταξύ άλλων.

Είναι αδύνατο για την εργατική τάξη να οργανωθεί μαζικά, ως τάξη, ή να αρχίσει άμεσα να εξουσιάζει, μέσω των θεσμικών οργάνων της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, η οποία είναι από την ίδια της τη φύση αντιπροσωπευτική, δηλαδή έμμεση. Έτσι, οι μάζες έτειναν αυθόρμητα να δημιουργούν όργανα αυτοοργάνωσης (συμβούλια), που αναφύονται φυσιολογικά στο έδαφος πιο ριζοσπαστικών προσπαθειών μαζικής αυτοοργάνωσης κατά την προεπαναστατική ταξική πάλη: γενικές συνελεύσεις σε επίπεδο εργοστασίων˙γενικέ962 . συνελεύσεις των μελών των συνδικάτων˙ δημοκρατικά εκλεγμένες απεργιακές επιτροπές˙ επιτροπές γειτονιάς. Οι προλεταριακές επαναστάσεις χαρακτηρίζονται λοιπόν από την εμφάνιση της δυαδικής εξουσίας: Τα νέα όργανα του μελλοντικού προλεταριακού κράτους ανακύπτουν πριν εξαφανιστούν εντελώς τα όργανα του αστικού κράτους.

Και πάλι, τα δύο αντιμετωπίζουν μια αναπόφευκτη δοκιμασία ισχύος.

Οι ευρωκομμουνιστές σωστά τονίζουν την προσκόλληση των δυτικών μαζών στις δημοκρατικές ελευθερίες. Είναι πράγματι έτσι – ειδικά μετά τις τραυματικές εμπειρίες με τον φασισμό και το σταλινισμό. Αλλά συγχέουν αυτή την προσκόλληση με την προσκόλληση στους θεσμούς της αστικήςκοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Συχνά, αυτά τα δύο φαίνονται επιφανειακά να συμπίπτουν, όταν δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής. Αλλά είναι ακριβώς ένα χαρακτηριστικό των επαναστατικών καταστάσεων ότι μια τέτοια δυνατότητα επιλογής μπορεί να εμφανιστεί: ένα σώμα εργατικών και λαϊκών συμβουλίων, δημοκρατικά εκλεγμένο, που έχει συσταθεί και ελέγχεται από τις ίδιες τις μάζες. Αυτό, λοιπόν, που πράγματι συμβαίνει σε μια τέτοια δυαδική εξουσία είναι ένας αγώνας ανάμεσα σε δύο δημοκρατικές νομιμότητες στο μυαλό των μαζών: η παλιά νομιμότητα των θεσμών της αντιπροσωπευτικής αστικής δημοκρατίας που βασίζεται στην καθολική ψηφοφορία, και η νέα νομιμότητα των θεσμών της άμεσης εργατικής δημοκρατίας.

Αυτός ο αγώνας δεν είναι εκ των προτέρων αποφασισμένος. Αν οι υπερασπιστές της εργατικής εξουσίας δεν κατορθώσουν να πείσουν την πλειοψηφία των εργατών μέσα από την ίδια τους την τρέχουσα εμπειρία ότι τα συμβούλια παρέχουν μεγαλύτερες δυνατότητες για δημοκρατικές ελευθερίες – όχι μόνο κοινωνικοοικονομικές, αλλά και πολιτικές – τότε στην επικείμενη δοκιμασία ισχύος το αστικό κράτος, θα επικρατήσει.

Σε κανένα άλλο θέμα ο σταλινισμός και τα υποπροϊόντα του δεν έχουν δημιουργήσει στο μυαλό και στη φαντασία των μαζών, αλλά και στην τρέχουσα πρακτική, περισσότερο χάος από όσο στη σχέση μεταξύ της πολιτικής δημοκρατίας για τους εργαζόμενους και της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε τη διάσημη αναφώνηση του Ένγκελς, ότι η Παρισινή Κομμούνα, εκλεγμένη με καθολική ψηφοφορία με ένα πολυκομματικό σύστημα, ήταν το πρωτότυπο της δικτατορίας του προλεταριάτου; Είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε ότι στο έργο του Λένιν Κράτος και Επανάσταση δεν μπορεί να βρεθεί ούτε μια λέξη περί μονοκομματικής δικτατορίας;

Για να αποφύγουμε να παίζουμε το παιγνίδι των σοσιαλδημοκρατών και των αστών φιλελεύθερων, η έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου πρέπει να σημαίνει κατηγορηματικά την κυριαρχία των μισθωτών ως τάξης – δηλαδή, του 85%–90% των ανθρώπων στις ιμπεριαλιστικές χώρες – μέσω δημοκρατικά εκλεγμένων εργατικών και λαϊκών συμβουλίων, με ένα πολυκομματικό σύστημα, με ανεξάρτητα συνδικάτα, με ελευθερία της απεργίας, με ελευθερία του τύπου, του λόγου, του συνέρχεσθαι. Εν ολίγοις, η δικτατορία του προλεταριάτου πρέπει να προσφέρει στις μάζες και στα άτομα περισσότερη, όχι λιγότερη, πολιτική ελευθερία από όση είχαν κάτω από την αστική δημοκρατία, ενώ ταυτόχρονα να βάζει τέλος στην καπιταλιστική εκμετάλλευση.

Αλλά δεν μπορούμε να μετασχηματίσουμε «βαθμιαία» την έμμεση αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε μια «πιο άμεση» δημοκρατία, ή να συνδυάσουμε και τις δύο μαζί για να επιτύχουμε μια ανώτερη μορφή δημοκρατίας, χωρίς να δημιουργήσουμε επαναστατική κρίση και να διατρέξουμε τον κίνδυνο αιματηρών ηττών; Δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε μια πορεία βαθμιαίου «εκδημοκρατισμού του κράτους», η οποία αίρει προοδευτικά τις περισσότερες από τις κλασικές μαρξιστικές αντιρρήσεις απέναντι στην αστικο-κοινοβουλευτική δημοκρατία; Προφανώς, κανένας σοβαρός σοσιαλιστής δεν θα αντιτασσόταν στην επέκταση του εκλογικού συστήματος, ή σε μεγαλύτερη προσφυγή σε λαϊκά δημοψηφίσματα. Όλες αυτές οι δημοκρατικές και προοδευτικές μεταρρυθμίσεις αξίζουν να κατακτηθούν, αλλά δεν αλλάζουν τη βασική φύση του αστικού κράτους. Ο καπιταλισμός μπορεί να επιβιώσει, όπως συμβαίνει σε χώρες όπως η Ελβετία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές πρέπει να διακρίνονται από τις αλλαγές στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας που θα μπορούσαν πράγματι να χτυπήσουν τις ίδιες τις ρίζες της αστικής ταξικής εξουσίας.

Μπορεί κανείς να φανταστεί την εικόνα όλοι οι ανώτεροι δημόσιοι λειτουργοί – και ιδιαίτερα όλο το κορυφαίο προσωπικό των υπουργείων – να εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία, να είναι κατά βούληση ανακλητοί από τους ψηφοφόρους τους, και να περιορίζονται οι μισθοί τους στο ύψος του μέσου εργάτη; Μπορεί κανείς να φανταστεί την εικόνα του «εκδημοκρατισμού του αστικού στρατού», με εκλογή των αξιωματικών από ελεύθερες συνελεύσεις των στρατιωτών που έχουν το δικαίωμα να αμφισβητούν και να συζητούν, εκ των προτέρων, την όποια διαταγή παίρνουν;

Το παραμικρό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα προκαλούσε μια πολιτική και κοινωνική κρίση των μεγαλύτερων διαστάσεων και θα οδηγούσε άμεσα σε μια δοκιμασία ισχύος μεταξύ των αντιμαχομένων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. Είτε ο «εκδημοκρατισμός του κράτους» αφήνει όλα τα νευραλγικά κέντρα της αστικής ταξικής εξουσίας άθικτα, οπότε δεν υπάρχει διόλου πραγματικός εκδημοκρατισμός, είτε αρχίζει να αγγίζει αυτά τα κέντρα εξουσίας, οπότε η κατά μέτωπον σύγκρουση γίνεται αναπόφευκτη και το αστικό κράτος επιβιώνει μόνο αν η «διαδικασία εκδημοκρατισμού» αναχαιτιστεί βίαια.

Ο Ένγκελς σωστά είπε ότι, σε τελευταία ανάλυση, το κράτος είναι ένα ένοπλο σώμα ανθρώπων. Κάθε επαναστατική κρίση στη σύγχρονη ιστορία αποφασίστηκε από το εξής ερώτημα: ποια τάξη αφοπλίζει ποια; Έχει όντως προκύψει η αποφασιστική μάχη πάνω σ' αυτό το ερώτημα, όπως συνέβη και πάλι πρόσφατα στη Χιλή και στην Πορτογαλία. Ο πολιτικός και κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων, η παρουσία ή η απουσία μιας τολμηρής ηγεσίας με κύρος σε κάθε ταξικό στρατόπεδο, και η έκταση της μαζικής κινητοποίησης και της αυτοοργάνωσης όλα βαραίνουν πολύ πάνω στην έκβαση της πάλης. Αλλά η μορφή παραμένει: Σε μια επαναστατική κρίση οι καπιταλιστές πιο εύκολα θα παραδώσουν το 50% της περιουσίας τους παρά το 5% των όπλων τους. Ξέρουν πολύ καλά ότι αν μπορούν να κρατήσουν ανέπαφο το στρατό τους και την κρατική τους εξουσία, αργά ή γρήγορα θα ανακαταλάβουν την απολεσθείσα ιδιοκτησία, παίρνοντας και εκδίκηση.

Αν η άνοδος του μαζικού κινήματος είναι ευρεία και αρκετά βαθιά, αγγίζει αναπόφευκτα και το στρατό. Μερικοί από τους στρατιώτες όντως πολιτικοποιούνται και ριζοσπαστικοποιούνται, θέλουν όντως να αμφισβητήσουν ριζικά την καταπιεστική ιεραρχία του αστικού στρατού και όντως ξεκινούν έναν αγώνα για «εκδημοκρατισμό». Αλλά πώς αντιδρούν οι «συμφιλιωτιστές», τόσο οι σοσιαλδημοκράτες όσο και οι ευρωκομμουνιστές; Διαβεβαιώνουν τους επαναστάτες αξιωματικούς πως δεν ονειρεύονται διόλου την «ανατροπή της πειθαρχίας», την «αμφισβήτηση του εθνικού στρατού», τη «διανομή όπλων στον κόσμο».

Αυτόείναι το λογικό εξαγόμενο της απεγνωσμένης προσπάθειά τους να μειώσουν τις εντάσεις, ώστε να αποφευχθεί οτιδήποτε θα μπορούσε να «οξύνει την (ταξική) σύγκρουση». Και πράγματι, τίποτα δεν «οξύνει τη σύγκρουση» πιο άμεσα από την αρχομένη άνοδο του μαζικού κινήματος.

Αλλά εδώ είναι πάλι το δίλημμα: Δεν μπορείς ταυτόχρονα να υπερασπίζεσαι την ακεραιότητα του αστικού στρατού και να αγωνίζεσαι για τον «εκδημοκρατισμό» του. Είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν ξεφεύγεις από την δοκιμασία ισχύος. Όμως αποθαρρύνοντας ή συνθλίβοντας τη μαζική ανταρσία των στρατιωτών ενάντια στους αντεπαναστάτες αξιωματικούς τους, εγγυάσαι ότι αυτή η δοκιμασία θα συμβεί υπό τις πιο ευνοϊκές για τον εχθρό συνθήκες – δηλαδή, εξασφαλίζεις το ίδιο σου το μέλλον σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ή απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα του σταδίου του Σαντιάγκο.

Ένα γενικότερο συμπέρασμα έπεται: Η λογική του ταξικού συμφιλιωτισμού σε περίοδο θυελλωδών μαζικών κινητοποιήσεων καλεί όχι για επέκταση, αλλά για περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών των μαζών. Και έχουμε δει ξανά και ξανά αυτό το αποτέλεσμα.

Όταν οι υποστηρικτές της ταξικής συμφιλίωσης βρίσκονται στην κυβέρνηση, θα πρέπει να πραγματοποιήσουν αυτή την καταστολή είτε τους αρέσει είτε όχι. Αυτή είναι η αδυσώπητη διαλεκτική της ταξικής πάλης στο υψηλότερο σημείο της: Είτε βοηθάς την ελευθερία των μαζών να εξαλείψουν τον καπιταλισμό, είτε βοηθάς το αστικό κράτος να περιορίσει την «προκλητική» ελευθερία των μαζών – τον «αναρχολαϊκισμό», όπως τόσο όμορφα την αποκάλεσε ο Mario Soares στην Πορτογαλία. Η λογική της βαθμιαίας μετάβασης και του συμφιλιωτισμού τελειώνει με αντεπαναστατικές πολιτικές σε μια επαναστατική κατάσταση: να σώζει την αστική ευταξία τη στιγμή που απειλείται θανάσιμα. Αυτός είναι ο δρόμος που διάλεξε να βαδίσει ο ευρωκομμουνισμός.

Υπό αυτή την έννοια, όλες οι κουβέντες για «συναίνεση» είναι πολύ απατηλές. Δεν μπορεί να υπάρξει συναίνεση των απολυμένων εργατών με εκείνους που τους απέλυσαν, ούτε μεταξύ των υφισταμένων την εκμετάλλευση και των εκμεταλλευτών τους. Η αστική τάξη δεν πρόκειται ποτέ να «συναινέσει» στην απαλλοτρίωση και στον αφοπλισμό της. Όταν ανοίξουν όλα τα χαρτιά, θα πρέπει να επιλέξεις να «συναινέσεις» με τις επαναστατημένες μάζες ή με τους αστούς υπερασπιστές του «νόμου και της τάξης». Δεν μπορείς να κάνεις και τα δύο.

 

Η αστική τάξη και ο ευρωκομμουνισμός

Η ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία παραμένει διαιρεμένη, πραγματικά αμφιταλαντευόμενη, σχετικά με τον ευρωκομμουνισμό. Το ίδιο και η ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας. Η αστική τάξη είναι ευχαριστημένη που τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα αποτάσσονται το λενινισμό, τη δικτατορία του προλεταριάτου, τ σαταν κα πσι τος ργοις ατοῦ. Οι πιο θεωρητικολόγοι από τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες, ευλόγως πανηγυρίζουν την οπισθοχώρηση προς τον μπερνσταϊνισμό ως τον ιστορικό τους θρίαμβό. Ωστόσο, η θεμελιώδης καχυποψία και η βασική εχθρότητα των καπιταλιστών προς τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα δεν έχουν ουσιαστικά μειωθεί.

Οι πιο στενόμυαλοι αστοί πολιτικοί εξορθολόγισαν την εχθρότητά τους σε μια θεωρία συνωμοσίας.

Όλες οι διακηρύξεις των ευρωκομμουνιστών ηγετών για «πλουραλισμό», «πολιτική εναλλαγή», σεβασμό των κοινοβουλευτικών θεσμών, καθώς και οι αυξανόμενες επικρίσεις τους προς το Κρεμλίνο, υποτίθεται ότι είναι «καθαρή τακτική» που έχει σχεδιαστεί για να ξεγελάσει το κοινό. Η πιο ανορθολογικοί από αυτούς τους πολιτικούς, ισχυρίζονται ακόμη και ότι όλα αυτά είναι εντεταλμένα από το Κρεμλίνο – μια αντίληψη απέναντι στην οποία πιο φυσιολογικά πνεύματα τείνουν να παραμένουν λίγο σκεπτικά.

Πιο ευέλικτοι και ευφυείς αστοί πολιτικοί αναγνωρίζουν ότι όντως κάτι σημαντικό αλλάζει στην κορυφή των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων. Αλλά αναρωτιούνται πόσο μακριά έχει φτάσει η αλλαγή. Εξακολουθούν να αναρωτιούνται αν είναι «θεμελιώδης». Ο φωναχτά εκπεφρασμένος σκεπτικισμός τους εξυπηρετεί διπλό σκοπό. Τους επιτρέπει να κρατήσουν τους ηγέτες του ΚΚ όσο το δυνατόν πιο μακριά από το ψητό της εξουσίας, ώστε να εξυπηρετούνται έτσι τα συμφέροντα των ίδιων των αστών πολιτικών. Ταυτόχρονα, εκβιάζει συνεχώς τους ευρωκομμουνιστές για να κάνουν περαιτέρω ιδεολογικές και πολιτικές παραχωρήσεις. Μερικοί από τους πολιτικά πιο επιθετικούς ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας, κυριότατα ο ιταλός Craxi, έχουν γίνει πραγματικοί μάστορες σ' αυτό το παιγνίδι. Συνεχώς φωνάξει στους ευρωκομμουνιστές: «Είστε ασυνεπείς! Θα πρέπει να κάνετε ολόκληρη τη διαδρομή! Να πείτε ότι δεν έχετε τίποτα κοινό με το δόγμαπου ονομάζεται λενινισμός! Να παραδεχθείτε ότι η πίστη στον «φανατικό και θρησκευτικό μαρξισμό» είναι ασυμβίβαστη με την πίστη στην πολιτική πολυφωνία! Να παραδεχθείτε ότι καμία πλουραλιστική δημοκρατία δεν είναι δυνατή χωρίς μια «μικτή οικονομία», δηλαδή χωρί962 . την επιβίωση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας!» Οι ευρωκομμουνιστές αντιδρούν με απεγνωσμένα σπαρταρίσματα, σαν ψάρια πιασμένα στο δίχτυ του ρεβιζιονισμού. Η ανικανότητά τους να απαντήσουν σε αυτές τις επιθέσεις με κάποιον συνεπή και αξιοπρεπή τρόπο, αποτελεί θλιβερό θέαμα.

Όμως, οι δισταγμοί και οι αμφιβολίες των πιο ευφυών τμημάτων της αστικής τάξης απέναντι στον ευρωκομμουνισμό υποδεικνύουν το σημείο πέρα από το οποίο η διαδικασία της «σοσιαλδημοκρατικοποίησης» δεν έχει ακόμη προχωρήσει. Για δεκαετίες καμία δυτική καπιταλιστική τάξη δεν είχε αντίρρηση ένας σοσιαλδημοκράτης υπουργός άμυνας ή εσωτερικών να διαχειρίζεται τα νευραλγικά κέντρα του αστικού κράτους. Καμία καπιταλιστική τάξη της δύσης, ούτε καν η φινλανδική, δεν είναι έτοιμη να δεχθεί έναν ευρωκομμουνιστή υπουργό του στρατού ή της αστυνομίας. Κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες μέσα στο βρετανικό Εργατικό Κόμμα, στο SPD, και στις ηγεσίες μερικών άλλων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, αυξάνεται ο αριθμός ανώτερων αξιωματούχων και κρατικών τεχνοκρατών που έχουν σταδιακά αντικαταστήσει τους άμεσους εκπροσώπους εργατικών οργανώσεων. Ορισμένοι εργατικοί εκπρόσωποι – μόνο λίγοι ομολογουμένως – παρακάθονται τώρα ακόμη και στα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Τίποτα τέτοιο δεν έχει συμβεί (ακόμα) με τους ευρωκομμουνιστές. Δεν υπάρχει ούτε ένας ηγέτης ΚΚ που να παρακάθεται στο διοικητικό συμβούλιο κάποιας μεγάλης ιδιωτικής καπιταλιστικής επιχείρησης.

Επιπλέον, οι καπιταλιστές, ενώ αναγνωρίζουν την κίνηση απομάκρυνσης των ευρωκομμουνιστών από τη σοβιετική γραφειοκρατία, σημειώνουν – και αυτό έχει αυξημένη βαρύτητα – ότι οι ευρωκομμουνιστές απέχουν πολύ από του να έχουν διαρρήξει κάθε δεσμό με το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο».

Γιατί, λοιπόν, παραμένει αμφιταλαντευόμενη η στάση των καπιταλιστών; Οι γάλλοι καπιταλιστές έκαναν ό,τι ήταν δυνατό για να κρατήσουν τους κομμουνιστές έξω από την κυβέρνηση˙ οι ισπανοίar καπιταλιστέ962 . κάνουν το ίδιο˙ οι ιταλοί καπιταλιστές ελίσσονται γύρω από το ίδιο θέμα. Ωστόσο, αυτή η αντίθεση δεν είναι θέμα αρχής για την δυτική αστική τάξη. Απλά, οι καπιταλιστές σκέφτονται ότι δεν χρειάζεται τώρα να βάλουν το ΚΚ στην κυβέρνηση, προκειμένου ο κομματικός του μηχανισμός να ασκεί μια «επιρροή συγκράτησης» πάνω στα συνδικάτα και τις μαχητικές μάζες – ώστε να επιτυγχάνουν «κοινωνικά συμβόλαια», πολιτικές λιτότητας, και άλλες ακραίες πρακτικές ταξικής συνεργασίας.

Η αστική τάξη δεν χρειάζεται (ακόμη) υπουργούς από το ΚΚ για να ξεπεράσει μια σοβαρή κοινωνική κρίση, επειδή αυτή η κρίση απέχει πολύ από το σημείο βρασμού της. Από την άποψη αυτή, εκείνες οι θλιβερές νεκροψίες του γαλλικού εργατικού κινήματος μετά την εκλογική υποχώρηση του Μαρτίου 1978 έβγαλαν ένα σημαντικό συμπέρασμα, τουλάχιστον μεταξύ των πιο κριτικών στοιχείων μέσα στο Κομμουνιστικό και στο σοσιαλιστικό κόμμα. Η υποχώρηση που προκλήθηκε από τη μεταστροφή 300.000 ψηφοφόρων, από 30.000.000, κατά τις τελευταίες ημέρες πριν από τις εκλογές, είχε σχέση με τη συγκράτηση του «κοινωνικού κινήματος» – δηλαδή, της κινητοποίησης των μισθωτών για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους απέναντι στην επίθεση του προγράμματος λιτότητας Giscard–Barre. Αυτήν την κινητοποίηση συγκρατούσαν για έναν ολόκληρο χρόνο προκειμένου να «προετοιμάσουν καλές εκλογές». Υπό αυτές τις συνθήκες, η αστική τάξη θα μπορούσε πράγματι να ριχτεί απερίσπαστη στην προσπάθεια να εμποδίσει την Ένωση της Αριστεράς να έρθει στην εξουσία. Αν υπήρχε ένα ογκούμενο απεργιακό κύμα, ή μάλλον, μια γενική απεργία με καταλήψεις εργοστασίων κατά του σχεδίου Barre, πιθανώς να βλέπαμε μια επανάληψη του Μαΐου– Ιουνίου 1936: Η αστική τάξη να παρακαλάει την Ένωση της Αριστεράς και το ΚΚ να μπουν στην κυβέρνηση όσο το δυνατόν γρηγορότερα και να αρχίσουν να εφαρμόζουν μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να αποκατασταθεί το «business as usual» – δηλαδή, να ματαιωθεί μια επαναστατική κατάσταση.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η οποία βρίσκεται ακόμη μέσα στην τράπουλα σε όλη την Νοτιοδυτική Ευρώπη, όλη η αντίθεση στη συμμετοχή των ΚΚ κυβέρνηση θα εξαφανιζόταν από τους πιο έγκυρους εκπρόσωπους των μεγάλων επιχειρήσεων εντός είκοσι τεσσάρων ωρών, υπό την προϋπόθεση ότι οι ευρωκομμουνιστές θα συνέχιζαν να παρέχουν όλες τις εγγυήσεις ότι θα περιορίσουν τις μεταρρυθμίσεις τους σε εκείνες που είναι συμβατές με την επιβίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και του αστικού κράτους. Και ένας από τους τρόπους με τους οποίους οι ευρωκομμουνιστές παρέχουν πράγματι τις εγγυήσεις αυτές είναι η επιμονή τους στη συμμετοχή των αστικών κομμάτων και των αστών πολιτικών στις διάφορες «αντιμονοπωλιακές τους συμμαχίες» και τις προτεινόμενες κυβερνήσεις συνασπισμού.

 

Η γραφειοκρατία και ο ευρωκομμουνισμός

Ο αυξανόμενος εκνευρισμός των περισσοτέρων από τις άρχουσες γραφειοκρατίες – πριν απ' όλες εκείνη της Σοβιετικής Ένωσης και των περισσότερων από τις «λαϊκές δημοκρατίες» – με τον ευρωκομμουνισμό δεν είναι απόρροια της ρεβιζιονιστικής θεωρίας του για το αστικό κράτος ή της συνεργασίας με τις αντίστοιχες εθνικές αστικές τάξεις. Αντιθέτως, τα κόμματα που παραμένουν πιστά στο Κρεμλίνο ακολουθούν γενικά παρόμοιες πολιτικές, με την έγκριση της Μόσχας. Η Μόσχα προσφέρθηκε Sandiago Carillo να επεκτείνει επίσης την ευλογία της στον Berlinguer, στον Marchais, στον Carillo, με την προϋπόθεση να μην απειλούνται τα βασικά συμφέροντα της σοβιετικής γραφειοκρατίας, από τις ευρωκομμουνιστές πολιτικές.

Αλλά μια τέτοια απειλή όντως υπάρχει, ουσιαστικά σε δύο τομείς. Η αυξανόμενη ανεξαρτησία των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων, συμπεριλαμβανομένης της υλικής ανεξαρτησίας, από το Κρεμλίνο συνεπάγεται μια σαφή απειλή ότι σε κάποιο σημείο τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα θα σταματήσουν να στηρίζουν τη σοβιετική εξωτερική πολιτική, έστω και, όπως το κάνουν σήμερα, εν μέρει.

Η μεταστροφή τους θα αποδυναμώσει σοβαρά τη διεθνή θέση της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Είναι αλήθεια ότι η γραφειοκρατία στηρίζεται πολύ περισσότερο στη στρατιωτική της ισχύ και στις εμπορικές συμφωνίες με διάφορα τμήματα της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης από όσο στα τα κομμουνιστικά κόμματα, για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της στη Δύση και την Ιαπωνία. Εντούτοις η απώλεια κάθε πολιτικού οργάνου ή μόνιμου συμμάχου εντός των ιμπεριαλιστικών χωρών θα αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική της δύναμη και τη γενική πολιτική της ισχύ σε διεθνή κλίμακα.

Πολύ πιο σημαντική είναι η απειλή την οποία, οι ακόμα περιορισμένες και ασυνεπείς επικρίσεις των ευρωκομμουνιστών για την πολιτική και κοινωνική δομή της ΕΣΣΔ και των παρομοίων χωρών, αντιπροσωπεύουν για τη σταθερότητα της Σοβιετικής Ένωσης και των «λαϊκών δημοκρατιών». Η μία πολιτική ομάδα που έχει εγκρίνει με ενθουσιασμό και χωρίς επιφυλάξεις αυτή την κριτική στάση των ευρωκομμουνιστών είναι το αντιπολιτευτικό ρεύμα στο εσωτερικό των ΚΚ της Ανατολικής Ευρώπης και της Σοβιετικής Ένωσης, και ιδίως το ρεύμα που έχει βγει από το μηχανισμό χωρίς να έχει ακόμη κόψει όλους τους δεσμούς. Οι τσεχοσλοβάκοι «μεταρρυθμιστές κομμουνιστές» αποτελούν ένα τυπικό παράδειγμα. Αλλά στην Ανατολική Ευρώπη ο ενθουσιασμός και οι αυταπάτες για τον ευρωκομμουνισμό πάνε πολύ μακρύτερα. Εμπλέκουν αυθεντικούς και ειλικρινείς αριστερούς κομμουνιστές αντιπολιτευόμενους όπως ο Wolf Biermann, ο Robert Havemann, και ο Rudolf Bahro στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Αυτή η σύγκλιση, μεταξύ κομμουνιστών της αντιπολίτευσης στην Ανατολή και ευρωκομμουνισμού, έχει και πολιτικές και ιδεολογικές ρίζες. Οι πολιτικές ρίζες είναι προφανώς τακτικής φύσεως. Είναι πολύ πιο δύσκολο για ένα σταλινικό γραφειοκράτη στην Πράγα, στη Βαρσοβία, ή στη Μόσχα να φωνάξει «Εχθρός της διεθνούς ύφεσης! Πράκτορας της CIA!» σε κάποιον που παραθέτει τα λόγια του Berlinguer, του Carillo, ή του Marchais, από ό,τι σε κάποιον που παραθέτει τον Jimmy Carter περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι κομμουνιστές αντιπολιτευόμενοι βρίσκουν ισχυρό οπλοστάσιο στην ευρωκομμουνιστική κριτική των πιο αποκρουστικών χαρακτηριστικών της δικτατορίας της γραφειοκρατίας. Οι επικρίσεις αυτές έχουν γίνει πιο θεμιτές στο εσωτερικό του «επίσημου» κομμουνιστικούκινήματος, για πρώτη φορά μετά την εκδίωξη της Αριστερής Αντιπολίτευσης το 1927 και μετά.

Αυτή η τακτική των κομμουνιστών αντιπολιτευομένων στην Ανατολική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση αντιστοιχεί στην αντικειμενική πραγματικότητα, και όχι απλώς σε αυταπάτες. Οι διευρυνόμενες συζητήσεις σχετικά με τη φύση της Σοβιετικής Ένωσης, με τη φύση και τα εγκλήματα του σταλινισμού, με τις σχέσεις μεταξύ δημοκρατίας και σοσιαλισμού, που αναπτύσσονται στο εσωτερικό των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων, αναπόφευκτα μεταφέρονται στην Ανατολική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ένωση, αν και με μερικό και διαστρεβλωμένο τρόπο. Σφυροκοπούν το γραφειοκρατικό μονολιθισμό. Είναι κινητήριες δυνάμεις, ακόμα μικρές και αδύναμες, για την ερχόμενη πολιτική αντιγραφειοκρατική επανάσταση στις χώρες αυτές. Εξοργίζουν την άρχουσα γραφειοκρατία.

Έτσι, οι επαναστάτες σοσιαλιστές δεν πρέπει να εξισώνουν τις αυξανόμενες παραχωρήσεις των ευρωκομμουνιστών προς την σοσιαλδημοκρατία και την ιμπεριαλιστική αστική τάξη με την αυξανόμενη κριτική τους στην γραφειοκρατική δικτατορία στην Ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ.

Μόνο ένας οπαδός της χυδαίας και αβάσιμης «θεωρίας των δύο στρατοπέδων» θα υποστήριζε ότι κάθε πλήγμα εναντίον της δικτατορίας στα γραφειοκρατικοποιημένα εργατικά κράτη ευνοεί «αυτόματα» τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Ούτε τα ουγγρικά εργατικά συμβούλια του 1956, ούτε η Άνοιξη της Πράγας του 1968, ούτε οι πολωνοί απεργοί του 1970 και του 1977, έδρασαν «αντικειμενικά σύμφωνα με τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού». Ακόμη λιγότερο προτίθονταν «υποκειμενικά» να επαναφέρουν τον καπιταλισμό.

Η σύγκρουση μεταξύ των καταπιεζομένων μαζών της Ανατολικής Ευρώπης, της ΕΣΣΔ, και της Κίνας με τις άρχουσες γραφειοκρατίες είναι διαφορετικής κοινωνικής και πολιτικής φύσης από τη σύγκρουση μεταξύ της ΕΣΣΔ και του ιμπεριαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα, για να μην μιλήσουμε για τη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας στις καπιταλιστικές χώρες. Είναι απολύτως εφικτό και συνεπές να υποστηρίζει κανείς κάθε αντιιμπεριαλιστική και αντικαπιταλιστική πάλη στον κόσμο, και την ίδια στιγμή να στηρίξει κάθε αγώνα των καταπιεσμένων μαζών στα εργατικά κράτη.

Η ανατροπή της εξουσίας της γραφειοκρατίας και η εγκαθίδρυση πραγματικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας σε αυτές τις χώρες θα ενίσχυε άμεσα την παγκόσμια πάλη για το σοσιαλισμό, δεν θα την αποδυνάμωνε. Έτσι θα αποδυνάμωνε τον ιμπεριαλισμό, και κατά κανένα τρόπο δεν θα τον ενίσχυε.

Ακόμη, υπάρχουν βαθύτερες ιδεολογικές συγγένειες μεταξύ ενός τουλάχιστον τμήματος των μαρξιστών αντιπολιτευόμενων στα γραφειοκρατικοποιημένα εργατικά κράτη και των ευρωκομμουνιστών. Αυτοί οι αντιπολιτευόμενοι είναι ελάχιστα ομοιογενείς ιδεολογικά. Όλες οι αποχρώσεις των απόψεων υπάρχουν ανάμεσά τους, από την αποδοχή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως «ιδανική» εναλλακτική λύση για την γραφειοκρατική δικτατορία, μέχρι τους αυθεντικούς υποστηρικτές της δημοκρατίας των εργατικών συμβουλίων (σοβιέτ) με πολιτική πολυφωνία στους κόλπους της.

Αλλά με την τεράστια ιδεολογική σύγχυση και την οπισθοδρόμηση που προκάλεσε ο σταλινισμός, με τη μακρά καταστολή των ανοικτών ιδεολογικών συζητήσεων, και με τη σχετική απομόνωση της νέας αντιπολίτευσης από τις ζωηρές θεωρητικές συζητήσεις ανάμεσα στους δυτικούς μαρξιστές και την περιορισμένη τους πρόσβαση ακόμα και στις προγενέστερες συζητήσεις στις ίδιες τους τις χώρες (ιδίως στην ΕΣΣΔ), θα πρέπει να θεωρηθεί αναμενόμενο ότι το πρώτο «εναλλακτικό μοντέλο» στο οποίο στρέφονται μαζικά οι αντιπολιτευόμενοι είναι εκείνο του ευρωκομμουνισμού.

Χτυπάει μια ευαίσθητη χορδή τους, ιδιαιτέρως μάλιστα ενόσω παραμένουν υπό την πίεση του σοβιετικού μηχανισμού και έχουν να αντιμετωπίσουν την απάθεια των σοβιετικών εργατών. Αυτές οι συνθήκες επάγουν σκεπτικισμό για την ικανότητα της εργατικής τάξης για χειραφέτηση. Επάγουν και ψευδαισθήσεις σχετικά με την ανάγκη μιας «μεγάλης συμμαχίας» με την τεχνοκρατική πτέρυγα της γραφειοκρατίας, κάτι που συμβαδίζει αρμονικά με την ευρωκομμουνιστική επιμονή στην «αντιμονοπωλιακή συμμαχία» με τη «νέα μεσαία τάξη».

Με δεδομένες αυτές τις πραγματικές απειλές από το μέρος του ευρωκομμουνισμού, θα υπέθετε κανείς ότι το Κρεμλίνο θα προσπαθούσε να καταφέρει βαριά χτυπήματα εναντίον του. Δεν το έχει πράξει μέχρι τώρα. Έχει προβεί σε κάποιες βίαιες αντιπαραθέσεις, συχνά μέσω ενδιαμέσων, και έχει διακριτικά υποστηρίξει μερικές διασπάσεις από σκληροπυρηνικούς σταλινικούς στα δυτικά κόμματα. Αλλά η ίδια η αποτυχία αυτών των διασπάσεων να κερδίσουν οποιαδήποτε σοβαρή υποστήριξη στην εργατική τάξη, ιδιαίτερα στις νέες γενιές, αποκαλύπτει το δίλημμα του Κρεμλίνου.

Μια ανοιχτή ρήξη με τους ευρωκομμουνιστές πουθενά, με την πιθανή εξαίρεση της Φινλανδίας, δεν θα αύξανε τις δυνατότητες της Μόσχας να επηρεάζει την πολιτική ζωή και το συσχετισμό των δυνάμεων στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Στην πραγματικότητα, θα αποδυνάμωνε τις δυνατότητές της.

Η μόνη εναλλακτική λύση είναι, συνεπώς, να διατηρήσει απρόθυμα μια στενόχωρη εκεχειρία, να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί οδυνηρά για κάθε συγκεκριμένο θέμα με κάθε συγκεκριμένο ΚΚ, και να απαντήσει περισσότερο ή λιγότερο ενεργητικά σε κάθε «παρέμβαση» των ευρωκομμουνιστών στο «σοσιαλιστικό στρατόπεδο».

Μια πρόσθετη δυσκολία για τη Μόσχα ανακύπτει από τη φυγόκεντρη επίδραση του ευρωκομμουνισμού στο εσωτερικό των ίδιων των αρχουσών γραφειοκρατιών. Οι γιουγκοσλαβικές συμπάθειες και ιδεολογικές συγγένειες με τους ευρωκομμουνιστές, εμφανίστηκαν από την αρχή. Οι Γιουγκοσλάβοι έχουν στηρίξει κάθε κίνηση που υπονομεύει τις δίδυμες έννοιες του «ενός και μόνου κέντρου» και του «ενός και μόνου μοντέλου» για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Οι Γιουγκοσλάβοι αποτελούν τη φυσική γέφυρα ανάμεσα στους ευρωκομμουνιστές και στους αντιπολιτευόμενους «μεταρρυθμιστές κομμουνιστές» της Ανατολικής Ευρώπης. Οι Ρουμάνοι απείχαν προσεκτικά από κάθε κριτική στους ευρωκομμουνιστές. Οι Ούγγροι περιορίστηκαν σε πολύ ηπιότερες επικρίσεις από τους Ανατολικογερμανούς ή τους Βούλγαρους. Σε γενικές γραμμές, για τη Μόσχα, όπως και για τους άλλους, μια στενόχωρη εκεχειρία είναι προτιμότερη από τον ανοιχτό πόλεμο έστω και μόνο για να μειωθούν οι φυγόκεντρες τάσεις και η ιδεολογική σύγχυση.

Όσο για τους Κινέζους, πρώτα κατήγγειλαν «τα ψευδοκομμουνιστικά κόμματα της Δύσης» ως «ρεβιζιονιστές συνθηκολόγους με τον καπιταλισμό» – αυτά που είχαν αποταχθεί το λενινισμό και τη δικτατορία του προλεταριάτου – και στη συνέχεια τους κατάγγειλαν ως «ανδρείκελα του σοσιαλιμπεριαλισμού» ακόμη και ως «ξένους πράκτορες». Τον τελευταίο καιρό όμως, οι Κινέζοι έχουν αποκαταστήσει επαφή με τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα, ιδίως με το ισπανικό και το ιταλικό. Οι Γιουγκοσλάβοι, πάλι παίξουν έναν προφανή ρόλο ενδιαμέσου. Στο μέτρο όμως που η κύρια εμμονή των Κινέζων ηγετών, τουλάχιστον προς το παρόν, είναι να αποδυναμώσουν την πολιτική ηγεσία της ΕΣΣΔ, πρέπει και να βλέπουν με καλό μάτι την αποδυνάμωση των δεσμών μεταξύ του Κρεμλίνου και των μαζικών ευρωκομμουνιστικών κομμάτων.

 

Οι εσωτερικές αντιθέσεις του ευρωκομμουνισμού

Ο ευρωκομμουνισμός πάσχει από κρίση ταυτότητας πού έχει τις ρίζες της στη διαδικασία

της βαθμιαίας σοσιαλδημοκρατικοποίησης. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υπάρχουν σε όλες τις ιμπεριαλιστικές χώρες, αλλού ισχυρότερα, αλλού ασθενέστερα. Όλα έχουν βαθιές ρίζες στο παραδοσιακό εργατικό κίνημα. Εάν οι κύριες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές μεταξύ των ευρωκομμουνιστικών και αυτών των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εξαφανιστούν, πώς θα μπορούσε ο ευρωκομμουνιστικός μηχανισμός να διατηρήσει την ξεχωριστή του ύπαρξη; Όμως, η ενίσχυση και η επέκταση της ισχύος και των προνομίων του μέσα στην αστική κοινωνία και το αστικό κράτος είναι ακριβώς το βασικό του κίνητρο. Πώς μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η αντίφαση;

Θεωρητικά, αυτή η διαδικασία σοσιαλδημοκρατικοποίησης θα μπορούσε να καταλήξει στο να ξεπεραστεί η ιστορική διάσπαση μεταξύ σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενιαία ενωμένα ρεφορμιστικά μαζικά κόμματα της εργατικής τάξης. Αλλά υπέρ ποίου θα συνέβαινε μια τέτοια επανένωση; Πώς θα διανεμηθούν τα λάφυρα; Η απάντηση είναι προφανής: Με την πιθανή εξαίρεση της Ιταλίας, θα απέβαινε παντού υπέρ του παλαιού σοσιαλδημοκρατικού μηχανισμού. Έτσι, οι ευρωκομμουνιστές ηγέτες, αποφεύγουν διπλωματικά το ζήτημα της διάλυσης του κόμματος.

Η ηγεσία του γαλλικού ΚΚ αποτελεί την πιο ξεκάθαρη περίπτωση. Διακατέχεται από το φόβο της απώλειας της ηγεμονίας της μεταξύ των βιομηχανικών εργατών και του συνδικαλιστικού εκλογικού σώματος από ένα αναζωογονημένο σοσιαλιστικό κόμμα. Όλοι οι ελιγμοί της από τον Σεπτέμβριο του 1977, οι οποίοι αναμφίβολα συνέβαλαν στην εκλογική ήττα της Ένωσης της Αριστεράς, έχουν καθοριστεί από αυτή την εμμονή. Παραδόξως, όσο λιγότερο διαφορετική από εκείνη των Σοσιαλδημοκρατών γίνεται η μακροπρόθεσμη στρατηγική των ευρωκομμουνιστών, τόσο περισσότερο πρέπει να προσπαθούν απεγνωσμένα να «διαφοροποιούνται» από το σοσιαλιστικό κόμμα, με οποιαδήποτε κόστος.

Όλοι οι εκπρόσωποι του ευρωκομμουνισμού επιμένουν ότι η στρατηγική τους για τη βαθμιαία μετάβαση στο σοσιαλισμό είναι «θεμελιωδώς» διαφορετική από εκείνη των σοσιαλδημοκρατών. «Οι σοσιαλδημοκράτες αρκούνται στο να διαχειρίζονται τον καπιταλισμό˙ εμείς θέλουμε να τον μετασχηματίσουμε». Ο μπερνσταϊνικός ρεβιζιονισμός ξεκίνησε με το ίδιο ακριβώς επιχείρημα:«Να μετασχηματίσουμε βαθμιαία», με κανένα τρόπο «να διαχειριστούμε» μόνο. Το επιχείρημα είναι μερικώς ανειλικρινές. Το αυστριακό, το σουηδικό, το βρετανικό εργατικό κόμμα σίγουρα δεν έχουν εγκαταλείψει την ιδέα του «βαθμιαίου μετασχηματισμού». Ούτε και κάποια σημαντική πτέρυγα του γαλλικού του ιταλικού, του βελγικού και του ισπανικού σοσιαλιστικού κόμματος την έχει εγκαταλείψει. Αλλά πάνω από όλα η στρατηγική τους είναι τυφλή στη λογική της ιστορικής τάσης: Αν θέλεις να «μετασχηματίσεις μόνο βαθμιαία τον καπιταλισμό», θα πρέπει και να τον διαχειριστείς όταν εκλεγείς. Μια εντεινόμενη σύγκρουση προκύπτει αναπόφευκτα ανάμεσα σε δύο αντιφατικούς σκοπούς, ιδιαίτερα σε περιόδους οξείας καπιταλιστικής κρίσης. Έτσι, όταν μια αυθεντική διαφοροποίηση από τις σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές γίνεται όλο και πιο δύσκολη, οι τεχνητές διαφοροποιήσεις – και ο ξεκάθαρος σεχταρισμός – χρειάζεται να την υποκαταστήσουν.

Οι δισταγμοί των ευρωκομμουνιστών να κόψουν τον ομφάλιο λώρο που τους συνδέει ακόμα με το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» είναι σε μεγάλο βαθμό εξηγήσιμο με αυτούς τους όρους. Οι δεσμοί αυτοί «εξαργυρώνονται» όλο και λιγότερο από εκλογική ή συνδικαλιστική άποψη. Μετά τις εμπειρίες της Ουγγαρίας και της Τσεχοσλοβακίας, το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής εργατικής τάξης δεν ταυτίζει πια τη Σοβιετική Ένωση με την παγκόσμια επανάσταση και την πάλη για το σοσιαλισμό, όπως το έκανε σε μεγάλη ακόμα κλίμακα το 1935 ή το 1945. Από την άλλη όμως οι δεσμοί αυτοί παραμένουν απαραίτητοι για τη διατήρηση μιας ειδικής ευρωκομμουνιστικής ταυτότητας.

Αλλά αυτό το valse hesitation των ευρωκομμουνιστών γύρω από το σταλινισμό υποδεικνύει με άμεσο τρόπο άλλες βαθύτερες αντιφάσεις. Ισχυρίζονται ότι ευνοούν ένα πολυκομματικό σύστημα στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αλλά δεν καταδικάζουν το μονοκομματικό σύστημα στην ΕΣΣΔ. Ισχυρίζονται ότι ευνοούν τα ανεξάρτητα συνδικάτα και το δικαίωμα στην απεργία κατά τη «μετάβαση στο σοσιαλισμό», αλλά δεν αγωνίζονται ανοιχτά για τα ίδια δικαιώματα στην Ανατολική Ευρώπη και την ΕΣΣΔ. Καταδικάζουν τη λογοκρισία, την καταστολή της ελευθερίας του λόγου, της συγγραφής και δημοσίευσης στο «σοσιαλιστικό στρατόπεδο», αλλά δεν πολεμούν για εκείνους τους πολιτικούς θεσμούς της σοσιαλιστικής δημοκρατίας που μόνοι μπορούν να εγγυηθούν την εξάσκηση αυτών των ελευθεριών σε αυτές τις χώρες. Και αποτραβιούνται από μια σαφή στήριξη της κομμουνιστικής αντιπολίτευσης στα γραφειοκρατικοποιημένα εργατικά κράτη˙κι ακόμα λιγότερο θα έπαιρναν ανοιχτή θέση υπέρ της πολιτικής επανάστασης. Στην καλύτερη των υποθέσεων εξακολουθούν να εναποθέτουν τις ελπίδες τους σε μεταρρυθμίσεις από την κορυφή – σε μια διαλεκτική αλληλεπίδραση με την «πίεση από τα κάτω». Προφανώς η «βαθμιαία μετάβαση» ως προς τους καπιταλιστές μπορεί να συμπληρωθεί μόνο με τη «βαθμιαία μετάβαση» και ως προς τη γραφειοκρατία. Και δεδομένου ότι φλερτάρουν φλογερά, με τη γιουγκοσλαβική και τη ρουμανική γραφειοκρατία και ότι εξακολουθούν να ελπίζουν ανοίγματα προς την ουγγρική, την πολωνική, και την κινεζική, επιβάλλουν στον εαυτό τους μια συμπληρωματική συγκράτηση στην πάλη ενάντια στα γραφειοκρατικά καθεστώτα.

Οι επιπτώσεις αυτών των αντιφάσεων και ασυνεπειών είναι πολυάριθμες. Το εσωτερικό καθεστώς των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων παραμένει σε μεγάλο βαθμό γραφειοκρατικό, αν και κάπως λιγότερο από όσο ήταν πριν από δέκα χρόνια. Το δικαίωμα σχηματισμού τάσεων και φραξιών παραμένει αυστηρά απαγορευμένο. Μόνο το ισπανικό ΚΚ έχει κάνει μια μικρή κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Είναι αλήθεια ότι οι δημόσιες συζητήσεις είναι περισσότερο ανεκτές απ' όσο πριν.

Διαγραφές για δημόσια έκφραση διαφορών έχουν γίνει σπάνιες. Αλλά οι αντιφάσεις παραμένουν κραυγαλέες. Εκείνο που οι ευρωκομμουνιστές ηγέτες είναι έτοιμοι να παραχωρήσουν στις αστικές πολιτικές δυνάμεις στη διαδικασία της «μετάβασης στο σοσιαλισμό» δεν είναι διατεθειμένοι να το παραχωρήσουν στα μέλη τους. Και κάθε παραχώρηση προς αυτή την κατεύθυνση που κάνουν σε μια αργά αυξανόμενη πίεση μέσα από τις τάξεις τους, γίνεται αμέσως ένα επιπλέον εκρηκτικό ζήτημα στις σχέσεις τους με τη Μόσχα.

Γενικότερα, μια διεξοδική, ειλικρινής, συνεπής και επιστημονική εξήγηση του σταλινισμού, της γραφειοκρατίας, και της συνενοχής των «ιστορικών» ηγετών των ευρωκομμουνιστικών ΚΚ που επέτρεψε τα εγκλήματα του Στάλιν, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί εφόσον διατηρείται η τωρινή μεσοβέζικη στάση προς το Κρεμλίνο, διότι γίνεται ένα επιπλέον εκρηκτικό ζήτημα στις σχέσεις τους με τη Μόσχα.

Αυτές οι πολιτικοϊδεολογικές αντιφάσεις επιδεινώνονται από την κοινωνική αντίφαση. Η άνοδος του σταλινισμού συνοδεύτηκε – όχι μηχανικά, όχι μόνιμα, όχι με γραμμικό τρόπο, αλλά, παρ' όλα αυτά, σε μεγάλο βαθμό – από την ύφεση της παγκόσμιας επανάστασης και τη πτώση της μέσης συνείδησης της εργατικής τάξης. Και οι δύο διαδικασίες αλληλοκαθορίζονται με ολοένα στενότερη διασύνδεση. Αλλά η άνοδος του ευρωκομμουνισμού συνοδεύεται όχι μόνο από την άνοδο της παγκόσμιας επανάστασης, αλλά ιδίως από την άνοδο της μαχητικότητας και του μέσου επιπέδου συνείδησης της εργατικής τάξης στις περισσότερες από αυτές τις χώρες. Τεράστιες συγκρούσεις και αντιφάσεις, συνεπώς ακολουθούν για την εφαρμογή των ευρωκομμουνιστικών πολιτικών.

Σε αντίθεση με προηγούμενες προσπάθειες, η προσπάθεια να αναγκάσεις τους δυτικοευρωπαίους εργάτες να καταπιούν στη σειρά την ταξική συνεργασία, τα «κοινωνικά συμβόλαια» και τη λιτότητα έχει προκαλέσει μαζική αντίσταση μέσα στις τάξεις των κυριαρχούμενων από τα ΚΚ συνδικάτων στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία. Στην Ισπανία, η πίεση έχει εκφραστεί όχι μόνο από την εμφάνιση μαζικής αντιπολιτευτικής ψήφου στα συνέδρια των συνδικάτων, αλλά κατέληξε να αναγκάσει την ηγεσία των καθοδηγούμενων από το Κομμουνιστικό Κόμμα Comisiones Obreras, να αναστρέψουν εν μέρει τις πολιτικές τους. Στη Γαλλία, ο αγώνας των επαναστατών σοσιαλιστών για την ενότητα της εργατικής τάξης και την προετοιμασία της γενικής απεργίας ενάντια στην επίθεση λιτότητας των Giscard-Barre έχει βρει απήχηση στις τάξεις της CGT και του PCF – πολύ πιο σημαντική από την απήχηση που έχει η αντιπολίτευση της διανόησης γύρω από τον Althusser. Στην Ιταλία, στα μεγάλα συνδικάτα, η γραφειοκρατία του ΚΚ μπορεί ακόμα να αποσπάσει ψήφους υπέρ της λιτότητας, αυτό όμως μοιάζει όλο και περισσότερο με πύρρεια νίκη, διότι η αντίσταση των εργατών στο εργοστάσιο, ακόμη και σε τοπικό επίπεδο είναι βαθιά και μεγαλώνει.

Είναι απίθανο, για να πούμε το λιγότερο, να μπορέσουν αυτά τα ΚΚ να διατηρήσουν το είδος του ελέγχου πάνω στο οργανωμένο εργατικό κίνημα που είχαν ακόμα και κατά την έκρηξη του Μαΐου του 1968 στη Γαλλία. Τόσο ο μηχανισμός των ΚΚ, όσο και η ιμπεριαλιστική αστική τάξη είναι βαθύτατα ανήσυχοι. Για το λόγο αυτό, μεταξύ άλλων, το γαλλικό και το ισπανικό κόμμα είναι απρόθυμα να συμμετάσχουν σε κυβερνήσεις συνασπισμού που αναγκάζονται να επιβάλουν μέτρα λιτότητας. Προτιμούν να πραγματοποιήσουν τον «αντιμονοπωλιακό συνασπισμό» κάτω από ευνοϊκότερες για τον καπιταλισμό κοινωνικοοικονομικές συνθήκες. Αλλά τότε, η χρησιμότητά τους στην αστική τάξη θα είναι μηδενική. Οι ευρωκομμουνιστές βρίσκονται κάτω από αντίρροπες πιέσεις: από το ενδιαφέρον τους να ενσωματωθούν στο αστικο-κοινοβουλευτικό κράτος αλλά και από τις αυξανόμενες προσδοκίες, τη νευρικότητα, και την αντικαπιταλιστική μαχητικότητα της εργατικής τάξης, της οποίας η συνείδηση προσλαμβάνει όλο και περισσότερο ένα υγιές αντιγραφειοκρατικό συστατικό. Ιστορικά, αυτές οι αντιφατικές πιέσεις απειλούν να τους διασπάσουν. Θα γίνουμε μάρτυρες μιας διαδοχής εσωτερικών συγκρούσεων και κρίσεων σε αυτά τα κόμματα και δεν μπορεί να αποκλειστούν ακόμη και η μαζικές διασπάσεις σε στιγμές βαθιάς επαναστατικής κρίσης.

Ο ευρωκομμουνισμός δεν πηγαίνει πουθενά. Έχει αργήσει είκοσι χρόνια. Υπάρχει όλο και λιγότερος χώρος στη δυτική κοινωνία για τη ρεφορμιστική βαθμιαία μετάβαση. Μια και οι αποφασιστικές κοινωνικές δοκιμασίες ισχύος είναι αναπόφευκτες σε μια ολόκληρη σειρά ιμπεριαλιστικών χωρών, δεν υπάρχει μέλλον για τη στρατηγική των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων. Ούτε και προδιαγράφεται λαμπρό το μέλλον των μηχανισμών τους.

 

Μετάφραση: Παραναγνώστης

 

Πηγή: Παραναγνώστης, 28 Ιουλίου 2015.

Marxist Perspectives, Τόμος 2, No. 4, Χειμώνας 1979-1980, σσ. 114-142

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015 11:44
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.