Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015 13:19

Μετά τις εκλογές: «άμπωτη» ή «πλημμυρίδα»;

 

Μετά τις εκλογές: «άμπωτη» ή «πλημμυρίδα»; του Παντελή Αυθίνου

Σκηνή πρώτη:

Παραθέτουμε από την εφημερίδα "ΤΟ ΒΗΜΑ":

«Το Βερολίνο υποδέχθηκε την επανεκλογή του Αλέξη Τσίπρα και τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με ανάμικτα συναισθήματα: Από τη μια με απογοήτευση, επειδή τελικά δεν επικράτησε το «φιλοευρωπαϊκό μπλοκ» με επικεφαλής τη Νέα Δημοκρατία. Και από την άλλη με ανακούφιση, επειδή επιτέλους σχηματίστηκε μια σταθερή κυβέρνηση που θα αναλάβει να υλοποιήσει το τρίτο μνημόνιο. «Δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα υπεκφυγής» δήλωσε την Τετάρτη ο εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας των συγκυβερνώντων Σοσιαλδημοκρατών Γιοχάνες Κάαρς.  «Η κυβέρνηση Τσίπρα ΙΙ πρέπει να προχωρήσει αμέσως στις μεταρρυθμίσεις».

Σκηνή δεύτερη:

Ο ΣΕΒ στηρίζει τη νέα κυβέρνηση: 

«Το αποτέλεσμα της κάλπης αντανακλά την επιθυμία της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων, για την παραμονή της χώρας μας στην ευρωζώνη, καταργώντας στην πράξη τη διαίρεση μεταξύ "μνημονιακών" και "αντιμνημονιακών" δυνάμεων", αναφέρει ο ΣΕΒ σε ανακοίνωση του για το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης. "Εκφράζει επίσης μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική συναίνεση να εργαστούμε όλοι μας, ώστε να έλθουν επενδύσεις και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, χωρίς άλλες ψευδαισθήσεις και  χρονοτριβές", σημειώνει ο ΣΕΒ.»

 

Σκηνή τρίτη:

Ο Δημήτρης Καμμένος, μετά την αποκάλυψη των ομοφοβικών και αντισημιτικών απόψεών του εξαναγκάζεται σε παραίτηση 12 μόλις ώρες μετά την ορκωμοσία του ως υφυπουργός στη νέα κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου.

Σκηνή τέταρτη:

«Επιστολή προς τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα απέστειλε σήμερα, Παρασκευή, η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (Ε.Σ.Α.μεΑ.) ζητώντας την άμεση ενίσχυση των εισοδημάτων των Ατόμων με Αναπηρία και την άρση όλων των αδικιών και μορφών διάκρισης σε βάρος τους, που όπως υποστηρίζουν έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια.»

Πρόκειται για τέσσερις φαινομενικά αντιφατικές εικόνες σε διάστημα λίγων ημερών. Αντιφατικές εικόνες που δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά αλλά να τις ενταχθούν με ενιαίο τρόπο στη νέα πολιτική συγκυρία.

Η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 20/9 με ποσοστό 35,46 % και με μόλις 0,88 % πτώση σε σχέση με τις εκλογές της 25/1, την ώρα που οι όλες δημοσκοπήσεις προέβλεπαν «ντέρμπυ» διαμορφώνει νέα πολιτικά δεδομένα.

Για να τα αναλύσουμε πρέπει απαραίτητα να ερμηνεύσουμε τι συνέβη με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί παρά την προδοσία του συγκλονιστικού και μαζικού λαϊκού «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, έχασε μόνο 320.000 ψήφους, το 50% των οποίων κατευθύνθηκε προς την αποχή και μόνο το υπόλοιπο 50% στήριξε τις δυνάμεις της αριστεράς (κυρίως τη ΛαΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ) που υπερασπίστηκαν το εργατικό-λαϊκό «ΟΧΙ».

Οι εκλογές έγιναν μέσα σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίστηκε από το εκβιαστικό δίλημμα του μονόδρομου της μνημονιακής πολιτικής.Ενός μονόδρομου που το μόνο που άφηνε ανοιχτό ήταν το ψεύτικο δίλημμα του τρόπου διαχείρισης του μνημονίουΣΥΡΙΖΑ ή ΝΔ-Τσίπρας ή Μεϊμαράκης- αυτό ήταν το δίλλημα που κατασκεύασαν από κοινού ο ΣΕΒ, τα ΜΜΕ, και τα μνημονικά κόμματα στα οποία έχει προσχωρήσει και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Και σε αυτό υποχρεώθηκε να απαντήσει η εργατική τάξη. 

Δεν πρέπει να παραβλέπουμε όμως, ότι η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό καθορίζεται από το γεγονός ότι πρόκειται για ένα ρεφορμιστικό κόμμα. Δηλαδή ανήκει σε εκείνα τα κόμματα τα οποία συγκεντρώνουν τις προσδοκίες –και τις αυταπάτες- για βελτίωση της ζωής των υποτελών τάξεων χωρίς ρήξη, αλλά μέσα από συμβιβασμούς με την άρχουσα τάξη. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια, ενσωμάτωνε τα αιτήματα των κινημάτων, από τις Σκουριές και την ΕΡΤ μέχρι τους απολυμένους του Δημοσίου, με την υπόσχεση ότι το κοινοβούλιο -και όχι οι αγώνες- θα φέρει τη δικαίωση.

Το σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ «ούτε ρήξη ούτε υποταγή» έκφραζε αυτήν ακριβώς την αυταπάτη της βελτίωσης της κατάστασης χωρίς ρήξεις και ανατροπές. Ήταν αναπόφευκτο, αυτή η αυταπάτη να προσφέρει το έδαφος για την απάτη του «έντιμου και αμοιβαία επωφελούς συμβιβασμού» με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό, και να καταλήξει στο «ευρώ πάση θυσία».

Οι λαϊκές τάξεις είχαν την εμπειρία της 7μνηνης διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που χαρακτηρίστηκε από τη συνεχή αναβολή της ικανοποίησης των αιτημάτων και αναγκών τους στο όνομα της αναμονής του αποτελέσματος της διαπραγμάτευσης με την ΕΕ και το ΔΝΤ.

Στη συνέχεια η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προκήρυξε το δημοψήφισμα του Ιουλίου περιμένοντας ότι θα το χάσει και θα δικαιολογήσει έτσι τη συνθηκολόγηση της με τους διεθνείς δανειστές του ελληνικού καπιταλισμού. Παρά τη θέλησή της όμως, το δημοψήφισμα πήρε χαρακτηριστικά σκληρής ταξικής σύγκρουσης. Από τη μια πλευρά το μπλοκ των υποτελών τάξεων – εργατική τάξη, άνεργοι, νεολαία, αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι, από την άλλη το αστικό μπλοκ-οι έλληνες καπιταλιστές και τα μικροαστικά στρώματα που μοιράζονται μαζί τους τη διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού. Το μπλοκ των υποτελών τάξεων νίκησε στο δημοψήφισμα και επέβαλλε στο πολιτικό προσωπικό του αστικού μπλοκ (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι) μια συντριπτική ήττα. Όμως, παρά το 62% «ΟΧΙ», την επόμενη μέρα της νίκης, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με το σύνολο των ηττημένων αστικών πολιτικών δυνάμεων μετέτρεψε το «ΟΧΙ» σε «ΝΑΙ» και έφερε το τρίτο μνημόνιο.

Αποπροσανατολισμένη και συγχυσμένη η εργατική τάξη από την προδοσία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε το Σεπτέμβρη αντιμέτωπη με τη διλημματική επιλογή: Αν με την ψήφο της θα διατηρήσει το ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση ή αν θα τον τιμωρήσει επιτρέποντας να επανακάμψουν οι ηττημένοι του δημοψηφίσματος. Ακριβώς επειδή το ερώτημα τέθηκε με αυτόν τον τρόπο, οι λαϊκές τάξεις επέλεξαν να ψηφίσουν ξανά τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η ψήφος στο ΣΥΡΙΖΑ δεν σημαίνει αποδοχή του τρίτου μνημονίου το οποίο αποτελεί το πραγματικό πρόγραμμά του. Εκφράζει στασιμότητα, αλλά και αυταπάτες για «ήπια» και «δίκαιη» διαχείριση των μνημονιακών πολιτικών με την υλοποίηση του λεγόμενου «παράλληλου προγράμματος» που υπόσχεται ο Τσίπρας.

Αυταπάτες και περιορισμένες προσδοκίες που επικρατούν για άλλη μια φορά γιατί ο εργαζόμενος λαός δεν πείστηκε από τις προτάσεις που διατυπώνονται στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Η ηγεσία του ΚΚΕ φρόντισε όλη την προηγούμενη περίοδο των αγώνων ενάντια στα μνημόνια να κρατήσει αποστάσεις από τις μεγάλες στιγμές των λαϊκών κινητοποιήσεων. Αποκορύφωμα μιας πολιτικής που διακηρύσσει ότι όλοι οι αγώνες είναι καταδικασμένοι μέχρι να πάρει την εξουσία το ΚΚΕ, ήταν η άρνηση του να συμμετάσχει στη μάχη του δημοψηφίσματος επιλέγοντας το άκυρο. Ακριβώς γι αυτό το λόγο δεν αποτέλεσε πειστική απάντηση στην προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Η ΛΑΕ, στη σύντομη αυτόνομη παρουσία της μετά την καθυστερημένη αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μπόρεσε να πείσει ότι αποτελεί μια διαφορετική πρόταση. Προσπάθησε να παρουσιάσει ότι η απαλλαγή από τα μνημόνια και η έξοδος από το ευρώ είναι μια διαδικασία που μπορεί να εξελιχθεί εντός των πλαισίων της ΕΕ χωρίς ρήξεις και συγκρούσεις με μια κατάλληλη και πιο αποφασιστική διακυβέρνηση. Αντί να βάλει στο κέντρο της πρότασης της τον οργανωμένο λαό, την προοπτική της ρήξης του «ΌΧΙ μέχρι τέλους», διέγραψε την εμπειρία της ταξικής σύγκρουσης του δημοψηφίσματος, δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει το σύνολο των αριστερών διαφοροποιήσεων από τον ΣΥΡΙΖΑ και δεν μπόρεσε να αποτελέσει πειστική απάντηση.

Η εργατική τάξη, σε αυτές τις εκλογές επέλεξε να παραμείνει «ακίνητη».

Την ακινησία όμως, μπορεί να διαδεχτεί τόσο η κινηματική «άμπωτις» όσο και η κινηματική «πλημμυρίδα».

Τα πάντα θα εξαρτηθούν από την απάντηση που θα δώσει το κίνημα στις πρώτες επιθέσεις της κυβέρνησης Τσίπρα – Καμένου που θα έρθουν πολύ γρήγορα τους αμέσως επόμενους μήνες.

Στην οργάνωση αυτών των απαντήσεων πρέπει να ρίξει όλο της το βάρος η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, βγήκε σχετικά ενισχυμένη σε ψήφους και σε ποσοστό σε σύγκριση με τις εκλογές του Γενάρη, παρά τον τραυματισμό της από την πρόσφατη διάσπαση. Πρόβαλλε τον δρόμο της σύγκρουσης με τα μνημόνια το χρέος το ευρώ την ΕΕ το κεφάλαιο για την αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης και τη σοσιαλιστική προοπτική. Μέσα από αυτήν την πολιτική δουλεία μπορέσαμε και ήλθαμε σε επαφή με χιλιάδες εργάτες και εργάτριες και με ένα σημαντικό μέρος από τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ και αναζητούν απαντήσεις σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

Για να ανταποκριθεί στα αυξημένα καθήκοντα της επόμενης περιόδου, όμως, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να αναβαθμιστεί πολιτικά και οργανωτικά.

Από ένα μέτωπο οργανώσεων που δραστηριοποιείται ενιαία κυρίως την περίοδο των εκλογών, θα πρέπει να προχωρήσει σε μια ανώτερη συγκρότηση πλουραλιστική και δημοκρατική ώστε να δρα και ενιαία στο κίνημα.

Πατώντας πάνω στα συνεδριακά προγραμματικά κεκτημένα και βαθαίνοντας ταυτόχρονα την αντικαπιταλιστική της φυσιογνωμία μπορεί να προχωρήσει στην αναβάθμιση της δημοκρατικής συγκρότησης της.

Μόνον έτσι, θα μπορέσει να αποτελέσει πόλο έλξης και εργαλείο αντεπίθεσης για τους αγωνιστές και αγωνίστριες που αποδεσμεύονται από τον ΣΥΡΙΖΑ αναζητώντας αντικαπιταλιστικές απαντήσεις και προοπτική.

Αυτή η ανώτερη συγκρότηση, θα δώσει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ τη δυνατότητα να προωθήσει αποτελεσματικά ένα ευρύ αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής της αντεργατικής καταιγίδας που θα εξαπολύσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ένα ενιαίο κινηματικό μέτωπο όλων των μαχόμενων δυνάμεων της αριστεράς, συμπεριλαμβανομένων της ΛΑΕ και του ΚΚΕ.

Παντελής Αυθίνος

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015 23:22