Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019 20:39

Εκλογές στις 7 του Ιούλη: Καλώς ήλθατε στην «κανονικότητα» της ταξικής πόλωσης.

Γράφτηκε από

 

Εκλογές στις 7 του Ιούλη:

Καλώς ήλθατε στην «κανονικότητα» της ταξικής πόλωσης.

του Παντελή Αυθίνου

μέλους της ΤΕ Καλλιθέας και του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά στο αποτέλεσμα των κοινοβουλευτικών εκλογών της 7ης του Ιούλη. Το ένα είναι η νίκη της ΝΔ, η οποία κατάφερε να συσπειρώσει σε ενιαίο πολιτικό μπλοκ εξουσίας γύρω από το μεγάλο κεφάλαιο, το σύνολο της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης, τους μικρομεσαίους εμποροβιοτέχνες και τα επιστημονικά επαγγελματικά στρώματα.

Το δεύτερο είναι η εκλογική συσπείρωση των λαϊκών μαζών στον ΣΥΡΙΖΑ και η χρήση του ψηφοδελτίου του για να αποτρέψουν την επιστροφή της ΝΔ στην κυβέρνηση.

Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά θα καθορίσουν το πολιτικό πλαίσιο της ταξικής πάλης, τόσο στην κεντρική πολιτική σκηνή, όσο και στο επίπεδο των εργατικών αγώνων και των κοινωνικών κινημάτων.

Η συγκρότηση του νέου αστικού μπλοκ εξουσίας

Η συσπείρωση του αστικού κόσμου γύρω από την ΝΔ, αποτυπώνεται με εντυπωσιακό τρόπο στην πλήρη εξαφάνιση του συνόλου των κομμάτων που δημιουργήθηκαν στην περίοδο της πολιτικής κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, με στόχο να εκφράσουν την ρήξη στις σχέσεις του μεγάλου κεφάλαιου με τα μικρομεσαία αστικά στρώματα. Τόσο τα μικροαστικά κόμματα που εντάχθηκαν εξ αρχής στο παραδοσιακό αστικό μπλοκ εξουσίας –το Ποτάμι και η Ένωση Κεντρώων- όσο και οι ΑΝΕΛ, που συγκροτήθηκαν συνδυάζοντας την ακροδεξιά ιδεολογία με την σύγκρουση με τα μνημόνια και τους διεθνείς δανειστές, έχασαν τη συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων τους προς την ΝΔ. Το ίδιο έγινε και με ένα τμήμα των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής.

Στον χώρο της άκρας δεξιάς η Χρυσή Αυγή έχασε το 58% της εκλογικής δύναμης που είχε τον Σεπτέμβρη του 2015. Από 6,99% έπεσε στο 2,93%. Το αντιφασιστικό κίνημα πέτυχε μια τεράστια νίκη βγάζοντας τους φασίστες έξω από τη Βουλή και το πολιτικό σκηνικό. Μια νίκη που για να ολοκληρωθεί χρειάζεται να οδηγηθούν όλοι οι ναζί δολοφόνοι στην φυλακή.

Στην θέση της Χρυσής Αυγής ήλθε η Ελληνική Λύση που πήρε την συντριπτική πλειοψηφία των ψήφων που έφυγαν από τους ναζί. Πρόκειται για μια ακροδεξιά που στον ρόλο των δολοφονικών παραστρατιωτικών συμμοριών που επιδιώκουν να ελέγξουν τον δημόσιο χώρο, θέλει να βάλει το βαθύ κράτος και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του. Πρόκειται δηλαδή για την «σοβαρή Χρυσή Αυγή» που διάφορα στελέχη της ΝΔ θεωρούσαν σαν έναν πιθανό κυβερνητικό εταίρο. Τελικά όμως, ο Μητσοτάκης εξασφάλισε αυτοδυναμία και έτσι ο Βελόπουλος δεν φόρεσε το υπουργικό κοστούμι που είχε ετοιμάσει.

 

Η συσπείρωση των λαϊκών μαζών γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ

Στην απέναντι όχθη, στην πλευρά των λαϊκών μαζών, καταγράφτηκε μια επίσης εντυπωσιακή συσπείρωση γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Έχοντας του επιβάλλει καταρχάς μια «κοινοβουλευτική τιμωρία» στις ευρωεκλογές του περασμένου Μάη, ο εργαζόμενος λαός, αυτήν την φορά, επέλεξε το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ προσπαθώντας να σταματήσει την επιστροφή της ΝΔ στην κυβέρνηση. Η πρωτιές του ΣΥΡΙΖΑ σε όλους τους εργατικούς Δήμους και τις συνοικίες, στην νεολαία, στις/στους άνεργες/γους, στους/στις φυλακισμένους/νες είναι αδιάψευστες αποδείξεις αυτού του γεγονότος.

Την ίδια ώρα ένα τμήμα της αριστερής διαμαρτυρίας απέναντι στην συνθηκολόγηση και την προδοσία των λαϊκών προσδοκιών από τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015 εκφράστηκε με την ψήφο στο ΜέΡΑ25 του Γιάννη Βαρουφάκη. Πετυχαίνοντας να ξεχαστεί το γεγονός πως ο ίδιος μαζί με τον Τσίπρα άνοιξαν τον δρόμο για την προδοσία του Ιούλη του 2015, όταν στις 20 του Φλεβάρη του ίδιου χρόνου υπέγραψαν μαζί την αποδοχή της διατήρησης του μέχρι τότε «μνημονιακού κεκτημένου», ο Γιάννης Βαρουφάκης εμφανίστηκε σαν ο εκφραστής της μάχης του Δημοψηφίσματος και ο υπερασπιστής του λαϊκού ΟΧΙ.

Το ΜέΡΑ25 θα πρέπει να γίνει κατανοητό σαν μια «εσωτερική» αριστερή αντιπολίτευση στα πλαίσια του ευρύτερου πολιτικοκοινωνικού ρεύματος που συγκροτήθηκε γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ στην περίοδο 2010-2015.

Αθροίζοντας τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ (31,53%) και του ΜέΡΑ25 (3,44%) βλέπουμε ότι αυτό το μπλοκ συγκεντρώνει 34,97%, μόλις 0,49% λιγότερο από το 35,46% του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015.

 

Κυβέρνηση ταξικού πολέμου

Δεν χωράει αμφιβολία ότι η κυβέρνηση της ΝΔ αποτελεί μια ρεβανσιστική κυβέρνηση ταξικού πολέμου κατά του εργαζόμενου λαού. Η συγκρότηση των αστικών τάξεων γύρω από την ΝΔ βασίζεται πάνω στην ενότητα με στόχο την αύξηση της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης των εργαζομένων. Καθώς ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται σε περίοδο ασθενικής ανάκαμψης από την κρίση, η υπόσχεση της ΝΔ προς την μικρομεσαία αστική τάξη είναι «ελάτε να διατηρήσουμε μαζί το μνημονιακό κεκτημένο και να απολαύσουμε από κοινού τα οφέλη τις ανάκαμψης πατώντας πάνω στο προλεταριάτο». Το δόγμα του νόμου και της τάξης, η αναβάθμιση της κρατικής καταστολής, η αντιμεταναστευτική υστερία, η επίθεση στον αντιδικτατορικό αγώνα, ο εθνικιστικός παροξυσμός, σηματοδοτούν τον ρεβανσιστικό χαρακτήρα αυτής της νέας συμμαχίας των μικρομεσαίων στρωμάτων με το μεγάλο κεφάλαιο, που έχει σαν στόχο να επιβάλλει εκτός από κοινωνική και ιδεολογική ήττα στο εργατικό κίνημα.

Ωστόσο αυτή η νέα συμμαχία είναι αντικειμενικά υπονομευμένη από την ίδια την κατάσταση τόσο του ελληνικού καπιταλισμού όσο και του παγκόσμιου συστήματος. Η μνημονιακές δεσμεύσεις για αιματηρά πλεονάσματα μέχρι το 2060, η «κυκλοφορική ανεπάρκεια» των ελληνικών τραπεζών λόγω κόκκινων δανείων, και το τεράστιο δημόσιο εξωτερικό χρέος της τάξης του 180%, καταδικάζουν τον ελληνικό καπιταλισμό σε ασθενική ανάκαμψη και περιορισμένες ευκαιρίες για κέρδη. Την ίδια ώρα ο παγκόσμιος καπιταλισμός φαίνεται να μπαίνει σε νέα καθοδική πορεία στους δείκτες αύξησης του ΑΕΠ. Μια νέα βουτιά στην κρίση θα θέσει σε μεγάλη δοκιμασία, την νέα αυτή συμμαχία του αστικού μπλοκ, καθώς θα θυμίσει στους πάντες ότι τελικά αυτό που μετράει είναι τα κέρδη των καπιταλιστών και όχι η «συμβίωση» με τους μικρομεσαίους ιδιοκτήτες και τα επιστημονικά επαγγελματικά στρώματα.

 

Η ταξική πόλωση διατηρείται

Ταυτόχρονα, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαδικασίας που, ενώ έρχεται σαν εξέλιξη μιας μεγάλης πολιτικής και κινηματικής ήττας της εργατικής τάξης, εμπεριέχει το στοιχείο της συσπείρωσης των λαϊκών τάξεων, και όχι του πολιτικού διασκορπισμού τους, όπως έγινε για παράδειγμα στην Ιταλία, με την χρεοκοπία της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης το 2008 σαν αποτέλεσμα της συνθηκολόγησης της με τον κυβερνητισμό και τον νεοφιλελευθερισμό.

Αυτό οφείλεται στο ότι η σχέση του λαϊκών μαζών με τον ΣΥΡΙΖΑ –σαν σχέση κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και ρεφορμιστικής πολιτικής- οικοδομήθηκε μέσα σε συνθήκες σκληρών ταξικών αγώνων και πολιτικής κρίσης του συστήματος. Δεν ήταν μια απλή κοινοβουλευτική επιλογή ψήφου σε συνθήκες καπιταλιστικής «κανονικότητας». Για αυτόν τον λόγο, η μετατόπιση πλατειών λαϊκών μαζών από το ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε συγκυριακά χαρακτηριστικά.

Έχοντας εκφράσει στις ευρωεκλογές τον θυμό τους για την συνθηκολόγηση και την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ, οι εργάτες και οι εργάτριες, τα λαϊκά στρώματα, επέλεξαν σε επίπεδο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης το ψηφοδέλτιο του στις εκλογές της 7ης του Ιούλη. Καθώς δεν είχαν πειστεί ούτε από το ΚΚΕ, ούτε από την ΛΑΕ ούτε από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ότι αποτελούν αξιόπιστη αριστερή κινηματική και πολιτική πρόταση απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, τον ακολούθησαν για μια ακόμα φορά στην κάλπη.

Η συσπείρωση αυτή έχει παράξει ήδη αποτελέσματα στην κεντρική πολιτική σκηνή. Έχει ακυρώσει και στην Ελλάδα –όπως και στην Ισπανία- το σενάριο του «μεγάλου συνασπισμού». Την συγκυβέρνηση δηλαδή δεξιάς – σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή είναι και η ρίζα της συνεχιζόμενης κρίσης στο ΚΙΝΑΛ, που προκάλεσε την ρήξη Γεννηματά – Βενιζέλου προεκλογικά, και τις αποσκιρτήσεις στελεχών του ΚΙΝΑΛ, όπως ο Χρυσοχοΐδης, προς την ΝΔ στην συνέχεια.

Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τις επιλογές της εργατικής τάξης, θεωρώντας ότι οι σχέσεις της με τα πολιτικά κόμματα στα οποία επενδύει κοινοβουλευτικά είναι αποκλειστικά χρησιμοθηρικές. Οι λαϊκές μάζες θα επιχειρήσουν να δοκιμάσουν για άλλη μια φορά τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτήν την φορά από την θέση της αντιπολίτευσης, για να δουν αν μπορούν να υπολογίζουν επάνω του στην οργάνωση της αντίστασης στους κοινωνικούς χώρους.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα απογοητευτούν για μια ακόμα φορά. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχει επιλέξει να κινηθεί προς τα δεξιά με ακόμα μεγαλύτερα βήματα. Στόχος της είναι να αναδειχθεί στον βασικό σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό πόλο στην Ελλάδα, αφού ήδη έχει προσχωρήσει στον σοσιαλφιλελευθερισμό. Οι διακηρύξεις για «άνοιγμα του κόμματος» θα πρέπει να γίνουν κατανοητές σαν κάλεσμα για είσοδο σε όλα τα γραφειοκρατικά στελέχη της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης στον κρατικό μηχανισμό, στα συνδικάτα και στους κοινωνικούς χώρους και βέβαια, όχι σαν άνοιγμα για είσοδο αγωνιστριών και αγωνιστών που θέλουν να οργανώσουν την σύγκρουση με τις πολιτικές της ΝΔ.

Πολιτικές στις οποίες είναι δεσμευμένη εξάλλου και η ίδια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ καθώς αυτή έχει καθορίσει το πλαίσιο των πλεονασμάτων και της συνολικής πολιτικής μέχρι το 2060. Για αυτό και το κέντρο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι η «υπεύθυνη και πολιτισμένη αντιπολίτευση» που –όπως διαβεβαίωσε ο ίδιος ο Τσίπρας- δεν θα θέσει θέμα πρόωρης πτώσης της κυβέρνησης.

Αν και είναι σίγουρο ότι θα υπάρξουν αγωνιστές και αγωνίστριες της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ που θα θελήσουν να ανταποκριθούν στις αγωνιστικές απαιτήσεις της εργατικής τάξης, ο ΣΥΡΙΖΑ σαν κόμμα έχει ήδη αθροίσει τις δυνάμεις του στα συνδικάτα με την εργοδοτική και κυβερνητική γραφειοκρατία της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ. Είναι λοιπόν καταδικασμένος να μην αποκτήσει οργανικούς δεσμούς με τον εργαζόμενο λαό μέσα στα μαζικά κινήματα. Η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση δεν θα μετατραπεί και σε οργανική κοινωνική εκπροσώπηση.

 

Επιστροφή στην αστική «κανονικότητα»;

Πολλοί έτρεξαν να μιλήσουν για επιστροφή στην κανονικότητα του αστικού δικομματισμού και της σταθερής εναλλαγής στην εξουσία δύο νέων πόλων του πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης. Ένα συμπέρασμα που στηρίζεται στο άθροισμα των ποσοστών της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ που ξεπερνάει το 70%.

Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει από την προσοχή, ότι αυτή η επιστροφή στην αστική πολιτική «κανονικότητα», γίνεται σε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον από αυτό της περιόδου 1993-2008. Τότε ο ελληνικός καπιταλισμός σημείωνε ρεκόρ ανάπτυξης με ρυθμούς πάνω από 3% ακόμα και σε φάσεις παγκόσμιας ύφεσης όπως την περίοδο 1998-2002.

Τώρα ο ελληνικός καπιταλισμός είναι χρεωκοπημένος, καταδικασμένος σε αφαίμαξη πόρων και κεφαλαίων μέχρι το 2060, με συμπιεσμένα ποσοστά κέρδους και υποχρεωμένος να πιέζει βάναυσα την εργατική τάξη για να διατηρήσει το επίπεδο απόδοσης των κεφαλαίων του. Μια περίοδος σκληρής ταξικής πάλης, ικανής να πυροδοτήσει εκ νέου έντονο ταξικό μίσος, βρίσκεται μπροστά μας. Αυτή είναι μια νέα «κανονικότητα».

Το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι η εργατική τάξη θέλει να αντισταθεί σε αυτήν την νέα περίοδο ταξικής επίθεσης. Βρίσκεται όμως απέναντι σε ένα εξαιρετικά αρνητικό ταξικό ισοζύγιο καθώς:

Α) Μέσα από την πλήρη επικράτηση της μνημονιακής πολιτικής η εργατική τάξη έχει χάσει εργασιακές και κοινωνικές κατακτήσεις που κερδήθηκαν με δεκαετίες αγώνων.

Β) Έχει να αντιμετωπίσει την νέα συσπείρωση του συνόλου των αστικών στρωμάτων γύρω από το κεφάλαιο.

Γ) Τα εργατικά συνδικάτα έχουν δεχτεί σκληρό κτύπημα. Η τεράστια ανεργία και η αριθμητική μείωση της δύναμης τους είναι η μια αιτία για αυτό. Η κυριότερη όμως είναι το γεγονός ότι η γραφειοκρατικές τους ηγεσίες συνθηκολόγησαν με τα μνημόνια, διεκδικώντας μόνο την συνδιαχείριση στον τρόπο εφαρμογής τους. Βύθισαν έτσι το συνδικαλιστικό κίνημα στην ανυποληψία και την κρίση. Τελικό αποτέλεσμα η τεράστια υποχώρηση της κοινωνικής θέσης της εργατικής τάξης, που αποτυπώνεται στην υπονόμευση του δικαιώματος στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και την απώλεια της δυνατότητας για καθορισμό του κατώτερου μισθού μέσω υπογραφής Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) από την ΓΣΕΕ.

Δ) Το σύνολο της αριστεράς βρίσκεται σε κρίση καθώς δεν μπορεί να διατυπώσει συγκεκριμένη στρατηγική κινηματικής αντεπίθεσης δεμένης με την προοπτική της αντικαπιταλιστικής ρήξης.

 

Η ανασυγκρότηση των συνδικάτων

Το εργατικό κίνημα βρίσκεται λοιπόν υποχρεωμένο να ξεκινήσει τους αγώνες της νέας περιόδου από θέσεις άμυνας και αποτροπής της εργοδοτικής και κυβερνητικής βαρβαρότητας. Αυτήν που ήδη την είδαμε να κάνει την εμφάνιση της, μέσα από το κύμα σαρωτικών ιδιωτικοποιήσεων που εξάγγειλε ο Μητσοτάκης, σε συνδυασμό με την επίθεση τον κατώτερο μισθό και τις τριετίες που ξεκίνησε ο ΣΕΒ.

Η ανασυγκρότηση των συνδικάτων, η μαζικοποίηση όσων υπάρχουν, η ίδρυση νέων εκεί που δεν υπάρχουν, η οργάνωση της τεράστιας «θάλασσας» της επισφαλούς και ελαστικής εργασίας, η συσπείρωση των ανέργων, είναι η πρώτη και απαραίτητη δουλειά που πρέπει να γίνει, χέρι – χέρι με την οργάνωση των αγώνων και των αντιστάσεων.

Η απαλλαγή των συνδικάτων και της ίδιας της ΓΣΕΕ από τον θανάσιμο εναγκαλισμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας θα πρέπει να είναι ο βασικός στόχος αυτής δουλειάς. Η ίδια η ΓΣΕΕ αποτελεί έναν πολύτιμο εργατικό θεσμό που κτίστηκε από τους αγώνες της εργατικής τάξης. Με την τύχη της είναι δεμένη και η τύχη μιας άλλης ιστορικής εργατικής κατάκτησης, που πολύ λίγα εργατικά κινήματα έχουν καταφέρει, η υπογραφή ΕΓΣΣΕ. Όσοι διατείνονται ότι υποστηρίζουν τον θεσμό της ΕΓΣΣΕ θα πρέπει να καταλαβαίνουν ότι αυτή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την παρουσία μιας γνήσιας εργατικής συνομοσπονδίας που θα την διεκδικήσει και θα την υπογράψει.

Η συγκρότηση ενός δικτύου αγωνιστριών και αγωνιστών βάσης και συνδικαλιστικών σχημάτων, που θα συσπειρώνει όλες τις δυνάμεις που θέλουν να προχωρήσουν στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, ακόμα και τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ που θα ανταποκριθούν στις πιέσεις του κόσμου της εργασίας για αγωνιστικές απαντήσεις, μαζί με έναν συντονισμό πρωτοβάθμιων σωματείων ομοσπονδιών και εργατικών κέντρων, είναι τα εργαλεία για να εκπληρώσουμε αυτόν τον σκοπό. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να στηρίξουμε τους αγώνες που θα ξεσπάσουν, να πάρουμε τον έλεγχο από τα χέρια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να επανακατακτήσουμε τα συνδικάτα.

Για να γίνουν όλα αυτά χρειάζεται μια αριστερά που να διαθέτει την τακτική και στρατηγική διαύγεια που απαιτεί η υλοποίηση τους.

 

Η χρεοκοπία της ρεφορμιστικής αριστεράς.

Έχουμε μιλήσει ξανά για την χρεοκοπία του ΚΚΕ και της ΛΑΕ, των δύο πόλων της ρεφορμιστικής αριστεράς.

Το ΚΚΕ έχει την ευθύνη μιας αντιπολίτευσης που βρέθηκε απέναντι στα κινήματα και όχι στο πλάι τους από το 2008 και μετά. Που στήριξε τον Καραμανλή στην νεολαιίστικη εξέγερση για την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Που συγκρούστηκε με το κίνημα των πλατειών και το κατήγγειλε σαν πηγή ανόδου της ακροδεξιάς. Που υπόταξε το εργατικό κίνημα στις προτεραιότητες της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, σχεδιάζοντας μαζί με τον Παναγόπουλο το απεργιακό πρόγραμμα από το 2016 και μετά, οδηγώντας στην ήττα το κίνημα ενάντια στον νόμο Κατρούγγαλου. Που επέμεινε και συνεχίζει να επιμένει στην άρνηση της κοινής δράσης και στον απόλυτο έλεγχο κάθε κινητοποίησης, ακυρώνοντας έτσι κάθε δυνατότητα της βάσης των συνδικάτων να ξεπεράσει τον έλεγχο των γραφειοκρατών. Που συνθηκολόγησε με την ακροδεξιά αντιμεταναστευτική ρητορεία στο όνομα της προσέλκυσης των ψήφων των μικροαστών νοικοκυραίων στα νησιά αλλά και στην Αθήνα. Που προσχώρησε στο σοσιαλσωβινισμό στο θέμα του Μακεδονικού προδίδοντας την ιστορία των Μακεδόνων και Μακεδονισσών ανταρτών και ανταρτισσών του ΔΣΕ. Προκειμένου το ΚΚΕ να αποτελέσει χρήσιμη δύναμη στην ανασυγκρότηση του μαζικού κινήματος και της αριστεράς πρέπει να αποβάλλει αυτά τα χαρακτηριστικά της πολιτικής του.

Η ΛΑΕ βιώνει την πλήρη πολιτική κατάρρευση εξαιτίας ακριβώς των φυσιογνωμικών και προγραμματικών αδιεξόδων της. Στο πολιτικό επίπεδο δεν έκανε καμία αυτοκριτική για την αποτυχία της σαν εσωκομματική αριστερή αντιπολίτευση το πρώτο 6αμηνο του 2015 να οργανώσει την αντίσταση στους διαρκείς συμβιβασμούς του διδύμου Τσίπρα Βαρουφάκη με την Τρόικα. Δεν έκανε καμία αυτοκριτική μέχρι σήμερα για την συμμετοχή της στο ξεζούμισμα των αποθεματικών των δημόσιων οργανισμών για να πληρώνονται οι δόσεις προς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ. Αυτή όμως είναι η μια μόνο πλευρά του προβλήματος. Η άλλη πλευρά είναι η προσχώρηση και της ΛΑΕ στο σοσιαλσωβινισμό, στις θεωρίες της εδαφική απειλής από την γειτονική μας Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, στην φιλοπόλεμη ρητορική για το Αιγαίο και την Κύπρο.

 

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η αντικαπιταλιστική αριστερά.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι το πολιτικό μέτωπο που επιχείρησε να βρεθεί δίπλα στο σύνολο του κόσμου που πήρε μέρος στην ταξική σύγκρουση της περιόδου 2010-2015. Που προσπάθησε να αγκαλιάσει τις νέες ευαισθησίες και τα ζητήματα που αναδείκνυε αυτός ο κόσμος.

Το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα που επεξεργάστηκε, αν και πρωτόλειο, αποτελεί μια τεράστια πολιτική κατάκτηση για την αντικαπιταλιστική αριστερά στην χώρα μας. Βασικά του σημεία, η παύση πληρωμών και η διαγραφή του χρέους, η έξοδος από το ευρώ και την Ε.Ε., η άμεση μεταφορά εισοδήματος, πλούτου και εξουσίας από την αστική τάξη στις λαϊκές μάζες, η υλοποίηση αυτών των στόχων από το ίδιο το μαζικό κίνημα, η δημιουργία αμεσοδημοκρατικών θεσμών βάσης, ανταγωνιστικών προς τους θεσμούς του αστικού κράτους.

Όμως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε τρία βασικά προβλήματα.

Το πρώτο είναι η αποτυχία της να οικοδομήσει ενιαίο μέτωπο με τις λαϊκές μάζες που πάλεψαν και τελικά, σε πρώτη φάση, συσπειρώθηκαν γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπόρεσε να οικοδομήσει δηλαδή τις απαραίτητες οργανωτικές γέφυρες που θα βοηθούσαν αυτόν τον κόσμο να προσπεράσει τον ΣΥΡΙΖΑ την κρίσιμη στιγμή, το καλοκαίρι του 2015. Ούτε πραγματικός συντονισμός πρωτοβάθμιων σωματείων, ομοσπονδιών και εργατικών κέντρων δημιουργήθηκε, που θα μπορούσε να κινητοποιήσει πραγματικές δυνάμεις ενάντια στην συμμαχία ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ σε αυτήν την φάση. Ούτε κοινή δράση στο αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό μέτωπο αναπτύχθηκε, ώστε να δοθεί διέξοδος στον κόσμο που εξαγριώθηκε με την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ στο μεταναστευτικό και την αντιμεταναστευτική συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας.

Το δεύτερο πρόβλημα ήταν η αδυναμία να επεξεργαστεί μια πρόταση για την εξουσία, που να ανταποκρίνεται στις συνθήκες του 2010-2012, σε αντιπαράθεση με τον κοινοβουλευτικό δρόμο που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μια πρόταση γέφυρα, ανάμεσα στο κίνημα των πλατειών και των γενικών απεργιών που έριξαν την κυβέρνηση Παπανδρέου τον Οκτώβρη του 2011, και την ρήξη με την αστική εξουσία, το αστικό κράτος και την καπιταλιστική οικονομία.

Το τρίτο πρόβλημα είναι η άρνηση ενός σημαντικού τμήματος των συνιστωσών της να υπηρετήσει ενεργητικά το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Αντίθετα σημαντικές δυνάμεις αναζητούσαν συνεχώς πολιτικές συμμαχίες κορυφής με πολιτικούς χώρους στα δεξιά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αρχικά με το Σχέδιο Β και στην συνέχεια με την ΛΑΕ, σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, ακόμα και με ηγετικές φιγούρες του ΣΥΡΙΖΑ που υποτίθεται ότι διαφωνούσαν από τα αριστερά με την πολιτική του.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πλήρωσε αυτά τα προβλήματα συμμετέχοντας και η ίδια στην πολιτική περιθωριοποίηση της αριστεράς που αναδείχτηκε μέσα από τις τελευταίες εκλογές.

Ωστόσο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να συνεχίσει την πορεία της, διατηρώντας σαν αδιαπραγμάτευτη κατάκτηση το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα δράσης.

Πρώτα από όλα πρέπει να απαντήσει στα ζητήματα του ενιαίου μετώπου στο εργατικό κίνημα και τα κοινωνικά κινήματα.

Να επεξεργαστεί το ζήτημα της γέφυρας ανάμεσα στους μαζικούς αγώνες και το ζήτημα της εξουσίας.

Να ενσωματώσει οργανικά την ρήξη με τον εθνικισμό και τις αντιδραστικές διεκδικήσεις της ελληνικής άρχουσας τάξης στην Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, και το Αιγαίο, στα πλαίσια του αμοιβαία αντιδραστικού ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού.

Να ενσωματώσει επίσης οργανικά το σύνθημα των ανοικτών συνόρων, και το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνηση των ανθρώπων.

Να συμπληρώσει το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα με την απαραίτητη οικοσοσιαλιστική διάσταση.

Να αναδείξει τα ζητήματα της έμφυλης καταπίεσης και της καταπίεσης των ομοφυλόφιλων και μη δυαδικών σεξουαλικών ταυτοτήτων, σαν μέτωπα που συμβάλουν εξίσου με την ταξική εκμετάλλευση, στην διαμόρφωση αντικαπιταλιστικής συνείδησης.

Να επεξεργαστεί μια σύγχρονη αντίληψη για τον εργατικό διεθνισμό. Μια αντίληψη που θα ξεκαθαρίζει ότι όλοι οι αγώνες των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων πρέπει να έχουν την ενεργητική μας αλληλεγγύη, ανεξάρτητα αν η κυβέρνηση της χώρας που εξελίσσονται είναι δεξιά, σοσιαλδημοκρατική ή αριστερή και ανεξάρτητα από το γεωπολιτικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ στο οποίο αυτή εντάσσεται.

Να αναδείξει μια διεθνιστική αντίληψη για την ρήξη και την έξοδο από την Ε.Ε. Μια αντίληψη που έχει σαν κέντρο, ότι για να μπορέσει να υπάρξει έξοδος από την Ε.Ε. στην υπηρεσία των εργατικών - λαϊκών συμφερόντων και προσδοκιών, θα πρέπει να έχουν αναπτυχθεί στενοί οργανωτικοί και κινηματικοί δεσμοί αλληλεγγύης με τα μαζικά κινήματα σε όλη την Ε.Ε. τους πραγματικούς, μοναδικούς και απαραίτητους συμμάχους μας σε αυτόν τον αγώνα. Μια αντίληψη που θα αναφέρεται στο στόχο μιας άλλης ομοσπονδιακής ένωσης των Ευρωπαϊκών λαών, τις Ενωμένες Σοσιαλιστικές Πολιτείες της Ευρώπης.

Με αυτές τις προϋποθέσεις η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα μπορέσει να ανταποκριθεί στον νέο ρόλο που θα πρέπει να διεκδικήσει. Τον ρόλο του πολιτικού πόλου γύρω από τον οποίο θα συσπειρωθούν οι πολλές διάσπαρτες δυνάμεις της ταξικής ριζοσπαστικής μαχόμενης και αντικαπιταλιστικής αριστεράς που έχουν προκύψει από το εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης του Ιούλη.

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019 23:59