Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2020 09:03

Κανένας πόλεμος ανάμεσα στους λαούς, καμία ειρήνη ανάμεσα στις τάξεις-Σημείωμα της Έκδοσης του galopar.gr

Κανένας πόλεμος ανάμεσα στους λαούς, καμία ειρήνη ανάμεσα στις τάξεις

Σημείωμα της Έκδοσης του galopar.gr

«Η μόνη διαπραγμάτευση που έχει να κάνει η Ελλάδα με την Τουρκία αφορά την υφαλοκρηπίδα. Σε περίπτωση που η Τουρκία ξεκινήσει έρευνες μέσα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα το ελάχιστο που ζητάμε από την κυβέρνηση είναι να μην κάνει τίποτα λιγότερο από αυτό που κάναμε εμείς το 2018 σε ανάλογη περίπτωση (σ.σ.: η αποστολή πολεμικών πλοίων)». Η φράση αυτή, που τόσο μοιάζει με προσαρμοσμένο στις χρονολογίες copy paste παλιότερων δηλώσεων που είχε κάνει σε περιόδους αναθέρμανσης της ελληνο-τουρκικής έντασης στο Αιγαίο ο μακαρίτης Ανδρέας Παπανδρέου, ειπώθηκε από τον πάλαι ποτέ πρωθυπουργό, πάλαι ποτέ διαδηλωτή της Γένοβας και πάλαι ποτέ ειρηνιστή και αντιεθνικιστή πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξη Τσίπρα. Και την έκανε την Πέμπτη 24/7, εξερχόμενος από το Μέγαρο Μαξίμου, όπου είχε ενημερωθεί για τα της κρίσης στο Αιγαίο από τον πρωθυπουργό.

Όσοι θέλησαν να σχετικοποιήσουν τη δήλωση, τόνιζαν ότι είθισται στις «εθνικές κρίσεις» η αξιωματική αντιπολίτευση να βγαίνει με πιο επιθετική γραμμή από την κυβέρνηση, προκειμένου να τη διευκολύνει στο έργο της. Είναι σίγουρα μια εκδοχή που στέκει, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με μια αντιπολίτευση που τοποθετεί τον εαυτό της στον εθνικό κορμό και δίνει αγώνα για να αναγνωριστεί ως τέτοια.

Ωστόσο, η δήλωση αυτή δεν είναι ορφανή. Αποτελεί μια μάλλον ομαλή κατάληξη ενός παραδοσιακού στην Ελλάδα αριστερού αντι-τουρκισμού, ο οποίος εκφράζεται πότε με την επίκληση του εξ ανατολών κινδύνου (ενίοτε ως δικαιολόγηση άλλων επιλογών που δέχονται εθνικιστική κριτική) πότε με τον υπερτονισμό του τουρκικού εσωτερικού αυταρχισμού και πότε με την κάπως παράδοξη έκκληση «να μη συρθούμε σε διαπραγματεύσεις» -έχει ενδιαφέρον το γιατί.

Η γραμμή αυτή έχει εμπεδωθεί χρόνια στην ελληνική αριστερά. Πριν τον ΣΥΡΙΖΑ την εξέφραζε το παλαιό ορθόδοξο ΠΑΣΟΚ, αλλά επίσης την επικαλείται κατά καιρούς προσεκτικά το ΚΚΕ, ενίοτε λιγότερο προσεκτικά η εξωκοινοβουλευτική αριστερά και τελευταία δεν λείπουν και αντίστοιχες παρεμβάσεις από τον αναρχικό χώρο. Ξεκινά από την ιδέα ότι η Τουρκία λειτουργεί ως ιμπεριαλιστική δύναμη του ΝΑΤΟ (ενώ προφανώς η Ελλάδα αποτελεί την κομμουνιστική συνιστώσα του) και καταλήγει στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο ότι η Τουρκία είναι επιθετική χώρα και η Ελλάδα αμυντική.

Η πρώτη θέση δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Η πατριωτική αριστερά διακατέχεται από την μόνιμη φαντασίωση ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο ΝΑΤΟ με το ζόρι ως κρατούμενη και ακόμα κι αν συμμετέχει σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολιτικές το κάνει γιατί «τη βάζουν άλλοι». Η ιδέα αυτή αποτελεί αντικείμενο της ψυχανάλυσης, όχι της πολιτικής. Η δεύτερη ιδέα αντίθετα, είναι πιο πολιτική και βασίζεται σε έναν μύθο. Η Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες υποστηρίζει –κυρίως στο εσωτερικό της- ότι το Αιγαίο είναι δική της θάλασσα. Αυτή είναι μια θέση που δεν στέκεται με βάση το διεθνές δίκαιο. Οι θαλάσσιες περιοχές που «αμφισβητεί» η Τουρκία είναι όντως αμφισβητούμενες και αν η Ελλάδα δεν επιθυμεί να «συρθεί» σε διαπραγμάτευση είναι γιατί τότε θα αναγκαστεί να δει τον βασικό της ισχυρισμό να καταρρέει.

Πολλές από τις αιτιάσεις της Ελλάδας περί τουρκικής επιθετικότητας είναι επίσης κομμάτι της κρατικής εθνικιστικής φαντασίας (όπως πχ οι «παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου» -ένας όρος που δεν υφίσταται στο διεθνές δίκαιο). Άλλες πάλι, που ονομάζονται «κυριαρχικά δικαιώματα» αποτελούν στην πραγματικότητα επιθετικές κινήσεις. Μία τέτοια είναι η πολιτική της λεγόμενης ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη), την οποία η Ελλάδα θέτει ως σύνθημα τα τελευταία 20 χρόνια χωρίς να την ανακηρύξει ποτέ. Η θέση της Ελλάδας για την ΑΟΖ περιλαμβάνει διάφορες επιθετικές όσο και παράλογες αξιώσεις. Όπως είναι για παράδειγμα η αξίωση να περικυκλώσει ένα μικρό νησί, όπως το Καστελόριζο, την Τουρκία, αποκλείοντάς την από έρευνες στα παράλιά της. Ή η γενική αντίληψη της Κύπρου ως ενιαίου χώρου με την Ελλάδα, η οποία αποτελεί τυπική ιμπεριαλιστική πρακτική όλων των ελληνικών κυβερνήσεων που αμφισβητεί την κρατική κυριαρχία του νησιού. Μια πολιτική δηλαδή, η οποία αξιώνει ταυτόχρονα την de facto οικονομική και πολιτική ένωση της Ελλάδας με την Κύπρο, αρνούμενη ταυτόχρονα να αναγνωρίσει το βόρειο κομμάτι της ως τουρκικό. Πρόκειται για τη συνέχιση με άλλα μέσα της πολιτικής που οδήγησε σε διχοτόμηση του νησί το 1974.

Ανεξάρτητα όμως από τον αμυντικό ή επιθετικό χαρακτήρα αυτής της θέσης, η ουσία του κυριαρχικού δικαιώματος το οποίο διεκδικεί το ελληνικό κράτος, είναι το δικαίωμα συνεργαζόμενων με αυτό πετρελαϊκών εταιρειών, ιδιαίτερα της γαλλικής Total (εξ ου και η φιλελληνική [sic] παρέμβαση του Μακρόν) να κάνουν έρευνες για υδρογονάνθρακες στη νοτιοανατολική μεσόγειο. Ο πατριωτισμός τον οποίον αξιώνει το ελληνικό κράτος από τους υπηκόους του είναι ο επιχειρηματικός πατριωτισμός προς τις πετρελαϊκές και όχι μόνο πολυεθνικές εταιρείες με τις οποίες είναι συμβεβλημένο. Το αυτό βέβαια ισχύει και για το τουρκικό κράτος.

Ο κοινωνικός εθνικισμός είναι βέβαια πιο συγκρατημένος απέναντι στην Τουρκία από όσο ήταν πχ απέναντι στη Μακεδονία, λαμβάνοντας υπόψη και τους συσχετισμούς δύναμης. Αντίστοιχα αμήχανος όμως μένει και ο κοινωνικός αντιεθνικισμός, ο οποίος διαβλέπει στην κρίση με την Τουρκία κάποιον κοινωνικό χαρακτήρα, πέραν του εθνικού.

Ο μύθος αυτός πρέπει να συντριβεί. Οι κοινωνικές δυνάμεις τουλάχιστον που αντιστρατεύονται ειλικρινά το κεφάλαιο και την οργάνωσή του, δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο να εξαιρούν από αυτή τη θέση το κεφάλαιο που συνεργάζεται με το ελληνικό κράτος στον ανταγωνισμό της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Οι σύμμαχοί τους βρίσκονται αλλού: στην απέναντι όχθη του Αιγαίου, όπου οι εργαζόμενοι/ες, η κοινωνία, οι δυνάμεις που παλεύουν για ελευθερία, ισότητα και δικαιοσύνη, αντιστρατεύονται μια αντίστοιχα εθνικιστική πολιτική που υπηρετεί ανάλογους οικονομικούς και στρατιωτικούς ανταγωνισμούς.

Κάθε φορά, που όπως τις προηγούμενες ημέρες και όπως πιθανότατα σε κάποιες επόμενες, το φάντασμα του πολέμου ή ενός θερμού επεισοδίου ανάμεσα στον ελληνικό και τον τουρκικό μιλιταρισμό εμφανίζεται ξανά, με υποψήφια θύματα τις κοινωνίες και τους ανθρώπους που τίποτα δεν κερδίζουν από αυτόν τον ανταγωνισμό, ένα μόνο σύνθημα υπάρχει για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες στην Ελλάδα και την Τουρκία, ντόπιους και ξένους: ΄

Κανένας πόλεμος ανάμεσα στους λαούς καμία ειρήνη ανάμεσα στις τάξεις.

Δεν ενωνόμαστε για χάρη καμίας πατρίδας, δεν χωριζόμαστε για χάρη κανενός οικονομικού συμφέροντος.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 28 Ιουλίου 2020 21:11

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.