Παρασκευή, 09 Δεκεμβρίου 2022 00:34

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συζητήσεις και τα καθήκοντα των κομμουνιστών -του Χρήστου Κεφαλή

Ο πίνακας είναι της Ουκρανής ζωγράφου Katya Gritseva, μέλους του Sotsialniy Rukh (Κοινωνικό Κίνημα Ουκρανίας) και είναι τμήμα του έργου

"Women and War": Steel is Tempered in Fire

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι συζητήσεις και τα καθήκοντα των κομμουνιστών

του Χρήστου Κεφαλή*

Τους τελευταίους μήνες οι συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία αναπτύχθηκαν περαιτέρω, καθώς ο ίδιος ο πόλεμος αλλά και ο ευρύτερος ανταγωνισμός ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πέρασαν σε νέα φάση. Από τη μια μεριά, η σύγκρουση ανάμεσα στη Ρωσία και τους Δυτικούς μεταφράστηκε σε μια γενικευμένη ενεργειακή κρίση στην ΕΕ, που ενόψει του χειμώνα ανησυχεί βαθιά τις ευρωπαϊκές ελίτ κυοφορώντας μεγάλες κοινωνικές αναταράξεις. Από την άλλη, οι ήττες της Ρωσίας στα μέτωπα της Ουκρανίας φανέρωσαν την εσωτερική αστάθεια και σαθρότητα του καθεστώτος Πούτιν. Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο έχουμε μπει σε μια φάση εντεινόμενων κλυδωνισμών του καπιταλισμού, οι οποίες παράγουν μια νέα παγκόσμια κρίση και, με τη μια ή την άλλη αφορμή, προκαλούν ήδη εξεγέρσεις σε αρκετές χώρες. Μόνο στη διάρκεια του 2022 είχαμε τις συνεχιζόμενες μαζικές αναταραχές στο Ιράν, με αφορμή τη δολοφονία της Μαχσά Αμινί, και λαϊκές εισβολές σε κοινοβούλια στο Ιράκ, τη Λιβύη, τη Σρι Λάνκα, κ.ά.

Οι εξελίξεις αυτές θέτουν σε δοκιμασία τη μεγάλη ποικιλία από εκτιμήσεις για τον ουκρανικό πόλεμο στο χώρο της επαναστατικής, κομμουνιστικής αριστεράς, στην Ελλάδα και διεθνώς. Τι επιβεβαιώθηκε και τι διαψεύστηκε από τις αρχικές αναλύσεις; Και τι υπάρχει μπροστά από δω και πέρα στις διεθνείς εξελίξεις που πυροδοτεί ο πόλεμος;

Όπως είναι γνωστό, τρεις βασικές θέσεις έχουν διατυπωθεί αναφορικά με τον ουκρανικό πόλεμο από τις κομμουνιστικές ομάδες και ρεύματα.

Η πρώτη θέση καλεί σε συστράτευση με τη Ρωσία, επειδή υπονομεύει την κυριαρχία των Δυτικών που είναι, υποστηρίζεται, ο κύριος εχθρός. Στην Ελλάδα, με την άποψη αυτή, πέρα από ομάδες που έχουν περάσει στο χώρο του εθνικισμού και της ακροδεξιάς, όπως η Ίσκρα του Λαφαζάνη, συντάσσονται η ΛΑΕ, το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο και μεμονωμένοι διανοούμενοι στο στιλ των Λ. Βατικιώτη, Β. Λιόση, Δ. Πατέλη, κ.ά.

Η δεύτερη θέση χαρακτηρίζει τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό και από τις δυο μεριές, μια σύγκρουση ανάμεσα στο ρωσικό και το νατοϊκό ιμπεριαλισμό, του οποίου πιόνι αποτελεί η Ουκρανία, καλώντας σε επαναστατικό αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Υποστηρίζεται πιο ισχυρά από το ΚΚΕ και το ΝΑΡ. Την υιοθετούν ακόμη αρκετές ομάδες του τροτσκιστικού χώρου, όπως οι ΟΚΔΕ, ΟΚΔΕ Σπάρτακος, ΣΕΚ και ΔΕΑ, αναρχίζουσες ομάδες όπως το Κόκκινο Νήμα και το eksegersi.gr και μεμονωμένοι διανοούμενοι όπως ο Δ. Καλτσώνης. Με αυτή τη γραμμή εν μέρει συμβαδίζουν και οργανώσεις όπως το Ξεκίνημα και η Κομμουνιστική Τάση, που όμως έχουν μια πιο ανοικτή αντιμετώπιση.

Η τρίτη άποψη θεωρεί τον πόλεμο ιμπεριαλιστικό μόνο από τη μεριά της Ρωσίας· η Ουκρανία, ανεξάρτητα από τους δεσμούς με τη Δύση, υπερασπίζει σε αυτό τον πόλεμο την εθνική της ύπαρξη. Αυτή η θέση στην Ελλάδα είναι αρκετά μειοψηφική, υποστηριζόμενη από το Elaliberta και το Διεθνές Βήμα· το ΜΕΡΑ25 και αριστερά στοιχεία στον ΣΥΡΙΖΑ, όπως γύρω από την εφημερίδα Εποχή, στέκουν επίσης σε μια παρόμοια θέση.

Τέλος, κάποιες ομάδες, όπως η ΚΟΕ και το ΕΕΚ τοποθετήθηκαν ενδιάμεσα ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη θέση, καταδικάζοντας γενικά τους ιμπεριαλιστές, αλλά πιο ισχυρά τις ΗΠΑ και την ΕΕ από ό,τι τη Ρωσία, για την οποία βρίσκουν πολλά ελαφρυντικά. Από την άλλη μεριά, αρκετά αξιοσημείωτα, όχι λίγες ομάδες στον αναρχικό χώρο υπερασπίζουν την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.

Στο διεθνές πεδίο η εικόνα είναι παρόμοια, με μικροδιαφορές που συνδέονται με τις παραδόσεις κάθε χώρας. Στο πλευρό του καθεστώτος Πούτιν έχουν σταθεί απροκάλυπτα το ΚΚΡΟ, η ηγεσία του ΚΚ Ουκρανίας και άλλα σταλινικά κόμματα. Την ίδια θέση έχουν υιοθετήσει, με λίγο πιο ντροπαλό τρόπο ομάδες όπως το WSWS (τροτσκιστικό ενημερωτικό σάιτ) και οι διανοούμενοι του ιστορικού περιοδικού Monthly Review. Τη γραμμή της καταδίκης του ιμπεριαλιστικού πολέμου ακολουθούν, μεταξύ άλλων, μια πλειάδα σταλινικές ομάδες και κομματίδια που συσπειρώνει σε διεθνές επίπεδο το ΚΚΕ, αλλά και ομάδες του τροτσκιστικού χώρου, όπως το SWP και η International Marxist Tendency. Τέλος, η τάση του International Viewpoint και αρκετές σοσιαλιστικές ομάδες στην Ουκρανία, αξιοσημείωτα στη Ρωσία, αλλά και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, συντάσσονται με την Ουκρανία. Από τους σημαντικούς διανοούμενος, ο Νόαμ Τσόμσκι έχει επίσης αναγνωρίσει ότι η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Ουκρανία είναι μια νόμιμη αριστερή επιλογή.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα των γεγονότων της τρέχουσας περιόδου και η ευρύτερη εικόνα δεν εξαντλείται σε αυτόν. Είναι όμως ένας ζωτικός κρίκος, ώστε η εκτίμησή του εμπλέκει καίρια θεωρητικά προβλήματα που άπτονται του χαρακτήρα των προσεγγίσεων για τον ιμπεριαλισμό και τις οξυνόμενες αντιθέσεις του. Με αφορμή αυτό τον πόλεμο επιστρέφουν στο προσκήνιο παλιές διαμάχες για τη φύση του ιμπεριαλισμού, τους ιμπεριαλιστικούς και εθνικούς πολέμους, κ.ά., που συχνά θεωρούνταν ληγμένες. Σε αυτή τη σύνδεση, ο πόλεμος στην Ουκρανία θέτει στη δοκιμασία της πράξης την αξιοπιστία και την ευθύνη κάθε ομάδας και διανοούμενου στον κομμουνιστικό χώρο, όχι πια σε τοπικά ζητήματα αλλά σε ένα θέμα παγκόσμιας σημασίας. Όσοι επιδεικνύουν επιπολαιότητα, αμετροέπεια και δογματισμό σε ένα τέτοιο θέμα –για να μη μιλήσουμε πια για ποιότητες όπως η έπαρση και ο φανατισμός– εκθέτουν ανεπανόρθωτα τον εαυτό τους.

Κριτήριο για την ορθότητα της μιας ή της άλλης άποψης δεν μπορεί παρά να είναι τελικά η ίδια η ιστορική πράξη. Αυτό όμως περιλαμβάνει μια νηφάλια, χωρίς αγκυλώσεις και επαναστατικές φρασεολογίες, αποτίμηση αυτής της πράξης και ένα στρατηγικό-τακτικό προσανατολισμό στις επερχόμενες εξελίξεις. Σε μια εποχή συνεχιζόμενης κρίσης και αποσύνθεσης του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος πρέπει να ξεκινάμε από την αφετηρία ότι οι προσφερόμενες απαντήσεις δεν ανταποκρίνονται κατά κανόνα στις μαρξιστικές αξιώσεις που τις συνοδεύουν.

Το παρόν δοκίμιο συνοψίζει και συνθέτει τις θέσεις που έχει διατυπώσει ο γράφων σε άρθρα σε σάιτ όπως το Ξεκίνημα και το elaliberta. Εκεί υποστηρίξαμε ότι ο πόλεμος είναι εθνικός από τη μεριά της Ουκρανίας και ότι αυτός του ο χαρακτήρας, που δεν αναιρείται από τους εμπλεκόμενους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς μεταξύ Ρωσίας (που διεξάγει ιμπεριαλιστικό πόλεμο) και Δυτικών, επιβάλλει την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας από το κομμουνιστικό κίνημα. Ταυτόχρονα επισημάναμε την προοπτική εμφάνισης επαναστατικών δυνατοτήτων στη Ρωσία από μια πιθανή ήττα της, επικρίνοντας τις θέσεις υπέρ της Ρωσίας ή ίσης απόστασης απέναντι και στις δυο πλευρές.

Εκείνες οι θέσεις επαναδηλώνονται και τοποθετούνται εδώ σε ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο, ώστε να τους δοθεί επαρκής μαρξιστική θεμελίωση. Για τους ειλικρινείς μαρξιστές η απαίτηση αυτή δεν μπορεί παρά να έχει πρωταρχική σπουδαιότητα, ως όρος για τον επαρκή, αποτελεσματικό καθορισμό των πρακτικών προσανατολισμών και καθηκόντων του κινήματος στο παρόν στάδιο. Το χρωστάμε, αν μη τι άλλο, στις αμέτρητες ανθρώπινες υπάρξεις που χάνονται στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας και σε όσες θα χαθούν στο μέλλον αν το κομμουνιστικό κίνημα δεν ανασυνταχτεί πριν οι αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού φτάσουν σε μια γενική έκρηξη.

Ι. Ιμπεριαλισμός, μεγάλες δυνάμεις και πόλεμοι: η λενινιστική θεώρηση

Στην κλασική μπροσούρα του Ο Ιμπεριαλισμός. Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού, ο Λένιν όρισε τον ιμπεριαλισμό ως μονοπωλιακό καπιταλισμό, το ανώτατο εκείνο στάδιο του καπιταλισμού στο οποίο έχει λάβει χώρα η συγκέντρωση του κεφαλαίου στα χέρια μιας μονοπωλιακής ολιγαρχίας, μερικών μεγιστάνων του πλούτου που κυριαρχούν σε κάθε κλάδο της οικονομίας. Αυτή η συγκέντρωση είναι το καθοριστικό στοιχείο που ορίζει τον ιμπεριαλισμό ως ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού, ποιοτικά διαφορετικό από την προηγούμενη εποχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, όταν κυριαρχούσε ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε μικρές επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, ο Λένιν επισήμανε πέντε βασικά γνωρίσματα του ιμπεριαλιστικού σταδίου.

«1) Συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου, που έχει φτάσει σε τέτοια υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης, ώστε να δημιουργεί μονοπώλια που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή, 2) συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στη βάση αυτού του “χρηματιστικού κεφαλαίου”, 3) εξαιρετικά σπουδαία σημασία αποκτά η εξαγωγή κεφαλαίου, σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων, 4) συγκροτούνται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των καπιταλιστών, οι οποίες μοιράζουν τον κόσμο και 5) έχει τελειώσει το εδαφικό μοίρασμα της Γης ανάμεσα στις μεγαλύτερες καπιταλιστικές δυνάμεις»[1].

Ο ορισμός του Λένιν, αν και φαινομενικά απλός, αποτυπώνει την ουσία του νέου σταδίου, εμπλέκοντας μια ποικιλία από εκδηλώσεις του με μεγάλη συνθετότητα. Το κεντρικό στοιχείο στη λενινιστική εικόνα του ιμπεριαλισμού είναι ο σχηματισμός της μονοπωλιακής ολιγαρχίας, που αποτελεί την πηγή της ισχύος της αστικής τάξης στο νέο στάδιο. Με αυτή την έννοια, ο Λένιν δίνει έμφαση και αναδεικνύει το οικονομικό θεμέλιο του ιμπεριαλισμού. Τα πέντε κύρια γνωρίσματα που επισημαίνει αποτελούν εκδηλώσεις αυτού του θεμελίου, που δεν απαιτείται να χαρακτηρίζουν μια ιμπεριαλιστική χώρα σε κάθε στιγμή και στον ίδιο βαθμό· η συγκεκριμένη έκφρασή τους καθορίζεται από το βαθμό ωρίμανσης μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης αλλά και τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς της με τις αντίπαλες δυνάμεις. Οριακά είναι δυνατό μια ιμπεριαλιστική δύναμη, όταν έχει ηττηθεί αποφασιστικά από τους ανταγωνιστές της όπως η Γερμανία στα 1918-33, να μην εκδηλώνει καθόλου ή να εκδηλώνει αναιμικά αυτά τα χαρακτηριστικά. Παρ’ όλα αυτά, εφόσον η μονοπωλιακή ολιγαρχία έχει σχηματιστεί δεν παύει να είναι ιμπεριαλιστική δύναμη.

Από τη στιγμή που σε κάθε σχετικά ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα υπάρχει πλέον μια χρηματιστική ολιγαρχία, συνάγεται ότι κάθε χώρα μπορεί, τοπικά ή και ευρύτερα, να ασκεί κατά καιρούς ιμπεριαλιστική πολιτική. Στον καιρό του Λένιν χώρες όπως το Βέλγιο, η Ιταλία, κ.ά., είχαν αξιοσημείωτες αποικίες· αργότερα, ως το 1975, ακόμη και η Πορτογαλία ήταν μια αποικιακή δύναμη. Ο Λένιν όμως δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τις μικρές, περιθωριακές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Στον ορισμό του δίνει έμφαση στις μεγάλες δυνάμεις, δηλαδή τις πρωταγωνιστικές δυνάμεις που έχουν την ισχύ να παρεμβαίνουν ιμπεριαλιστικά λίγο-πολύ σε παγκόσμιο επίπεδο και να διεκδικούν (σε συνασπισμό ενδεχόμενα με άλλες) την παγκόσμια κυριαρχία. Τέτοιες δυνάμεις στην εποχή του Λένιν ήταν εκείνες που συνέπηξαν τους δυο μεγάλους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αγγλία, η Γαλλία, η τσαρική Ρωσία, οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία, και επίσης η Ιαπωνία.

O ιμπεριαλισμός, έδειξε επίσης ο Λένιν, εμπλέκει μια ισχυρή, σύμφυτη τάση προς το μιλιταρισμό και τον πόλεμο ως τα μόνα μέσα για να διευθετούνται οι σφαίρες επιρροής της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο πιο κλασικός στην ιστορία ιμπεριαλιστικός πόλεμος, που ξέσπασε αναγκαία όταν η παλιά διανομή των αποικιών έπαψε να ανταποκρίνεται στο νέο συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, από τις οποίες η Γερμανία είχε αδικηθεί στη μοιρασιά. Ο πόλεμος αυτός ήταν ιμπεριαλιστικός από την πλευρά και των δυο συνασπισμών, που ώθησαν τους λαούς στο παγκόσμιο μακελειό για να διασφαλίσουν, ο καθένας για λογαριασμό του, την παγκόσμια κυριαρχία και λεηλασία των αποικιών. Ο Λένιν ξεσκέπασε την προδοσία των επίσημων σοσιαλιστικών κομμάτων της Β΄ Διεθνούς, που πέρασαν στο σοβινισμό και το σοσιαλιμπεριαλισμό, ξεσκεπάζοντας την παρουσίασή τους του πολέμου του 1914-18 ως μιας υπεράσπισης της πατρίδας να είναι μια απάτη. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος δεν μπορούσε να καταπολεμηθεί ούτε με ουτοπικά πασιφιστικά σχέδια, όπως εκείνα του Κάουτσκι και των άλλων ταλαντευόμενων στοιχείων του κέντρου. Η μόνη απάντηση των λαών στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ήταν ο αγώνας για την ήττα της δικής τους αστικής τάξης και για τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Ο Λένιν έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην άνιση ανάπτυξη ως ένα θεμελιώδη νόμο της εποχής του ιμπεριαλισμού. Μια συνέπειά της είναι οι διαρκείς ανακατατάξεις ισχύος ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, που εμποδίζουν να διαταχτούν γύρω από μια σταθερά κυρίαρχη υπερδύναμη σε ένα ενιαίο, χωρίς ισχυρούς ανταγωνισμούς ιμπεριαλιστικό σύστημα (η κυριαρχία των ΗΠΑ στα 1950-2000 είναι εδώ μια μη επαναλήψιμη εξαίρεση, καλύπτοντας λιγότερο από το μισό της συνολικής εποχής του ιμπεριαλισμού). Μια παραπέρα συνέπεια είναι η δυνατότητα να σπάσει το ιμπεριαλιστικό σύστημα αρχικά σε μια ή μερικές χώρες που, λόγω της άνισης ανάπτυξης, έχουν καταστεί αδύναμοι κρίκοι του[2].

Ο Λένιν συζήτησε μια σειρά πολιτικές όψεις και εκφάνσεις του ιμπεριαλισμού: η ικανότητά του να καταπνίγει βίαια με τη συγκεντρωμένη δύναμή του τις αποικιακές εξεγέρσεις, η δημιουργία στα ιμπεριαλιστικά κέντρα της εργατικής αριστοκρατίας, η εξαγορά και ενσωμάτωση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα των ηγεσιών της Β΄ Διεθνούς που πέρασαν στο σοσιαλσοβινισμό, η διάβρωση ευρύτερα του επαναστατικού εργατικού κινήματος με τα διάφορα ρεφορμιστικά και αριστερίστικα διανοουμενίστικα ρεύματα που αναπαράγουν την αστική ιδεολογία στο εσωτερικό του.

Συνολικά, η ανάλυση του Λένιν υπογραμμίζει όχι μόνο τις αντιφάσεις αλλά και την ισχύ του ιμπεριαλισμού, δίνοντάς μας ένα κλειδί για να ανιχνεύουμε και να παρεμβαίνουμε επαναστατικά στη μεταβαλλόμενη ισορροπία τους. Η κεντρική ιδέα της μπορεί να συνοψιστεί στην πρόταση ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, στο οποίο οι αντιφάσεις του οξύνονται σε τέτοιο βαθμό που να θέτουν τη σοσιαλιστική επανάσταση στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα η ιμπεριαλιστική αντίδραση, με τη συσσωρευμένη, ευέλικτη δύναμή της μπορεί να διαταράσσει, να φρενάρει και να αποσυνθέτει την επαναστατική διαδικασία. Ο ιμπεριαλισμός δεν είναι έτσι ανίκητος· σε στιγμές επαναστατικής κρίσης, όταν οι κυρίαρχες τάξεις έχουν εξασθενίσει και αποδιοργανωθεί από μια προηγούμενη οικονομική κατάρρευση, πολέμους, κοκ, η αντίστασή του μπορεί να καμφθεί από την υπέρτερη ισχύ του κινήματος. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο πάνω στις κατευθύνσεις που υπαγορεύει η ίδια η ιστορική διαδικασία μέσω της παρέμβασης μιας πειθαρχημένης επαναστατικής πρωτοπορίας, και όχι πάνω σε οποιεσδήποτε, αυθαίρετα επινοημένες κατευθύνσεις. «Το τσόφλι του ιμπεριαλισμού», θα πει ο Λένιν, «…είναι φτιαγμένο από το καλύτερο ατσάλι και γι’ αυτό δεν σπάζει με τις προσπάθειες του κάθε νεοσσού»[3].

Εντοπίζοντας αυτές τις κύριες τάσεις και τα γνωρίσματα της ιμπεριαλιστικής εποχής, ο Λένιν σε καμιά περίπτωση δεν ισχυρίστηκε ότι εξαντλούν το περιεχόμενό της και ότι κάθε ανταγωνισμός και πόλεμος έχει πλέον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Απεναντίας, υπογράμμισε ότι και στο ιμπεριαλιστικό στάδιο είναι δυνατοί εθνικοί, απελευθερωτικοί πόλεμοι, όπως εκείνοι των αποικιών και γενικότερα των μικρών χωρών που αγωνίζονται για την εθνική ανεξαρτησία τους και την απόκρουση επεμβάσεων από τις μεγάλες δυνάμεις. Στον ίδιο τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Λένιν επισήμανε ως τέτοια εξαίρεση (που όμως ήταν το 1% του συνολικού πολέμου και δεν άλλαζε το γενικό χαρακτήρα του) την αντίσταση της Σερβίας, μιας μικρής και μη ιμπεριαλιστικής χώρας, στην Αυστροουγγαρία. Τέτοιοι πόλεμοι, που αργότερα πήραν μεγάλες διαστάσεις με τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στις χώρες του τρίτου κόσμου, είναι δίκαιοι και πρέπει να υποστηρίζονται από τους κομμουνιστές. Ο Λένιν πρόβλεψε ότι, ενώ στην εποχή του οι αποικίες ήταν ο κυρίαρχος τρόπος πρόσδεσης των μικρών χωρών στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, οι περισσότεροι λαοί θα αποκτούσαν την εθνική τους ανεξαρτησία ακόμη και πριν την έλευση του σοσιαλισμού.

Σε αντίθεση με πολλούς ακαδημαϊκούς των ημερών μας, ο Λένιν δεν καταπιάστηκε να παρουσιάσει λεπτομερείς κατατάξεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων από άποψη ισχύος ή να προσδιορίσει την ακριβή χρονολογία που μετατράπηκαν σε ιμπεριαλιστικές. Γνώριζε πολύ καλά ότι αυτά τα ζητήματα κρίνονται στην πράξη και ότι συχνά υπάρχουν ενδιάμεσες περιπτώσεις, για τις οποίες δεν μπορεί να αποφανθεί σίγουρα κανείς αν πρόκειται για μια τοπική η παγκόσμια ιμπεριαλιστική δύναμη (στον καιρό του Λένιν ένα τέτοιο παράδειγμα αντιπροσώπευε η Αυστροουγγαρία, σήμερα πιθανά η Βραζιλία).

Στηριζόμενοι στον κύριο ορισμό του Λένιν για το σχηματισμό της μονοπωλιακής ολιγαρχίας ως βάσης του ιμπεριαλισμού, μπορούμε παρ’ όλα αυτά να προσδιορίσουμε τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της εποχής μας. Με κριτήριο τον αριθμό των δισεκατομμυριούχων κάθε χώρας (ένα προσεγγιστικό μέτρο της συγκέντρωσης πλούτου) και συνυπολογίζοντας άλλα στοιχεία, όπως ο μιλιταρισμός, οι εξωτερικές επεμβάσεις, το ΑΕΠ, κοκ, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι σήμερα οι ΗΠΑ (720), η Κίνα (698), η Ινδία (140), η Ρωσία (117), η Βρετανία (56), η Ιαπωνία (49), ο Καναδάς (64, το 2022) και ο συνασπισμός της ΕΕ υπό τη Γερμανία (136) και τη Γαλλία (41 – στις παρενθέσεις ο αριθμός δισεκατομμυριούχων κάθε χώρας το 2020)[4]. Με το πρώτο κριτήριο η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιαπωνία υπερτερούν κάπως έναντι της Ρωσίας, καθώς οι ολιγάρχες τους βρίσκονται πιο ψηλά στη σχετική κατάταξη και ο συνολικός τους πλούτος είναι μεγαλύτερος· η Ρωσία όμως υπερτερεί σε άλλα όπως η στρατιωτική ισχύς, οι ενεργειακοί πόροι, κοκ. Από την άλλη μεριά, η Ουκρανία, της οποίας το ΑΕΠ (201 δις δολάρια το 2021) είναι μικρότερο και από εκείνο της Ελλάδας (215 δις) ξεκάθαρα δεν είναι παγκόσμια ιμπεριαλιστική δύναμη.

Μια σημαντική πλευρά των λενινιστικών αναλύσεων του ιμπεριαλισμού, με ιδιαίτερη αναφορικότητα στον ουκρανικό πόλεμο, είναι η διάκριση ανάμεσα σε τοπικούς και γενικούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Ο πόλεμος του 1914-18 ήταν ένας γενικός, παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος, στον οποίο η νίκη της μιας ή της άλλης πλευράς ήταν παντελώς αδιάφορη από την άποψη του σοσιαλιστικού κινήματος. Πριν από αυτόν, ωστόσο, είχαν προηγηθεί και τοπικές ιμπεριαλιστικές συρράξεις, με πιο σημαντική το ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904-05.

Στην αρθρογραφία του για το ρωσοϊαπωνικό πόλεμο ο Λένιν τον χαρακτήρισε ιμπεριαλιστικό και από τις δυο μεριές, καθώς η τσαρική Ρωσία και η Ιαπωνία ήταν ήδη ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα, όμως, υπογράμμισε ότι η έκβαση του συγκεκριμένου πολέμου δεν ήταν αδιάφορη για το σοσιαλιστικό κίνημα και τάχτηκε υπέρ της νίκης της Ιαπωνίας, για δυο λόγους. Κατ’ αρχήν, η Ιαπωνία, ως μια νέα ιμπεριαλιστική δύναμη, έτεινε να λειτουργεί διαλυτικά στις φεουδαρχικές δομές και τη δυτική επικυριαρχία στην Ανατολή, σε αντίθεση με το ρωσικό ιμπεριαλισμό, που έτεινε να τις διαιωνίζει. Και κατά δεύτερο, και κυριότερο, η νίκη της Ιαπωνίας αποδυνάμωνε τον τσαρισμό, ενισχύοντας την επικείμενη ρωσική επανάσταση, ενώ μια νίκη της Ρωσίας θα την αποδυνάμωνε χωρίς να έχει κανένα θετικό διεθνές αντίκτυπο.

«Η υπόθεση της ρωσικής ελευθερίας και της πάλης του ρωσικού (και του παγκόσμιου) προλεταριάτου για το σοσιαλισμό», έγραφε ο Λένιν, «εξαρτιέται πάρα πολύ από τις στρατιωτικές ήττες της απολυταρχίας. Η υπόθεση αυτή κέρδισε πολύ από τη στρατιωτική καταστροφή… Η συνθηκολόγηση του Πορτ-Άρθουρ είναι ο πρόλογος της συνθηκολόγησης του τσαρισμού. Ο πόλεμος απέχει ακόμα πολύ από το τέρμα του, το κάθε όμως βήμα στη συνέχισή του πλαταίνει σε αφάνταστο βαθμό τον αναβρασμό και την αγανάκτηση του ρωσικού λαού, φέρνει πιο κοντά τη στιγμή ενός νέου μεγάλου πολέμου, του πολέμου του λαού ενάντια στην απολυταρχία, του πολέμου του προλεταριάτου για την ελευθερία»[5].

Σε αυτή τη σύνδεση ο Λένιν άσκησε κριτική στους πασιφιστές σοσιαλιστές της εποχής όπως ο Ζορές οι οποίοι, επικαλούμενοι τη βαρβαρότητα κάθε πολέμου γενικά, τάσσονταν υπέρ μιας ουδέτερης στάσης καταδίκης και των δυο πλευρών στο ρωσοϊαπωνικό πόλεμο. Παρέθεσε αποσπάσματα από άρθρα οξυδερκών πολιτικών του τσαρισμού όπως ο πρίγκιπας Τρουμπετσκόι, που διαπίστωναν με ανησυχία ότι ο πόλεμος έφερνε την επανάσταση στη Ρωσία προ των πυλών: «Ο φόβος για επανάσταση στη Ρωσία έχει, φαίνεται, πραγματικές βάσεις… Κι αν επακολουθήσει ένα σοβαρό επαναστατικό ξέσπασμα, είναι κάτι παραπάνω από αμφίβολο αν θα μπορέσει να τα βγάλει πέρα μαζί του η απολυταρχία, εξασθενημένη από τον πόλεμο στην Άπω Ανατολή»[6].

Τα παραπάνω δεν εξαντλούν ασφαλώς τη θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό. Συνοψίζουν όμως τις βάσεις και τα πιο κύρια σημεία της, που την οριοθετούν ως τη μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, απέναντι σε άλλες, αστικές και ρεφορμιστικές θεωρήσεις. Οι τελευταίες διακρίνονται από δυο κυρίως διαστρεβλώσεις. Κατά πρώτο λόγο, υποβαθμίζουν τις αντιφάσεις και συγκρούσεις του ιμπεριαλισμού, συγκαλύπτοντας το ταξικό, καπιταλιστικό υπόβαθρό τους (η θεωρία του Κάουτσκι για τον υπεριμπεριαλισμό, στην οποία άσκησε οξεία κριτική ο Λένιν, και οι πιο πρόσφατες αναπτύξεις α λα Νέγκρι και Χαρντ με την έννοια της «αυτοκρατορίας», προσφέρουν εδώ τυπικά παραδείγματα). Και κατά δεύτερο, σκεπάζουν παραπέρα τη συγκέντρωση της εξουσίας στις μονοπωλιακές ελίτ, προσφέροντας ουτοπικές προοπτικές απελευθερωτικής δήθεν δράσης σε τοπικό, μοριακό επίπεδο (στο πνεύμα των μεταμοντέρνων, κοκ), ενώ το κέντρο αυτό θα παραμένει άθικτο.

IΙ. Ο ουκρανικός πόλεμος και η αναπτυσσόμενη κρίση στη Ρωσία

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, όντας ένας τοπικός πόλεμος, αντιπροσωπεύει από πολλές απόψεις ένα ανάλογο του ρωσοϊαπωνικού πολέμου του 1905 στον 21ο αιώνα. Ο πόλεμος, όπως και εκείνος του 1905, οξύνει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, δίνοντας σημαντική ώθηση στο σχηματισμό των σύγχρονων ιμπεριαλιστικών μπλοκ, ανάμεσα σε ΗΠΑ, ΕΕ, Βρετανία κ.ά. από τη μια και Κίνα, Ρωσία κ.ά. από την άλλη. Ταυτόχρονα, και κυρίως, δεδομένης της σχετικής αδυναμίας του ρωσικού ιμπεριαλισμού εγκυμονεί, σε περίπτωση ήττας της Ρωσίας, επαναστατικές δυνατότητες στην ίδια τη Ρωσία. Από την άλλη μεριά, μια νίκη της Ρωσίας δεν θα είχε κανένα ανάλογο αντίκτυπο· στην πραγματικότητα θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο την άνοδο των ακροδεξιών δυνάμεων, που σημειώνεται τώρα στην Ευρώπη.

Στην παλιότερη αρθρογραφία στο σάιτ του Ξεκινήματος και το elaliberta, το Φλεβάρη - Μάρτη του 2022, ο γράφων είχε επισημάνει την παραπάνω αναλογία. Σε εκείνα τα άρθρα παραθέταμε τις θέσεις του Λένιν υπέρ της ήττας της τσαρικής Ρωσίας στο ρωσοϊαπωνικό πόλεμο. Διατυπώναμε δε την πρόβλεψη ότι μια πιθανή ήττα της Ρωσίας στον ουκρανικό πόλεμο σήμερα θα μπορούσε να πυροδοτήσει ανάλογες επαναστατικές εξελίξεις[7].

Από τότε αρκετό νερό κύλησε στο αυλάκι. Οι ήττες της Ρωσίας, πρώτα στο Κίεβο, μετά στο Χάρκοβο και τελευταία στη Χερσώνα, έγιναν μια χειροπιαστή πραγματικότητα, όπως το ίδιο έγινε και η αρκετά μαζική αντίδραση του ρωσικού λαού στην επιστράτευση και η αδυναμία του καθεστώτος Πούτιν να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του πολέμου. Τα γεγονότα αυτά έφεραν και φέρνουν σε φως την εσωτερική κρίση, τη διαφθορά και τη φαυλότητα του ρωσικού καθεστώτος, σε βαθμό μάλιστα μεγαλύτερο από όσο θα ανέμενε κανείς με μια επιφανειακή εξέταση. Το ότι μια ισχυρή ουκρανική αντεπίθεση άρκεσε για να ανατραπεί χωρίς δυσκολία το ρωσικό μέτωπο στο Χάρκοβο και τη Χερσώνα είναι ένα γεγονός συγκρίσιμο με τις ήττες του τσαρισμού το 1905.

Παίζοντας τα, σημαντικά ακόμη, ρέστα της, η Ρωσία απάντησε με επιθέσεις σε αμάχους και υποδομές, κάνοντας φανερή την μπότα του ρωσικού ιμπεριαλισμού στο πρόσωπο του στρατηγού Σουροβίκιν.

Ως αποτέλεσμα, η ατμόσφαιρα κρίσης και αποσύνθεσης του καθεστώτος Πούτιν άρχισε να γίνεται αισθητή ακόμη και σε επίσημους ομιλητές του, καθώς και σε αντιπολιτευτικούς αναλυτές στην ίδια τη Ρωσία. Σε μια πλειάδα άρθρων διαπιστώνεται ότι η κατάσταση στη Ρωσία αρχίζει να θυμίζει έντονα εκείνη μετά τις ρωσικές ήττες στο ρωσοϊαπωνικό πόλεμο το 1905 ή πριν το Φλεβάρη του 1917.

Διαφωτιστικές είναι οι κρίσεις του Α. Κοτς, ενός αντιδραστικού σχολιαστή που απηχεί τις καθεστωτικές απόψεις, πολεμικού ανταποκριτή της Κομσομόλσκαγια Πράβντα:

«Ο Ρώσος πολεμικός ανταποκριτής Αλεξάντερ Κοτς», αναφέρεται σε ένα σχετικό άρθρο στο in.gr, «συνέκρινε τη σημερινή κατάσταση με την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 που ανέτρεψε τον τσάρο Νικόλαο Β΄ και άνοιξε το δρόμο για την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές. Η Ρωσική Αυτοκρατορία έχασε “έναν πόλεμο νεύρων” επειδή “στα μετόπισθεν υπήρχαν δισταγμοί, κατάθλιψη, αναζήτηση εσωτερικών εχθρών”, έγραψε ο δημοσιογράφος της Komsomolskaya Pravda στο Telegram τη Δευτέρα. “Το χρειαζόμαστε 100 χρόνια αργότερα;”, ρώτησε»[8].

Ο Κοτς είναι ένας βραβευμένος από το καθεστώς Πούτιν ανταποκριτής, που έχει καλύψει κρίσιμες ρωσικές επιχειρήσεις στο παρελθόν, μεταξύ άλλων στη Λιβύη (όπου κατηγορήθηκε για πράκτορας του Καντάφι), τη Συρία, τη Γεωργία και τώρα στην Ουκρανία[9]. Φυσικά, όπως όλοι οι συστημικοί γεωπολιτικοί αναλυτές, βλέπει μόνο την εξωτερική όψη των γεγονότων. Ως αποτέλεσμα οι ήττες της τσαρικής Ρωσίας στον πόλεμο και η επαναστάσεις του 1905 και του 1917 του φαίνονται σαν προϊόν κάποιων τυχαίων δισταγμών και αναποφασιστικότητας του τσάρου· το ότι το τσαρικό καθεστώς δεν είχε τις βάσεις και την πραγματική ισχύ ώστε η αποφασιστικότητα των τσάρων (που σίγουρα δεν έλειπε) να φέρει ιστορικό αποτέλεσμα διαφεύγει πλήρως από το οπτικό του πεδίο. Αλλά το γεγονός ότι ένας τέτοιος παρατηρητής συγκρίνει την τωρινή κατάσταση στη Ρωσία με εκείνη πριν από τις επαναστάσεις του 1905 και του Φλεβάρη του 1917 έχει από μόνο του βαρύνουσα σημασία, εκθέτοντας το βάθος της κρίσης και την έλλειψη προοπτικών του καθεστώτος.

Ο Κοτς δεν είναι ο μόνος που προβαίνει σε παρόμοιες εκτιμήσεις. Στο ίδιο άρθρο παρατίθενται οι ταυτόσημες απόψεις του Ν. Μιτρόκιν, Ρώσου προοδευτικού πανεπιστημιακού στη Βρέμη. Ο Μιτρόκιν περιγράφει το κλίμα της αποθάρρυνσης και των αμοιβαίων κατηγοριών στα ανώτατα κλιμάκια της ρωσικής ηγεσίας, διαβλέποντας μια επικείμενη επέκταση της αμφισβήτησης στο πρόσωπο του ίδιου του Πούτιν ως προοίμιο για μια επαναστατική εξέλιξη:

«Παρατηρητές συμφωνούν μαζί του [με τον Κοτς]. “Η διάθεση μεταξύ των Ρώσων στρατιωτών μοιάζει με τον πανικό που ακολούθησε τις απώλειες της Ρωσίας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου”, δήλωσε ο Μιτρόκιν του Πανεπιστημίου της Βρέμης. “Απογοήτευση στα ανώτατα κλιμάκια, άμεσες κατηγορίες για προδοσία, λεκτικές επιθέσεις σε διοικητές – αυτό είναι το πρώτο στάδιο”, είπε. “Αυτό που ακολουθεί είναι η απογοήτευση από τον αρχιστράτηγο, ο οποίος δεν μπορεί να βελτιώσει τίποτα”, τόνισε. “Το τρίτο στάδιο είναι επαναστατικό με τον ήδη χαμένο πόλεμο στο παρασκήνιο”. “Δεν είναι μακριά” οι δηλώσεις ενάντια στον Πούτιν»[10].

Τέλος, στοιχεία της ρωσικής αστικής αντιπολίτευσης, όπως ο επιχειρηματίας Γκ. Γκουντκόφ, συμμερίζονται τις ίδιες προβλέψεις:

«Ένας εξόριστος ηγέτης της αντιπολίτευσης», διαβάζουμε παραπέρα, «πιστεύει ότι το κύμα της κριτικής θα στραφεί σύντομα κατά του Πούτιν. “Περιμέναμε εδώ και καιρό να αρχίσει η εσωτερική διαμάχη και άρχισε”, δήλωσε ο Γκενάντι Γκουντκόφ στο Al Jazeera. “Δεν υπάρχουν ακόμη δηλώσεις κατά του Πούτιν, αλλά δεν είναι μακριά”, δήλωσε ο αξιωματούχος που εκδιώχθηκε από την Κρατική Δούμα, την κάτω βουλή του ρωσικού κοινοβουλίου, για την κριτική του στις πολιτικές του Πούτιν. “Οι πρώτες πέτρες ρίχνονται, αλλά όχι κατά του Πούτιν, αλλά μόνο κατά της κουστωδίας του… Μέχρι στιγμής, είναι οι Καντίροφ, Πριγκόζιν που εκφράζουν την ευθύνη, αλλά σύντομα, θα πρέπει να πουν ποιος θα ‘διοριστεί’ αποδιοπομπαίος τράγος”, δήλωσε ο Γκουντκόφ. Συνέκρινε την κατάσταση με τον καταστροφικό ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905, όταν οι στρατοί του τσάρου υπέστησαν μια καταστροφική ήττα. “Η Ιαπωνία θεωρήθηκε ως ένας αδύναμος αντίπαλος, ένας αδύναμος εχθρός”, δήλωσε ο Γκουντκόφ. “Ο πόλεμος ήταν απαραίτητος για να επιστρέψει η δημόσια εμπιστοσύνη, τα ποσοστά αποδοχής, το φθίνον μεγαλείο της αυτοκρατορίας”, πρόσθεσε. Ο πόλεμος πυροδότησε την πρώτη ρωσική επανάσταση του 1905, η οποία οδήγησε στην επανάσταση του 1917, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό»[11].

Είναι σαφές ότι σοβαροί αναλυτές από όλο το ρωσικό πολιτικό φάσμα, απολογητές του Πούτιν, αντιπολιτευόμενοι αστοί πολιτικοί και προοδευτικοί διανοούμενοι, διαβλέπουν, ως αποτέλεσμα των ρωσικών ηττών, την ανάπτυξη ήδη μιας κατάστασης που κυοφορεί επαναστατικές δυνατότητες, μιας κατάστασης ανάλογης με εκείνη που γνώρισε η Ρωσία στις παραμονές των επαναστάσεων του 1905 και του 1917. Το αν αυτές οι δυνατότητες θα μετατραπούν οπωσδήποτε σε πραγματικότητα, αν αυτό θα γίνει σε 1-2 ή σε 3-4 χρόνια από τώρα, κοκ, είναι φυσικά κάτι που δεν μπορεί να το ξέρουμε. Θα εξαρτηθεί από την παραπέρα πορεία του πολέμου, διεθνείς εξελίξεις, κοκ. Αλλά το γεγονός ότι διαμορφώνεται μια τέτοια, δυνητικά επαναστατική κατάσταση δεν μπορεί παρά να έχει σοβαρές συνέπειες για κάθε έντιμο κομμουνιστή ακτιβιστή. Η πρώτη και κυριότερη αφορά στο επιθυμητό της ήττας της Ρωσίας στο συγκεκριμένο πόλεμο, την αναγνώριση ότι η ήττα του Πούτιν είναι η έκβαση που συμφέρει το κομμουνιστικό κίνημα.

ΙΙΙ. Για την υποστήριξη της Ρωσίας

Στην παρούσα περίοδο η υποστήριξη της Ρωσίας στον ουκρανικό πόλεμο έχει γίνει η σημαία της ψευδοαριστεράς που συντάσσεται ανοικτά με το ρωσικό ιμπεριαλισμό στο όνομα μιας δήθεν αντιιμπεριαλιστικής (δηλαδή αντιδυτικής) στάσης. Πρόκειται για μια φόρμουλα αποστασίας, ανοικτού περάσματος στην αντίδραση –και μάλιστα στην άκρα αντίδραση– κινηματικών ομάδων και ατόμων που απέτυχαν να σταθούν πραγματικά σαν μαρξιστές και κομμουνιστές στα προηγούμενα στάδια. Ακόμη και αν οι ομάδες αυτές εξακολουθούν συχνά να φτιασιδώνουν τη στάση τους με επικλήσεις του αριστερού, κομμουνιστικού τους παρελθόντος, στην πράξη συμβαδίζουν και έχουν μια κοινή γλώσσα με τους ακροδεξιούς υποστηρικτές του Πούτιν στη Δύση. Οι τελευταίοι στηρίζουν τον Πούτιν βλέποντας σωστά σε αυτόν και στον πόλεμό του ένα σύμμαχο στην προσπάθειά τους να παραμερίσουν τη φιλελεύθερη αστική πτέρυγα, που βρίσκεται ακόμη στο τιμόνι στις περισσότερες δυτικές χώρες. Όσοι διανοούμενοι, πολιτικοί, κοκ, προερχόμενοι από τον ευρύ κομμουνιστικό χώρο παίρνουν το μέρος της Ρωσίας εργάζονται σήμερα γι’ αυτές τις ακροδεξιές δυνάμεις.

Μερικές φορές οι απλοί ακτιβιστές του κινήματος, με τη γνήσια κινηματική δέσμευση και οπτική τους, συμβαίνει να συλλαμβάνουν έξοχα το πραγματικό περιεχόμενο της μιας ή της άλλης πολιτικής στάσης, ανεξάρτητα από τα περιτυλίγματά τους. Ένα σχόλιο ακτιβιστή σε προφίλ στο facebook εκθέτει υποδειγματικά την υποκείμενη λογική όσων «αριστερών» παίρνουν το μέρος του Πούτιν:

«Η στράτευση ενός τμήματος της κομμουνιστικής αριστεράς με τη Ρωσία, με τη Κίνα, τη Βόρεια Κορέα και τα λοιπά (ή ακόμα χειρότερα, με τον ελληνικό εθνικισμό), η εκ μέρους τους αντικατάσταση της πολιτικής και της ταξικής πάλης με τη γεωπολιτική ανάλυση, τα έθνη και τις κρατικές διαμάχες/συγκρούσεις, και φυσικά η ελπίδα για τη πιθανότητα ενός νέου πολέμου, ουσιαστικά η ηδονή της Δυστοπίας, της ολοκληρωτικής καταστροφής και της μηδενιστικής εξαφάνισης (“Κιμ πάτα το” κλπ) δεν είναι τίποτα άλλο από έκφραση και σύμπτωμα της έλλειψης πίστης στη δυνατότητα της ιστορικής και πραγματικής ανθρώπινης χειραφέτησης,

Όταν βαθιά μέσα σου δε πιστεύεις πια στη δυνατότητα της ανθρωπότητας να χειραφετηθεί, στο σοσιαλισμό και στο κομμουνισμό, σου μένουν τρεις επιλογές: Να αλλάξεις στρατόπεδο, να αποσυρθείς στη μελαγχολία και την ιδιώτευση, ή να αντικαταστήσεις το όραμα με κάτι άλλο, πιο στέριο και κοντινό, πιο πρακτικό.

Και αυτό βλέπουμε στη περίπτωση τους: Εφόσον δεν υπάρχει πλέον Ε.Σ.Σ.Δ/Κίνα/Αλβανία ή όποιο άλλο Κέντρο-Πατριάρχης, προτιμούν να oρκιστούν πίστη στις ερζάτς εκδοχές τους παρά να αντικρίσουν το επικίνδυνο φως του αυτεξούσιου και αυτόνομου.

Και εφόσον βαθιά μέσα τους θεωρούν πως πλέον δεν υπάρχει πραγματικά περίπτωση να νικήσουν (και πώς να νικήσουν όταν μόνοι τους έχουν παράξει τις προϋποθέσεις της αποτυχίας τους), προτιμούν να καταστραφεί ο ίδιος ο κόσμος παρά να αντιμετωπίσουν τη ματαίωση.

Ψυχολογικά μιλώντας τους καταλαβαίνω και τους αναγνωρίζω γιατί βρίσκονται στη θέση αυτή. Πολιτικά όμως όχι απλά τους απεχθάνομαι, αλλά τους θεωρώ και το μεγαλύτερο κίνδυνο εντός του σώματος του ανταγωνιστικού κινήματος.

Γιατί αν ήταν απλά ζήτημα γραφικότητας και κατάντιας πάει και έρχεται, απλά θα τους οικτιρούσα. Όμως η ζημιά που κάνουν είναι πολύ μεγαλύτερη από μια ας πούμε απλή πολιτική διαφωνία και διαφορά γραμμής. Θα επιμείνω μόνο σε μία –κατά τη γνώμη μου τη σημαντικότερη– εκ των επιπτώσεων της στάσης τους:

To Φασισμό.

Ναι, είπα τη λέξη που δε πρέπει να σχετικοποιούμε, και την είπα με πλήρη γνώση της βαρύτητας της. Aυτή η “αριστερά” θα αποτελέσει ένα από τα δημιουργά και συστατικά στοιχεία του σύγχρονου φασισμού που ξανά έρχεται, όπως στο Μεσοπόλεμο οι απογοητευμένοι σοσιαλιστές, οι εθνικοί συνδικαλιστές και οι σοσιαλσοβινιστές που διάλεξαν στρατόπεδα στον Α΄ Π.Π. αποτέλεσαν το πρόπλασμα και τους προπομπούς του τότε νεόδμητου φασισμού, αν όχι πολλές φορές και τους ηγέτες του.

Οπότε ναι, η διολίσθηση στον εθνικισμό, την κρατική σκέψη και την (κακώς εννοούμενη) γεωπολιτική, στον αποκαλυπτικό μηδενισμό, μπορεί να είναι εξηγήσιμα φαινόμενα ως ψυχικές αναπληρώσεις, αλλά πρέπει να είναι και αντιμετωπίσιμα ως τα πολιτικά καρκινώματα που είναι. Και ήδη έχουμε αργήσει»[12].

Τα λόγια αυτού του αγωνιστή βρίσκουν το στόχο στο κέντρο. Όσοι στον ουκρανικό πόλεμο παίρνουν το μέρος της Ρωσίας, όπως ο Λαφαζάνης, στελέχη της ΛΑΕ, παραστρατημένοι διανοούμενοι α λα Βατικιώτη, Λιόση, κ.ά., αντικειμενικά είναι υποχείρια της αντίδρασης και του φασισμού. Το ότι ορισμένοι υιοθετούν και εκπληρώνουν ενεργητικά αυτό το ρόλο (π.χ., ο Λαφαζάνης, στο σάιτ του οποίου, την Ίσκρα, παρελαύνουν κάθε λογής φασιστοειδή τύπου Γκρίφιν και Ντούγκιν, πογκρομιστικά τσιράκια του Πούτιν[13], εγχώριοι εθνικιστές και αντιδραστικοί, κοκ, επίσης οι Λιόσης, Πατέλης) ενώ κάποιοι άλλοι παθητικά (π.χ., ορισμένα στελέχη της ΛΑΕ, που στηρίζουν μηχανικά τη Ρωσία για να κρύβουν την απαξία που επέδειξαν ανεχόμενοι τις κατευθύνσεις του Λαφαζάνη και επιτρέποντάς του να τους εκμηδενίσει σαν κόμμα) δεν κάνει καμιά αντικειμενική διαφορά. Η σημασία του είναι το πολύ υποκειμενική. Συνίσταται στο ότι άνθρωποι όπως ο Λαφαζάνης δεν έχουν πια καμιά δυνατότητα να ανακρούσουν πρύμνα, ενώ μερικά στελέχη της ΛΑΕ μπορεί να έχουν ακόμη ένα μικρό τελευταίο περιθώριο να προβούν σε μια έντιμη αυτοκριτική.

Ο ίδιος ακτιβιστής έχει απόλυτο δίκιο ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο επείγον, τίποτε πιο επιτακτικό σήμερα από το να εκθέσουμε και να ξεριζώσουμε αυτά τα καρκινώματα. Οι ίδιοι οι φασίστες, οι Γκρίφιν και οι Μιχαλολιάκοι, είναι αποκρουστικοί· μπορούν να γίνουν επικίνδυνοι μόνο όταν η αστική τάξη ταχθεί πλειοψηφικά στο πλευρό τους και δημιουργηθεί ένα κλίμα υστερίας κατάλληλο να φανατίσει και να παρασύρει μάζες. Σήμερα, ωστόσο, είμαστε ακόμη στην προπαρασκευαστική περίοδο, όταν μαζεύουν τις δυνάμεις τους. Οι ψευδο-αριστεροί απατεώνες υποστηρικτές του Πούτιν απλώνουν ένα προπέτασμα καπνού για να προχωρά από πίσω η άκρα αντίδραση και η σύγχυση που φέρνουν αποτελεί αν όχι τον κύριο, έναν από τους κύριους κινδύνους των ημερών μας. Ουσιαστικά, παρερμηνεύουν τάσεις που ενισχύουν το ρωσικό ιμπεριαλισμό και τις ακροδεξιές δυνάμεις στη Δύση σαν τάσεις που βοηθούν το επαναστατικό κίνημα.

ΙV. Η καταγγελία του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού από το ΚΚΕ και μερικές τροτσκιστικές ομάδες

Από τις θέσεις, γενικά πανομοιότυπες, κομμάτων και ομάδων που χαρακτηρίζουν τον πόλεμο στην Ουκρανία ιμπεριαλιστικό, θα εστιάσουμε σε εκείνες της ηγεσίας του ΚΚΕ. Δεδομένου ότι το ΚΚΕ είναι μια δύναμη με πραγματική πολιτική επιρροή στη χώρα μας, μπορεί κανείς να διακρίνει καλύτερα το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της θέσης, φέρνοντας μια σύνδεση με την ευρύτερη πορεία του.

Η ηγεσία Κουτσούμπα πήρε στον πόλεμο της Ουκρανίας μια θέση η οποία –και αυτό την καθιστά επικίνδυνη– φαινομενικά αναπαράγει τη διεθνιστική στάση των Μπολσεβίκων στον πόλεμο του 1914-18: καταδίκη του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού και από τις δυο πλευρές, έκκληση στους λαούς να κινητοποιηθούν ενάντια στο μιλιταρισμό και τον πόλεμο, κοκ. Η αναλογία, ωστόσο, είναι μόνο φαινομενική. Παραβλέπει ότι σήμερα δεν έχουμε ακόμη ένα γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο στον οποίο εντάσσονται όλα τα επιμέρους γεγονότα, όπως το 1914, αλλά μόνο έναν τοπικό πόλεμο.

Η αναλογία ανάμεσα στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905 και τον πόλεμο στην Ουκρανία, που φέραμε πριν, είναι ακριβής όσον αφορά τον τοπικό χαρακτήρα και των δυο πολέμων. Είναι επίσης ακριβής αναφορικά με τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της τσαρικής και της σύγχρονης Ρωσίας καθώς και τις πιθανές συνέπειες του πολέμου στη Ρωσία και τους ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Δεν είναι όμως ακριβής στο σημείο που αφορά τους ρόλους της Ιαπωνίας και της Ουκρανίας: η Ιαπωνία ήταν ιμπεριαλιστική δύναμη το 1905 ενώ η Ουκρανία δεν είναι τέτοια δύναμη σήμερα.

Στην Ουκρανία δεν έχουμε, λοιπόν, ένα γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αλλά έναν τοπικό πόλεμο, ανάμεσα σε μια ιμπεριαλιστική δύναμη, τη Ρωσία, και μια μη ιμπεριαλιστική χώρα, την Ουκρανία. Η τελευταία, όταν δέχτηκε επίθεση και ακόμη σήμερα, δεν ήταν μέλος του ΝΑΤΟ ούτε της ΕΕ, ώστε η παρουσίασή της ως πιονιού των Δυτικών για να στηριχτεί η εκτίμηση περί ιμπεριαλιστικού πολέμου διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Επιπλέον αγνοεί ότι στην Ουκρανία υπάρχει και ο ουκρανικός λαός, που κινητοποιήθηκε σύσσωμα ενάντια στους εισβολείς. Η Ουκρανία όταν ξέσπασε ο πόλεμος δεν είχε λάβει ακόμη σοβαρή στρατιωτική βοήθεια από τη Δύση· η προέλαση του ρωσικού στρατού προς το Κίεβο κατανικήθηκε από τη λαϊκή αντίσταση. Το ότι η Ουκρανία λαμβάνει σήμερα τέτοια βοήθεια, ότι η κυβέρνηση Ζελένσκι είναι μια αντιδραστική αστική κυβέρνηση, κοκ, δεν αλλάζει τον εθνικό χαρακτήρα του πολέμου από τη μεριά της. Ο χαρακτήρας αυτός δεν κρίνεται από το ποιος διευθύνει τώρα τον πόλεμο (αν και αυτό είναι ένα σημαντικό ζήτημα) αλλά από το πραγματικό ιστορικό διακύβευμα του πολέμου, την ύπαρξη της Ουκρανίας ως ανεξάρτητης χώρας. Και το ότι ο οπλισμός της Ουκρανίας προέρχεται από τους Δυτικούς δεν παίζει ρόλο εδώ· τα όπλα κάνουν την ίδια δουλειά ανεξάρτητα από τη χώρα προέλευσής τους και, στο βαθμό που δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη τίποτα εξωγήινοι για να στηρίξουν την Ουκρανία, η μόνη δυνατή πραγματική πηγή οπλισμού είναι οι Δυτικοί.

Η εκτίμηση της ηγεσίας Κουτσούμπα περί ιμπεριαλιστικού πολέμου ομογενοποιεί έτσι τεχνητά μια διεθνή και εσωτερική ουκρανική πραγματικότητα η οποία είναι αρκετά διαφοροποιημένη. Αυτή η ομογενοποίηση εμπλέκει τουλάχιστον τρεις κρίσιμες διαστρεβλώσεις της κατάστασης. Κατά πρώτο λόγο, βλέπει μόνο τους ιμπεριαλιστές και τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς, διαγράφοντας πλήρως από την ιστορική σκηνή την ύπαρξη του ουκρανικού λαού και την αντίστασή του στην εισβολή. Κατά δεύτερο, εμφανίζει την έκβαση του πολέμου ως κάτι αδιάφορο, ενώ, όπως εκτέθηκε, οι συνέπειες σε περίπτωση νίκης της Ρωσίας ή της Ουκρανίας θα είναι αρκετά διαφορετικές. Και κατά τρίτο, παραβλέπει τη διαφορά ανάμεσα στις μερίδες της αστικής τάξης που κυριαρχούν στη Ρωσία και την ΕΕ, ότι το καθεστώς Πούτιν είναι μια παραλλαγή του λεπενισμού, ένας ιμπεριαλιστικός βοναπαρτισμός, ενώ στην ΕΕ κυριαρχεί ακόμη η παραδοσιακή, φιλελεύθερη αστική πτέρυγα.

Από αυτή την τελευταία άποψη, η νίκη της Ρωσίας μπορεί να έχει μόνο ένα αποτέλεσμα: να δώσει ώθηση στις ακροδεξιές δυνάμεις στην Ευρώπη. Σήμερα διαγράφεται ήδη μια τέτοια τάση, με τους ακροδεξιούς να ενισχύονται στις πρόσφατες εκλογές σε Σουηδία και Ιταλία, εν μέρει στη Γαλλία, τη Βουλγαρία, κ.λπ., ώστε η διαφορά ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά πτέρυγα να μην είναι αδιάφορη για το κομμουνιστικό κίνημα. Ακόμη και αν η αναπτυσσόμενη πολύπλευρη κρίση θα πυροδοτήσει ριζοσπαστικά κινήματα ευρείας κλίμακας στα αμέσως επόμενα χρόνια, συνιστά τυχοδιωκτισμό να παραβλέπονται τέτοιες αντιθέσεις και κίνδυνοι όσο τα κινήματα δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί.

Ιστορικά, οι τεχνητές ομογενοποιήσεις της πραγματικότητας ήταν το σήμα κατατεθέν του δογματισμού, ιδιαίτερα του σταλινισμού, αλλά και διαφόρων αριστερίστικων ομάδων. Στην περίπτωση του ΚΚΕ λειτουργούν, όπως γινόταν και στο παρελθόν, σαν ένα ξόρκισμα και φύλλο συκής για την από μέρους του αποκήρυξη των μεγάλων σύγχρονων κινημάτων του 2011-12 (Πλατείες, αραβικές εξεγέρσεις) και για την αναπαραγωγή της ίδιας στάσης στο σήμερα. Η θέση που πήραν απέναντι στη λαϊκή εξέγερση στο Ιράν, παρέχει το πιο πρόσφατο δείγμα αυτής της αποστασίας. Σε ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ καταδίκασαν μεν το ιρανικό καθεστώς αλλά αρνήθηκαν να εκφράσουν οποιαδήποτε αλληλεγγύη στο κίνημα και να θέσουν ζήτημα ανατροπής της δικτατορίας των μουλάδων, ενώ η ειδησεογραφία του Ριζοσπάστη κινήθηκε σε ένα επίπεδο ουδετερότητας εμφανίζοντας σε κάμποσες ανταποκρίσεις ως διαφιλονικούμενο αν η Αμινί δολοφονήθηκε και παραθέτοντας ευμενώς όλες τις αιτιάσεις του καθεστώτος περί «ξένων δακτύλων», κοκ[14].

Για να δώσουμε ένα δείγμα της υποκείμενης συμβιβασμένης λογικής πίσω από την αντιιμπεριαλιστική ρητορική, ο Δ. Καλτσώνης, ένας πανεπιστημιακός από το χώρο του ΚΚΕ που ποτέ δεν διαφοροποιήθηκε από το σταλινισμό, αρνείται σε άρθρο του ότι ο ουκρανικός λαός μπορεί σε αυτό τον πόλεμο να υπερασπίσει την ανεξαρτησία της χώρας του. «Ο πόλεμος στην Ουκρανία», εκτιμά, «δεν έχει σχέση με το εθνικό ζήτημα, την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, ή τα δικαιώματα των ρωσόφωνων του Ντονμπάς. Αυτά απλώς χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Το κυρίαρχο στον πόλεμο της Ουκρανίας είναι η γεωστρατηγική αντιπαράθεση των δυο πυρηνικών γιγάντων». Ο ίδιος όμως αναγνωρίζει από την άλλη ένα γνήσιο αντιιμπεριαλισμό στα καθεστώτα των Μιλόσεβιτς και Άσαντ: «Μπορεί», εκτιμά, «να υπάρχουν δίκαιοι εθνικοανεξαρτησιακοί ή εθνικοαπελευθερωτικοί πόλεμοι. Τέτοιοι ήταν… οι πόλεμοι… της Συρίας ή της Σερβίας που δέχτηκαν την επίθεση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ»[15].

Συνάγεται ότι, κατά τον Καλτσώνη, η συριακή δικτατορία –ένα αιμοσταγές καθεστώς που έπνιξε στο αίμα την εξέγερση του συριακού λαού από το 2011, δολοφονώντας εκατοντάδες χιλιάδες Σύριους και προκαλώντας πάνω από 10 εκατομμύρια εσωτερικούς και εξωτερικούς πρόσφυγες, και είχε και έχει την υποστήριξη όλων των νεοφασιστών της Ευρώπης– μπορεί να διεξάγει έναν αντιιμπεριαλιστικό εθνικό αγώνα. Ο ουκρανικός λαός όμως δεν μπορεί να κάνει εθνικό πόλεμο υπό μια κυβέρνηση που, ό,τι και αν της καταλογίσει κανείς, τουλάχιστον δεν έχει καταστείλει αιματηρά τους Ουκρανούς· αν προβάλει αντίσταση στη ρωσική εισβολή ενεργεί σαν πιόνι των Αμερικάνων.

Εδώ ακριβώς γίνεται έκδηλο ότι στην περίπτωση των σταλινικών κομμάτων και παραγόντων η καταδίκη του πολέμου στην Ουκρανία ως ιμπεριαλιστικού είναι μια παραλλαγή της ίδιας «ερζάτς λογικής», που απεμπολώντας εκ προοιμίου το κίνημα συντάσσεται με τη μια ή την άλλη εκδοχή της αντίδρασης. Απλά, πρόκειται για μια πιο ευέλικτη εκδοχή: αντί να ταυτίζονται άμεσα με το ρωσικό ιμπεριαλισμό, καταδικάζουν συνθηματολογικά όλους τους ιμπεριαλιστές, για να ταυτιστούν στην επόμενη στιγμή με τους Άσαντ. Αυτό ισχύει πλήρως και για το ΚΚΕ, που έχει υπογράψει κατά καιρούς κοινές διακηρύξεις με τα συριακά και άλλα ευρωπαϊκά ΚΚ, στις οποίες συντάσσονταν με τον «αντιιμπεριαλισμό» του Άσαντ, καταδικάζοντας την εξέγερση στη Συρία ως ιμπεριαλιστική προβοκάτσια. Φυσικά, στην περίπτωση του ΚΚΕ, το κύριο υποκατάστατο που προσφέρουν για την απόσπασή τους από τα κινήματα και τη ζωή, είναι η επιστροφή στον Στάλιν. Οι φωνασκίες τους ενάντια στους ιμπεριαλιστές και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία αποσκοπούν να κρύβουν και να ξορκίζουν το γεγονός ότι αυτή η επιστροφή είναι μια απάτη, ότι τους οδήγησε ήδη και θα τους οδηγήσει και στο μέλλον στην προδοσία των κινημάτων.

Τόσο οι σταλινικοί δογματιστές του ΚΚΕ όσο και ο Καλτσώνης αποφεύγουν πλήρως να τεκμηριώσουν τη θέση τους για την Ουκρανία με οποιαδήποτε σοβαρή, τεκμηριωμένη αναφορά στις θέσεις των κλασικών. Όχι μόνο ο Λένιν, αλλά και οι Μαρξ και Ένγκελς υπογράμμιζαν αμέτρητες φορές ότι είναι καθήκον των κομμουνιστών να υπερασπίζουν την ανεξαρτησία των μικρών χωρών όταν δέχονται επίθεση από μεγάλες δυνάμεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το 19ο αιώνα την Ιρλανδία και την Πολωνία. Για την Πολωνία ιδιαίτερα, η οποία είχε διαμελιστεί ανάμεσα σε τρεις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, τσαρική Ρωσία, Γερμανία και Αυστροουγγαρία, οι Μαρξ και Ένγκελς υποστήριζαν μαχητικά την ανεξαρτησία της, απορρίπτοντας με περιφρόνηση όσους την ανακήρυσσαν σε ουτοπία. Θα φαινόταν ότι η Ουκρανία μπορεί να εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία, έχοντας γίνει στόχος άμεσα του ρωσικού ιμπεριαλισμού και πιο έμμεσα του δυτικού. Ωστόσο, οι σταλινικοί δογματιστές δεν μπαίνουν καν στον κόπο να αναρωτηθούν μήπως πρόκειται για τέτοια περίπτωση και τις τυχόν υποχρεώσεις που απορρέουν. Το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να επαναλαμβάνουν μονότονα «ιμπεριαλιστικός πόλεμος» – τελεία και παύλα.

Στις υπόλοιπες ομάδες, στον τροτσκιστικό χώρο, κοκ, που υποστηρίζουν γενικά τα κινήματα, η καταδίκη του πολέμου ως ιμπεριαλιστικού δεν έχει φυσικά την ίδια ερζάτς έννοια. Οι ομάδες αυτές όμως πρέπει να προβληματιστούν για την ταύτισή τους σε ένα τόσο καίριο θέμα με τις επαναστατικές φράσεις (η ιστορία έχει δείξει αμέτρητες φορές ότι πρόκειται μόνο για φράσεις) του σταλινισμού. Μπορεί ποτέ ξαφνικά οι ηγεσίες του ΚΚΕ, που επί δεκαετίες προωθούν τη σταλινική αναπαλαίωση, να θυμήθηκαν τον μπολσεβίκικο διεθνισμό; Μπορεί ποτέ οι ίδιοι οι αστοί σχολιαστές στη Ρωσία να λένε ότι οι ήττες της δημιουργούν επαναστατική κατάσταση και όσοι μιλούν στο όνομα της επανάστασης να το προσπερνούν αυτό και να αρκούνται στο «Κάτω ο πόλεμος» και «Κάτω ο ιμπεριαλισμός»;

Η στάση ομάδων όπως η ΟΚΔΕ, η ΟΚΔΕ Σπάρτακος, κοκ, υποκρύβει το λιγότερο ένα στοιχείο πασιφισμού και αφηρημένου διεθνισμού. Υποκαθιστά τη γενική καταδίκη του πολέμου, που δεν είναι φυσικά μια μαρξιστική στάση, με την εξίσου γενική καταδίκη του ιμπεριαλιστικού πολέμου, παίρνοντας ως εκ των προτέρων δεδομένο ότι ο δοσμένος πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και ότι αυτό εξαντλεί το θέμα.

V. Υποστήριξη της Ουκρανίας = υποστήριξη του ΝΑΤΟ και του Ζελένσκι;

Η μόνιμη επωδός των σταλινικών δογματιστών του ΚΚΕ, αλλά και των «αριστερών» υποστηρικτών της Ρωσίας, είναι ότι η υποστήριξη της Ουκρανίας σημαίνει να γίνεται κανείς τσιράκι των νατοϊκών, να ταυτίζεται με τους δυτικούς ιμπεριαλιστές και τον Ζελένσκι. Είναι όμως πράγματι έτσι; Για να το ελέγξουμε, ας φανταστούμε την εξής ιστορία.

Σε μια γειτονιά, ένας ζάπλουτος που όλοι τον ξέρουν για απατεώνα αλλά παριστάνει τον φιλάνθρωπο για να νταραβερίζεται κρυφά με τον εξίσου απατεώνα δήμαρχο, δίνει εκατό ευρώ ελεημοσύνη σε ένα πρόσφυγα στο προαύλιο της εκκλησίας. Δεν έχει προλάβει να απομακρυνθεί και δυο μαφιόζοι τοπικοί κλέφτες ρίχνονται στον πρόσφυγα, τον ξαπλώνουν κάτω με μπουνιές, του αρπάζουν τα λεφτά και το βάζουν στα πόδια. Μερικοί νεαροί της περιοχής ρίχνονται στο κατόπι τους, για να πάρουν πίσω τα λεφτά, ενώ κάποιοι άλλοι βοηθούν τον τραυματισμένο πρόσφυγα. Πάνω στην ώρα, βγαίνει από την εκκλησία ο εφημέριος, που πάντα διαλαλεί στη διαπασών ότι είναι ο πιο ακλόνητος, ανιδιοτελής προστάτης όλων των προσφύγων και των αδικημένων, και τους φωνάζει: «Εεε! Σταθείτε! Τι πάτε να κάνετε; Ούτε να σκεφτείτε να κυνηγήσετε τους ληστές ή να βοηθήσετε τον πρόσφυγα! Αν το κάνετε θα γίνετε όργανα του πλουτοκράτη απατεώνα, βοηθώντας τον να περνά σαν φιλάνθρωπος. Σε πείσμα όλων των φαινομένων, αυτό που μόλις συνέβη δεν είναι ότι λήστεψαν τον πρόσφυγα, αλλά, εξεταζόμενο βαθύτερα, με τον αιώνιο, δίκαιο λόγο του Θεού, μια ενδο-απατεωνική αντίθεση ανάμεσα στον πλουτοκράτη, τον δήμαρχο και τους κλέφτες».

Κάθε αναλογία έχει τα τρωτά της, ο καθένας όμως θα αντιληφθεί το νόημα της συγκεκριμένης. Ο πρόσφυγας είναι ο ουκρανικός λαός. Ο φιλάνθρωπος και ο δήμαρχος είναι ο Ζελένσκι και οι Αμερικάνοι. Οι κλέφτες είναι ο Πούτιν, ο ρωσικός ιμπεριαλισμός. Οι νεαροί που πάνε να βοηθήσουν τον πρόσφυγα είναι το λαϊκό κίνημα. Και ο εφημέριος είναι οι σταλινικοί και άλλοι δογματιστές όλων των αποχρώσεων.

Ο εφημέριος της ιστορίας μας μπορεί να αυτοσυστήνεται σαν αμείλικτος πολέμιος τόσο του φιλάνθρωπου απατεώνα όσο και των κλεφτών, ένας ανιδιοτελής προστάτης των προσφύγων, κοκ. Στην πραγματικότητα όμως είναι ένας δειλός και ένας υπηρέτης των απατεώνων. Τέτοιοι δειλοί υποκριτές είναι οι σταλινικοί δογματιστές. Στα λόγια κατατροπώνουν με ανδρεία όλους τους ιμπεριαλιστές, ενώ στην πράξη το κάνουν σκασιαρχείο. Περιττό δε να πούμε, αν η υπόθεση των αδικημένων αφεθεί στα χέρια τους, θα μετατεθεί για το πολύ μακρινό μέλλον, του Αγίου Στάλιν ανήμερα…

Στην ουσία, οι νεοσταλινικοί δογματιστές με τη θέση τους για τον πόλεμο στην Ουκρανία δεν κάνουν άλλο από το να επαναλαμβάνουν σε όλους τους τόνους ότι όλοι οι ιμπεριαλιστές είναι κακοί και ότι οι κομμουνιστές πρέπει να τους πολεμούν. Αυτό όμως είναι πολύ λίγο, δεν αρκεί για να κάνει κάποιον κομμουνιστή. Ο μαρξισμός απαιτεί περισσότερα. Απαιτεί να προσδιορίζουμε ακόμη ποιος είναι ο κύριος εχθρός στη δοσμένη στιγμή, ενάντια στον οποίο πρέπει να στραφεί το αποφασιστικό κτύπημα. Οι νεαροί στην ιστορία μας ξεκάθαρα δεν μπορούν να συγυρίσουν ταυτόχρονα όλους τους κακούς, τον πλουτοκράτη, τον δήμαρχο και τους κλέφτες. Το να ακολουθήσουν τη συμβουλή του εφημέριου σημαίνει να φαντασιώνονται ότι τους κτυπούν όλους και στην πράξη να μη κτυπούν κανένα.

Οι σταλινικές ηγεσίες όχι λίγες φορές στο παρελθόν προσδιόρισαν λαθεμένα τον κύριο εχθρό, πιο κλασικά το 1929-33 στη Γερμανία, όταν βεβαίωναν ότι κύριος εχθρός ήταν οι σοσιαλδημοκράτες, ενώ στην πραγματικότητα ήταν οι φασίστες. Η αυταπάτη ότι όλοι οι εχθροί είναι εξίσου επικίνδυνοι και μπορεί να συντριβούν ταυτόχρονα είναι εξίσου λαθεμένη, γιατί υποτιμά την ισχύ (στο μέρος της που στρέφεται ταυτόχρονα ενάντια σε όλους) αλλά και τις αντιθέσεις (στο μέρος που τους θεωρεί όλους εξίσου επικινδύνους) του ιμπεριαλισμού. Όσοι την ακολουθούν μοιάζουν, όπως είχε απεικονίσει ωραία ο Τρότσκι, με ένα πιανίστα που κτυπά ταυτόχρονα όλες τις νότες του πιάνου με μια μπότα. Η λενινιστική αντίληψη για τον αδύναμο κρίκο συνδέεται άρρηκτα με την αρχή ότι το μέτωπο πρέπει να στρέφεται κατά κανόνα ενάντια στον ιστορικά πιο αδύναμο εχθρό, ή, σε κάθε περίπτωση, αν η ιστορία το θέλει αλλιώς, ενάντια σε εκείνο τον εχθρό που μπορεί και πρέπει να κτυπηθεί.

Στα 1905 ο τσαρισμός ήταν ο αδύναμος ιμπεριαλισμός τον οποίο μπορούσε να συντρίψει επανάσταση. Ακόμη και αν αυτό δεν επιτεύχθηκε και ο τσαρισμός μπόρεσε τότε να υπερισχύσει, ήταν μέσα στα όρια του ιστορικά δυνατού. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης, αντίθετα, Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, κ.ά., λόγω των ισχυρότερων καπιταλιστικών θεμελίων τους, αποδείχτηκαν σε εκείνη τη φάση απρόσβλητες. Η επανάσταση, παρόλες τις ελπίδες των μαρξιστών της εποχής, δεν μπόρεσε να επεκταθεί σε αυτές· στα 1905 δεν τις άγγιξε καν. Χρειάστηκε ο τετράχρονος ιμπεριαλιστικός πόλεμος του 1914-18 για να φτάσουν τα κύματά της ως τη Γερμανία και την Ιταλία αλλά χωρίς άμεση επιτυχία.

Στο τωρινό στάδιο οι συσχετισμοί ισχύος των διαφόρων ιμπεριαλιστικών κέντρων παραμένουν (αν εξαιρέσουμε την αλματώδη άνοδο της Κίνας) αρκετά παρόμοιοι. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκαλύπτει ήδη τα σαθρά θεμέλια του ρωσικού ιμπεριαλισμού και ένα ογκούμενο πνεύμα δυσαρέσκειας και ανταρσίας στο ρωσικό λαό. Στις καπιταλιστικές χώρες της Δύσης, όμως, δεν βλέπουμε κάτι ανάλογο· απεναντίας για την ώρα ενισχύονται οι ακροδεξιές δυνάμεις. Φυσικά και ο δυτικός καπιταλισμός δεν είναι απρόσβλητος, στα 2011-12 στις χώρες του Νότου, Ισπανία, Ελλάδα, κ.ά., είχαμε τα μεγάλα κινήματα των Αγανακτισμένων. Όλα δείχνουν όμως ότι, λόγω της ύπαρξης της ΕΕ, της οργάνωσης και μεγαλύτερης ισχύος των ολιγαρχιών, οι επαναστατικές διαδικασίες θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να ωριμάσουν από ό,τι στη Ρωσία. Φυσικά η ιστορία γνωρίζει κάθε λογής εκπλήξεις και δεν είναι απίθανο ακόμη και από μια τυχαία αφορμή να προηγηθούν τα κινήματα στη Δύση. Για την ώρα όμως οι τάσεις διαγράφονται αλλιώς. Οι μαρξιστές πρέπει να ξεκινούν από τις πραγματικές ιστορικές τάσεις όπως διαγράφονται τώρα, όχι από υποθετικές τάσεις που μπορεί να εμφανιστούν σε κάποια επόμενη φάση αλλά μπορεί και όχι.

Η ουσία της προσέγγισης των σταλινικών δογματιστών, κλασικά του ΚΚΕ, είναι ότι με τις φωνασκίες ενάντια στους ιμπεριαλιστές αρνούνται πεισματικά να μελετήσουν την τωρινή ιστορική κατάσταση, χωρίς τον ακριβή υπολογισμό της οποίας δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επαναστατική στρατηγική. Ο αναγωγισμός καλύπτει εδώ την πλήρη απουσία σκέψης, στην οποία αυτοκαταδικάζονται με τη σταλινική αναπαλαίωση. Είναι μια ανόητη, υπερφίαλη λογική, την οποία απορρίπτουν οι σκεπτόμενοι, πραγματικοί αντιιμπεριαλιστές.

Σαν ένα παράδειγμα εναντίωσης στις λογικές του στιλ Ουκρανία = ΗΠΑ = Ρωσία κοκ, μπορεί να σταθούμε στις εκτιμήσεις του Τσόμσκι. Ο Τσόμσκι ήταν και παραμένει η δημοκρατική συνείδηση της Αμερικής. Έχει επικρίνει στο παρελθόν και επικρίνει και τώρα όλες τις ανά τον κόσμο επεμβάσεις των Δυτικών. Ταυτόχρονα όμως, ενώ ξεσκεπάζει την υποκρισία τους στον ουκρανικό πόλεμο, αναγνωρίζει ότι η υπεράσπιση της ουκρανικής ανεξαρτησίας είναι δίκαιη υπόθεση: «Νομίζω ότι η υποστήριξη στην προσπάθεια της Ουκρανίας να αμυνθεί είναι θεμιτή. Εάν είναι, φυσικά, πρέπει να κλιμακωθεί προσεκτικά, ώστε να βελτιώσει πραγματικά την κατάστασή τους και να μην κλιμακώσει τη σύγκρουση, να οδηγήσει στην καταστροφή της Ουκρανίας»[16].

Οι εκτιμήσεις του Τσόμσκι γύρω από τις ευθύνες του Πούτιν και των Δυτικών έχουν ως εξής: «Στις 24 Φεβρουαρίου, ο Πούτιν εισέβαλε, μια εγκληματική εισβολή. Αυτές οι σοβαρές προκλήσεις [των Δυτικών] δεν δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Αν ο Πούτιν ήταν σοβαρός κρατικός ηγέτης, αυτό που θα έκανε είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Θα είχε επιστρέψει στον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, θα είχε πιάσει τις δοκιμαστικές του προτάσεις και θα προσπαθούσε να συμβιβαστεί με την Ευρώπη... Έτσι, εγκληματικότητα και βλακεία από την πλευρά του Κρεμλίνου, σοβαρή πρόκληση από την πλευρά των ΗΠΑ. Αυτό είναι το υπόβαθρο που οδήγησε σε αυτό»[17].

Το ότι ο Τσόμσκι δεν μπόρεσε ποτέ να αφομοιώσει συνολικά το μαρξισμό έχει ως αποτέλεσμα να υστερεί στη σύλληψη των ταξικών βάσεων της εξέλιξης. Η υπόθεσή του ότι μια πιο περιορισμένη βοήθεια της Δύσης θα μείωνε τη ρωσική επιθετικότητα και τα αντίποινα είναι προβληματική· στη Μαριούπολη δεν είδαμε κάτι τέτοιο, παρότι η δυτική βοήθεια δεν είχε κλιμακωθεί στα τωρινά επίπεδα. Ακόμη περισσότερο η ιδέα ότι ο Πούτιν θα μπορούσε να συνδιαλλαγεί με την Ευρώπη παρακάμπτει τη φύση του ρωσικού ιμπεριαλισμού (η Ρωσία ολοφάνερα προετοίμαζε την εισβολή στην Ουκρανία ήδη από το 2014, όταν κατέλαβε την Κριμαία) όπως και εκείνου της ΕΕ. Είναι, όμως, αυτονόητο για τον Τσόμσκι ότι ο συνεπής αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό δεν σημαίνει να φωνασκούμε διαρκώς ενάντια στους Δυτικούς και ότι η εξίσωση Ουκρανία = Δύση είναι μια ανοησία.

VI. Η διαμάχη Κατς - Πρέμπστινγκ

Ο μαρξισμός, τόνισε ο Λένιν στη συζήτηση του 1920 για τα συνδικάτα, απαιτεί να αναλύουμε ολόκληρη την ιστορία μιας θεωρητικής διαμάχης, ιδιαίτερα δε τις πιο σημαντικές στιγμές της, σε άρρηκτη σύνδεση με τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση[18] Δεδομένης της αποσύνθεσης του κομμουνιστικού κινήματος και της κρίσης του μαρξισμού στο παρόν στάδιο, υπάρχουν λίγα πράγματα σχετικά με την ουκρανική κρίση που μπορεί να υποκινήσουν μια σοβαρή μαρξιστική συζήτηση. Η διαμάχη ανάμεσα στον Κατς και τον Πρέμπστινγκ, εστιασμένη στο ζήτημα αν η Ρωσία είναι μια ιμπεριαλιστική δύναμη, αποτελεί μια εξαίρεση, αξίζοντας την προσοχή μας.

Ο Κατς είναι ένας αριστερός, μαρξιστικών αναφορών, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Στα τέλη Ιούνη του 2022 δημοσίευσε ένα δοκίμιο σε τέσσερα μέρη, με τίτλο «Είναι η Ρωσία μια ιμπεριαλιστική δύναμη;» Σε αυτό απάντησε ο Πρέμπστινγκ, μαρξιστής πολιτικός επιστήμονας, ακτιβιστής και συγγραφέας στην Αυστρία, με το άρθρο «Ρωσία: Μια ιμπεριαλιστική δύναμη ή μια “μη-ηγεμονική αυτοκρατορία εν τη γενέσει της”; Μια απάντηση στον Αργεντινό οικονομολόγο Κλαούντιο Κατς», δημοσιευμένο τον Αύγουστο του 2022[19].

Η ουσία της θέσης του Κατς είναι ότι η Ρωσία δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόμη ιμπεριαλιστική δύναμη· είναι τέτοια μόνο εμβρυωδώς, μια ιμπεριαλιστική δύναμη εν τη γενέσει της. Αυτή η πράξη γένεσης, εκτιμά, είναι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία· αν στεφθεί με επιτυχία, τότε μόνο θα έχουν τεθεί οι βάσεις για να μετατραπεί η Ρωσία σε ένα πλήρη ιμπεριαλισμό, μια ιμπεριαλιστική αυτοκρατορία. Ο Πρέμπστινγκ στην κριτική του κατέρριψε πειστικά αυτή την εκτίμηση. Έδειξε ότι ο Κατς αρνείται τις βάσεις της μαρξιστικής ανάλυσης του ιμπεριαλισμού, όπως διατυπώθηκε από τον Λένιν, και ότι αν ακολουθήσουμε την τελευταία, τότε θα πρέπει, με βάση τα πραγματικά στοιχεία, να δεχτούμε ότι η Ρωσία είναι μια ιμπεριαλιστική δύναμη και να υποστηρίξουμε την αντίσταση του ουκρανικού λαού στη ρωσική εισβολή.

Ο Κατς, ωστόσο, είναι ένας ειλικρινής θεωρητικός, που προσπαθεί να τεκμηριώνει με επιχειρήματα τις θέσεις του, χωρίς να ξεπέφτει στις δημαγωγίες όσων παίρνουν στο όνομα του μαρξισμού το μέρος της Ρωσίας. Στον πολιτικό του προσανατολισμό δεν υποκινείται από μια τάση κομφορμιστικής προσαρμογής στο ρωσοκινεζικό ιμπεριαλισμό, αλλά από τη συναισθηματική κλίση των ριζοσπαστικών διανοούμενων στη Λατινική Αμερική, που επί δεκαετίες αντιμετωπίζουν τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό ως κύριο εχθρό, σε συνδυασμό με μια ακαδημαϊκή τάση προς νόθες, αφηρημένες σχηματοποιήσεις. Ως αποτέλεσμα, διεκδικεί να προσφέρει κάτι πιο προωθημένο από τη λενινιστική ανάλυση, ενώ στην πραγματικότητα, άσχετα από επιμέρους γόνιμες επισημάνσεις, οπισθοχωρεί κατά κράτος από αυτή. Θα είναι έτσι ωφέλιμο να ρίξουμε μια προσεκτική ματιά στο επιχείρημα του Κατς και την κριτική του Πρέμπστινγκ

Το επιχείρημα του Κατς

Το θεωρητικό σχήμα του Κατς για τη Ρωσία ως «μια ιμπεριαλιστική αυτοκρατορία εν τη γενέσει της» εμφανίζει ουσιαστικά τον Πούτιν και το καθεστώς του να εκπληρώνουν ένα προοδευτικό ιστορικό ρόλο ανάλογο εκείνου του Μπίσμαρκ στα 1870-90 στη Γερμανία. Ο Κατς, ο οποίος τονίζει ακόμη τη «σύνεση» του Πούτιν στο παρελθόν, θεωρεί ότι ο Πούτιν βασικά ενεργούσε την τελευταία 20ετία ως ο οργανωτής του μετασοβιετικού καπιταλισμού, θέτοντας τέρμα στη χαοτική περίοδο του Γιέλτσιν. Ο ιμπεριαλισμός δεν ήταν παρών εξαρχής στο εγχείρημά του, θα εμφανιστεί μόνο στο πέρας του.

Το εξαγόμενο της παραπάνω ανάλυσης αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία μπορεί να είναι μόνο μια στάση στήριξης ή ευμενούς ουδετερότητας προς τη Ρωσία. Πρέπει να στρέψουμε τα κύρια πυρά μας ενάντια στο δυτικό, ήδη υφιστάμενο και επικίνδυνο, ιμπεριαλισμό και να προετοιμαστούμε για ένα μελλοντικό αγώνα ενάντια στο ρωσικό ιμπεριαλισμό, αν και όταν παγιωθεί οριστικά – να η πολιτική γραμμή του Κατς.

Η ανάλυση του Κατς είναι, βέβαια, λαθεμένη και αποπροσανατολιστική. Αγνοεί τη ριζική διαφορά ανάμεσα στο 19ο αιώνα, όταν δεν είχε ακόμη σχηματιστεί η οικονομική βάση του ιμπεριαλισμού, και τον 21ο αιώνα, όταν η βάση αυτή είναι ήδη πλήρως σχηματισμένη, με την ύπαρξη των γιγαντιαίων μονοπωλίων. Για τη Ρωσία αυτό σημαίνει ότι η συγκρότηση του καπιταλισμού, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, μπορούσε να γίνει και έγινε μόνο πάνω σε μια μονοπωλιακή βάση, με το σφετερισμό της πρότερης δημόσιας ιδιοκτησίας από μια στενή ομάδα ολιγαρχών. Η νέα καπιταλιστική δομή είχε έτσι εξαρχής ιμπεριαλιστικές βάσεις και γνωρίσματα, τα οποία αναπτύχθηκαν παραπέρα στην πορεία και είναι ήδη εντελώς ώριμα.

Ακριβώς για να αποφύγει αυτό το συμπέρασμα, ο Κατς κάνει δυο πράγματα. Πρώτα δίνει μια στρεβλή, μη μαρξιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού, απορρίπτοντας επί της ουσίας εκείνη του Λένιν. Και ύστερα παρερμηνεύει τα δεδομένα σχετικά με τη Ρωσία, που σε κάθε σοβαρή εξέταση πιστοποιούν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της.

Αναφορικά με τον ιμπεριαλισμό ο Κατς παρουσιάζει μια παραλλαγή της θεωρίας του Κάουτσκι για τον υπεριμπεριαλισμό, στην οποία ο ιμπεριαλισμός παρουσιάζεται σαν ένα βασικά ενιαίο σύστημα που κυριαρχεί όχι παγκόσμια αλλά στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Συγκεκριμένα, εκλαμβάνει τον ιμπεριαλισμό ως μια συσσωμάτωση οικονομιών και κρατών γύρω από την κυρίαρχη αμερικανική υπερδύναμη (ΕΕ, Βρετανία, Αυστραλία, Ιπαωνία, κοκ), με συνέπεια δυνάμεις όπως η Ρωσία και η Κίνα που βρίσκονται έξω από αυτό το πλαίσιο να προβάλλουν ως εξ ορισμού μη ιμπεριαλιστικές, αν και καπιταλιστικές.

Αλλά τι γίνεται τότε με τον ορισμό του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό ως μονοπωλιακό καπιταλισμό; Δεν είναι φανερό ότι με βάση αυτό τον ορισμό όχι μόνο οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους, αλλά επίσης η Κίνα και η Ρωσία, όπου επίσης κυριαρχεί το μονοπωλιακό κεφάλαιο, πρέπει επίσης να αναγνωριστούν ως μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις;

Ο Κατς διαισθάνεται το ερώτημα, αλλά δεν τολμά να αναμετρηθεί με τον ορισμό του Λένιν και να τον απορρίψει ανοικτά. Αντί αυτού αποδίδει στον Λένιν μια αντίληψη του ιμπεριαλισμού εστιασμένη στις πολιτικές του διαστάσεις, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στις οικονομικές του βάσεις και σε αυτό το πεδίο δεν συνεισέφερε κάτι ουσιαστικό.

«Η κύρια κληρονομιά του Λένιν σχετικά με τον ιμπεριαλισμό», γράφει, «δεν μπορεί να βρεθεί στην οικονομική σφαίρα… Ο κομμουνιστής ηγέτης συγκέντρωσε όλη του την προσοχή στην πολιτική δράση και προσέγγισε την ανάλυσή του για τον ιμπεριαλισμό από αυτό το σημείο εκκίνησης… Όλες οι απόψεις του για τον ιμπεριαλισμό είχαν πολιτικό ακροατήριο (πρώτα σοσιαλιστές και μετά κομμουνιστές) και έδιναν απαντήσεις σε δραματικές πολεμικές συγκυρίες. Οι συμπληρωματικές πτυχές δεν ήταν ποτέ το επίκεντρο των σχετικών πολεμικών».

Ότι αυτό είναι μια ωμή παραχάραξη των απόψεων του Λένιν μετά βίας χρειάζεται να εξηγηθεί. Ο Κατς προσεγγίζει εδώ τις αστικές παρουσιάσεις του Λένιν ως ενός βολονταριστή της πράξης, που ήξερε να εκμεταλλεύεται έξυπνα τις καταστάσεις, κοκ. Με τον τρόπο αυτό αποδίδει επί της ουσίας στον Λένιν τη θεώρηση του Κάουτσκι παραμερίζοντας τον πραγματικό ορισμό του, χωρίς να τον αντικαθιστά με κάτι άλλο. Και είναι υποχρεωμένος να το κάνει γιατί ξεκινώντας από το λενινιστικό ορισμό είναι αδύνατο να μη συμπεράνει κανείς, ότι η σημερινή Ρωσία πληροί τα κριτήριά του και είναι μια ιμπεριαλιστική δύναμη.

Το ωραίο είναι ότι ο ίδιος ο Κατς, που επικρίνει τον Λένιν για υποτίμηση του οικονομικού στοιχείου, δίνει παραπέρα έναν πολιτικό ορισμό του ιμπεριαλισμού α λα Κάουτσκι, εστιασμένο στις εξωτερικές επεμβάσεις της μιας ή της άλλης δύναμης: «Ο ιμπεριαλισμός… είναι μια πολιτική συστηματικής εξωτερικής επέμβασης. Χρησιμοποιώντας αυτό το κριτήριο έχουμε υποστηρίξει ότι η Κίνα δεν είναι ιμπεριαλιστική δύναμη».

Η άρνηση του Κατς να συμπεριλάβει στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις τη Ρωσία και την Κίνα είναι ένα αποκορύφωμα θεωρητικής αυθαιρεσίας. Αφήνοντας κατά μέρος τη Ρωσία, με την οποία θα ασχοληθούμε εκτενώς παρακάτω, η Κίνα είναι σήμερα μια χώρα με τεράστια μονοπωλιακή συγκέντρωση και τεράστιες εξαγωγές κεφαλαίων στο εξωτερικό. Μόνο στην Αφρική οι κινεζικές επενδύσεις ανέρχονταν το 2020 σε 725 δις $, με τις κινεζικές εταιρείες να εκμεταλλεύονται άγρια το ντόπιο εργατικό δυναμικό, ακριβώς όπως οι αμερικάνικες πολυεθνικές εκμεταλλεύονται το κινεζικό εργατικό δυναμικό τις τελευταίες δεκαετίες.

Είναι σαφές ότι ο Κατς απορρίπτει πλήρως τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού. Ακόμη και αν δεν φτάνει στο σημείο να αφαιρεί εντελώς από το παγκόσμιο σύστημα τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του, όπως οι αστικές θεωρίες περί «πολυπολικού κόσμου», περιορίζοντάς τον στις ΗΠΑ προσεγγίζει στην εκτίμηση των υποστηρικτών αυτών των θεωριών ότι η διαμόρφωση μιας πολυπολικής παγκόσμιας τάξης οδηγεί σε μια πιο ειρηνική και δημοκρατική διευθέτηση. Ουσιαστικά, συμφωνεί με τον Φ. Ζακάρια, εισηγητή αυτών των σχημάτων και ακραίο οπορτουνιστή, υποστηρικτή στο παρελθόν των Ρίγκαν και Κλίντον, πάνω στη δυνατότητα μιας μπισμαρκιανής διαχείρισης των διεθνών σχέσεων, η μόνη διαφορά όντας ότι ο Κατς την αποδίδει στον Πούτιν, ενώ ο Ζακάρια την εκλαμβάνει ως μια ανοικτή δυνατότητα για όλους. Σε όλες τις περιπτώσεις η «πολυπολικότητα», με τον εμπλεκόμενο περιορισμό της αμερικάνικης κυριαρχίας, παρουσιάζεται σαν ένα προοδευτικό φαινόμενο, διαγράφοντας το γεγονός ότι πρόκειται ακριβώς για έναν ανταγωνισμό μεταξύ ιμπεριαλιστικών μπλοκ, που οδηγεί αναγκαία σε όξυνση των συγκρούσεων και όχι σε μια νέα, ειρηνική παγκόσμια ισορροπία.

Η εκτίμηση για το χαρακτήρα της Ρωσίας έχει εμφανώς μεγάλη σημασία στη λήψη θέσης αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Έχουμε ήδη αναφέρει τους κύριους παράγοντες που καθιστούν τη Ρωσία μια ιμπεριαλιστική δύναμη: η συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια μια χούφτας ολιγαρχών και, σε συνέχεια, ο μιλιταρισμός, οι εξωτερικές επεμβάσεις και το βοναπαρτιστικό πολιτικό σύστημα. Ο Κατς παραθέτει στοιχεία που τεκμηριώνουν αυτή την εκτίμηση αλλά τα υποβαθμίζει ώστε να εμφανίζονται ανεπαρκή ως βάσεις για μια «αυτοκρατορία», δηλαδή μια ιμπεριαλιστική δύναμη που ανταγωνίζεται τις άλλες σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιχειρηματολογεί ότι αφού η Ρωσία υστερεί στους περισσότερους δείκτες απέναντι στις ΗΠΑ και ευρύτερα τη νατοϊκή συμμαχία, δεν μπορεί να είναι ιμπεριαλιστική δύναμη.

Ιδού ένα τυπικό επιχείρημα: «Το 2021, ο πολεμικός προϋπολογισμός της μεγαλύτερης δύναμης έφτασε τα 811 δις δολάρια, η Μεγάλη Βρετανία επένδυσε 72 δις δολάρια, η Γερμανία 64 δις δολάρια και η Γαλλία 59 δις δολάρια. Αυτά τα στοιχεία υπερβαίνουν κατά πολύ τα 66 δις δολάρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας».

Αναρωτιέται μόνο κανείς γιατί αν η Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία, με μέσο όρο πολεμικών δαπανών περί τα 65 δις δολάρια, αποτελούν αναγνωρισμένα ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, γιατί η Ρωσία, που ξοδεύει ακριβώς το ίδιο ποσό, δεν μπορεί να είναι.

Επιπλέον, ο Κατς, για να κάνει τη σύγκριση συντριπτική, παραβλέπει εντελώς τη συμμαχία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, εκφέροντας καταφανείς αυθαιρεσίες όπως ότι «η Ρωσία είναι… χωρίς περιθώρια για συνεργασίες με την Ευρώπη ή την Ασία». Αν όμως προσθέσει κανείς τα 229 δις πολεμικές δαπάνες της Κίνας το 2023 (7% αύξηση) σε εκείνα της Ρωσίας (ήδη 82 δις τώρα), τότε η σύγκριση δεν είναι πια ανάμεσα σε έναν κυρίαρχο ιμπεριαλισμό και μια περιθωριακή εμβρυώδη δύναμη, αλλά ανάμεσα σε δυο ιμπεριαλιστικά μπλοκ, με το δεύτερο, παρά τη σαφή του υστέρηση, να ανταγωνίζεται το πρώτο. Και αν περιληφθούν ακόμη στην εικόνα χώρες όπως η Ουγγαρία, η Σερβία, η Τουρκία, το Ιράν, η Β. Κορέα και μια σειρά ακόμη χώρες της πρώην ΕΣΣΔ θα φανεί ότι η Ρωσία δεν είναι τόσο απομονωμένη.

Οι εξαγωγές όπλων, ένα κρίσιμο στοιχείο για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Ρωσίας, παρερμηνεύονται ανάλογα από τον Κατς. Αναφέρει ότι η Ρωσία είναι η 2η χώρα παγκόσμια, με τις εξαγωγές της να έχουν εκτιναχθεί «από 1.247 εκατομμύρια δολάρια (2005) σε 6.347 εκατομμύρια δολάρια (2012)» – και, να προσθέσουμε, 13 δις το 2021. Και το μόνο που βρίσκει να πει είναι ότι «οι εξαγωγές όπλων των ΗΠΑ είναι διπλάσιες από αυτές της Ρωσίας. Από τις 100 κορυφαίες εταιρείες σε αυτό τον τομέα, οι 42 ανήκουν στην Ουάσιγκτον και μόνο οι 10 στη Μόσχα».

Θα νόμιζε κανείς ότι για να είναι ιμπεριαλιστική μια δύναμη πρέπει να έχει τον ίδιο αριθμό πολεμικών εταιρειών με τις ΗΠΑ, γεγονός που θα σήμαινε ότι η ΗΠΑ είναι η μόνη ιμπεριαλιστική δύναμη στον πλανήτη, αφού καμιά άλλη δεν έχει τόσες!

Ο Λένιν συμπεριλάμβανε την τσαρική Ρωσία στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του καιρού του, παρότι το τσαρικό καθεστώς είχε σημαντικά φεουδαρχικά κατάλοιπα και εξαρτιόταν πλήρως από τη χρηματοδότηση της Γαλλίας. Αυτό εγείρει το ερώτημα: Η σημερινή Ρωσία είναι αναλογικά, στο σύγχρονο διεθνές πλαίσιο, πιο ισχυρή ή πιο αδύναμη από ό,τι ήταν η τσαρική Ρωσία στις αρχές του 20ού αιώνα; Αν είναι αναλογικά πιο ισχυρή και αποδεχόμαστε το λενινιστικό χαρακτηρισμό της τσαρικής Ρωσίας ως ιμπεριαλιστικής, τότε κατά μείζονα λόγο πρέπει να πούμε ότι η σημερινή Ρωσία είναι ιμπεριαλιστική. Για να πούμε ότι δεν είναι πρέπει να αποδείξουμε ότι η σημερινή Ρωσία είναι αναλογικά πιο ανίσχυρη από τον τσαρισμό ή αλλιώς ότι ο Λένιν έσφαλε στην εκτίμησή του.

Ο Κατς διαισθάνεται το ερώτημα, αλλά αντί να το θέσει ευθέως το στριφογυρίζει με μια σύγχυση που πραγματικά αδικεί τον εαυτό του ως θεωρητικό. Μας λέει ότι ο Λένιν είχε δίκιο στην εκτίμησή του για την τσαρική Ρωσία, επειδή η τελευταία συμμετείχε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Η παρουσία σε αυτό το λουτρό αίματος (και όχι η συσσωρευμένη οικονομική κληρονομιά της) τοποθέτησε τη Ρωσία στη σειρά των αυτοκρατοριών». Αν το επιχείρημα γίνει δεκτό, θα μπορούσε να εξάγει κανείς ότι η Ιαπωνία, που δεν συμμετείχε σε εκείνο τον πόλεμο δεν ήταν ιμπεριαλιστική. Και κατά τα άλλα, ο Κατς υπονοεί ισχυρά ότι η σημερινή Ρωσία είναι πιο αδύναμη αναλογικά από τον τσαρισμό. Βλέπετε μόνο μια από τις ρωσικές τράπεζες περιλαμβάνεται σήμερα μεταξύ των πρώτων 50 του κόσμου και δύο μεταξύ των πρώτων 100, κοκ.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η τωρινή Ρωσία από την άποψη της οικονομικής ισχύος βρίσκεται συνολικά ένα-δυο επίπεδα πάνω σε σύγκριση με την αντίστοιχη θέση της τσαρικής Ρωσίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Αυτό δεν είναι παράδοξο. Ο σύγχρονος ρωσικός καπιταλισμός βασίζεται στις παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύχθηκαν στην περίοδο της ΕΣΣΔ, από τις οποίες, ακόμη και αν χάθηκε ένα μέρος στη διάρκεια της μετάβασης, παρέμεινε ένα μεγάλο υπόλοιπο. Ο τσαρισμός δεν είχε καμιά ανάλογη βάση. Ακόμη περισσότερο, η μονοπωλιακή βάση του τσαρισμού, αν και εξαιρετικά συγκεντρωμένη, κυριαρχούνταν από το ξένο κεφάλαιο. Στα 1913 οι ξένοι επενδυτές κατείχαν το 50% του κυβερνητικού χρέους της Ρωσίας και είχαν στην ιδιοκτησία τους σχεδόν το 100% των πετρελαιοπηγών, το 90% των ανθρακωρυχείων, το 50% των χημικών και το 40% των μεταλλουργικών βιομηχανιών[20]. Σήμερα, αντίθετα, το καθεστώς του Πούτιν μπορεί να υπολογίζει σε μια αρκετά ισχυρή εγχώρια μονοπωλιακή βάση, που βρίσκεται στα χέρια των Ρώσων ολιγαρχών, ενώ το εξωτερικό χρέος ανέρχεται σε μόλις 27% του ΑΕΠ. Φυσικά, ο ιμπεριαλισμός μπορεί να ασκείται και με ξένη χρηματοδότηση (η Γαλλία επωφελούνταν η ίδια από την επέκταση του τσαρισμού και γι’ αυτό τον χρηματοδοτούσε), είναι όμως σαφές ότι η ύπαρξη μιας εγχώριας βάσης θεμελιώνει έναν πιο ισχυρό και βιώσιμο ιμπεριαλισμό. Η παράλειψη αυτού του σημείου από τον Κατς αχρηστεύει όλη την ανάλυσή του.

Ο Κατς συζητά ακόμη αν η Ρωσία είναι μια υποϊμπεριαλιστική δύναμη, άποψη την οποία αποκρούει. Οι υποϊμπεριαλιστικές δυνάμεις, τυπικά η Βραζιλία μεταπολεμικά, ήταν ενταγμένες στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα και συνεργάζονταν με τις ΗΠΑ, η Ρωσία όχι. «Η βασισμένη στην εξάρτηση εφαρμογή του υποϊμπεριαλισμού δεν ισχύει για τη Ρωσία σήμερα, η οποία παρενοχλείται μόνιμα από τις ΗΠΑ». Εδώ ο Κατς έχει ένα δίκιο, διαστρέφει όμως την κατάσταση έτσι ώστε από το γεγονός ότι η Ρωσία δεν είναι ενταγμένη στο «παγκόσμιο σύστημα» να συνάγεται ότι είναι ασθενέστερη από τις υποϊμπεριαλιστικές δυνάμεις τύπου Βραζιλίας, και συνεπώς μη ιμπεριαλιστική, ενώ αληθεύει το ακριβώς αντίθετο.

Πραγματικά, γιατί οι ΗΠΑ ήταν σε θέση να εντάσσουν τη Βραζιλία στο δομημένο γύρω από αυτές στο παρελθόν ιμπεριαλιστικό σύστημα, ενώ δεν είναι σε θέση να κάνουν το ίδιο σήμερα με τη Ρωσία; Η αιτία θα βρεθεί στην αδυναμία της βραζιλιάνικης ολιγαρχίας, στην οποία αρκούσε να πετούν ένα-δυο μπουκιές για να την εντάσσουν σε μια υποτελή σχέση. Για να κάνουν το ίδιο με τη Ρωσία όμως δεν αρκούν δυο μπουκιές· θα πρέπει να της δώσουν 2-3 φέτες από το καρβέλι και ο ιμπεριαλισμός δεν λειτουργεί έτσι. Οι πιο οξυδερκείς παράγοντές του, όπως ο Κίσινγκερ, μπορεί να τάσσονται υπέρ μιας τέτοιας λειτουργίας, γιατί κατανοούν ότι οι πόλεμοι όπως αυτός στην Ουκρανία εξασθενούν συνολικά το ιμπεριαλιστικό σύστημα. Υπό τον ιμπεριαλισμό όμως το πόσες και ποιες φέτες μπορεί να αρπάξει κανείς κρίνεται αποκλειστικά με τη δύναμη και με τη δοκιμασία της στην πράξη.

Σε όλο το δοκίμιό του ο Κατς προσπαθεί να υποβαθμίσει την ισχύ της ρωσικής ολιγαρχίας, παραθέτοντας τα στοιχεία αποσπασματικά και δίνοντας έμφαση σε εκείνα που υστερεί με τρόπο που περιθωριοποιεί όσα δίνουν μια αντίθετη εικόνα. Στο μέρος όπου ορίζει τη Ρωσία σαν μια αυτοκρατορία εν τη γενέσει της, τονίζει, π.χ., ότι η παρουσία της Ρωσίας στη Λατινική Αμερική είναι αναιμική, αφορώντας κυρίως σε σχετικά μικρές εξαγωγές πρώτων υλών. Και μόνο στο τέλος, όταν ασκεί πολεμική στις ανοικτά «φιλο-πουτινικές» αριστερές ομάδες αναφέρει ότι η παρέμβαση της Ρωσίας στην Αφρική είναι πολύ μεγαλύτερη. Αυτά τα δυο στοιχεία όμως θα έπρεπε ξεκάθαρα να συνεκτιμηθούν. Και η εικόνα που δίνουν παρμένα μαζί είναι αυτή μιας δεύτερης σειράς ιμπεριαλιστικής δύναμης, μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης που έχει βγει από το αβγό της εδώ και καιρό και όχι μιας που βγαίνει μόλις τώρα και μπορεί ίσως και να μη βγει ποτέ, όπως διατείνεται ο Κατς.

Ο ίδιος ο Κατς φέρνει ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της Ρωσίας όταν συζητά τις σχέσεις της με τα άλλα ανεξάρτητα κράτη που προέκυψαν μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ καθώς και με τις εσωτερικές μειονότητες στις ασιατικές περιοχές της. «Η κεντρική διοίκηση», γράφει, «υφαρπάζει, για παράδειγμα, ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από πετρέλαιο από τη Δυτική Σιβηρία και την Άπω Ανατολή». Αυτό αληθεύει επίσης για τις σχέσεις στην Ευρασιατική Οικονομική Κοινότητα και Τελωνειακή Ένωση, την οποία δημιούργησε το 2000 η Ρωσία μαζί με άλλα τέσσερα κράτη από την πρώην ΕΣΣΔ. «Οι νέες υπερεθνικές οντότητες των τελευταίων δεκαετιών ενίσχυσαν αυτή την ανισότητα μεταξύ των περιφερειών». Ωστόσο, ο Κατς δεν αξιολογεί αυτή τη διαδικασία, την οποία αποκαλεί «εσωτερική αποικιοκρατία» σαν ιμπεριαλιστική, ενώ ολοφάνερα πρόκειται για μια δομή τύπου ΕΕ, παρότι σαφώς λιγότερο προωθημένη.

Ο σχηματισμός και η εδραίωση του καθεστώτος του Πούτιν περιγράφεται από τον Κατς ως εξής:

«Ο Πούτιν… αμφισβήτησε τους πλούσιους όταν επρόκειτο να αποφασιστεί ποιος είχε τη δύναμη να λαμβάνει αποφάσεις. Αυτή η σύγκρουση διευθετήθηκε με τη φυλάκιση του Χοντορκόφσκι, τον εκτοπισμό του Μεντβέντεφ και τον κατατρεγμό του Ναβάλνι… Μέσω του μεσολαβητικού του ρόλου, αποφεύγει την αντιπαράθεση μεταξύ των 100 οικογενειών που ελέγχουν την οικονομία. Αυτή η εναρμόνιση απαιτεί διαιτησία, την οποία ο πρόεδρος έχει τελειοποιήσει μετά από δύο δεκαετίες κυβερνητικής διοίκησης… Ο Ρώσος πρόεδρος ηγείται ενός καθεστώτος που αποκατέστησε τον καπιταλισμό προς όφελος των ολιγαρχών και εις βάρος της πλειοψηφίας του λαού. Η παρατεταμένη συνέχειά του στην ηγεσία του κράτους έχει εξασφαλίσει τα προνόμια των εκατομμυριούχων που ελέγχουν τους πιο κερδοφόρους τομείς της οικονομίας».

Υπέροχα! Αυτή η διαδικασία, με την οποία ο Πούτιν παραμέρισε την αντίπαλη, δυτικόφιλη μερίδα της αστικής τάξης και σχημάτισε γύρω του μια ελίτ ολιγαρχών, αναγκάζοντας τους άλλους να υποταχτούν στους κανόνες της, δεν είναι ακριβώς η διαδικασία γένεσης του ρωσικού ιμπεριαλισμού, χρονολογούμενη εδώ και πάνω-κάτω μια 20ετία; Και ο ρόλος του διαιτητή που τελειοποίησε «επί δυο δεκαετίες» ο Πούτιν, όχι μόνο ανάμεσα στους ολιγάρχες, αλλά και ανάμεσα στους ολιγάρχες και τη γραφειοκρατία, ανάμεσα στην άρχουσα ελίτ και τα λαϊκά στρώματα, δεν είναι το βοναπαρτιστικό στοιχείο της εξουσίας του;

Για την αντίθεση ανάμεσα στις δυο πτέρυγες της ρωσικής ολιγαρχίας, την εθνικιστική-δεξιά (του Πούτιν) και τη δυτικόφιλη (του Ναβάλνι) ο Κατς έχει να πει τα εξής:

«Το ιμπεριαλιστικό σχέδιο προωθείται ουσιαστικά από δεξιούς τομείς που ενθαρρύνουν τις εξωτερικές περιπέτειες για να επωφεληθούν από τις κερδοφόρες πολεμικές επιχειρήσεις. Αυτή η ομάδα αναβίωσε τις παλιές πεποιθήσεις του μεγαλορωσικού εθνικισμού και αντικατέστησε τον παραδοσιακό αντισημιτισμό με ισλαμοφοβικές εκστρατείες. Συνεργάζεται με την ευρωπαϊκή δεξιά για να προωθήσει ένα “καφέ κύμα”, εκδίδοντας δημαγωγικές διαβολές κατά των Βρυξελλών και της Ουάσιγκτον και επικεντρώνοντας τις επιθέσεις της στους μετανάστες. Αλλά αυτό το τμήμα, εμποτισμένο με αυτοκρατορικούς πόθους, αντιμετωπίζει μια διεθνοποιημένη φιλελεύθερη ελίτ, η οποία ευνοεί φανατικά την ενσωμάτωση στη Δύση… Και τα δύο ρεύματα αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς στην εδραίωση της στρατηγικής τους… Ο ίδιος ο Πούτιν συχνά δηλώνει τον θαυμασμό του για το παλιό “μεγαλείο της Ρωσίας”, αλλά… επιδίωξε την αναγνώριση της χώρας ως διεθνούς παίκτη, χωρίς να εγκρίνει την αυτοκρατορική ανασυγκρότηση που προωθούσαν οι εθνικιστές».

Και οι δυο πτέρυγες, λοιπόν, αντιμετωπίζουν δυσκολίες, και αυτό πρέπει να εκληφθεί ως άλλη μια απόδειξη ότι ο ρωσικός ιμπεριαλισμός είναι ακόμη στα σκαριά. Αλλά ποιες είναι αυτές οι δυσκολίες; Η δυσκολία της πτέρυγας του Ναβάλνι, της φιλελεύθερης αστικής τάξης, είναι ότι κρέμεται στον αέρα, ότι δεν έχει σοβαρή βάση, ότι ο ρωσικός καπιταλισμός δεν έχει την ισχύ, την οργάνωση και τις παραδόσεις, που θα έφερναν σταθερά αυτή την πτέρυγα στο τιμόνι. Η πτέρυγα του Πούτιν από την άλλη είναι το αφεντικό του σπιτιού, από το οποίο έχει πετάξει έξω τους Ναβάλνι. Η δυσκολία της έγκειται στο ότι η βάση του ρωσικού καπιταλισμού, την οποία διαφεντεύει, είναι δυσλειτουργική, ότι δεν επαρκεί για να ανταγωνίζεται επί ίσοις όροις τους αντιπάλους της στη διεθνή αρένα.

Ο Κατς εξισώνει πολύ απλά αυτές τις δυο δυσκολίες. Αυτό είναι σαν να έχουμε μπροστά μας δυο οδηγούς, που θέλουν, ας πούμε, να ταξιδέψουν από την Αθήνα στην Πάτρα. Η δυσκολία του ενός είναι ότι δεν έχει αυτοκίνητο, του άλλου ότι η μηχανή του αυτοκινήτου του σβήνει ή αγκομαχά κάθε τόσο. Από αυτό ο Κατς βγάζει το συμπέρασμα ότι αφού και οι δυο οδηγοί έχουν δυσκολίες, άρα δεν υπάρχει ακόμη κανένα αυτοκίνητο.

Ο Πούτιν, ο οποίος ηγείται της κυρίαρχης πτέρυγας, ο οποίος στηρίζει την εξωτερική του πολιτική στις ομάδες Βάγκνερ, ο οποίος έχει ήδη διεξάγει ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και πολέμους σε Συρία, Γεωργία, Κριμαία, επεμβαίνει στη Λιβύη και άλλες χώρες τις Αφρικής, κοκ, παρουσιάζεται ότι διαχωρίζεται από την κατεύθυνση των εθνικιστών. Αυτές όλες οι εξελίξεις, όπως και η διαρκής ενίσχυση του ρόλου της ορθόδοξης εκκλησίας, η άνοδος του εσμού των ακροδεξιών τύπου Ντούγκιν γύρω από την εξουσία του Πούτιν, τις οποίες αναφέρει παρεκβατικά ο Κατς, προβάλλουν έτσι περίπου ως τυχαίες εξελίξεις, που θα μπορούσε και να μην είχαν συμβεί. Δεν είναι αυτό μια τερατώδης υποτίμηση της επιθετικής φύσης του ρωσικού ιμπεριαλισμού και των κινδύνων που απορρέουν από αυτή;

Το συμπέρασμα του Κατς είναι κατά λέξη το εξής: «Η Ρωσία δεν έχει επί του παρόντος το επίπεδο πολιτικής συνοχής που απαιτείται για μια τέτοια [ιμπεριαλιστική ή αυτοκρατορική, Χ. Κ.] ανοικοδόμηση. Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ δεν δημιούργησε ένα ενιαίο πρόγραμμα της νέας ολιγαρχίας ή της γραφειοκρατίας που διαχειρίζεται το κράτος».

Ακριβώς έτσι! Για να υπάρχει ο ρωσικός ιμπεριαλισμός θα έπρεπε να έχει ένα ενιαίο πρόγραμμα, που να το συμμερίζονται όλες οι μερίδες των ολιγαρχών και η κρατική του γραφειοκρατία· αλλιώς δεν υπάρχει. Αλλά και στις ΗΠΑ η ιμπεριαλιστική ολιγαρχία δεν είναι σήμερα βαθιά διχασμένη; Δεν έχουν οι δυο πτέρυγές της, εκφραζόμενες από τους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικάνους, φτάσει σε ένα χωρίς προηγούμενο επίπεδο πόλωσης και αντιπαλότητας; Στην πραγματικότητα η ρωσική ολιγαρχία παρουσιάζεται τώρα σαφώς πιο ενιαία από την αμερικανική, ακόμη και αν αυτό απαιτεί να εξαφανίζονται βάρβαρα από προσώπου γης μερικοί «ενοχλητικοί» εκπρόσωποί της.

Η προσδοκία του Κατς ότι ο ρωσικός ή οποιοσδήποτε άλλος ιμπεριαλισμός μπορεί στο παρόν στάδιο να έχει ένα ενιαίο πρόγραμμα είναι ένας παραλογισμός. Κάτι τέτοιο μπορεί να ίσχυε στην ανοδική περίοδο του ιμπεριαλισμού, για παράδειγμα για τη Γερμανία ή την Αγγλία στις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν μπορεί όμως να ισχύει σήμερα, όταν το καπιταλιστικό σύστημα έχει εξαντλήσει τα περιθώριά του και δεν έχει νέα πράγματα να κάνει. Το να βεβαιώνει κανείς το αντίθετο σημαίνει στην ουσία να λέει ότι ο ιμπεριαλισμός έχει μπροστά του νέα στάδια, πάνω στις προοπτικές των οποίων η ιμπεριαλιστική ολιγαρχία κάθε δύναμης θα μπορούσε να διαμορφώνει μια ενιαία στρατηγική.

Οι δυσχέρειες του ρωσικού ιμπεριαλισμού, τις οποίες επισημαίνει ο Κατς, στο πλαίσιο μιας μαρξιστικής ανάλυσης μπορεί να υποδηλώνουν μόνο την αδυναμία του, το ότι τείνει να μετατραπεί σε αδύναμο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας κάνοντας τη Ρωσία εκ νέου ένα κέντρο της σοσιαλιστικής επανάστασης. Το συμπέρασμα για τους μαρξιστές είναι ότι επείγει να προετοιμαστούν για μια επερχόμενη κρίση του ρωσικού ιμπεριαλισμού και να υποβοηθήσουν τη διαμόρφωση των όρων για επαναστατικές εξελίξεις. Ο Κατς, αντίθετα, μας βεβαιώνει ότι πρέπει να αποστρέψουμε την προσοχή μας από τη Ρωσία· εκεί, βλέπετε, δεν υπάρχει ακόμη ιμπεριαλισμός ούτε μπορεί να εμφανιστεί επαναστατική κατάσταση. Φτάνει μάλιστα να μας καλεί να στηρίξουμε τις προσδοκίες μας στο ΚΚΡΟ, εκτιμώντας ότι ταλαντεύεται ανάμεσα στην υποστήριξη του Πούτιν και σε μια αριστερή γραμμή, ενώ είναι σαφές (όπως σωστά τονίζει ο Πρέμπστινγκ) ότι το ΚΚΡΟ είναι τσιράκια του καθεστώτος και ότι χωρίς τη διάλυσή του (όπως και του ΚΕΚΡ) καμιά πολιτική επαναστατική δράση στη Ρωσία δεν θα μπορεί να έχει επιτυχία.

Η κριτική του Πρέμπστινγκ

Ο Πρέμπστινγκ, ο οποίος ήδη από το 2001 έχει επιχειρηματολογήσει υπέρ του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της Ρωσίας, δείχνει πειστικά ότι ο Κατς παρανοεί την έννοια του ιμπεριαλισμού και αποτυγχάνει να συλλάβει τη δυναμική του στο παρόν στάδιο. Χωρίς να επεκταθούμε διεξοδικά, θα σταθούμε στα κύρια σημεία της κριτικής του.

Ο Πρέμπστινγκ διαπιστώνει κατ’ αρχήν ότι επί της ουσίας ο Κατς, αντιμετωπίζοντας τον ιμπεριαλισμό σαν ένα ενιαίο σύστημα, απορρίπτει την κλασική μαρξιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, όπως την επεξεργάστηκε ο Λένιν. Ο ορισμός του Κατς, που εκδιώκει από τη σφαίρα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού χώρες σαν την Κίνα και τη Ρωσία, προσεγγίζει σε εκείνους μη μαρξιστών θεωρητικών όπως ο Βαλερστάιν και στο παρελθόν στην καουτσκιστική θεωρία του υπεριμπεριαλισμού. «Μια τέτοια θεωρία του ιμπεριαλισμού… υποτιμά μαζικά τις θεμελιώδεις αντιφάσεις του καπιταλισμού… Δεν υπάρχει ένας αμερικανοκρατούμενος ή υπερεθνικός πυρήνας όλων των μονοπωλίων που να ελέγχει από κοινού την παγκόσμια οικονομία. Ούτε υπάρχει ένας κυριαρχούμενος από τις ΗΠΑ ή διεθνής πυρήνας ιμπεριαλιστικών κρατών που θα ήλεγχε από κοινού τον υπόλοιπο κόσμο. Ομοίως, μια τέτοια θεωρία υποτιμά τις αντιθέσεις μεταξύ των μονοπωλίων και των Μεγάλων Δυνάμεων του λεγόμενου πυρήνα».

Ο Πρέμπστινγκ τεκμηριώνει αυτές τις εκτιμήσεις με μια σειρά κατατοπιστικά στοιχεία. Όπως αναφέρει, σήμερα οι ΗΠΑ έχουν μόνο το 16,6% της παγκόσμιας μεταποιητικής παραγωγής, έναντι 28,4% της Κίνας. Η αντίστοιχη μερίδα στις παγκόσμιες εξαγωγές είναι 17,8% για την Κίνα (14, 7% χωρίς το Χονγκ Κονγκ) και μόλις 8,1% για τις ΗΠΑ. Στην λίστα με τις περισσότερες εταιρείες μέσα στις 500 μεγαλύτερες του κόσμου και στον αριθμό των δισεκατομμυριούχων (που σε διάφορες στατιστικές αποκλίνουν) η Κίνα έχει ξεπεράσει τις ΗΠΑ. Είναι σαφές ότι αν κανείς εξαιρέσει την Κίνα από το παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπως κάνει ο Κατς στο όνομα της μη επεμβατικής εξωτερικής πολιτικής της, η μαρξιστική έννοια του ιμπεριαλισμού εξαλείφεται εντελώς.

Αναφορικά με τη Ρωσία, συνεχίζει ο Πρέμπστινγκ, η έννοια της αυτοκρατορίας εν τη γενέσει παρακάμπτει κεφαλαιώδη ζητήματα όπως η ηγεμονική θέση της στον τομέα των εξοπλισμών (20% του παγκόσμιου εμπορίου όπλων έναντι 37% των ΗΠΑ, περισσότερες ανεπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές, κοκ). Αν οι δείκτες του Κατς όπως το χαμηλό ΑΕΠ γίνουν δεκτοί ως βασικά κριτήρια του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα μιας χώρας, τότε και η τσαρική Ρωσία, που είχε το 1913 μόνο το 29% του κατά κεφαλή ΑΕΠ της Βρετανίας και το 19% του επιπέδου εκβιομηχάνισης, θα έπρεπε να θεωρηθεί μη ιμπεριαλιστική. Σε αυτό το φως δυνάμεις όπως η Ιαπωνία και η Αυστροουγγαρία θα αποκλείονταν από το ιμπεριαλιστικό σύστημα, ενώ η Γερμανία ως το 1938-39 θα έδινε ένα παράδειγμα μιας ιμπεριαλιστικής αυτοκρατορίας εν της γενέσει της (παρεμπιπτόντως ο Στάλιν είχε πει μια παρόμοια ανοησία το 1941, στο λόγο του για την 24η επέτειο του Οκτώβρη).

Η σύνδεση του ιμπεριαλισμού με τη μιλιταριστική πολιτική α λα Κατς αναπαράγει την καουτσκιστική εστίαση στον ιμπεριαλισμό ως πολιτική, σε βάρος των οικονομικών θεμελίων. Επιπλέον ο Κατς παραβλέπει ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις της Ρωσίας στην τελευταία 20ετία συναγωνίζονται εκείνες των νατοϊκών. Εμφανίζοντας τη Ρωσία και την Κίνα ως αμυνόμενες, διαγράφει τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του ανταγωνισμού τους με τις ΗΠΑ από τη δική τους μεριά, διατηρώντας τον μόνο για τις ΗΠΑ. «Πάντα υπήρχαν ισχυρότερες και ασθενέστερες Μεγάλες Δυνάμεις, πιο προηγμένες και πιο καθυστερημένες κ.λπ. Αλλά πρέπει να θεωρούνται όλες ιμπεριαλιστικές – όχι μόνο η ισχυρότερη! Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Κίνα έχει ήδη ξεπεράσει τις ΗΠΑ σε πολλά επίπεδα».

Ο Κατς, καταλήγει ο Πρέμπστινγκ, «ενώ δεν υποστηρίζει ρητά τη Ρωσία, παρέχει θεωρητική αιτιολόγηση για μια τέτοια θέση, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι η Ρωσία αλλά οι ΗΠΑ ή το ΝΑΤΟ που είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για την εισβολή του Πούτιν… Η θεωρία του Κατς για τον ιμπεριαλισμό και η αντίληψή του για τη Ρωσία ως ημιπεριφέρεια και ως “μη ηγεμονική αυτοκρατορία εν τη γενέσει της” έχει επίσης επικίνδυνες πολιτικές συνέπειες. Ενώ εκφράζει πολιτική κριτική κατά του καθεστώτος Πούτιν, δεν υποστηρίζει την Ουκρανία. Μάλιστα, παρέχει θεωρητική αιτιολόγηση για την υποστήριξη της Μόσχας».

Ο Κατς παρουσίασε ένα θεωρητικό σχήμα για τον ιμπεριαλισμό, το οποίο αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία συνεπάγεται είτε μια ντροπαλή υποστήριξη στη Ρωσία (αν σταθεί κανείς στα σημεία του που θεωρεί τη Ρωσία μη ιμπεριαλιστική) ή το πολύ μια στάση ουδετερότητας (δίνοντας έμφαση στα σημεία όπου εκτιμά την εισβολή στην Ουκρανία ως πράξη γένεσης του ρωσικού ιμπεριαλισμού). Ο ίδιος ο Κατς θέλει βέβαια να είναι μαρξιστής και προσπάθησε ευσυνείδητα να στηρίξει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τόσο το γενικό του σχήμα όσο και τις εκτιμήσεις του για τη Ρωσία. Επί της ουσίας, όμως, δεν υπάρχει τίποτα μαρξιστικό στα επιχειρήματά του· παραμέρισε μόνο τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού προς όφελος αστικών απόψεων και παρανόησε τα στοιχεία για τη Ρωσία.

Ο Πρέμπστινγκ προέβηκε σε μια ορθόδοξη μαρξιστική πολεμική, αποκαλύπτοντας τις αυθαιρεσίες του και καταλήγοντας στη βάση της ότι, παρά την εναντίωσή τους σε όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, οι σοσιαλιστές οφείλουν να υπερασπιστούν την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Οι ακτιβιστές που θέλουν να στέκουν στο έδαφος του μαρξισμού και να μην παρασύρονται σαν άχυρα από τους ανέμους των καιρών, δεν μπορεί παρά να πάρουν σοβαρά υπόψη αυτή τη διαμάχη.

VIΙ. Μαργαριτάρια και παραφωνίες άλλων θεωρητικών και ομάδων

Το δοκίμιο του Κατς ξεχωρίζει, όπως αναφέρθηκε, για την προσπάθεια του συγγραφέα να προσφέρει μια σοβαρή επιχειρηματολογία υπέρ του μη ιμπεριαλιστικού ακόμη χαρακτήρα της Ρωσίας. Στην υπόλοιπη φιλολογία που εκτιμά τον πόλεμο ως ιμπεριαλιστικό και από τις δυο πλευρές, σταλινική και «τροτσκιστική», όπως και στους υποστηρικτές της Ρωσίας βρίσκουμε πολύ χειρότερα πράγματα. Αν και τα περισσότερα αποτελούν μεγαλοποιημένες παραλλαγές ήδη συζητημένων λαθών, αξίζει να τους ρίξουμε μια ματιά.

Για να ξεκινήσουμε, σε ένα από τα ρηξικέλευθα άρθρα του, σε ένα μέρος τιτλοφορούμενο «Πώς να χρησιμοποιούμε τους κλασικούς του μαρξισμού», ο Β. Λιόσης παραθέτει τις επισημάνσεις του Λένιν πάνω στο ότι ενώ ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν συνολικά ιμπεριαλιστικός, η Σερβία έκανε έναν εθνικό, δίκαιο πόλεμο. Και από αυτή και άλλες παρόμοιες αναφορές συνάγει το σούπερ επαναστατικό συμπέρασμα ότι η Ρωσία δεν είναι ιμπεριαλιστική δύναμη και ότι αποκλείεται να κάνει ιμπεριαλιστικό πόλεμο. «Η Ρωσία δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις… η Ρωσία εξαναγκάστηκε να μπει σε αυτό τον πόλεμο και η τακτική του ΝΑΤΟ λειτούργησε ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία… ο πόλεμος έχει αμυντικό και δίκαιο χαρακτήρα από την πλευρά της Ρωσίας»[21].

Συνάγεται ότι κατά τον Λιόση η ορθή χρησιμοποίηση της θέσης του Λένιν για τη Σερβία είναι να πούμε ότι στον τωρινό πόλεμο στην Ουκρανία η Ρωσία παίζει το ρόλο της Σερβίας, αμυνόμενη ενάντια στη Δύση, και η Ουκρανία το ρόλο της Αυστροουγγαρίας. Αυτό είναι περίπου σαν να συγκρίναμε την Ουκρανία με τον Γολιάθ και τη Ρωσία με τον Δαβίδ. Μπορεί να φανταστεί κανείς μια πιο παράταιρη σύγκριση;

Ο Κατς, όπως είδαμε, αντιλαμβάνεται τουλάχιστον ότι για να εξάγει το συμπέρασμά του για το μη ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Ρωσίας πρέπει να απορρίψει το λενινιστικό ορισμό του ιμπεριαλισμού· αν τον δεχτεί κανείς και προσεγγίσει το ζήτημα με στοιχειώδη σοβαρότητα είναι αδύνατο να μη συμπεριλάβει τη Ρωσία στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Ο Λιόσης, από τον οποίο λείπει η παραμικρή αίσθηση του θέματος, επαναλαμβάνει τον ορισμό του Λένιν σαν παπαγάλος: «Τα κριτήρια που εξάγονται έμμεσα από τα γραπτά του Λένιν για την ιμπεριαλιστικότητα μιας χώρας… είναι η ισχύς των μονοπωλίων και όχι απλώς και μόνο η ύπαρξη των μονοπωλίων»[22]. Και από αυτό τον ορισμό εξάγει ότι η Ρωσία δεν μπορεί να είναι ιμπεριαλιστική δύναμη, χωρίς καν να εξετάσει αν η τωρινή ισχύς των ρωσικών μονοπωλίων είναι αναλογικά μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη της τσαρικής Ρωσίας, την οποία ο ίδιος ο Λένιν θεωρούσε ως επαρκή βάση για τον ιμπεριαλισμό!

Το βασικό «στοιχείο» που επικαλείται ο Λιόσης για να στηρίξει τη θέση του είναι η μεγάλη διαφορά του κατά κεφαλή ΑΕΠ της Ρωσίας από τις ΗΠΑ και τις άλλες δυτικές δυνάμεις. Το να επικαλείσαι όμως το ΑΕΠ για να τεκμηριώσεις τον ιμπεριαλιστικό ή μη ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα μιας χώρας προδίδει μια τελείως σχολαστική, καουτσκιστική αντίληψη. Αν ο Κάουτσκι έλεγε, το 1917, ότι το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων της τσαρικής Ρωσίας δεν ήταν ώριμο για το σοσιαλισμό, ο Λιόσης μάς λέει, το σωτήριο έτος 2022, ότι το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη Ρωσία του Πούτιν δεν είναι ώριμο για τον ιμπεριαλισμό. Η απλή, δυσάρεστη αλήθεια όμως είναι ότι ο Λιόσης και οι όμοιοί του δεν είναι ώριμοι για το μαρξισμό…

Αλλά ας συγκρίνουμε ακόμη και αυτό το στοιχείο του κατά κεφαλή ΑΕΠ, όσο μπορεί να συγκριθεί (γιατί οι διάφορες στατιστικές αποκλίνουν). Το 1913, παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το κατά κεφαλή ΑΕΠ της τσαρικής Ρωσίας (1488 $) ήταν 28% εκείνου των ΗΠΑ (5307 $). Σήμερα, το ονομαστικό κατά κεφαλή ΑΕΠ της Ρωσίας (14.670 $ το 2022, παρόμοιο και λίγο μεγαλύτερο μάλιστα εκείνου της Κίνας, 12.970 $) είναι 19% εκείνου των ΗΠΑ (75.180 $). Στο κατά κεφαλή ΑΕΠ-ΙΑΔ (το οποίο θεωρείται γενικά πιο έγκυρο, γιατί ενσωματώνει τις διαφορές τιμών από χώρα σε χώρα), της Ρωσίας είναι 31.970 $, 42% εκείνου των ΗΠΑ. Στο συνολικό ΑΕΠ-ΙΑΔ, η Ρωσία ήταν το 2021 έκτη χώρα στον κόσμο, μετά από τις Κίνα, ΗΠΑ, Ινδία, Ιαπωνία και Γερμανία (4,79 τρις $, έναντι 4,82 τρις της Γερμανίας). Στο worldpopulationreview, όπου δίνουν μια εκτίμηση του πραγματικού ΑΕΠ με βάση μια σύνθεση στοιχείων από διάφορα ιδρύματα, η αναλογία είναι ακόμη πιο καλύτερη για τη Ρωσία, στο 44% περίπου το 2022 (27.903 $ κατά κεφαλή για τη Ρωσία, παρά τις δυτικές κυρώσεις, έναντι 63.416 για τις ΗΠΑ και 17.192 $ για την Κίνα)[23]. Επιπλέον, στη Ρωσία η άτυπη οικονομία, που εν γένει υποτιμάται στις στατιστικές, ανέρχεται σε 20-40% του συνόλου, ενώ στις ΗΠΑ είναι μικρότερη από 10%.

Συμπερασματικά, η αναλογία του κατά κεφαλή ΑΕΠ Ρωσίας και ΗΠΑ είναι σήμερα το λιγότερο ίδια (και πιθανότατα κάπως καλύτερη για τη Ρωσία) με εκείνη ανάμεσα στην τσαρική Ρωσία και τις ΗΠΑ το 1913. Όσο για τον Λιόση, αν ζούσε τότε στην τσαρική Ρωσία, εκτός από κορυφαίος λενινιστής θα μπορούσε να είναι και ένας εξίσου κορυφαίος απολογητής του τσαρισμού, που θα αποδείκνυε με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα ότι η τσαρική Ρωσία αποκλείεται να είναι ιμπεριαλιστική!

Ανεμίζοντας το ΑΕΠ, που δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα, ο Λιόσης παραλείπει όλα τα άλλα ουσιώδη στοιχεία: μεγαλύτερη αναλογικά μονοπωλιακή συγκέντρωση (περίπου ίσος αριθμός δισεκατομμυριούχων με τη Γερμανία και την Ινδία, 5η θέση της Ρωσίας στον κόσμο στα συναλλαγματικά αποθέματα, της τάξης των 550 δις $)· εγχώρια βάση της ρωσικής μονοπωλιακής ολιγαρχίας (σε αντίθεση με τη χρηματοδοτούμενη από τη Γαλλία ολιγαρχία του τσαρισμού)· δεύτερη θέση στο παγκόσμιο εμπόριο όπλων, με εξωτερικές επεμβάσεις συγκρίσιμες με εκείνες των ΗΠΑ· τεράστιοι ενεργειακοί πόροι, κοκ. Όλα αυτά κατά τον Λιόση δεν είναι καν ενδείξεις και στοιχεία ιμπεριαλισμού (κάτι που αποδέχεται τουλάχιστον ο Κατς), απλώς τυχαίνει να συμβαίνουν!

Με τη συνηθισμένη του ικανότητα να τα μπερδεύει όλα, ο Λιόσης μάς πληροφορεί παραπέρα ότι η Ρωσία έχει μόνο 2 εταιρείες στις 500 μεγαλύτερες του κόσμου. Στην πραγματικότητα η Ρωσία έχει 2 στις 100 μεγαλύτερες, τους ενεργειακούς κολοσσούς Gazprom και Lukoil, και 6 στις 500 μεγαλύτερες. Ως μέτρο σύγκρισης, Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία έχουν από 3-4 ως 10 στις 100 πρώτες, ανάλογα με τη στατιστική, που είναι μια σημαντική διαφορά αλλά όχι συντριπτική. Σύμφωνα με το Forbes, π.χ., στις 50 μεγαλύτερες οι ΗΠΑ έχουν 23, η Κίνα 11 (+1 του Χονγκ Κονγκ), η Γερμανία, η Γαλλία και η Βρετανία από 3, η Ιαπωνία 2 και η Ρωσία 1[24]. Ακόμη και με αυτό το κριτήριο, οι ΗΠΑ και η Κίνα εμφανίζονται ως οι δυο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις, και οι υπόλοιπες, μαζί και η Ρωσία, ως δεύτερης σειράς ιμπεριαλιστικές παγκόσμιες δυνάμεις, με ιδιαίτερα η κάθε μια χαρακτηριστικά.

Ο Λιόσης επικαλείται επίσης ως τεκμήριο του μη ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της Ρωσίας την ελλιπή πρόσβασή της στις χρηματαγορές: «Η χρηματιστηριακή αγορά της Ρωσίας φτάνει το 2% της παγκόσμιας χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης όταν οι ΗΠΑ κατέχουν το 40%, η Ιαπωνία το 8%, η Αγγλία το 6% κ.λπ.. Η Ρωσία στον συγκεκριμένο δείκτη βρίσκεται στη 15η θέση». Ακόμη, η Ρωσία δεν είναι μέλος του ΟΟΣΑ, κοκ.

Το να φέρνει κανείς μια τέτοια απόδειξη του μη ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της Ρωσίας φανερώνει κραυγαλέα ανοησία. Αν το συγκεκριμένο στοιχείο δείχνει κάτι, είναι μόνο ότι ο ρωσικός ιμπεριαλισμός έχει αδικηθεί στη μοιρασιά (όπως η Γερμανία στις αρχές του 20ού αιώνα) και ότι ασφυκτιά, όντας η βάση για την αυξημένη επιθετικότητά του συγκριτικά με άλλους ιμπεριαλισμούς. Στον Λιόση η αιτία της ακραίας επιθετικότητας του ρωσικού ιμπεριαλισμού μετατρέπεται σε απόδειξη ότι αυτός ο ιμπεριαλισμός δεν υπάρχει!

Κατά τα άλλα είναι να θαυμάζει κανείς: Οι ίδιοι οι απολογητές του Πούτιν και αστοί σχολιαστές στη Ρωσία εκτιμούν πως οι ρωσικές ήττες δημιουργούν μια εν δυνάμει επαναστατική κατάσταση τύπου 1905 και 1917. Και ο Λιόσης, ο πιστός λενινιστής που κατατροπώνει όλους τους οπορτουνιστές, όχι μόνο αποτυχαίνει ακόμη και να το αναφέρει αυτό, αλλά μας καλεί και να αγωνιστούμε για τη νίκη του Πούτιν (ενός δικτάτορα που δεν θα διστάσει να αιματοκυλήσει όλη τη χώρα προκειμένου να μην αφήσει τη σκηνή, όπως έκανε στη Συρία ο Άσαντ) στο «δίκαιο αμυντικό πόλεμό» του!

Ο Λιόσης δεν είναι ο μόνος που επιστρατεύει τον Λένιν σε απολογίες για το ρωσικό ιμπεριαλισμό. Μια σειρά δημοσιολόγοι του ΚΚΡΟ και ψευδο-λενινιστές ανά τον κόσμο επιδίδονται στο ίδιο σπορ. Ένα κλασικό δείγμα αυτής της συμφοράς παρέχει το άρθρο των Ρ. Κλαρκ και Ρ. Άνις «Ο μύθος του “ρωσικού ιμπεριαλισμού”: σε υπεράσπιση των αναλύσεων του Λένιν».[25] Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι ο Λένιν είχε δίκιο να θεωρεί την τσαρική Ρωσία ιμπεριαλιστική επειδή «ήταν κύρια επεμβατική δύναμη στην ευρωπαϊκή πολιτική» (προσπερνούν έτσι και αρνούνται σε άλλα σημεία του άρθρου το αποφασιστικό κριτήριο, το σχηματισμό της μονοπωλιακής ολιγαρχίας). Αναφορικά δε με τη Ρωσία του Πούτιν επικαλούνται παρόμοια ως απόδειξη του μη ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της το γεγονός ότι το ΑΕΠ-ΙΑΔ της «το 2015 ήταν… μάλλον λιγότερο από το μισό του επιπέδου των ΗΠΑ» (και μόνο αυτό το επιχείρημα αρκεί για να τους χαρακτηρίσει σαν εντελώς ανόητους). Χωρίς να επεκταθούμε παραπέρα, θα αρκεστούμε στην παρατήρηση ότι δημοσιολόγοι όπως οι Κλαρκ και Άνις έχουν τόση σχέση με το λενινισμό, όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο.

Η αρθρογραφία στο WSWS, μια φιλορωσική τροτσκιστική ομάδα, δεν δίνει μια καλύτερη εικόνα. Με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι αναλυτές του δεν βρίσκουν κάτι καλύτερο να κάνουν από το να παραδίδουν διαλέξεις πάνω στο ζήτημα των φυσικών πόρων της Ρωσίας και το πόσο τους ορέγονται οι Δυτικοί. Σε ένα άρθρο τιτλοφορούμενο «Οι κρίσιμοι πόροι, ο ιμπεριαλισμός και ο πόλεμος ενάντια στη Ρωσία», που εμφανίζεται πρώτο στο σάιτ τους στην κατηγορία «Ουκρανία», μακρηγορούν πάνω στο ότι η Ρωσία έχει νικέλιο, πλατίνα, νιόβιο, κοβάλτιο, γραφίτη, λίθιο και άλλα κρίσιμα ορυκτά[26]. Έτσι όπως πάνε, θα μας πουν σε λίγο ότι η πρωτεύουσα της Ρωσίας είναι η Μόσχα και ότι η σιδηροδρομική γραμμή Μόσχας-Πετρούπολης έχει μήκος 650 χιλιόμετρα. Αντί να συζητήσουν το ερώτημα αν υπάρχει ρωσικός ιμπεριαλισμός και το ρόλο του στη δοσμένη σύγκρουση, παίρνουμε διατριβές πάνω στο θέμα ότι οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των Δυτικών είχαν πάντα ως στόχο την αρπαγή πόρων.

Το άλλο βασικό άρθρο του Ντ. Νορθ για την Ουκρανία στο ίδιο σάιτ, στις 27 αναφορές του στον όρο ιμπεριαλισμός καταφέρεται μόνο ενάντια στους Δυτικούς ιμπεριαλιστές. Δεν θέτει καν το ερώτημα αν η σημερινή Ρωσία είναι μια ιμπεριαλιστική δύναμη και το μόνο που βρίσκει να πει για τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι: «Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του πολέμου που διεξάγεται από το ΝΑΤΟ δεν δικαιολογεί, από τη σκοπιά της διεθνούς εργατικής τάξης, την απόφαση της ρωσικής κυβέρνησης να εισβάλει στην Ουκρανία. Η Διεθνής Επιτροπή καταδικάζει την εισβολή ως πολιτικά αντιδραστική»[27]. Διαβάζοντας αυτή την εκτίμηση, θα νόμιζε κανείς ότι αυτός που έχει κηρύξει τον πόλεμο είναι το ΝΑΤΟ και η αμυνόμενη Ρωσία έκανε ένα πολιτικό λάθος να απαντήσει στρατιωτικά.

Εδώ έχουμε εντελώς ξεκάθαρα την ανόητη ομογενοποίηση της πραγματικότητας που συναντήσαμε ήδη τόσο σε υποστηρικτές της Ρωσίας όσο και της θέσης περί ιμπεριαλιστικού πολέμου. Επαναλαμβάνουν σε όλους τους τόνους ότι οι Δυτικοί έχουν την ευθύνη για πολλές επεμβάσεις και πολέμους σε Ιράκ, Αφγανιστάν και αλλού – πράγμα εντελώς σωστό. Και από αυτό βγάζουν ταχυδακτυλουργικά το συμπέρασμα ότι αποκλείεται να έχει η Ρωσία την κύρια ευθύνη για τον συγκεκριμένο πόλεμο ή παρακάμπτουν το ερώτημα.

Ενώ μπορεί να προσπεράσουμε περιπτώσεις όπως αυτές και τα εγχώρια αντίστοιχά τους τύπου Πατέλη, κ.ά., δεν μπορεί να μη σταθούμε στη θλιβερή εικόνα του Monthly Review, ενός ιστορικού αριστερού περιοδικού, το οποίο προήγαγε ένα γνήσιο και θαρραλέο αντιιμπεριαλισμό στο παρελθόν. Η υπεράσπιση της Κούβας, του Βιετνάμ, κ.ά., στην κοιτίδα μάλιστα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, τις ΗΠΑ, ήταν μια αναμφισβήτητα θετική υπηρεσία. Σήμερα όμως έρχεται στο φως το γεγονός ότι ο αντιιμπεριαλισμός δεν επαρκεί και ότι μπορεί να συγκαλύπτει κενά στις ταξικές βάσεις της μαρξιστικής διανόησης, οδηγώντας τη συχνά σε εντελώς σφαλερές θέσεις.

Στην αρθρογραφία για τον πόλεμο στην Ουκρανία το Monthly Review, δίνοντας έμφαση στο μέτωπο ενάντια στον αμερικάνικο και δυτικό ιμπεριαλισμό, έφτασε να βασίζεται σε αρθρογράφους της τραμπικής δεξιάς, αναπαράγοντας μέσω αυτών την εικόνα της ρωσικής προπαγάνδας για τον πόλεμο. Στο mronline.com, παρελαύνουν καθημερινά άρθρα από διαδικτυακούς τόπους όπως Antiwar, Voltairenet, Moon of Alabama, The Gray Zone, Indian Punchline, κοκ, που κινούνται στο χώρο του Alt Right, στηρίζοντας τους Τραμπ, Πούτιν και Άσαντ. Ακόμη και αν δεν έχει ξεπέσει στο επίπεδο της Ίσκρα του Λαφαζάνη, που ενεργεί σαν ένα ιδεολογικό πρακτορείο αυτών των ρευμάτων, το Monthly Review ήδη βασίζει την ειδησεογραφία του σε τέτοιες πηγές και αρθρογράφους. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθούν οι Μάικλ Τζαμπάρα Χάρλεϊ, Τζον Χέλμερ, Κέιτλιν Τζόνστον, κ.ά.

Ο Χέλμερ, π.χ., είναι ένας συνωμοσιολόγος δημοσιογράφος με έδρα τη Μόσχα, του οποίου άρθρα δημοσιεύονται τακτικά σε συστημικά ρωσικά σάιτ όπως το Russia Insider. Είναι παραγωγικότατος συγγραφέας, μεταξύ άλλων ενός βιβλίου για την πανδημία του Covid με τίτλο, Ο Χίτλερ δεν πέθανε στο Βερολίνο. Μετακόμισε στη Μελβούρνη, όπου διευθύνει την κρατική κυβέρνηση της Βικτόρια: ένα αληθινό θρίλερ του Covid-19. Όταν κυκλοφόρησε το ως άνω πόνημα, ο Χέλμερ, για να στιγματίσει την αδιαφορία των Αυστραλών δημοσιογράφων, δημοσίευσε στο σάιτ του ένα άρθρο με τίτλο «Τύφλωση ακολουθούμενη από ντελίριο, συμπτώματα διάρροιας, αναφέρεται σε ανταποκρίσεις καθώς ο Covid-19 σκοτώνει τους τελευταίους επιζώντες Αυστραλούς δημοσιογράφους»[28]. Αυτό θυμίζει το στιλ εντύπων τύπου Μακελειό, και το να βασίζεται το Monthly Review σε τέτοιες πηγές προκαλεί θλίψη[29].

Από τους υποστηρικτές της θέσης περί ιμπεριαλιστικού πολέμου και από τις δυο μεριές, ο Καλτσώνης δεν υστερεί σε παρανοήσεις. Στο ήδη συζητημένο άρθρο του, αναφέρεται στην εκτίμηση του Λένιν ότι η περίπτωση της Σερβίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν μπορούσε να είναι καθοριστική –«ο πόλεμος “απελευθέρωσης” του Βελγίου ή της Σερβίας στον πρώτο παγκόσμιο ήταν ενταγμένος στα ιμπεριαλιστικά σχέδια», σημειώνει– για να στηρίξει τη θέση του ότι και ο τωρινός πόλεμος δεν μπορεί να έχει εθνικά χαρακτηριστικά από τη μεριά της Ουκρανίας.

Η μικρή λεπτομέρεια που διαφεύγει από τον Καλτσώνη είναι ότι ο πόλεμος της Σερβίας ήταν το 1% (Λένιν) του ευρύτερου, ιμπεριαλιστικού πολέμου του 1914-18, ενώ σήμερα δεν υπάρχει ένας γενικευμένος ιμπεριαλιστικός πόλεμος· ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι όλος ο πόλεμος. Ο εθνικός χαρακτήρας του πολέμου από τη μεριά της Σερβίας δεν άλλαζε λοιπόν το γενικό χαρακτήρα του πολέμου για τον ίδιο λόγο που αν ένα μήλο είναι σάπιο κατά 99% είναι όλο σάπιο, κι ας έχει ένα γερό κομματάκι στην άκρη. Στον αντίποδα, αν ο πόλεμος είναι εθνικός σήμερα από τη μεριά της Ουκρανίας, αυτό σημαίνει ότι το μισό, και όχι το 1% του μήλου, είναι κατ’ αρχήν καλό, και αυτό κάνει ήδη μια μεγάλη διαφορά.

Ο κοινός παρανομαστής στις θέσεις των οπαδών της Ρωσίας όσο και του «ιμπεριαλιστικού πολέμου» είναι η πλήρης εξάλειψη από την εικόνα του ουκρανικού λαού. Το συναντήσαμε ήδη στις εκτιμήσεις του Καλτσώνη ότι ο ουκρανικός λαός δεν μπορεί να διεξάγει έναν αγώνα για την εθνική του ύπαρξη. Η Κέιτλιν Τζόνστον, μια ισχυρά φιλορωσική αρθρογράφος, αναλώνεται σε παρόμοιες διακηρύξεις. Σε ένα κείμενό της γραμμένο στις αρχές του πολέμου, χαρακτηριστικά τιτλοφορούμενο «Η Ουκρανία είναι ένα πιόνι προς θυσία στην ιμπεριαλιστική σκακιέρα», διαπιστώνει: «Ο πόλεμος δεν πάει καλά για το Κίεβο και θα ήταν παράλογο να περιμένουμε ότι αυτό θα αλλάξει. Καθώς μια εξαιρετικά ανώτερη στρατιωτική δύναμη κατακλύζει την πελατειακή πολιτεία των ΗΠΑ, η πραγματικότητα βρίσκεται σε διαδικασία να συντρίψει σκληρά τους δυτικούς φιλελεύθερους που αγόρασαν την πολεμική προπαγάνδα ότι ο γενναίος, σέξι κωμικός ηθοποιός [ο Ζελένσκι, Χ. Κ.] οδηγούσε σε μια ταραχώδη νίκη για να διώξει τον κώλο του Πούτιν έξω από την Ουκρανία»[30]. Από τους υποστηρικτές της θέσης περί ιμπεριαλιστικού πολέμου στον τροτσκιστικό χώρο, ο Ά. Γουντς επιχειρηματολογεί στο ίδιο στιλ: «Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε καμία πλευρά σε αυτόν τον πόλεμο, γιατί είναι ένας αντιδραστικός πόλεμος και από τις δύο πλευρές. Σε τελική ανάλυση, πρόκειται για μια σύγκρουση μεταξύ δύο ομάδων ιμπεριαλιστών… Ο λαός της φτωχής, αιμοραγούσας Ουκρανίας είναι το θύμα αυτής της σύγκρουσης, την οποία δεν δημιούργησε και δεν επιθυμεί»[31]. Παρόμοια, οι του Κόκκινου Νήματος μάς λένε ότι απέναντι στη Ρωσία «βρίσκεται η αστική τάξη της Ουκρανίας… σαν γρανάζι, “προκεχωρηµένο φυλάκιο” και “εκπρόσωπος” του δυτικού ιµπεριαλισµού»[32]. Τέλος, σε συζητούμενη παρακάτω Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία» αναφέρεται ότι ο ουκρανικός λαός είναι «ένας σάκος του μποξ» μεταξύ των ιμπεριαλιστών, ενώ σε ανάλογη ανακοίνωση της ΟΚΔΕ διατρανώνεται: «Όχι στους Ανταγωνισμούς. Πόλεμο στον Πόλεμο των Ιμπεριαλιστών, με Απεργίες, Διαδηλώσεις, Καταλήψεις… Δεν πρέπει να ταχθούμε στην πλευρά καμιάς από τις αντιδραστικές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που συγκρούονται»[33].

Ότι αυτά όλα είναι μια παραλλαγή της δειλίας του εφημέριου, στην ιστορία για τον πρόσφυγα και τους κλέφτες, μετά βίας χρειάζεται να εξηγηθεί. Εκείνο που πρέπει να παρατηρηθεί είναι ότι οι ανοικτοί απολογητές της Ρωσίας δείχνουν καμιά φορά μεγαλύτερη εντιμότητα στο να παραδέχονται ότι υπάρχει και μια πραγματική αντίσταση από τη μεριά του ουκρανικού λαού, και όχι μόνο οι Δυτικοί, ο Ζελένσκι και το Τάγμα Αζόφ. Ένας από αυτούς, ο Α. Αποστολόπουλος, γράφει: «Οι Ουκρανοί, πέραν των ναζί του Τάγματος Αζόφ, αντιστάθηκαν και αντιστέκονται στους Ρώσους. Είπαμε ότι τον εισβολέα δεν τον αγαπάει κανείς. Αλλά οι Ρώσοι είναι φύσει αδύνατον να χάσουν επειδή όσα και όποια όπλα και αν στείλει η Δύση στην Ουκρανία, η Ρωσία θα είναι η ισχυρή πλευρά και η Ουκρανία η αδύναμη σ’ αυτόν τον πόλεμο»[34].

Ο Αποστολόπουλος είναι ένας δεξιός εθνικιστής, οπαδός της Λε Πεν, του Άσαντ και του Πούτιν, ένα τσιράκι των ισχυρών που ποτέ δεν θα ταχθεί με το λαό, τον οποίο θεωρεί χαμένο από χέρι. Όπως και η Τζόνστον προτιμά τη Ρωσία γιατί τα προσόντα του ταιριάζουν καλύτερα με τον ακροδεξιό εθνικισμό του Πούτιν, παρά με τη φιλελεύθερη αστική πτέρυγα. Ακόμη και αυτός όμως ομολογεί ότι εκτός από τους νεοναζί υπάρχει και ο ουκρανικός λαός που αντιστέκεται στην εισβολή. Οι υποστηρικτές της Ρωσίας και της θέσης περί ιμπεριαλιστικού πολέμου στον κομμουνιστικό χώρο ουσιαστικά προφασίζονται το μαρξισμό, τις λενινιστικές αναλύσεις, κ.ά., για να σβήνουν από το οπτικό πεδίο αυτό το κρίσιμο στοιχείο της κατάστασης που αναγνωρίζει ακόμη και ο Αποστολόπουλος.

Οι δημοσιολόγοι της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης έχουν ασφαλώς μια καλύτερη προσέγγιση από τις άλλες ομάδες. Σε πολλά άρθρα τους (ανάλογα των οποίων θα βρούμε και στα σάιτ της ΔΕΑ, του Ξεκινήματος, της ΟΚΔΕ, κοκ) δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν προκλήθηκε μόνο από τον επεκτατισμό της Ρωσίας, αλλά και από τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς. Οι ευθύνες των Δυτικών για το ξέσπασμα του πολέμου είναι εξίσου σοβαρές, οι περί δικαίου διακηρύξεις τους υποκριτικές, κοκ. Όλα αυτά είναι σωστά και πρέπει να τονίζονται, όχι όμως σε βαθμό που να εξαλείφεται από την εικόνα ο ουκρανικός λαός και η ύπαρξη της λαϊκής αντίστασης στη ρωσική εισβολή. Σε μια ανακοίνωση της ίδιας ομάδας αναγνωρίζεται η νομιμότητα της ουκρανικής αντίστασης:

«Αυτός ο πόλεμος γεννά το εθνικό μίσος μεταξύ λαών που τους ενώνουν ιστορικοί δεσμοί, τροφοδοτεί περαιτέρω τις διαθέσεις αντιδραστικού ουκρανικού εθνικισμού από τη μια πλευρά και αντιδραστικού μεγάλου ρωσικού σωβινισμού από την άλλη, διχάζοντας την εργατική τάξη σε εθνικές γραμμές. Η μόνη εγγύηση ενάντια σε αυτό το εθνικιστικό δηλητήριο είναι ότι οι Ρώσοι εργάτες διατηρούν μια αδιάλλακτη στάση προλεταριακού διεθνισμού, στέκονται σταθερά ενάντια στο σοβινιστικό δηλητήριο και αντιτίθενται στις αντιδραστικές πολιτικές του Πούτιν, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό… Από την πλευρά τους, ενώ αντιστέκονται στη ρωσική επιθετικότητα, οι εργαζόμενοι της Ουκρανίας πρέπει να καταλάβουν ότι η χώρα τους έχει προδοθεί επαίσχυντα από εκείνους που ισχυρίστηκαν ότι ήταν φίλοι και σύμμαχοί τους»[35].

Οι δυο αυτές θέσεις της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης –του Γουντς ότι ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και της παραπάνω ανακοίνωσης ότι οι εργαζόμενοι της Ουκρανίας μπορεί να αντισταθούν στη ρωσική επιθετικότητα– είναι ασύμβατες μεταξύ τους. Δεν μπορεί να υποστηρίζονται ταυτόχρονα· το να τις υποστηρίζουμε μαζί είναι εκλεκτικισμός.

Ένα από τα προτερήματα του Λένιν, από τα οποία πρέπει να διδάσκονται οι επαναστάτες σοσιαλιστές, είναι ότι συνήγαγε πάντα με συνέπεια ως το τέλος τις συνέπειες της μιας ή της άλλης θεωρητικής εκτίμησης. Το ερώτημα σήμερα είναι: Υπερασπίζουμε την εθνική ανεξαρτησία της Ουκρανίας και την αντίσταση στη ρωσική εισβολή; Αν πούμε ότι ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και από τη μεριά της Ουκρανίας, τότε είναι αδύνατο, διατηρώντας μια στοιχειώδη λογική συνοχή, να πάρουμε θέση υπέρ της ουκρανικής αντίστασης. Τότε πρέπει να καλέσουμε σε μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ουκρανία όπως έκαναν οι Μπολσεβίκοι το 1914.

Αρκετοί από τους δημοσιολόγους και τις οργανώσεις που συζητήσαμε ξεφεύγουν από το πρόβλημα με το να ανάγουν άμεσα τον τωρινό πόλεμο στον ευρύτερο ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και τον υποτιθέμενα επικείμενο γενικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Η εκτίμηση του Γουντς για τον πόλεμο στην Ουκρανία ως «αρχή του Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου» είναι εδώ τυπική, γιατί εξαλείφεται μέσω αυτής ο τοπικός χαρακτήρας του πολέμου και η σχετική ανεξαρτησία του από το γενικό ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Μια ανάλογη θέση παίρνει η ΟΚΔΕ: Ο πόλεμος στην Ουκρανία «είναι το πρώτο επεισόδιο ενός 3ου Παγκόσμιου ενδοϊμπεριαλιστικού Πολέμου που ρίχνει βαριά την σκιά του πάνω στην ανθρωπότητα». Παρόμοια το Κόκκινο Νήμα κάνει λόγο για «παγκοσμιότητα του πολέμου… η ανάφλεξη στην Ουκρανία… αποτελεί το πρελούδιο της συνέχισής του με… στρατιωτικά μέσα»[36].

Τα επιχειρήματα ότι ο ουκρανικός πόλεμος μπορεί να εξελιχθεί άμεσα σε γενικευμένο πόλεμο, π.χ. με τη χρήση πυρηνικών από τη Ρωσία, είναι έωλα και ηττοπαθή, μεγαλοποιώντας ένα για την ώρα απίθανο ενδεχόμενο. Η Ρωσία βασίζεται στη συμμαχία με την Κίνα και η Κίνα δεν θέλει σήμερα να εμπλακεί σε μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με τις ΗΠΑ, γιατί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, αν και βαθύς, δεν έχει φτάσει στο σημείο της έκρηξης, αλλά και επειδή η Κίνα δεν έχει σοβαρό πυρηνικό οπλοστάσιο και σε ένα γενικευμένο πόλεμο θα ήταν χαμένη από χέρι (αυτό πέραν του ότι και οι ιμπεριαλιστές ακόμη φοβούνται το γενικευμένο, πυρηνικό πόλεμο). Για να οξυνθεί η διαμάχη ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα ως το σημείο ενός παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, που θα φέρει την καθολική καταστροφή, χρειάζεται τουλάχιστον μια δεκαετία εξοπλισμών της Κίνας και εμβάθυνσης των κάθε λογής ανταγωνισμών. Καθήκον του κομμουνιστικού κινήματος είναι να ανασυνταχτεί και να ισχυροποιηθεί μέσα στο όχι μεγάλο αυτό χρονικό περιθώριο ώστε να μπορέσει να αποτρέψει την παγκόσμια καταστροφή. Αν τώρα λέμε ότι ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ήδη αρχίσει τότε ομολογούμε την ήττα μας, ομολογούμε ότι δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε τίποτα, γιατί είναι τελείως σαφές ότι με το κομμουνιστικό κίνημα στην τωρινή του κατάσταση δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική αντίδραση των λαών αν έχει ήδη αρχίσει ή επίκειται άμεσα ο γενικευμένος πόλεμος.

Εκτός από τις ομάδες του τροτσκιστικού χώρου που αναφέραμε, η άποψη περί ήδη διεξαγόμενου Γ΄ Παγκόσμιου Πολέμου υποστηρίζεται, πολύ πιο ισχυρά, από τη φιλορωσική ψευδο-αριστερά. Ο Ντούγκιν, ο επίσημος πλέον απολογητής του Πούτιν, έχει διακηρύξει ανοικτά ότι «είμαστε στα πρόθυρα ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου»[37]. Παρόμοια, σε άρθρο του Λαφαζάνη στην «Ίσκρα» εκτιμάται ότι «Κλιμακώνεται Γ΄-Παγκόσμιος Πόλεμος-Το ΝΑΤΟ κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία-Επίκειται επίθεση Τουρκίας;» Η «Ίσκρα» μέμφεται ακόμη την ελληνική αριστερά επειδή, στην πορεία του Πολυτεχνείου, «“Ξέχασε” τον “Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο”» στην Ουκρανία, κάνει λόγο για «Κήρυξη Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου από ΕΕ προς αυτοπαγιδευμένη (προς στιγμήν) Ρωσία!» και μια δεκάδα παρόμοια άρθρα[38].

Τα ψευδο-αριστερά πρακτορεία της Ρωσίας λανσάρουν τη θέση περί Γ΄ Παγκόσμιου για να διαγράφουν κάθε ανεξάρτητη κομμουνιστική πολιτική ως ουτοπική, εμφανίζοντας σαν μόνη ρεαλιστική αριστερή στάση το να πάμε με τον Πούτιν, που «πολεμά τους Αμερικάνους». Μεταμφιέζουν έτσι τον ένα από τους ιμπεριαλιστές λύκους σε πρόβατο και δικαιολογούν την προδοσία τους. Οι οπαδοί της θέσης περί «ιμπεριαλιστικού πολέμου», από την άλλη, θυμίζουν τον κακό βοσκό της ιστορίας, που φώναζε διαρκώς, «Λύκος στα πρόβατα!» Με τις αντιιμπεριαλιστικές κορώνες κρύβουν την αδυναμία τους να στοχαστούν νηφάλια την πραγματική κατάσταση και τις δυναμικές της. Μετασχηματίζουν σε άμεση πραγματικότητα αυτό που είναι μόνο η μεσο-μακροχρόνια προοπτική, ώστε να εξαλείφουν όλα τα στοιχεία της κατάστασης που δεν εντάσσονται άμεσα σε αυτές τις τάσεις.

Στον αντίποδα, μια ματιά στη φιλολογία που στηρίζει την ουκρανική ανεξαρτησία, την οποία στη χώρα μας μπορεί να βρει κανείς στο elaliberta, δείχνει ότι δεν πέφτει κάτω από το επίπεδο της στοιχειώδους σοβαρότητας. Στη φιλολογία αυτή μπορεί φυσικά να βρει κανείς ανακρίβειες, αδυναμίες και συζητήσιμες απόψεις. Εκτός από μαρξιστές σχολιαστές όπως ο Πρέμπστινγκ, υπάρχουν ακόμη σοσιαλιστικές και μισο-αναρχικές ομάδες, με μικρή εμπειρία και ασάφειες στην οπτική τους. Και οι χειρότερες όμως αναλύσεις στους κινηματικούς χώρους που στηρίζουν την ουκρανική αντίσταση είναι καλύτερες, από άποψη ιστορικού ρεαλισμού και λογικής συνέπειας, από τις «καλύτερες» φιλορωσικές ή ουδέτερες προσεγγίσεις στο στιλ του Κατς. Επιπλέον –και το κυριότερο– στην πλευρά αυτή υπάρχει ζωντανό αγωνιστικό πνεύμα και γνήσια δέσμευση στην υπόθεση του κινήματος.

Οι αδυναμίες και τα λάθη στις κομμουνιστικές και άλλες κινηματικές ομάδες που στηρίζουν την ουκρανική αντίσταση μπορεί να διορθώνονται μέσα από μια εποικοδομητική, συντροφική συζήτηση, που θα συνεισφέρει στη συσπείρωση των υγιών δυνάμεων του κινήματος. Μια τέτοια εποικοδομητική στάση όμως είναι αδύνατη απέναντι σε θεωρητικούς και ομάδες που συζητήσαμε στο παρόν μέρος γιατί δεν υπάρχει σε αυτούς κάτι εποικοδομητικό. Οι τελευταίοι, για να συμμετάσχουν σε μια σοβαρή συζήτηση, θα πρέπει να παραδεχτούν πρώτα ότι έχουν πέσει τελείως έξω στις εκτιμήσεις τους.

VIΙΙ. Η αντιφατικότητα της ιμπεριαλιστικής ανάπτυξης

Όπως έχει ήδη τονιστεί, η αναλογία του πολέμου στην Ουκρανία με το ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905 πάει παραπέρα από μια συμπτωματική σύνδεση. Και τα δυο γεγονότα αποτελούν ορόσημα που προέκυψαν από τις μακροχρόνιες τάσεις και αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού, τις οποίες και επιταχύνουν λειτουργώντας ως καταλύτες. Ο πόλεμος του 1905 έδωσε μια ισχυρή ώθηση στο σχηματισμό των δυο βασικών τότε ιμπεριαλιστικών μπλοκ, της Αντάντ και των Κεντρικών Δυνάμεων, και στο μιλιταρισμό που οδήγησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά παρόμοιο τρόπο ο πόλεμος στην Ουκρανία επιταχύνει δραματικά τη συγκρότηση των σύγχρονων ιμπεριαλιστικών μπλοκ –ΗΠΑ, ΕΕ, Βρετανία και Αυστραλία απέναντι σε Κίνα - Ρωσία– οδηγώντας σε έναν οξύ ανταγωνισμό εξοπλισμών στο πέρας του οποίου μπορεί να βρίσκεται μόνο ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος.

Από αυτό το ρόλο του ουκρανικού πολέμου μπορεί εύκολα να συναχθεί πως πρόκειται για έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ο πόλεμος προέκυψε από την ένταση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών – από τη μια η διαρκής επέκταση του ΝΑΤΟ ανατολικά με την ένταξη μιας σειράς χωρών τις πρόσφατες δεκαετίες, από την άλλη η επέκταση της Ρωσίας δυτικά (κατάληψη της Κριμαίας και μέρους του Ντονμπάς). Ο πόλεμος επιτείνει παραπέρα αυτούς τους ανταγωνισμούς, τραβώντας όχι μόνο την Ουκρανία αλλά και άλλες χώρες που μέχρι τώρα ήταν έξω από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες (π.χ. οι σκανδιναβικές χώρες) στο πλαίσιό τους. Άρα ο πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός.

Ένα τέτοιο επιχείρημα θα βρεθεί αδιάλειπτα στις εκτιμήσεις του ΚΚΕ αλλά και σε όλες τις ομάδες που θεωρούν τον πόλεμο στην Ουκρανία ιμπεριαλιστικό. Η «Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ για τον πόλεμο στην Ουκρανία» είναι ένα κλασικό ντοκουμέντο της παραπάνω λογικής. Αναφέρονται εκτενώς στην προς ανατολάς επέκταση του ΝΑΤΟ, τις αμερικάνικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο, από το Ιράκ και το Αφγανιστάν ως τη Συρία και τη Λιβύη. Στη συνέχεια περνούν στο ρωσικό επεκτατισμό, την προσάρτηση της Κριμαίας, κοκ, λένε για τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα διάφορα ιμπεριαλιστικά κέντρα και στιγματίζουν την υποκρισία των διακηρύξεών τους περί ελευθερίας, δημοκρατίας, κοκ. Και από αυτά εξάγουν το συμπέρασμα: «Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος που διεξάγεται σήμερα στην Ουκρανία δεν είναι τίποτε περισσότερο, παρά ένας ακόμη κρίκος σε αυτήν την αιματηρή αλυσίδα των πολέμων και των ανταγωνισμών, που δυνάμωσαν ιδιαίτερα μετά το 1991»[39].

Αν η παραπάνω, κραυγαλέα δογματική, ψευδο-επαναστατική λογική γίνει δεκτή, θα μπορεί να εξάγει κανείς αυτόματα χωρίς να εξετάζει καθόλου τα συγκεκριμένα γεγονότα, περίπου σαν ένα καντιανό a priori, για κάθε πόλεμο της εποχής μας ότι είναι ιμπεριαλιστικός.

Το 2014, για παράδειγμα, ο ISIS επιτέθηκε στις κουρδικές περιοχές της Συρίας, καταλαμβάνοντας σχεδόν την περιφέρεια του Κομπάνι. Οι Κούρδοι αμύνθηκαν και κατανίκησαν τους τζιχαντιστές, εκείνη η ήττα όντας η αρχή του τέλους για τον ISIS. Η Συρία όμως ήταν πεδίο ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και επεμβάσεων, πρώτα της Ρωσίας, μετά της Αμερικής, του Ιράν, της Τουρκίας και της Κίνας. Στις μάχες στο Κομπάνι συμμετείχαν αεροπορικές δυνάμεις των Αμερικάνων και της Τουρκίας που βομβάρδιζαν τους τζιχαντιστές.

Συμπέρασμα: Τι ήταν ο συγκεκριμένος πόλεμος; Ιμπεριαλιστικός πόλεμος ήταν. Οι δε Κούρδοι που υπεράσπισαν τις πόλεις τους, ήταν τσιράκια των Τούρκων και των Αμερικάνων. Και πραγματικά, ο Ριζοσπάστης στην τότε αρθρογραφία του πήρε ουσιαστικά αυτή τη θέση, εκτιμώντας ότι επρόκειτο για «Εμβάθυνση της επέμβασης με αξιοποίηση των τζιχαντιστών» και εξηγώντας την τουρκική ανάμειξη από το ότι τα τουρκικά μονοπώλια ήθελαν να απομακρύνουν τον Άσαντ – «μέρος της τουρκικής αστικής τάξης… διατηρεί ως πρώτη προτεραιότητα την ανατροπή της κυβέρνησης του Προέδρου Μπασάρ Άσαντ»[40].

Κάθε προοδευτικός άνθρωπος με σώας τα φρένας, όμως, θα αντιληφθεί ότι οι Κούρδοι έκαναν ένα δίκαιο και προοδευτικό πόλεμο. Οι Κούρδοι είναι το δημοκρατικό στοιχείο στη Μέση Ανατολή, που καταπιέζεται εθνικά εξίσου από τη συριακή δικτατορία, την Τουρκία και το Ιράν. Νικώντας τον ISIS πρόσφεραν μια υπηρεσία στους λαούς της περιοχής, η οποία δεν αλλάζει από το γεγονός ότι συμμετείχαν στις μάχες αμερικάνικες και τούρκικες δυνάμεις (οι τελευταίες δεν πήραν μέρος από αντιπάθεια για τον Άσαντ, που λένε τα σαΐνια του Ριζοσπάστη, αλλά επειδή η τυχόν νίκη του ISIS και εδραίωσή του στη βόρεια Συρία ενείχε μεγάλες απειλές αποσταθεροποίησης και για την ίδια την Τουρκία).

Ακριβώς το ίδιο πράγμα βρίσκουμε και σε φαινομενικά πολύ απομακρυσμένες από το σταλινισμό, αναρχοαριστερίστικες ομάδες όπως το Κόκκινο Νήμα. Παραθέτουν τα δεδομένα για τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, μεγαλοποιώντας την εξάρτηση της Ουκρανίας από τη Δύση, που ενέκρινε, λένε, τον Ιανουάριο του 2022 βοήθεια ύψους συνολικά 3,5 δις $ στην Ουκρανία – 1,4 δις το ΔΝΤ, 923 εκατ. $ η Παγκόσμια Τράπεζα και 1,2 δις η ΕΕ (ο καθένας θα δει ότι αυτή η βοήθεια της τελευταίας στιγμής ήταν τελείως ανεπαρκής· η σοβαρή βοήθεια της Δύσης δόθηκε μετά την έναρξη του πολέμου και αυτό αποδεικνύει ότι η Ουκρανία δεν ήταν τότε «γρανάζι» των Δυτικών, γιατί θα φρόντιζαν τότε να το έχουν λαδώσει καλύτερα). «Το ουκρανικό καθεστώς», λένε παραπέρα, «διεκδικούσε µε ζήλο να γίνει το γρανάζι του δυτικού ιµπεριαλισµού ζητώντας φορτικά να γίνει µέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ» (αλλά η Ουκρανία όταν ξέσπασε ο πόλεμος και ακόμη και τώρα δεν ήταν και δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ). Και με αυτές και άλλες παρόμοιες φωνασκίες, επικαλούμενοι και τις θέσεις του Λένιν για τον πόλεμο ως συνέχιση της πολιτικής, καταλήγουν στο ζητούμενο: «Η εξέταση όλων των διαθέσιµων στοιχείων, µόνο σε ένα συµπέρασµα οδηγεί: ο πόλεµος στην Ουκρανία είναι ένας ιµπεριαλιστικός πόλεµος ανάµεσα στον ρωσικό και τον δυτικό ιµπεριαλισµό, άδικος και από τις δύο πλευρές»[41].

Το ότι στο Κόκκινο Νήμα δεν παίρνουν πολύ σοβαρά ούτε τον εαυτό τους, ούτε τη λενινιστική παράδοση, την οποία επικαλούνται στο θέμα της Ουκρανίας, γίνεται έκδηλο και από το ότι αναρτούν στο σάιτ τους τελείως αντιμαρξιστικά άρθρα στα οποία οι σταλινικές διαστροφές αποδίδονται στην ίδια την Οκτωβριανή Επανάσταση. Σε ένα από αυτά, του Έ. Τραβέρσο, δικαιώνονται πλήρως οι αναρχικές εκτιμήσεις, εξισώνοντας την ιστορικά αναγκαία επαναστατική βία του Οκτώβρη με τις σταλινικές εκκαθαρίσεις:

«Η διάγνωσή τους [των αναρχικών όπως ο Μπέρκμαν και η Γκόλντμαν] ήταν ανελέητη: οι Μπολσεβίκοι είχαν εγκαθιδρύσει μια κομματική δικτατορία που κυβερνούσε όχι μόνο στο όνομα των σοβιέτ αλλά μερικές φορές –όπως στην Κρονστάνδη– εναντίον τους, και της οποίας τα αυταρχικά χαρακτηριστικά γίνονταν όλο και πιο ασφυκτικά. Στην πραγματικότητα, οι ίδιοι οι Μπολσεβίκοι δεν αμφισβήτησαν αυτήν την λυσσαλέα εκτίμηση… Το κομμουνιστικό καθεστώς θεσμοθέτησε τη στρατιωτική διάσταση της επανάστασης. Κατέστρεψε το δημιουργικό, αναρχικό και αυτόχειραφετητικό πνεύμα του 1917… Η ιδεολογία των μπολσεβίκων έπαιξε ρόλο κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου σε αυτή τη μεταμόρφωση από τη δημοκρατική άνοδο στην αδίστακτη, ολοκληρωτική δικτατορία. Το κανονιστικό όραμά του για τη βία ως “μαία της ιστορίας”… ευνόησε σίγουρα την εμφάνιση ενός αυταρχικού, μονοκομματικού καθεστώτος»[42].

Στην περίπτωση του ΚΚΕ, η ρητορική ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σκεπάζει και δίνει άλλοθι στη γραφειοκρατική απόσπαση από την πραγματικότητα και την αδράνεια. Σε ομάδες όπως το Κόκκινο Νήμα, που εκφράζουν τις χείριστες όψεις του αναρχισμού και όχι εκείνη την υπολογίσιμη κινηματική μερίδα του που κάνει σήμερα βήματα εμπρός, σκεπάζουν ένα διανοουμενίστικο, ψευδο-ριζοσπαστικό υποκειμενισμό, που όχι μόνο δεν αρνείται τις σταλινικές απάτες αλλά λειτουργεί ως συμπλήρωμά τους.

Ποιο είναι το λάθος των παραπάνω λογικών, ένα σήμα κατατεθέν για τους κάθε λογής δογματιστές; Το λάθος τους –που τις καθιστά τελείως αντιμαρξιστικές– έγκειται στην αγνόηση της αντιφατικότητας του ατομικού γεγονότος και της ιστορικής διαδικασίας ως όλο.

Κάθε πόλεμος και κάθε κάπως σοβαρή διένεξη στην ιστορική περίοδο που διανύουμε ενισχύει μακροχρόνια το μιλιταρισμό, ενισχύει το σχηματισμό των ιμπεριαλιστικών μπλοκ και τις τάσεις που οδηγούν σε ένα νέο παγκόσμιο πόλεμο. Το ερώτημα όμως για κάθε δοσμένο πόλεμο ή διένεξη είναι αν έχει μόνο αυτές ή κυρίως αυτές τις συνέπειες. Από τη στιγμή που σοβαροί σχολιαστές από όλο το πολιτικό φάσμα στη Ρωσία εκτιμούν πως ο πόλεμος στην Ουκρανία δημιουργεί συνθήκες ανάλογες με εκείνες πριν από τις επαναστάσεις του 1905 και του 1917, το κύριο για τους κομμουνιστές δεν μπορεί παρά να είναι, σε όλο το παρόν στάδιο και για όσο διαρκούν αυτές οι συνθήκες, οι επαναστατικές δυνατότητες και τα καθήκοντα που απορρέουν στη Ρωσία. Το να δίνει κανείς τώρα κύρια ή και αποκλειστικά έμφαση σε άλλες, απώτερες συνέπειες, σημαίνει να ομολογεί την αδυναμία του ακόμη και να αντιληφθεί αυτές τις επαναστατικές δυνατότητες, πόσω μάλλον να τις εκφράσει και να συνεισφέρει στην υλοποίησή τους.

Από τα 1900 και δώθε κάθε πολεμική σύγκρουση –ο πόλεμος των Μπόξερς, ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος, οι βαλκανικοί πόλεμοι, οι αποικιακοί πόλεμοι– έφερνε αντικειμενικά πιο κοντά τη μεγάλη παγκόσμια σύρραξη του 1914. Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι κάθε πόλεμος της εποχής ήταν ιμπεριαλιστικός ή ότι η έκβασή του ήταν αδιάφορη. Ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος του 1904-05 ήταν πράγματι ιμπεριαλιστικός, αλλά η ρωσική επανάσταση του 1905 μπορούσε να ωφεληθεί μόνο από τη νίκη της Ιαπωνίας. Οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13, όπως τόνισαν ο Λένιν και η Λούξεμπουργκ, ήταν προοδευτικοί εθνικοί πόλεμοι, καθώς η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο σχηματισμός των εθνών-κρατών στη Βαλκανική, καθήκοντα τα οποία προωθούσαν, αντιπροσώπευαν μια ιστορικά αναγκαία, προοδευτική εξέλιξη.

Στους δογματιστές, αλλά συχνά και σε καλόπιστους ακτιβιστές, φαίνεται αντιφατική η αναγνώριση ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία, ενώ μακροχρόνια ενισχύει τις τάσεις προς το γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, μπορεί να έχει άμεσα μια εθνική διάσταση από τη μεριά της Ουκρανίας και να δημιουργεί επαναστατικές δυνατότητες στη Ρωσία· φαίνεται γενικότερα «αντιφατικό» να αναγνωρίζουμε αντιφατικές όψεις σε ένα γεγονός. Αυτή η αντιφατικότητα όμως είναι η αντιφατικότητα της ίδιας της ιστορικής διαδικασίας. Όλη η ουσία του μαρξισμού, της μαρξιστικής διαλεκτικής, συνίσταται στην αναγνώριση της αντιφατικότητας των κοινωνικών φαινομένων, συμπεριλαμβανόμενης της κεντρικής σύγκρουσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία αλλά και των παράγωγων, εθνικών και άλλων αντιθέσεων που ενίοτε την προωθούν και ενίοτε τη σκεπάζουν· στην αναγνώριση ιδιαίτερα του ποια όψη της κυριαρχεί σε κάθε δοσμένο στάδιο ή εξέλιξη – ώστε η άρνηση της αντιφατικότητας συνιστά και άρνηση του μαρξισμού.

Στην περίπτωση της ηγεσίας του ΚΚΕ, τόσο επί Παπαρήγα παλιότερα όσο και επί Κουτσούμπα σήμερα, η άρνηση της διαλεκτικής θεώρησης έχει έναν εντελώς πρωτόγονο, χονδροειδή γραφειοκρατικό χαρακτήρα. Η εκτίμηση περί ιμπεριαλιστικού πολέμου στην Ουκρανία συνδέεται με την εξωπραγματική γραμμή της «αντεπίθεσης για τη λαϊκή εξουσία», που παρανοεί τον αμυντικό χαρακτήρα της περιόδου που διανύουμε, αποκηρύσσοντας όλα τα υπαρκτά κινήματα και αποβλέποντας σε ένα τεχνητό κίνημα από τα πάνω με μοχλό το ΠΑΜΕ. Οργανώσεις που υιοθετούν επίσης μια λογική αντεπίθεσης, όπως το ΝΑΡ, η ΟΚΔΕ, η ΟΚΔΕ Σπάρτακος, σε αρκετό βαθμό το ΣΕΚ, αναπαράγουν επί της ουσίας μια σταλινικού τύπου, ακατάλληλη τακτική (με την επουσιώδη διαφορά ότι εμφανίζουν τους εαυτούς τους ως τους ειλικρινείς εκφραστές της, σε αντίθεση με το ΚΚΕ, που δεν την εννοεί αληθινά). Από την άλλη μεριά, σε οργανώσεις που αναγνωρίζουν τον αμυντικό χαρακτήρα της περιόδου, όπως η ΔΕΑ, το Ξεκίνημα, κ.ά., προκύπτει μια αδυναμία τακτικής αποσαφήνισης.

Οι χονδροειδείς, ισοπεδωτικές λογικές είναι τελικά οι λάθος λογικές και οι επαναστατικές αξιώσεις με τις οποίες σερβίρονται μια σκέτη απάτη. Εξεταζόμενες προσεκτικά, αποδεικνύονται μόνο ένας ψευδής αντίποδας του ρεφορμισμού, ασκώντας με ένα διαφορετικό, αντίστροφο τρόπο τις ίδιες αυθαιρεσίες. Οι ρεφορμιστές στην παράδοση του Κάουτσκι, σήμερα στο στιλ του Κατς, κοκ, υποτιμούν τις ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, δίνοντας έτσι μια υπερβολικά ενιαία εικόνα του ιμπεριαλισμού και βγάζοντας έξω από τη σφαίρα του ό,τι δεν συμφωνεί με αυτή την τεχνητή εικόνα (Κίνα, Ρωσία). Οι υπεραριστεροί, σταλινικοί ή άλλοι, κριτικοί του ιμπεριαλισμού, πέφτοντας στην αντίθετη ακρότητα, υπερτονίζουν τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τραβώντας μέσα στη σφαίρα τους πράγματα που δεν εντάσσονται σε αυτούς (η ουκρανική αντίσταση). Το αποτέλεσμα και στις δυο περιπτώσεις είναι μια θολή εικόνα όπου όλες οι γάτες είναι γκρίζες.

Με όποια αμφίεση και αν προσφέρονται μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα, οι παραπάνω λογικές καταλήγουν στο να αποδίδει κανείς αξιωματικά στον εαυτό του το ρόλο της πρωτοπορίας, τον οποίο δεν είναι ικανός να εκπληρώσει στην πράξη. Ουσιαστικά, οι φορείς τους είναι φοβισμένοι μικροαστοί, ρεφορμιστές γυρισμένοι μέσα έξω που παριστάνουν τους επαναστάτες, ενώ βαθύτερα φοβούνται την επαναστατική δράση και παρανοούν την ιστορική διαδικασία. Γι’ αυτό σήμερα οι νεοσταλινικοί, αναρχοαριστεριστές, κ.ά. δογματιστές είναι πιο επικίνδυνοι και πιο ανέντιμοι από θεωρητικούς α λα Κατς, που δεν προβάλουν τέτοιες αξιώσεις.

Ο αναπτυσσόμενος μιλιταρισμός και οι ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί συνιστούν, μαζί με την άνοδο του νεοφασισμού, τον πιο τεράστιο κίνδυνο της εποχής μας. Είναι ένας παράγοντας που μπορεί να αφυπνίσει και θα αφυπνίσει τους λαούς να αντιδράσουν στην επερχόμενη βαρβαρότητα. Για το λόγο αυτό απαιτείται μια συστηματική πολεμική στις προσπάθειες των κυρίαρχων τάξεων να εμφανίσουν τους εξοπλισμούς και τις συμμαχίες τους σαν ένα μέσο αποτροπής του πολέμου· απαιτείται να αποκαλύπτεται διαρκώς, όπως έκανε συστηματικά στα 1900-14 η Λούξεμπουργκ, ότι οι εξοπλισμοί και οι συμμαχίες τους είναι ο δρόμος προς τον πόλεμο. Αυτό όμως το καθήκον δεν μπορεί να εκπληρωθεί με τη χονδροειδή, ψευδο-επαναστατική λογική «τα βάζουμε όλα στο ίδιο τσουβάλι»· απαιτείται μια λεπτότερη λογική, ικανή να διακρίνει την ιδιομορφία κάθε εξέλιξης.

IΧ. Ο βοναπαρτισμός του Πούτιν και ο βοναπαρτισμός του Ζελένσκι

Οι προηγούμενες αναλύσεις μας εστιάστηκαν στις οικονομικές βάσεις του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Πρέπει όμως να πούμε δυο λόγια και για το πολιτικό εποικοδόμημα της σημερινής Ρωσίας, που χαρακτηρίσαμε ως ιμπεριαλιστικό βοναπαρτισμό, όπως και για εκείνο της Ουκρανίας.

Ο όρος βοναπαρτισμός καθιερώθηκε από τον Μαρξ για να περιγράψει τη δικτατορία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στη Γαλλία μετά το πραξικόπημά του που κατάργησε τη   γαλλική δημοκρατία το 1852. Με αυτό ο Μαρξ είχε υπόψη μια κατάσταση όπου οι δυο βασικές τάξεις, η αστική τάξη και το προλεταριάτο, έχουν εξαντληθεί από τον επίμονο μεταξύ τους αγώνα και εξισορροπούνται αμοιβαία, επιτρέποντας έτσι στους μικροαστούς να αναλάβουν τα ηνία του κράτους και να ρυθμίζουν με το αζημίωτο τη μεταξύ τους ισορροπία. Η απολυταρχική εξουσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη έγινε δυνατή ακριβώς από μια τέτοια κατάσταση, στην οποία ένας «ισχυρός άνδρας» μπορούσε και έπρεπε να αναλάβει το ρόλο του επιδιαιτητή.

Το γεγονός ότι ο βοναπαρτισμός έρχεται στο προσκήνιο σε συνθήκες σχετικής ισορροπίας ανάμεσα στις δυο βασικές τάξεις δεν σημαίνει ότι είναι ταξικά ουδέτερος. Ο Μαρξ υπογραμμίζει ότι είναι ένα αντιδραστικό φαινόμενο. Έχει ως στήριγμα και απηχεί το συντηρητικό μικροαστό, που εξορμά για να διασώσει τη μικροϊδιοκτησία του μέσα στον καπιταλισμό, εδραιώνοντας αντί να αμφισβητεί το καπιταλιστικό σύστημα. Το βοναπαρτιστικό καθεστώς μπορεί να κάνει κάποιες παραχωρήσεις στην εργατική τάξη, μεγαλύτερες ίσως από μια συνηθισμένη αστική εξουσία, στα ουσιώδη όμως υπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Το καθεστώς του Λουδοβίκου Βοναπάρτη κράτησε για δυο ολόκληρες δεκαετίες, επειδή ο καπιταλισμός είχε ακόμη αρκετά μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης και οι ταξικές αντιθέσεις δεν είχαν ωριμάσει. Ο γραφειοκρατικός και στρατοκρατικός παρασιτισμός του είχε βέβαια ως συνέπεια να αποσυντεθεί και να καταρρεύσει σε μια τεράστια εθνική καταστροφή στο γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870.

Εκτός από τον ισχυρό βοναπαρτισμό που τυποποίησε το γαλλικό πρωτότυπο, η ιστορία παρουσίασε αργότερα μια άλλη, αδύναμη εκδοχή του βοναπαρτισμού, το πρωτότυπο της οποίας δόθηκε από την προσωρινή κυβέρνηση του Κερένσκι το 1917. Ο κερενσκισμός εξέφραζε επίσης μια ισορροπία ανάμεσα στις δυο βασικές τάξεις και τις αντίστοιχες εξουσίες (αστική προσωρινή κυβέρνηση και σοβιέτ) που είχαν δημιουργηθεί την επαύριο της επανάστασης του Φλεβάρη. Στην περίπτωση αυτή όμως επρόκειτο για μια εντελώς ασταθή ισορροπία, σε μια κατάσταση οξείας ταξικής πάλης που θα έκρινε το ζήτημα της εξουσίας, με την εξάλειψη του αστικού ή του προλεταριακού πόλου. Ο κερενσκισμός ήταν επίσης μια αντιδραστική, προσαρμοσμένη στα συμφέροντα της αστικής τάξης εξουσία, που όμως μπορούσε μόνο να είναι προσωρινή, ένα είδος ασταθούς πλαισίου εντός του οποίου έλαβε χώρα η τελική μάχη ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη.

Ο Τρότσκι αργότερα, προωθώντας παραπέρα τη μαρξιστική προβληματική, χαρακτήρισε ως βοναπαρτιστικές τις αδύναμες κυβερνήσεις των Μπρίνινγκ, Σλάιχερ και φον Πάπεν, που προηγήθηκαν της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία. Υποστήριξε ότι, ακριβώς επειδή ο καπιταλισμός βρισκόταν σε κρίση και οι δυο βασικές τάξεις δεν είχαν εξαντληθεί σε προηγούμενες συγκρούσεις, οι κυβερνήσεις αυτές δεν ήταν ένας σταθερός, αλλά ένας αδύναμος βοναπαρτισμός μικρής διάρκειας: «Η δικτατορία του Μπρίνινγκ είναι μια καρικατούρα του βοναπαρτισμού. Αυτή η δικτατορία δεν είναι σταθερή, είναι ελάχιστα σίγουρη για τον εαυτό της και θα διαρκέσει λίγο. Δεν αποτελεί την αρχή μιας νέας κοινωνικής ισορροπίας, αλλά τον πρόλογο της προσεχούς κατάρρευσης της παλιάς ισορροπίας… Το καθεστώς Μπρίνινγκ είναι καθεστώς μεταβατικό, ένα καθεστώς μικρής διάρκειας πριν την καταστροφή»[43]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, βέβαια, η ισορροπία θα κατέρρεε με τη νίκη του φασισμού ή του κομμουνισμού και η καταστροφική πολιτική της σταλινικής Κομιντέρν καθόρισε αναπόδραστα την πρώτη έκβαση.

Το καθεστώς Πούτιν δίνει το μοντέλο του σταθερού βοναπαρτισμού στην ιμπεριαλιστική εποχή. Παρουσιάζει μια πλειάδα κοινών σημείων με το γαλλικό πρωτότυπο. Όπως ο κλασικός βοναπαρτισμός επιβλήθηκε στην αρχή ενός νέου σταδίου (στον πρώτο η έναρξη της εποχής του εθνικού καπιταλισμού, στον δεύτερο η έναρξη της παγκοσμιοποίησης), μετά από την εξάντληση μιας πρότερης ιστορικής διαδικασίας (στον πρώτο οι ηττημένες επαναστάσεις του 1848, στον δεύτερο η διάλυση της ΕΣΣΔ). Τυπική είναι επίσης και στις δυο περιπτώσεις η παρουσία του «ισχυρού άνδρα», που συνδέεται με τη στρατοκρατία και την κρατική γραφειοκρατία, αναλαμβάνοντας ένα ρόλο διαιτητή ανάμεσα στις τάξεις. Και όπως ο Βοναπάρτης επιβλήθηκε παραμερίζοντας τους άβουλους φιλελευθερο-δημοκράτες του 1848, έτσι και ο Πούτιν παραμέρισε την αδύναμη αστική μερίδα που προσανατολιζόταν σε έναν κλασικό καπιταλισμό υπό τον Γιέλτσιν.

Φυσικά, πέρα από τις ομοιότητες υπάρχουν και εμφανείς διαφορές, συνδεόμενες με τη μονοπωλιακή-ολιγαρχική βάση του ρωσικού βοναπαρτισμού. Η πιο περίοπτη είναι τα λεπενικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος Πούτιν, η ισχυρή σύνδεσή του με την ακροδεξιά και το νεοφασισμό. Η βάση αυτής της σύνδεσης θα βρεθεί στον ισχυρό ρόλο της παραοικονομίας, των μαφιόζικων στοιχείων, καθώς και της στρατοκρατίας στο ρωσικό καπιταλισμό. Αυτός ο εσμός, εκφραζόμενος ιδεολογικά από τους Ντούγκιν, τους Πραχάνοφ και μια πλειάδα από τέτοια φασιστοειδή που πρωταγωνιστούν στην επίσημη ρωσική προπαγάνδα και τη χειραγώγηση του ρωσικού λαού, υπήρξε στο παρελθόν και αποτελεί και σήμερα ένα από τα στηρίγματα του φασισμού.

Το καθεστώς του Ζελένσκι δίνει, από την άλλη, μια αρκετά τυπική περίπτωση του αδύναμου, μεταβατικού βοναπαρτισμού στην εποχή μας. Το καθεστώς αυτό ήρθε στο προσκήνιο όχι στην ανοδική αλλά στην καθοδική φάση της παγκοσμιοποίησης και, όπως και εκείνα των Μπρίνινγκ και σία –αλλά σε αντίθεση με εκείνο του Πούτιν– δεν έχει ισχυρές βάσεις. Φυσικά, αυτή η αδυναμία δεν θα πρέπει να ληφθεί ως μια κατά γράμμα επανάληψη εκείνης του Μεσοπολέμου. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, λόγω της οργάνωσης του καπιταλισμού, η εξέλιξη είναι πιο αργή και αυτό δίνει στο καθεστώς Ζελένσκι μεγαλύτερα περιθώρια. Οπωσδήποτε όμως, και παρά τη δημοτικότητα που κερδίζει καθοδηγώντας την άμυνα της Ουκρανίας, θα βρεθεί σε αδιέξοδο όταν κληθεί να αντιμετωπίσει τα τεράστια διλήμματα και τις δυσχέρειες στην παραπέρα πορεία του πολέμου. Το γεγονός ότι ο Ζελένσκι και οι προκάτοχοί του ενσωματώνουν στον κρατικό μηχανισμό τα φασιστικά στοιχεία του Τάγματος Αζόφ είναι δείγμα της αδυναμίας τους να δημιουργήσουν σε μια περίοδο κρίσης, παρά τον όποιο εκσυγχρονισμό, σοβαρές βάσεις για το καθεστώς τους, μια αναγνώριση ότι δεν μπορούν να κάνουν χωρίς αυτά και θα τα χρειαστούν, ιδιαίτερα στο επόμενο στάδιο.

Συνοψίζοντας, στη γλώσσα του Οκτώβρη ο Πούτιν είναι ένας Κορνίλοφ ενώ ο Ζελένσκι ένας Κερένσκι. Ο Πούτιν, ωστόσο, δεν είναι ένας γυμνός Κορνίλοφ, όπως αποδείχτηκε ο στρατηγός Κορνίλοφ τον Αύγουστο του 1917, αλλά ένας Κορνίλοφ που έχει πίσω του όλες τις δυνάμεις, ακόμη ισχυρές, της ρωσικής αντίδρασης. Ο Ζελένσκι είναι επίσης ισχυρότερος από τον Κερένσκι, αλλά αναλογικά ακόμη αδύναμος (εξ ου και η ανατροπή των σχεδίων του Πούτιν δεν οφείλεται στην ισχύ του καθεστώτος του αλλά στη λαϊκή αντίσταση, περίπου όπως το 1940 στην Ελλάδα δεν ήταν η μεταξική δικτατορία αλλά ο λαός που κατανίκησε τη φασιστική Ιταλία). Μεταξύ άλλων, αυτό υπονοεί ότι τα φασιστικά στοιχεία που ενσωματώνουν τα δυο καθεστώτα παίζουν ένα διαφορετικό ρόλο. Στην περίπτωση του Πούτιν ο εσμός των Ντούγκιν και των ακροδεξιών, με τα στηρίγματά του στη ρωσική άκρα αντίδραση, την ορθόδοξη εκκλησία, κ.ά., φανερώνει κυρίως δύναμη, που θα μπορεί να αξιοποιηθεί για την επιβολή δικτατορίας όταν θα απειληθεί η ύπαρξη του καθεστώτος. Με τον Ζελένσκι, αντίθετα, είναι πολύ περισσότερο μια ένδειξη αδυναμίας.

Η ίδια η ρωσική εισβολή είναι ένδειξη δύναμης ή αδυναμίας; Με μια ορισμένη έννοια είναι και τα δύο. Ο ρωσικός βοναπαρτιστικός ιμπεριαλισμός είναι ένας Γολιάθ, του οποίου τα πόδια, αν και όχι πήλινα, παρουσιάζουν πλέον ρωγμές, μη όντας ικανά να κρατήσουν το βάρος του. Με την εισβολή στην Ουκρανία ο Πούτιν επεδίωξε, μέσα από την εξάλειψή της ως χώρας, να βουλώσει μια κι έξω αυτές τις ρωγμές προτού μεγαλώσουν τόσο ώστε να γίνουν απειλητικές για την εξουσία του. Εδώ ακριβώς γίνεται έκδηλο ότι ο πόλεμος προέκυψε κυρίως από την εσωτερική ανάγκη του ρωσικού ιμπεριαλισμού να ξεπεράσει δραστικά την αρχόμενη κρίση του. Η δυτική πίεση δεν ήταν τόσο ισχυρή που να τον επιβάλλει ως μοναδικό δρόμο και συνεπώς η κύρια ευθύνη για το συγκεκριμένο πόλεμο βαραίνει το ρωσικό ιμπεριαλισμό (η δυτική πίεση μπορούσε να είχε απαντηθεί με μια τοπική εισβολή στο Ντονμπάς και προειδοποίηση ότι τυχόν ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ θα προκαλούσε γενικότερη σύρραξη). Από την άλλη μεριά, η άγαρμπη πίεση του Ζελένσκι για άμεση ανάμειξη των Δυτικών στον πόλεμο είναι καθαρά ομολογία αδυναμίας, ότι στα επόμενα στάδια το καθεστώς του δεν θα τα βγάλει πέρα.

Στις αναλύσεις του για το βοναπαρτισμό ο Τρότσκι διεύρυνε υπερβολικά την έννοια, περιλαμβάνοντας σε αυτή προοδευτικά καθεστώτα, όπως του Καρντένας στο Μεξικό, που υπάγονται στην επαναστατική αστική δημοκρατία. Η αιτία αυτού του λάθους του Τρότσκι θα βρεθεί στη στενότητα του σχήματός του για τη διαρκή επανάσταση, στο πλαίσιο του οποίου αρνούνταν πλήρως την ικανότητα της αγροτιάς (και γενικά των μεσοστρωμάτων) για ανεξάρτητη επαναστατική δράση, ώστε να στηρίξει τη φόρμουλά του για τη δικτατορία του προλεταριάτου που στηρίζεται στην αγροτιά ως τη μοναδική επαναστατική δυνατότητα.

Η ιστορία διέψευσε αυτή την πλευρά της ανάλυσης του Τρότσκι δείχνοντας ότι και στην εποχή μας είναι δυνατά προοδευτικά αστικά κινήματα, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον τσαβισμό. Τα κινήματα αυτά εντάσσονται γενικά στην αστική δημοκρατία, εκφράζοντας την επαναστατική πλευρά του μικροαστού, και δεν πρέπει να συγχέονται με το βοναπαρτισμό. Η ουσία τέτοιων κινημάτων όπως ο τσαβισμός είναι να εξαντλούν όσους επαναστατικούς-δημοκρατικούς μετασχηματισμούς μπορεί να γίνουν στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Οδηγούν έτσι την ιστορία προς τα εμπρός εκπληρώνοντας ένα προοδευτικό ρόλο. Ο βοναπαρτισμός, αντίθετα, ωθεί τα πράγματα προς τα πίσω, συχνά ακυρώνοντας μια πρότερη επαναστατική διαδικασία (ο σταθερός) ή παρεμποδίζοντας μια αναπτυσσόμενη (ο αδύναμος βοναπαρτισμός), και είναι αποφασιστικά αντιδραστικός.

Η εκτίμηση από τον Τρότσκι καθεστώτων όπως εκείνο του Καρντένας στο Μεξικό (που ολοκλήρωσε στη δεκαετία του 1930 τη μεξικανική επανάσταση διανέμοντας τη γη στους αγρότες) ως βοναπαρτιστικών ήταν έτσι λαθεμένη. Βέβαια, η ιστορία έχει δείξει ότι ανάμεσα στην επαναστατική αστική δημοκρατία και το βοναπαρτισμό δεν υπάρχει ένα σινικό τείχος. Αν μια δημοκρατική επανάσταση δεν μετατραπεί σε σοσιαλιστική (και εδώ ακριβώς αποτελεί αναγκαίο όρο η ηγεσία της εργατικής τάξης), τότε πισωγυρίζει σε βοναπαρτισμό. Με αυτή την έννοια, ενώ το καθεστώς Τσάβες ήταν επαναστατικό-δημοκρατικό, η σημερινή εξουσία του Μαδούρο είναι ήδη σε μεγάλο βαθμό βοναπαρτιστική. Στο παρελθόν επίσης, πριν τη διάλυση της ΕΣΣΔ, τα καθεστώτα των Καντάφι, Άσαντ, κ.ά., είχαν διαδραματίσει έναν πιο περιορισμένο προοδευτικό ρόλο, στη συνέχεια όμως μετατράπηκαν σε βοναπαρτιστικές δικτατορίες. Παρ’ όλα αυτά η εξίσωση των δυο φάσεών τους είναι λαθεμένη· σημαίνει να εξισώνουμε την ανοδική φάση της δημοκρατικής επανάστασης με την καθοδική της φάση, που ακολουθεί αναγκαία όταν δεν μετατρέπεται σε σοσιαλιστική.

Εδώ ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: Αν τόσο το καθεστώς του Ζελένσκι όσο και εκείνο του Άσαντ είναι βοναπαρτιστικά και υπερασπίζουμε την ουκρανική αντίσταση στη ρωσική εισβολή υπό τον Ζελένσκι, γιατί να μην υποστηρίζουμε και την «αντίσταση» του Άσαντ στους Αμερικάνους;

Η απάντηση θα βρεθεί στη διαφορετική φάση του βοναπαρτισμού τους. Στον αραβικό κόσμο οι κοινωνικές αντιθέσεις είχαν οξυνθεί επί μια 20ετία και στα 2011-12 έλαβε χώρα μια τεράστια επαναστατική διαδικασία που συνεχίζεται ακόμη. Το καθεστώς του Άσαντ, που είχε καταστεί πλήρως αντιδραστικό, σύντριψε την επανάσταση στη Συρία με την ισχυρή στήριξη του ρωσικού ιμπεριαλισμού, χωρίς να κάνει κανέναν απολύτως αγώνα ενάντια στους Αμερικάνους. Στην Ουκρανία, αντίθετα, δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί οι κοινωνικές αντιθέσεις και το καθεστώς του Ζελένσκι λειτουργεί ως φορέας της προσωρινής εθνικής ενότητας απέναντι στη ρωσική εισβολή, χωρίς να έχει ασκήσει για την ώρα μαζική αιματηρή βία ενάντια στον ουκρανικό λαό.

Φυσικά, η εθνική ενότητα στην Ουκρανία είναι προσωρινή· οι αντιθέσεις θα οξυνθούν και σε επόμενα στάδια η ενότητα θα διαρραγεί. Μόνο που αυτή η ρήξη, στην οποία πρέπει να πρωταγωνιστήσουν οι επαναστάτες σοσιαλιστές στο πλευρό του ουκρανικού λαού, θα προκύψει μέσα από την πραγματική ανάπτυξη της ιστορικής διαδικασίας. Δεν μπορεί να εκπληρωθεί ούτε να επιταχυνθεί με φωνασκίες ενάντια στους ιμπεριαλιστές, πάνω σε μια έτοιμη, τεχνητά επινοημένη γραμμή που εισάγουν αυθαίρετα οι κάθε λογής δογματιστές. Για να γίνει έμπρακτα δυνατή, θα πρέπει οι επαναστάτες να κατακτήσουν την εμπιστοσύνη του ουκρανικού λαού και γι’ αυτό είναι απολύτως αναγκαίο να συμμετέχουν δραστήρια στη αντίσταση ενάντια στη ρωσική εισβολή. Όσοι Ουκρανοί σοσιαλιστές ακολουθούν μια γραμμή αποχής φωνασκώντας ενάντια στους ιμπεριαλιστές, θα μείνουν εσαεί μικρές ομάδες χωρίς καμιά επιρροή στα γεγονότα· όσοι από την άλλη παίρνουν θέση υπέρ της «αντιιμπεριαλιστικής» Ρωσίας είναι αντικειμενικά πρακτορεία του ρωσικού ιμπεριαλισμού.

Ένα ενδιαφέρον ανάλογο με τον τωρινό πόλεμο στην Ουκρανία κατά το Μεσοπόλεμο παρέχει ο αγώνας που υποχρεώθηκε να διεξάγει ο Τσιανγκ Κάι-σεκ στη δεκαετία του 1930 ενάντια στους Γιαπωνέζους εισβολείς στην Κίνα. Ο Τσιανγκ Κάι-σεκ είχε σφαγιάσει, μετά από ένα αντιδραστικό πραξικόπημα, στα 1926-27 τους Κινέζους εργάτες και αγρότες: από τα 50.000 μέλη του ΚΚ Κίνας είχαν εξοντωθεί τα 40.000. Παρ’ όλα αυτά, όταν ξέσπασε ο πόλεμος με την Ιαπωνία, ο Τρότσκι (όπως και το ΚΚ της Κίνας) κάλεσαν τον κινεζικό λαό να συμμετάσχει στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία της χώρας. Μερικοί το εμφάνισαν αυτό σαν «προδοσία της επανάστασης», συμβιβασμό με τον Τσιανγκ που είχε κατασφάξει τους κομμουνιστές, κοκ. Ο Τρότσκι όμως, σε μια από τις πιο αξιοσημείωτες και εύστοχες αναλύσεις του, εξήγησε ότι μόνο μέσα από τη συμμετοχή στον απελευθερωτικό αγώνα το κόμμα θα μπορούσε να αποκτήσει την αναγκαία επιρροή στις μάζες για να απομακρύνει στην πορεία τον δικτάτορα Τσιανγκ:

«Ο Τσιανγκ Κάι-σεκ είναι ο δήμιος των Κινέζων εργατών και των αγροτών. Σήμερα, όμως, αναγκάζεται, παρά τη θέλησή του, να παλέψει ενάντια στην Ιαπωνία για ό,τι απομένει από την ανεξαρτησία της Κίνας. Αύριο μπορεί και πάλι να προδώσει. Αυτό είναι δυνατό. Είναι πιθανό. Είναι ακόμη αναπόφευκτο. Σήμερα, όμως, αγωνίζεται. Μόνο δειλοί, αχρείοι ή  εντελώς ηλίθιοι μπορεί να αρνηθούν να συμμετάσχουν σε αυτό τον αγώνα…  Αλλά μπορεί ο Τσιανγκ Κάι-σεκ να διασφαλίσει τη νίκη; Δεν το πιστεύω. Είναι αυτός, όμως, που άρχισε τον πόλεμο και που τον διευθύνει σήμερα. Για να είμαστε σε θέση να τον αντικαταστήσουμε, είναι αναγκαίο να αποκτήσουμε αποφασιστική επιρροή στο προλεταριάτο και στο στρατό, και για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητο να μην παραμένουμε μετέωροι στον αέρα, αλλά να βρεθούμε στο κέντρο του αγώνα. Πρέπει να κερδίσουμε επιρροή και κύρος στο στρατιωτικό αγώνα ενάντια στην ξένη εισβολή και στον πολιτικό αγώνα ενάντια στις αδυναμίες, τις ελλείψεις και την εσωτερική προδοσία»[44].

Οι δυο περιπτώσεις, της Κίνας στη δεκαετία του 1930 και της Ουκρανίας σήμερα, συμπίπτουν στο κύριο σημείο: την επίθεση μιας ιμπεριαλιστικής δύναμης σε μια μη ιμπεριαλιστική, ανεξάρτητη χώρα. Οι λεπτομέρειες βέβαια διαφέρουν, δεδομένου ότι η Κίνα βρισκόταν τότε μόλις στην αρχή της αστικής της ανάπτυξης. Μεταξύ άλλων, ο Τσιανγκ Κάι-σεκ δεν ήταν ένας Κερένσκι όπως ο Ζελένσκι αλλά ένας κλασικός αντιδραστικός αστός, κάτι σαν ένας συνδυασμός Κορνίλοφ και Μιλιουκόφ. Αν όμως ίσχυε μια φορά ότι οι κομμουνιστές έπρεπε να συμμετάσχουν στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα υπό τον Τσιανγκ, που τους είχε σφαγιάσει μερικά χρόνια πριν, ισχύει πολύ περισσότερο αναφορικά με την ουκρανική αντίσταση σήμερα, στο βαθμό που ο Ζελένσκι, παρά τις αντιδραστικές εκτροπές του ενάντια στους εργαζόμενους, την καταπίεση των ρωσόφωνων, κοκ, δεν έχει προβεί σε αντίστοιχα πογκρόμ. (Οι κατηγορίες των φιλορώσων για την απαγόρευση του ΚΚ Ουκρανίας είναι απάτη, γιατί πρόκειται για ένα καρασταλινικό κόμμα που στηρίζει τη ρωσική εισβολή).

Η ανάλυση του Τρότσκι απαντά και στο ερώτημα ποια πρέπει να είναι η κομμουνιστική θέση απέναντι στον Ζελένσκι. Οι Ουκρανοί κομμουνιστές, πρωταγωνιστώντας στην αντίσταση, πρέπει να κτυπούν από τα πλάγια την κυβέρνηση του Ζελένσκι για την αδυναμία και τις αντιδραστικές τάσεις της, όπως έκαναν οι Μπολσεβίκοι ενάντια στον Κερένσκι κατά το πραξικόπημα του Κορνίλοφ και όπως κάνουν οι εργάτες σήμερα στην Ουκρανία αντιδρώντας σε αυταρχικούς νόμους και μέτρα του καθεστώτος. Αλλά δεν μπορεί τώρα να βάζουν να σε πρώτη γραμμή τη σύγκρουση με τον Ζελένσκι.

Οι σταλινικοί δογματιστές του ΚΚΕ και θεωρητικοί όπως οι Καλτσώνης, Λιόσης, Βατικιώτης, κ.ά., που υποστήριζαν στο παρελθόν και υποστηρίζουν τον Άσαντ στο όνομα της δήθεν αντίστασής του στους Αμερικάνους και αρνούνται σήμερα να υποστηρίξουν την ουκρανική αντίσταση στη ρωσική εισβολή, μόνο φαινομενικά αντιφάσκουν με τον εαυτό τους. Στην πραγματικότητα και στις δυο περιπτώσεις εναντιώνονται με συνέπεια στα καθήκοντα του κινήματος. Στην Ουκρανία αντιδρούν στη συμμετοχή στην αντίσταση, που αποτελεί όρο για τη συγκέντρωση των δυνάμεων του κινήματος. Και στη Συρία στηρίζουν τη συντριβή αυτών των δυνάμεων, συγκεντρωμένων μετά από μια 20ετία στυγνής καθεστωτικής καταπίεσης, από τη δικτατορία του Άσαντ.

Χ. Άμεσο και μακροχρόνιο (γεωπολιτικό και ταξικό)

Έννοιες όπως ο ιμπεριαλιστικός βοναπαρτισμός –ή ακόμη ο νεοφιλελευθερισμός, ο φασισμός, κοκ– αποτυπώνουν κρυσταλλώσεις της κοινωνικο-οικονομικής και πολιτικής δομής στη μια ή την άλλη χώρα, που παρέχουν το πλαίσιο για τη διεξαγωγή της ταξικής πάλης. Οι κρυσταλλώσεις αυτές διακρίνονται από μια σχετική σταθερότητα, δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι είναι ταυτόχρονα μεταβαλλόμενες. Η εξέλιξή τους καθορίζεται από την ταξική πάλη και τους ανταγωνισμούς, στο παρόν στάδιο κυρίως ιμπεριαλιστικούς, αλλά και εθνικούς, κοκ, μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων, που με τη σειρά τους ανάγονται τελικά στις αντιθέσεις ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις (ειδικά οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί συνδέονται άρρηκτα με την προσπάθεια της κάθε ιμπεριαλιστικής δύναμης να αμβλύνει και να αναστείλει την ταξική σύγκρουση στο δικό της έδαφος, αξιοποιώντας την οικονομική υπεροχή στον παγκόσμιο στίβο).

Πώς, με ποια κριτήρια, εκτιμάμε τη διαπλοκή αυτών των γεωπολιτικών (άμεσων) και ταξικών (μακροχρόνιων) παραγόντων και τις εκάστοτε εξελίξεις που πυροδοτούν, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία; Ένα καίριο σημείο, που τόνισε ιδιαίτερα η Ρόζα Λούξεμπουργκ στις πολεμικές της στους ρεφορμιστές του SPD (Μπερνστάιν, κ.ά.) αφορά στην ανάγκη να στεκόμαστε στις μακροχρόνιες συνέπειες του κάθε γεγονότος, εξέλιξης, κοκ. Η εστίαση στο άμεσο είναι το σήμα κατατεθέν του οπορτουνισμού, οι μαρξιστές αντίθετα πρέπει να στέκονται στους τελικούς σκοπούς του κινήματος και να τους παίρνουν ως μέτρο για τον καθορισμό της θέσης τους σε κάθε επιμέρους ζήτημα.

Η βάσιμη αυτή αντιπαράθεση, αν νοηθεί στενά και κατά γράμμα, περιέχει τον κίνδυνο μιας απλοποίησης. Σε κάθε ατομικό γεγονός συνυπάρχουν άμεσες και μακροχρόνιες όψεις με τις μακροχρόνιες να προεξάρχουν, αλλά μόνο σε τελική ανάλυση. Οι άμεσες όψεις επεμβαίνουν επίσης ενεργά, καθορίζοντας σε αρκετό βαθμό τη μορφή της ιστορικής διαδικασίας, ώστε η αγνόησή τους ή η υποτίμησή τους σε ένα απλό επιφαινόμενο μπορεί να οδηγήσει, και είναι ένας από τους δρόμους που οδηγούν, σε δογματικές σχηματοποιήσεις.

Στη συζήτηση για τα συνδικάτα το 1920 στο Μπολσεβίκικο Κόμμα ο Τρότσκι υποστήριζε την άποψη για τα συνδικάτα ως μοχλό διεύθυνσης της σοσιαλιστικής παραγωγής. Ο Λένιν αντέτεινε ότι στη δοσμένη κατάσταση τα συνδικάτα αποτελούσαν ένα σχολείο εκπαίδευσης της εργατικής μάζας στη σοσιαλιστική διεύθυνση. Η διάλυση της εργατικής τάξης και της παραγωγής από τον εμφύλιο, το χαμηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο των εργατών, η απουσία πρότερης εμπειρίας (τα συνδικάτα ήταν ουσιαστικά παράνομα επί τσαρισμού), σήμαιναν ότι έπρεπε να προηγηθεί ένα στάδιο εκμάθησης πριν τα συνδικάτα γίνουν ικανά να εκπληρώνουν το διευθυντικό ρόλο τους και αυτά τα άμεσα στοιχεία της κατάστασης δεν μπορούσε να αγνοηθούν. Από την άλλη μεριά, η προσπάθεια του Μπουχάριν να τα πάρει υπόψη βεβαιώνοντας ότι τα συνδικάτα ήταν και το ένα και το άλλο, και σχολείο και μηχανισμός διεύθυνσης, ήταν ένας εκλεκτικισμός – έπρεπε να λειτουργήσουν πρώτα σαν σχολείο, ώστε να μπορέσουν να γίνουν στην πορεία ένας αποτελεσματικός μηχανισμός:

«Το λάθος του Τρότσκι», έγραφε ο Λένιν, «είναι η μονομέρεια, η παρόρμηση, η μεγαλοποίηση, το πείσμα. Η πλατφόρμα του Τρότσκι είναι ότι το ποτήρι είναι ένα όργανο για να πίνουμε, τη στιγμή που το δοσμένο ποτήρι αποδείχτηκε να μην έχει πάτο… Σε όλη την μπροσούρα-πλατφόρμα του Τρότσκι, το λάθος βρίσκεται στη μη κατανόηση του ότι τα συνδικάτα είναι σχολείο διοικητικής και τεχνικής διεύθυνσης της παραγωγής. Όχι “από το ένα μέρος σχολείο, από το άλλο κάτι διαφορετικό”, αλλά από όλες τις μεριέςτα συνδικάτα είναι στην ουσία σχολείο, σχολείο συνένωσης, σχολείο αλληλεγγύης, σχολείο υπεράσπισης των συμφερόντων τους, σχολείο διαχείρισης, σχολείο διεύθυνσης. Αντί να καταλάβει και να διορθώσει το βασικό αυτό λάθος του σ. Τρότσκι, ο σ. Μπουχάριν έδωσε μια γελοία διορθωσούλα: “αφ’ ενός, αφ’ ετέρου”… Το θεωρητικό… λάθος του Μπουχάριν είναι η υποκατάσταση της διαλεκτικής με τον εκλεκτικισμό»[45].

Ο ρόλος των συνδικάτων στη σοσιαλιστική μετάβαση ήταν έτσι αντιφατικός, περιλαμβάνοντας τις όψεις του σχολείου και της διεύθυνσης. Αλλά στις ιδιαίτερες συνθήκες της ΕΣΣΔ κυριαρχούσε αποφασιστικά η άποψη του σχολείου· στις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης αντίθετα όπου υπήρχαν ήδη οι αναγκαίοι πολιτιστικοί όροι θα μπορούσε εξαρχής να κυριαρχεί κατά τη σοσιαλιστική τους μετάβαση το στοιχείο της διεύθυνσης.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ επίσης, η οποία ανέλυσε λαμπρά τις γεωπολιτικές συγκρούσεις του καιρού της, δεν απέφυγε παρόμοια λάθη όταν ενέπλεκαν τη διαλεκτική του άμεσου και του μακροχρόνιου. Η επιμονή της ότι οι εθνικοί αγώνες θα έπαιζαν στην ιμπεριαλιστική εποχή μόνο αντιδραστικό ρόλο βοηθώντας τις αστικές τάξεις να εκτρέπουν την ταξική πάλη δεν επιβεβαιώθηκε από την ιστορία. Στον 20ό αιώνα υπήρξε μια πλειάδα προοδευτικών εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων που συνέβαλαν θετικά στον αγώνα για το σοσιαλισμό, ξεκινώντας από την αντιφασιστική αντίσταση και φτάνοντας στα αντάρτικα του Βιετνάμ, της Κούβας, κ.ά. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα άμεσα καθήκοντα της εθνικής ανεξαρτησίας συνδέθηκαν με τα μακροχρόνια καθήκοντα του αγώνα για το σοσιαλισμό.

Ο Τρότσκι από τη μεριά του, που σίγουρα έμαθε μερικά πράγματα από τις κριτικές του Λένιν, τόνισε αργότερα τη σημασία τού να εκτιμάμε τις ποιοτικές αλλαγές στην εξέλιξη, που επιφέρονται από το κάθε μεμονωμένο, σημαντικό ατομικό γεγονός:

«Πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο βασικός νόμος της διαλεκτικής είναι ο νόμος της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα, γιατί [μας] δίνει το γενικό τύπο για όλες τις εξελικτικές διαδικασίες – της φύσης, καθώς επίσης και της κοινωνίας… Για να γίνει μια δυνατότητα αναγκαιότητα, πρέπει να υπάρξει μια αντίστοιχη ενδυνάμωση μερικών παραγόντων και εξασθένιση άλλων, μια συγκεκριμένη αλληλοσυσχέτιση αυτών των ενδυναμώσεων και εξασθενίσεων… Ο νόμος της μετατροπής της δυνατότητας σε αναγκαιότητα οδηγεί επομένως –σε τελική ανάλυση– στο νόμο της μετατροπής της ποσότητας σε ποιότητα»[46].

Με αυτή τη διαλεκτική έννοια, όχι της αγνόησης των άμεσων στοιχείων, αλλά της ένταξής τους στις μακροχρόνιες δυναμικές, μέσα από την ακριβή αναγνώριση των ποιοτικών αλλαγών που τείνουν να επιφέρουν και την αξιολόγησή τους από την άποψη του τελικού σκοπού, η εστίαση στο μακροχρόνιο, τον τελικό σκοπό, στην οποία επέμενε η Λούξεμπουργκ, αποκτά αυθεντικό νόημα και περιεχόμενο. Και σε αυτό το πλαίσιο, το ποιοτικά νέο στον πόλεμο στην Ουκρανία είναι οι επαναστατικές δυνατότητες που ανοίγει η ουκρανική αντίσταση στην ίδια τη Ρωσία. Στη Δύση, αντίθετα, οι ίδιες δυνατότητες παρουσιάζονται πολύ πιο σύνθετα, ως παρεπόμενα των ευρύτερων συνεπειών του πολέμου και με το ενδιάμεσο πρώτα μιας αντιδραστικής, ακροδεξιάς ανόδου.

Σε κάθε περίπτωση, μια σημαντική μεθοδολογική αρχή, που πρέπει οπωσδήποτε να κρατήσουμε από τους επιφανείς μαρξιστές, αφορά στην τελική υπεροχή του ταξικού απέναντι στο γεωπολιτικό. Μια από τις συνέπειές της είναι ότι και στις αναλύσεις μας για την αστική τάξη πρέπει να δίνουμε προτεραιότητα στις ταξικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της κάθε αστικής τάξης και μόνο μετά στις γεωπολιτικές αντιθέσεις ανάμεσα σε διάφορες αστικές τάξεις, ειδικά ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, κοκ.

Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι η αστική τάξη χωρίζεται σε κάμποσες μερίδες, των οποίων οι σχέσεις και οι πολιτικές εκφράσεις μεταβάλλονται σε κάθε στάδιο. Στις αρχές του 20ού αιώνα οι κύριες αστικές πτέρυγες, τις οποίες ανέλυσε για την τσαρική Ρωσία ο Λένιν, ήταν η αστική και μικροαστική δημοκρατία, ο φιλελευθερισμός και η (τσαρική τότε) δεξιά. Η μικροαστική δημοκρατία (εκπροσωπούμενη το 1905 από τους Μενσεβίκους και τους Εσέρους) ήταν προοδευτική, η δεξιά (ο φεουδαλικός τσαρισμός και η μερίδα της αστικής ολιγαρχίας που είχε συνταχτεί ανοικτά μαζί του) ήταν αντιδραστική, οι φιλελεύθεροι (οι Καντέτοι) ταλαντεύονταν ανάμεσά τους, βοηθώντας στην πράξη την αντίδραση. Στην πορεία, με τη διάβρωση των κομμάτων της Β΄ Διεθνούς από το ρεφορμισμό, η μικροαστική, σοσιαλρεφορμιστική δημοκρατία πέρασε στην αντίδραση, όπως το ίδιο έκανε και ο φιλελευθερισμός, ενώ από τη δεξιά πτέρυγα γεννήθηκε αργότερα ο φασισμός. Μετά το 1945 ο αστικός φιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία κυριάρχησαν για αρκετές δεκαετίες, στην πορεία όμως, με την εξάντληση των περιθωρίων ελιγμών του συστήματος, οι επιμέρους διαφορές τους θόλωσαν και εξαλείφτηκαν, ενώ εμφανίστηκε και ένας αριστερός ρεφορμισμός στο στιλ του ΣΥΡΙΖΑ και των Ποντέμος, προοδευτικός αρχικά, που όμως σύντομα ενσωματώθηκε σε συστημικές κατευθύνσεις και δεν είχε συνέχεια, παρά την αναβίωσή του στη Γαλλία με τον Μελανσόν.

Στα καπιταλιστικά κέντρα, η πιο σημαντική αντίθεση στο εσωτερικό της αστικής τάξης σήμερα είναι εκείνη ανάμεσα στις παραδοσιακές αστικές δυνάμεις (φιλελεύθεροι και σοσιαλδημοκράτες) που υποχωρούν διαρκώς και στις ενισχυόμενες ακροδεξιές και νεοφασιστικές δυνάμεις (τραμπισμός, λεπενισμός, η πτέρυγα του Πούτιν). Η αντίθεση αυτή θυμίζει πολύ, σε μια διευρυμένη, συνθετότερη εκδοχή, την αντίθεση ανάμεσα στο φιλελευθερισμό και τη δεξιά που ανέλυσε αναφορικά με την τσαρική Ρωσία ο Λένιν. Είναι μια δευτερεύουσα αντίθεση· δεν αφορά μια ποιοτική διαφορά, όπως εκείνη ανάμεσα στον (προοδευτικό) τσαβισμό και τις άλλες αστικές δυνάμεις, αλλά μια διαφορά στο βαθμό αντιδραστικότητας ανάμεσα σε αστικές δυνάμεις που είναι όλες αντιδραστικές. Το να στηρίξει κανείς στο παρόν στάδιο το νεοφιλελευθερισμό και τα σοσιαλδημοκρατικά παραρτήματά του σαν αντίδοτο στο φασισμό θα ήταν μια ανοησία, γιατί οι νεοφιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις με τις πολιτικές τους στρώνουν το δρόμο στο φασισμό. Ταυτόχρονα όμως αυτή η δευτερεύουσα αντίθεση δεν παύει να έχει μια ορισμένη σημασία και πρέπει να υπολογίζεται, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου το κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται ακόμη σε αποσύνθεση και άμυνα.

Η ύπαρξη των διεθνών οργανισμών του κεφαλαίου όπως η ΕΕ, όπου κυριαρχούν ακόμη οι παραδοσιακές, αστικοφιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, καθορίζει τις ιδιομορφίες της ταξικής πάλης στο παρόν στάδιο. Οι ακροδεξιές/νεοφασιστικές δυνάμεις μπορεί να έρχονται στην κυβέρνηση σε μεμονωμένες χώρες, δεν είναι όμως σε θέση να επιβάλλουν την προοπτική τους, όσο δεν έχουν αποκτήσει τον έλεγχο ή έστω μια ισότιμη επιρροή στους κεντρικούς οργανισμούς. Αν, ωστόσο, επικρατήσουν και στα διεθνή όργανα, με την όξυνση της κρίσης και καθώς η αστική τάξη θα τις στηρίζει αυξανόμενα ως αναγκαία επιλογή για τη διάσωση της εξουσίας της, θα ενταθούν οι κίνδυνοι πολέμων και δικτατορικών εκτροπών.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία πρέπει συνεπώς να εξετάζεται και από την άποψη της επίδρασής του στην εξέλιξη της διαπάλης ανάμεσα στις δυο αυτές αστικές πτέρυγες. Δεδομένου ότι το καθεστώς του Πούτιν αντιπροσωπεύει μια ιδιόμορφη εκδοχή του λεπενισμού, ενώ στην ΕΕ και τις ΗΠΑ κυριαρχεί ακόμη η φιλελεύθερη πτέρυγα, ο πόλεμος έχει γίνει η εστία αυτής της διαπάλης, με την κάθε αστική πτέρυγα να προσπαθεί για εκείνη την έκβαση που θα δυναμώσει την επιρροή της. Η νίκη του Πούτιν θα έδινε τεράστια ώθηση στις ακροδεξιές δυνάμεις σε όλη την ΕΕ, ένα γεγονός που εξηγεί την απροθυμία τους να καταδικάσουν τη ρωσική εισβολή. Η ήττα του, πέρα από τις επαναστατικές δυνατότητες στη Ρωσία, σημαίνει αντίθετα μια βραδύτερη άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και επομένως ένα κέρδος χρόνου για το κίνημα.

Στα γραπτά του για τη Γερμανία ο Τρότσκι δεν ανέλυσε μόνο την αντίθεση ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία (την οποία αντιμετώπισε σαν μια πτέρυγα της αστικής τάξης) και το φασισμό, αλλά και την αντίθεση ανάμεσα στις παραδοσιακές αστικές δυνάμεις και το φασισμό. Αντικρούοντας τα ανόητα σλόγκαν του ΚΚ Γερμανίας ότι ο Χίτλερ και ο Μπρίνινγκ ήταν το ίδιο πράγμα έδειξε ότι εξίσωναν την κατάσταση πριν από τη μάχη, όταν υπήρχαν ακόμη οι εργατικές οργανώσεις, με την κατάσταση μετά τη νίκη του φασισμού, όταν οι φασίστες θα εξάλειφαν τις εργατικές οργανώσεις. «Οι σοφοί που καυχώνται ότι δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά “ανάμεσα στον Μπρίνινγκ και τον Χίτλερ”, λένε στην πραγματικότητα τούτο: αν οι οργανώσεις μας εξακολουθούν να υπάρχουν ή αν έχουν κιόλας καταστραφεί, αυτό δεν έχει καμιά σημασία»[47]. Η σταλινική φόρμουλα «Τι Μπρίνινγκ τι Χίτλερ» ήταν έτσι ένα άλλοθι για τη γραφειοκρατική δειλία, τη συνθηκολόγηση χωρίς μάχη μπροστά στο φασισμό.

Ο Μπρίνινγκ, ο ηγέτης του κόμματος του Κέντρου, ήταν ένας εκπρόσωπος της φιλελεύθερης αστικής πτέρυγας, όπως είναι σήμερα οι παραδοσιακοί αστοί πολιτικοί στιλ Μακρόν, Σολτς, Μπάιντεν, Ζελένσκι κ.ά., εκεί που ο λεπενισμός/νεοφασισμός είναι το σύγχρονο αντίστοιχο των ναζί. Από εδώ απορρέει ότι οι κομμουνιστές δεν μπορεί να αγνοούν την αντίθεση ανάμεσα στις δυο αυτές αστικές πτέρυγες. Το να λέμε ότι οι Μακρόν και οι Μπάιντεν είναι το ίδιο με τον Πούτιν (ή και χειρότεροι, όπως λένε οι ψευδο-αριστεροί υποστηρικτές της Ρωσίας) σημαίνει να πέφτουμε στο ίδιο λάθος των Γερμανών κομμουνιστών που εξέθεσε ο Τρότσκι. Σημαίνει να εξισώνουμε την κατάσταση πριν από τη μάχη, όταν επικρατούν ακόμη οι Μακρόν που θα παραμεριστούν στο επόμενο στάδιο, με την κατάσταση μετά την ήττα, όταν θα έρθουν σταθερά στο τιμόνι οι νεοφασίστες και θα συντρίψουν το κίνημα, παραδεχόμενοι έτσι την ήττα σαν αναπόφευκτη.

Ενώ υπολόγιζε σοβαρά τις αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες πτέρυγες της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης, ο Τρότσκι δικαιολογημένα έδινε πολύ μικρότερη σημασία στους ιμπεριαλιστικούς γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς. Στο ίδιο έργο του αναφέρεται μόνο μια φορά στην Ειρήνη των Βερσαλλιών, το κύριο γεωπολιτικό ζήτημα της περιόδου για τη Γερμανία, υπενθυμίζοντας την εκτίμηση του Λένιν στον Αριστερισμό: «Να βάζεις σε πρώτη γραμμή την ακύρωση της Συνθήκης των Βερσαλλιών… είναι μικροαστικός εθνικισμός (άξιος των Κάουτσκι, Χίλφερντινγκ, Ότο Μπάουερ και σία). Δεν είναι επαναστατικός διεθνισμός»[48].

Το κοινό γνώρισμα των οπαδών της Ρωσίας και της ουδετερότητας είναι αντίθετα ότι αγνοούν τις ταξικές όψεις, αποδίδοντας προτεραιότητα στους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς. Εκτός από την Ουκρανία, η στάση τους απέναντι στη συριακή δικτατορία του Άσαντ δίνει εδώ ένα διαφωτιστικό παράδειγμα.

Η δικτατορία του Άσαντ υποστηρίζεται σθεναρά όχι μόνο από το ρωσικό ιμπεριαλισμό αλλά και όλους τους ακροδεξιούς και τους νεοφασίστες της Ευρώπης. Ηγέτες της ακροδεξιάς όπως η Λε Πεν, ο Ντιουκ της Κου Κλουξ Κλαν, ο Γκρίφιν του βρετανικού νεοφασισμού, αντιπροσωπείες της Χρυσής Αυγής, οι Ιταλοί, Πολωνοί κ.ά. νεοφασίστες, έχουν επισκεφτεί κατά καιρούς τη Δαμασκό και έχουν εκφράσει, με λόγια και με έργα, την αμέριστη συμπαράστασή τους στον Άσαντ. Ωστόσο, διανοούμενοι στο στιλ του Καλτσώνη (οπαδού της ουδετερότητας στην Ουκρανία) και των Λιόση, Βατικιώτη (οπαδών της Ρωσίας), όπως και οι σταλινικοί δογματιστές του ΚΚΕ στο παρελθόν, παίρνουν θέση υπέρ του Άσαντ, στο όνομα του αντιαμερικανισμού του, χωρίς να θέτουν καν το ερώτημα: Γιατί, λοιπόν, όλοι οι νεοφασίστες υποστηρίζουν τη συριακή δικτατορία; Είναι τόσο ανόητοι ώστε να στηρίζουν προοδευτικά αντιιμπεριαλιστικά κινήματα ενάντια στα πραγματικά τους συμφέροντα;

Φυσικά οι νεοναζί δεν είναι καθόλου ανόητοι και, από τη μεριά τους, κάνουν πολύ καλά να υποστηρίζουν τον Άσαντ. Τον υποστηρίζουν γιατί ο Άσαντ έγινε ο κυματοθραύστης των αραβικών επαναστάσεων. Αν είχε ανατραπεί το καθεστώς του, οι αραβικές επαναστάσεις θα ριζοσπαστικοποιούνταν, πιθανά θα εγκαθιδρυόταν στη Συρία ένα τσαβικού τύπου καθεστώς και όλη η περιοχή και η Ευρώπη θα πήγαιναν αριστερά. Ο Άσαντ σύντριψε την εξέγερση, έπνιξε στο αίμα το συριακό λαό, δολοφονώντας πάνω από 300.000 κόσμο και δημιουργώντας περί τα 12 εκατομμύρια πρόσφυγες, και βοήθησε έτσι τους ανά τον κόσμο ακροδεξιούς να ενισχυθούν πρώτοι. Χάρη στον Άσαντ οι ακροδεξιοί και οι νεοναζί παίρνουν σήμερα 15% και 25% σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ενώ το κομμουνιστικό κίνημα είναι στο μηδέν. Και τον υποστηρίζουν, βέβαια, επίσης γιατί ο Άσαντ έδωσε ένα μοντέλο γι’ αυτό που πρέπει να κάνουν οι ίδιοι για να υπερισχύσουν στις χώρες τους.

Οι «κομμουνιστές» που στηρίζουν τον Άσαντ στο όνομα του «αντιιμπεριαλισμού» του αγνοούν και προσπερνούν πλήρως αυτές τις αποφασιστικές ταξικές βάσεις της εξέλιξης. Έτσι όμως εγκαταλείπουν το μαρξισμό, περνώντας στις αστικές γεωπολιτικές απόψεις του συρμού και στην πράξη γίνονται βοηθοί της άκρας αντίδρασης. Το θεωρητικό λάθος τους είναι η υποκατάσταση της σοβαρής μελέτης των ταξικών βάσεων της εξέλιξης με κραυγές και φωνασκίες ενάντια στον ιμπεριαλισμό.

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Μπολσεβίκικο Κόμμα αυτές οι λογικές εκπροσωπούνταν από τον Γκ. Πιατακόφ, ένα διακεκριμένο, νεαρό και άπειρο τότε κομματικό στέλεχος τις απόψεις του οποίου, ουσιαστικά προπαγανδιστικές εκκλήσεις του στιλ «να μπήξουμε έναν πάσαλο στην καρδιά του ιμπεριαλισμού», κοκ, ο Λένιν είχε χαρακτηρίσει ως ιμπεριαλιστικό οικονομισμό. Στην κριτική του ο Λένιν είχε καυτηριάσει ιδιαίτερα την τάση του Πιατακόφ να υποστηρίζει κάθε κίνημα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, όπως κάνουν σήμερα οι ψευδο-κομμουνιστές υποστηρικτές του Άσαντ. «Τον αγώνα των αντιδραστικών τάξεων ενάντια στον ιμπεριαλισμό», έλεγε ο Λένιν, «εμείς δεν θα τον υποστηρίξουμε». [49].

Αλλά ο Πιατακόφ είχε το ελαφρυντικό ότι βρισκόταν στο μέσο ενός πραγματικού παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού μακελειού, που φαινόταν να εξαλείφει όλες τις διακρίσεις και εξάλειφε αρκετές. Το να είναι αδιανόητο για ορισμένους ότι μια τοπική σύρραξη όπως η τωρινή στην Ουκρανία μπορεί να ξεφεύγει από τη φόρμουλα ιμπεριαλιστικός πόλεμος (από τη μεριά της μικρής χώρας) προκαλεί το λιγότερο μια αίσθηση γελοιότητας. Και η γελοιότητα, όπως έλεγε ο Τρότσκι, σκοτώνει όταν πρόκειται για το κόμμα της επανάστασης.

ΧΙ. Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένας δείκτης της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αλλά και των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό της κάθε χώρας, των αδιεξόδων και της στασιμότητας του καπιταλισμού. Η σημασία του από αυτή την άποψη έγκειται στο ότι ενισχύει την τάση επέκτασης και γενίκευσης των τοπικών πολέμων και συρράξεων, ως μιας φάσης μετάβασης στο γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μια σειρά ακόμη γεγονότα των ημερών, όπως ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, οι εμφύλιοι στη Λιβύη και σε άλλες χώρες της Αφρικής, η συνολική αστάθεια στα Βαλκάνια, οι εξελισσόμενοι εμπορικοί πόλεμοι, η νέα κούρσα των εξοπλισμών, ενεργούν στην ίδια κατεύθυνση. Ακόμη και οι γεωπολιτικοί και στρατιωτικοί αναλυτές του κατεστημένου ομολογούν ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι μόνο η πρώτη από μια σειρά επερχόμενες τοπικές συρράξεις.

Η παραπέρα επέκταση των πολέμων συνιστά ένα τεράστιο, πραγματικό κίνδυνο που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η συγκεκριμένη έκβασή του θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό αν τα κινήματα θα προλάβουν να αναπτυχθούν ώστε να δώσουν έγκαιρα την επαναστατική διέξοδο ή οι αστικές τάξεις θα εκτρέψουν την ιστορική διαδικασία σε αιματηρές, επωφελείς για το σύστημα κατευθύνσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαφύλαξη της ειρήνης γίνεται μια σημαντική προτεραιότητα την οποία πρέπει να υπολογίζουν οι κομμουνιστές στις θέσεις τους απέναντι στη μια ή την άλλη διεθνή εξέλιξη. Αν και μακροχρόνια, αν δεν ανατραπεί ο καπιταλισμός, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι δεν μπορεί να αποτραπούν, οι κομμουνιστές πρέπει να ενεργούν έτσι ώστε να δυσχεραίνεται και να αναβάλλεται το άμεσο ξέσπασμά τους.

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός ξεχωρίζει σαν μια από τις πιο περίοπτες εστίες έντασης που επαπειλούν με παραπέρα πολέμους στην Ευρώπη. Στον ανταγωνισμό αυτό είναι λάθος να υιοθετούμε το αφήγημα της ελληνικής αστικής τάξης, σύμφωνα με το οποίο αποκλειστικά η Τουρκία είναι η επιτιθέμενη πλευρά που αγνοεί και παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, ενώ η Ελλάδα η αμυνόμενη, που στέκει σταθερά στη διεθνή νομιμότητα. Ενώ αληθεύει ότι η τουρκική αστική τάξη επιδεικνύει μεγαλύτερη επιθετικότητα, η ελληνική αστική τάξη εκδηλώνει επίσης πρόδηλα στοιχεία επιθετικότητας, όπως η προσπάθειά της να αποκτηθεί υπεροχή στους εξοπλισμούς.

Χωρίς να επεκταθούμε σε μια συνολική συζήτηση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, θα συζητήσουμε εδώ ένα μερικό ερώτημα: πώς, με βάση τα κριτήρια που θέσαμε, πρέπει να τοποθετηθούμε απέναντι σε δυο σημαντικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, τη Συμφωνία των Πρεσπών και την «Αμυντική συμφωνία» μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, από την άποψη της επίδρασής τους σε μελλοντικούς πολεμικούς κινδύνους;

Αν κανείς τοποθετηθεί απέναντι στις δυο συμφωνίες οπορτουνιστικά, με κριτήριο μόνο το άμεσο, τότε θα πρέπει να υποστηρίξει και τις δυο. Πραγματικά, και οι δυο συμφωνίες απομακρύνουν κάπως το ενδεχόμενο ενός πολέμου στο αμέσως επόμενο διάστημα. Αν όμως ληφθούν υπόψη οι μακροχρόνιες συνέπειες, η κατάσταση παρουσιάζεται διαφορετική.

Η «Αμυντική συμφωνία» ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία προσδένει την Ελλάδα, σε μια εντελώς ανισότιμη μάλιστα σχέση, στο άρμα του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Με αυτό τον τρόπο, σε συνδυασμό με την ώθηση που δίνει στους εξοπλισμούς, αυξάνει μακροχρόνια τους πολεμικούς κινδύνους. Αν η Τουρκία, η οποία έχει ήδη κάνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, απεμπλακεί από τη Δύση και συνασπιστεί σε μερικά χρόνια με τη Ρωσία και την Κίνα, τότε η περιοχή, με τους πλούσιους ενεργειακούς πόρους της, θα έχει γίνει διαφιλονικούμενη ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά μπλοκ, συμπληρώνοντας έτσι τις προϋποθέσεις για έναν πόλεμο. Και όταν σε εποχές βαθιάς κρίσης συμπληρώνονται οι προϋποθέσεις για έναν πόλεμο, ο πόλεμος ξεσπά· πραγματικά· ενόψει των σφοδρών αντιθέσεων ανάμεσα στις τοπικές αστικές τάξεις και εκείνων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών μπλοκ, θα ήταν ουτοπία να περιμένει κανείς να λυθούν με μια ειρηνική μοιρασιά.

Από εδώ απορρέει ότι οι κομμουνιστές πρέπει να εναντιώνονται κατηγορηματικά στην «Αμυντική συμφωνία» μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας και τα εξοπλιστικά προγράμματα που τη συνοδεύουν.

Διαφορετικά έχουν τα πράγματα με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Η Συμφωνία αυτή επιλύει με έναν κάπως αποδεκτό αστικό τρόπο ένα ανοικτό εθνικό πρόβλημα στα Βαλκάνια, αν όχι οριστικά (γιατί ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις θα μπορούσε μελλοντικά να καταγγελθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη) τουλάχιστον για μια δεκαετία. Υπ’ αυτή την έννοια αφαιρεί μια εστία που θα μπορούσε να προκαλέσει γενικότερη ανάφλεξη στην περιοχή, παρέχοντας τη σπίθα για έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο. Ταυτόχρονα, δεν δημιουργεί ως τέτοια κάποιον ορατό κίνδυνο μελλοντικών πολεμικών απειλών. Αυτός είναι ο λόγος που πρέπει να υποστηρίζεται από τους κομμουνιστές, ως μια εξέλιξη που λειαίνει προσωρινά τις εθνικές αντιθέσεις, κερδίζοντας χρόνο για να ωριμάσουν τα κινήματα.

Από ορισμένες οργανώσεις όπως η ΔΕΑ, έχει υποστηριχτεί ότι η Συμφωνία των Πρεσπών πρέπει να καταδικαστεί γιατί συνδέεται με εξελίξεις που προωθούν τον επεκτατισμό της ελληνικής αστικής τάξης, όπως η ανάληψη από τον ελληνικό στρατό της εκπαίδευσης του στρατού της Βόρειας Μακεδονίας.

Το επιχείρημα αυτό σφάλλει κατά το ότι παραβλέπει το κριτήριο της ποιοτικής αλλαγής που τόνιζε ο Τρότσκι. Η «Αμυντική συμφωνία» ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία επιφέρει ξεκάθαρα μια ποιοτική αλλαγή στην κατάσταση, συμπληρώνοντας τις μισές προϋποθέσεις ενός μελλοντικού ελληνοτουρκικού πολέμου, την ίδια ώρα που η στροφή της Τουρκίας προς τη Ρωσία συμπληρώνει ένα μέρος από τις υπόλοιπες. Το αν η Ελλάδα όμως αναλαμβάνει ένα ρόλο στην εκπαίδευση του στρατού της Βόρειας Μακεδονίας ή αν η γειτονική χώρα εντάχτηκε στο ΝΑΤΟ, κοκ, είναι ποσοτικά στοιχεία, που δεν μεταβάλλουν ριζικά την τωρινή κατάσταση. Η εκπαίδευση των στρατών των αστικών χωρών λαβαίνει έτσι κι αλλιώς χώρα επί δεκαετίες και από μόνη της δεν δημιουργεί μια απειλή πολέμου· αν γινόταν από μια άλλη χώρα του ΝΑΤΟ, δεν θα υπήρχε ουσιαστική διαφορά.

Η εκτίμηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών συνδέεται βέβαια στενά με την ευρύτερη εκτίμηση της ιστορικής στιγμής, δηλαδή του αμυντικού χαρακτήρα της παρούσας περιόδου. Αυτό το σημείο παραβλέπεται αδιάλειπτα από τους υποστηρικτές του «διεθνιστικού όχι» στη συμφωνία. Ο Ε. Μαράκης, π.χ., αναφέρεται στο «διεθνιστικό ΟΧΙ και ακόλουθα το ξεδίπλωμα εκείνης της αναγκαίας εργατικής επίθεσης σε κάθε αντεργατική και φιλοπόλεμη πολιτική που διαιωνίζει την ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος»[50]. Ατυχώς όμως σήμερα βρισκόμαστε σε μια αμυντική περίοδο και για να ξεδιπλωθεί η επίθεση θα πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστούν με επάρκεια τα καθήκοντα της άμυνας. Το να παραβλέπει κανείς αυτό το σημείο και, στο όνομα του διεθνισμού, να ζητά μια σοσιαλιστική λύση των εθνικών ζητημάτων σε μια περίοδο που αυτή ολοφάνερα δεν είναι δυνατή απορρίπτοντας εκ των προτέρων κάθε αστική λύση τους, ακόμη και όταν κατ’ εξαίρεση είναι στοιχειωδώς βιώσιμη (όπως η Συμφωνία των Πρεσπών), σημαίνει ακριβώς να παραγνωρίζει το χαρακτήρα της περιόδου και να παρανοεί τα καθήκοντά της.

Ένα σοβαρό κομμουνιστικό κόμμα θα έπρεπε λοιπόν να καταδικάσει τις αρνητικές πλευρές της Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά παρ’ όλα αυτά να υπερψηφίσει τη συμφωνία. Για να καταλήξει κανείς στο αντίθετο συμπέρασμα πρέπει να διογκώσει αυτές τις πλευρές, να τους αποδώσει μια δυσανάλογη βαρύτητα, που αντικειμενικά δεν την έχουν.

Το παράδειγμα που φέραμε δείχνει, μεταξύ άλλων, την απουσία στην παρούσα φάση, μιας ομογενοποιημένης κατάστασης και το ασύστατο των υπερεπαναστατικών προσεγγίσεων που τα εντάσσουν όλα στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, στις οποίες εξ ορισμού πρέπει κάθε φορά να λέμε ένα βροντερό «Όχι». Αν η Ελλάδα, που είναι ήδη χώρα του ΝΑΤΟ, προχωρήσει παραπέρα στον εναγκαλισμό με τη Γαλλία και αν προκύψει μια αντίστοιχη συνένωση της Τουρκίας με τη Ρωσία και σε μερικά χρόνια οδηγηθούμε σε έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο, τότε αυτή θα είναι μια κλασική περίπτωση ιμπεριαλιστικού πολέμου. Και οι κομμουνιστές θα πρέπει να επαναλάβουν τότε την έκκληση του Λίμπκνεχτ, «Ο εχθρός βρίσκεται μέσα στην ίδια μας τη χώρα». Αλλά να λέμε ότι η Ουκρανία είναι η ίδια περίπτωση, όταν ολοφάνερα η κίνηση αυτή δεν είχε ακόμη ξετυλιχτεί εκεί είναι μια ανοησία.

Σε ένα ενδιαφέρον κείμενό του στα 1938, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μάθετε να σκέφτεστε», ο Τρότσκι υπογράμμιζε διεισδυτικά ότι οι κομμουνιστές που καθορίζουν κάθε φορά τη στάση τους έτσι ώστε να λένε «όχι» σε ό,τι κάνει η αστική τάξη της χώρας τους, είναι πολύ κακοί κομμουνιστές:

«Στις ενενήντα περιπτώσεις από τις εκατό οι εργάτες βάζουν ένα αρνητικό πρόσημο εκεί όπου η αστική τάξη βάζει ένα θετικό. Στις δέκα περιπτώσεις ωστόσο, είναι υποχρεωμένοι να βάλουν το ίδιο πρόσημο με την αστική τάξη αλλά με τη δική τους σφραγίδα, η οποία εκφράζει τη δυσπιστία τους απέναντι στην αστική τάξη. Η πολιτική του προλεταριάτου δεν απορρέει διόλου αυτόματα από την πολιτική της αστικής τάξης, βάζοντας απλά το αντίθετο πρόσημο – αυτό θα έκανε τον κάθε σεκταριστή μεγάλο στρατηγικό νου. Όχι, το επαναστατικό κόμμα πρέπει κάθε φορά να προσανατολίζει τον εαυτό του ανεξάρτητα στις εσωτερικές και τις εξωτερικές συνθήκες, καταλήγοντας σε αποφάσεις που ανταποκρίνονται με τον καλύτερο τρόπο στα συμφέροντα του προλεταριάτου. Αυτός ο κανόνας ισχύει τόσο σε περίοδο πολέμου όσο και σε περίοδο ειρήνης»[51]12.

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια κλασική περίπτωση (από τις 2-3 που προέκυψαν στα πρόσφατα χρόνια, η άλλη όντας τα όπλα που αναγκάστηκαν να δώσουν οι Αμερικάνοι στους Κούρδους για να πολεμήσουν τον ISIS) όπου οι κομμουνιστές έπρεπε να υποστηρίξουν μια επιλογή της αστικής τάξης. Η αποτυχία να το διακρίνει κανείς αυτό σημαίνει αδυναμία προσανατολισμού σε άλλες, πιο σύνθετες ή διφορούμενες περιπτώσεις στο μέλλον (όπως ήταν το Σχέδιο Ανάν παλιότερα), οδηγώντας στην πράξη σε τακτική σύγχυση.

ΧΙΙ. Η νέα παγκόσμια κρίση και οι επαναστατικές προοπτικές

Η κύρια συνέπεια του πολέμου στην Ουκρανία, την οποία θα έπρεπε περισσότερο να συζητάμε αν δεν υπήρχε αυτός ο κατακλυσμός λαθών και ανοησιών, είναι ασφαλώς η επίσπευση της νέας παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού και οι επαναστατικές προοπτικές που ανοίγει. Η κρίση, βέβαια, είχε ήδη δρομολογηθεί από την πανδημία του Covid-19 και θα ξεσπούσε βίαια έτσι κι αλλιώς. Ο πόλεμος στην Ουκρανία όμως δεν την επισπεύδει μόνο αλλά τη βαθαίνει και της προσδίδει πιο οξυμένα, διαπεραστικά χαρακτηριστικά.

Η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος δεν είχε προβλεφθεί ακόμη και από τα κέντρα της ΕΕ όταν αποφάσιζαν τις κυρώσεις ενάντια στη Ρωσία, προσδοκώντας ίσως μια σύντομη διάρκειά του. Αυτή η κρίση διαπλέκεται τώρα με μια κρίση τροφίμων και πληθωρισμού, που βρίσκεται μόνο στην αρχή. Η άρνηση των οργάνων της ΕΕ να παρέμβουν, καθορίζοντας πλαφόν στις τιμές του φυσικού αερίου –οφειλόμενη στη δουλικότητα των αστών πολιτικών απέναντι στο μεγάλο κεφάλαιο– επιτείνει τους σπασμούς σε όλα τα επίπεδα. Δεν είναι απίθανο ορισμένες εθνικές κυβερνήσεις να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της κατάστασης το χειμώνα, εξασφαλίζοντας ενεργειακή επάρκεια και μια στοιχειώδη στήριξη για τους πολίτες ακόμη και με τις καπιταλιστικές νόρμες τους, ενώ τα επιτόκια δανεισμού εκτοξεύονται εκ νέου σε απαγορευτικά ύψη για τις ασθενείς χώρες και ακόμη και ισχυρές όπως η Ιταλία. Οι απώλειες στα χρηματιστήρια έχουν ξεπεράσει πολλές φορές τις αντίστοιχες του 2007. Οι κλιματολογικές καταστροφές (οι ζημιές μόνο από τον τυφώνα Ίαν στη Φλόριντα και τις γειτονικές πολιτείες ανέρχονται σε πάνω από 100 δις δολάρια) επιτείνουν το χάος.

Η κατάσταση που διαμορφώνεται περιέχει θετικά και αρνητικά στοιχεία, τα οποία έχει σημασία να εκτιμηθούν επακριβώς, σε αντιστοιχία με το πραγματικό (και μεταβαλλόμενο) ειδικό τους βάρος.

Η ενεργειακή κρίση αναδεικνύει για μια ακόμη φορά με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τη διάσταση του καπιταλισμού με τις ανάγκες της ανθρωπότητας, τη διατήρηση και τη βιώσιμη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ο καπιταλισμός στις πρόσφατες δεκαετίες δημιούργησε οριστικά μέσα από την παγκοσμιοποίηση μια παγκόσμια οικονομία στην οποία η κάθε χώρα συνδέεται με αμέτρητα νήματα με όλες τις άλλες. Η συγκέντρωση του παγκόσμιου πλούτου σε μια χούφτα δισεκατομμυριούχων ολιγαρχών αποδεικνύεται ασύμβατη με την ομαλή λειτουργία της οικονομίας, μια πηγή κλονισμών και κρίσεων, που μπορεί σε κάθε στιγμή να προκληθούν από τις μεταξύ τους συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η παρούσα κρίση δεν μπορεί να ξεπεραστεί χωρίς μέτρα στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού και αυτή η αντικειμενική ιστορική ώθηση διασφαλίζει σε βάθος χρόνου, όπως συνέβηκε σε ανάλογες στιγμές στο παρελθόν, την ανασύνταξη του κομμουνιστικού κινήματος και την ευρύτερη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών, που θα εκφραστεί αναγκαία σε μια αμφισβήτηση του ίδιου του καπιταλισμού.

Σε κοινωνικό επίπεδο η κρίση οδηγεί σε καταστροφή μεσοστρωμάτων, προλεταριοποίηση και χρεοκοπίες μικρών επιχειρήσεων, που θα ενταθούν στο επόμενο διάστημα, ολοκληρώνοντας διαδικασίες συνολικά τυπικές για τη νεοφιλελεύθερη εποχή. Πολιτικά αυτό έχει σαν συνέπεια τη συρρίκνωση του κέντρου και της σοσιαλδημοκρατίας που συγκέντρωναν τα μεσοστρώματα στις καλές εποχές του καπιταλισμού, με μια αντίστοιχη άνοδο της ακροδεξιάς, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ (λεπενισμός, τραμπισμός, κ.ά.). Τα ακροδεξιά και νεοφασιστικά κόμματα, παριστάνοντας ότι πολεμούν τις παραδοσιακές φιλελεύθερες δυνάμεις και την πολιτική ορθότητα, ουσιαστικά διεκδικούν τη στήριξη του μεγάλου κεφαλαίου ως καλύτεροι εκπρόσωποι των αναγκών του συστήματος στην ταραγμένη περίοδο της κρίσης. Ταυτόχρονα, με τη δημαγωγία τους επιχειρούν να παρασύρουν τα καταστρεφόμενα μεσοστρώματα και τμήματα της εργατικής τάξης σε μια πολιτική θέση και κινητοποίηση που αντιστρατεύεται τα πραγματικά συμφέροντά τους. Επαναλαμβάνεται έτσι σε αρκετό βαθμό η τάση που παρατηρήθηκε κατά το Μεσοπόλεμο, όταν η άνοδος του φασισμού προηγήθηκε χρονικά στην Ιταλία, τη Γερμανία και σε μια σειρά ακόμη χώρες στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη, για να ακολουθήσει από το 1935 η άνοδος των κινημάτων με τα λαϊκά μέτωπα.

Μια ιδιομορφία της κατάστασης είναι ότι η εξέλιξη προχωρά με βραδύτερους ρυθμούς από το Μεσοπόλεμο, όταν οι παραδοσιακοί φιλελεύθεροι και η σοσιαλδημοκρατία σαρώθηκαν από τους φασίστες μέσα σε λίγα χρόνια. Επιπλέον, η φιλελεύθερη πτέρυγα διατηρεί τον έλεγχο στα όργανα της ΕΕ. Αυτό έχει ως συνέπεια οι ακροδεξιές δυνάμεις να μην είναι άμεσα σε θέση να επιβάλουν δικτατορικές εκτροπές σε μεμονωμένες χώρες όπως συνέβηκε κατά το Μεσοπόλεμο· στο παρόν στάδιο η επιβολή τέτοιων λύσεων προϋποθέτει τη συνολική ενίσχυσή τους στην ΕΕ ώστε να αναλάβουν την ηγεμονία στο αστικό στρατόπεδο.

Πέρα από ιδιομορφίες, η άνοδος και προπόρευση της ακροδεξιάς αντιπροσωπεύει μια από τις κύριες δυσχέρειες της περιόδου για το κομμουνιστικό κίνημα. Η τάση θα συνεχιστεί και θα ενταθεί στα αμέσως επόμενα χρόνια. Ενώ στη κρίση του 2007 το κεφάλαιο ήταν σε θέση να δώσει μια διέξοδο βασισμένο στις παραδοσιακές πολιτικές και τα κόμματά του, χωρίς να παραβιάσει τα όρια της αστικής νομιμότητας προσφεύγοντας στους φασίστες, στην παρούσα πολύπλευρη κρίση κάτι τέτοιο φαίνεται τελείως αδύνατο. Θα ήταν έτσι σοβαρό λάθος να θεωρείται η αστική δημοκρατία, η οποία έχει έτσι κι αλλιώς υπονομευτεί σημαντικά, ως δεδομένη και να υποτιμηθούν οι κίνδυνοι από τη μεριά της άκρας αντίδρασης.

Μια άλλη πηγή δυσχερειών αφορά στη συνθετότητα της εξέλιξης και τα αυξημένα μέσα παρέμβασης της αστικής τάξης. Ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ενεργούσαν πιο εξατομικευμένα, σήμερα η ύπαρξη των παγκόσμιων οργανισμών του κεφαλαίου (ΕΕ, ΝΑΤΟ, ΔΝΤ, κ.ά.) επιτρέπει μια συντονισμένη παρέμβασή τους στις εξελίξεις. Η πορεία στη Ρωσία δεν εξαρτάται μόνο από τα πάνω και τα κάτω των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία αλλά και από την πολύπλευρη στήριξη του καθεστώτος Πούτιν από την Κίνα, η οποία φοβάται ένα πιθανό αναπροσανατολισμό της Ρωσίας σε περίπτωση ουσιαστικής καθεστωτικής αλλαγής. Οι κίνδυνοι από τις ρωσικές απειλές για χρήση πυρηνικών όπλων αποτελούν επιπλέον δυσχέρειες. Αυτές οι περιπλοκές μπορεί να καθυστερούν ή και να τροποποιούν των ωρίμανση των γεγονότων, απαιτώντας την ύπαρξη μια πειθαρχημένης πρωτοπορίας, ικανής να αναπροσανατολίζει το κίνημα σε κάθε νέα καμπή. Σε τελική ανάλυση όμως δεν μπορεί να αναιρέσουν τις κύριες ιστορικές δυναμικές.

Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και θετικά στοιχεία της κατάστασης, που συχνά δεν είναι προφανή αλλά δεν επιτρέπεται να παραβλέπονται. Στον παγκόσμιο πόλεμο του 1914, εν μέρει και στην αρχική φάση του ρωσοϊαπωνικού πολέμου στα 1905, η αστική τάξη μπόρεσε για αρκετό καιρό να μεταδώσει τη σοβινιστική μέθη στους λαούς και να τους κινητοποιήσει αδιαμαρτύρητα ή και με ενθουσιασμό για τους σκοπούς της. Η αιτία δεν θα βρεθεί μόνο στην προδοσία της επίσημης σοσιαλδημοκρατίας, η οποία είχε προηγούμενα διεξάγει μια ενεργή προπαγάνδα ενάντια στον πόλεμο. Σε αυτό συνέτειναν επίσης το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και η έλλειψη ανάλογης εμπειρίας των μαζών, που θα τους επέτρεπε να διακρίνουν εξαρχής τους πραγματικούς σκοπούς του πολέμου. Σήμερα, αντίθετα, βλέπουμε στη Ρωσία μια ολιγαρχία να βασίζεται σε καθαρά μισθοφορικό στρατό, μη όντας ικανή να πραγματοποιήσει ούτε μια μερική επιστράτευση και να συσπειρώσει στα επεκτατικά σχέδιά της ένα υπολογίσιμο κομμάτι του λαού. Παρότι το κόμμα του Πούτιν παίρνει στις νόθες εκλογές ποσοστά της τάξης του 60%, η προσπάθειά του για επιστράτευση δεν προκαλεί μόνο μαζική φυγή από τη χώρα αλλά και ισχυρές άμεσες διαμαρτυρίες και άρνηση από τη μεριά της νεολαίας να πολεμήσει. Η ιστορική εμπειρία του φασισμού, η μαζική διάδοση της γνώσης, οι αρνητικές εμπειρίες από την ανεμπόδιστη κυριαρχία του καπιταλισμού στα τελευταία 30 χρόνια, μεταφράζονται σε πολιτικές στάσεις ανυπακοής και ανταρσίας που δεν μπορεί να κάμψουν οι κρατούντες. Αυτές οι στάσεις θα πολλαπλασιαστούν όταν ξεσπάσουν τα μεγάλα κινήματα της επερχόμενης περιόδου, που θα είναι πιο ριζοσπαστικά από εκείνα του 2011-12.

Η κύρια δυσκολία της κατάστασης εντοπίζεται στην απουσία μιας οργανωμένης και συνειδητής πρωτοπορίας, που θα εκφράσει τα ανατρεπτικά κινήματα και θα τα οδηγήσει στον αγώνα για την εξουσία. Το 1914 το κόμμα των Μπολσεβίκων και ακόμη οι σπαρτακιστές στη Γερμανία μπόρεσαν να δώσουν επαναστατική ηγεσία και, χάρη στην προηγούμενη εργασία τους, κέρδισαν την εμπιστοσύνη μεγάλων τμημάτων των μαζών. Σήμερα αντίθετα, με τη συνεχιζόμενη αποσύνθεση του κομμουνιστικού κινήματος, που ξεκίνησε με την επικράτηση του σταλινισμού και ολοκληρώθηκε με τη διάλυση της ΕΣΣΔ, δεν διαφαίνεται τίποτε ανάλογο. Η διατήρηση ισχυρών κατάλοιπων του σταλινισμού, όπως το ΚΚΡΟ (που στηρίζει μαχητικά τον πόλεμο του Πούτιν) και το ΚΚΕ, αντιπροσωπεύει ένα καίριο πρόβλημα, γιατί εμποδίζουν την ανασύνταξη του κομμουνιστικού κινήματος και προδίδουν τα κινήματα, όπως έκανε η ηγεσία του ΚΚΕ το 2011-12. Το παραμέρισμά τους δεν θα είναι εύκολο, καθώς η συνοχή τους συγκρατείται από τα συμφέροντα του γραφειοκρατικού μηχανισμού τους. Από την άλλη μεριά, οι τροτσκιστικές και άλλες ομάδες του κομμουνιστικού χώρου διακρίθηκαν συχνά από διανοουμενίστικες τάσεις, το αποτέλεσμα όντας συνεχείς διασπάσεις και αδυναμία εδραίωσης σταθερών δεσμών με τις μάζες.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι ο παλιός κύκλος του κομμουνιστικού κινήματος έχει κλείσει. Η ανασύνταξή του, ώστε να ανταποκριθεί στα τεράστια, κοσμοϊστορικά καθήκοντα της νέας εποχής κρίσης και πολέμων, θα είναι μια σύνθετη διαδικασία. Οι νέες πρωτοπορίες θα συγκροτηθούν από τη συνένωση κυρίως όσων ομάδων κατανοούν τον αμυντικό ακόμη χαρακτήρα της περιόδου και την ανάγκη στήριξης σε όλη την επαναστατική παράδοση του μαρξισμού –μια παράδοση που μετά το θάνατο του Λένιν περιλαμβάνει κυρίως το έργο των Τρότσκι, Μπουχάριν, Γκράμσι και Λούκατς– σε διαρκή διαπάλη με το δογματισμό και τις ποικίλες σεκταριστικές και αναθεωρητικές τάσεις. Αυτό θα διασφαλίσει παραπέρα το ρίζωμα στην εργατική τάξη, χωρίς το οποίο και την εργατική κομματική πειθαρχία που θα φέρει, δεν μπορεί να νικηθεί το σιδερένιο τέρας του σύγχρονου ιμπεριαλισμού. Στο λίγο χρόνο που απομένει μόνο μια τέτοια εργασία θα μας κάνει ικανούς να συνεισφέρουμε στη νικηφόρα έκβαση των επαναστάσεων της εποχής μας.

Όλα αυτά όμως είναι η μουσική του μέλλοντος που θα συντεθεί και θα ακουστεί όταν θα έχει συγκροτηθεί σε κάθε χώρα μια κομμουνιστική πρωτοπορία. Θα φτάσουμε εκεί μόνο αν εκπληρωθούν δυο προκαταρκτικά βήματα.

Το πρώτο είναι η ρήξη με τις ομάδες που στέκουν επίμονα σε μια γραμμή υποστήριξης της Ρωσίας ή ουδετερότητας στην ουκρανική κρίση. Η υποστήριξη της Ρωσίας είναι ένα άλμα στον γκρεμό· η ουδετερότητα σημαίνει να κάνουμε πηδηματάκια επί τόπου, όταν η ιστορική κατάσταση απαιτεί άλματα προς τα εμπρός. Και στις δυο περιπτώσεις καμιά κομμουνιστική δράση δεν μπορεί να υπάρξει, μόνο ένας καθημερινός διασυρμός των βάσεων και των αρχών του κομμουνισμού.

Το δεύτερο είναι η προσέγγιση και συνένωση των μαρξιστικών αναφορών ομάδων που συμφωνούν στην υποστήριξη της ουκρανικής αντίστασης (η οποία φυσικά περιλαμβάνει και μια συντροφική συζήτηση με τις μη σταλινικές, διεθνιστικές ομάδες που συγχέουν το ουκρανικό ζήτημα). Η κεντρική δυσκολία στον αγώνα για το σοσιαλισμό βρίσκεται τελικά στο γεγονός ότι οι δυνάμεις του συστήματος, παρά τη φαυλότητα, τη νωθρότητα και την ασχήμια τους, είναι ήδη συγκεντρωμένες, ενώ εκείνες του κινήματος και των πρωτοποριών του πρέπει να συγκεντρωθούν, βγαίνοντας από το διασκορπισμό και την αποδιοργάνωση στις οποίες τις ωθεί ο ίδιος ο καπιταλισμός με τον τρόπο που υπαγορεύει η ίδια η πραγματικότητα. Αυτή η συνένωση δυνάμεων είναι η Ρόδος του παρόντος.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Οι Πολωνοί Κομμουνιστές Απέναντι στον Στάλιν από τις εκδόσεις Redmarks.

[1] Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 27, σελ. 392, 393.

[2] Βλέπε το γνωστό άρθρο του Λένιν, «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Άπαντα, τόμ. 26, σελ. 359-363.

[3] Λένιν, Άπαντα, τόμ. 43, σελ. 211.

[4] Στοιχεία από «Billionaires by country», https://worldpopulationreview.com/country-rankings/billionaires-by-country.

[5] Λένιν, «Η πτώση του Πορτ Άρθουρ», Άπαντα, τόμ. 9, σελ. 156-157.

[6] Στο ίδιο, σελ. 158, επίσης σελ. 156 για την κριτική στον Ζορές.

[7] Βλέπε σχετικά Χρ. Κεφαλής, «Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι δημοσιολόγοι του ΝΑΡ», https://xekinima.org/chr-kefalis-o-polemos-stin-oykrania-kai-oi-dimosiologoi-toy-nar/ και Χρ. Κεφαλής, «Και πάλι για τον πόλεμο στην Ουκρανία», https://xekinima.org/chr-kefalis-kai-pali-gia-ton-polemo-stin-oykrania/.

[8] Βλέπε «Ρωσία: Πλέον δεν έχει πλήρη έλεγχο σε καμία από τις τέσσερις περιοχές που προσάρτησε», https://www.in.gr/2022/10/04/world/rosia-pleon-den-exei-pliri-elegxo-se-kamia-apo-tis-tesseris-perioxes-pou-prosartise/.

[9] Βλέπε «Alexander Kots (journalist)», https://en.wikipedia.org/wiki/Alexander_Kots_(journalist)..

[10] Βλέπε «Ρωσία: Πλέον δεν έχει πλήρη έλεγχο σε καμία από τις τέσσερις περιοχές που προσάρτησε», ό.π. Ο Μιτρόκιν είναι ένας προοδευτικός σχολιαστής, συγγραφέας αξιόλογων μελετών για το ρωσικό εθνικισμό στα 1950-80 και ιδιαίτερα για τη ρωσική εκκλησία σήμερα, ώστε η ανάλυσή του να είναι από μια άποψη ακόμη πιο σημαντική από του Κοτς. Βλέπε «Митрохин, Николай Александрович», https://ru.wikipedia.org.

[11] «Ρωσία: Πλέον δεν έχει πλήρη έλεγχο σε καμία από τις τέσσερις περιοχές που προσάρτησε», ό.π.

[12] «Λουδδιτης Λουδενς (Δραμουντανης Χαραλαμπος)».

[13] Για μια ανάλυση της σύμπλευσης του Λαφαζάνη με τα κάθε λογής φασιστοειδή, στον πόλεμο στην Ουκρανίας και ευρύτερα, βλ. Χρ. Κεφαλής, «Ο Λαφαζάνης, τα φασιστοειδή της Ίσκρα και ο πόλεμος στην Ουκρανία», https://xekinima.org/chr-kefalis-o-lafazanis-ta-fasistoeidi-tis-iskra-kai-o-polemos-stin-oykrania/ και στο elaliberta.gr.

[14] Βλέπε «Για την άγρια δολοφονία της 22χρονης Μαχσά Αμινί και τις κινητοποιήσεις στο Ιράν», ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ, https://www.kke.gr/article/Gia-tin-agria-dolofonia-tis-22xronis-Maxsa-Amini-kai-tis-kinitopoiiseis-sto-Iran/· «Ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Επαναφέρει θέμα “εγγυήσεων” από τις ΗΠΑ η Τεχεράνη», Ριζοσπάστης, 20.9.2022 και «Φουντώνουν οι διαδηλώσεις μετά τον θάνατο της Αμινί», Ριζοσπάστης, 22.9.2022.

[15] Δ. Καλτσώνης, «Ο Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και η Ουκρανία σήμερα», https://info-war.gr/o-lenin-gia-ton-imperialismo-kai-i-oykra/.

[16] «NOAM CHOMSKY AND JEREMY SCAHILL ON THE RUSSIA-UKRAINE WAR, THE MEDIA, PROPAGANDA, AND ACCOUNTABILITY», https://theintercept.com/2022/04/14/russia-ukraine-noam-chomsky-jeremy-scahill/.

[17] «Chomsky and Barsamian, In Ukraine, Diplomacy Has Been Ruled Out», https://chomsky.info/20220616/.

[18] Βλέπε Λένιν, «Ακόμη μια φορά για το συνδικάτα», Άπαντα, τόμ. 42, σελ. 291.

[19] Εδώ και παρακάτω τα παραθέματα είναι από τα άρθρα Κ. Κατς, «Is Russia an imperialist power?», μέρη Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και IV, στο links.org.au/ και Μ. Πρέμπστινγκ, «Ρωσία: Μια ιμπεριαλιστική δύναμη ή μια “μη-ηγεμονική αυτοκρατορία εν τη γενέσει της”; Μια απάντηση στον Αργεντινό οικονομολόγο Κλαούντιο Κατς», στο elaliberta.gr.

[20] «Repudiation of debt at the Russian Revolution», https://en.wikipedia.org/wiki/Repudiation_of_debt_at_the_Russian_Revolution.

[21] Β. Λιόσης, «Το κρίσιμο ερώτημα: έχει σημασία ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας;», https://www.kommon.gr/politiki/dialogos/item/5642-to-krisimo-erotima-exei-simasia-poios-tha-kerdisei-ton-polemo-rosias-oukranias-tou-vasili-liosi

[22] Στο ίδιο.

[23] Για το 1913 βλέπε «Gross domestic product (GDP) per capita in the Soviet Union in select years between 1900 and 1950», https://www.statista.com/statistics/1073160/ussr-gdp-per-capita-1900-1950/ και «Gross domestic product (GDP) per capita in emerging economic powers in 1870, 1900 and 1913», https://www.statista.com/statistics/1076279/gdp-per-capita-emerging-economic-powers-1870-1913/. Για σήμερα, βλέπε «Russian Federation Datasets», https://www.imf.org/external/datamapper/profile/RUS και «United States Datasets”, https://www.imf.org/external/datamapper/profile/USA και «GDP per Capita by Country 2022», https://worldpopulationreview.com/country-rankings/gdp-per-capita-by-country.

[24] Βλέπε Forbes, «The Global 2000, 2022”, https://www.forbes.com/lists/global2000/?sh=49121d515ac0.

[25] R. Clarke και R. Annis, «The Myth of “Russian Imperialism”: in defence of Lenin’s analyses», http://links.org.au/myth-russian-imperialism-defence-lenins-analyses. Για την πλούσια απολογητική αρθρογραφία του Άνις υπέρ του ρωσικού ιμπεριαλισμού βλέπε, «Russia, Crimea, Ukraine: articles by Roger Annis», https://socialistincanada.ca/category/ukraine-crimea-russia/.

[26] Γκ. Μπλακ, «Critical resources, imperialism and the war against Russia», https://www.wsws.org/en/articles/2022/05/28/mine-m28.html.

[27] Ντ. Νορθ, «The NATO-Russia war and the tasks of the international working class», https://www.wsws.org/en/articles/2022/05/02/pers-m02.html.

[28] Βλέπε «BLINDNESS FOLLOWED BY DELIRIUM, DIARRHEA – SYMPTOMS REPORTED AS COVID-19 KILLS LAST SURVIVING AUSTRALIAN JOURNALISTS – LIST OF HOTSPOTS», http://johnhelmer.net/blindness-followed-by-delirium-diarrhea-symptoms-reported-as-covid-19-kills-last-surviving-australian-journalists-list-of-hotspots/.

[29] Για μια 11άδα άρθρων του Χέλμερ στο mronline, βλέπε https://mronline.org/guest-author/dances-with-bears/.

[30] Κ. Τζόνστον, «Ukraine Is A Sacrificial Pawn On The Imperial Chessboard», https://caitlinjohnstone.com/2022/03/06/ukraine-is-a-sacrificial-pawn-on-the-imperial-chessboard/.

[31] Α. Γουντς, «Πόλεμος στην Ουκρανία: είναι η αρχή του Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου;», https://marxismos.com/ucrania-3os-pagosmios/.

[32] «Πόλεμος στην Ουκρανία: αιτίες, συνέπειες, προοπτικές», https://www.redtopia.gr/polemos-stin-oukrania-aities-synepeies-prooptikes/.

[33] «Μαζικό αντιπολεμικό κίνημα τώρα! Αντιπολεμικές Διαδηλώσεις, Τρίτη 1/3», https://www.okde.gr/archives/16241.

[34] Α. Αποστολόπουλος, «“Είμαστε με την καλή πλευρά της Ιστορίας”», https://slpress.gr/politiki/quot-eimaste-me-tin-kali-pleyra-tis-istorias-quot/.

[35] «Ο πόλεμος της Ουκρανίας: μια διεθνιστική ταξική τοποθέτηση – Δήλωση της IMT», https://marxismos.com/dilosi_imt_gia_oukrania/.

[36] Η. Χριστοφορίδης, «Ο πόλεμος στην Ουκρανία το πρώτο επεισόδιο του Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου;», Εργατική Πάλη, Απρίλης 2022 και «Πόλεμος στην Ουκρανία: αιτίες, συνέπειες, προοπτικές», https://www.redtopia.gr/polemos-stin-oukrania-aities-synepeies-prooptikes/.

[37] «Αρθρο-φωτιά του Ντούγκιν: Βρισκόμαστε στα πρόθυρα του Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου», https://www.in.gr/2022/09/30/world/arthro-fotia-tou-ntougkin-vriskomaste-sta-prothyra-tou-g-pagkosmiou-polemou/.

[38]Π. Λαφαζάνης, https://iskra.gr/klimakonetai-g-pagkosmios-polemos-to-nato-kiryxe-polemo-sti-rosia-epikeitai-epithesi-tourkias/, Ν. Ζ. «Η “Αριστερά” στην “κοσμάρα” της-“Ξέχασε” τον “Γ Παγκόσμιο Πόλεμο” στο Πολυτεχνείο», https://iskra.gr/i-aristera-stin-kosmara-tis-xechase-ton-g-pagkosmio-polemo-sto-polytechneio/ Φ. Ν., https://iskra.gr/kiryxi-g-pagkosmiou-polemou-apo-ee-pros-aftopagidevmeni-pros-stigmin-rosia/ κ.λπ.

[39] Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ, «Για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία», ΚΟΜΕΠ, 2, 2022, https://www.komep.gr/m-article/Gia-ton-imperialistiko-polemo-stin-Oykrania/.

[40] «Εμβάθυνση της επέμβασης με αξιοποίηση των τζιχαντιστών», Ριζοσπάστης, 2.11.2014.

[41] «Πόλεμος στην Ουκρανία: αιτίες, συνέπειες, προοπτικές», https://www.redtopia.gr/polemos-stin-oukrania-aities-synepeies-prooptikes/.

[42] Ε. Τραβέρσο, «Μπορούμε να πάμε πέρα από τον κομμουνισμό μόνο αν αναμετρηθούμε με την ιστορία του», https://www.redtopia.gr/boroume-na-pame-pera-apo-ton-kommounismo-mono-an-anametrithoume-me-tin-istoria-tou/.

[43] Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, χ.χ., σελ. 52.

[44] Λ. Τρότσκι, «Για τον Σινοϊαπωνικό Πόλεμο», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 17, σελ. 119, 120.

[45] Λένιν, Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 42, σελ. 296, 292 – οι υπογραμμίσεις του Λένιν.

[46] Βλ. Κ. Σκορδούλης, Φιλοσοφία και Επιστήμη στα Κείμενα του Λ. Τρότσκι, εκδ. Ίαμος, Αθήνα 1995, σελ. 71, 74. Στη θεώρηση του Τρότσκι υπάρχει και μια αδυναμία, στο βαθμό που δεν αποδίδει επαρκή προσοχή στο θεμέλιο της διαλεκτικής, τη διαλεκτική αντιφατικότητα, την οποία δεν θα συζητήσουμε εδώ.

[47] Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, σελ. 33.

[48] Λ. Τρότσκι, στο ίδιο, σελ. 167.

[49] Βλέπε Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον “ιμπεριαλιστικό οικονομισμό”», Άπαντα, τόμ. 30, σελ. 116.

[50] Ε. Μαράκης, “ Τα τρία ΟΧΙ και το ένα ΝΑΙ στη Συμφωνία των Πρεσπών», http://agonaskritis.gr.

[51] Λ. Τρότσκι, «Μάθετε να σκέφτεστε», https://www.neaprooptiki.gr/leon-trotski-mathete-na-skefteste/.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2022 19:56

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.