Άμαχοι ψάχνουν στα ερείπια ενός σπιτιού που καταστράφηκε από αμερικανική επίθεση στη Σαναά της Υεμένης, στις 16 Μαρτίου 2025 (Reuters)
Lance Selfa
Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ: η μεθοδικότητα πίσω από την τρέλα
Η αποκάλυψη των διαβουλεύσεων για ένα στρατιωτικό χτύπημα στην Υεμένη μεταξύ κορυφαίων αξιωματούχων της κυβέρνησης Τραμπ –που έγιναν γνωστές μόνο επειδή ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Μάικ Γουόλτς πρόσθεσε τον δημοσιογράφο Τζέφρι Γκόλντμπεργκ στην ομαδική συνομιλία στην εφαρμογή Signal– έδωσε στο κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής την ευκαιρία να χτυπήσει την ερασιτεχνική εξωτερική πολιτική του Τραμπ. Το δημοσίευμα της πρώην υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον στους New York Times συνόψισε αυτή την άποψη. «Μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη ηλιθιότητα απ’ αυτό;» αναρωτιόταν η Κλίντον[1].
Φυσικά, η Κλίντον δεν έχει αντίρρηση που χρησιμοποίησαν οι ΗΠΑ τη στρατιωτική τους δύναμη για να επιτεθούν σε ένα άλλο έθνος σε μια επιδρομή που σκότωσε δεκάδες αμάχους[2]. Το θέμα είναι ότι η ίδια και το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής που εκπροσωπεί προτιμούν έξυπνους ανθρώπους σαν αυτούς τους ίδιους να πραγματοποιούν τέτοιες επιθέσεις. Για τους φιλελεύθερους και τους τύπους του κατεστημένου, το «Signalgate» εκθέτει την εξωτερική πολιτική του Τραμπ ως μια περιοχή ανθρώπων με σύγχυση στο κεφάλι και των οποίων οι ενέργειες απειλούν να διαλύσουν τη θέση των ΗΠΑ ως κύρια παγκόσμια υπερδύναμη.
Αυτή η εκτίμηση μπορεί να είναι αληθινή, αλλά διαπνέεται επίσης από την έπαρση ότι ο Τραμπ και η κυβέρνησή του δεν έχουν καμία στρατηγική ή θεωρία πίσω από αυτό που κάνουν. Τα παιχνίδια εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ θεωρούνται απλώς τα καπρίτσια ενός ηλίθιου που ενδιαφέρεται για την προσωπική του ανάδειξη.
Ακόμα και αν ο Τραμπ τείνει να βλέπει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ως λίγο πολύ μια προέκταση της περσόνας του στην ριάλιτι τηλεόραση, οι αλλαγές που δρομολογεί η κυβέρνησή του είναι βαρυσήμαντες.
Σύμφωνα με την παραδοσιακή κυρίαρχη αντίληψη, την οποία εκφράζει η Κλίντον, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ είναι το άθροισμα τριών βασικών πτυχών: της εξωτερικής οικονομικής πολιτικής, της «σκληρής ισχύος» (που εκφράζεται μέσω της στρατιωτικής και πολιτικής επιρροής της) και της «ήπιας ισχύος» ή της ιδεολογικής και πολιτιστικής επιρροής της.
Από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ΗΠΑ έχουν επιτύχει τους περισσότερους από τους στόχους τους μέσω της δημιουργίας –και της αμερικανικής κυριαρχίας– μιας σειράς παγκόσμιων θεσμών, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, ο Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ), η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, για να αναφέρουμε μόνο μερικούς. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την επικράτηση της «μονοπολικής στιγμής» των ΗΠΑ, οι ΗΠΑ προβάλλουν τη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική ηγεμονία τους υπό το πρόσχημα της διατήρησης της «βασισμένης σε κανόνες διεθνούς τάξης», η οποία φαινομενικά είναι προσηλωμένη στην προώθηση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Αυτή η αυτοπροβολή των στόχων των ΗΠΑ ήταν πάντα περισσότερο ρητορική παρά πραγματική. Οι ΗΠΑ δεν επέτρεψαν ποτέ στους διεθνείς πολιτικούς θεσμούς να περιορίσουν τις μονομερείς ενέργειές τους. Και συνεχίζουν να δαπανούν περισσότερα για τον στρατό τους από ό,τι ο υπόλοιπος κόσμος μαζί. Η προώθηση του παγκόσμιου οικονομικού εμπορίου από τις ΗΠΑ και η επέκταση των αμερικανικών επιχειρήσεων σε όλο τον κόσμο στηριζόταν πάντα στη «σκληρή ισχύ» των ΗΠΑ, για να την υποστηρίξουν, όπως το έθεσε το διάσημο τσιτάτο της μούσας της αυτοκρατορίας των New York Times, του Τόμας Φρίντμαν:
«Το κρυφό χέρι της αγοράς δεν θα λειτουργήσει ποτέ χωρίς κρυφή γροθιά. Τα ΜακΝτόναλντς δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν χωρίς τον ΜακΝτόνελ Ντάγκλας, τον κατασκευαστή του F-15, και η κρυφή γροθιά που κρατάει τον κόσμο ασφαλή για την τεχνολογία της Σίλικον Βάλεϊ λέγεται στρατός, αεροπορία, ναυτικό και σώμα πεζοναυτών των ΗΠΑ»[3].
Οι πόλεμοι στη Γάζα και την Ουκρανία αποκάλυψαν την απόλυτη υποκρισία της προσήλωσης των ΗΠΑ στη «διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες». Οι ηγέτες των ΗΠΑ, από τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν και κάτω, κατήγγειλαν τους ρωσικούς βομβαρδισμούς ουκρανικών νοσοκομείων και σχολείων ως «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας», ενώ παρείχαν στο Ισραήλ τα όπλα και την πολιτική κάλυψη που χρησιμοποίησε για να πραγματοποιήσει πανομοιότυπες θηριωδίες στη Γάζα.
Για 80 χρόνια, οι υπάρχουσες συμμαχίες και οι θεσμοί της παγκόσμιας πολιτικής εξυπηρετούσαν καλά την αμερικανική αυτοκρατορική πολιτική. Τώρα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την πρωτοφανή, όπως φαίνεται, κατάσταση κατά την οποία η «ηγεμονική δύναμη» έχει γίνει η κύρια «αναθεωρητική δύναμη» στο παγκόσμιο σύστημα, όπως το έθεσε ο συνεργάτης του New Left Review Ντίλαν Ράιλι[4]. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ, ο παγκόσμιος «ηγεμόνας» που έχει επωφεληθεί τόσο άφθονα από το υπάρχον πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής, είναι, παραδόξως, ο κύριος παράγοντας (η «αναθεωρητική δύναμη» στη γλώσσα των διεθνών σχέσεων) που επιδιώκει να ανατρέψει αυτή την τάξη.
Το ερώτημα είναι γιατί. Η απάντηση έγκειται στην πρόκληση, που αναδύθηκε δυναμικά την τελευταία εικοσαετία, την οποία θέτει πλέον η Κίνα στην οικονομική και πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ στον κόσμο.
Σύμφωνα με τις περισσότερες επικρατούσες εκτιμήσεις, οι ΗΠΑ διατηρούν προς το παρόν στρατιωτική υπεροχή έναντι της Κίνας. Αλλά χάνουν γρήγορα το οικονομικό και τεχνολογικό τους πλεονέκτημα από την Κίνα, όπου δημοσιεύεται σήμερα περισσότερη επιστημονική έρευνα από ό,τι στις ΗΠΑ. Ο χρηματιστηριακός πανικός του Ιανουαρίου με αφορμή την αναγγελθείσα επιτυχία της κινεζικής εταιρείας τεχνητής νοημοσύνης (AI) DeepSeek έδειξε ότι οι ΗΠΑ οδεύουν προς τη δεύτερη θέση μετά την Κίνα στην τεχνολογία αιχμής του 21ου αιώνα.
Αυτές οι προκλήσεις, σε συνδυασμό με τις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ καταστροφές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ που αποδυνάμωσαν τις ΗΠΑ, διέρρηξαν τη «μονοπολική στιγμή», οδηγώντας σε έναν πιο κατακερματισμένο και πολυπολικό κόσμο. Τα αποτελέσματα ήταν η αύξηση του εθνικισμού και του προστατευτισμού και η αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών σε όλο τον κόσμο. Σε σχέση με αυτά τα δεδομένα, ο Μπάιντεν αξιοποίησε τις αρχικές κινήσεις προς αυτές τις κατευθύνσεις που έγιναν υπό την πρώτη διοίκηση Τραμπ. Για παράδειγμα, ο Μπάιντεν δεν ήρε τους δασμούς στα κινεζικά βιομηχανικά προϊόντα που επέβαλε ο Τραμπ το 2018. Τώρα, ο Τραμπ φαίνεται να θέλει να τινάξει στον αέρα ολόκληρο το σύστημα.
Ακολουθώντας τον Έλληνα αριστερό κεϋνσιανό οικονομολόγο Γιάνη Βαρουφάκη[5], ας πάρουμε στα σοβαρά τη δασμολογική εμμονή του Τραμπ για να βρούμε μια μεθοδολογία στη φαινομενική τρέλα του Τραμπ. Η κριτική του Τραμπ για τη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη ξεκινά με τις παρατηρήσεις ότι οι ΗΠΑ έχουν επεκτείνει την πυρηνική τους ομπρέλα και την ομπρέλα ασφαλείας τους πάνω από τους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ και έχουν λειτουργήσει ως ο «εισαγωγέας τελευταίας καταφυγής» για το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα. Οι αμερικανικές εταιρείες έχουν μεταφέρει σε άλλες χώρες και έχουν μειώσει την παραγωγική τους ικανότητα. Σε αντάλλαγμα, και επειδή το δολάριο ΗΠΑ είναι το παγκόσμιο συναλλαγματικό ρευστό, άλλες ηγετικές δυνάμεις χρηματοδοτούν το χρέος των ΗΠΑ και τους επιτρέπουν να έχουν τεράστια ελλείμματα και να διατηρούν μια στρατιωτική μηχανή που θα χρεοκοπούσε οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Ενώ αυτό το σύστημα έχει ωφελήσει τις ΗΠΑ σε τεράστιο βαθμό[6], ο Τραμπ υποστηρίζει ότι «άλλες χώρες κλέβουν» τις ΗΠΑ. Ο Τραμπ θέλει να δει το δολάριο ΗΠΑ να υποτιμάται –για να ενθαρρύνει τις αμερικανικές εξαγωγές και να μειώσει τα εμπορικά και κυβερνητικά ελλείμματα των ΗΠΑ– διατηρώντας παράλληλα τον ρόλο του δολαρίου ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Χρησιμοποιεί δασμούς και απειλές για την απόσυρση της στρατιωτικής προστασίας των ΗΠΑ για να πείσει άλλες χώρες να αποδεχθούν αυτούς τους όρους. Χρησιμοποιώντας διάφορα εμπορικά καρότα και μαστίγια, ο Τραμπ πιστεύει ότι μπορεί να κάνει πολλαπλές συμφωνίες με μεμονωμένες χώρες ή ομάδες χωρών. Απορρίπτει τους παγκόσμιους θεσμούς και τις πολυμερείς «μεγάλες διαπραγματεύσεις» επειδή πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει καλύτερους όρους με λιγότερους περιορισμούς στις ενέργειες των ΗΠΑ.
Το αν αυτή είναι μια σωστή εκτίμηση της θέσης των ΗΠΑ στην παγκόσμια πολιτική οικονομία ή μια σωστή συνταγή για το τι θα πρέπει να κάνουν οι ΗΠΑ, είναι εκτός θέματος. Ο ΠΟΕ είναι σε μεγάλο βαθμό μη λειτουργικός από την πρώτη θητεία του Τραμπ, καθώς τόσο η κυβέρνηση Τραμπ όσο και η κυβέρνηση Μπάιντεν αρνήθηκαν να διορίσουν εκπροσώπους των ΗΠΑ στις επιτροπές προσφυγών που υποτίθεται ότι επιλύουν τις εμπορικές διαφορές μεταξύ δύο χωρών[7]. Η σημερινή εμμονή της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ με μια επερχόμενη σύγκρουση με την Κίνα[8] προμηνύει μια εποχή προστατευτισμού στις οικονομικές υποθέσεις και μεγαλύτερου πολιτικού ανταγωνισμού και σύγκρουσης μεταξύ των ηγετικών δυνάμεων.
Σε αυτό το περιβάλλον θα δοκιμαστεί η προοπτική του Τραμπ «Πρώτα η Αμερική» και «Οι ΗΠΑ εναντίον του κόσμου». Οι φιλελεύθεροι τον χαρακτηρίζουν με το επίθετο της δεκαετίας του 1930 «απομονωτιστή». Αλλά είναι λιγότερο προσηλωμένος στην αποδέσμευση από τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει τη δύναμη των ΗΠΑ για να προωθήσει τα συμφέροντά τους. Έχει περισσότερο τη νοοτροπία της «διπλωματίας των κανονιοφόρων» του αποικιοκρατικού/αυτοκρατορικού 19ου αιώνα.
Έτσι, καθώς πιστεύει ότι η Γροιλανδία περιέχει ορυκτά που θέλουν οι ΗΠΑ ή ότι η κατοχή της θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να κυριαρχήσουν στην Αρκτική, τα άλλα έθνη θα είναι επιφυλακτικά απέναντι στις ΗΠΑ, ακόμη και αν η προσάρτηση του νησιού φαίνεται να είναι μια φαντασίωση του Τραμπ. Ιστορικά, το σύνθημα της αμερικανικής πολιτικής «Πρώτα η Αμερική» θεωρούσε ότι η χερσαία μάζα μεταξύ του Ατλαντικού και του Ειρηνικού ωκεανού, από τον ένα πόλο στον άλλο, ήταν θεμιτός στόχος για την αμερικανική κυριαρχία στο ημισφαίριο[9].
Η κατοχύρωση μιας κυριαρχούμενης από τις ΗΠΑ σφαίρας επιρροής στην περιοχή αποτελεί στήριγμα της επιθετικής στάσης των υποστηρικτών του «Πρώτα η Αμερική» απέναντι σε άλλες σφαίρες, όπως η Ευρώπη ή η Ασία. Αυτή είναι η διεστραμμένη λογική πίσω από τις πιέσεις του Τραμπ προς το Μεξικό και τον Καναδά, καθώς και τις απειλές του προς τον Παναμά και τη Γροιλανδία. Ο τσαμπουκάς του Τραμπ κατά του Παναμά έχει ήδη προκαλέσει την πώληση της σύμβασης λειτουργίας της διώρυγας από την CK Hutchinson με έδρα το Χονγκ Κονγκ σε μια κοινοπραξία υπό την ηγεσία της Blackrock. Πέρα από αυτό, ο Τραμπ έχει συμμάχους μεταξύ της λατινοαμερικανικής ακροδεξιάς, από τον Μιλέι της Αργεντινής μέχρι τον Μπολσονάρο της Βραζιλίας και τον Μπουκέλε του Ελ Σαλβαδόρ.
Η πιο σοκαριστική εξέλιξη για το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής ήταν η στροφή του καθεστώτος Τραμπ για την Ουκρανία σε μια ουσιαστικά φιλο-πουτινική θέση για την επιβολή κατάπαυσης του πυρός στον πόλεμο. Τον Φεβρουάριο, οι ΗΠΑ έδωσαν μια απίστευτη ψήφο μαζί με υπέρμαχους της δημοκρατίας, όπως η Βόρεια Κορέα και η Λευκορωσία, κατά ενός ψηφίσματος του ΟΗΕ που αναγνώριζε τη Ρωσία ως επιτιθέμενη στον πόλεμο της Ουκρανίας.
Πώς να το εξηγήσουμε αυτό; Ο Τραμπ και οι MAGA σύμμαχοί του το είχαν υποσχεθεί αυτό, οπότε δεν ήρθε από το πουθενά. Είναι μέρος του ίδιου συνόλου με τη ρήξη του Τραμπ με παγκόσμιες συμμαχίες όπως το ΝΑΤΟ και την αντιμετώπιση της ΕΕ περισσότερο ως ανταγωνιστή παρά ως σύμμαχο. Ο Τραμπ έχει σίγουρα μεγαλύτερη συγγένεια με δικτάτορες πετρελαϊκών κρατών όπως ο Πούτιν ή ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν της Σαουδικής Αραβίας παρά με τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ. Ο ανταγωνισμός της κυβέρνησης προς την Ευρώπη φαίνεται βαθιά ριζωμένος, όπως έδειξαν οι αποκαλύψεις του Signalgate για τα αντιευρωπαϊκά σχόλια του αντιπροέδρου Βανς[10].
Φαίνεται επίσης να συνάδει με την άποψη του Τραμπισμού του δέκατου ένατου αιώνα ότι οι μεγάλες δυνάμεις έχουν τις «σφαίρες επιρροής» τους, τις οποίες χαράζουν μεταξύ τους. Έτσι, η Ρωσία παίρνει την Ουκρανία. Η Κίνα παίρνει την Ταϊβάν. Και οι ΗΠΑ παίρνουν τη Γροιλανδία.
Το αν αυτή η τραμπική στροφή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα δημιουργήσει τη «χρυσή εποχή» που υπόσχεται ο Τραμπ είναι αμφίβολο. Αλλά αυτό που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ότι η παγκόσμια πολιτική εισέρχεται σε μια πολύ πιο επικίνδυνη και ασταθή εποχή, στην οποία οι πόλεμοι, οι συγκρούσεις και η καταστολή θα είναι περισσότερο στην ημερήσια διάταξη απ’ ό,τι ήταν εδώ και δεκαετίες.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Lance Selfa, “Trump’s foreign policy: the method behind the madness”, International Socialism Project, 2 Απριλίου 2025, https://internationalsocialism.net/trumps-foreign-policy-the-method-behind-the-madness/. Αναδημοσίευση: Red Flag, 6 Απριλίου 2025, https://redflag.org.au/article/trumps-foreign-policy-the-method-behind-the-madness.
Ο Lance Selfa είναι ο συγγραφέας του βιβλίου The Democrats: A Critical History και εκδότης του US Politics in an Age of Uncertainty: Essays on a New Reality.
Σημειώσεις
[1] “Hillary Clinton: How Much Dumber Will This Get?”, The New York Times, 28 Μαρτίου 2025, https://www.nytimes.com/2025/03/28/opinion/trump-hegseth-signal-chat.html.
[2] Nick Turse, “The Real Outrage About the Yemen Signal Group Is That It Called for Attack on Civilian Home”, The Intercept, 26 Μαρτίου 2025, https://theintercept.com/2025/03/26/signal-chat-yemen-strike/.
[3] Paul D’Amato, “Imperialism and the State: Why McDonald’s Needs McDonnell Douglas”, International Socialist Review, τεύχος 17, Απρίλιος–Μάιος 2001. Αναδημοσίευση: Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/history/etol/writers/damato/2001/04/imp-state.html.
[4] “‘When the Clock Broke’, Starring John Ganz: Inflection Point”, Inflection Point, 18 Μαρτίου 2025, https://inflectionpointpodcast.substack.com/p/when-the-clock-broke-starring-john, με παρουσιαστές τους Dylan J. Riley & J. Bradford DeLong.
[5] “Trump, Europe’s Collapse & Why Liberals Keep Losing, w/ Yanis Varoufakis”, Youtube, https://www.youtube.com/watch?v=Ms5-Z7sqiww.
[6] Gilbert Achcar, “‘America First’ and the Great Upheaval in International Relations”, جلبير الأشقر / Gilbert Achcar, 3 Απριλίου 2025, https://gilbert-achcar.net/america-first.
[7] Olivia Le Poidevin, “China launches WTO dispute over Trump tariffs”, Reuters, 5 Φεβρουαρίου 2025, https://www.reuters.com/world/china/china-launches-wto-dispute-over-trump-tariffs-2025-02-05/.
[8] “Commission on the National Defense Strategy”, RAND, https://www.rand.org/nsrd/projects/NDS-commission.html.
[9] Greg Grandin, “Trump Dreams of a New American Empire”, The New York Times, 21 Ιανουαρίου 2025, https://www.nytimes.com/2025/01/21/opinion/trump-american-empire-panama.html.
[10] Alex Thompson, Barak Ravid, “Vance’s anti-Europe obsession runs deep in texting debacle” AXIOS, 26 Μαρτίου 2025, https://www.axios.com/2025/03/26/vance-anti-europe-obsession.