Παρασκευή, 08 Μαρτίου 2019 14:50

Γυναίκες και Συνδικάτα

Mάνθος Ταβουλάρης

Γυναίκες και Συνδικάτα

Έναυσμα για τo άρθρο που ακολουθεί είναι οι συγκρούσεις ανάμεσα σε γυναίκες εργαζόμενες και εργοδότες στους εργασιακούς χώρους κατά την τελευταία δεκαετία. Από το 2008 και μετά αυξάνεται κατακόρυφα η καταγραφή περιπτώσεων σκληρής σωματικής βίας εις βάρος γυναικών, με πιο χαρακτηριστική και γνωστή περίπτωση τη δολοφονική επίθεση στη συνδικαλίστρια Κωνσταντίνα Κούνεβα το 2008. Στη συνεχεία υπήρξε η περίπτωση της Κάρμεν, μετανάστριας, εργαζόμενης στον επισιτισμό στο καφέ Via Vai. Όταν η Κάρμεν ζήτησε μαζί με μέλη του σωματείου της από τον εργοδότη την αποζημίωσή της, αυτός την απείλησε με όπλο και στη συνέχεια έβαλε μπράβος να την χτυπήσουν1. Στα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξαν και άλλες περιπτώσεις βίας εναντίον γυναικών εργαζομένων, αλλά οι περιπτώσεις της Κούνεβα και της Κάρμεν είναι ίσως οι πιο χαρακτηριστικές μια διαρκώς αυξανόμενης πόλωσης: οι εργαζόμενες αποκτούν περισσότερο θάρρος για να διεκδικήσουν και αξιοποιούν τα μέσα της συνδικαλιστικής οργάνωσης ενώ οι εργοδότες καταφεύγουν σε ακραίες μορφές βίας και απειλών για να τρομοκρατήσουν τις εργαζόμενες σε μια σειρά από εργασιακούς τομείς (εργολαβίες, καθαριότητα, επισιτισμό). Αξίζει να σημειωθεί ως χαρακτηριστικό της πόλωσης, ότι για τις παραπάνω περιπτώσεις συγκροτήθηκε ένα μεγάλο κύμα αλληλεγγύης μέσα στο εργατικό κίνημα και σε μεγάλο βαθμό στο συνδικαλιστικό κίνημα (τα 300 σωματεία για την περίπτωση της Κ. Κούνεβας). Στη συνέχεια, με την επιβολή των μνημονίων, η πόλωση ανάμεσα στους εργαζόμενους και τους εργοδότες αυξήθηκε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Η ανησυχία του αστικού συστήματος, που προκάλεσε η νεολαιίστικη εξέγερση του 2008 κλιμακώθηκε με το κίνημα της περιόδου 2010-12: αποκορύφωση αυτού του κινήματος ήταν το κίνημα των πλατειών όπου η παρουσία των γυναικών υπηρξε σημαντική. Ακόμα και στο τέλος αυτού του πρώτου κύκλου αγώνων η σημαντικότερη μάχη δόθηκε με τον πολύμηνο αγώνα των καθαριστριών στο υπουργείο εργασίας, γύρω από τον οποίο συγκροτήθηκε και πάλι ένα ευρύ κίνημα αλληλεγγύης. Σε σημαντικές στιγμές αυτού του αγώνα υπήρξε σκληρή κατασταλτική βία από την αστυνομία.

 

Νεοφιλελευθερισμός και συνδικάτα

Όλη η προηγούμενη περίοδος (1991 – 2008) χαρακτηρίζεται από την εξής αντίφαση: σε μια πρώτη φάση τα συνδικάτα συνεχίζουν να είναι κατοχυρωμένα στη συνείδηση της εργατικής τάξης ως βασικά εργαλεία αντιμετώπισης του νεοφιλελευθερισμού. Η νίκη της απεργίας της ΕΑΣ (1992-3) και αργότερα η αντίσταση στο νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό του Γιαννίτση (2001) καθόρισαν το ρόλο των συνδικάτων εκείνης της περιόδου.

Παρά ταύτα η περίοδος 1991 – 2008 (κυρίως μετά το 1996) σηματοδοτεί την σταδιακή εγκατάλειψη της στρατηγικής της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, από το παραδοσιακό μεταρρυθμιστικό μοντέλο προς στην υιοθέτηση μιας πολιτικής διαχείρισης του νεοφιλελευθερισμού, με κορυφαία παραδείγματα αυτής της περιόδου την αδυναμία ή την άρνηση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας να εμποδίσει την ιδιωτικοποίηση βασικών τομέων της οικονομίας όπως της Ολυμπιακής και του ΟΤΕ. Βασικό χαρακτηριστικό της σταδιακής μετατόπισης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ήταν η επιλογή της να συνεχίζει να διεκδικεί τη διατήρηση κεκτημένων σε ορισμένους νευραλγικούς τομείς της οικονομίας και για ορισμένα μόνο τμήματα εργαζομένων σε αυτούς, κυρίως εργαζόμενων που αποτελούσαν και την εκλογική της βάση, αναπαράγοντας τους συσχετισμούς δύναμης για την ηγεμονία της2. Έτσι η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν απευθύνθηκε και δεν πρόσφερε συνδικαλιστική κάλυψη σε ένα τεράστιο τμήμα εργαζομένων, που αποτελούνταν από νέους/ες και μετανάστες/ριες παρά τη συνεχόμενη πτώση του ποσοστού συνδικαλιστικής πληρότητας από το 1992 και μετα3. Η άρνηση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας να οργανώσει αυτά τα τμήματα εργαζομένων οφείλεται στο γεγονός ότι μια τέτοια προσπάθεια θα προϋπέθετε μια σκληρή αντιπαράθεση των συνδικάτων με τους εργοδότες και με το ίδιο το αστικό κράτος. Σε μια εποχή όπου για το κράτος η εντατικοποίηση της εργασίας συνδέθηκε με στρατηγικές του επιδιώξεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ολυμπιακοί αγώνες του 2004 και η εργασία κατά κύριο λόγο μεταναστών στα ολυμπιακά έργα. Επιπλέον ένα πολύ μεγάλο τμήμα μεταναστών/ριων και νέων εργαζομένων εκείνη τη περίοδο εργάζονταν σε μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις και υπεργολαβίες, σε μεγάλο βαθμό σε συνθήκες μαύρης και αδήλωτης εργασίας. Αυτή η κατάσταση διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την κοινωνική συμμαχία του μικρού κεφαλαίου με το μεγάλο κεφάλαιο4, με την οποία θα έπρεπε να αναμετρηθεί η συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Το γεγονός ότι δεν το έκανε επέτρεψε να διαμορφωθούν οι συνθήκες επιτάχυνσης και επέκτασης της απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Μέσα στα νέα στρώματα της μισθωτής εργασίας οι συνθήκες αυτές πλήττουν κυρίως της γυναίκες (μετανάστριες και νέες εργαζόμενες).

 

Εποχή των μνημονίων

Ταυτόχρονα η επέκταση της απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων και η κατάργηση εργατικών δικαιωμάτων που κορυφώνεται με τα μνημόνια έπληξαν δυσανάλογα την εργαζόμενη γυναίκα. Η σταδιακή διάλυση του κράτους πρόνοιας που κορυφώνεται την εποχή των μνημονίων είχε σαν αποτέλεσμα την αυξανομενη κατάργηση ευνοϊκών για τις γυναίκες νόμων και την μετάθεση στις γυναίκες της εργασίας που είχε αναλάβει να εκπληρώνει το κράτος πρόνοιας. Στο πλαίσιο της ιδεολογικής ηγεμονίας του νεοφιλελυεθερισμού η «ισότητα» υλοποιείται προς τα κάτω μιας και θεωρείται οικονομικά ασύμφορη5.

Επίσης η ευκολία με την οποία απολύουν οι εργοδότες, νομότυπα η παράνομα, πλήττει τις γυναίκες αναντίστοιχα προς τους άντρες (λόγω κόστους εγκυμοσύνης, άδειας μητρότητας κτλ). Η επισφαλής θέση της γυναίκας εξηγεί και τους λόγους της αύξησης του ποσοστού των γυναικών σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης (επισιτισμός-καθαριότητα-λιανεμπόριο).

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία όλο το προηγούμενο διάστημα αδιαφόρησε για τη κατάσταση των γυναικών και την επιδείνωση της εργασιακής και κοινωνικής τους θέσης. Ταυτόχρονα όμως, όλο και περισσότερες περιπτώσεις αντίστασης γυναικών έρχονται στο προσκήνιο. Πιο πρόσφατα έχουμε τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις εγκύων εργαζομένων στη MIGATO (2015)6 και στη Vresnet (2017)7, καθώς επίσης και τα δυο κρούσματα ακραίας σεξιστικής συμπεριφοράς που καταγγέλθηκαν από εργαζόμενες στο χώρο του Βιβλίου (2017)8 στο κλαδικό τους σωματείο. Στις περιπτώσεις αυτές διαμορφώθηκε κίνημα αλληλεγγύης από πρωτοβάθμια σωματεία και κινηματικές συλλογικότητες.

Η όξυνση της ταξικής πάλης σε συνθήκες ύφεσης πολλαπλασιάζει τα φαινόμενα εργοδοτικής βίας και αυθαιρεσίας εναντίον των γυναικών αλλά και τις αντιστάσεις των ιδίων των γυναικών. Παρά τις αυξημένες δυσκολίες στην συνδικαλιστική οργάνωση των εργατών/τριών σε συνθήκες ευέλικτης εργασίας, η αύξηση του αριθμού γυναικών σε τέτοιες μορφές εργασίας και οι αντιστάσεις τους, ανοίγουν και διαμορφώνουν νέες δυνατότητες για ένα μαχητικό και ριζοσπαστικό εργατικό κίνημα.

 

Η αύξηση της μισθωτής εργασίας στις γυναίκες και η συνδικαλιστική πληρότητα.

Η αύξηση της μισθωτής εργασίας στην Ευρώπη τα τελευταία 30 χρόνια, οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μαζική εισροή γυναικών στις τάξεις των εργαζομένων. Αυτό το φαινόμενο παρουσιάζει δυο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο και κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι η αύξηση της μισθωτής εργασίας έχει συνοδευτεί με τη επέκταση της «ευέλικτης» εργασίας. Σε αυτήν την αυξητική τάση η παρουσία των γυναικών είναι η πιο διακριτή, ενώ σε ορισμένους τομείς είναι πλειοψηφική. Το 70% των γυναικών εργάζεται σε τομείς μερικής απασχόλησης. Στην Ελλάδα όπου υπάρχει μια αισθητή αύξηση της μισθωτής εργασίας στις γυναίκες, ο κύριος όγκος απασχολείται στον τομέα των υπηρεσιών και στις ευέλικτες μορφές εργασίας9. Το δεύτερο χαρακτηριστικό, το οποίο αποτελεί τον βασικό προβληματισμό της παρούσας εργασίας, είναι ότι η αυξανόμενη παρουσία γυναικών στην αγορά εργασίας, παρότι έχει ενισχύσει αριθμητικά τα συνδικάτα είναι εκπληκτικά ασύμμετρη με τη ραγδαία αύξηση του αριθμού των γυναικών στο σύνολο των μισθωτών εργαζόμενων.

Όσον αφορά τη συμμετοχή των γυναικών στα συνδικάτα, αλλά επίσης και η ενασχόλησή τους με ζητήματα που σχετίζονται με τη γυναικεία εργασία, είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τα στοιχεία είναι λιγοστά, κάτι το οποίο αντανακλά και το ενδιαφέρον (ή μάλλον την έλλειψη ενδιαφέροντος) του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα για τα δικαιώματα των εργαζόμενων γυναικών10.

Εκτιμήσεις οι οποίες βασίζονται στη συμμετοχή των γυναικών σε συνδικαλιστικά συνέδρια, υπολογίζουν ότι το ποσοστό της συμμετοχής γυναικών στα συνδικάτα είναι μικρότερο από 30% στο σύνολο των συνδικαλισμένων. Πρόκειται για τα χαμηλότερα ποσοστά σε ευρωπαϊκό επίπεδο11

Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη χώρα μας όπου τα συνδικάτα παρουσιάζουν μια συστηματική αδυναμία να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, η προσπάθεια επίλυσης του οποίου θα έκανε το συνδικαλιστικό κίνημα πιο ισχυρό και πολύ πιο αποτελεσματικό. Η ισχνή παρουσία των γυναικών σε ηγετικές θέσεις στις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι απογοητευτική ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στην «ομάδα χωρών με το χαμηλότερο δείκτη συνδικαλισμού των γυναικών»12.

Βασική θέση αυτής της εργασίας είναι ότι αυτή η πραγματικότητα δεν είναι ούτε φυσική ούτε θεμιτή. Παρότι η τάση είναι πανευρωπαϊκή, υπάρχουν αρκετά παραδείγματα όπου συνδικάτα σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν να παρουσιάσουν επιτυχίες.

Το παράδειγμα του Η.Β είναι ένα από τα αξιοσημείωτα. Στη Μεγάλη Βρετανία η νέα εργατική βάρδια αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από γυναίκες (και μετανάστριες), οι οποίες συνιστούν και τον κύριο όγκο συνδικαλιστικής αναπλήρωσης. Οι γυναίκες στη Μ. Βρετανία δηλώνουν ικανοποιημένες με το να ειναι μέλη συνδικαλιστικής οργάνωσης και ιδιαίτερα στο δημόσιο τομέα. Οι γυναίκες μέλη των συνδικάτων είναι πιο πιθανό να ειναι ικανοποιημένες με τους μισθούς τους13. Ο μέσος όρος ηλικίας του συνδικαλισμένου εργαζόμενου είναι περίπου 50 με 55 ετών, ενώ για τις εργαζόμενες είναι 40 ετών. Η συνδικαλιστική πληρότητα είναι υψηλότερη στις γυναίκες παρά στους άντρες14. Το ίδιο ισχύει και στη Δανία15.

Παρόλα αυτά, στη Μ. Βρετανία, τα επίπεδα απεργιακών κινητοποιήσεων ιστορικά ήταν και παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα,16ενώ η δυναμική των συνδικάτων στην ελληνική κοινωνία σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από τον αριθμό των συνδικαλισμένων εργαζόμενων (συνδικαλιστική πυκνότητα)17 και έχουν μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή18- μια αξιοσημείωτη διαφορά από τον μέσο όρο αντίστοιχων ευρωπαϊκών εμπειριών. Απο αυτή την άποψη η αναντιστοιχία συνδικαλισμένων εργαζομένων και μαζικών απεργιακών κινητοποιήσεων έχει ομοιότητες με το Γαλλικό συνδικαλιστικό κίνημα19, όπου η συνδικαλιστική πληρότητα είναι χαμηλότερη και από τις ΗΠΑ.

Σε αυτές τις απεργιακές κινητοποιήσεις, όπως δείχνει η εμπειρία, βασικό στοιχείο των οποίων είναι περισσότερο ο αυθορμητισμός, παρά η οργανωμένη προετοιμασία της κινητοποίησης, ο ρόλος και η συμμετοχή των γυναικών είναι επίσης δυσανάλογα μεγαλύτερος από την συμμετοχή τους στα σωματεία. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι παρότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την απεργιακή πυκνότητα μετά το 2010, αλλά και για τη γυναικεία συμμετοχή στις απεργίες στην Ελλάδα, ο εργατικός αγώνας με τη μεγαλύτερη κοινωνική στήριξη, μετά την 9μηνη απεργία των χαλυβουργών (2011-12) ήταν ο 20 μηνών ηρωικός αγώνας των καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών (2014). Και οι δυο αγώνες ήταν μακρόχρονοι, αντιμετώπισαν την βίαιη κρατική καταστολή και πήραν πρωτοφανείς διαστάσεις στο επίπεδο της διεθνούς εκστρατείας αλληλεγγύης. Οι καθαρίστριες όμως νίκησαν20.

 

Τα διπλά κοινωνικά βάρη των γυναικών εργαζομένων και η κρίση.

Η περίοδος της κρίσης και οι αλλεπάλληλες κυβερνήσεις λιτότητας και αντεργατικών μέτρων έχουν επιδεινώσει μια ήδη δύσκολη και οδυνηρή κατάσταση για τις εργαζόμενες γυναίκες. Τα διπλά βάρη που αντιμετωπίζουν πολλές γυναίκες έχουν αυξηθεί21. Οι περικοπές στις πρόνοιες στήριξης οικογενειών22 και η κατάργηση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων (με επιδόματα γάμου, παιδιού π.χ.) δεν ευνοούν την ενασχόληση με τη συνδικαλιστική δράση. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων λόγω μνημονίων και η κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων στον ιδιωτικό τομέα έχει μεταξύ άλλων και ως αποτέλεσμα την συνολική επιδείνωση της θέσης των εργαζόμενων γυναικών, η οποίες ούτως ή άλλως αποτελούν την πλειοψηφία στον τομέα της ευέλικτης εργασίας23

Το συνδικαλιστικό κίνημα, στο σύνολο του, από τις πρωτοβάθμιας μέχρι τις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, συστηματικά και διαχρονικά αδυνατεί να ενσωματώσει στις γραμμές του νέες μάζες γυναικών εργαζομένων, ιδιαίτερα στο χώρο της ευέλικτης εργασίας και των υπηρεσιών. Η κατάσταση δεν μπορεί πάρα να είναι σαφώς οξυμένη στη μαύρη αγορά εργασίας, που αποτελεί μεγάλο κομμάτι της ελληνικής αγοράς εργασίας24 και όπου ταυτόχρονα ο συνδικαλισμός είναι ανύπαρκτος. Επί πλέον, σε συνθήκες μαύρης εργασίας εργάζεται ένα πολύ μεγάλο τμήμα μεταναστών και μεταναστριών. Για τη μετανάστρια εργαζόμενη, στα βάρη που επωμίζεται ως γυναίκα, προστίθενται και τα βάρη που απορρέουν από το νομικό και κοινωνικό της στάτους ως μετανάστρια.

 

Οργανωτικές αλλαγές στο συνδικαλιστικό κίνημα – Θετικές διακρίσεις: μερικές σκέψεις

Η βασική πρόκληση του συνδικαλιστικού κινήματος, είναι η αύξηση της συνδικαλιστικής πληρότητας, στους χώρους εργασίας. Για τα συνδικάτα, ιδιαίτερα σε συνθήκες άμπωτης του οργανωμένου εργατικού κινήματος, είναι το Α και το Ω για την υπεράσπιση και τη προώθηση των εργατικών, οικονομικών και κοινωνικών διεκδικήσεων. Οι παθογένειες του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος είναι το βασικό εμπόδιο σε αυτή την αποστολή25. Τα συνδικάτα, από τα μεγάλα του δημόσιου έως και τα μικρά επιχειρησιακά του ιδιωτικού τομέα, θα πρέπει να βάλουν σε προτεραιότητα τη εγγραφή γυναικών, κάνοντας τις αναγκαίες οργανωτικές αλλαγές στα ίδια τα σωματεία. Και ταυτόχρονα να διαμορφώσουν συγκροτημένα πλαίσια πάλης, που από τη μια θα προσανατολίζονται αυστηρά στις ανάγκες των εργαζομένων γυναικών, παίρνοντας υπόψιν τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες (μητέρα, φοιτήτρια, μετανάστρια, ηλικία κτλ.) και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε εργασιακού κλάδου, και από την άλλη θα μπορούν να ενσωματώσουν τις γυναίκες στη συνολική μάχη των μελών ενός συνδικάτου, ανδρών και γυναικών. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η πάλη για την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Τέτοιες οργανωτικές αλλαγές αποτελούν επείγουσα ανάγκη για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος στο σήμερα αλλά και για έναν ζωτικής σημασίας αγώνα των πρωτοβάθμιων και κλαδικών σωματείων για υπογραφή Σ.Σ.Ε, από τον οποίο θα κριθεί η μαζικότητα αλλά και η επικαιρότητα του συνδικαλιστικού κινήματος, πράγμα το οποίο αφορά και τα δύο φύλα.

Για αυτό το λόγο τα μαζικά συνδικάτα του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα πρέπει να προχωρήσουν στην ίδρυση γραμματειών που θα εξειδικεύουν και θα αναλύουν τα ειδικά προβλήματα των γυναικών εργαζομένων στους χώρους εργασίας αλλά και στα συνδικάτα. Προωθώντας, όπου είναι εφικτό, μεταρρυθμίσεις στα ίδια τα συνδικάτα αλλά και σε πολιτικό επίπεδο, διεκδικώντας νομοθεσίες που βελτιώνουν τις προϋποθέσεις και τις υποδομές πρόνοιας και ευνοούν τη συμμετοχή των γυναικών, παίρνοντας υπόψιν τα διπλά βάρη της κοινωνικής τους πραγματικότητας. Αντίστοιχα, αλλά και με το ζήλο που απαιτείται λόγω της δυσανάλογης πρόκλησης που αποτελεί ο ιδιωτικός τομέας για τον συνδικαλισμό, τα πρωτοβάθμια επιχειρησιακά και κλαδικά σωματεία μπορούν να προχωρήσουν στην συγκρότηση γυναικείων ομάδων, με ανάλογες αρμοδιότητες. Η ειδοποιός διαφορά για τον ιδιωτικό τομέα είναι ότι μια μαχόμενη μονάδα γυναικών μπορεί να έχει περισσότερες δυνατότητες να συσπειρώσει γυναίκες στα σωματεία, στο βαθμό που είναι πιο κοντά στη πλατιά βάση των εργαζομένων γυναικών. Τέτοιες ομάδες θα μπορούν να ενισχύουν την διαπαιδαγώγηση των αντρών συναδέλφων στα θέματα της γυναικείας καταπίεσης, αλλά και θα μπορούν να προσελκύουν συναδέλφισσες στα σωματεία τους, αποτελώντας ταυτόχρονα τη βασική δύναμη κρούσης ενάντια σε σεξουαλικές παρενοχλήσεις και τις σεξιστικές από εργοδότες (αλλά ακόμα και από άντρες συναδέλφους). Οι ποσοστώσεις γυναικών σε ψηφοδέλτια και διοικητικά συμβούλια είναι επίσης απαραίτητες, αλλά μπορούν να είναι αποτελεσματικές στο βαθμό που η συμμετοχή των γυναικών περιφρουρείται στα συλλογικά όργανα ενός σωματείου, περιορίζοντας τη διάχυτη πατριαρχία και το σεξισμό που υπάρχει στην κοινωνία και μπορεί να μεταφέρεται και μέσα στις εργατικές οργανώσεις. Τέτοιες ομάδες θα μπορούν επίσης να προωθούν την παρουσία και τις τοποθετήσεις γυναικών σε συλλογικές διαδικασίες, μεριμνώντας για παράδειγμα για τη χρονική διάρκεια των συνελεύσεων, έτσι ώστε να λαμβάνεται η λαϊκή πραγματικότητα της εργαζόμενης γυναίκας (οικογένεια κ.τ.λ.).

Η μαζική παρουσία των γυναικών στην ευέλικτη εργασία και ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών, ενισχύει σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση της προσωρινότητας26. Η προσπάθεια ανάδειξης γυναικών σε συνδικαλιστικά όργανα και η στελεχοποίησή τους μπορεί να περιορίσει αυτή την αντίληψη. Η στελέχωση σωματείων με γυναίκες πρέπει να αποτελέσει βασικό στόχο για οποιοδήποτε μαχητικό σωματείο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή γυναικών στις διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες, ενισχύοντας έτσι σταδιακά την αυτοπεποίθηση τους ότι μπορούν να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους. Κρίσιμο για τέτοιες ομάδες γυναικών είναι παρέμβαση τους στις εκλογικές διαδικασίες, όπου θα βελτιώνουν την αριθμητική συμμετοχή των γυναικών και ταυτόχρονα θα αναδεικνύουν τα δικαιώματα και τα προβλήματα των γυναικών ως περιεχόμενο των εκλογικών διαδικασιών.

Θα επιμείνουμε ότι η δυνατότητα συγκρότησης γυναικείων ομάδων, στα πλαίσια των πρωτοβάθμιων σωματείων, αποτελεί μια βασική προϋπόθεση όχι μόνο για την ικανότητά τους να αγωνίζονται για τα ιδιαίτερα εργασιακά τους ζητήματα, αλλά και για να αποτελέσουν τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των εργαζόμενων γυναικών προτεραιότητες ολόκληρου του συνδικαλιστικού κινήματος, αντίθετα προς τις απόψεις που μπορεί να θεωρούν τέτοιες προτάσεις ως επιπόλαιες ή ακόμα και... «οπουρτουνιστικές»27

Η αλλαγή του νόμου «Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων» (ο 1264/84), εισάγοντας θετικές διακρίσεις υπέρ των γυναικών εργαζόμενων, θα μπορούσε να είναι άλλο ένα θεσμικό βήμα για την βελτίωση της παρουσίας γυναικών στα συνδικάτα και την ανάληψη ηγετικών θέσεων από αυτές. Σε κάθε περίπτωση, ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να υπάρχει για την περίοδο και την ισχύ της συνδικαλιστικής ασυλίας γυναικών συνδικαλιστριών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στη γενέτειρα του συνδικαλιστικού κινήματος, στο Η.Β, υπάρχουν μόνιμες θέσεις σε Διοικητικά Συμβούλια, αποκλειστικά για γυναίκες, τα λεγόμενα «women’s officers», ενώ σε συνδικάτα σαν το UNISON (με 1.255.653 μέλη)28, οι θετικές διακρίσεις εμπεριέχουν και ποσοστώσεις που διασφαλίζουν την ανάληψη ηγετικών θέσεων από γυναίκες.

Μια από της μεγάλες διαφορές του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος με τον βόρειο ευρωπαϊκό χώρο, είναι απουσία μιας συνεπούς και συστηματικής καμπάνιας στρατολόγησης γυναικών στα συνδικάτα, κάτι το οποίο αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό για όλες τις βαθμίδες του συνδικαλιστικού κινήματος στις βόρειες χώρες, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο Βρετανικό συνδικαλιστικό κίνημα. Κυρίαρχο στοιχείο αυτής της κουλτούρας είναι η επιμονή στα ιδιαίτερα ζητήματα των γυναικών, με ετήσιες συνδιασκέψεις εργαζομένων γυναικών αλλά και με ετήσιες μελέτες σε ζητήματα ισότητας (για γυναίκες, για ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, για ζητήματα ρατσισμού). Οι μόνιμες θέσεις γυναικών σε επίπεδο Δ.Σ, ευνοούν μια ήδη υπάρχουσα οργανωτική αντίληψη για τη μαζικοποίηση των συνδικάτωνiv.

Θα πρέπει να αποτελέσει θέση αρχής ότι η θεσμική διάκριση υπέρ των γυναικών στο συνδικαλιστικό κίνημα, θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την μαζική ένταξη των γυναικών στα σωματεία. Μια σειρά από παθογένειες του ελληνικού εργατικού κινήματος – κυρίως ίσως η παραταξιοποίησή του και η επακόλουθη πολυδιάσπαση29, δημιουργούν σοβαρά εμπόδια για την εφαρμογή κάποιων μέτρων, όπως για παράδειγμα οι ποσοστώσεις. Ακόμα χειρότερα η κυριαρχία των πολιτικών οργανώσεων μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα, λειτουργεί ως ιμάντας μεταβίβασης μέσα στα σωματεία, των πατριαρχικών στερεοτύπων που αναπαράγονται μέσα στις πολιτικές οργανώσεις.

Επίσης συχνά, οι αντιπαραθέσεις μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα μπορούν να επικαθορίζονται στην πράξη σε μεγάλο βαθμό από τις συγκρούσεις των πολιτικών παρατάξεων, περιορίζοντας κατά πολύ και υποβαθμίζοντας τα προβλήματα των γυναικών μέσα στον εργασιακό χώρο, αλλά και μέσα στο ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα. Πρόκειται στην πραγματικότητα για αυτοϋπονόμευση της δυναμικής που θα μπορούσε να προσφέρει στο συνδικαλιστικό κίνημα η μεγαλύτερη ένταξη, συνδικαλιστική δράση των γυναικών και η στελέχωσή του με εργαζόμενες γυναίκες.

Ο γυναικείος προσανατολισμός στο συνδικαλιστικό κίνημα, μπορεί να επέλθει από τα πάνω αλλά και από τα κάτω. Η ΓΣΕΕ δεν θα έπρεπε να περιορίζεται σε παθητικές κινήσεις και ημερίδες για το ζήτημα της γυναικείας παρουσίας στο συνδικαλιστικό κίνημα. Αυτό όμως προϋποθέτει μια ριζική αλλαγή συσχετισμών στο εργατικό κίνημα, οι οποίοι πάρα τη πλημμυρίδα των αγώνων την περίοδο 2010-2012, έχουν παραμείνει στάσιμοι30. Η πολιτική της συναίνεσης και η αδιαφορία για την οργάνωση των απεργιακών κινητοποιήσεων καθιστά την γραφειοκρατεία της ΓΣΕΕ βαρίδι για την όποια πρωτοβουλία, υπέρ της ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος. Γι’ αυτό το λόγο το καθήκον της οργάνωσης των εργαζομένων γυναικών, μπορεί και πρέπει να στηριχθεί από τα πρωτοβάθμια επιχειρησιακά αλλά και τα πρωτοβάθμια κλαδικά ομοιοεπεγγελματικά σωματεία. Είναι αυτά τα σωματεία που δίνουν τις μάχες της επιβίωσης. Η υποαντιπροσώπευση της ελαστικής εργασίας σε συνδυασμό με την κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων, σημαίνει ότι είναι αναγκαία η οικοδόμηση νέων σωματείων εκεί όπου δεν υπάρχουν, και η στήριξη εκείνων που αγωνίζονται. Ο γυναικείος προσανατολισμός είναι μια άμεση τακτική με στρατηγικής σημασίας επιπτώσεις.

Ωστόσο, η πρόταση για μια τομή στη συμμετοχή των γυναικών στο συνδικαλιστικό κίνημα, δεν μπορεί παρά να απευθύνεται στο σύνολο του εργατικού κινήματος, σε όλες τις βαθμίδες των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Κι αυτό επειδή τα κληρονομικά ελαττώματα δεν είναι αποκλειστικά προνόμια των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Η ανδροκρατούμενη γραφειοκρατία και ο παραταξιασμός είναι δομικό χαρακτηριστικό της συντριπτικής πλειοψηφίας των πρωτοβάθμιων σωματείων στον «σκληρό ιδιωτικό τομέα» είτε λέγονται «ταξικά», είτε «βάσης», είτε «πρωτοβάθμια» κτλ. Αυτή η παθογένεια ενισχύεται από τη πατριαρχία και τις αντίστοιχες σεξιστικές αντιλήψεις και συμπεριφορές που διαπερνούν το σύνολο της κοινωνίας μας, από την οικογένεια έως και το χώρο εργασίας, και τέλος και τα ίδια τα συνδικάτα31.

Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι η ηγεσία της ΓΣΕΕ αναπαύεται στη νωχελικότητά της, στηριζόμενη σε εργαζόμενους σε νευραλγικούς τομείς της οικονομίας, σημαίνει ότι οι πρωτοβουλίες των πρωτοβάθμιων σωματείων, πρέπει να έχουν μια διπλή στόχευση. Η οργάνωση της ευέλικτης εργασίας θα πρέπει να είναι αυτοσκοπός και ταυτόχρονα μια εντεινόμενη πίεση προς τα πάνω. Η ανατροπή του φιλελεύθερου καπιταλιστικού μοντέλου είναι εφικτή στο βαθμό που επιτυγχάνεται ένα ενιαίο μέτωπο του οργανωμένου εργατικού κινήματος. Σε κάθε περίπτωση, τα πρωτοβάθμια σωματεία είναι τα ζωντανά κύτταρα του συνδικαλιστικού κινήματος, και είναι εκεί που οργανώνονται και απευθύνονται οι πρωτοπόρες εργαζόμενες γυναίκες.

 

Συνδικάτα και φεμινιστικό κίνημα

Ο προσανατολισμός του ελληνικού οργανωμένου εργατικού κινήματος στην εργαζομένη γυναίκα της εποχής μας δεν μπορεί ούτε να παρακάμψει ούτε να αγνοήσει το φεμινιστικό κίνημα. Η συμμαχία συνδικάτων και φεμινιστικών οργανώσεων είναι αναγκαία για την ουσιαστική αλλά και την αποτελεσματική στήριξη της εργαζόμενης γυναίκας, στα συνδικάτα της, στο χώρο εργασίας της και τέλος στο δρόμο. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι πολλοί και επικεντρώνονται στο ότι το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής είναι αυτό που παράγει την κυρίαρχη πατριαρχική ιδεολογία που καταπιέζει την μισθωτή εργαζόμενη και διαιρεί την εργατική τάξη.

Η οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας διαμορφώνεται ταυτόχρονα με τη συγκρότηση εκείνων των πολιτιστικών πλαισίων εντός των οποίων η εργαζόμενη γυναίκα μπορεί να εμφανίζεται (κατ’ αναλογία με τα κοινωνικά σεξιστικά στερεότυπα), όχι μόνο ως εργατικό δυναμικό, αλλά και ως αντικείμενο επιθυμίας και ως εγγενώς πιο αδύναμο μέλος του εργασιακού σώματος. Τέτοιες αντιλήψεις μπορεί να αποτελούν και την κυρίαρχη λογική που συνοδεύει την πρόσληψη μιας γυναίκας σε κάποιον εργασιακό χώρο (πχ, σε μεγαλύτερο βαθμό στο λιανεμπόριο). Ο συνδυασμός αυτών των λογικών καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τη θέση της γυναίκας μέσα στον εργασιακό χώρο, ως ευάλωτης απέναντι στις εργοδοτικές πιέσεις και αυθαιρεσίες – μια θέση η οποία καθιστά ακόμα πιο δύσκολο για μια γυναίκα, να κάνει το βήμα της ένταξής της στο συνδικάτο και ακόμα περισσότερο της διεκδίκησης ηγετικής συνδικαλιστικής θέσης.

Θα πρέπει να κάνουμε την εξής επισήμανση: Τα συνδικάτα συγκροτούνται και λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού και καθορίζονται από τις σχέσεις παραγωγής. Η ουσία της λειτουργίας τους είναι μεταρρυθμιστική. Δηλαδή η βελτίωση των όρων και των συνθηκών πώλησης της εργατικής δύναμης του/της εργάτη/τριας. Στο βαθμό που επιτυγχάνουν την απαραίτητη μαζικότητα στις γραμμές τους, μπορούν να γίνουν ολοένα και πιο αποτελεσματικά στις οικονομικές τους διεκδικήσεις. Τα τμήματα της εργατικής τάξης (γυναίκες και άντρες) που οργανώνονται στα συνδικάτα δεν μπορούν παρά να διακατέχονται από αντιφατική συνείδηση, η οποία διαμορφώνεται από τις ίδιες κοινωνικές προϋποθέσεις που διαμορφώνουν και τον ρόλο των συνδικάτων. Όσο πιο μαζικό είναι ένα συνδικάτο, τόσο περισσότερο θα αντανακλά την κυρίαρχη ιδεολογία που είναι διάχυτη στην κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, τα σωματεία που μάχονται, διαμορφώνουν ένα κοινωνικό πλαίσιο που έρχεται σε ρήξη με το σεξισμό, μιας και ο ενωμένος αγώνας γυναικών και αντρών επαναπροσδιορίζει ή και υπερβαίνει προκαταλήψεις αιώνων. Ακόμα και σε τομείς της οικονομίας (μέταλλο, ναυτιλία) όπου παραδοσιακά επικρατεί σχεδόν αποκλειστικά η εργασία ανδρών εργατών, δεν μπορούμε να φανταστούμε έναν νικηφόρο συνδικαλιστικό αγώνα χωρίς τον πρωταγωνιστικό ρολό των γυναικών στη συγκρότηση κινήματος αλληλεγγύης. Αυτό ισχύει σε ζητήματα διακλαδικά αλλά και συνολικά για το εργατικό κίνημα. Τέτοια παραδείγματα είναι οι μάχες εναντία στα μνημονιακά μετρά λιτότητας, ενάντια στην αντισυνδικαλιστικη νομοθεσία και την πάλη για την επαναφορά συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Παρ’ όλ’ αυτά ένα σωματείο δεν έχει την δυνατότητα να υπερβεί αυτόματα το πολιτιστικό και ιδεολογικό επίπεδο των μελών του (γυναικών και αντρών) και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως νησίδα κοινωνικής απελευθέρωσης, όσο και αν με την πάλη του προετοιμάζει το έδαφος ακριβώς γι’ αυτό. Η ανάγκη για εναν γυναικειο προσανατολισμο του οργανωμένου εργατικού κινήματος στη χώρα μας δεν μπορεί να γίνει με όρους αποκλεισμού της εργαζόμενης μάζας (που δεν έχει ακόμα αποδεχτεί μια φεμινιστική λογική) ή την προώθηση και περιχαράκωση σωματείων σε επίπεδα πολιτικής «πρωτοπορίας» (συχνά σωματεία σφραγίδες) με τα «σωστά» ήθη. Αντιθέτως, τα συνδικάτα πρέπει να επιδιώκουν την μαζικοποίηση τους (κυρίως με τη συμμετοχή γυναικών) για να μπορούν να φέρνουν άμεσα και αναγκαία υλικά οφέλη στις γυναίκες εργαζόμενες.

Όσα θετικά μέτρα διακρίσεων και αν παρθούν από όλες τις βαθμίδες του συνδικαλιστικού κινήματος, ο σεξισμός και η πατριαρχία δεν θα εξαφανιστούν, ή ακόμα και δεν θα αποδυναμωθούν, καθώς προκύπτουν και αναπαράγονται διαρκώς στο έδαφος της ίδιας της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Τα θετικά μέτρα διάκρισης στα συνδικάτα έχουν νόημα στο βαθμό που επιδιώκουν να εξοικειώσουν τα μαχητικά τμήματα της εργατικής τάξης με τη πλούσια ιστορία του φεμινισμού αλλά και τις πολύπλευρες πτυχές της γυναικείας καταπίεσης.

Στο όνομα των ιδιαίτερων ταξικών συμφερόντων της γυναίκας εργάτριας δε μπορεί να παραγνωριστεί η διαταξικη καταπίεση του γυναικείου φύλου. Φυσικά, μια άβυσσος χωρίζει την αστή γυναίκα από τις ανάγκες και το καθημερινό αγώνα της γυναίκας εργαζόμενης, από την οικονομική καταπίεση της οποίας η αστή επωφελείται. Ωστόσο όλες οι γυναίκες -και ιδιαίτερα οι εργαζόμενες- γνωρίζουν ή έρχονται αντιμέτωπες με τις συνέπειες του φαλλοκρατισμού και αυτό αποτελεί τη βάση για μια πολιτική διεκδίκησης ισότητας σε επίπεδο φύλου και γυναικείας ταυτότητας.

Ως εκ τούτου είναι ιδιαιτέρως προβληματική μια πολιτική η οποία απορρίπτει το φεμινιστικό κίνημα ως, απλώς, ένα κίνημα ταυτότητας, εχθρικό απέναντι στην «ταξική συνείδηση» της οργανωμένης εργατικής τάξης. Αντίθετα πρέπει να δούμε τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση.

Πλατειά τμήματα της εργατικής τάξης θα επιδιώξουν να οργανωθούν στα συνδικάτα στο βαθμό που βλέπουν σε αυτά ένα φορέα βελτιωσης της υλικής τους πραγματικότητας και ευνοϊκής ρύθμισης των συνθηκών της οικονομικής εκμετάλλευσής τους. Η ταξική συνείδηση μπορεί να προϋπάρχει ή μπορεί να είναι η συνέπεια της πορείας ενός αγώνα. Όμως, σε τελική ανάλυση είναι η ταξική θέση του/της εργαζόμενης/ου που την/τον κάνει να αναζητήσει την συμμετοχή σε μια εργατική ένωση. Η ταξική συνείδηση δεν προκύπτει αυθόρμητα και επίσης δεν προκυπτει «καθαρή». Τα συνδικάτα μπορούν να δίνουν αγώνες παρά το σεξισμό και παρά την καθαρότητα και το επίπεδο ταξικής συνείδησης των μελών τους. Όμως η αποτελεσματικότητα αυτών των αγώνων εξαρτάται, μεταξύ άλλων παραγόντων, και από την δυνατότητα του συνδικαλιστικξού κινήματος να συγκρούεται με τον σεξισμό και να υπερασπίζεται τα ιδιαίτερα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των γυναικών. Η ταξική συνείδηση της εργατικής τάξης, στην πιο ολοκληρωμένη της μορφή, δηλαδή όταν γίνεται συνείδηση του ιστορικού της ρόλου (επαναστατική ανατροπή του καπιλισμού και κατάκτηση της εξουσίας), δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να έχει ενσωματώσει και τις διεκδικήσεις του φεμινιστικού κινήματος.

Στο πλαίσιο του καπιταλισμού και άρα της ιδεολογικής ηγεμονίας της κυρίαρχης αστικής τάξης είναι φυσικό επόμενο οι διαταξικές ταυτότητες να υπερισχύουν της εργατικής ταυτότητας. Η ηγεμονία της εθνικής ταυτότητας, για παράδειγμα, είναι αναμενόμενη, μιας και αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της συγκρότησης του αστικού κράτους και της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Ακόμα όμως και ταυτότητες καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων όπως των ομοφυλοφίλων (ΛΟΑΤΚΙ+), μπορεί υπερισχύουν της ταξικής συνείδησης κάτω από ορισμένες συνθήκες, όταν για παράδειγμα η καταπίεση που βιώνει το άτομο λόγω τηε σεξουαλικότητάς του, μπορεί να είναι εντονότερη από την εκμετάλλευσή του ως εργάτη/τριας. Επιπλέον, η ταξική ταυτότητα βρίσκεται σε μια δαρκή ιδεολογική αμφισβήτηση από τους ιδελογικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους (η οποία μπορεί να επηρεάζει και την ιδεολογία της εργατικής τάξης), καθώς μια από τις βασικές λειτουργίες του αστικού κράτους είναι και η συγκάλυψη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Το ιδεολόγημα της «εθνικής συμφιλίωσης» που καλλιεργεί το αστικό κράτος, μπορεί συχνά να βρει ανταπόκριση από τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες των μεγάλων συνδικάτων, κάτι το οποίο μπορεί να καταστήσει την ταξική ταυτότητα κενή περιεχομένου. Το ζήτημα λοιπόν δεν μπορεί είναι η μαζικοποίηση των σωματείων που θα συσπειρώνουν μέλη με αποκλειστικό κριτήριο την «ταξική συνείδηση», απορρίπτοντας κάθε άλλο κίνημα ταυτότητας, για τον απλό λόγο ότι η ίδια η ταξική συνείδηση είναι πολυσύνθετη.Αυτό που γίνεται αντιληπτό ως«ταξική συνείδηση», μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους από τους φορείς του. Μπορεί για μερικούς να σημαίνει «συνδικαλιστική συνείδηση», στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι/ες διεκδικούν στη βάση της συντεχνίας που τους επιβάλλει η αστική νομοθεσία, ενώνοντας στη πράξη κομμάτια της εργατικής τάξης και από την άλλη διαιρώντας την σε τμήματα. Για άλλους «ταξική συνείδηση» είναι η πάλη για οικονομικές διεκδικήσεις στο πλαίσιο της ταξικής συμφιλίωσης με τα αφεντικά για το υποτιθέμενο «κοινό καλό του έθνους», για άλλους η ταξική συνείδηση είναι η πολιτική ωρίμανση της εργατικής τάξης στο δρόμο για την κατάκτηση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.

Η εργατική τάξη απαρτίζεται από άτομα διαφορετικών κοινωνικών καταστάσεων (στάτους): το στάτους της εθνικής καταγωγής (αλλοεθνείς, ομοεθνείς), ηλικιακό στάτους, στάτους φύλου (άντρες, γυναίκες) και σεξουαλικότητας (ετεροφυλόφιλοι, ομοφυλόφιλοι κλπ), θρησκευτικού στάτους (ομόδοξοι, ετερόδοξοι, αλλόδοξοι) κλπ. Τα στάτους αυτά υπάρχουν πριν και πέρα από την ίδια την παραγωγική διαδικασία στην οποία τα άτομα υπεισέρχονται ως εργάτες/εργάτριες. Και επίσης, τα στάτους αυτά υπόκεινται δαρκώς σε μία διαδικασία ταξινόμησης και ιεράρχησής τους από την αστική εξουσία. Ως εκ τούτου, οι ταυτότητες οι οποίες μπορεί να προκύπτουν από αυτά τα στάτους, δεν είναι για την αστική εξουσία κοινωνικά ισοδύναμες (πολλές φορές δεν είναι ούτε πολιτικά και νομικά ισοδύναμες). Οι «ταυτότητες» αυτές, είναι πρώτα και κύρια τα βασικά στοιχεία με τα οποία η εξουσία κατηγοριοποιεί τα άτομα διαμορφώνοντας γι’ αυτά ένα πλαίσιο ανισοτήτων και διακρίσεων, με βάση ακριβώς αυτές τις ταυτότητες. Αυτό το πλαίσιο ανισότητας που προϋπάρχει της ίδιας της εργασιακής σχέσης, καθιστά τα άτομα που διαφοροποιούνται στη βάση μιας «ταυτότητας» διαφορετικής από ό,τι η εξουσία αναγνωρίζει ως ανώτερη ή κυρίαρχη ή κανονική κτλ, πρώτα και κύρια, υποκείμενα μιας συστημικής καταπίεσης. Άρα, λοιπόν, τα άτομα υπεισέρχονται στην παραγωγική διαδικασία, ως υποκείμενα ενός συστήματος διακρίσεων και κατηγοριοποιήσεων που τα κατατάσσει σε ανώτερη ή κατώτερη θέση. Αυτή όμως είναι και η θέση από την οποία τα άτομα, ως εργάτες/εργάτριες πια, θα υποστούν την εργασιακή εκμετάλλευση, η οποία: α) θα ποικίλλει και θα εξαρτάται από την κατηγοριοποίηση που τους έχει επιβληθεί και β) θα αναπαράγουν τα ίδια ή θα υπερβούν αυτή την κατηγοριοποίηση, διαμορφώνοντας ή μην μπορώντας να διαμορφώσουν, προϋποθέσεις κοινής πάλης ενάντια στην εργασιακή εκμετάλλευση.

Κατά συνέπεια λοιπόν, η δυνατότητα ενότητας της εργατικής τάξης, προϋποθέτει τη δυνατότητά της να συγκρούεται ως τάξη, με τις ιδιαίτερες μορφές καταπίεσης, οι οποίες δεν διαμορφώνονται μέσα στον εργασιακό χώρο και δεν προκαλλούνται από την ταξική εκμετάλλευση, με αυστηρούς όρους, αλλά αποτελούν ιδιαίτερες και εντονότερες μορφές που μπορεί να πάρει η ταξική εκμετάλλευση.

Η εργαζόμενη γυναίκα μπορεί κάλλιστα να έχει δυο και τρεις ταυτότητες (όπως εξάλλου και ο εργαζόμενος άντρας), χωρίς αυτό να λειτουργεί διασπαστικά ως προς την ενότητα της εργατικής τάξης. Αντιθέτως, τα μαζικά φεμινιστικά κινήματα που γνωρίζουν άνοδο και διεθνώς, από το Ιράν και την Τουρκία ως τη δημοκρατία της Ιρλανδίας και την Αργεντινή, αποτελούνται από αγωνιστικές, λαϊκές μάζες γυναικών που αντιδρούν σε μια υπαρκτή και αυταπόδεικτη καταπίεση του φύλου τους. Κινήματα σαν και αυτά, με τις αγωνιστικές τους εμπειρίες, μπορούν να τροφοδοτήσουν τις γραμμές των συνδικάτων. Το στοίχημα του συνδικαλιστικού κινήματος είναι να υποδεχτεί και να υποστηρίξει τα δίκαια αιτήματα των γυναικείων κινημάτων, πόσο μάλλον όταν προσπαθούν να επιλύσουν πτυχές των προβλημάτων της εργαζόμενης γυναίκας.

Για το σκοπό αυτό, η οργανωτική αυτονομία των συνδικάτων πρέπει να διατηρείται όπως και σε σχέση με όλα τα κινήματα (όπως για παράδειγμα τα κινήματα των πλατειών το 2012, ή ακόμα το οικολογικό κίνημα στις Σκουριές). Τα συνδικάτα είναι τα πρώτα αγωνιστικά εργαλεία της ενότητας της εργατικής τάξης στο έδαφος του καπιταλισμού. Είναι τα μόνα που μπορούν να ενώσουν άντρες και γυναίκες εργάτες/τριες σε κοινό μέτωπο αγώνα. Οι οικονομικοί αγώνες της εργατικής τάξης δεν χωρίζονται από σινικό τείχος από τους πολιτικούς αγώνες της εργατικής τάξης και στη πραγματικότητα αλληλοτροφοδοτούνται. Η ταξική διαπαιδαγώγηση των αντρών μέσα στο συνδικαλιστικό κίνημα έχει ανάγκη τις επιδράσεις του φεμινιστικού κινήματος, οι οποίες σε τελική ανάλυση ενισχύουν την ενότητα των εργαζομένων στις γραμμές του συνδικάτου. Φυσικά, όπως και το συνδικαλιστικό κίνημα δεν είναι ενιαίο και δεν αποτελείται από «καθαρόαιμη» ταξική σύνθεση και συνείδηση, το ίδιο ισχύει για το φεμινιστικό κίνημα. Το φεμινιστικό κίνημα της χώρας μας και παγκοσμίως αποτελείται από τάσεις και πολιτικές ομάδες πολυάριθμες και με αποκλίνουσες απόψεις. Η συνεργασία με τέτοιες ομάδες πρέπει να επιδιώκεται στα σημεία σύγκλισης και κοινών κινηματικών στόχων. Ακόμα περισσότερο, τα ίδια τα σωματεία πρέπει να παράγουν φεμινιστικό λόγο, όπως πρέπει να παράγουν και κινηματικό εργατικό λόγο. Η πολιτική σκέψη δεν είναι προνόμιο της αστικής τάξης ή της μικροαστικής διανόησης. Η ταξική συνείδηση παίρνει σάρκα και οστά όταν στρέφεται ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης, ανεξάρτητα ταξικής θέσης, κρατώντας ταυτόχρονα ψηλά την αρχή της εργατικής ενότητας ως αναγκαία προϋπόθεση για την ανατροπή του καπιταλισμού που γεννά και τροφοδοτεί την πατριαρχία, μαζί με τις άλλες μορφές καταπίεσης. Τα συνδικάτα είναι σε μοναδική θέση να διδαχτούν αλλά και να διδάξουν την ενότητα με βάση κοινούς προγραμματικούς στόχους, χωρίς να αφομοιωθούν στα κινήματα που υποστηρίζουν.

Η αδιαφορία όμως εντός του εργασιακού χώρου για τις ιδιαίτερες μορφές καταπίεσης που υφίσταται ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού εκτός του εργασιακού χώρου και αναπαράγεται και εντός, ή ακόμα χειρότερα, η αποδοχή από ένα τμήμα της εργατικής τάξης ενός «κανονικού» προτύπου εργάτη (πχ., άντρας, Έλληνας, ορθόδοξος, ετεροφυλόφυλος) με βάση το οποίο δικαιολογούνται οι διακρίσεις όσων δεν πληρούν αυτά τα χαρακτηριστικά, αποτελεί μια από τις αιτίες για την διάσπαση των αντιστάσεων της εργατικής τάξης και τον ιδεολογικό εκφυλισμό ενός μεγάλου τμήματος εργατών.

Και αντιστρόφως: η δυνατότητα της εργατικής τάξης να γίνει η ηγεμονική δύναμη στην πάλη ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, μπορεί να διαμορφωθεί μόνον όταν η εργατική τάξη μπορέσει να αποδείξει σε όλα τα καταπιεσμένα τμήματα της κοινωνίας, ότι μόνο η συμμαχία τους με την εργατική τάξη μπορεί να τα απελευθερώσει.

Σημειώσεις

1 Κώστας Κ., «Ένα πιστόλι για την Κάρμεν», Athens Indymedia, 26 Μαρτίου 2010, https://athens.indymedia.org/post/1148247/ (από Αφορμήhttp://aformi.wordpress.com/2010/03/26/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%BC%CE%B5%CE%BD/ [ανενεργό]).

2 Γιώργος Μπιθυμήτρης, Λουδοβίκος Κωτσονόπουλος, «Μετασχηματισμοί του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος από τη μεταπολίτευση μέχρι την κρίση: συνέχειες και ρήξεις», Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, τ. 44, νο 1, 2018, https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/hpsa/article/viewFile/15923/14335, σ. 17: «Σχετικά με τις μεταβολές στην ανθρωπογεωγραφία των οργανώσεων της ΓΣΕΕ καθίσταται σαφές ότι: πρώτον, η απόσταση μεταξύ ψηφισάντων-εγγεγραμμένων διευρύνεται διαρκώς, που σημαίνει ότι ένας σταθερά αυξανόμενος αριθμός εργαζόμενων γράφεται στο σωματείο του (σε πολλές περιπτώσεις ερήμην του), αλλά δεν αποκτά οργανωτικούς, ή συμβολικούς δεσμούς με αυτό. Δεύτερον, η συνδικαλιστική πυκνότητα υποχωρεί αφού το μέγεθος της μισθωτής εργασίας αυξάνει με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς. Αυτό φαίνεται και από τη διακύμανση της συμμετοχής όπως αποτυπώνεται σε δημοσκοπικά ευρήματα από έρευνες του ΕΚΚΕ και της European Social Survey».

Απόστολος Καψάλης, Τα ελληνικά συνδικάτα στο περιβάλλον της οικονομικής ύφεσης και κρίσης, Σεπτέμβριος 2012, σ. 24-33, https://docplayer.gr/1197065-Ta-ellinika-syndikata-sto-perivallon-tis-oikonouikis-yfesis-kai-krisis-kapsalis-apostolos.html: «Μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του συνεδρίου τηε ΓΣΕΕ τον Μάρτιο του 2016, ο συσχετισμός δυνάμεων στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού κινήματος σε επίπεδο ηγεσίας δεν αναμένεται να αλλάξει σύντομα για μια σειρά από λόγους που αφορούν την οργανωτική του δομή και έχουν να κάνουν με τα χαρακτηριστικά που αναπτύχτηκαν στο πρώτο κεφάλαιο, Για τους λόγους αυτούς παρατηρείτε έντονη κινητικότητα στις τάξεις του εργατικού κινήματος που μεταφράζεται συχνά σε συνδικαλιστικές διεργασίες και ζυμώσεις σε πολλαπλά επίπεδα».

3 Γ. Μπιθυμήτρης, Λ. Κωτσονόπουλος, «Μετασχηματισμοί...», ό.π., σ. 17: «Σύμφωνα με υπολογισμούς του Γ. Κουζή (2007: 63), το 2004 η συνδικαλιστική πυκνότητα στην Ελλάδα σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα ανερχόταν σε 28%, συνεχίζοντας τη διαρκή πτώση από το 1992, πτώση που γίνεται εντονότερη εάν απομονώσουμε τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος αφορά εξάλλου το μεγαλύτερο ποσοστό της συνολικής μισθωτής απασχόλησης. Είναι σημαντικό εδώ να τονισθεί ότι σε όλη την προαναφερόμενη περίοδο τα συνδικάτα αδυνατούν να διεισδύσουν οργανωτικά σε δυναμικά «κοιτάσματα» νεολαίας, γυναικών και μεταναστών. Συνοψίζοντας, οι μετασχηματισμοί βασικών χαρακτηριστικών των συνδικαλιστικών οργανώσεων από τη δεκαετία του 1990 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000 αφορούν τόσο τον πολιτικό λόγο, όσο και τις οργανωτικές και θεσμικές ανακατατάξεις που ευθυγραμμίζουν τα υποκείμενα (φυσικά μέλη, συνδικάτα) με τις ιδεολογικές εγκλήσεις του εξευρωπαϊσμού των εργασιακών σχέσεων».

4 Ρούλα Σαλούρου, «Μέχρι 10 εργαζομένους απασχολεί το 89,245% των ελληνικών επιχειρήσεων», Η Καθημερινή, 3 Φεβρουαρίου 2016, http://www.kathimerini.gr/848067/article/oikonomia/epixeirhseis/mexri-10-ergazomenoys-apasxolei-to-89245-twn-ellhnikwn-epixeirhsewn: «Το 89,245% των 222.281 επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στη χώρα μας εντός του 2015 απασχολεί από 1 έως το πολύ 10 εργαζομένους, όπως προκύπτει από την επεξεργασία των καταστάσεων προσωπικού που κατέθεσαν όλοι οι εργοδότες στο πληροφοριακό σύστημα «Εργάνη». Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά, καθώς χαρτογραφούν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, παράλληλα με την απασχόληση, ενώ αναδεικνύουν τον κυρίαρχο ρόλο της μικρής και μεσαίας επιχείρησης στη δομή και στην ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας».

5 Χριστίνα Αθανασίου, Στεφανία Πετροπούλου, Γεωργία Μιμίκου, Οι συνθήκες της γυναικείας απασχόλησης 1980 – 2000, Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (Κ.Ε.Θ.Ι), Αθήνα, Μάιος 2001, σελ. 55, https://kethi.gr/wp-content/uploads/2009/07/156_GYNAIKEIA_APASXOLISI.pdf

6 «Είσαι έγκυος; Απολύεσαι! (Καταγγελία της Εργατικής Λέσχης Περιστερίου)», Εργατική Λέσχη Περιστερίου, Φεβρουάριος 2015, http://ergatikilesxiperisteriou.blogspot.com/2015/02/blog-post.html

8 «ΣΥΒΧΨΑ :: Ανακοίνωση για τη δικαστική εξέλιξη του αγώνα για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης της συναδέλφου μας από το βιβλιοπωλείο “Πρωτοπορία”», Σύλλογος Βιβλίου - Χάρτου - Ψηφιακών Μέσων Αττικής, 15 Νοεμβρίου 2017, https://bookworker.wordpress.com/2017/11/15/anakoinwsi-dikastiki-exelixi/#more-7851· «Καταγγελία για σεξιστική και παραβιαστική συμπεριφορά εργοδότη σε βάρος εργαζόμενης σε μαγαζί των Εξαρχείων», Σύλλογος Βιβλίου - Χάρτου - Ψηφιακών Μέσων Αττικής, 1 Αυγούστου 2018, https://bookworker.wordpress.com/2018/08/01/%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%af%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%83%ce%b5%ce%be%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b2%ce%b9%ce%b1/

9 Γιώργος Κουζής, Τα χαρακτηριστικά του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος: αποκλίσεις και συγκλίσεις με τον ευρωπαϊκό χωρο, Gutenberg, Αθήνα 2007, σελ.75: «Οι γυναίκες απασχολούνται κατά κύριο λόγο στις υπηρεσίες (76,1% γυναικών έναντι 58,3% των ανδρών κατά το 2005) και στις ευέλικτες μορφές εργασίας (το 73% των μερικών απασχολούμενων για το 2005 και 68% των θέσεων προσωρινής απασχόλησης).»

10 Γ. Κουζής, ό.π., σελ. 76.

11 Ό., σελ. 78

12 Ό.

13 Bruce V. Rauner, Unions in the UK Public and Private Sectors, σελ. 1.

14 Rachel Holmes, «With women at the forefront, the unions are relevant again», The Guardian, 22 Φεβρουαρίου 2017, https://www.theguardian.com/commentisfree/2017/feb/22/women-trade-unions-gender-pay-gap-discrimination.

15 L. Fulton «Worker representation in Europe. Labour Research Department and ETUI», 2013, worker-participation.eu, https://www.worker-participation.eu/National-Industrial-Relations/Countries/Sweden/Trade-Unions: «Women workers (74% union density) are more likely to be in unions than men (67%).»

16 «UK strikes reach all-time low in 2017», BBC News, 30 Μαΐου 2018, https://www.bbc.com/news/business-44300117

17 L. Fulton, ό.π.: «the ICTWSS database of union membership put union density in Greece in 2011 at 25.4%»

18 Γ. Κουζής, ό.π., σελ. 61.

20 «Γιορτή έχουν στήσει οι καθαρίστριες του υπουργείου οικονομικών», tvxs, 11 Μαΐου 2015, https://tvxs.gr/news/ellada/sygkinisi-kai-xara-gia-tis-katharistries-toy-ypoyrgeioy-oikonomikon-binteo

21 Δημήτρης Κατσορίδας, «Τα συνδικάτα στις γυναίκες, οι γυναίκες στα συνδικάτα», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 19 Μαρτίου 2018, http://www.efsyn.gr/arthro/ta-syndikata-stis-gynaikes-oi-gynaikes-sta-syndikata: «Σύμφωνα με στοιχεία της ΓΣΕΕ, οι βασικοί παράγοντες που κάνουν αποτρεπτική τη συμμετοχή των γυναικών στα συνδικάτα είναι η έλλειψη χρόνου λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, επειδή δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στους πολλαπλούς ρόλους με τους οποίους είναι επιφορτισμένες: της εργαζόμενης, της νοικοκυράς, της μητέρας, της δασκάλας των παιδιών, της νοσοκόμας που φροντίζει τους ηλικιωμένους της οικογένειας ή τα αδύναμα άτομα κ.λπ.»

22 Χ. Αθανασίου, Σ. Πετροπούλου, Γ. Μιμίκου, Οι συνθήκες..., ό.π., σελ. 9: «Ο γάµος και η γέννηση των παιδιών επηρεάζουν σημαντικά την επαγγελματική σταδιοδρομία των γυναικών αφενός εξαιτίας της έλλειψης παιδικών σταθμών αφετέρου εξαιτίας των παραδοσιακών απόψεων για την ανατροφή των παιδιών, ως πρωταρχική υπευθυνότητα της γυναίκας».

23 Απόστολος Καψάλης, Η αδήλωτη εργασία στην Ελλάδα, ΙΝΕ ΓΣΕΕ, σ.7 https://www.inegsee.gr/wp-content/uploads/2015/06/Meleti-43-INE.pdf: «Στην εποχή των Μνημονίων, η επίσημα καταγεγραμμένη αδήλωτη εργασία από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές εκτοξεύεται από το 29,7% λίγο πριν το 2010, στο 40,5% στα τέλη του 20132 , για να περιοριστεί στο 25% στα τέλη του 20143 (ILO, 2014).»

24 Απ. Καψάλης, ο.π.: «Στην εποχή των Μνημονίων, η επίσημα καταγεγραμμένη αδήλωτη εργασία από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές εκτοξεύεται από το 29,7% λίγο πριν το 2010, στο 40,5% στα τέλη του 20132 , για να περιοριστεί στο 25% στα τέλη του 20143 (ILO, 2014).»

25 Γ. Κουζής, ό.π., σσ. 63-89.

26 Δ. Κατσορίδας «Τα συνδικάτα...», ο.π.

27 Καλλιόπη (Πούπα) Μπουντούρογλου, «Η πορεία της ΟΓΕ στις τέσσερις δεκαετίες της», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τ. 2, 2012, https://www.komep.gr/2012-teyxos-2/h-poreia-ths-oge-stis-tesseris-dekaeties-ths

29 Γ. Κουζής, ό.π., σσ. 105-114. Απ. Καψάλης, Τα ελληνικά..., ό.π., σελ. 8: «Ο οργανωτικός πολυκερματισμός µε τις 3.500 πρωτοβάθμιες και 200 δευτεροβάθμιες οργανώσεις (συνολικά και για τις δύο συνομοσπονδίες µε τα 750 χιλιάδες µέλη) αποτελεί παράδειγµα οργανωτικής πολυδιάσπασης που αντιστρατεύεται τον ενιαίο χαρακτήρα και αναπαράγει την αναποτελεσµατικότητα της συνδικαλιστικής δράσης. Η ύπαρξη ακόµη και 12 ομοσπονδιών σε έναν και µόνο κλάδο αποτελεί ακραίο µεν, αλλά ενδεικτικό παράδειγµα, δεδοµένου ότι σε 25 χρόνια έχουν συντελεστεί µόλις 2 συγχωνεύσεις ομοσπονδιών, ενώ δημιουργούνται νέες ομοσπονδίες ενισχύοντας την πολυδιάσπαση.»

30 Γ. Μπιθυμήτρης, Λ. Κωτσονόπουλος, «Μετασχηματισμοί...», ό.π., σελ. 17.

31 Δ. Κατσορίδας, «Τα συνδικάτα...», ό.π.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 08 Μαρτίου 2019 15:03
Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.