Ο Λένιν σε κάποιο διάλειμμα κατά τη διάρκεια του Τρίτου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Μόσχα, 22 Ιουνίου 1921.
Charles Post
Λενινισμός; Μια αποτίμηση στα 150 χρόνια από τη γέννηση του Λένιν
Στις 22 Απριλίου [του 2015] συμπληρώθηκαν εκατόν πενήντα χρόνια από τη γέννηση του Β. Ι. Ουλιάνοφ, γνωστότερου στην ιστορία ως «Λένιν». Ως ιδρυτής της μπολσεβίκικης (πλειοψηφικής) παράταξης του ρωσικού σοσιαλιστικού κινήματος, η οποία ηγήθηκε της πρώτης επιτυχημένης επανάστασης της εργατικής τάξης στην ιστορία της ανθρωπότητας, το έργο του Λένιν αποτέλεσε το θεμέλιο της επαναστατικής θεωρίας και πρακτικής στον 20ό αιώνα. Σήμερα – με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη σχεδόν εξαφάνιση των μαζικών κομμουνιστικών κομμάτων στον προηγμένο καπιταλιστικό κόσμο– πολλοί αναρωτιούνται αν ο «λενινισμός» έχει ή όχι κάποια σημασία για την ανοικοδόμηση του επαναστατικού σοσιαλισμού στον 21ο αιώνα.
Η αξιολόγηση της συμβολής του καθίσταται δύσκολη επειδή δεν υπάρχει μεγάλη συναίνεση σχετικά με το τι ακριβώς εννοείται με τον όρο «λενινισμός». Γενικά, ο όρος έχει δύο διαφορετικές αλλά αλληλένδετες έννοιες. Η πρώτη είναι η θεωρία της επαναστατικής σοσιαλιστικής οργάνωσης. Ο Λένιν, είτε στο Τι να κάνουμε; (1903), είτε μέχρι τη στιγμή της διάσπασης της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας το 1912, είχε διατυπώσει μια θεωρία για ένα «κόμμα νέου τύπου». Αυτός ο νέος τύπος σοσιαλιστικής οργάνωσης βασιζόταν στην απόρριψη δύο βασικών πτυχών της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας και πρακτικής. Πρώτον, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ήταν «καθολικά», ενώνοντας επαναστάτες με «οπορτουνιστές» (ο όρος του Λένιν για τους ρεφορμιστές) σε μια προσπάθεια να εκπροσωπήσουν την εργατική τάξη «ως σύνολο». Ο Λένιν αντιλαμβανόταν την ανάγκη να οικοδομηθεί ένα «ομοιογενές» κόμμα ενωμένο γύρω από ένα επαναστατικό πρόγραμμα – ένα κόμμα της επαναστατικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, οργανωμένο χωριστά από τους «καθυστερημένους» εργάτες και τους ρεφορμιστές ηγέτες τους. Δεύτερον, η σοσιαλδημοκρατία ήταν υπερβολικά οργανωτικά αποκεντρωμένη, επιτρέποντας στους ρεφορμιστές το δικαίωμα να ασκούν δημόσια κριτική και να δρουν ενάντια στις αποφάσεις του κόμματος. Οι Μπολσεβίκοι πρωτοστάτησαν στον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό», στον οποίο μια αξιόπιστη κεντρική ηγεσία καθόριζε την προοπτική και τη δραστηριότητα όλων των κομματικών οργανώσεων.
Η δεύτερη έννοια του «λενινισμού» –που συχνά κωδικοποιείται ως «μαρξισμός-λενινισμός»– είναι η αντίληψη ότι ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι παρήγαγαν ένα ξεχωριστό σώμα μαρξιστικής θεωρίας. Είτε χρησιμοποιείται από σταλινικούς είτε από αντισταλινικούς επαναστάτες, ο «λενινισμός» είναι μια ξεχωριστή και ακριβής εξήγηση της πορείας της Ρωσικής Επανάστασης του 1917, του οπορτουνισμού και του ρεφορμισμού στο εργατικό κίνημα και ενός νέου «σταδίου» του καπιταλισμού – ιμπεριαλισμού/μονοπωλιακού καπιταλισμού. Μαζί, αυτές οι θεωρητικές καινοτομίες παρουσιάζονται ως το θεμέλιο της επαναστατικής πρακτικής από το 1917 και μετά.
Δυστυχώς, μεγάλο μέρος της πρόσφατης συζήτησης για τον λενινισμό χαρακτηρίζεται από μια σύγχυση της μαρξιστικής θεωρίας και της σοσιαλιστικής πρακτικής. Η μαρξιστική θεωρία, όπως όλες οι επιστημονικές θεωρίες, προσπαθεί να δώσει μια σχετικά αφηρημένη, εννοιολογική εξήγηση του κόσμου. Για παράδειγμα, η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό κινείται «από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο» – από τη διαφορά μεταξύ της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας, μέσω της αγοράς και της πώλησης της εργατικής δύναμης, στην παραγωγή υπεραξίας στην καπιταλιστική εργασιακή διαδικασία, στη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή ενός εφεδρικού στρατού εργασίας, στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό και, τέλος, στο αναπόφευκτο της καπιταλιστικής κρίσης. Με απλά λόγια, η μαρξιστική θεωρία παρέχει μια σχετικά αφηρημένη εξήγηση ενός κοινωνικού φαινομένου, που έχει τις ρίζες της στις πιο βασικές κατηγορίες του ιστορικού υλισμού. Έτσι, μια θεωρία της επαναστατικής οργάνωσης θα βασιζόταν σε μια εξήγηση του τρόπου με τον οποίο οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις παραγωγής διαμορφώνουν τη δυναμική της συνείδησης της εργατικής τάξης. Όλες οι μαρξιστικές θεωρίες πρέπει να είναι εννοιολογικά συνεκτικές και, κυρίως, πρέπει να εξηγούν την πραγματική ιστορία. Όπως το έθεσε ο αείμνηστος Έρνεστ Μαντέλ στο βιβλίο του Ο Ύστερος Καπιταλισμός:
«Από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού, οι “τάσεις” που δεν εκδηλώνονται υλικά και εμπειρικά δεν είναι καθόλου τάσεις. Είναι τα προϊόντα [...] επιστημονικών λαθών [....] Από τη στιγμή που οι “νόμοι της ανάπτυξης” αρχίζουν να θεωρούνται τόσο αφηρημένοι ώστε να μην μπορούν πλέον να εξηγήσουν την πραγματική διαδικασία της συγκεκριμένης ιστορίας, τότε η ανακάλυψη τέτοιων τάσεων ανάπτυξης παύει να αποτελεί εργαλείο για τον επαναστατικό μετασχηματισμό αυτής της διαδικασίας.»
Αντίθετα, η σοσιαλιστική πρακτική αναφέρεται στην πραγματική δραστηριότητα των σοσιαλιστών αγωνιστών στα εργατικά και κοινωνικά κινήματα. Παρά την προσπάθεια της μαρξιστικής αριστεράς για την ενότητα της θεωρίας και της πρακτικής, συχνά υπήρξαν αποκλίσεις μεταξύ τους. Για να το θέσουμε αλλιώς, δεν υπάρχει μια αντιστοιχία ένα προς ένα μεταξύ μιας θεωρίας και μιας πολιτικής πρακτικής. Για τους επαναστάτες, η πιο γνωστή ρήξη μεταξύ θεωρίας και πρακτικής είναι η σοσιαλδημοκρατία πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενώ τα μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του γερμανικού κόμματος, διατηρούσαν φαινομενικά θεωρητική πίστη στον μαρξισμό μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950, η πρακτική τους είχε αποκλίνει από τη θεωρία τους κατά τη δεκαετία πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόμοιες αποκλίσεις υπάρχουν μεταξύ των διαφορετικών θεωριών της καπιταλιστικής κρίσης και των πολιτικών στρατηγικών. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι υποστηρικτές των «υποκαταναλωτικών» θεωριών της καπιταλιστικής κρίσης, οι οποίες δίνουν έμφαση στις υποτιθέμενες ανεπάρκειες της ζήτησης, τείνουν να υποστηρίζουν σοσιαλδημοκρατικές ή κεϋνσιανές πολιτικές «διαχείρισης της ζήτησης». Είναι, πολύ απλά, ρεφορμιστές. Ωστόσο, μία από τις πιο εκλεπτυσμένες υπερασπίστριες του «υποκαταναλωτισμού» ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ηγετική φυσιογνωμία της επαναστατικής πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας πριν από το 1914.
Θα υποστηρίξουμε ότι υπήρχε μια διάσταση μεταξύ της θεωρίας και της πρακτικής του Λένιν και των Μπολσεβίκων, ιδιαίτερα πριν από το 1914. Ενώ ο Λένιν και οι σύντροφοί του ήταν πρακτικοί καινοτόμοι στην επαναστατική οργάνωση και την επαναστατική στρατηγική, η θεωρία τους παρέμεινε μέσα στο κύριο ρεύμα του «ορθόδοξου μαρξιστικού» ρεύματος της σοσιαλδημοκρατίας που εκπροσωπήθηκε καλύτερα από τον Καρλ Κάουτσκι. Το καθήκον των επαναστατών του 21ου αιώνα είναι να αναγνωρίσουν αυτή τη διάσταση, να αξιολογήσουν κριτικά τη θεωρία του Λένιν υπό το πρίσμα των ιστορικών εξελίξεων και να αναπτύξουν ένα θεωρητικό θεμέλιο για τις δικές τους ανακαλύψεις στην επαναστατική πρακτική.
Ο μύθος της «ιδέας του κόμματος» του Λένιν
Παρά τους ισχυρισμούς περί του αντιθέτου, υπάρχουν ελάχιστες αποδείξεις ότι ο Λένιν ή άλλοι ηγέτες του Μπολσεβίκικου κόμματος ανέπτυξαν μια ξεχωριστή θεωρητική προοπτική για τη σοσιαλιστική οργάνωση, πριν από το 1914. Όπως θα δούμε, η οργανωτική πρακτική των Μπολσεβίκων ήταν ριζικά διαφορετική από την υπόλοιπη προπολεμική σοσιαλδημοκρατία. Ωστόσο, αυτές οι πρακτικές καινοτομίες παρέμειναν αθεμελίωτες για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του μπολσεβικισμού.
Το βιβλίο του Λαρς Λιχ, Η επανανακάλυψη του Λένιν [Lars Lih, Lenin Rediscovered] αποτελεί μια έντονη κριτική της αντίληψης –που είναι κοινή τόσο στη «λενινιστική» αριστερά όσο και στην αντιλενινιστική δεξιά– ότι ο Λένιν ήρθε σε ρήξη με την κυρίαρχη θεωρία της σοσιαλιστικής οργάνωσης ήδη από το 1903. Αποδεικνύει με σαφήνεια ότι ο Λένιν ήταν, όπως ο ίδιος δήλωσε, ενθουσιώδης υποστηρικτής του κυρίαρχου μοντέλου της προπολεμικής σοσιαλιστικής οργάνωσης – του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD). Πολύ απλά, ο Λένιν ήταν ένας αρκετά ορθόδοξος οπαδός του Καρλ Κάουτσκι, του κορυφαίου θεωρητικού της προπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας, τόσο σε θέματα σοσιαλιστικής πολιτικής όσο και οργάνωσης. Μέσα από μια εξαντλητική ανασύνθεση των συγγραμμάτων του Κάουτσκι, ιδίως του Προγράμματος της Ερφούρτης του SPD του 1891, ο Λιχ υποστηρίζει ότι ο Λένιν ήταν ένας «Ρώσος Ερφουρτιανός».
Τόσο ο Κάουτσκι όσο και ο Λένιν κατανόησαν την ιδιαιτερότητα του μαρξιστικού σοσιαλιστικού κινήματος –την επιμονή του ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι προϊόν της ταξικής πάλης και όχι ενός μοντέλου– με τον ίδιο τρόπο που το κατανόησε ο Χαλ Ντρέιπερ στο Οι δύο ψυχές του σοσιαλισμού [Hal Draper, Two Souls of Socialism][1]. Πιο πριν, οι προ-μαρξιστές θεωρητικοί του σοσιαλισμού (και πολλοί μετα-μαρξιστές θεωρητικοί της σοσιαλδημοκρατικής και σταλινικής παράδοσης) θεωρούσαν τους αγώνες των εργαζομένων στους χώρους εργασίας ως «στενούς» και «εγωιστικούς» – επιβλαβείς για την ανάπτυξη μιας κολεκτιβιστικής και σχεδιασμένης κοινωνικής τάξης. Μια πεφωτισμένη ελίτ διανοουμένων θα επέβαλλε τον σοσιαλισμό στις καθυστερημένες μάζες. Στο Πρόγραμμα της Ερφούρτης, ο Κάουτσκι ήταν ξεκάθαρος ότι ο μαρξισμός ρίζωνε τον σοσιαλισμό στην καθημερινή αυτοοργάνωση και αυτοδραστηριότητα των ίδιων των εργατών. Έτσι, μέσω της συγχώνευσης της σοσιαλιστικής διανόησης με τους πιο ενεργούς και «αποφασιστικούς» εργατικούς ακτιβιστές θα οικοδομούνταν ένα μαζικό σοσιαλιστικό κόμμα.
Η θέση του Λιχ ότι ο Λένιν παρέμεινε ένας «Ερφουρτιανός Μαρξιστής» αποτέλεσε το αντικείμενο μιας νέας συζήτησης[2] σχετικά με το νόημα της διαμάχης του 1912 στο Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (ΡΣΔΕΚ). Για πολλούς στην επαναστατική αριστερά, η απόφαση του 1912 της μπολσεβίκικης παράταξης του ΡΣΔΕΚ να χρησιμοποιήσει την πλειοψηφία της ήταν στην πραγματικότητα μια διάσπαση –η δημιουργία ενός νέου, αποκλειστικά επαναστατικού κόμματος. Σαφώς, το ΡΣΔΕΚ ήταν «για όλους τους πρακτικούς σκοπούς»[3] υπό την ηγεσία των Μπολσεβίκων μετά το 1912– και το μεγαλύτερο μέρος της μειοψηφίας των Μενσεβίκων αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ηγεσία της πλειοψηφίας. Ωστόσο, ο Λένιν και οι υποστηρικτές του επέμεναν ότι απλώς υπερασπίζονταν τη «δημοκρατία του συνεδρίου»[4] –εφαρμόζοντας τις δημοκρατικές αποφάσεις του συνεδρίου της Πράγας του ΡΣΔΕΚ– και ότι η μειοψηφία ήταν ελεύθερη να συνεχίσει να είναι μέλος και να συμμετέχει στο κόμμα, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας διαφωνίας της με την πλειοψηφία όταν διαφωνούσε. Με απλά λόγια, ενώ ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι μπορεί να διαίρεσαν το ΡΣΔΕΚ στην πράξη, δεν θεώρησαν την άσκηση των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας ως διάσπαση ούτε ανέπτυξαν μια νέα θεωρία του κόμματος για να δικαιολογήσουν τις ενέργειές τους. Ακόμη και στην πράξη, η διάσπαση δεν επηρέασε μεγάλο μέρος της βάσης του ΡΣΔΕΚ, με τους Μπολσεβίκους και τους Μενσεβίκους να συνεχίζουν να συναντώνται και να προσπαθούν να δρουν από κοινού, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1917.[5]
Υπάρχουν επίσης σημαντικές ιστορικές αποδείξεις ότι η οργανωτική πρακτική των Μπολσεβίκων πριν από το 1921 είχε μικρή ομοιότητα με εκείνες που επιβλήθηκαν στα Κομμουνιστικά Κόμματα υπό τη σημαία του «λενινισμού» μετά το 1923. Το βιβλίο του Μαρσέλ Λίμπμαν, Ο λενινισμός υπό τον Λένιν [Marcel Liebman, Leninism Under Lenin], αποδεικνύει ότι η μπολσεβίκικη φράξια και το ΡΣΔΕΚ κάθε άλλο παρά «πολιτικά ομοιογενή» ήταν με τον τρόπο που χρησιμοποιούσαν τον όρο οι «λενινιστές» μετά το 1923. Όχι μόνο υπήρχαν ζωηρές συζητήσεις για τη θεωρία και τη στρατηγική, ιδίως για το ρόλο των καπιταλιστών, των εργατών και των αγροτών στην επερχόμενη ρωσική επανάσταση, αλλά τα πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα και οι παρατάξεις ήταν ελεύθερα τόσο να σχηματίζονται ανά πάσα στιγμή (όχι μόνο κατά τη διάρκεια περιορισμένων περιόδων «προσυνεδριακής» συζήτησης) όσο και να εκφράζουν τις διαφορές τους δημοσίως. Ο Λένιν ήταν αρκετά σαφής σχετικά με την ανάγκη για δημόσια συζήτηση στην «Έκκληση προς το κόμμα από αντιπροσώπους στο Συνέδριο της Ενότητας που ανήκαν στην πρώην «μπολσεβίκικη ομάδα», που γράφτηκε τον Απρίλιο του 1906, καθώς η πρώτη ρωσική επανάσταση βρισκόταν σε υποχώρηση. Ενώ επαινεί την ανανεωμένη ενότητα του ΡΣΔΕΚ και τη διάλυση της μπολσεβίκικης και της μενσεβίκικης φράξιας, ο Λένιν επισημαίνει τις συνεχιζόμενες διαφορές σχετικά με τη στάση του κόμματος απέναντι στους αγροτικούς αγώνες, τη συμμετοχή στην τσαρική Δούμα (κοινοβούλιο) και την ανάγκη για συνεχή παράνομη οργάνωση για την προετοιμασία μιας ένοπλης εξέγερσης κατά του Τσαρισμού:
«Συμφωνήσαμε όλοι με την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, με τις εγγυήσεις για τα δικαιώματα όλων των μειοψηφιών και της νομιμόφρονης αντιπολίτευσης, με την αυτονομία κάθε κομματικής οργάνωσης, με την αναγνώριση ότι όλα τα κομματικά στελέχη πρέπει να εκλέγονται, να λογοδοτούν στο κόμμα και να είναι ανακλητά. Βλέπουμε την τήρηση στην πράξη αυτών των αρχών οργάνωσης, την ειλικρινή και συνεπή εφαρμογή τους, ως εγγύηση ενάντια στη διάσπαση, ως εγγύηση ότι η ιδεολογική πάλη στο Κόμμα μπορεί και πρέπει να αποδειχθεί πλήρως συμβατή με την αυστηρή οργανωτική ενότητα, με την υποταγή όλων στις αποφάσεις του Συνεδρίου Ενότητας.»[6]
Όπως υποστήριξε ο Λιχ, οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες, τόσο οι μενσεβίκοι όσο και οι μπολσεβίκοι, έδιναν πάντοτε έμφαση στη δημοκρατική πτυχή του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού»[7] πριν από το 1921. Με απλά λόγια, οι Μπολσεβίκοι της βάσης απολάμβαναν περισσότερα δημοκρατικά δικαιώματα να διαφωνούν (και δημόσια) με τη «γραμμή του κόμματος» και μεγαλύτερο δημοκρατικό έλεγχο επί των ηγετών τους σε συνθήκες τσαρικής απολυταρχίας στις αρχές του 20ού αιώνα, απ’ ό,τι τα περισσότερα μέλη φαινομενικά «λενινιστικών» οργανώσεων σε συνθήκες καπιταλιστικής νομιμότητας έναν αιώνα αργότερα.
Η οργανωτική μορφή που σήμερα διεκδικεί τον μανδύα του «λενινιστή», επινοήθηκε μετά τον θάνατο του Λένιν το 1924. Στον απόηχο της ήττας της Γερμανικής Επανάστασης τον Οκτώβριο του 1923, η ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς βραχυκύκλωσε κάθε πολιτική συζήτηση για τις ρίζες αυτής της ιστορικής οπισθοδρόμησης. Αντ’ αυτού, η Κομιντέρν υπό την ηγεσία του Ζινόβιεφ υποστήριξε ότι η έλλειψη οργανωτικής πειθαρχίας και ιδεολογικής ομοιογένειας στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD) ήταν η αιτία της ήττας και ξεκίνησε μια εκστρατεία για την «μπολσεβικοποίηση» των νεοϊδρυθέντων Κομμουνιστικών Κομμάτων.
Οι ρίζες αυτού που το μεγαλύτερο μέρος της επαναστατικής αριστεράς θεωρεί σήμερα «λενινισμό» και «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό» –οι απαγορεύσεις των οργανωμένων μειοψηφικών ρευμάτων (είτε φράξιες που διεκδικούν την ηγεσία είτε ιδεολογικές τάσεις) εκτός από εξαιρετικά περιορισμένες χρονικές περιόδους· η αντίληψη ότι οι διαφωνίες μέσα στο επαναστατικό κίνημα αντανακλούν την επιρροή «ξένων ταξικών δυνάμεων»· η υποταγή των μελών της βάσης της οργάνωσης στην αδιαμφισβήτητη εξουσία των «ανώτερων οργάνων», συμπεριλαμβανομένης της ικανότητάς τους να υπαγορεύουν τακτικές· και η τελική εξουσία των διεθνών οργάνων να καθορίζουν τον πολιτικό προσανατολισμό των εθνικών οργανώσεων, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής της ηγεσίας τους– μπορούν να βρεθούν στις εκστρατείες «μπολσεβικοποίησης» που ξεκίνησαν μετά το 1923.[8]
«Μαρξισμός-Λενινισμός»
Ο ισχυρισμός ότι ο Λένιν ανέπτυξε ένα σώμα πρωτότυπης και χρήσιμης θεωρίας είναι επίσης εξαιρετικά αμφισβητήσιμος. Οι περισσότερες περιγραφές του «μαρξισμού-λενινισμού» ισχυρίζονται ότι ο Λένιν έκανε διαρκείς θεωρητικές ανακαλύψεις σε τρία βασικά ζητήματα – τις ρίζες του ρεφορμισμού («οπορτουνισμού»), τη στρατηγική για τη Ρωσική Επανάσταση του 1917 και τη θεωρία του ιμπεριαλισμού-μονοπωλιακού καπιταλισμού. Πρώτον, καμία από αυτές τις θεωρίες δεν ήταν στην πραγματικότητα πρωτότυπη. Όπως έχει υποστηρίξει ο Λιχ, ο Λένιν παρέμεινε θεωρητικά συνεπής καουτσκιστής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ο Λιχ δεν ήταν ο μόνος που είχε αυτή την εκτίμηση. Ο Λέον Τρότσκι, στη νεκρολογία του για τον Κάουτσκι το 1938, υποστήριξε:
«Οι προσπάθειες της σημερινής ιστοριογραφίας της Κομιντέρν να παρουσιάσει τα πράγματα σαν ο Λένιν, σχεδόν στα νιάτα του, να είχε δει στον Κάουτσκι έναν οπορτουνιστή και να του είχε κηρύξει τον πόλεμο, είναι ριζικά λανθασμένες. Σχεδόν μέχρι τη στιγμή του παγκόσμιου πολέμου, ο Λένιν θεωρούσε τον Κάουτσκι ως γνήσιο συνεχιστή της υπόθεσης του Μαρξ και του Ένγκελς.»[9]
Η ερμηνεία του ρεφορμισμού και η δυναμική της συνείδησης της εργατικής τάξης είναι βασικά στοιχεία κάθε θεωρίας επαναστατικής οργάνωσης. Η εξήγηση του Λένιν για τις ρίζες του ρεφορμισμού –η αντίληψη ότι τα μονοπώλια και ο ιμπεριαλισμός επιτρέπουν στην καπιταλιστική τάξη να «δωροδοκεί» μια «εργατική αριστοκρατία» με υψηλότερους μισθούς και ασφαλέστερη απασχόληση– οφείλει πολλά στα πρώιμα γραπτά του Κάουτσκι. Στο κλασσικό του έργο Η κοινωνική επανάσταση, που πρωτοεκδόθηκε το 1902, ο Κάουτσκι υποστήριξε ότι η κυριαρχία του αγγλικού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά και στην αποικιακή αυτοκρατορία εξηγούσε την κυριαρχία του μη μαρξιστικού, ρεφορμιστικού σοσιαλισμού εκεί:
«Η Αγγλία ήταν το κλασικό έδαφος του καπιταλισμού, εκείνο στο οποίο το βιομηχανικό κεφάλαιο κέρδισε για πρώτη φορά την κυριαρχία. Ο αγγλικός καπιταλισμός ήρθε στην εξουσία ως οικονομικός κυρίαρχος όχι μόνο της ανώτερης τάξης της χώρας του αλλά και των ξένων χωρών.... Εγκατέλειψε τη βίαιη καταστολή της εργατικής τάξης και εξαρτήθηκε πολύ περισσότερο από την ειρηνική διπλωματία, για ένα διάστημα παραχώρησε πολιτικά προνόμια στους ισχυρά οργανωμένους και προσπάθησε να εξαγοράσει και να διαφθείρει τους ηγέτες της με φιλικές προκαταβολές, στις οποίες πολύ συχνά είχε επιτυχία.»
Όπως έχω υποστηρίξει αλλού, η θεωρία της εργατικής αριστοκρατίας σε όλες τις παραλλαγές της είναι θεωρητικά ασυνεπής και εμπειρικά αβάσιμη. Μια πολύ ανώτερη εξήγηση του ρεφορμισμού στο εργατικό κίνημα βρίσκεται στο βιβλίο της Λούξεμπουργκ, Μαζική απεργία, Κόμμα, Συνδικάτα που γράφτηκε μετά τη ρωσική επανάσταση του 1905-1906. Για τη Λούξεμπουργκ, ο αναγκαστικά επεισοδιακός χαρακτήρας της πάλης της εργατικής τάξης και η ανάδυση αξιωματούχων πλήρους απασχόλησης στα συνδικάτα και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι το κοινωνικό θεμέλιο του ρεφορμισμού – και όχι ένα στρώμα καλοπληρωμένων εργατών που δήθεν «δωροδοκείται» από τα ιμπεριαλιστικά και μονοπωλιακά «υπερκέρδη».
Ούτε η θεωρία του Λένιν για τη Ρωσική Επανάσταση ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπη ή ακριβής. Για τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους πριν από το 1917, ο στόχος της Ρωσικής Επανάστασης ήταν μια «δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς». Στη φεουδαρχική-απολυταρχική Ρωσία, η «αστικοδημοκρατική» επανάσταση ήταν στην ημερήσια διάταξη. Απορρίπτοντας το επιχείρημα των μενσεβίκων ότι η αδύναμη ρωσική καπιταλιστική τάξη θα ηγείτο αυτής της επανάστασης, ο Λένιν υποστήριξε ότι μόνο μια ριζοσπαστική δημοκρατική επανάσταση των εργατών και των αγροτών, βασιζόμενη στις δικές τους οργανώσεις, θα μπορούσε να εγκαθιδρύσει μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση που θα έφερνε εις πέρας μη σοσιαλιστικά καθήκοντα – καταστρέφοντας τον τσαρισμό και οργανώνοντας μια Συντακτική Συνέλευση για την ίδρυση ενός δημοκρατικού κοινοβουλευτικού καθεστώτος [democratic republic], τη διανομή γης στους αγρότες και την καθιέρωση του οκτάωρου. Αφού ολοκλήρωνε αυτά τα καθήκοντα, η επαναστατική κυβέρνηση θα παρέδιδε την εξουσία σε ένα δημοκρατικό καπιταλιστικό καθεστώς.
Το έργο του Κάουτσκι, Οι κινητήριες δυνάμεις της Ρωσικής Επανάστασης και οι προοπτικές της (1906), σκιαγράφησε μια ανάλυση και στρατηγική που οι Μπολσεβίκοι διεκδίκησαν ως δική τους. Ωστόσο, αυτή η προοπτική αποδείχθηκε λανθασμένη. Το 1917, η επανάσταση των εργατών και των αγροτών δεν περιορίστηκε στην καταστροφή του Τσαρισμού, στην εφαρμογή της αγροτικής μεταρρύθμισης και του οκτάωρου ή στην εγκαθίδρυση ενός καπιταλιστικού δημοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Αντίθετα, οι εργάτες και οι αγρότες ανέτρεψαν την καπιταλιστική προσωρινή κυβέρνηση, εγκαθίδρυσαν ένα εργατικό κράτος βασισμένο στα συμβούλια («σοβιέτ») και άρχισαν να υπονομεύουν την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία. Με απλά λόγια, το αποτέλεσμα της ρωσικής επανάστασης δεν επιβεβαίωσε τη θεωρία και τη στρατηγική του Λένιν και των Μπολσεβίκων, αλλά του αντιφρονούντα μενσεβίκου Τρότσκι. Ο Τρότσκι είχε υποστηρίξει από το 1906 ότι η εργατική τάξη όχι μόνο θα ανέτρεπε τον Τσαρισμό με την υποστήριξη της αγροτιάς, αλλά και ότι δεν θα περιοριζόταν σε «αστικοδημοκρατικά» καθήκοντα. Και πάλι, ενώ η πρακτική των Μπολσεβίκων το 1917 ήρθε σε ρήξη με το στρατηγικό όραμα του Λένιν και του Κάουτσκι, ούτε ο Λένιν ούτε κανένας άλλος ηγέτης των Μπολσεβίκων εγκατέλειψε ποτέ ρητά τη «δημοκρατική δικτατορία».
Τέλος, ακόμη και το έργο του Λένιν, Ιμπεριαλισμός: Το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, δεν ήταν εντελώς πρωτότυπο. Ο Λένιν απέρριψε την έννοια του Κάουτσκι μετά το 1912 για τον «υπερ-ιμπεριαλισμό», όπου μια ενιαία, κυρίαρχη ιμπεριαλιστική δύναμη θα μπορούσε να καταστήσει τις ενδοϊμπεριαλιστικές στρατιωτικές συγκρούσεις παρελθόν. Ωστόσο, ο Λένιν επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα του Κάουτσκι από το 1902 σχετικά με τη σχέση των μονοπωλίων, του χρηματιστικού κεφαλαίου και του παγκόσμιου καπιταλισμού. Ούτε ο Ιμπεριαλισμός του Λένιν ήταν μια ακριβής ανάλυση του καπιταλισμού στον εικοστό ή στον εικοστό πρώτο αιώνα. Ο Μάικλ Κίντρον, ένας από τους θεμελιωτές της παράδοσης των «Διεθνών Σοσιαλιστών», στο δοκίμιό του «Ιμπεριαλισμός – Ανώτατο Στάδιο Αλλά Όχι Το Τελευταίο»[10] το 1970, αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς του Λένιν ότι ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός χαρακτηρίζεται από την καθολική συγχώνευση του τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου σε χρηματιστικό κεφάλαιο, τη διαίρεση του κόσμου σε αποικίες και σφαίρες επιρροής και την εξαγωγή κεφαλαίου από τον παγκόσμιο Βορρά στον παγκόσμιο Νότο. Ο Κίντρον προσπάθησε να διατηρήσει την έννοια του μονοπωλιακού κεφαλαίου, μια έννοια που έχει επίσης δεχθεί σημαντική θεωρητική και εμπειρική κριτική από τα τέλη της δεκαετίας του 1970.[11]
Είναι σαφές ότι οι σύγχρονοι μαρξιστές μπορούν να κερδίσουν πολλά από μια προσεκτική και κριτική ανάγνωση του Λένιν. Οι αναλύσεις του για τους αγώνες των Ρώσων εργατών και αγροτών εκείνης της περιόδου, η συνεπής απόρριψη της ρεφορμιστικής πολιτικής και ο διεθνισμός του, αποτελούν έμπνευση για τους επαναστάτες σήμερα. Δύο θεωρητικά έργα, ωστόσο, ξεχωρίζουν ως πρωτότυπα και με διαχρονική αξία. Το πρώτο είναι το Κράτος και Επανάσταση και το «συνοδευτικό» του, Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι. Ο Λένιν επισημαίνει την ασάφεια στο βιβλίο του Κάουτσκι, Ο δρόμος προς την εξουσία του 1909, σχετικά με το πώς η εργατική τάξη θα πάρει την πολιτική εξουσία. Οι διατυπώσεις του Κάουτσκι αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ένα σοσιαλιστικό κόμμα να πάρει την εξουσία μέσω κοινοβουλευτικών εκλογών και να αρχίσει τη μετάβαση στο σοσιαλισμό. Ο Λένιν απέρριψε σαφώς αυτό το σενάριο, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Μαρξ ότι «η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την ίδια την εργατική τάξη». Μόνο μέσα από την αυτοοργάνωση μιας εναλλακτικής πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης –εργατικά συμβούλια– και την καταστροφή του υπάρχοντος καπιταλιστικού κράτους θα μπορούσε η εργατική τάξη να πάρει την εξουσία, να καταργήσει τον καπιταλισμό και να οικοδομήσει το σοσιαλισμό.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τους επαναστάτες στη Δύση, όπου ο ρεφορμισμός στο εργατικό κίνημα έχει αποδειχθεί πολύ πιο ανθεκτικός από ό,τι φανταζόταν ποτέ η κλασική μαρξιστική παράδοση, έχει το βιβλίο του Λένιν, «Αριστερός Κομμουνισμός»: Μια παιδική ασθένεια [μεταφράστηκε ως: «Αριστερισμός». Μια παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού]. Σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει την αποτυχία του επαναστατικού κύματος του 1918-1920 στη Δυτική Ευρώπη, ο Λένιν κάνει κάποια πρώτα, διστακτικά βήματα πέρα από την αντίληψη ότι μια προνομιούχος εργατική αριστοκρατία είναι η κύρια πηγή του «οπορτουνισμού» στο εργατικό κίνημα. Προχωρά προς την αναγνώριση ότι ο άνισος χαρακτήρας των αγώνων της εργατικής τάξης σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας παρήγαγε ένα στρώμα συνδικαλιστικών και κοινοβουλευτικών αξιωματούχων που ήταν ανεπιφύλακτα προσηλωμένοι στη ρεφορμιστική πολιτική. Ο Λένιν ήταν ξεκάθαρος ότι μόνο μέσα από τη συμμετοχή σε όλους τους αγώνες της εργατικής τάξης –στο χώρο εργασίας, στις γειτονιές, ακόμα και στην εκλογική αρένα– θα μπορούσαν ολοένα αυξανόμενα τμήματα της εργατικής τάξης να βιώσουν στην πράξη τα όρια της ρεφορμιστικής πολιτικής. Με απλά λόγια, μόνο μέσα από τη δική τους αυτοοργάνωση και αυτενέργεια θα μπορούσε η εργατική τάξη να κερδηθεί στην επαναστατική πολιτική. Αν οι επαναστάτες απείχαν από τέτοιους αγώνες θεωρώντας τους ανεπαρκώς «ριζοσπαστικούς» ή «επαναστατικούς», παρέδιδαν ουσιαστικά την ηγεσία της εργατικής τάξης στις δυνάμεις του επίσημου ρεφορμισμού.
Είναι σαφές ότι οι επαναστάτες μαρξιστές στις αρχές του 21ου αιώνα πρέπει να έρθουν σε θεωρητική ρήξη με τον μαρξισμό της Δεύτερης Διεθνούς. Οι αντιλήψεις του Κάουτσκι για την αυτόματη αύξηση της δύναμης και της συνείδησης της εργατικής τάξης, μια μηχανιστική «κατάρρευση» του καπιταλισμού και η αναγωγή του ρόλου των σοσιαλιστών στη «διευκόλυνση» της αναπόφευκτης μετάβασης στο σοσιαλισμό μέσω της εκπαιδευτικής και εκλογικής δραστηριότητας είναι, σαφώς, χωρίς βάση. Μετά τις εμπειρίες του σταλινισμού και του φασισμού, πρέπει να αναπτύξουμε έναν μαρξισμό που απορρίπτει ξεκάθαρα την τελεολογία και τοποθετεί την αυτοοργάνωση και την αυτενέργεια της εργατικής τάξης στο επίκεντρο του σοσιαλιστικού εγχειρήματος. Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο Λένιν, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της επαναστατικής πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας πριν από το 1914, μπορεί να είχε έρθει σε ρήξη με τον μαρξισμό της Δεύτερης Διεθνούς στην πράξη, αλλά όχι στη θεωρία.
Τι έχει απομείνει από τον λενινισμό;
Η πιο ανθεκτική κληρονομιά του «λενινισμού» βρίσκεται στη μελέτη και θεωρητικοποίηση της μοναδικής πρακτικής του Λένιν και των Μπολσεβίκων[12]. Το ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα, όπως και η διεθνής σοσιαλδημοκρατία στο σύνολό της, ήταν προϊόν τριών μεγάλων απεργιακών κυμάτων (δεκαετία του 1890, 1905-1907, 1912-1914) που σάρωσαν τον προηγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Αυτά τα απεργιακά κύματα πλαισίωσαν τις μεγάλες θεωρητικοπολιτικές συζητήσεις αυτής της περιόδου («αναθεωρητισμός», 1899-1901, «μαζική απεργία», 1906-1910, και «πόλεμος και επανάσταση», 1912-1914) και δημιούργησαν την κοινωνική βάση των διακριτών πτερύγων της σοσιαλδημοκρατίας.
Η ασυνέχειά τους, όπως όλοι οι εργατικοί αγώνες στον καπιταλισμό, παρήγαγε δύο διακριτά κοινωνικά στρώματα, η ενότητα των οποίων θα σηματοδοτούσε τη σοσιαλδημοκρατία πριν από το 1914. Από τη μία πλευρά, οι μαζικοί αγώνες πριν από το 1914 δημιούργησαν εκατοντάδες χιλιάδες ριζοσπάστες και επαναστάτες ηγέτες στους χώρους εργασίας. Αυτοί οι ως επί το πλείστον καλοπληρωμένοι, ειδικευμένοι εργάτες μετάλλου ηγήθηκαν αμέτρητων μαχών, κατά της εντατικοποίησης της εργασίας, κατά της κατάργησης θέσεων εργασίας, ενάντια στους χαμηλούς μισθούς και στους πολιτικούς αγώνες για δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα – συχνά ενάντια στις επιθυμίες των σοσιαλδημοκρατών ηγετών των συνδικάτων και των κομμάτων τους. Αυτή η «μαχητική μειοψηφία», η πραγματική εργατική πρωτοπορία, ήταν το μαζικό ακροατήριο για την επαναστατική αριστερή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας – Λούξεμπουργκ, Λένιν, Τρότσκι, Γκράμσι και, πριν από το 1914, Κάουτσκι. Από την άλλη πλευρά, η σταθεροποίηση των κοινοβουλευτικών θεσμών, η εξάπλωση του εκλογικού δικαιώματος στους άνδρες της εργατικής τάξης και η «νομιμοποίηση των συνδικάτων» επέτρεψαν την εδραίωση ενός στρώματος κομματικών, κοινοβουλευτικών και συνδικαλιστικών στελεχών πλήρους απασχόλησης. Με την υποστήριξη των λιγότερο ενεργών τμημάτων της εργατικής τάξης (της μάζας των σοσιαλδημοκρατών ψηφοφόρων και των μελών του κόμματος και των συνδικάτων), οι αξιωματούχοι αυτοί επεδίωκαν μια «θέση στο τραπέζι» της καπιταλιστικής κοινωνίας. Δεσμευμένοι στην εξομάλυνση των ταξικών σχέσεων μέσω κοινοβουλευτικών μεταρρυθμίσεων και θεσμοθετημένων συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι αξιωματούχοι αυτοί αποτελούσαν την κοινωνική βάση της ρεφορμιστικής πολιτικής στο προπολεμικό σοσιαλιστικό κίνημα.
Το ρωσικό σοσιαλδημοκρατικό κίνημα ακολούθησε διαφορετική πορεία από την υπόλοιπη Ευρώπη. Με απλά λόγια, ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί ένα «κόμμα σαν το SPD στις ρωσικές συνθήκες». Η τσαρική απολυταρχία βραχυκύκλωσε τη σταθεροποίηση των κοινοβουλευτικών θεσμών και της συνδικαλιστικής νομιμότητας, περιορίζοντας έτσι την ανάπτυξη του στρώματος των κομματικών και συνδικαλιστικών στελεχών πλήρους απασχόλησης που αποτελούσε το κοινωνικό θεμέλιο του ρεφορμισμού στη Δύση. Ως αποτέλεσμα, οι Μπολσεβίκοι έχτισαν ένα κόμμα επαναστατών εργατικών ηγετών, ανεξάρτητο και ικανό να αμφισβητήσει πολιτικά τις δυνάμεις του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού και του ρεφορμισμού της εργατικής τάξης. Όσοι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες ήταν πιο συμπαθείς προς στον ρεφορμισμό, ιδίως πολλοί μενσεβίκοι, απολάμβαναν την υποστήριξη των ειδικευμένων εργατών στις βιομηχανίες μικρής κλίμακας (εκτυπώσεις κ.λπ.). Ωστόσο, δεν μπόρεσαν να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στο εργατικό κίνημα λόγω της απουσίας κοινοβουλευτικών θεσμών και νόμιμων συνδικάτων στη Ρωσία.
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έθεσε τέλος στη δύσκολη συμμαχία μεταξύ των ρεφορμιστών συνδικαλιστών και κομματικών στελεχών και των μαχητικών εργατών της βάσης. Ενώ τα κομματικά-συνδικαλιστικά στελέχη, με την υποστήριξη της παθητικής πλειοψηφίας των εργατών, συσπειρώθηκαν στην «υπεράσπιση» των εθνικών καπιταλιστικών κρατών τους, οι ριζοσπάστες και επαναστάτες εργάτες προσπάθησαν να συνεχίσουν την ταξική πάλη κατά τη διάρκεια του πολέμου και να προετοιμαστούν για επαναστατικές εξεγέρσεις στο εγγύς μέλλον. Ενώ η αντιπολεμική πτέρυγα του σοσιαλιστικού κινήματος ήταν αρχικά μικρή και απομονωμένη, οι αγώνες κατά τη διάρκεια του πολέμου για τον πληθωρισμό, τη γραφειοκρατία, την εντατικοποίηση της παραγωγής και τις ελλείψεις τροφίμων την ενίσχυσαν και βάθυναν την κρίση των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων. Μόνο στη Ρωσία, όπου η «μαχητική μειοψηφία» οργανώθηκε ανεξάρτητα και οι δυνάμεις της μεταρρύθμισης ήταν κοινωνικά αδύναμες, ο πόλεμος οδήγησε σε μια επιτυχημένη επανάσταση. Η νίκη της επανάστασης του 1917 υπό την ηγεσία των μπολσεβίκων δημιούργησε μια προσπάθεια δημιουργίας νέων, επαναστατικών κομμάτων –κομμουνιστικών κομμάτων– που οργάνωναν την επαναστατική μειοψηφία της εργατικής τάξης ανεξάρτητα από τις δυνάμεις του επίσημου ρεφορμισμού.
Με απλά λόγια, ο λενινισμός δεν μπορεί να περιοριστεί στη μετά το 1923 καρικατούρα του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού». Αντίθετα, η διαρκής κληρονομιά του λενινισμού παραμένει ο στόχος της οικοδόμησης μιας ανεξάρτητης οργάνωσης αντικαπιταλιστών οργανωτών και ακτιβιστών που προσπαθούν να προβάλουν μια πολιτική εναλλακτική λύση απέναντι στις δυνάμεις του επίσημου ρεφορμισμού όχι μόνο στις εκλογές, αλλά και σε μαζικούς, εξωκοινοβουλευτικούς κοινωνικούς αγώνες. Η οικοδόμηση μιας τέτοιας οργάνωσης σήμερα δεν θα είναι ένα απλό έργο. Το «ανθρώπινο υλικό» για ένα μαζικό επαναστατικό εργατικό κόμμα –ένα σημαντικό στρώμα ακτιβιστών στους χώρους εργασίας και στις κοινότητες που είναι πρόθυμοι και ικανοί να αναλάβουν δράση ανεξάρτητα από τις δυνάμεις του επίσημου ρεφορμισμού– δεν υπάρχει σήμερα. Τέσσερις δεκαετίες σχεδόν συνεχών ηττών σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο, που έχουν υπονομεύσει τη μαχητικότητα των εργαζομένων, ευθύνονται μόνο εν μέρει. Ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η επίδραση του σταλινισμού, ιδίως η κληρονομιά του λαϊκού μετώπου[13], στην κοινωνική και πολιτική αποδιοργάνωση της «μαχητικής μειοψηφίας» –της εργατικής πρωτοπορίας– στην εργατική τάξη. Ως αποτέλεσμα, τα καθήκοντα των επαναστατών σοσιαλιστών στις αρχές του 21ου αιώνα είναι διττά. Από τη μια πλευρά, πρέπει να οργανώσουμε και να εκπαιδεύσουμε ένα στελεχιακό δυναμικό αγωνιστών στην ευρύτερη επαναστατική μαρξιστική πολιτική και θεωρία και να αναπτύξουμε μια κοινή πρακτική στα εργατικά και κοινωνικά κινήματα. Από την άλλη, πρέπει να συμμετέχουμε στην αναδιοργάνωση της εργατικής πρωτοπορίας μέσω της οικοδόμησης ανεξάρτητων «μεταβατικών οργανώσεων» αγωνιστών, οι οποίοι δεν είναι ακόμα επαναστάτες.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Charles Post, “Leninism? An Appraisal at 150”, Spectre, 6 Μαΐου 2020, https://spectrejournal.com/leninism/.
Το άρθρο αυτό αποτελεί αναθεωρημένη μορφή ενός άρθρου που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από το RS21. Το πρωτότυπο είναι διαθέσιμο εδώ: Charles Post, “Leninism?”, RS21, 8 Μαρτίου 2015, https://www.rs21.org.uk/2015/03/08/leninism-2/.
Σημειώσεις
[1] Hal Draper, “Two Souls of Socialism”, New Politics, τόμος 5, τεύχος 1, χειμώνας 1966, σ. 57-84. Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/draper/1966/twosouls/index.htm.
[2] Lars Lih, “Bolshevism and revolutionary social democracy”, Links. International Journal of Socialist Renewal, 13 Ιουνίου 2012, http://links.org.au/lars-lih-bolshevism-and-revolutionary-social-democracy.
[3] Paul Le Blanc, “The birth of the Bolshevik party in 1912”, Links. International Journal of Socialist Renewal, 17 Απριλίου 2012, http://links.org.au/paul-le-blanc-birth-bolshevik-party-1912.
[4] Lars T. Lih, “A faction is not a party”, Weekly Worker, 5 Φεβρουαρίου 2012, https://weeklyworker.co.uk/worker/912/a-faction-is-not-a-party/.
[5] Jason Yanowitz, “February’s forgotten vanguard. The myth of Russia’s spontaneous revolution”, International Socialist Review, τεύχος 75, χειμώνας 2011, https://isreview.org/issue/75/februarys-forgotten-vanguard/.
[6] V. I. Lenin, “An Appeal to the Party by Delegates to the Unity Congress Who Belonged to the Former ‘Bolshevik’ Group”, [25-26 Απριλίου (8-9 Μαΐου), 1906], Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1906/apr/26.htm [Β. Ι. Λένιν, «Έκκληση στο Κόμμα των Αντιπροσώπων του Ενωτικού Συνεδρίου που ανήκαν στην πρώην Ομάδα των “Μπολσεβίκων”», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 12, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σσ. 393].
[7] Lars T. Lih, “Democratic centralism: Fortunes of a formula”, Weekly Worker, 11 Απριλίου 2013, https://weeklyworker.co.uk/worker/957/democratic-centralism-fortunes-of-a-formula/.
[8] Joel Geier, “Zinovievism and the degeneration of world Communism”, International Socialist Review, τεύχος 93, καλοκαίρι 2014, https://isreview.org/issue/93/zinovievism-and-degeneration-world-communism/index.html.
[9] Leon Trotsky, “Karl Kautsky”, The New International, τόμος V. Τεύχος 2. Φεβρουάριος 1939, σσ. 50–51. Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/trotsky/1938/11/kautsky.htm.
[10] Michael Kidron, “Imperialism – Highest Stage But One”, International Socialism (1η σειρά), τεύχος 9, καλοκαίρι 1962. Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/kidron/works/1962/xx/imperial.htm.
[11] Howard Botwinick, Persistent Inequalities. Wage Disparity under Capitalist Competition, Haymarket Books, Princeton University Press 1993. Επανέκδοση: Haymarket Books, https://www.haymarketbooks.org/books/1200-persistent-inequalities.
[12] Ernest Mandel, “The Leninist Theory of Organisation. Its Relevance for Today”, International Socialist Review, τόμος 31, τεύχος 9, τεύχος 1970. Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/mandel/196x/leninism/index.htm [Η μετάφραση στα ελληνικά: Έρνεστ Μαντέλ, «Ο Λένιν και το πρόβλημα της εργατικής ταξικής συνείδησης», στο Έρνεστ Μαντέλ, Εργατική Τάξη, Πρωτοπορία, Κόμμα, Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, Αθήνα 1984, σ. 31-97].
[13] Charlie Post and Kit Wainer, Socialist organization today, A Solidarity Publication, 1997 (επανέκδοση 2006), https://www.solidarity-us.org/pdfs/socialistorgtoday.pdf.