Παρασκευή, 02 Φεβρουαρίου 2018 18:03

Η άλλη όψη του Μακεδονικού Αγώνα

Από το βιβλίο: Τάσος Κωστόπουλος, Λεωνίδας Εμπειρίκος, Δημήτρης Λιθοξόου, Ελληνικός εθνικισμός – Μακεδονικό ζήτημα. Η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας. Μια συζήτηση στη Φιλοσοφική, Κίνηση Αριστερών Ιστορικού και Αρχαιολογικού, Αθήνα 1992 (Β΄ έδκοση).

Πηγή: lithoksou.net

Εισαγωγή της έκδοσης

Η μικρή αυτή έκδοση (όπως και η οργάνωση της συζήτησης που έγινε στη Φιλοσοφική σχολή στις 21 Φεβρ. 1992) [όλα όσα περιλαμβάνονται εδώ είναι από απομαγνητοφώνηση, δεν υπήρχαν γραπτά κείμενα, με λίγες μόνο φραστικές αλλαγές και περικοπές. Γι’ αυτό και ο λόγος έχει αναπόφευκτα έναν προφορικό χαρακτήρα] δεν αποσκοπεί στο να δώσει μία πλήρη ή οριστική απάντηση στο Μακεδονικό Ζήτημα, ούτε βέβαια στο ζήτημα του εθνικισμού. Θέλει όμως, μέσα στην καταθλιπτική ομοφωνία που επικρατεί σήμερα, τόσο στα μέσα ενημέρωσης, όσο και στους «επιστημονικούς κύκλους» να δείξει ότι η πραγματικότητα ίσως δεν είναι καθόλου έτσι όπως παρουσιάζεται, αρκεί κανείς να ψάξει λίγο, με ανοιχτό μυαλό βέβαια και χωρίς παρωπίδες. Για το σκοπό αυτό άλλωστε προσθέσαμε και ένα μικρό «ανθολόγημα» - ενδεικτικών απλώς – αποσπασμάτων από πηγές, πηγές που είναι όλες τους στην ουσία κείμενα του ελληνικού εθνικισμού.

Αποτελεί λοιπόν αυτή η έκδοση μία πρόκληση. Πρόκληση για παραπέρα συζήτηση, πρόκληση για βαθύτερη συζήτηση. Ξέρουμε ότι πολλοί θα μας πουν ότι «αντικειμενικά οι απόψεις που παρουσιάζονται εδώ βοηθούν τους εχθρούς της πατρίδας». Οι δικές τους βέβαια (υποτίθεται) έχουν ακριβώς τον αντίθετο στόχο: Γι’ αυτούς, ακόμα και αν πρόκειται για επαγγελματίες ιστορικούς, πανεπιστημιακούς, ή διανοούμενους κύριους, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

Αν όμως τα «μέσα» είναι στην προκειμένη περίπτωση η κατά βούληση χρήση της «Ιστορίας», ο «σκοπός» ποιος είναι; Ας το σκεφτούν αυτό πολύ καλά οι κ.κ. καθηγητές. Δεν είναι απλά ζήτημα επιστημονικής ευαισθησίας ή προσωπικής αξιοπρέπειας. Όταν ο «σκοπός» επιτευχθεί, όταν θα έχουν συμβάλει δηλαδή κι αυτοί (γιατί χρειάζεται κι αυτωνών το «κύρος») στο να πεισθεί ο ελληνικός λαός για τα «ιστορικά του δίκαια» και για τις «απειλές» που καραδοκούν, να πεισθεί τόσο βαθιά ώστε να αφεθεί να τον οδηγήσουν σε αυτοκαταστροφικές ενέργειες, τότε κι οι ίδιοι θα έχουν ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης, μεγαλύτερο ίσως και από των πολιτικών.

Μάρτιος 1992

Τάσος Κωστόπουλος

Η άλλη όψη του Μακεδονικού Αγώνα

Τι νόημα έχει ν’ ασχολείται κανείς σήμερα με το Μακεδονικό και μάλιστα όχι μονάχα με τις διαστάσεις του ως ένα ζήτημα τρέχουσας εξωτερικής πολιτικής, αλλά να ανατρέχει στις ρίζες και στην ιστορία του ζητήματος; Ο πρώτος είναι δίχως αμφιβολία ότι το θέτει η συγκυρία.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτό το ζήτημα παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες σε σχέση με την αστική ιδεολογία στη χώρα μας. Υπήρξε η αιχμή του δόρατος της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας (όχι μόνο της ελληνικής άλλωστε, αλλά και των περισσότερων από τις γειτονικές βαλκανικές), ταυτόχρονα όμως αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα αυτής της ιδεολογίας. Κι αυτό γιατί, σε αντίθεση με κάποιες άλλες πτυχές των εθνικών μύθων στην Ελλάδα, αυτή είναι η πιο ευάλωτη σε μια στοιχειώδη ορθολογική μελέτη που αντιμετωπίζει τα γεγονότα ως τέτοια, χωρίς να προϋποθέτει την επένδυσή τους με ιδεολογικούς μύθους όπως αυτοί που μαθαίνουμε στο σχολείο.

Για το φαινόμενο του έθνους

Πριν μπω σε αυτό το θέμα, της συγκεκριμένης δηλ. εξέτασης της ιστορικής πορείας του Μακεδονικού, θα ήταν καλύτερο από μεθοδολογική άποψη να επισημάνω ορισμένα πράγματα γύρω από την έννοια του έθνους.

Το εθνικό φαινόμενο υπάρχει. Το βλέπουμε όλοι γύρω μας: 1.000.000 ή 500.000 ή 300.000 άνθρωποι (ο ακριβής αριθμός δεν έχει και τόση σημασία) που δε θα κατεβαίνανε στο δρόμο σε καμιά άλλη περίπτωση, συγκεντρώθηκαν πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη σε ένα μεγάλο συλλαλητήριο το οποίο όσο κι αν οργανώθηκε από το κράτος, όσο κι αν κουβάλησαν τα σχολεία με τις παλιές γνωστές μεθόδους (ο δάσκαλος και η σημαία μπροστά και οι μαθητές από πίσω) παρ’ όλα αυτά αποτελεί γεγονός. Συνδικάτα, κοινωνικοί φορείς, πνευματικοί άνθρωποι, όλοι στρατεύονται – με εισαγωγικά ή χωρίς. Αυτό άλλωστε τo ‘χουμε δει όχι μόνο στη χώρα μας, το βλέπουμε και στα γειτονικά βαλκανικά κράτη, το βλέπουμε στην πρώην ΕΣΣΔ, το βλέπουμε λίγο – πολύ παντού. Άρα, αυτό το πράγμα που κινητοποιεί τόσο κόσμο έχει μια υπαρκτή οντότητα, κάπου πατάει, δε μπορεί να αποτελεί απλώς φενάκη. Με δυο λόγια μας υποβάλλει το ίδιο το ερώτημα, μας καλεί να διερευνήσουμε τη φύση του. Πώς θα ορίσει κανείς το εθνικό φαινόμενο και το έθνος; Με βάση τη γλώσσα; Οι Αμερικανοί, οι Αυστραλοί, οι Εγγλέζοι μιλάνε την ίδια γλώσσα χωρίς να αποτελούν ενιαίο έθνος. Το ίδιο συμβαίνει και με τους Γερμανούς, τους Αυστριακούς και τους περισσότερους Ελβετούς. Ακόμα χειρότερα, οι Σέρβοι και οι Κροάτες μιλάνε την ίδια γλώσσα, με καμιά εκατοστή λέξεις διαφορά, κι όμως εδώ και δυο αιώνες αλληλομισιούνται και σφάζει ο ένας τον άλλο.

Δεν είναι σίγουρα κριτήριο η θρησκεία. Όλα τα Βαλκάνια σχεδόν είναι ορθόδοξα, αλλά δόξα τω Θεώ μεταξύ ορθόδοξων έχουν γίνει οι μεγαλύτερες αλληλοσφαγές που μπορεί να φανταστεί κανείς. Ούτε η συγγένεια του αίματος, ωστόσο μπορεί να είναι το κριτήριο, όπως ήθελε κάποια παραδοσιακή σχολή που στις ακραίες της συνέπειες έφτασε στο Ναζισμό. Όποιος ψάχνει να βρει «καθαρό αίμα» μάλλον είναι βαθιά ιδεολογικά προκατειλημμένος, αφού οι επιμειξίες και οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι σταθερό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ιστορίας.

Απομένει η σφαίρα της ιδεολογίας και του πολιτισμού. Σε σχέση μ’ αυτήν, υπάρχουν πολλές απόπειρες ερμηνείας του εθνικού φαινομένου.

Η παραδοσιακή αντίληψη, αυτή που μαθαίνουμε στο σχολείο λέει ότι το έθνος είναι «η ιστορική συνέχεια της φυλής δια μέσω των αιώνων». Αυτή η έννοια της «φυλής» επιδέχεται πολλές διαφορετικές ερμηνείες. Μπορεί να τίθεται με καθαρά φυλετικούς όρους, αυτή όμως είναι η πιο αδύναμη εκδοχή. Οι ακραίες εκδοχές του εθνικισμού εμφανίστηκαν με αυτή τη μορφή. Ο Χίτλερ λ.χ. μέτραγε με το υποδεκάμετρο την καθαρότητα του Γερμανικού έθνους και της Αρείας φυλής: αν δει κανείς τους περίφημους νόμους της Νυρεμβέργης, ανάλογα με το πόσο στραβή είναι η μύτη σου ή πόσο μεγάλο πηγούνι έχεις, σε τοποθετούσαν στην ανάλογη κατηγορία φυλετικής καθαρότητας – με τις αντίστοιχες επιπτώσεις στην προσωπική και κοινωνική σου ζωή.

Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις η αναφορά στη «φυλή» υπονοεί κάποια χαρακτηριστικά πολιτιστικά και όχι φυλετικά, τη συνέχεια μιας πολιτιστικής παρακαταθήκης μοναδικής – κι εν πάση περιπτώσει σαφώς διακριτής από τις γειτονικές. Και αυτό το επιχείρημα μπορεί να είναι πάρα πολύ ευάλωτο (ας δούμε λ.χ. το Θεόφιλο, που παρουσιάζεται σαν η ουσία του ελληνισμού, και πόσο η ίδια τεχνοτροπία συναντιέται συχνά στη λαϊκή ζωγραφική γειτονικών μας λαών).

Η Αριστερά από την πλευρά της, ελάχιστα ασχολήθηκε στα σοβαρά με το εθνικό φαινόμενο. Έχοντας μια θεωρητική ανάλυση και μια στοχοθεσία βασισμένη στις κοινωνικές τάξεις και την ταξική πάλη, αντιμετώπισε το έθνος και τα προβλήματα που δημιούργησε η ύπαρξή του (κατατεμαχισμός της παγκόσμιας εργατικής τάξης, επιμέρους «εθνικές ενότητες» που οδηγούσαν στην ποδηγέτηση των εργαζομένων από την άρχουσα τάξη, κλπ.) αποκλειστικά και μόνο στη βάση της τακτικής και της συγκυρίας – συνήθως ανάλογα με το αν ένα κίνημα εμφάνιζε λιγότερο ή περισσότερο προοδευτικά χαρακτηριστικά. Ο Ένγκελς λ.χ. που στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης έγραφε ύμνους υπέρ των προγόνων μας, στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου υποστηρίζει τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το χτύπημα των εθνικών κινημάτων των βαλκανικών λαών, αυτών των «βαλκανικών νάνων» όπως τους ονομάζει σε κάποιο άρθρο του, διότι θεωρεί ως κατεξοχήν επικίνδυνο εχθρό τη Ρωσία και την τσαρική απολυταρχία και πιστεύει ότι ο Πανσλαβισμός και τα εθνικά κινήματα των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής είναι δυνάμει αντιδραστικά. Σε σχέση με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, φοβάται ότι αποσχιστικές τάσεις των Σλάβων θα έχουν αρνητικά αποτελέσματα όσον αφορά την ιστορική πρόοδο. Στο έργο του «Επανάσταση και Αντεπανάσταση στη Γερμανία» διατυπώνει μάλιστα την άποψη ότι μονάχα οι «ιστορικοί λαοί» -άντε το πολύ πολύ οι Πολωνοί– έχουν το δικαίωμα αυτοτελούς κρατικής συγκρότησης κι ότι οι Τσέχοι και οι Σλοβάκοι λ.χ., που δεν είχαν ποτέ συγκροτήσει κάποια φοβερή αυτοκρατορία, περίπου τιμή τους και καμάρι τους να αφομοιωθούν από το Γερμανικό έθνος. Λίγες δεκαετίες αργότερα, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, που θα υποστηρίξει ένθερμα την απόσχιση των (αστικοποιημένων και γι’ αυτό αντικειμενικά πιο προοδευτικών) χριστιανικών εθνοτήτων (όπως οι Έλληνες) από την οπισθοδρομική, ημιφεουδαρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα αρνηθεί αυτό το δικαίωμα στους συμπατριώτες της Πολωνούς, επειδή επικεφαλής του κινήματός τους βρισκόταν η αντιδραστική γεωκτητική ολιγαρχία. Σε αντίθεση με τη Ρόζα, που πρότεινε τη συνεργασία Πολωνών και Ρώσων προλετάριων μέσα σε ένα ενιαίο κράτος, ο Λένιν θα ταχθεί υπέρ του δικαιώματος των Πολωνών στην αυτοδιάθεση προκειμένου να χτυπήσει το μεγαλορώσικο εθνικισμό, κ.ο.κ….

Κάποιοι άλλοι σοσιαλιστές, κυρίως αυστρομαρξιστές, αντιμετώπισαν το έθνος σαν ένα επί το πλείστον πολιτιστικό φαινόμενο. Υποστήριξαν δηλ. την ενότητα του κρατικού σχηματισμού στην οποία όμως οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες πρέπει να είναι ανεμπόδιστες και να κατοχυρώνονται μέσα από την αυτονομία και τη διάταξη των εθνοτήτων σε δημόσιες εθνικές ενώσεις. Ο Στάλιν πάλι, εντεταλμένος από τον Λένιν και τη ρώσικη σοσιαλδημοκρατία, προσπαθεί να δώσει έναν ορισμό πιο σύνθετο, που σε τελική ανάλυση όμως είναι εξίσου πολιτικά προσδιορισμένος. Η ύπαρξη του έθνους γι’ αυτόν προϋποθέτει την συνύπαρξη τεσσάρων κοινών κριτηρίων: γλώσσας, εδάφους, οικονομικής ζωής και «ψυχοσύνθεσης». Αυτός ο ορισμός είναι εξαιρετικά περιοριστικός, αφήνει απ’ έξω πολλές περιπτώσεις ακόμα και «ιστορικών» εθνών που στερούνται κάποιο απ’ αυτά τα στοιχεία.

Μια πιο σύγχρονη και, κατά τη γνώμη μου, πιο σωστή προσέγγιση αντιμετωπίζει το έθνος ως ιδεολογία, ως ιδεολογικό φαινόμενο και μάλιστα ως την κυρίαρχη μορφή ιδεολογίας στη σύγχρονη αστική κοινωνία. Επισημαίνει κατ’ αρχήν την ιστορικότητα του φαινομένου: το έθνος με την σημερινή του έννοια εμφανίζεται τους τελευταίους τρεις – τέσσερις αιώνες. Το Μεσαίωνα, μέχρι και στις αρχές των νεώτερων χρόνων, διάφοροι αυτοκράτορες μπορούσαν να παντρεύουν την κόρη τους με το γιο του τάδε ηγεμόνα και να της δίνουν ως προίκα ολόκληρες χώρες, χωρίς να δούμε πουθενά να ξεσηκώνεται ο πληθυσμός για να μείνει η περιοχή π.χ. στην Πολωνία ή στο Βασίλειο της Λιθουανίας και να μην πάει στην Αυστροουγγαρία ή τη Ρωσία.

Απεναντίας, τα εθνικά κινήματα εμφανίζονται σχετικά αργά. Πότε ακριβώς κάνουν την εμφάνισή τους τα έθνη είναι ένα θέμα αρκετά συζητήσιμο. Πού ξεκινάει π.χ. το Γαλλικό έθνος; στην Ζαν Ντ’ Αρκ; στον Καρλομάγνο; Στη Γαλλική Επανάσταση; Στα τέλη του περασμένου αιώνα, όταν πλέον όλος ο γαλλικός πληθυσμός ενοποιείται εθνικά; Μπορεί κανείς πάντως να επισημάνει ότι η διαδικασία διαμόρφωσης του έθνους ως «φανταστική κοινότητα», ως συλλογική ταυτότητα, ακολουθεί ένα δρομολόγιο λίγο – πολύ κοινό σε όλες τις γνωστές περιπτώσεις. Το πρώτο βήμα σημειώνεται με τη συγκρότηση εθνικού κινήματος. Συνήθως προηγείται ένα πολιτιστικό κίνημα, με βάση τη γλώσσα ή κάποια άλλα στοιχεία της κουλτούρας, και ακολουθεί ο σχηματισμός εθνικών πυρήνων από διανοούμενους ζυμωμένους μ’ αυτή την εθνική ιδέα κι από μια μεγάλη μάζα επαναστατών που μπορεί να μην έχει και μεγάλη σχέση μ’ αυτήν την ιδέα αλλά να ξεσηκώνεται για άλλους, πολύ συγκεκριμένους λόγους. Στη Σερβία λ.χ. των αρχών του 19ου αιώνα το σερβικό εθνικό κίνημα συγκροτείται γύρω από τσιφλικάδες που ανταγωνίζονται τους γενίτσαρους που έστελνε εκεί η Υψηλή Πύλη. Στην Ελλάδα, όπως όλοι ξέρουμε, κεντρικός πυρήνας του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος ήταν τα αστικά στρώματα που χτυπήθηκαν από την κρίση που ακολούθησε το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων.

Σε μια δεύτερη φάση, το εθνικό κίνημα οδηγεί κάποια στιγμή στη συγκρότηση εθνικού κράτους. Αυτός ο στόχος αντανακλά συνήθως την ανάγκη της αστικής τάξης (λέω αντανακλά για να αποφύγουμε μια μηχανιστική ερμηνεία) για περιφραγμένη εσωτερική αγορά, για τη διείσδυση των εμπορευματικών σχέσεων στην ύπαιθρο όπου ως τότε επικρατούν άλλοι τρόποι παραγωγής (φεουδαρχία, άλλες μορφές κλειστής οικονομίας, κλπ.). Συγκροτείται λοιπόν το κράτος κι αφού συγκροτηθεί, οι ελίτ που ελέγχουν τους μηχανισμούς του εγχαράσσουν την εθνική συνείδηση στη μάζα του πληθυσμού (που είναι κατά κύριο λόγο αγροτικός και αυτοπροσδιορίζεται με βάση τοπικές και όχι εθνικές συλλογικές ταυτότητες) με μια σειρά ιδεολογικούς μηχανισμούς. Οι κυριότεροι είναι το σχολείο και η στρατιωτική θητεία, που μετακινεί τις μικρότερες γενιές μέσα στη χώρα κα δημιουργεί στο μυαλό του 18χρονου αγρότη την αντίληψη της εθνικής επικράτειας, τον κάνει να ταυτιστεί με έναν χώρο πιο ευρύ από το χωριό του και την τριγύρω περιοχή. Άλλοι μηχανισμοί που επιτελούν την ίδια λειτουργία είναι ο τύπος και, σε νεότερες εποχές, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο κι η τηλεόραση.

Αυτή η διαδικασία εθνικής ιδεολογικής εγχάραξης στηρίζεται πολιτικά στη διαμόρφωση των συμφερόντων και του τρόπου ζωής των πιο δυναμικών κοινωνικών στρωμάτων του νέου κράτους σε συμφωνία με την ύπαρξη του δεδομένου έθνους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπου οι φυλετικές δομές ήταν ακόμη λίγο- πολύ άθικτες, όταν με την αποαποικιοποίηση δημιουργήθηκαν «εθνικά» κράτη η εξουσία πέρασε όχι τόσο στα αστικά στρώματα όσο σε γραφειοκρατικές κάστες (στρατός, διοίκηση), η κοινωνική ισχύς και ύπαρξη των οποίων ταυτιζόταν με την ύπαρξη και διατήρηση του συγκεκριμένου κράτους.

Κλείνοντας αυτήν την εισαγωγή γύρω από το εθνικό φαινόμενο εν γένει, θα ήθελα να υπενθυμίσω το βασικό συμπέρασμά της: το έθνος είναι μία έννοια ιδεολογική, μια συλλογική ταυτότητα βαθιά ριζωμένη στον πληθυσμό, η οποία αρχικά μεν καλλιεργείται από τα πάνω, αλλά από ένα σημείο και έπειτα «γίνεται κτήμα» των μαζών, αποκτά τη δική της δυναμική και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Σ’ αυτή την εκπληκτική ικανότητα «αυτοσυντήρησής» της μπορεί να αποδοθεί και η δυνατότητα «αναθέρμανσης» των εθνικιστικών παθών ανά διαστήματα.

Εθνολογική και κοινωνική κατάσταση των αρχών του αιώνα

Περνάμε τώρα στη Μακεδονία των αρχών του αιώνα. Όταν λέμε Μακεδονία καταρχήν δεν εννοούμε μόνο την ελληνική, εννοούμε την ευρύτερη γεωγραφική Μακεδονία, η οποία περιλαμβάνει και τη σημερινή Γιουγκοσλαβική Μακεδονία και τη σημερινή Βουλγαρική Μακεδονία- άσχετα με το αν οι Βούλγαροι δε τη λένε σήμερα έτσι- καθώς και μια απροσδιόριστη έκταση της Αλβανίας. Ποικίλει από ερευνητή σε ερευνητή, από χάρτη σε χάρτη. Παρεπιπτόντως να θυμίσω ότι η επίσημη ελληνική άποψη σήμερα είναι ότι η Μακεδονία, το copyright, προέρχεται από την αρχαία Μακεδονία η οποία ταυτιζόταν λίγο – πολύ με την σημερινή ελληνική Μακεδονία και περιελάμβανε και μια λωρίδα κατά μήκος των βορείων συνόρων μας. Όμως επί άλλα 1000 χρόνια, όλο το Μεσαίωνα (όπως οι ίδιοι οι εθνικόφρονες ιστοριογράφοι, απόστρατοι αξιωματικοί κ.λ.π. έχουν καταγράψει σε επίσημες εκδόσεις) Μακεδονία ονομάζεται μια περιοχή κυρίως στη Θράκη, γύρω από την Αδριανούπολη.

Η Μακεδονία, όπως και όλη η Οθωμανική Αυτοκρατορία δε γνώριζε μέχρι τις αρχές του αιώνα την έννοια του έθνους. Η οργάνωση του πληθυσμού γινόταν βάσει μιας θρησκευτικής κοινότητας, ενός θρησκευτικού «έθνους», του λεγόμενου μιλιέτ. Έτσι απογραφόταν ο πληθυσμός. Η ένταξη κάποιου ανθρώπου σε κάποιο μιλιέτ καθόριζε τα βασικά στοιχεία της ζωής του, τη θέση στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, αρχικά τουλάχιστον.

Τα μιλιέτια στα Βαλκάνια ήταν αρχικά 4: το Ρουμ Μιλιέτ, το ορθόδοξο με αρχηγό τον Πατριάρχη της Πόλης που ήταν και διοικητικός υπάλληλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – ας μην το ξεχνάμε- ήταν ο αρμόδιος και υπεύθυνος απέναντι στον Σουλτάνο για τους ορθόδοξους της αυτοκρατορίας, υπεύθυνος για την εκπαίδευσή τους, για τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, και όταν ξεσηκώνονταν συχνά την πλήρωνε, όπως ο Γρηγόριος ο Ε΄.

Τα άλλα ήταν το μουσουλμανικό μιλιέτι, το εβραϊκό και το αρμένικο.

Όσον αφορά τη γλώσσα, αν μπορούσαμε να καθορίσουμε με βάση αυτήν την εθνολογική σύνθεση, η κατανομή της στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου έχει λίγο πολύ ως εξής: Στη Μακεδονία, με βάση και ελληνικές πηγές, τα ελληνικά αποτελούν μητρική γλώσσα κυρίως στο Νότο, δηλ. στη Δυτική Μακεδονία (Γρεβενά, Ανασελίτσα, Σέρβια, Κοζάνη, Κατερίνη), στην περιοχή Σερρών, τη Χαλκιδική, τη Θάσο και τα παράλια. Στην ύπαιθρο, στα ορεινά, υπάρχουν κάποιες αλβανόφωνες ορθόδοξες και κάποιες βλάχικες κοινότητες. Εβραίοι υπάρχουν στις πόλεις, η Θεσσαλονίκη είναι κατεξοχήν εβραϊκή πόλη (το 40% είναι Εβραίοι σύμφωνα με απογραφή των ελληνικών αρχών αμέσως μετά την κατάληψη της πόλης, το 29% μουσουλμάνοι και το 25% ορθόδοξοι, κυρίως Έλληνες). Ο μεγάλος όγκος του αγροτικού πληθυσμού μιλάει τα σλάβικα. Το μεγάλο επιστημονικό πρόβλημα του προσδιορισμού τους είναι ακριβώς η κατανομή των διαλέκτων επειδή οι σλάβικες γλώσσες και διάλεκτοι είναι αρκετά συγγενείς η μία με την άλλη. Το ποια ακριβώς γλώσσα μιλάγανε σε κάθε μέρος, τα σέρβικα, τα βουλγάρικα ή κάποιες μακεδονικές διαλέκτους, είναι θέμα που συζητείται πάρα πολύ από τους επιστήμονες, χωρίς να υπάρχει ομοφωνία. Ας σημειώσουμε εδώ ότι ένας δάσκαλος ή ένας παπάς που μιλούσε σέρβικα μπορούσε να αλλοιώσει μέσα σε 50 ή 60 χρόνια –ίσως και λιγότερα- το γλωσσικό ιδίωμα ολόκληρων περιοχών. Ένας Άγγλος δημοσιογράφος κι ερευνητής των αρχών του αιώνα, ο Brailsford (ανταποκριτής της Guardian του Μάντσεστερ), επισήμανε ότι στην περιοχή των Σκοπίων λ.χ. χωριά σε λίγα χιλιόμετρα απόσταση μεταξύ τους μπορούσαν να μιλάνε διαφορετικές διαλέκτους, γιατί το ένα είχε Σέρβο παπά και δάσκαλο για 50 χρόνια ενώ το άλλο Βούλγαρο.

Σχετικά τώρα με το φαινόμενο της διγλωσσίας. Η διγλωσσία ή πολυγλωσσία είναι χαρακτηριστική των πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γιατί υπάρχει κατ’ αρχήν η ανάγκη ενός ενιαίου γλωσσικού οργάνου για την επικοινωνία, ιδιαίτερα για τα αστικά στρώματα. Οι έμποροι που τριγυρίζουν την αυτοκρατορία χρειάζεται να μπορούν να επικοινωνήσουν με πληθυσμούς που μιλάνε διαφορετικές γλώσσες ως μητρικές.

Ενιαίο γλωσσικό όργανο, πιο ισχυρό, είναι συνήθως η ελληνικά γλώσσα. Κι αυτό γιατί είναι πρώτα απ’ όλα η μόνη βαλκανική χριστιανική γλώσσα που έχει μια παράδοση γραπτή ισχυρή και ζώσα. Έπειτα είναι η γλώσσα της Εκκλησίας, άρα οι παπάδες που πρέπει να διαβάζουν τη λειτουργία στο χωριό τους ξέρουν κάμποσα ελληνικά. Αυτά μεταδίδονται με τα εκκλησιαστικά σχολεία δια μέσου των αιώνων, και κυριαρχούν στα εμπορικά κέντρα όπου υπάρχει ελληνικός πληθυσμός. Και έτσι τα ελληνικά, ως η γλώσσα του παπά και του δάσκαλου, εγχαράσσονται στη συνείδηση του πληθυσμού σα γλώσσα ιεραρχικά ανώτερη από τις άλλες, που είναι γλώσσες των χωρικών, των βοσκών, των αγραμμάτων. Χαρακτηριστικό είναι ένα λεξικό τετράγλωσσο, δηλ. στα αρβανίτικα, στα βλάχικα, στα βουλγάρικα (ή σλαβομακεδόνικα – αυτό είναι συζητήσιμο) και στα ελληνικά, που γράφεται το 1792 και εκδίδεται το 1803 από έναν μοναχό και δάσκαλο, τον Δανιήλ τον Μοσχοπολίτη. Ξεκινά με το εξής καταπληκτικό στιχάκι:

Ρουμούνοι, Βούλγαροι, Αλβανοί

αλλόγλωσσοι χαρείτε

κι ετοιμαστείτε όλοι σας

Έλληνες να γινήτε

Βαρβαρικήν αφήνοντας, γλώσσα, φωνή και ήθη

όπου στους απογόνους σας θα φαίνονται ως μύθοι.

Από ένα σημείο και ύστερα όλοι λίγο πολύ μιλάνε και 5-10 φράσεις τούρκικες. Γιατί αν σε πιάσει κάποιος μπέης που δεν ξέρει γρι πέρα από τούρκικα ή αρβανίτικα, πρέπει να ξέρεις να του πεις «άφησέ με και μετά θα σου δώσω κάμποσα γρόσια» για να γλιτώσεις. Πρέπει να μπορείς να συνεννοηθείς με τη διοίκηση.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, σιγά – σιγά, και με την επίδραση των λογίων που έχουν σπουδάσει στη Βουλγαρία, δημιουργείται ανακλαστικά μια εθνική φιλολογική σχολή που πολεμάει ενάντια στην ελληνική επιρροή, για την προώθηση των τοπικών γλωσσών. Όπως θα δούμε, οι κινήσεις αυτές πάνε παράλληλα με την ανάπτυξη εθνικής συνείδησης.

Η κοινωνική οργάνωση της Μακεδονίας είναι ημιφεουδαρχική, όπως και του μεγαλύτερου μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπάρχει άλλωστε έντονη αντίθεση πόλης – υπαίθρου. Στην ύπαιθρο κυριαρχεί στα πεδινά το σύστημα των τσιφλικιών και στα ορεινά η ελεύθερη γεωργία, με διακριτές μορφές ανά εθνική ομάδα: στους Έλληνες κυριαρχεί το κεφαλοχώρι, στους Σλάβους η πατριαρχική οργάνωση (η ζάντρουγκα). Η εθνική συνείδηση του αγροτικού πληθυσμού, και ιδιαίτερα των σλαβόφωνων, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Βασικά προσδιορίζονται ως χριστιανοί ορθόδοξοι, υποτακτικοί του Πατριάρχη.

Η εγχάραξη μιας εθνικής συνείδησης, με τη σύγχρονη έννοια του όρου, από τα νεοσύστατα γειτονικά κράτη (Βουλγαρία, Σερβία, Ελλάδα και εν μέρει Ρουμανία) αποτελεί και την ουσία του Μακεδονικού προβλήματος στην ιστορική του διάσταση.

Στο σημείο αυτό οι επίσημες ιστοριογραφίες (και η ελληνική και η βουλγαρική και η σημερινή της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και η ρουμανική) θέτουν το εξής ζήτημα: Έχουμε εκατοντάδες επαναστατικά κινήματα και εξεγέρσεις από το 1400 ή και το 1300 μέχρι την απελευθέρωση, τα οποία πολεμάνε τον Τούρκο. Τι συμβαίνει; Αυτοί δεν είχαν εθνική συνείδηση;

Εδώ πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και να αποφύγουμε να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα εκείνης της εποχής με βάση τις μετέπειτα ιδεολογίες. Εγώ δεν είμαι καθόλου σίγουρος – μάλλον είμαι σίγουρος για το ανάποδο – ότι όταν κάποιος χριστιανός ξεσηκώνεται, στα 1600 λ.χ., ενάντια στους Τούρκους, παλεύει για να συγκροτήσει εθνικό κράτος. Πολύ περισσότερο πιστεύω ότι είναι οι συγκεκριμένες συνθήκες καταπίεσης αυτές που πρέπει να δούμε. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Οθωμανοί είναι οι μόνοι που έχουν το δικαίωμα – αυτό τους διαφοροποιεί από τους χριστιανούς – να οπλοφορούν. Και όποιος έχει τα όπλα σε μια αγροτική κοινωνία, έχει και τη δυνατότητα να επιβάλλει την εξουσία του. Ο χριστιανός δεν επιτρέπεται να πάρει τα όπλα. Από τη στιγμή που το κάνει για να αμυνθεί, να αμυνθεί π.χ. απέναντι σε μια απόπειρα βιασμού ή αρπαγή των κοπαδιών του ή οτιδήποτε άλλο, είναι αντάρτης και ενάντια στην εξουσία.

Εθνικές προπαγάνδες

Από κάποιο σημείο και μετά, αφ’ ής στιγμής συγκροτούνται τα εθνικά κράτη, υπάρχει προφανώς, και αυτό είναι στοιχείο της τοπικής συνείδησης, μια έντονη διάθεση των χριστιανών να φύγουν απ’ αυτήν την αυτοκρατορία που «σαπίζει», όπου κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρότερου ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι παλιά, και να ενσωματωθούν σε κάποιο γειτονικό κράτος. Υπάρχει δηλαδή η αναζήτηση ενός «κράτους δικαίου», έστω και με τους όρους των αστικών κρατών του περασμένου αιώνα. Και σ’ αυτό το σημείο επεμβαίνουν τα βαλκανικά κράτη εγχαράσσοντας την εθνική συνείδηση.

Πρώτα απ’ όλα με την Εκκλησία, η οποία έχει μια φοβερά σημαντική λειτουργία σ’ αυτούς τους αγροτικούς πληθυσμούς, όπου η θρησκεία είναι η κυρίαρχη ιδεολογία αυτών των πληθυσμών.

Το σχολικό σύστημα ελέγχεται από την Εκκλησία. Ο Πατριάρχης και η Εκκλησία είναι αρμόδιοι για την εκπαίδευση και εδώ παίζεται η κύρια αντίθεση ανάμεσα σε Βούλγαρους και Έλληνες για το θέμα του ελέγχου της Εκκλησίας.

Οι Βούλγαροι συγκροτούν τη δική τους εθνική Εκκλησία μέσα στο διάστημα 1860-70, την Εξαρχία, η οποία απαιτεί το κήρυγμα και η λειτουργία να γίνονται στα βουλγάρικα. Οι Έλληνες αντεπιτίθενται ελέγχοντας το Πατριαρχείο και ζητώντας τη διατήρηση των ελληνικών. Αποτέλεσμα είναι μια οξεία σύγκρουση Πατριαρχείου και Ελληνικής κυβέρνησης γιατί όταν το Πατριαρχείο καταλαβαίνει ότι χάνει τον έλεγχο κοινοτήτων επιχειρεί να παζαρέψει τη χρήση των σλαβικών γλωσσών στη λειτουργία. Η Ελληνική κυβέρνηση αντιτίθεται γιατί σ’ αυτό βλέπει έναν αντίπαλο εθνικισμό. Ανάλογα προσπαθούν να διεισδύσουν και η σερβική και η ρουμανική Εκκλησία, κυρίως στη βάση παζαριών με το Πατριαρχείο.

Δεύτερος μηχανισμός είναι το σχολείο. Βασικός μηχανισμός ιδεολογικής εγχάραξης, όχι στις αμόρφωτες μάζες, αλλά στα ανερχόμενα κοινωνικά στρώματα τα οποία λειτουργούν στη συνέχεια σαν διαμορφωτές γνώμης στα χωριά τους. Σε μια δεύτερη φάση ιδρύονται κυρίως απ’ έξω, από τη διασπορά, από «εθνικούς ευεργέτες», τα μεν ελληνικά από ελληνόφωνους ή προσανατολισμένους σε μπίζνες με το ελληνικό κράτος, τα δε υπόλοιπα από συνειδητοποιημένους ως διαφορετικής εθνικότητας αλλόγλωσσους. Χαρακτηριστικό είναι το πρώτο βουλγαρικό σχολείο που δεν ελέγχεται από την εκκλησία. Ιδρύεται στα 1835 στο Γκάμπροβο από κάποιον Βασίλη Απρίλωφ, έμπορο από την Οδησσό, ο οποίος μέχρι λίγα χρόνια πριν δήλωνε Έλληνας, φανατικός Έλληνας, διότι είχε σπουδάσει σε ελληνικό σχολείο. Κάποια στιγμή διαβάζει κάποια κείμενα που μιλάνε για την παλιά ιστορία της Βουλγαρίας και ο ίδιος περιγράφει ότι «τουμπάρει μέσα του το σύμπαν», συνειδητοποιείται ως Βούλγαρος και αποφασίζει να εργαστεί για το έθνος της μάνας του και όχι αυτό του σχολείου στο οποίο φοίτησε.

Χαρακτηριστικό της σημασίας που είχε το σχολείο είναι ότι ο σοβαρότερος Έλληνας ιστορικός για το Μακεδονικό, ο Νικόλαος Βλάχος θεωρεί (το 1935) ως κριτήριο της εθνικής συνείδησης, στην δυναμική προβολή της, όχι τη μητρική γλώσσα αλλά τον αριθμό των σχολείων. Αυτό βέβαια εμπεριέχει και κάποια πονηριά γιατί λόγω της παράδοσης και της Εκκλησίας, τα ελληνικά σχολεία ήταν πιο πολλά από τα άλλα, έχει όμως και κάποια βάση.

Αυτός ο προσεταιρισμός των επιμέρους Βαλκανίων και του Μακεδονικού πληθυσμού σε κάποια εθνική ιδεολογία γίνεται δυνατός επειδή απαντά σε μια σειρά ατομικές ή συλλογικές επιδιώξεις. Υπάρχει κατ’ αρχήν η ατομική προσδοκία της κοινωνικής ανόδου. Κάποια «δυναμικά στοιχεία» θέλουν να ανέβουν κοινωνικά. Πάνε σχολείο, και από κάποιο σημείο και πέρα τα πιο προχωρημένα άτομα τα στέλνουν στις αντίστοιχες χώρες. Έρχονται στην Ελλάδα και σπουδάζουν λ.χ. στη Μαράσλειο ή πάνε στη Βουλγαρία στις ανάλογες σχολές, διαμορφώνουν την αντίστοιχη εθνική συνείδηση και επιστρέφουν πίσω ως «στελέχη» πλέον, συνδεόμενα με τη χώρα που τους μόρφωσε. Υπάρχει επιπλέον η προοπτική της χρηστής διοίκησης που αναφέραμε, η διάθεση απαλλαγής από μια διεφθαρμένη και καταρρέουσα κρατική εξουσία. Υπάρχει τέλος η εκμετάλλευση τοπικών και προσωπικών αντιθέσεων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: Υπήρχαν δυο χωριά, με την ίδια γλώσσα, που επί ατελείωτα χρόνια τσακωνόντουσαν για το μοναδικό ποτάμι που περνούσε ανάμεσά τους και ποιος θα είχε τον έλεγχο του νερού. Το ένα χωριό πήγε με τους Βούλγαρους διότι ήθελε να πάρει το ποτάμι ως «Βουλγαρικό», άμα νικούσαν οι Βούλγαροι, το άλλο χωριό πήγε με τους Έλληνες διότι αν επικρατούσαν οι Έλληνες θα αρδευόταν και θα υδρευόταν αυτό. Υπάρχουν και πιο προσωπικές αντιθέσεις: ο Γερμανός Καραβαγγέλης, γνωστός Έλληνας επίσκοπος της Καστοριάς στις αρχές του αιώνα, από τα στελέχη της εκεί εθνικής παρουσίας, περιγράφει το πώς προσεταιρίστηκε κάποιους Βούλγαρους κλεφτοκαπεταναίους και συγκεκριμένα έναν Γκέλεφ. Έμαθα λέει ο Καραβαγγέλης, «ότι ο Τσακαλάρωφ κυνηγούσε τη γυναίκα του Γκέλεφ κι ο Γκέλεφ ήταν πολύ εξοργισμένος γι’ αυτό. Τον φωνάζω λοιπόν και του λέω: Δυο άνθρωποι που είναι μαζί στο βουνό, είναι σαν αδέρφια. Η γυναίκα σου έπρεπε να του είναι ιερή». Αποτέλεσμα ο Γκέλεφ πέρασε στην ελληνική υπόθεση. (Ωστόσο οι άλλοι προλάβανε και τον σκοτώσανε πριν προλάβει να κάνει πολλά πράγματα υπέρ του ευρύτερου ελληνισμού).

Το αποτέλεσμα είναι λοιπόν συχνές αλλαγές εθνικότητας. Αν διαβάσετε τα απομνημονεύματα Ελλήνων μακεδονομάχων θα βρείτε συχνά φράσεις του τύπου: «Ο τάδε που ήταν πρώτα Ρουμάνος, μετά έγινε Βούλγαρος και μετά ήρθε με μας», ή «Χτυπηθήκαμε με τον τάδε κομιτατζή που πρώτα ήταν Έλληνας και μετά έγινε Βούλγαρος». Ο εμπειρογνώμονας του Ελληνικού Υπ. Εξωτερικών, Ευάγγελος Κωφός, περιγράφει χαρακτηριστικά αυτή τη ρευστότητα της εθνικής συνείδησης, παραθέτοντας μάλιστα πηγές που ανέφεραν οικογένειες με παιδιά… τριών διαφορετικών εθνικοτήτων! Πολύ συχνά αναφέρεται σε κείμενα της εποχής η έκφραση «Ελληνικό Κόμμα», «Βουλγαρικό Κόμμα». Η επιλογή εθνικής ταυτότητας ήταν στην ουσία μια επιλογή πολιτικής παράταξης.

Υπήρχαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προπαγάνδας που χρησιμοποιούνταν από τους μεν ή από τους δε. Η Βουλγαρική προπαγάνδα χρησιμοποιούσε κυρίως τη γλώσσα. Τους έλεγε: γιατί να μαθαίνετε άλλη γλώσσα; Εσείς μιλάτε σλάβικες διαλέκτους που μοιάζουν με τα βουλγαρικά, τι πιο απλό πράγμα να έχετε λειτουργία στη γλώσσα σας κι όχι στα αλαμπουρνέζικα που δεν καταλαβαίνετε γρι, να πηγαίνετε στο σχολείο και να μαθαίνετε τη γλώσσα σας κτλ. Δεύτερον, είχε μια πιο τεχνοκρατική εκπαίδευση με βάση ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά μοντέλα της εποχής, αλληλοδιδαχτικά κ.ο.κ. Τους μάθαινε δηλ. πρακτικά πράγματα. Η Ελληνική προπαγάνδα έπαιζε στο αντίθετο, και ως εκ τούτου μπορεί κανείς να τη θεωρήσει λιγότερο «προοδευτική», πόνταρε σ’ αυτήν τη συνείδηση ανωτερότητας των ελληνικών, της γλώσσας του δάσκαλου και του παπά. Θα αναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα:

Το ένα είναι κάποιου περιηγητή που πάει στα τέλη του αιώνα στα Σκόπια, όπου δεν υπήρχε καθόλου ελληνόφωνος πληθυσμός (πέρα από κάποιους εμπόρους που κυκλοφορούσαν) και πάει σε ένα καφενείο και κάθεται και λέει σε ένα γκαρσόνι (στα σλάβικα) «φέρε μου μία λεμονάδα». Και γυρνάει το γκαρσόνι και λέει στο αφεντικό «φέρε μια λεμονάδα» (στα ελληνικά). «Μα καλά, μιλάτε ελληνικά εδώ;» «Δε μιλάμε, αλλά οι παραγγελίες γίνονται στα ελληνικά γιατί θέλουμε να δείξουμε ότι είμαστε αριστοκρατικό μαγαζί» (Το καταγράφει με θαυμασμό ο Ιωάννης Νοτάρης, εθνικόφρων Έλληνας, στο βιβλίο του «Ο Γιάννης Κορδάτος και το Μακεδονικό Ζήτημα»).

Το δεύτερο είναι ένα τοπικό τραγούδι της Δυτικής Μακεδονίας που το καταγράφει στο βιβλίο του ο ακόμα πιο εθνικόφρων, απόστρατος στρατιωτικός, Παύλος Τσάμης

Εϊ! μωρέ Μπουγκάροι,

Σλάβιντσοι γκουμνάροι,

νέμαϊτε βι μούτρα

ζα Μακεντονία

Ελληνική μετάφραση:

Ε, μωρέ Βούλγαροι,

Σλάβοι αλωνάρηδες

δεν έχετε μούτρα σεις

για την Μακεδονία.

Είναι στα σλαβικά και λέει όμως περιφρονητικά «σλάβοι αλωνάρηδες». Όσοι δηλ. αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες «ανεβαίνουν» ταυτόχρονα κοινωνικά – τουλάχιστον αυτή την εικόνα έχουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

Υπάρχει επιπλέον η πίεση της Εκκλησίας, ότι οι Βούλγαροι είναι σχισματικοί, τους έχει αφορίσει το Πατριαρχείο, άρα θα πάνε στην κόλαση (αυτό αφορά τα κατώτερα αγροτικά στρώματα), και τέλος υπάρχει η «ιστορική παράδοση». Αν τα βουλγαρικά σχολικά εγχειρίδια λέγανε πώς να φυτεύετε καλύτερα την αχλαδιά σας κ.ο.κ., τα ελληνικά τόνιζαν την ιστορικότητα της Μακεδονίας. Και αν δείτε το σχετικό εγχειρίδιο (που έχει ανατυπωθεί και κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία), σταματάει ουσιαστικά στην ρωμαϊκή εποχή, στην αρχαία δηλ. Μακεδονία. Υποβαλλόμενο συμπέρασμα: «Εσάς οι πρόγονοί σας ήταν μεγάλοι και τρανοί, άσχετα με το τι γλώσσα μιλάτε». Ο Κωφός αναφέρει ότι στα τέλη του περασμένου αιώνα το ελληνικό Υπ. Εξωτερικών τύπωσε με λατινικούς χαρακτήρες ένα μικρό εγχειριδιάκι «Η ζωή και τα κατορθώματα του Μ. Αλεξάνδρου» με τόπο έκδοσης «Βενετία» (ενώ τυπώθηκε στην Αθήνα) στην τοπική σλαβομακεδονική γλώσσα (πρόκειται για μία από τις πρώτες καταγραφές της) και το μοίραζε στα χωριά προκειμένου να εξηγήσει στο σλαβόφωνο πληθυσμό ότι αυτοί είναι απόγονοι του Μ. Αλεξάνδρου. (Τώρα αν αυτήν την ιδέα την πήρανε αργότερα οι διάφοροι εθνικιστές των «Σκοπίων» και την κάνανε παντιέρα, εμείς ουδόλως φταίμε φυσικά…)

Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο προσεταιρισμός ενός άλλου τοπικού πολέμαρχου, του Κώτα, από τον Γερμανό Καραβαγγέλη. Σύμφωνα με τα όσα τουλάχιστον λέει ο ίδιος ο Καραβαγγέλης, ο προσηλυτισμός του Κώτα έγινε λέγοντάς του, «Εσείς είστε Έλληνες από τη εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και πέρασαν οι Σλάβοι και σας εξεσλάβωσαν. Η μορφή σας είναι ελληνική και η γη που πατούμε είναι ελληνική κ.ο.κ.».

Κομιτάτα και Μακεδονικός Αγώνας

Ένα ερώτημα που προκύπτει είναι αν και από πότε υπάρχει κάποια διακριτή τοπική σλαβομακεδονική εθνική συνείδηση. Επισήμως βέβαια γνωρίζουμε όλοι ότι αυτό το πράγμα δεν υπάρχει, ότι όλα κατασκευάστηκαν από τον Τίτο εκεί γύρω στα 1944, με σκοπό να ενσωματώσει στη Γιουγκοσλαβία το βουλγαρικό πληθυσμό εκείνης της περιοχής. Υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες (όλες ελληνικής προέλευσης) για το ότι ο αγροτικός σλαβόφωνος πληθυσμός της Μακεδονίας, πριν αρχίσει η αντιπαλότητα των εθνικών κινημάτων, δηλ. χοντρικά μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα, αυτοπροσδιοριζόταν ως «Μακεδόνες». Ο εθνογραφικός χάρτης του Στάνφορντ που εκδίδεται στο Παρίσι το 1877 με υποκίνηση του Ελληνικού Υπ. Εξωτερικών και του πολιτιστικού του παραρτήματος που λέγεται «Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών γραμμάτων», λέει το εξής:

«Και αυταί αι παραδόσεις των βουλγαροφώνων Ελλήνων, ως και τα έθιμα αυτών εισίν ελληνικαί, ως και η παρ’ αυτοίς συνείδησις της εθνότητος. Διότι αυτοί εαυτούς Θράκας και Μακεδόνας ονομάζουσιν. Ουδέποτε δε χρώνται την λέξιν Βούλγαρος ήτις περιφρονητικήν παρ’ αυτοίς έχει την προς αυτόν απευθύνεται σημασίαν.»

Ο Κωφός δέχεται ότι η χρήση της λέξεως «Μακεδόνες» (Μακεντόντσι στην τοπική διάλεκτο) έχει μια σημασία τοπική και όχι εθνική.

Η Πηνελόπη Δέλτα στα αρχικά κεφάλαια του βιβλίου της «Στα Μυστικά του Βάλτου» που γράφτηκε στα 1937, επειδή δεν μπορεί να δεχτεί ότι κάποια εποχή μπορεί να μην υπάρχει κάποια εθνική συνείδηση λέει το φοβερό ότι «εθνική συνείδηση οι Μακεδόνες είχαν την μακεδονικήν μονάχα» κι ότι ύστερα φτιάχτηκε η Εξαρχία και χωρίστηκαν τα χωριά σε «Έλληνες και Βούλγαρους». Προφανώς δεν πρόκειται για «εθνική συνείδηση» με τη σημερινή έννοια. Πρόκειται για την αίσθηση ενός, προεθνικού μπορούμε να πούμε, αυτοπροσδιορισμού του τοπικού πληθυσμού.

Στην πορεία όμως διαμορφώνεται ένα κίνημα διακριτής εθνικής συνείδησης, Μακεδονικής ή Σλαβομακεδονικής. Το 1893 κάποιοι σλαβόφωνοι μακεδόνες, κυρίως σοσιαλίζοντες, αναρχίζοντες και ριζοσπάστες αστοί, ιδρύουν την Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΕΟ, γνωστότερη ως IMRO και ORIM από την ακροστιχίδα της σε λατινογενείς γλώσσες, ή ΒΜΡΟ από τα σλάβικα αρχικά). Η ΕΜΕΟ παλεύει για την απόσχιση της Μακεδονίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ κυρίως τονίζει πρώτα απ’ όλα ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό περιεχόμενο (διανομή των τσιφλικιών στους αγρότες, εκσυγχρονισμός κλπ.), και δεύτερον ότι δεν πρέπει να δεχτούν βοήθεια απ’ έξω. Η επίσημη ιστοριογραφία των Σκοπίων βλέπει σήμερα σ’ αυτό ακριβώς το βασικό εθνικό κίνημα του σλαβομακεδόνικου πληθυσμού. Εγώ είμαι επιφυλακτικός ως προς αυτό, με την έννοια ότι αυτό το «όχι βοήθεια απ’ έξω, η Μακεδονία στους Μακεδόνες» μπορεί απλούστατα να είναι και το αντίστοιχο αυτού που ο Μπάϊρον έλεγε για τους Έλληνες «από τους άπιστους Φράγκους λευτεριά μη ζητάτε». Να εκφράζει δηλαδή την απελπισία ή την απογοήτευση του χριστιανικού πληθυσμού της Μακεδονίας απέναντι στην αδυναμία ή την απροθυμία των γειτονικών χριστιανικών βαλκανικών κρατών να τους απελευθερώσουν. Στην πορεία όμως αναπτύσσονται διάφορες τάσεις. Στη Σόφια, διάφοροι σλαβομακεδόνες εμιγκρέδες οι οποίοι σπούδασαν εκεί, μεγάλωσαν εκεί, στελέχωσαν το στρατό, τη διοίκηση, τα σχολεία κλπ. συγκροτούν σε συμφωνία με τη Βουλγαρική κυβέρνηση μια «Ανωτάτη Μακεδονική Επιτροπή» (Βερχόβεν Κομιτέτ, εξού και αποκαλούνται Βερχοβιστές) η οποία έκανε «εισοδισμό» στην ΕΜΕΟ για να την στρέψει προς την Βουλγαρία, και να παλέψει για την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία. Σε αντιπαλότητα προς αυτήν αναπτύσσεται μία αυτονομιστική τάση, με στελέχη όπως ο Γκότσε Ντέλτσεφ, ο Γιάνε Σαντάνσκι και άλλοι, η οποία στην πορεία (δεν μπορώ να προσδιορίσω χρονιά) συγκροτεί μια θεωρία για την διακριτότητα των Μακεδόνων ως έθνος απέναντι στους Βούλγαρους, του Έλληνες, τους Σέρβους κ.ο.κ. Αυτό όσον αφορά την «οργανωμένη πρωτοπορία». Όσον αφορά τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού, αυτός ο θετικός εθνικός προσδιορισμός, για μένα τουλάχιστον, έχει κάπως αμφίβολα αποτελέσματα. Κάποιες μελέτες Ευρωπαίων, όπως του Ελβετού Ράις που ήρθε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους για να μελετήσει τη σχέση του τοπικού πληθυσμού με το ελληνικό κράτος και τα διάφορα κινήματα, καταγράφουν ακριβώς μία παθητική στάση του πληθυσμού, όχι μόνο απέναντι στους Έλληνες και στους Βούλγαρους αλλά και απέναντι σε αυτό που οι ίδιοι ονομάζουν «Μακεδόνες Κομιτατζήδες του Σαντάνσκι» (κυρίως στην περιοχή των Σερρών) και τους οποίους διαφοροποιούν σαφώς βέβαια από τους Βούλγαρους (αντίθετα με αυτό που κάνουν οι επίσημοι ιστορικοί μας).

Η σλαβομακεδόνικη συνείδηση αναπτύσσεται μάλλον δια της εις άτοπον απαγωγής. Στην πρώτη έκδοση της «Ζωής εν Τάφω» [επανεκδόθηκε το 1991] και στις αμέσως μετά (πριν δηλαδή τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο), ο Στρατής Μυριβήλης περιγράφει την συνείδηση των σλαβόφωνων της περιοχής του Μοναστηρίου ως εξής:

«Αυτοί εδώ οι χωριάτες, που τη γλώσσα τους την καταλαβαίνουν περίφημα κι οι Βούλγαροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούν τους πρώτους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους που τους κακομεταχειρίζονται για Βούλγαρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους περαστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθόδοξου Πατριάρχη της Πόλης». (…) Ωστόσο, δεν θέλουν να ΄ναι μήτε «Μπουλγκάρ» (Βούλγαροι), μήτε «Σρρπ» (Σέρβοι), μήτε «Γκρρτς» (Έλληνες). Μονάχα «Μακεντόν ορτοντόξ».

Αυτή η τελευταία φράση έχει κοπεί στις μετά το 1944 εκδόσεις της «Ζωής εν Τάφω» από τον ίδιο τον συγγραφέα που είχε πλέον εξελιχθεί σε στέλεχος του κράτους των εθνικοφρόνων, ευχήθηκε μάλιστα δημοσίως «να γίνει όλη η Ελλάδα μια απέραντη Μακρόνησος»…

Ο Μακεδονικός Αγώνας τώρα, έχει στην ουσία δύο διαφορετικά σκέλη. Το πρώτο είναι ο ανταγωνισμός των αυτονομιστών της ΕΜΕΟ με τους Βερχοβιστές της Σόφιας. Στην ουσία οι Βούλγαροι όταν βλέπουν να αναπτύσσεται το αυτονομιστικό κίνημα και να πιάνει ρίζες στον πληθυσμό, προσπαθούν να το σπρώξουν σε μια γρήγορη ένοπλη δράση προκειμένου να επέμβουν οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις και να μπορέσουν, χάρη στην προπαγάνδα τους στην Ευρώπη, να το προβάλουν ως Βουλγαρικό κίνημα και να ενσωματώσουν την Μακεδονία στη Βουλγαρία.

Έτσι, το 1902 στέλνουν ένοπλα σώματα στη Μακεδονία, χτυπούν κάποια τούρκικα χωριά και κυρίως τον Οθωμανικό πληθυσμό, σφάζουν δηλαδή διάφορα γυναικόπαιδα γύρω από τα τσιφλίκια, οι Τούρκοι απαντούν με την συνηθισμένη «λεπτότητα», στέλνουν ό,τι μπουλούκια μπορούν να βρουν και καίνε τα πάντα, ο πληθυσμός βρίσκεται ξαφνικά σε απόγνωση και βγαίνει στα βουνά. Το 1903 η ίδια η ΕΜΕΟ υποχρεώνεται να δώσει το σύνθημα της εξέγερσης (παρότι στην αρχή δεν το πολυθέλει, απ’ ό,τι λένε τα απομνημονεύματα των στελεχών της). Το 1903 λοιπόν, του Προφήτη Ηλία, Ίλιντεν στα σλάβικα, 20 Ιουλίου με το παλιό ημερολόγιο, 2 Αυγούστου με το καινούριο, ο πληθυσμός βγαίνει στα βουνά, κόβει τις τηλεγραφικές γραμμές για να κόψει την επικοινωνία, και χτυπάει τις τοπικές φρουρές. Η εξέγερση παίρνει κυρίως έναν αντιφεουδαρχικό χαρακτήρα, οι επαναστάτες καίνε τους πύργους των τσιφλικάδων, καταστρέφουν τα τσιφλίκια, σκοτώνουν τους ίδιους κ.ο.κ. Επεμβαίνουν οι Τούρκοι, μακελεύουν ξανά τον πληθυσμό και το ζήτημα διεθνοποιείται.

Η Ελλάδα καταλαβαίνει ότι χάνει το παιχνίδι. Βλέπει ότι οι Βούλγαροι και οι Σλαβομακεδόνες έχουν πάρει μεγάλο μέρος του πληθυσμού μαζί τους, και στέλνει τις πρώτες ομάδες Μακεδονομάχων.

Το 1904, τέσσερις αξιωματικοί, μεταξύ των οποίων ο Παύλος Μελάς, πάνε στη Μακεδονία να εξετάσουν τον χώρο. Επιστρέφουν, και οι μεν δύο λένε ότι δεν κερδίζουμε με τίποτα, τον χάσαμε τον πληθυσμό, ο Παύλος Μελάς και ένας άλλος λένε ότι θα στείλουμε εμείς ομάδες. Φτιάχνουν λοιπόν ομάδες, κυρίως από Κρητικούς, Μανιάτες και Έλληνες αξιωματικούς του στρατού, στρατολογούν και διάφορους ληστές επ’ αμοιβή, βρίσκουν και κάμποσους ντόπιους, και συγκροτούν τις ομάδες των μακεδονομάχων οι οποίες, όπως λέει ο ιστορικός Βλάχος που προανέφερα, ως σκοπό έχουν την «βελτίωση της εθνολογικής σύνθεσης της Μακεδονίας».

Ο επίσημος μύθος λέει ότι πολεμάγαμε ενάντια σε Βούλγαρους και Τούρκους. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όλα τα απομνημονεύματα που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα περιγράφουν καταλεπτώς μια στενότατη επιχειρησιακή συνεργασία των μακεδονομάχων και των Τούρκων της Μακεδονίας.

Καταρχήν μια συνεργασία άτυπη, δηλαδή κοινωνική: Οι τσιφλικάδες που έβλεπαν τους Σλάβους κολίγους τους να σηκώνουν κεφάλι, τροφοδοτούν τις ελληνικές ομάδες, τους προσφέρουν ένοπλη συνοδεία, χρησιμοποιούν είτε τους δικούς τους μπράβους είτε τα ελληνικά σώματα για να καθαρίσουν ανυπότακτους κολίγους, τους στεγάζουν, τους κρύβουν στα χαρέμια τους ή στις αποθήκες τους για να μην τους βρουν οι αρχές κ.ο.κ. Υπάρχουν γλαφυρότατες περιγραφές Ελλήνων μακεδονομάχων οι οποίοι πεινασμένοι, άθλιοι και κυνηγημένοι κρύβονται από διάφορους αγάδες στα χαρέμια τους (προς μεγάλην τους τέρψιν…).

Δεύτερον, επίσημη συνεργασία: Ήδη από το 1878 οι πρώτοι Έλληνες οπλαρχηγοί που μπαίνουν στη Μακεδονία, στέλνουν γράμματα στις τοπικές αρχές λέγοντας ότι δεν θα συγκρουστούν με τους Τούρκους, ότι μόνο στόχο τους έχουν τους Βούλγαρους και ότι θα συνεργαστούν με τις αρχές.

Ο Παύλος Μελάς έχει αυστηρές εντολές να μη χτυπηθεί με Τούρκους. Τελικά σκοτώνεται απ’ αυτούς. Πώς έγινε αυτό; Ο βασικός κομιτατζής της περιοχής ο Μήτρο Βλάχος, του στήνει μια παγίδα: στέλνει γραμμένη στα ελληνικά επιστολή στον Τούρκο διοικητή της περιοχής ξέροντας ότι ο ίδιος είναι επικηρυγμένος, και του λέει ότι στο τάδε χωριό, στο τάδε σπίτι εμείς ως Έλληνες σε πληροφορούμε ότι κρύβεται ο Μήτρο Βλάχος. Έρχονται οι Τούρκοι για να πάρουν την επικήρυξη και αντί του Μήτρο Βλάχου σκοτώνουν τον Παύλο Μελά. Αυτό το περιγράφουν όλοι οι Έλληνες ιστοριογράφοι και ιστορικοί της εποχής.

Ένας άλλος φοβερός μακεδονομάχος, ο Παναγιώτης Παπατζανετέας, που έδρασε στον βάλτο των Γιαννιτσών (εκεί που εκτυλίσσονται τα «Μυστικά του Βάλτου»), περιγράφει λεπτομερώς και καταπληκτικά τις επιχειρησιακές συνεργασίες με τον τούρκικο στρατό. Το πώς ο καϊμακάμης της περιοχής των Γιαννιτσών του ζητάει να οργανώσουν κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον των κομιτατζήδων. Το πώς θα τους ρίχνουν οι Τούρκοι με το πυροβολικό. Το πώς θα τους δείχνουν οι δικοί μας πού είναι οι καλύβες των κομιτατζήδων, θα τους βομβαρδίζουν οι Τούρκοι, θα βγαίνουν έξω και θα τους πετσοκόβουμε.

Υπήρξαν και συγκρούσεις Ελλήνων και Τούρκων, αν και πολύ λιγότερες. Αρκετοί δικοί μας μακεδονομάχοι, επειδή δεν βρίσκουν υποστήριξη από τον πληθυσμό, αλλάζουν άποψη και επιχειρούν συνεργασία με τους κομιτατζήδες ενάντια στους Τούρκους. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Τέλλου Άγρα ο οποίος τους τελευταίους έξι μήνες της ζωής του (πριν τον σκοτώσουν οι Ρουμανόβλαχοι κομιτατζήδες που τον είχαν άχτι επειδή τους είχε κάψει τα χωριά), επιχειρεί να έρθει σε συνεργασία με τους κομιτατζήδες.

Τέτοια είναι και η περίπτωση του Κώτα, τον οποίο επειδή διατηρεί επαφές με τους Βούλγαρους τον παραδίδει ο Καραβαγγέλης στους Τούρκους και αυτοί τον κρεμάνε. Χαρακτηριστικό του πόσο συσκοτισμένη είναι αυτή η υπόθεση του Μακεδονικού Αγώνα είναι ότι σήμερα ο Κώτας παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήν ελληνόφρων μακεδονομάχος. Το είπε και ο Κύρκος στη Βουλή, το λένε σε κάθε συζήτηση στην ΕΤ3. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για έναν άνθρωπο που οι Έλληνες τον έδωσαν ως προδότη. Το παραδέχεται ακόμα και η ιστορία του Γενικού Επιτελείου Στρατού που κυκλοφόρησε το 1979, λέγοντας βέβαια ότι λάθος κάναμε.

Σημειωτέον επίσης ότι τα περισσότερα στελέχη των κομιτατζήδων σκοτώνονται είτε από τους Τούρκους μετά από «καρφιά» δικών μας, είτε από μέλη αντίπαλων παρατάξεων της ΕΜΕΟ.

Οι κομιτατζήδες υποχωρούν ως κίνημα, και οι Βούλγαροι και οι Μακεδόνες, γιατί από τη μια μεριά τους χτυπούν Τούρκοι και Έλληνες, από την άλλη σφάζονται μεταξύ τους οι αυτονομιστές και οι βουλγαρόφιλοι. Ολόκληρη η ηγεσία, και των μεν και των δε, αλληλοεξοντώνεται μέχρι το 1910. Όταν οι Νεότουρκοι παίρνουν την εξουσία το 1908, ο Νικόλαος Βλάχος αναφέρει ότι στα μεν αστικά κέντρα ο πληθυσμός (που προσανατολίζεται στην ένταξη στα εθνικά σύνολά) τους υποδέχεται με μεγάλη θλίψη, ο δε αγροτικός πληθυσμός όπου εμφανίζονται οι Νεότουρκοι τους ραίνει με λουλούδια. Οι αγρότες ενθουσιάζονται με την προοπτική της ειρήνευσης γιατί είχαν κουραστεί να είναι υπό την απειλή του περιστρόφου το πρωί Βούλγαροι, το μεσημέρι Έλληνες, το βράδυ Σέρβοι και το επόμενο πρωί Ρουμάνοι.

Μετά τον Μακεδονικό Αγώνα

Γρήγορα όμως γίνεται σαφές ότι οι Νεότουρκοι δεν επιθυμούν να επανέλθουν σε μία βελτιωμένη εκδοχή της παλιάς κατάστασης, αλλά να εκτουρκίσουν με το ζόρι τον πληθυσμό. (Αποτελούν γαρ το νέο εθνικό κίνημα των Τούρκων). Επιστρέφουμε λοιπόν πάλι στην εποχή των εξεγέρσεων που καταλήγουν στους πολέμους του 1912- 19313 και την διανομή της Μακεδονίας ανάμεσα σε Ελλάδα, Σερβία (τότε) και Βουλγαρία.

Η Βουλγαρία είναι ο χαμένος της μοιρασιάς γιατί ενώ σήκωνε το κύριο βάρος του πολέμου, ως η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη, πολεμώντας τους Τούρκους στη Θράκη, οι άλλοι έπαιρναν τις μεγάλες φέτες. Επιχειρεί λοιπόν έναν «δεύτερο γύρο» αντιμετωπίζοντας με υπεροψία τους άλλους, τους επιτίθεται, της επιτίθενται όμως όλοι μαζί (Έλληνες, Σέρβοι, Τούρκοι, Ρουμάνοι) και παθαίνει πανωλεθρία: το 1913 είναι για τους Βούλγαρους ό,τι είναι για μας το ’22: πολλές χιλιάδες βουλγαρόφρονες Σλάβοι ξεσπιτώνονται και καταλήγουν να πεθαίνουν σε παράγκες όπως οι Έλληνες μετά το ’22. Ο αλυτρωτισμός που δημιουργήθηκε οδηγεί την Βουλγαρία στον Α΄ παγκόσμιο για να πάρει πίσω τα χαμένα εδάφη, ηττάται όμως ξανά, παθαίνει τα ίδια και χειρότερα. Το 1919 υπογράφει μια συνθήκη με την Ελλάδα για «εθελοντική ανταλλαγή πληθυσμών» (στην πράξη δεν είναι και πολύ εθελοντική απ’ ό,τι φαίνεται). Το 1923 γίνεται η ανταλλαγή πληθυσμών Ελλάδας – Τουρκίας και η Μακεδονία πλέον ελληνοποιείται. Όλος ο μουσουλμανικός πληθυσμός φεύγει, έρχονται 700.000 Έλληνες και η Μακεδονία είναι πλέον κατά βάση ελληνική, με μειονότητες (πια) άλλης γλώσσας και συνείδησης.

Στη Σερβική Μακεδονία, οι Σέρβοι επιχειρούν να αφομοιώσουν τον ντόπιο πληθυσμό με ισχυρά αφομοιωτικά μέτρα (εποικισμό Σέρβων κ.ο.κ.), πολιτική όμως που αποτυγχάνει. Στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο η Βουλγαρία ενσωματώνει το ανατολικό τμήμα της Ελληνικής και τη Σερβική Μακεδονία. Στη Σερβική Μακεδονία ο πληθυσμός τους δέχεται μετά βαΐων και κλάδων, ένα μεγάλο τμήμα του τουλάχιστον. Στην ελληνική υπάρχουν πλέον πολλοί πρόσφυγες και δεν ισχύει το ίδιο.

Τελευταία εξέλιξη είναι το 1944, όταν απελευθερώνεται η Γιουγκοσλαβία και οι Σλαβόφωνοι – Σλαβομακεδόνες της Νότιας Γιουγκοσλαβίας, κυρίως οι αριστεροί που έχουν πολεμήσει με τον Τίτο, συγκροτούν την τότε Ομόσπονδη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η επίσημη ελληνική άποψη είναι ότι έχουμε εδώ μια περίπτωση «εθνικής μετάλλαξης». Ότι ήταν Βούλγαροι ή κάτι άλλο και τους φτιάξανε «Μακεδόνες». Στην πραγματικότητα πρόκειται ακριβώς για την ίδια διαδικασία εθνικής συγκρότησης που προανέφερα: ένας πυρήνας που έχει διαμορφώσει δια μέσω 50-60 ετών την αίσθηση ότι αποτελεί διακριτό έθνος, παίρνει το κράτος στα χέρια του σε συμμαχία με τον πληθυσμό που πολεμάει τους φασίστες και στη συνέχεια εγχαράσσει την αντίστοιχη εθνική συνείδηση. Επειδή ακριβώς αυτή η εγχάραξη είναι πιο «φρέσκια» και εν τη διαμορφώσει της, γι’ αυτό είναι ίσως πιο άτσαλη, πιο χοντροκομμένη, όπως ήταν αυτά που έλεγαν στα ελληνικά σχολεία πριν από 100 χρόνια. Σήμερα που προφανώς είμαστε όλοι Έλληνες, έχουμε χαραγμένη εθνική συνείδηση, την παίρνουμε από τους γονείς μας από τότε που γεννιόμαστε, υπάρχουν περιθώρια (υπήρχαν μέχρι πρότινος τουλάχιστον…) στην ελληνική ιστοριογραφία για περισσότερες αποχρώσεις και μεγαλύτερη ειλικρίνεια.

Τέλος, δύο πράγματα για την μειονότητα των σλαβόφωνων στην Ελλάδα. Ο όρος «Σλαβομακεδόνες» ανήκει στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Στον μεσοπόλεμο υπήρξε μία μεγάλη συζήτηση για το αν αυτούς θα τους αποκαλέσουμε Βούλγαρους, βουλγαρόφωνους, Σέρβους, κ.ο.κ. Το 1924 το σύμφωνο Πολίτη – Καλκώφ με τη Βουλγαρία αναγνωρίζει «Βουλγαρική μειονότητα» στην Ελλάδα, αλλά στη συνέχεια, αφού διάφοροι δικοί μας ωρύονται και η Σερβία τους θέλει Σέρβους, τελικά ο μέσος όρος που προκύπτει είναι «Σλαβομακεδόνες» ή «Μακεδονοσλάβοι» - όπως καταγράφονται στην απογραφή του 1928. Επισήμως οι μη έχοντες ελληνική συνείδηση υπολογίζονται σε 80.000 (απογραφή του ’28 και του ’40). Πρέπει να δεχτούμε ότι εκείνη την εποχή υπάρχουν άλλοι 150.000-200.000 σλαβόφωνοι που είτε έχουν ελληνική εθνική συνείδηση, είτε επιλέγουν την αφομοίωση, είτε δεν το πολυπροβάλουν, είτε εν πάσει περιπτώσει δεν τους ρώτησε κανείς. Κάποιος σλαβόφωνος δάσκαλος από το χωριό Αρμέντσκο της Φλώρινας περιγράφει στο βιβλίο του πως έκανε ο ίδιος την απογραφή του ’40 στο χωριό του και ενώ ήταν όλοι σλαβόφωνοι, έγραψε μηδέν: όλοι ελληνόφωνοι.

Υπάρχει μία έντονη αντίθεση γηγενών («ντόπιων» όπως ονομάζονται) και προσφύγων (θα σας τα πει καλύτερα ίσως ο Λεωνίδας), υπάρχει κα μια προσπάθεια αφομοίωσης των σλαβόφωνων, είτε ήπια (προσεταιρισμού τους «με το μαλακό») διαμέσου μεταρρυθμίσεων, μιας διπλής εκπαίδευσης κτλ., είτε με τη βία όπως επί Μεταξά:

Τοπικές αστυνομικές εγκύκλιοι λέγανε ότι όποιος μιλάει αυτήν την γλώσσα θα του μπαίνει πρόστιμο. Γυρνάγανε λοιπόν οι ασφαλίτες στα χωράφια, ακούγανε κάποιον να μιλάει στη γλώσσα του, «έλα εδώ, τι μιλάς; πρόστιμο». (Αλλού αναφέρεται 25 δρχ. αλλού 100 δρχ. προπολεμικές).

(Ένας γνωστός μου μού έχει πει μια φοβερή ιστορία: Όταν αυτός που οργώνει θέλει να στρίψει το αλέτρι και το βόδι δεν καταλαβαίνει, του ρίχνει συνήθως διάφορες βρισιές. Αυτοί λοιπόν βρίζανε στα σλάβικα. Οι ασφαλίτες που γυρνάγανε, άμα ακούγανε σλάβικες βρισιές προς το μοσχάρι, ρίχνανε πρόστιμο. Τι κάνανε λοιπόν οι ζευγάδες; Λιγοστά ελληνικά ξέρανε, από τότε που είχαν πάει φαντάροι. Οπότε λέγανε στο βόδι: «Μετααααα…βολή!»).

Στη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου οι σλαβόφωνοι «περνούν μια κρίση συνείδησης» όπως λέει και το γνωστό φυλλαδιάκι της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών και του Κέντρου Αποδήμων. Η Βουλγαρία τους εντάσσει σε αντιαντάρτικες μονάδες, κάποιοι πολεμούν στο πλευρό των Βουλγάρων, άλλους στρατολογεί ο ΕΛΑΣ ως σλαβομακεδόνες, ενώ παίζεται επίσης και ένα παιχνίδι ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και στους παρτιζάνους του Τίτο. Ακολουθεί ο εμφύλιος, οι σλαβομακεδόνες είναι το μισό τουλάχιστον του Δημοκρατικού Στρατού στη Βόρεια Ελλάδα, δίνουν μια μάχη όχι τόσο για τον «κομμουνισμό» όσο για τα δικαιώματά τους ως μειονότητα. Εκεί οφείλεται και η περίφημη ολομέλεια το Γενάρη του 1949 (όταν η αριστερά πλέον έχει περιοριστεί στο «κράτος του Γράμμου») που λέει ότι «ο σλαβομακεδονικός λαός θα βρει την πλέρια εθνική αποκατάσταση» (αυτό λέει όχι «αυτόνομη Μακεδονία». Θολούρα έτσι κι αλλιώς…). Ηττάται το αντάρτικο, πολλοί φεύγουν (ιδίως οι αριστεροί των χωριών της συνοριακής γραμμής και γι’ αυτό στη συνοριακή γραμμή είναι κυρίως δεξιά τα χωριά (ό,τι έχει μείνει). Όσοι μένουν μέσα υφίστανται ένα φοβερό κύμα αφομοιωτικής πίεσης. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 υπάρχουν περιγραφές ότι οι αρχές τους μαζεύουν στα χωριά και τους βάζουν όλους να ορκιστούν, από το μωρό μέχρι το γέρο, ότι δεν θα ξαναμιλήσουν τη γλώσσα. Μετά τη μεταπολίτευση, και ιδιαίτερα στη δεκαετία του ’80, αυτή η «επαγρύπνηση» χαλαρώνει κάπως, χωρίς όμως να πάψει ποτέ. Χαρακτηριστικά αναφέρω μια «απόρρητη» έκθεση της ΥΠΕΑ, συνταγμένη το 1982 με στοιχεία που «συγκεντρώθηκαν» το 1981, η οποία αναφέρεται ανοιχτά σε μια κρατική πολιτική εξάλειψης της χρήσης του «τοπικού ιδιώματος». Ενδιαφέρον είναι ότι στην έκθεση αυτή (που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σχολιαστής το 1989 κι επιβεβαιώθηκε έκτοτε από συγγραφείς όπως ο Στ. Σωτηρίου στο άκρως εθνικόφρων πρόσφατο πόνημά του) βάζει στο ίδιο τσουβάλι την έξωθεν επιβουλή κατά της Μακεδονίας (προπαγάνδα Σκοπίων, Βουλγαρική διείσδυση, κλπ.) με τη χρήση της σλαβομακεδονικής διαλέκτου από τον ντόπιο πληθυσμό, τα τοπικά τραγούδια τους τοπικούς χορούς κ.ο.κ. Όποιος αρνείται δηλαδή την πολιτιστική αφομοίωση θεωρείται εξ’ ορισμού αντεθνικό στοιχείο!

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 02 Φεβρουαρίου 2018 18:11

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.