Ένας πλανόδιος πωλητής πουλάει φρούτα κατά τη διάρκεια διακοπής ρεύματος στην Αβάνα της Κούβας, Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2026. (AP Photo/Ramon Espinosa)
Κούβα: Το τέλος μιας εποχής;
γράφει η Lisbeth Moya González
ΠΗΓΗ: New Politics, Summer 2026
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: elaliberta.gr
Εισαγωγικό σημείωμα του elaliberta:
Την περίοδο που προηγήθηκε και αμέσως μετά την ανακοίνωση του πακέτου των μέτρων της κουβανικής κυβέρνησης που σηματοδοτούν την στροφή του καθεστώτος από τον γραφειοκρατικό κρατικό καπιταλισμό στον καπιταλισμό της αγοράς, ξεκίνησε μια πολύ σημαντική συζήτηση στα πλαίσια της μαρξιστικής αριστεράς της Κούβας που αντιπολιτεύεται από τα αριστερά το καθεστώς του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το elaliberta παρακολουθεί αυτή την συζήτηση και θα δημοσιεύει κείμενα που αναφέρονται σε αυτήν. Οι αναδημοσιεύσεις δεν υποδηλώνουν αναγκαστικά πλήρη συμφωνία με το σύνολο των θέσεων και των συμπερασμάτων των αρθρογράφων.
[Η Λίζμπεθ Μόγια Γκονζάλες είναι Κουβανή δημοσιογράφος που έχει γράψει για τα περιοδικά «Tremenda Nota» και «La Joven Cuba» και είναι μέλος της συλλογικότητας «Socialistas en Lucha» (« Σοσιαλιστές στον Αγώνα»). ]
*****
Όταν ήμουν παιδί, έμαθα να πυροβολώ. Υπήρχαν σκοπευτήρια στο σχολείο μου και στις γωνίες των δρόμων, όπου, με λίγα κέρματα, μπορούσες να ξεφορτωθείς τα προβλήματά σου πάνω σε έναν στόχο. Εμείς οι Κουβανοί της γενιάς μου παρακολουθούσαμε τους πολέμους από μακριά. Αν και ο λόγος της προετοιμασίας για την υπεράσπιση της πατρίδας ενάντια σε μια πιθανή στρατιωτική εισβολή διαμόρφωνε τις ζωές μας, οι στρατιωτικές ασκήσεις ήταν απλώς ένα ακόμα μάθημα στο σχολικό πρόγραμμα. Βέβαια, οι Κουβανοί πολέμησαν στην Αγκόλα και την Αιθιοπία, αλλά από την εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων το 1961, δεν έχουμε βιώσει καμία μεγάλης κλίμακας ένοπλη σύγκρουση στο έδαφός μας.
Ωστόσο, η Κούβα σήμερα μοιάζει με μια χώρα που βγαίνει από έναν πόλεμο, έναν πόλεμο που έχει εξαντλήσει τόσο οικονομικά όσο και ψυχολογικά τον λαό της. Οι Κουβανοί, στους οποίους η κυβέρνηση απευθύνεται τώρα για να υπερασπιστούν τη χώρα από μια πιθανή εισβολή των ΗΠΑ, είναι επιζώντες της πείνας, της επισφάλειας και του αυταρχισμού της ίδιας της κυβέρνησης του νησιού.
Μετά τις τελευταίες κυρώσεις των ΗΠΑ, η κουβανική κυβέρνηση βρίσκεται πλέον αναγκασμένη να διαπραγματευτεί με την Ουάσινγκτον. Υπάρχει όμως μια διαπραγμάτευση που ανέβαλε επ’ αόριστον: η διαπραγμάτευση με τον ίδιο τον κουβανικό λαό, με την κοινωνία των πολιτών του νησιού, η οποία εδώ και χρόνια διαμαρτύρεται για πολιτικά δικαιώματα και, πάνω απ’ όλα, ενάντια στην πείνα. Η κυβέρνηση ανέβαλε επίσης επείγουσες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να δώσουν στους Κουβανούς κάποια δυνατότητα να αναζωογονήσουν την οικονομία. Αποξενώθηκε από τον λαό της, και σήμερα επικρατεί η ευρεία αίσθηση ότι δεν έχει μείνει τίποτα να υπερασπιστεί κανείς.
«Τι θα κάνατε αν αύριο οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στην Κούβα;» Έχω θέσει αυτή την ερώτηση επανειλημμένα τις τελευταίες ημέρες σε φίλους, γνωστούς και συγγενείς στο νησί. Η απάντηση είναι πάντα η ίδια: «Θα μείνουμε σπίτι και θα τους αφήσουμε να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, γιατί κανείς ποτέ δεν μας έχει εμπιστευτεί για τίποτα».
Η κρίση στην Κούβα —που φαίνεται δίχως τέλος από την «Ειδική Περίοδο» της δεκαετίας του 1990— διανύει πλέον την πιο κρίσιμη φάση της. Σύμφωνα με στοιχεία από το Στατιστικό Ετήσιο Δελτίο 2025 της ECLAC, η Κούβα έκλεισε το 2025 με το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Η κουβανική οικονομία κατέγραψε επίσης δύο συνεχόμενα έτη συρρίκνωσης, ενώ η υπόλοιπη Λατινική Αμερική σημείωσε μέση ανάπτυξη 4,7 τοις εκατό. Το συνολικό ΑΕΠ του νησιού ανήλθε σε μόλις 12,1 δισεκατομμύρια δολάρια, μόλις 0,2% της περιφερειακής οικονομίας, τοποθετώντας την Κούβα ακόμη και κάτω από την Αϊτή σε όρους τρέχουσας αξίας.
Η διαρθρωτική επιδείνωση της κατάστασης στην Κούβα περιλαμβάνει παρατεταμένες διακοπές ρεύματος, έλλειψη καυσίμων, παράλυση των δημόσιων συγκοινωνιών, αύξηση της βίας και της ανασφάλειας στους δρόμους, αυξανόμενη χρήση ναρκωτικών υψηλού κινδύνου, κατάρρευση των υποδομών, πτώση των εσόδων από το εξωτερικό, συνεχή μετανάστευση και αυξανόμενη κοινωνική αναταραχή που εκφράζεται μέσω διαδηλώσεων και της επακόλουθης ποινικοποίησής τους από το κράτος.
Παράλληλα, μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ το 2025, οι οικονομικές και διπλωματικές κυρώσεις έχουν ενταθεί. Ωστόσο, η κατάσταση στην Κούβα δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως οικονομική κρίση. Σήμερα, η Κούβα έχει ξαναγίνει κομβικό σημείο στις περιφερειακές γεωπολιτικές διαμάχες και στην ευρύτερη στρατηγική των ΗΠΑ έναντι της Λατινικής Αμερικής.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει προωθήσει την άποψη ότι η ανατροπή της κουβανικής κυβέρνησης αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας, λόγω των σχέσεων της Κούβας με την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν, καθώς και των αυξανόμενων μεταναστευτικών ροών Κουβανών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο «Hammer» στην Αβάνα
Ο κύριος υπεύθυνος για τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις είναι ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο. Η ομιλία που εκφώνησε ο Ρούμπιο στις 20 Μαΐου σηματοδότησε μια σημαντική αλλαγή στην επίσημη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Κούβα. Ο Ρούμπιο διαμόρφωσε ένα μήνυμα βασισμένο στον διαχωρισμό του κουβανικού κράτους από τον «κουβανικό λαό». Περιέγραψε το πολιτικό σύστημα ως μια δομή που ελέγχεται από μια στρατιωτική και οικονομική ελίτ, οργανωμένη γύρω από τον στρατιωτικό όμιλο GAESA (Grupo de Administración Empresarial S.A.) — ο οποίος θα αποτελέσει στόχο μελλοντικών κυρώσεων. Ο Ρούμπιο επέμεινε ότι οι κυρώσεις δεν στοχεύουν τους απλούς πολίτες, αλλά τη στρατιωτική επιχειρηματική ελίτ, παρουσιάζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ως σύμμαχο των Κουβανών πολιτών. Η ομιλία σκιαγράφησε επίσης μια μελλοντική Κούβα που θα έχει ανασυγκροτηθεί οικονομικά μέσω κουβανοαμερικανικών επενδύσεων.
Η επιλογή της 20ής Μαΐου ως ημερομηνίας της ομιλίας είχε ισχυρό συμβολικό νόημα. Η ημερομηνία αυτή σηματοδοτεί την ίδρυση της Δημοκρατίας της Κούβας το 1902 — με άλλα λόγια, την αρχή της νεοαποικιακής εποχής της Κούβας, όταν το νησί πέρασε από την ισπανική κυριαρχία στα χέρια των ΗΠΑ. Ο Ρούμπιο αναβίωσε τη ρεπουμπλικανική αφήγηση για να παρουσιάσει την τρέχουσα κρίση στην Κούβα ως άμεση συνέπεια του πολιτικού μοντέλου που καθιερώθηκε μετά το 1959, και όχι ως αποτέλεσμα του αμερικανικού εμπάργκο. Επιπλέον, επέμεινε ότι η τρέχουσα κρίση πηγάζει από τον στρατιωτικό έλεγχο της οικονομίας και τη διαφθορά του κράτους, ενώ υποβάθμισε τον ρόλο της αμερικανικής πίεσης.
Ωστόσο, η ομιλία του Ρούμπιο δεν είναι παρά η συνέχεια μιας πολιτικής που εκδηλώνεται με πιο διακριτικές μορφές. Από την άφιξή του στο νησί τον Νοέμβριο του 2024, ο Μάικ Χάμερ —ο οποίος διορίστηκε επικεφαλής της αποστολής στην αμερικανική πρεσβεία στην Αβάνα— έχει εντείνει τις δημόσιες επαφές με αντιφρονούντες, ανεξάρτητους δημοσιογράφους, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και συγγενείς πολιτικών κρατουμένων, μια δυναμική που καταγγέλλεται από την κουβανική κυβέρνηση ως «επεμβατική». Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η αμερικανική διπλωματία άρχισε να συνδυάζει την εξωτερική οικονομική πίεση με μια πιο ενεργή πολιτική παρουσία στο εσωτερικό της Κούβας.
Κυρώσεις με σκοπό την «απελευθέρωση»;
Ένας από τους βασικούς πυλώνες της στρατηγικής των ΗΠΑ ήταν η άσκηση πίεσης στον τομέα του ενεργειακού εφοδιασμού της Κούβας. Η Κούβα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές καυσίμων για τη διατήρηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, των μεταφορών, της βιομηχανίας και μεγάλου μέρους του εσωτερικού συστήματος εφοδιασμού της. Καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών 2025 και 2026, η Ουάσιγκτον ενέτεινε τις απειλές επιβολής κυρώσεων εναντίον εταιρειών, ναυτιλιακών επιχειρήσεων και χωρών που εμπλέκονταν στην προμήθεια πετρελαίου στο νησί.
Ενώ ο Ρούμπιο επιμένει ότι οι κυρώσεις δεν αποσκοπούν να πλήξουν τους απλούς Κουβανούς, αλλά μόνο την στρατιωτική ελίτ, η επιδείνωση της κατάστασης είναι ορατή στην καθημερινή ζωή. Πέντε επιδημίες εξαπλώνονται ταυτόχρονα λόγω έλλειψης καυσίμων για τη συλλογή των απορριμμάτων από τους δρόμους, οι άνθρωποι ζουν για μέρες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα ή νερό και επιβιώνουν με το ελάχιστο για να μην πεθάνουν από την πείνα — αυτό δεν είναι καθόλου ένα πλαίσιο που να υποδηλώνει «χειρουργική επέμβαση» ή κυρώσεις που αποσκοπούν στην απελευθέρωση του κουβανικού λαού.
Ένα άλλο στοιχείο που έχει γίνει κανονικότητα μέσα σε αυτή την κρίση —για το οποίο κανείς, ούτε καν τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, δεν μιλάει— είναι η «επιχειρηματικότητα της φτώχειας». Ενώ οι Κουβανοί στερούνται ηλεκτρικού ρεύματος και τροφίμων, από το Μαϊάμι φτάνουν προτάσεις για αποστολές τροφίμων, ηλεκτρογεννητριών και βασικών αγαθών προς το νησί. Αποστολές που χρηματοδοτούνται από τη διασπορά για τους συγγενείς τους στην Κούβα.
Μερικές από τις πιο γνωστές εταιρείες αυτού του κυκλώματος είναι εταιρείες μεταφοράς χρημάτων και ναυτιλιακές εταιρείες όπως οι Cubamax, VaCuba, Katapulk, Alawao και Supermarket23, αν και υπάρχουν και πολλοί μικρότεροι φορείς. Οι περισσότερες από αυτές τις εταιρείες ανήκουν σε Κουβανοαμερικανούς, αλλά στο φαινόμενο αυτό εμπλέκεται και το ίδιο το κουβανικό κράτος, καθώς πολλά καταστήματα που λειτουργούν με σκληρό νόμισμα, πλατφόρμες εισαγωγών και εσωτερικά εμπορικά κυκλώματα συνδέονται με κρατικές ή στρατιωτικές δομές, όπως η GAESA, ο επιχειρηματικός όμιλος που ελέγχεται από τις Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ ενέτεινε τις κυρώσεις κατά της GAESA. Η GAESA διαχειρίζεται στρατηγικούς τομείς της κουβανικής οικονομίας, όπως τον τουρισμό, τα ξενοδοχεία, τα λιμάνια, τις τράπεζες, το εξωτερικό εμπόριο και τις υποδομές. Υπάρχει ελάχιστη θεσμική διαφάνεια όσον αφορά τη GAESA. Η πρώην γενική επιθεωρήτρια της Κούβας, Γκλάντις Μπεχεράνο, παραδέχτηκε μάλιστα ότι ο όμιλος δεν μπορεί να υποβληθεί σε έλεγχο.
Τον Μάιο του 2026, η Ουάσιγκτον επέκτεινε τις κυρώσεις κατά εταιρειών που συνδέονται με τον κουβανικό στρατιωτικό οργανισμό και κατά ξένων φορέων που διατηρούν εμπορικές σχέσεις με τις εν λόγω οντότητες. Ο Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε δημοσίως την GAESA ως «την οικονομική καρδιά» του κουβανικού συστήματος. Τα μέτρα περιλαμβάνουν χρηματοοικονομικούς περιορισμούς, δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και αυστηρότερους ελέγχους στις διεθνείς δραστηριότητες στις οποίες εμπλέκονται εταιρείες που συνδέονται με τον όμιλο.
Στο πλαίσιο αυτό, η υπόθεση της Sherritt International απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Η καναδική εταιρεία αποτελούσε εδώ και δεκαετίες έναν από τους κύριους ξένους οικονομικούς εταίρους της Κούβας. Η Sherritt δραστηριοποιείται σε στρατηγικούς τομείς, όπως η εξόρυξη νικελίου και κοβαλτίου, το πετρέλαιο και η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η εταιρεία δραστηριοποιείται κυρίως στη Μόα, στην ανατολική Κούβα, μέσω κοινοπραξιών με το κουβανικό κράτος.
Η σημασία της Sherritt έγκειται στο γεγονός ότι η Κούβα διαθέτει σημαντικά αποθέματα νικελίου και κοβαλτίου — ορυκτά απαραίτητα για τις ηλεκτρικές μπαταρίες, τη βιομηχανική τεχνολογία και τις στρατιωτικές εφαρμογές. Η εταιρεία εδραίωσε τη θέση της κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, όταν η Κούβα αναζητούσε ξένες επενδύσεις μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Η σύγκρουση ξέσπασε όταν η Ουάσιγκτον άρχισε να ασκεί πίεση όχι μόνο στην κουβανική κυβέρνηση, αλλά και σε ξένες εταιρείες που συνδέονται με στρατηγικούς τομείς της οικονομίας του νησιού.
Ωστόσο, τις τελευταίες ημέρες, παρά τις φήμες για διαπραγματεύσεις μεταξύ της αμερικανικής κυβέρνησης και της οικογένειας Κάστρο, η πίεση των ΗΠΑ απέκτησε μια πιο επιθετική πολιτική και συμβολική διάσταση. Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ, είχαν επιβληθεί ατομικές κυρώσεις στον Ραούλ Κάστρο και σε άλλους υψηλόβαθμους Κουβανούς αξιωματούχους. Το 2026, ο Τραμπ έθεσε για άλλη μια φορά την ιστορική ηγεσία της Κουβανικής Επανάστασης στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ προχώρησε μάλιστα στην υποβολή νομικής κατηγορίας εναντίον του Ραούλ Κάστρο σε σχέση με την κατάρριψη των αεροσκαφών της οργάνωσης «Brothers to the Rescue» το 1996, μια κίνηση που προκάλεσε φιλοκυβερνητικές κινητοποιήσεις στην Αβάνα και ανανέωσε τις διπλωματικές εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών.
Παράλληλα, τον Μάιο του 2026, ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Κούβα και είχε συναντήσεις με αξιωματούχους του Υπουργείου Εσωτερικών και εκπροσώπους των κουβανικών μυστικών υπηρεσιών. Ο Ράτκλιφ συζήτησε θέματα που αφορούσαν την περιφερειακή ασφάλεια, τη συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών, την οικονομική σταθερότητα και τις διμερείς σχέσεις, εν μέσω της συνεχιζόμενης ενεργειακής κρίσης στην Κούβα.
Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός και η Κούβα
Η επιθετική στάση των ΗΠΑ έναντι της Κούβας δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ιδεολογική σύγκρουση κληρονομιά του Ψυχρού Πολέμου ή ως πολιτική που αποσκοπεί αποκλειστικά στον «εκδημοκρατισμό» του νησιού. Οι σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Αβάνας διαμορφώνονται από γεωπολιτικούς, οικονομικούς, εκλογικούς και περιφερειακούς παράγοντες ασφάλειας, οι οποίοι εξηγούν γιατί η Κούβα εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, περισσότερο από έξι δεκαετίες μετά την Επανάσταση του 1959. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η συμμαχία της Κούβας με τη Σοβιετική Ένωση μετέτρεψε το νησί σε ένα από τα μεγαλύτερα σημεία έντασης στον κόσμο, ειδικά μετά την Κρίση των Πυραύλων του 1962.
Ένα από τα κεντρικά στοιχεία είναι η επιρροή του κουβανοαμερικανικού λόμπι, το οποίο εδρεύει κυρίως στο Μαϊάμι. Από τη δεκαετία του 1960, τμήματα της κοινότητας των Κουβανών εξόριστων έχουν δημιουργήσει μια πολιτική, επιχειρηματική και δημοσιογραφική δομή με τεράστια επιρροή στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ, ειδικά στο πλαίσιο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Οργανώσεις όπως το Εθνικό Ίδρυμα Κουβανοαμερικανών έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εδραίωση του οικονομικού εμπάργκο και στην ψήφιση νόμων όπως ο Νόμος Helms-Burton του 1996, ο οποίος ενίσχυσε νομικά τις κυρώσεις κατά της Κούβας.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η επιρροή έχει εξελιχθεί επίσης σε στρατηγική εκλογική δύναμη. Η Φλόριντα έχει μετατραπεί σε μία από τις αποφασιστικές πολιτείες στην πολιτική των ΗΠΑ, ενώ η ψήφος των Κουβανοαμερικανών έχει αποκτήσει σημαντικό βάρος στις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές. Ρεπουμπλικανικές προσωπικότητες όπως ο Μάρκο Ρούμπιο και η Μαρία Ελβίρα Σαλαζάρ έχουν χτίσει μεγάλο μέρος της πολιτικής τους καριέρας γύρω από μια σκληρή στάση απέναντι στην κουβανική κυβέρνηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική απέναντι στην Κούβα λειτουργεί επίσης ως εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ: η σκλήρυνση των κυρώσεων και η διατήρηση της αντικαστρικής ρητορικής ενισχύουν τις εκλογικές συμμαχίες εντός της Φλόριντα και εδραιώνουν την υποστήριξη μεταξύ των συντηρητικών κύκλων των εξόριστων.
Ωστόσο, η κεντρική σημασία της Κούβας για την Ουάσινγκτον υπερβαίνει τους εκλογικούς υπολογισμούς. Το νησί κατέχει στρατηγική γεωγραφική θέση στην Καραϊβική, μόλις 150 χιλιόμετρα από τη Φλόριντα και κατά μήκος μιας από τις κύριες θαλάσσιες διαδρομές του Δυτικού Ημισφαιρίου. Από τον 19ο αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν την Κούβα βασικό παράγοντα για τον έλεγχο του Κόλπου του Μεξικού, της Καραϊβικής και των εμπορικών διαδρομών προς τη Λατινική Αμερική. Αυτή η λογική δεν έχει εξαφανιστεί ποτέ.
Στο τρέχον πλαίσιο, αυτές οι ανησυχίες έχουν επανεμφανιστεί υπό νέες γεωπολιτικές συντεταγμένες. Ορισμένοι κύκλοι της αμερικανικής κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η Κούβα λειτουργεί ως σημείο προβολής των κινεζικών και ρωσικών συμφερόντων στη Λατινική Αμερική. Η Ουάσιγκτον έχει εκφράσει ανησυχία για τις τεχνολογικές συμφωνίες, τη συνεργασία στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, τη διπλωματική παρουσία, καθώς και τις στρατιωτικές ή κατασκοπευτικές σχέσεις μεταξύ της Αβάνας και των δύο χωρών. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, η Κούβα παύει να αποτελεί απλώς έναν περιφερειακό ιδεολογικό αντίπαλο και εντάσσεται στον παγκόσμιο στρατηγικό ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και των κύριων διεθνών αντιπάλων τους.
Αν και η κουβανική οικονομία είναι μικρή σε παγκόσμια κλίμακα, το νησί διαθέτει σημαντικούς στρατηγικούς πόρους. Η Κούβα διαθέτει αποθέματα νικελίου και κοβαλτίου, ορυκτών που είναι απαραίτητα για τις ηλεκτρικές μπαταρίες, τις τεχνολογικές βιομηχανίες, τις ηλεκτρονικές συσκευές και τον στρατιωτικό εξοπλισμό. Σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από την ενεργειακή μετάβαση και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για τα κρίσιμα ορυκτά, οι πόροι αυτοί έχουν αποκτήσει ολοένα και μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία.
Η περίπτωση της Sherritt International καταδεικνύει ακριβώς αυτή τη στρατηγική διάσταση. Η καναδική εταιρεία, η οποία συνεργάζεται εδώ και δεκαετίες με το κουβανικό κράτος σε έργα εξόρυξης και ενέργειας, βρέθηκε στο στόχαστρο νέων αμερικανικών κυρώσεων λόγω των δεσμών της με τομείς που η Ουάσινγκτον θεωρεί στρατηγικούς. Η πίεση που ασκήθηκε κατά της Sherritt έδειξε ότι η αμερικανική πολιτική δεν στοχεύει πλέον αποκλειστικά στη διπλωματική απομόνωση της Κούβας, αλλά και στην παρεμπόδιση οποιασδήποτε διεθνούς οικονομικής δομής ικανής να στηρίξει οικονομικά το κουβανικό κράτος.
Σε αυτό προστίθεται και το ιστορικό οικονομικό δυναμικό του νησιού. Πριν από την Επανάσταση του 1959, μεγάλο μέρος της οικονομίας της Κούβας —τουρισμός, ζάχαρη, υποδομές, τραπεζικός τομέας και υπηρεσίες— ήταν συνδεδεμένο με το αμερικανικό κεφάλαιο. Διάφοροι επιχειρηματικοί τομείς εξακολουθούν να θεωρούν την Κούβα ως μια δυνητικά σημαντική αγορά για επενδύσεις στον τουρισμό, τις τηλεπικοινωνίες, την ενέργεια, τη γεωργία και τις κατασκευές, ιδίως λόγω της γεωγραφικής της εγγύτητας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και της στρατηγικής της θέσης στην Καραϊβική.
Η αντιπαράθεση με την Κούβα έχει επίσης μια ισχυρή συμβολική διάσταση. Για τους συντηρητικούς κύκλους των ΗΠΑ και τμήματα της κουβανικής κοινότητας εξόριστων, η κουβανική κυβέρνηση εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει ένα από τα κύρια ιστορικά σύμβολα της αντιαμερικανικής αντίστασης στη Λατινική Αμερική. Ως εκ τούτου, μια ενδεχόμενη πολιτική μεταμόρφωση στο νησί θα παρουσιαζόταν όχι απλώς ως αλλαγή καθεστώτος, αλλά ως περιφερειακή ιδεολογική νίκη επί της λατινοαμερικανικής αριστεράς και επί των πολιτικών σχεδίων που συνδέονται ιστορικά με την κληρονομιά της Κουβανικής Επανάστασης.
Στο πλαίσιο αυτό, η τρέχουσα στρατηγική της Ουάσιγκτον συνδυάζει οικονομική πίεση, οικονομικές κυρώσεις, διπλωματική απομόνωση και εσωτερικές πολιτικές διαιρέσεις. Πέρα από μια παραδοσιακή στρατιωτική εισβολή, ο στόχος φαίνεται να είναι η δημιουργία συνθηκών που θα επιταχύνουν τις ρήξεις εντός του κουβανικού κρατικού μηχανισμού, οι οποίες θα διευκολύνουν μια πολιτική μετάβαση ευνοϊκή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Και ο κουβανικός λαός;
Πρόσφατα, ανεξάρτητα κουβανικά μέσα ενημέρωσης πραγματοποίησαν μια ψηφιακή έρευνα για να καταγράψουν το πολιτικό κλίμα στο νησί. Η έρευνα συγκέντρωσε περισσότερες από 42.000 έγκυρες απαντήσεις από κατοίκους της Κούβας και μέλη της διασποράς. Ένα από τα περισσότερο συζητημένα ευρήματα ήταν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων χαρακτήρισε την έλλειψη πολιτικών και ατομικών ελευθεριών ως ένα από τα κύρια προβλήματα της χώρας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσίευσε το elTOQUE, πάνω από το 80% των ερωτηθέντων χαρακτήρισε το ζήτημα αυτό ως ένα από τα κύρια προβλήματα της χώρας, ενώ ένα πολύ μικρότερο ποσοστό ανέφερε το αμερικανικό εμπάργκο ως την κύρια αιτία της κρίσης.
Η έρευνα έδειξε επίσης πολύ υψηλά επίπεδα υποστήριξης για διαρθρωτικές αλλαγές στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα της Κούβας. Ο Χοσέ Χασάν Νιέβες, διευθυντής του elTOQUE, δήλωσε ότι οι συμμετέχοντες ζήτησαν «με συντριπτική πλειοψηφία» συστημική αλλαγή στην Κούβα.
Παρ’ όλα αυτά, τα αποτελέσματα προκάλεσαν έντονη συζήτηση σχετικά με τη μεθοδολογία και την αντιπροσωπευτικότητα. Λόγω πολιτικών και τεχνολογικών περιορισμών εντός της Κούβας, η έρευνα διεξήχθη ψηφιακά και ανοιχτά, γεγονός που συνεπάγεται σημαντικούς στατιστικούς περιορισμούς: δεν επρόκειτο για ένα παραδοσιακό αναλογικό εθνικό δείγμα, ενώ η συμμετοχή εξαρτιόταν από την πρόσβαση στο διαδίκτυο, τα κοινωνικά δίκτυα και τα VPN, ειδικά αφού η κουβανική κυβέρνηση μπλόκαρε την πρόσβαση στον διαδικτυακό ιστότοπο από το νησί λίγο μετά την έναρξή της. Πέρα από τη στατιστική εγκυρότητα της έρευνας, τα αποτελέσματα εξακολουθούν να προσφέρουν πληροφορίες σχετικά με τις απόψεις ενός σημαντικού τμήματος των Κουβανών.
«Η κατάσταση στην Κούβα είναι κρίσιμη: διακοπές ρεύματος που διαρκούν πάνω από 22 ώρες, έλλειψη νερού, φυσικού αερίου και τροφίμων, ακραίο άγχος και γενικευμένη ψυχική κατάρρευση. Η ζωή έχει περιοριστεί στην καθημερινή επιβίωση, χωρίς να αφήνει περιθώρια για σκέψη ή ακτιβισμό. Η κουβανική κυβέρνηση φέρει την κύρια ευθύνη, αλλά και η πολιτική των ΗΠΑ επιδεινώνει την κρίση με έναν σκληρό και ακατανόητο τρόπο. Ο κοινωνικός ιστός έχει υποστεί τόσο μεγάλη ζημιά, ώστε ούτε μια αλλαγή κυβέρνησης ούτε άμεση εξωτερική βοήθεια θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη βαθιά κοινωνική, ψυχολογική και πολιτισμική παρακμή», δηλώνει ο Κουβανός ιστορικός Αλεξάντερ Χολ από την Αβάνα.
Ο κουβανικός λαός επιβιώνει σήμερα αποκομμένος από την πολιτική. Μαθαίνει για πιθανές εισβολές κάποιες μέρες αφότου διατυπωθούν οι απειλές και πιθανότατα δεν έχει καν πλήρη επίγνωση της αδιάκοπης ροής ειδήσεων που φτάνουν εν μέσω αυτού του ψυχολογικού και οικονομικού πολέμου εξάντλησης. Οι άνθρωποι στην Κούβα ζουν στο χείλος του γκρεμού και επιθυμούν αλλαγή, διότι αυτή τη στιγμή διακυβεύεται η ίδια η ζωή τους — και όταν η ζωή γίνεται αδύνατη, ούτε η πατρίδα ούτε η αξιοπρέπεια παραμένουν εφικτές. Οι απλοί Κουβανοί είναι οι μεγάλοι ηττημένοι σε αυτόν τον πόλεμο εξάντλησης.
Εν τω μεταξύ, εμφανίζονται στα κοινωνικά δίκτυα ευαγγελιστές influencers που ζητούν μια ελευθεριακή Κούβα «όπως αυτή του Μιλέι, αλλά για τον Χριστό»· ακτιβιστές ταξιδεύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση ζητώντας περισσότερες κυρώσεις που τελικά θα επιδεινώσουν τη φτώχεια του κουβανικού λαού· αντικαστρικές προσωπικότητες στο Μαϊάμι περιγράφουν μεταβατικές κυβερνήσεις όπου η πιο αντιδραστική δεξιά θα πρέπει να αναλάβει την εξουσία και να επαναφέρει το Σύνταγμα του 1940· και ρομαντικοί αριστεροί πραγματοποιούν το τελευταίο τους τουριστικό προσκύνημα στον ξεθωριασμένο φάρο της αξιοπρέπειας, ενώ οι υπερασπιστές της Επανάστασης επιτίθενται στους Κουβανούς που μιλούν ανοιχτά για την Κούβα, αποκαλώντας τους «gusanos» («σκουλήκια») και απαιτώντας θυσίες.
Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός ευδοκιμεί ανάμεσα στα ερείπια αυτού που κάποτε ήταν μια απόπειρα σοσιαλιστικής επανάστασης. Η ιστορία επιστρέφει ως φάρσα — και είναι σκληρή.