Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Κυριακή, 23 Αυγούστου 2020 22:07

Να συζητήσουμε με την Τουρκία ή να κάνουμε πόλεμο για τα εξορυκτικά μας δικαιώματα; Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος

Να συζητήσουμε με την Τουρκία ή να κάνουμε πόλεμο για τα εξορυκτικά μας δικαιώματα;

Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος

Αλήθεια, σήμερα που η Ελλάδα ελέγχει τον εναέριο χώρο της Βόρειας Μακεδονίας, ποιος θυμάται τις ανοησίες για τον «αλυτρωτισμό των Σκοπίων»; Κι όμως, στη διετία 2018-2019 επρόκειτο για τη μόνιμη επωδό όλων ανεξαιρέτως των ελληνικών κομμάτων και των περισσότερων «ειδικών»: Τον «αλυτρωτισμό των Σκοπίων» κατήγγειλαν συνοφρυωμένοι ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος και ο Πάνος Καμμένος. Τον «αλυτρωτισμό των Σκοπίων» κουνούσε σα σκιάχτρο επί μήνες το ΚΚΕ κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτόν ανέλυαν με αντιιμπεριαλιστικό ιδίωμα διάφοροι εθνικάριοι της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Κι αυτόν στηλίτευσαν ο εθνικός Μίκης Θεοδωράκης, η Φώφη Γεννηματά, σιγοντάροντας τη ΝΔ – και η ΝΔ, φωνασκώντας και απειλώντας «προδότες» βουλευτές, σαν άλλη Χρυσή Αυγή.

 

Μας έδειξαν χάρτες και μνημεία (κάποια όντως προβληματικά), μας διάβασαν το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας και μας προειδοποίησαν ότι οι «Πρέσπες» θα ήταν επικίνδυνες στα χέρια μιας πιο συντηρητικής κυβέρνησης. Ο αλυτρωτισμός –ο εθνικισμός των άλλων, ως απειλή για την εθνική μας ακεραιότητα– ήταν το απόλυτο επιχείρημα για να μην υπάρξει συμφωνία στο Μακεδονικό. Και χρειάζεται να το θυμηθούμε σήμερα, γιατί το ίδιο συμβαίνει τώρα με τον «αναθεωρητισμό της Τουρκίας»: ο αναθεωρητισμός αυτός –άλλοτε πραγματικός κι άλλοτε επινοημένος– είναι ακριβώς ο λόγος για να μην πάμε σε συμφωνία με την Τουρκία, για διαφορές που ξεκίνησαν αφότου η ελληνική Χούντα έδωσε τις πρώτες άδειες σε πετρελαϊκές εταιρείες για έρευνες στη θάλασσα. Έκτοτε, οπουδήποτε στον κόσμο συζητιούνται οι ελληνοτουρκικές διαφορές, εκτός από την Ελλάδα, είναι προφανές: ο καβγάς δεν αφορά εδαφικές διεκδικήσεις – τις «πεζούλες», που υπερασπίζονταν το ’42-‘44 ο Άρης και το ΕΑΜ. Ο καβγάς Ελλάδας και Τουρκίας είναι για τα εξορυκτικά δικαιώματα των δύο κρατών στη θάλασσα. Όποτε τίθεται ζήτημα νησιών και βραχονησίδων, είναι από τη σκοπιά του πώς θα εξασφαλιστούν μεγαλύτερα μερίδια στη θάλασσα.

Μα –θα πει κάποιος– τι διάλογος να γίνει όταν η Τουρκία μιλά για «Γαλάζια Πατρίδα»; Τι διάλογος, όταν πολεμά σε Συρία, Λιβύη και στα μέτωπα του Κουρδικού; Τι διάλογος, όταν ο Ερντογάν δεν σέβεται το διεθνές δίκαιο, εργαλειοποιεί τους πρόσφυγες, και κακομεταχειρίζεται μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς;

Η Τουρκία, πράγματι, δεν είναι Βόρεια Μακεδονία – και, πολύ περισσότερο, ο Ερντογάν δεν είναι Ζάεφ. Αλλά η παρουσίαση του Ερντογάν ως Χίτλερ της εποχής μας, εκτός από ανιστόρητη και παραπειστική, είναι –«αντικειμενικά», που λέει και το ΚΚΕ–, σκιάχτρο που ακυρώνει κάθε προοπτική διαλόγου:

* Είναι, πριν απ’ όλα, μια ανειλικρινής στάση: η πλευρά που δεν θέλει σήμερα διάλογο για τα ελληνοτουρκικά με τον έξαλλο Ερντογάν, είναι η ίδια που το 2018 τερμάτισε τον διάλογο για το Κυπριακό με τον διαλλακτικό Τουρκοκύπριο ηγέτη Ακιντζί (παρεμπιπτόντως: λόγω της δηλωμένης πίστης του Ελληνοκύπριου ηγέτη, Νίκου Αναστασιάδη, ότι οι υδρογονάνθρακες της Κύπρου ανήκουν αποκλειστικά στους Ελληνοκύπριους). Όσο για τον μιλιταρισμό του Ερντογάν, δεν είναι σοβαρό επιχείρημα σε μια χώρα που συμμαχεί με το Ισραήλ.

* Είναι μια υπολογιστική στάση: στάση αναμονής μιας πιο «φιλελληνικής» κυβέρνησης στις ΗΠΑ, που θα στηρίξει τις ελληνικές θέσεις, αντί για τις τουρκικές. Αλλά εμείς δεν έχουμε μαζί μας το διεθνές δίκαιο (και, ορισμένοι τουλάχιστον, δεν είμαστε αντιιμπεριαλιστές);

* Είναι μια υποκριτική στάση: δεν γίνεται να καταγγέλλεις τον Ερντογάν για εργαλειοποίηση των προσφύγων, όταν του αναθέτεις πρόσφυγες (στο πλαίσιο της ευρω-τουρκικής συμφωνίας του 2016), και του επαναπροωθείς πρόσφυγες (μονομερώς, ομολογημένα, και εντελώς παράνομα).

* Είναι θόρυβος που σκεπάζει την πραγματικότητα: αν μας ενδιαφέρουν η καλή πίστη και η καλή γειτονία, δεν γίνεται να μη μας νοιάζει ότι, στο εσωτερικό της Τουρκίας, η ελληνική πολιτική (η επιδίωξη συνεχούς ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου· ο αγωγός East Med με ευρωπαϊκή και αμερικανική στήριξη· η στρατιωτική και ενεργειακή συνεργασία με το Ισραήλ· η φιλία με τον Χάφταρ· η συνεργασία με Αίγυπτο και Σ. Αραβία, που δεν έχουν δημοκράτες για αρχηγούς), εκλαμβάνεται ως …ελληνικός «αναθεωρητισμός»: ως προσπάθεια «περικύκλωσης» της Τουρκίας. Πρόκειται για τυπική περίπτωση αλληλοτροφοδότησης των δύο εθνικισμών: δεν θα υπήρχε (παράνομο) τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, αν δεν υπήρχε καιρό νωρίτερα ο (νόμιμα επιθετικός) ελληνο-ισραηλινός East Med.

Το να αφήσουμε αυτές τις «λεπτομέρειες» εκτός συζήτησης, το να πειστούμε ότι ο Ερντογάν είναι ένας Τούρκος Χίτλερ, είναι ο σίγουρος δρόμος για να μην κάνουμε τίποτα στα ελληνοτουρκικά – όπως ακριβώς στο Κυπριακό. Για να θριαμβεύει εσαεί η ελληνική κουτοπονηριά, που θεωρεί ότι παραβιάζεται υφαλοκρηπίδα όταν αυτή …δεν έχει οριστεί με συμφωνία, αλλά με εθνικό νόμο. Που θεωρεί, εσφαλμένα ή απλά ψευδώς, ότι η υφαλοκρηπίδα είναι επικράτεια. Που επιμένει ότι με την Τουρκία «μας χωρίζει μόνο η υφαλοκρηπίδα». Αλλά, αν το πρόβλημα είναι «μόνο η υφαλοκρηπίδα», τότε γιατί από το 2002 και για 11 χρόνια χάθηκαν 55 γύροι διερευνητικών επαφών, με την Ελλάδα να θέτει στο τραπέζι, όχι την υφαλοκρηπίδα (τα κυριαρχικά δικαιώματά της σε διεθνή ύδατα), αλλά το μήκος των χωρικών υδάτων της (την επέκταση, δηλαδή, της κυριαρχίας της σε βάρος της Τουρκίας);

Τι μας χωρίζει με την Τουρκία (και τι με την πραγματικότητα)

Αυτές είναι μερικές από τις πιο σοβαρές διαφορές ανάμεσα στο πιο «βατό» Μακεδονικό και τα ελληνοτουρκικά. Σε αντίθεση με την «εύκολη» Βόρεια Μακεδονία, στα ελληνοτουρκικά η Ελλάδα έχει λόγους να φοβάται ότι δεν θα έχει μόνο κέρδη:

* Αν πάμε σε διάλογο με την Τουρκία, θα φανεί η γύμνια της ελληνικής θέσης ότι μπορούμε να έχουμε χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων, αλλά εναέριο χώρο μεγαλύτερο από τα χωρικά μας ύδατα. Δεν πρόκειται μόνο για παγκόσμια πρωτοτυπία, με βάση το διεθνές δίκαιο. Για την Τουρκία, μια τέτοια επέκταση θεωρείται πρόλογος για να επεκταθούν και τα ελληνικά χωρικά ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια. Αλλά γιατί αυτό είναι αιτία πολέμου για την Τουρκία; Γιατί το (πράγματι) νομικό δικαίωμά της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, σημαίνει στην πράξη Αιγαίο 71,5% ελληνικό και 8,7% τουρκικό, αντί του 43,5% και 7,5% αντίστοιχα, που ισχύει σήμερα (οι υπολογισμοί είναι του –εθνικιστή– διεθνολόγου Άγγελου Συρίγου, βλ. ένθετο Καθημερινής 10.8.2020).

«Νόμιμο δικαίωμα» δεν σημαίνει και δίκαιο αποτέλεσμα. Αλλά ακριβώς η αρχή του δίκαιου αποτελέσματος («αρχή της ευθυδικίας»), δίκαιου και για τις δύο χώρες, είναι θεμέλιο για το διεθνές δίκαιο, που επικαλείται η Ελλάδα.

* Αν πάμε σε διάλογο με την Τουρκία, θα πρέπει να «δώσουμε» (όχι κυριαρχία, αλλά) κυριαρχικά δικαιώματα σε διεθνή ύδατα, τα οποία τώρα διαθέτουμε μόνο κατά φαντασίαν – αφού αυτά αποκτώνται με συμφωνία. Αλλά τα κυριαρχικά δικαιώματα είναι δικαιώματα εκμετάλλευσης βυθού και υπεδάφους: δικαιώματα πάνω σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων, που δεν ξέρουμε αν υπάρχουν και σε τι ποσότητες, πώς θα εξορυχθούν, τι θα αποφέρουν, και ποιοι θα κερδίσουν. Αλήθεια, όμως, εμείς δεν είμαστε με την «κλιματική ουδετερότητα» και την απεξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες; Δεν συμμετέχουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση που, από το 2030, θα μειώσει τη ζήτηση του φυσικού αερίου; Εμείς δεν είμαστε «με την Γκρέτα»; Αλήθεια: τι ακριβώς έχασε ο ελληνικός λαός από τη συμφωνία με την Αίγυπτο, επειδή αυτή δεν αναγνωρίζει πλήρη επήρεια στη Ρόδο στον καθορισμό ΑΟΖ; Πόσο άσχετος, ή πόσο απατεώνας, μπορεί να είναι κανείς, για να ταυτίζει την επικράτεια (κυριαρχία) στα νησιά με την επήρεια των νησιών στον ορισμό κυριαρχικών –δηλαδή εξορυκτικών– δικαιωμάτων;

* Αν πάμε σε διάλογο με την Τουρκία, οι απόψεις της για την αποστρατιωτικοποίηση κατοικημένων ελληνικών νησιών (αποστρατιωτικοποίηση που, για τον τουρκικό εθνικισμό, συνιστά «γκριζάρισμα» και διαπραγματευτικό χαρτί για διεκδίκηση μεγαλύτερης υφαλοκρηπίδας), πιθανότατα θα καταπέσουν. Αλλά αυτός είναι ένας ακόμα λόγος να πάμε σε διάλογο – ή στη Χάγη.

Υπάρχει Αριστερά στην εξωτερική πολιτική – ή να το αφήσουμε στην Παναγία;

Όσο περισσότερη φασαρία γίνεται για τον «αναθεωρητισμό της Τουρκίας» –ενώ είναι γνωστό ότι η Τουρκία διεκδικεί δικαιώματα εκμετάλλευσης διεθνών υδάτων μη οριοθετημένα από συμφωνία–, τόσο ευκολότερα ξεχνιέται η σύγκλιση που υπήρξε στις διαπραγματεύσεις Ελλάδας και Τουρκίας μεταξύ 1975-1981 και 2002-2003: η υπόσχεση να μην επεκταθεί η Ελλάδα πέρα από τα 6 ν.μ., η διάθεση να λυθούν οι διαφορές στη Χάγη, η υπόσχεση να μην εγερθεί ζήτημα ΑΟΖ.

Οι φωνασκίες για τον «αναθεωρητισμό της Τουρκίας» είναι απαίτηση να πάμε πιο πίσω από αυτά – πιο δεξιά, δηλαδή, απ’ ό,τι είναι σήμερα οι Μπακογιάννη, Βενιζέλος, Ροζάκης, σημιτικοί του ΣΥΡΙΖΑ. Πιο δεξιά ακόμα και απ’ τον Άγγελο Συρίγο, που παραδέχεται ότι στην εξωτερική πολιτική δεν πάμε απλά με τις επιθυμίες μας, αλλά με βάση ό,τι επιτρέπει ο διεθνής συσχετισμός. Δεξιότερα απ’ τον Συρίγο εισηγούνται να πάμε άνθρωποι που έχουν ψηφίσει τρία μνημόνια, αλλά κόπτονται στα σοβαρά …για την εθνική κυριαρχία, βεβαιώνοντας ότι ο πατριωτισμός είναι το καταφύγιο του πολιτικού απατεώνα.

Να τσακωθούμε, λοιπόν, αν η υφαλοκρηπίδα θα ορίζεται αναλογικά ή με βάση τη μέση γραμμή, όπως ζητά ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά για να γίνει τι; Για να ζούμε διαρκώς με το φόβο θερμού επεισοδίου, σε μια περιοχή όπου ήδη εμπλέκονται στόλοι οχτώ κρατών; Για να επιδιώξουμε, όπως μας ζητά η Γαλλία του Μακρόν[1], ακόμα μεγαλύτερες δαπάνες για εξοπλισμούς, σε μια χώρα με αδύναμο σύστημα υγείας μπροστά στην πανδημία; Για να διεκδικήσουμε ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση από τους υδρογονάνθρακες, παρά την κλιματική κρίση, και αγνοώντας τους «πράσινους» ευρωπαϊκούς στόχους, που υποτίθεται ότι συμμεριζόμαστε;

Σε αντίθεση με ό,τι εισηγείται το Κόμμα της Υφαλοκρηπίδας, το μείζον είναι η αποφυγή του πολέμου, η μείωση των εξοπλισμών και η αποφυγή περαιτέρω εξορύξεων. Αυτή η τριπλή στοχοθεσία μπορεί να υποστηριχθεί σε Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία: στις καλύτερες παραδόσεις της Αριστεράς, ο κανόνας των κοινών στόχων για την αντιμετώπιση εθνικών ανταγωνισμών ήταν ένστικτο: τόσο πριν, όσο και μετά το 1914, δεν γινόταν να είσαι διεθνιστής, εκτός από την ώρα που χρειαζόταν επειγόντως να το αποδείξεις. Σε αντίθεση με τα περισσότερα κόμματα –και κυρίως, σε πείσμα των σκανδαλωδών επίσημων θέσων ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ–, υπήρξαν πολλοί που θυμήθηκαν αυτόν τον κανόνα: Σε επίπεδο ειδικών αναλυτών, ξεχωρίζουν οι παρεμβάσεις του διεθνολόγου Αλέξη Ηρακλείδη. Από τις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ, η στάση της Εποχής και άρθρα σαν του Τάκη Κατσαρού (Εφημερίδα των Συντακτών, 17.8.2020). Από το ΚΚΕ, η εξαιρετική κοινή ανακοίνωση με το ΚΚ Τουρκίας (24.7.2020). Από το ΜΕΡΑ25, η τοποθέτηση κατά των εξορύξεων και η πρόταση για συνδιάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου. Από το περιοδικό Θέσεις, οι επεξεργασίες του Σπύρου Λαπατσιώρα για τις ΑΟΖ. Σε επίπεδο εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, τέλος, συμβάλλουν, νομίζω θετικά, τοποθετήσεις όπως της «Συνάντησης», του ΝΑΡ, της ΔΕΑ, του elaliberta, οργανώσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων –όχι λίγων.

Ας μην πάρουμε στα σοβαρά τους φωνασκούντες για τον «αναθεωρητισμό της Τουρκίας» – ακριβώς όπως δεν πήραμε αυτούς που μαλλιοτραβιούνταν για τον «αλυτρωτισμό των Σκοπίων». Ας είμαστε υποψιασμένοι στις ιδεολογικές χρήσεις της ιστορίας – στις καρικατούρες, που μπερδεύουν το ΕΑΜ με την ΕΟΚΑ Β’. Ας θυμόμαστε ότι, αν δεν κοιτάς εκεί που πας, τότε πας εκεί που κοιτάς: σε σύρραξη με την Τουρκία, για να κερδίσεις μερικά εξορυκτικά δικαιώματα παραπάνω. Αυτό, που τελευταία συστήνουν αριστεροί πανεπιστημιακοί μαζί με απόστρατους, δεν μπορεί να γίνει «εθνική θέση». Είναι ό,τι ακριβώς πρέπει να αποτρέψουμε.

[1] Τον Οκτώβριο του 2019, η Καθημερινή έγραψε ότι ένας από τους όρους της Γαλλίας για την παραχώρηση των φρεγατών Βelharra ήταν η συμμετοχή Ελλήνων σε περιπολίες στο Κέρας της Αφρικής [https://www.ekathimerini.com/245396/article/ekathimerini/news/greece-signals-intent-to-buy-french-frigates].

ΠΗΓΗ: https://thepressproject.gr/

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 23 Αυγούστου 2020 22:18