Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2026 10:48

Ένα Τείχος του Βερολίνου για τη Λατινοαμερικανική Αριστερά;

Παντού στους τοίχους των πόλεων της Βενεζουέλας μπορούσε κανείς να δει το στυλιζαρισμένο σχέδιο των «ματιών του Τσάβες» –ως αιώνιου ηγέτη– αλλά αυτό το άγρυπνο βλέμμα γινόταν όλο και πιο αόρατο για τον απλό άνθρωπο.

 

 

Pablo Stefanoni

 

Ένα Τείχος του Βερολίνου για τη Λατινοαμερικανική Αριστερά;

 

 

Τον Αύγουστο του 2024, μετά τις εκλογές στη Βενεζουέλα, κατέληξα σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα ως εξής: «Οι εικόνες της καταστολής στη Βενεζουέλα –και μιας κυβέρνησης που κλείνεται πίσω από τα τείχη της χωρίς να θέλει καν να δείξει τα εκλογικά αποτελέσματα της υποτιθέμενης νίκης της– αποτελούν ένα ανεκτίμητο δώρο για τους αντιδραστικούς όλων των αποχρώσεων. Ένας “σοσιαλισμός” που συνδέεται με καταστολή, καθημερινές ελλείψεις και ιδεολογικό κυνισμό δεν φαίνεται να είναι η καλύτερη βάση για να “κάνουμε τον προοδευτισμό ξανά μεγάλο”, για να το πούμε έτσι». Τόνισα εκεί ότι «αν στο παρελθόν ο τσαβισμός ήταν ένα πλεονέκτημα –υλικό και συμβολικό– για τις περιφερειακές αριστερές δυνάμεις, από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 έχει γίνει όλο και περισσότερο ένα βάρος».[1]

Για μια αριστερά που πίστευε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσει πολλά ακόμη χρόνια πολιτικής αναταραχής, ο τσαβισμός έπεσε από τον ουρανό σαν θαύμα. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και εν μέσω της κυριαρχίας της νεοφιλελεύθερης «μονοδιάστατης σκέψης», το γεγονός ότι ένας λατινοαμερικανός πρόεδρος μιλούσε για σοσιαλισμό ήταν απροσδόκητο. Ο Τσάβες ήταν σε θέση να παραθέσει το βιβλίο Μπολσεβικισμός: Ο δρόμος προς την επανάσταση του Βρετανού μαρξιστή Άλαν Γουντς –σχετικά με τη σημασία του «επαναστατικού κόμματος»– και να διαβάσει αποσπάσματα από αυτό στην τηλεόραση. Ή να προσκαλέσει αριστερούς στοχαστές να συζητήσουν τις θέσεις τους για την κοινωφελή αλλαγή στο Καράκας. Εν ολίγοις, ο Τσάβες άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση για τον σοσιαλισμό, όταν αυτή φαινόταν να έχει κλείσει.

Διάφορες πρωτοβουλίες «λαϊκής εξουσίας» φαινόταν να δίνουν περιεχόμενο σε αυτή την επανάσταση – ο Φιντέλ Κάστρο είχε επιτέλους βρει κάποιον να του παραδώσει τη σκυτάλη. Η Λατινική Αμερική ήταν και πάλι το έδαφος της ουτοπίας, και ένας ετερόκλητος επαναστατικός τουρισμός κατέκλυσε το Καράκας και τις πιο μαχητικές γειτονιές του, όπως την εμβληματική 23 de Enero.[2]

Ωστόσο, κάτω από αυτό το μανδύα του ριζοσπαστισμού, σχηματίστηκε γρήγορα μια ελίτ, η οποία χρησιμοποίησε το κράτος ως πηγή προσωπικού πλουτισμού και λεηλασίας των εθνικών πόρων, συμπεριλαμβανομένου του πετρελαίου. Οι δημόσιες υπηρεσίες, τις οποίες η μπολιβαριανή επανάσταση υποτίθεται ότι θα εγγυόταν, γρήγορα επιδεινώθηκαν ή από την αρχή οδήγησαν σε αποτυχημένα πειράματα. Η «λαϊκή εξουσία» έκρυβε μια γραφειοκρατική και αυταρχική κάστα που έλεγχε την πραγματική εξουσία και ένα κράτος που κατέστησε άχρηστα όλα όσα εθνικοποίησε.

Οι περίφημες «αποστολές» υγείας που οργανώθηκαν από την Κούβα, οι οποίες έχουν πλέον καταρρεύσει, ήταν στην πραγματικότητα επιχειρήσεις πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης, η άνοδος των οποίων συνέπεσε με την καταστροφή του δημόσιου συστήματος υγείας. Το παράδοξο ενός «σοσιαλισμού» που διάλυσε τις μάλλον περιορισμένες αλλά πολύ πραγματικές μορφές του κράτους πρόνοιας που υπήρχαν στη Βενεζουέλα πριν από τον Τσάβες και τις αντικατέστησε με ασταθείς πρωτοβουλίες που χρηματοδοτούνταν από τα έσοδα του πετρελαίου και ήταν γεμάτες διαφθορά και κατάχρηση.

Όλα αυτά επιδεινώθηκαν μετά το θάνατο του Τσάβες. Μέρος της αριστεράς –εντός και εκτός της Βενεζουέλας– αναζήτησε τότε δικαιολογίες αποδίδοντας όλα τα κακά στον «μαδουρισμό», ο οποίος είχε παρεκκλίνει από την πορεία που χάραξε ο Τσάβες: τον «μη μαδουριστικό τσαβισμό». Με την επιδείνωση των διαδοχικών κρίσεων, μετά την περίοδο της πετρελαϊκής ευημερίας, η ενεργητικότητα του πληθυσμού επικεντρώθηκε στην εξεύρεση πρόχειρων λύσεων στα καθημερινά προβλήματα – αυτό που οι Βενεζουελάνοι αποκαλούν matar tigritos[3]. Αυτή η αναζήτηση ατομικών απαντήσεων σε μια καθημερινή ζωή που είχε καταστεί αδύνατη βρήκε την πιο δραματική της έκφραση σε μια από τις μεγαλύτερες –ίσως τη μεγαλύτερη– μεταναστευτική έξοδο στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής, περίπου ίση με εκείνη των Σύριων που εγκατέλειπαν μια χώρα σε κατάσταση πολέμου.

Εν τω μεταξύ, το καθεστώς απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από την εκλογική του βάση νομιμότητας, η οποία είχε ωστόσο αποτελέσει έναν από τους κινητήριους μοχλούς του τσαβισμού. Ένας λαϊκισμός χωρίς λαό αντικατέστησε τον «λαό του Τσάβες». Παντού στους τοίχους των πόλεων της Βενεζουέλας μπορούσε κανείς να δει το στυλιζαρισμένο σχέδιο των «ματιών του Τσάβες» –ως αιώνιου ηγέτη– αλλά αυτό το άγρυπνο βλέμμα γινόταν όλο και πιο αόρατο για τον απλό άνθρωπο. Όπως είχε συμβεί κάποτε με τον «πραγματικό σοσιαλισμό», οι λέξεις είχαν χάσει το νόημά τους.

Για άλλη μια φορά, όπως και χθες στην Κούβα, η πηγή της πολιτικής νομιμότητας δεν ήταν πλέον οι κοινωνικές κατακτήσεις, αλλά η αντίσταση στον «ιμπεριαλιστικό κλοιό» (ο οποίος σίγουρα είχε κάποια βάση στην πραγματικότητα). Το γεγονός ότι η Βενεζουέλα είναι μια πετρελαϊκή δύναμη τροφοδότησε επίσης την υποψία ότι η Αυτοκρατορία προσπαθούσε να «κλέψει» το πετρέλαιό της – μια κάπως απλοϊκή ιδέα που ο Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί τώρα να αναβιώσει, ακόμη και αν οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες φαίνονται κάπως σκεπτικές σχετικά με αυτό.

Το έπος της αντίστασης αντικατέστησε το έπος της οικοδόμησης – της δημιουργίας ενός πολιτικά δημοκρατικού και οικονομικά βιώσιμου μοντέλου. Όπως γράφει ο Κουβανός φιλόσοφος Βίλντερ Πέρεζ Βαρόνα για τη χώρα του, το λεξιλόγιο της Επανάστασης –κυριαρχία, λαός, ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη– έπαψε να λειτουργεί ως κοινή γραμματική και ως ορίζοντας νοήματος ικανός να οργανώσει την κοινωνική εμπειρία. Η άλλη πλευρά του νομίσματος ήταν η αυξανόμενη καταστολή, με την ενεργό συμμετοχή της τρομακτικής Servicio Bolivariano de Inteligencia Nacional (SEBIN, Εθνική Μπολιβαριανή Υπηρεσία Πληροφοριών)[4], η οποία έχει την εξουσία να φυλακίζει οποιονδήποτε χωρίς το παραμικρό σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα. Το Καράκας είναι σήμερα η πρωτεύουσα των βασανιστηρίων πολιτικών συλληφθέντων στη Λατινική Αμερική.

Η Βενεζουέλα μετατράπηκε έτσι σε ένα ισχυρό προπαγανδιστικό εργαλείο για τη δεξιά. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης άρχισαν να εστιάζουν την προσοχή τους σε αυτή τη χώρα της Καραϊβικής σε σύγκριση με άλλα αυταρχικά καθεστώτα: η Βενεζουέλα πουλούσε. Στη συνέχεια, η μαζική μετανάστευση έκανε τη συζήτηση για τον τσαβισμό θέμα εθνικής επικαιρότητας σε διάφορες χώρες. Ο τεράστιος αριθμός Βενεζουελάνων που διασκορπίστηκαν σε όλο τον κόσμο αποτέλεσε μια πολύ πιο ισχυρή μαρτυρία από αυτή της Μαρία Κορίνα Ματσάντο[5] ή των προκατόχων της στα φόρουμ της δεξιάς –και της ακροδεξιάς– σε όλο τον κόσμο. Κάθε Βενεζουελάνος μετανάστης ήταν μαρτυρία της αποτυχίας του συστήματος.

Σε γενικές γραμμές –και με ορισμένες εξαιρέσεις φυσικά– η λατινοαμερικανική αριστερά δεν μπόρεσε να βρει ούτε τη γλώσσα ούτε το θεωρητικό πλαίσιο που θα της επέτρεπε να αμφισβητήσει τις παρεκκλίσεις του μπολιβαριανού καθεστώτος, ούτε μπόρεσε να κατακτήσει μια θέση στη δημόσια συζήτηση για το θέμα αυτό, ακόμη και αν συχνά αποστασιοποιούνταν σιωπηλά από τη Βενεζουέλα. Στις εγχώριες συζητήσεις σε διάφορες χώρες, η κριτική του τσαβισμού φαινόταν ισοδύναμη με συσπείρωση με τη δεξιά, κάτι που δεν βοήθησε στον καθορισμό ενός κατάλληλου «χώρου έκφρασης». (Το ίδιο ισχύει και για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία).

Σήμερα, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. Είμαστε μάρτυρες μιας κατάρρευσης του Τείχους του Βερολίνου για την αριστερά της Λατινικής Αμερικής – αλλά και για εκείνη ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών. Η δυσφήμιση του Μαδούρο είναι τέτοια που παραλύει παντού τις αντιιμπεριαλιστικές δράσεις ενάντια στην πιο σοβαρή ιμπεριαλιστική επέμβαση των τελευταίων χρόνων, η οποία παραμένει ατιμώρητη.[6]

Ο Λευκός Οίκος έχει δηλώσει σαφώς ότι εφαρμόζει το «συμπλήρωμα Τραμπ» του Δόγματος Μονρόε[7], παρά το γεγονός ότι το 2013 ο υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι το είχε κηρύξει παρωχημένο. Αυτό το δόγμα, που σχεδιάστηκε ενάντια στην παρέμβαση εξωηπειρωτικών δυνάμεων στο τέλος των αγώνων για την ανεξαρτησία, κατέληξε να δικαιολογεί, όπως εξηγεί ο Βραζιλιάνος πολιτικός επιστήμονας Ρεγκινάλντο Νάσσερ, την άμεση παρέμβαση της Ουάσιγκτον στις εσωτερικές υποθέσεις των γειτόνων της ενάντια σε οποιαδήποτε απειλή ή υποτιθέμενη απειλή για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το «συμπλήρωμα Τραμπ» χρησιμεύει πλέον για την απροκάλυπτη υπεράσπιση των αμερικανικών συμφερόντων και την ενίσχυση των ακροδεξιών δυνάμεων στην περιοχή. Σε αντίθεση με τους νεοσυντηρητικούς της εποχής Μπους, ο Τραμπ δεν μιλάει πλέον για δημοκρατία και ανθρώπινα δικαιώματα για να δικαιολογήσει τις παρεμβάσεις του. Δεν υπάρχει υποκρισία στις ομιλίες του· είναι ο ιμπεριαλισμός στην καθαρή του μορφή που του επιτρέπει να απαγάγει τον Μαδούρο, να φιλοδοξεί να αρπάξει τη Γροιλανδία από τη Δανία ή να δηλώνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διαχειρίζονται τη Βενεζουέλα μέχρι να υπάρξει μια μετάβαση αποδεκτή από την Ουάσινγκτον, ανοίγοντας το δρόμο για τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες.

Πράγματι, γιατί ένας «λούμπεν καπιταλιστής» με αυταρχικές τάσεις στη χώρα του, που περιφρονεί και σαμποτάρει την πολυμερή τάξη, να ισχυρίζεται ότι θα εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία πέρα από τα σύνορά του; Η πολιτική του ευνοείται από την υποστήριξη της πλειάδας των ακροδεξιών δυνάμεων της περιοχής, οι οποίες θεωρούν τον Τραμπ, από πολλές απόψεις, ως «δικό τους» πρόεδρο. Η πιο ηχηρή φωνή σε αυτό το χορό είναι αυτή του Αργεντινού Χαβιέρ Μιλέι[8], ο οποίος σχεδόν δακρύζει κάθε φορά που περιγράφει τις συναντήσεις του με τον μεγιστάνα της Νέας Υόρκης.

Η τοξική κληρονομιά του Μαδούρο σήμερα αποκλείει τις αντιιμπεριαλιστικές δράσεις και, όπως και μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, τα συντρίμμια αυτής της κατάρρευσης πέφτουν τόσο σε όσους κριτικάρησαν τον Μαδούρο όσο και σε όσους τον υποστήριξαν. Οι καταστροφικές κρίσεις δεν λαμβάνουν υπόψη τις αποχρώσεις: κουνάνε το εκκρεμές στο αντίθετο άκρο. Σήμερα, αυτό το άκρο είναι το αντιδραστικό κύμα που σαρώνει την περιοχή και καθορίζει το δύσκολο νέο πολιτικό πεδίο μάχης στο οποίο πρέπει να δράσουν οι δημοκρατικές αριστερές δυνάμεις, αποδυναμωμένες αλλά όχι ηττημένες.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Pablo Stefanoni, «¿Un Muro de Berlín para la izquierda latinoamericana?», El País, 5 Ιανουαρίου 2026, https://elpais.com/opinion/2026-01-05/un-muro-de-berlin-para-la-izquierda-latinoamericana.html.

Pablo Stefanoni, “A Berlin Wall for the Latin American Left?”, Europe Solidaire Sans Frontières, 6 Ιανουαρίου 2026, https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article77752.

Pablo Stefanoni, « Un mur de Berlin pour la gauche latino-américaine ? », Lundimatin, τεύχος 503, 9 Ιανουαρίου 2026, https://lundi.am/Un-mur-de-Berlin-pour-la-gauche-latino-americaine· Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article77745.

 

Ο Pablo Stefanoni είναι δημοσιογράφος, οικονομολόγος και διδάκτωρ ιστορίας. Είναι αρχισυντάκτης του λατινοαμερικανικού περιοδικού Nueva Sociedad (Ίδρυμα Friedrich Ebert), συνεργάζεται με την αργεντινή έκδοση της εφημερίδας Le Monde diplomatique και την ισπανική εφημερίδα El País, και είναι συγγραφέας του βιβλίου La rébellion est-elle passée à droite? (La Découverte, 2022).

 

 

Σημειώσεις 

[1] Για ανάλυση των εκλογών της Βενεζουέλας του Ιουλίου 2024 και των συνεπειών τους, βλ. Gabriel Hetland, «Venezuela: Fraud Foretold?», Europe Solidaire Sans Frontières, Αύγουστος 2024. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article71779.

[2] Η 23 de Enero (23 Ιανουαρίου) είναι μια εργατική γειτονιά στο Καράκας, ιστορικά γνωστή για την ισχυρή υποστήριξή της στην αριστερή πολιτική και την οργάνωση της κοινότητας, που πήρε το όνομά της από την ημερομηνία της ανατροπής του δικτάτορα Μάρκος Πέρεζ Χιμένεζ το 1958.

[3] Matar tigritos (κυριολεκτικά «σκοτώνω τιγράκια») είναι μια βενεζουελάνικη ιδιωματική έκφραση που σημαίνει να αναλαμβάνεις μικρές δουλειές ή σχέδια για να επιβιώσεις οικονομικά, αντανακλώντας τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση.

[4] Η SEBIN (Servicio Bolivariano de Inteligencia Nacional) είναι η υπηρεσία πληροφοριών και ασφάλειας της Βενεζουέλας, που ιδρύθηκε το 2010. Οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν καταγράψει πολυάριθμες περιπτώσεις αυθαίρετων κρατήσεων, βασανιστηρίων και αναγκαστικών εξαφανίσεων από πράκτορες της SEBIN.

[5] Η Μαρία Κόρινα Ματσάντο είναι ηγέτης της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, η οποία κέρδισε το Νόμπελ Ειρήνης τον Οκτώβριο του 2024. Πρώην βουλευτής της Εθνοσυνέλευσης και ιδρυτής του κόμματος Vente Venezuela, ηγείται της αντιπολίτευσης από το 2023, αν και της απαγορεύτηκε να υποβάλει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του 2024.

[6] Σχετικά με τις προκλήσεις που θέτει αυτό για την αριστερά, βλέπε “Trump’s assault on the Caribbean” (συνέντευξη με τους Yoletty Bracho και Franck Gaudichaud) , Europe Solidaire Sans Frontières. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article77324.

[7] Το Δόγμα Μονρόε, που διακηρύχθηκε το 1823 από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζέιμς Μονρόε, διακήρυξε ότι η ευρωπαϊκή αποικιοκρατική επάκταση ή παρέμβαση στην Αμερική θα θεωρούνταν πράξεις επιθετικότητας που θα απαιτούσαν την παρέμβαση των ΗΠΑ. Το «συμπλήρωμα Τραμπ» αναφέρεται στην επιβεβαίωση της ηγεμονίας των ΗΠΑ στο Δυτικό Ημισφαίριο από τη σημερινή διοίκηση, αναβιώνοντας ρητά αυτό το δόγμα.

[8] Ο Χαβιέρ Μιλέι είναι ο ακροδεξιός φιλελεύθερος πρόεδρος της Αργεντινής, ο οποίος εξελέγη τον Νοέμβριο του 2023. Αυτοαποκαλούμενος «αναρχοκαπιταλιστής», έχει εφαρμόσει αυστηρά μέτρα λιτότητας και έχει ευθυγραμμιστεί στενά με τον Ντόναλντ Τραμπ στην εξωτερική πολιτική.

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2026 18:34