29 Νοεμβρίου 1947, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ εγκρίνει το Ψήφισμα 181 για τη διχοτόμηση της Παλαιστίνης
Owen Marsden-Readford
Τα Ηνωμένα Έθνη δεν είναι φίλοι των Παλαιστινίων
Ο γενοκτονικός πόλεμος του Ισραήλ στη Γάζα έχει γελοιοποιήσει το διεθνές δίκαιο. Ο ισραηλινός στρατός παραβιάζει καθημερινά τους υποτιθέμενους «κανόνες του πολέμου». Αρκετά άρθρα και πρόσθετα πρωτόκολλα των Συμβάσεων της Γενεύης παρέχουν προστασία στα παιδιά που βρίσκονται σε ένοπλη σύγκρουση. Το Ισραήλ επικύρωσε τις Συμβάσεις της Γενεύης το 1951. Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, είναι υποχρεωμένο να «φτιάξει νοσοκομεία και ζώνες ασφαλείας για παιδιά κάτω των 15 ετών... να εξασφαλίσει την πρόσβαση σε βασικά τρόφιμα, ρουχισμό και φάρμακα για τα παιδιά σε περιοχές που βρίσκονται υπό πολιορκία», μεταξύ άλλων μέτρων.
Το Ισραήλ προφανώς δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Από τον Ιούνιο, σχεδόν 15.000 παιδιά έχουν σκοτωθεί στη Γάζα, σύμφωνα με το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Άλλα 21.000 παιδιά αγνοούνται. Σχεδόν 300 εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν σκοτωθεί από τότε που το Ισραήλ ξεκίνησε τη γενοκτονία του στη Γάζα, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 220 εργαζομένων των Ηνωμένων Εθνών.
Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν καταστεί εντελώς ανίσχυρα. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το Ισραήλ έχει μόλις εξαπολύσει πόλεμο κατά του Λιβάνου, μια πράξη επιθετικότητας που δικαιολογήθηκε από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου κατά την πρόσφατη ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη. Μια μη δεσμευτική πρόταση της Γενικής Συνέλευσης νωρίτερα τον Σεπτέμβριο που απαιτούσε από το Ισραήλ να τερματίσει «την παράνομη παρουσία του στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη» εντός 12 μηνών δεν σήμαινε τίποτα. Η ανικανότητα του ΟΗΕ απέναντι στην ανθρωπιστική κρίση έχει γίνει φανερή. Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν περιοριστεί να κάνουν παρακλητικές δηλώσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Αυτό έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη κριτική του ΟΗΕ. Η αρρωστημένη υποκρισία της ευγενούς ρητορικής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δικαιοσύνης που υποστηρίζουν οι δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, καθώς στέκονται στο πλευρό του Ισραήλ, προκάλεσε περισσότερη κριτική στη διεθνή «τάξη που βασίζεται σε κανόνες».
Αυτό είναι θετικό. Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος της κριτικής του ΟΗΕ εξακολουθεί να δέχεται την προϋπόθεση ότι ο ΟΗΕ πρέπει και μπορεί να παίξει το ρόλο που διεκδικεί για τον εαυτό του. Οι εκκλήσεις να μεταρρυθμιστεί ο ΟΗΕ και να γίνει το διεθνές δίκαιο πιο αυστηρό, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις αξίες που διακηρύσσει, αφθονούν. Αυτές οι εκκλήσεις είναι στην καλύτερη περίπτωση ουτοπικές, αλλά γενικότερα μπορούν να σπείρουν ψευδαισθήσεις για τον ΟΗΕ ή για έναν διαφορετικό αστερισμό αστικών κρατών ή διεθνών παραγόντων που θα παρέμβουν για να σώσουν την Παλαιστίνη και να τιμωρήσουν το Ισραήλ.
Ο καταστατικός χάρτης του ΟΗΕ ισχυρίζεται ότι υπάρχει για να «αναπτύσσει φιλικές σχέσεις μεταξύ των εθνών με βάση τον σεβασμό της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης των λαών και να λαμβάνει άλλα κατάλληλα μέτρα για την ενίσχυση της παγκόσμιας ειρήνης».[2] Η δομή και η ιστορία του ΟΗΕ και η παρέμβασή του στην Παλαιστίνη αποδεικνύουν το αντίθετο.
Το διεθνές δίκαιο και οι πολυμερείς θεσμοί, όπως ο ΟΗΕ, δεν αποτελούν όργανα ελέγχου και εξισορρόπησης έναντι του ιμπεριαλισμού. Ο ΟΗΕ δεν είναι ένα περιορισμένο ή ελαττωματικό όργανο που αγωνίζεται για την ειρήνη, αλλά ένα πολιτικό όργανο, που συγκροτείται βασικά από τον ιμπεριαλισμό και λειτουργεί προς το συμφέρον των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Οι εκκλήσεις για ενίσχυση ή μεταρρύθμιση του ΟΗΕ χάνουν αυτό το ζωτικό σημείο. Είναι αναπόσπαστο μέρος του ιμπεριαλιστικού συστήματος που ευθύνεται για τη γενοκτονία του Ισραήλ στην Παλαιστίνη. Ακόμα και όταν ο ΟΗΕ ή άλλοι διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν εγκλήματα πολέμου ή προσπαθούν να πιέσουν ένα κράτος να αποφύγει μια συγκεκριμένη πορεία δράσης, το κάνουν όχι από τη σκοπιά της εναντίωσης στις δομές του ιμπεριαλισμού, αλλά σε μια προσπάθεια να διαχειριστούν το αποτέλεσμα της αστάθειας που παράγεται από τη δυναμική του ιμπεριαλισμού.
Ιμπεριαλισμός και διεθνές δίκαιο
Η βαρβαρότητα των ενεργειών του Ισραήλ και η ιδιαίτερη υποστήριξη που του παρέχει η Δύση κάνει πολλούς να αντιλαμβάνονται τον ιμπεριαλισμό απλώς ως τις ενέργειες ιδιαίτερα ισχυρών κρατών, κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους. Αυτή η κατανόηση του ιμπεριαλισμού ως το αποτέλεσμα των ενεργειών συγκεκριμένων κυβερνήσεων προσφέρεται για να διατηρήσει κανείς ψευδαισθήσεις για το διεθνές δίκαιο και τον ΟΗΕ. Ίσως το διεθνές δίκαιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιορίσει τις πιο βίαιες διαθέσεις των χειρότερων κρατών και να χαλιναγωγήσει τους πολεμοκάπηλους.
Για παράδειγμα, ο Stuart Rees, ακαδημαϊκός και συγγραφέας υπέρ της Παλαιστίνης, έγραψε σε άρθρο του τον Νοέμβριο:
«Αυτή η στάση μπορεί να προσβάλλει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά το διεθνές δίκαιο και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ έχουν καθολική εφαρμογή, δεν είναι ένα μέσο επιλεκτικής λήψης αποφάσεων που μπορεί να κρίνει ότι τα ισχυρά έθνη μπορούν να εξαιρεθούν και να αγνοηθούν οι βιαιότητές τους.
Με βάση αυτή την αρχή, την Ευθύνη για Προστασία, η αδράνεια του ΟΗΕ όσον αφορά την Παλαιστίνη μπορεί να αντικατασταθεί με την έγκριση της αποστολής ειρηνευτικής δύναμης στο Ισραήλ.»[3]
Στο βαθμό που το διεθνές δίκαιο ή ο ΟΗΕ αποτυγχάνει σε αυτό το έργο, αυτό θεωρείται πρόβλημα αποτελεσματικότητας. Υποτίθεται ότι θα µπορούσε µε κάποιο τρόπο να ενισχυθεί το διεθνές δίκαιο και η πειθαρχική του δύναµη ώστε να µπορεί να παίξει το ρόλο που του αναλογεί.
Το διεθνές δίκαιο είναι ανίκανο να περιορίσει τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι απλώς προϊόν της πολιτικής συγκεκριμένων κυβερνήσεων και χωρών. Είναι, όπως τον χαρακτήρισε ο Λένιν, «η νεότερη φάση του καπιταλισμού», όπου ο οικονομικός ανταγωνισμός έχει εξελιχθεί σε πολιτικό και στρατιωτικό ανταγωνισμό μεταξύ κρατών και των μπλοκ του εθνικού κεφαλαίου τους. Ο ιμπεριαλισμός παράγεται και αναπαράγεται συνεχώς από τον ανταγωνισμό στην παγκόσμια οικονομία. Είναι ενσωματωμένος στην ίδια τη φύση του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Το διεθνές δίκαιο αναπτύχθηκε και υπάρχει στη βάση του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Όπως και άλλες μορφές αστικού δικαίου, το διεθνές δίκαιο είναι έκφραση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και όχι κάτι που υφίσταται σε αντίθεση με αυτές. Οι υποκρισίες του διεθνούς δικαίου –όπως ο ισχυρισμός του Ισραήλ και της Δύσης για το δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα εναντίον των Παλαιστινίων– εκφράζουν την ουσία του διεθνούς δικαίου και όχι την αναποτελεσματικότητά του. Όπως υποστηρίζει ο μαρξιστής επικριτής του διεθνούς δικαίου China Miéville, αυτό θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ως
«ενεργό μέρος της συγκρουσιακής διεθνούς πολιτικής, που χρησιμοποιείται από τα κράτη μεταξύ τους. Πρόκειται για ένα διεθνές δίκαιο που αντανακλά και διευκολύνει τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων στη διεθνή σκηνή, και όχι για κάποια αυτόνομη νομική σφαίρα, η προσεκτική εφαρμογή της οποίας τείνει προς την ειρήνη και τη δικαιοσύνη.»[4]
Το διεθνές δίκαιο υποστηρίζει μια τυπική ισότητα των δικαιωμάτων. Η πραγματικότητα της παγκόσμιας πολιτικής είναι, ωστόσο, μια πραγματικότητα ανισότητας. Υπάρχουν ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες και αδύναμα έθνη. Τι θα μπορούσε ενδεχομένως να κρίνει μεταξύ δύο ίσων διεκδικήσεων δικαιωμάτων βάσει του διεθνούς δικαίου, ας πούμε μεταξύ των διεκδικήσεων του Ισραήλ και των Παλαιστινίων για το διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμα αυτοάμυνας; Όπως έγραψε ο Μαρξ, «ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία».[5] Αυτή η δύναμη είναι ο ιμπεριαλισμός και η ιεραρχία της κρατικής εξουσίας του. Το διεθνές δίκαιο θα πρέπει να κατανοηθεί ως μια αποτελεσματική δύναμη. Η αδυναμία του να θέσει τα ισχυρά κράτη προ των ευθυνών τους, όπως μπορεί να κάνει με τα αδύναμα, εκφράζει την άνιση βία του ιμπεριαλιστικού συστήματος μέσα στο οποίο υπάρχει το διεθνές δίκαιο. Τα «έθνη-παρίες» δεν είναι δυνατόν να λογοδοτήσουν βάσει του διεθνούς δικαίου, όταν τα κράτη αυτά είναι ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες όπως το Ισραήλ και η Αμερική.
Στην πραγματικότητα, αυτό είναι μέρος αυτού που καθιστά το διεθνές δίκαιο και τους θεσμούς που το διατηρούν χρήσιμα για τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η υποκρισία του διεθνούς δικαίου του επιτρέπει να δρα ως αποτελεσματική δύναμη στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού. Το διεθνές δίκαιο χρησιμοποιείται ως εργαλείο της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας, για να δικαιολογήσει τις ενέργειες των ιμπεριαλιστικών εθνών και να προσπαθήσει να τιμωρήσει τα κράτη που δρουν ενάντια στα συμφέροντά τους. Οι πόλεμοι που διεξάγονται από δυνάμεις που βρίσκονται στην κορυφή της παγκόσμιας ιεραρχίας, όπως ο πόλεμος και η κατοχή του Αφγανιστάν από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 2001, είναι ευγενείς ενέργειες που υπερασπίζονται το διεθνές δίκαιο, ενώ παρόμοιες εισβολές και πόλεμοι κατοχής, όπως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, καταδικάζονται ως εγκληματικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Όταν το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για τον καθαγιασμό των ιμπεριαλιστικών ενεργειών, μπορεί να αγνοηθεί ελεύθερα.
Όπως γράφει ο Miéville, το διεθνές δίκαιο είναι «συνυπεύθυνο για τα χειρότερα από τα σημερινά κοινωνικά προβλήματα, αλλά είναι θεμελιωδώς μη μεταρρυθμίσιμο».[6]
Ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών – μια κουζίνα κλεφτών
Ο ίδιος ο ΟΗΕ, που ιδρύθηκε το 1945, είναι δημιούργημα του ιμπεριαλισμού. Ο τροτσκιστής Joseph Vanzler έγραφε τότε:
«Έχει σχεδιαστεί για να καταπολεμήσει και να καταστρέψει όλα τα εξεγερτικά κινήματα των ευρωπαϊκών λαών, κυρίως της Γερμανίας. Αποσκοπεί στη διαιώνιση της υπάρχουσας ανισότητας μεταξύ των εθνών και όχι στην καθιέρωση οποιασδήποτε πραγματικής ισότητας μεταξύ τους».[7]
Τα Ηνωμένα Έθνη γεννήθηκαν στο πλαίσιο του ανταγωνισμού μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, που προσπαθούσαν να διασφαλίσουν τη μέγιστη δυνατή θέση τους στην παγκόσμια τάξη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι το τέλος του πολέμου, οι ΗΠΑ ήταν η νέα κυρίαρχη δύναμη. Είχαν τον μεγαλύτερο στρατό και την μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Οι ΗΠΑ φιλοδοξούσαν οι βιομηχανίες τους, οι πιο προηγμένες και παραγωγικές στον κόσμο, να διεισδύσουν στην παγκόσμια οικονομία μέσω του ελεύθερου εμπορίου.
Για τους Αμερικανούς, η δημιουργία των Ηνωμένων Εθνών είχε μια σειρά από οφέλη.[8] Πρώτον, ο ΟΗΕ, μαζί με άλλα διεθνή όργανα στα οποία κυριαρχούσαν οι ΗΠΑ, θα επέτρεπε στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν τη δύναμή τους για να εμποδίσουν τα σχέδια για οικονομικά μπλοκ που αντιστέκονταν στις αμερικανικές πιέσεις. Δεύτερον, η ίδρυση του ΟΗΕ επέτρεπε στις ΗΠΑ να γράψουν τους κανόνες για τη μεταπολεμική «τάξη που βασιζόταν σε κανόνες». Η διαμόρφωση και η συμβολή στην οικοδόμηση των θεσμών του μεταπολεμικού κόσμου εξυπηρέτησε τις ΗΠΑ. Τα Ηνωμένα Έθνη επρόκειτο να αποτελέσουν ένα τέτοιο εργαλείο, μαζί με το ΔΝΤ και τη συμφωνία ανταλλαγής συναλλάγματος του Bretton Woods. Αρχικά, τα Ηνωμένα Έθνη απαρτίζονταν κυρίως από χώρες που συμπαθούσαν τις ΗΠΑ. Για την ένταξή τους το 1945 απαιτούνταν η κήρυξη πολέμου στις δυνάμεις του Άξονα. Μέχρι το 1953, η Γενική Συνέλευση είχε εγκρίνει 800 ψηφίσματα. Στο 97% αυτών των ψηφοφοριών οι ΗΠΑ πέτυχαν τον σκοπό τους.[9]
Η Αμερική χρειάστηκε να συμβιβαστεί με άλλες δυνάμεις, κυρίως με τη Ρωσία και τη Βρετανία, αλλά η Αμερική κυριάρχησε στις διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία του ΟΗΕ. Η Βρετανία και η Ρωσία επεδίωκαν να διατηρήσουν τις σφαίρες επιρροής τους, αλλά κατάλαβαν ότι ήταν προτιμότερο να συμμετάσχουν στην ίδρυση του ΟΗΕ παρά να μείνουν στο περιθώριο. Για μια παρακμάζουσα δύναμη όπως η Βρετανία, που ο ήλιος έδυε για τις ημέρες του αυτοκρατορικού της γοήτρου, δεν υπήρχε άλλη επιλογή ούτως ή άλλως.
Η δομή, καθώς και η συχνή αδυναμία του ΟΗΕ, αντικατοπτρίζουν τις αυτοκρατορικές του καταβολές. Από τις διαπραγματεύσεις προέκυψαν τα Ηνωμένα Έθνη, στα οποία κυριαρχεί το Συμβούλιο Ασφαλείας με πέντε μόνιμα μέλη που αντικατοπτρίζουν τη μεταπολεμική ισορροπία δυνάμεων: ΗΠΑ, Ρωσία, Βρετανία, Γαλλία και Κίνα. Ενώ άλλες χώρες εναλλάσσονται στο Συμβούλιο Ασφαλείας, τα πέντε μόνιμα μέλη διατηρούν την εξουσία βέτο, διασφαλίζοντας ότι ο ΟΗΕ είναι ανίσχυρος απέναντι στα συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Αρκεί ένα από τα πέντε κράτη να χρησιμοποιήσει την εξουσία του βέτο και ο ΟΗΕ καθίσταται ανίκανος. Η Αμερική έχει χρησιμοποιήσει την εξουσία βέτο 49 φορές από τη δεκαετία του 1970 για να προστατεύσει το Ισραήλ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, ο πυρήνας του ΟΗΕ, κυριαρχείται, όπως έχει πει το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, από «πολιτική ισχύος, καθαρά και ξάστερα»[10].
Η εξουσία βέτο και ο τρόπος με τον οποίο κατοχυρώνει δομικά τα συμφέροντα των ΗΠΑ και των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων είναι ένα χαρακτηριστικό, όχι ένα σφάλμα του ΟΗΕ. Η ιδέα του βέτο δεν ήταν καινούργια το 1945. Είχε μεταφερθεί από τη δομή της Κοινωνίας των Εθνών, τον πρόδρομο του ΟΗΕ. Ο Λένιν αποκαλούσε την Κοινωνία των Εθνών «κουζίνα των κλεφτών». Όταν οι μεγάλες δυνάμεις συμφωνούσαν να υποτάξουν μια αδύναμη χώρα, η Κοινωνία των Εθνών, όπως και ο ΟΗΕ, ενεργούσε για να το δικαιολογήσει. Αν διαφωνούσαν, οι κανόνες της μπορούσαν να αγνοηθούν άνετα. Στον Σύνδεσμο, το Συμβούλιο βρισκόταν πάνω από τη Συνέλευση. Αποτελούμενο από τέσσερα μόνιμα μέλη και αργότερα από εννέα μέλη που εκλέγονταν κάθε τρία χρόνια, κάθε μέλος του Συμβουλίου είχε δικαίωμα βέτο. Η δομή οποιουδήποτε τέτοιου διεθνούς οργάνου αντανακλά αναγκαστικά την ιεραρχία του ιμπεριαλισμού. Είναι αδύνατο να υπάρχει κάποιος θεσμός που να βρίσκεται πάνω από την εξουσία των ισχυρότερων κρατών και να ενεργεί ως ουδέτερος διαιτητής. Ο Λένιν είπε για την Κοινωνία των Εθνών «ότι η συμμαχία των καπιταλιστικών δυνάμεων είναι καθαρή απάτη και ότι στην πραγματικότητα είναι μια συμμαχία ληστών, που ο καθένας προσπαθεί να αρπάξει κάτι από τους άλλους».[11] Αυτό ισχύει εξίσου και για τον ΟΗΕ.
Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, από την πλευρά της, είναι κάτι περισσότερο από μια ομάδα συζητήσεων. Καθώς τα μέλη της συνέλευσης αυξάνονταν καθ' όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, περισσότερη εξουσία συγκεντρωνόταν στα χέρια του Συμβουλίου Ασφαλείας. Όλες οι στρατιωτικές δράσεις του ΟΗΕ εγκρίνονται από το Συμβούλιο μετά το 1961. Τα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης είναι μη δεσμευτικά και συμβολικά, συχνά λειτουργούν απλώς ως ρητορική βιτρίνα, καθώς τα πραγματικά παιχνίδια της αυτοκρατορικής εξουσίας παίζονται αλλού.
Δεν είναι η αδυναμία το πρόβλημα – η ιστορία του ΟΗΕ και της Παλαιστίνης
Ένας ισχυρός Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, ωστόσο, δεν θα αποτελούσε ειρηνική δύναμη. Οι εκκλήσεις για την ενίσχυση του ΟΗΕ ή για να «λειτουργήσει», συχνά αποσιωπούν την πραγματική ιστορία της παρέμβασης του ΟΗΕ. Όταν ο ΟΗΕ δρα, επιδιώκει να λειάνει τις τρωθείσες άκρες του παγκόσμιου συστήματος προς το συμφέρον των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών εθνών και όχι ως πραγματική δύναμη για την ειρήνη. Πουθενά αυτό δεν είναι πιο ξεκάθαρο από ό,τι στην ιστορία της παρέμβασης του ΟΗΕ στην Παλαιστίνη. Όταν ο ΟΗΕ «λειτουργεί», αυτό σημαίνει περαιτέρω καταστροφή για τους Παλαιστίνιους.
Η διχοτόμηση της Παλαιστίνης
Μια από τις πρώτες ενέργειες των Ηνωμένων Εθνών ήταν η διχοτόμηση της ιστορικής Παλαιστίνης. Το 1947, ο ΟΗΕ ανέθεσε το ζήτημα της Παλαιστίνης στην Ειδική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Παλαιστίνη, UNSCOP (United Nations Special Committee on Palestine). Αγνοώντας τα αιτήματα των Παλαιστινίων εκπροσώπων, το όργανο αυτό απέρριψε κάθε ιδέα ότι θα μπορούσε να υπάρξει ένα μοναδικό δημοκρατικό κράτος στην Παλαιστίνη. Ο τεμαχισμός της Παλαιστίνης ώστε να παραχωρηθούν τεράστιες εκτάσεις της σε μια μειοψηφία εβραϊκού πληθυσμού θεωρήθηκε πρακτικά αυτονόητος. Η UNSCOP επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Και οι δύο υπερδυνάμεις ήταν ισχυροί υποστηρικτές της δημιουργίας ενός σιωνιστικού φυλακίου στη Μέση Ανατολή. Η καθεμία ήλπιζε ότι το νέο κράτος θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της στη μεταπολεμική διαμάχη για ισχύ.
Η έκθεση της UNSCOP αποτέλεσε τη βάση για το ψήφισμα 181 της Γενικής Συνέλευσης, που διχοτόμησε επίσημα την Παλαιστίνη πάνω από τα κεφάλια των ίδιων των Παλαιστινίων. Ποτέ δεν έγινε σαφές πώς αυτό συμβάδιζε με την αρχή της αυτοδιάθεσης που ο ΟΗΕ υπερασπιζόταν ρητορικά. Το ψήφισμα δεν περιείχε κανένα μέσο για την αποτροπή της εθνοκάθαρσης της Παλαιστίνης.
Ο Ισραηλινός ιστορικός Ilan Pappé στο βιβλίο του Η εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης γράφει:
«Είναι σαφές ότι, αποδεχόμενος το ψήφισμα για τη διχοτόμηση, ο ΟΗΕ αγνόησε πλήρως την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της χώρας. Αν ο ΟΗΕ είχε αποφασίσει να αντιστοιχίσει το έδαφος στο οποίο είχαν εγκατασταθεί οι Εβραίοι στην Παλαιστίνη με το μέγεθος του μελλοντικού τους κράτους, θα δικαιούνταν όχι περισσότερο από το δέκα τοις εκατό της γης. Όμως ο ΟΗΕ αποδέχθηκε τις εθνικιστικές διεκδικήσεις του σιωνιστικού κινήματος για την Παλαιστίνη και, επιπλέον, επεδίωξε να αποζημιώσει τους Εβραίους για το ναζιστικό Ολοκαύτωμα στην Ευρώπη.
Ως εκ τούτου, “δόθηκε” στο σιωνιστικό κίνημα ένα κράτος που εκτεινόταν σε πάνω από τη μισή χώρα.»[12]
Το 56% της γης δόθηκε σε μειονοτικό πληθυσμό εποίκων. Το σχέδιο διχοτόμησης ήταν ένα ιστορικό έγκλημα που συνέβαλε άμεσα στον άγριο πόλεμο που το Ισραήλ επρόκειτο να εξαπολύσει στον παλαιστινιακό πληθυσμό. Γράφει ο Pappé:
«αλλά τη στιγμή που ο κύβος ερρίφθη και ο κόσμος έμαθε ότι ο ΟΗΕ είχε ψηφίσει με συντριπτική πλειοψηφία υπέρ της διχοτόμησης της Παλαιστίνης, ο νόμος και η τάξη κατέρρευσαν και επικράτησε ένα κακό προαίσθημα τελικής αναμέτρησης την οποία προμήνυε η διχοτόμηση. Το χάος που ακολούθησε προκάλεσε τον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο: η εθνοκάθαρση των Παλαιστινίων είχε αρχίσει.»[13]
Την πρώτη φορά που τα Ηνωμένα Έθνη χρησιμοποίησαν τις δυνάμεις τους, έδωσαν το πράσινο φως για μια προετοιμαζόμενη γενοκτονία.
Η Αυστραλία και το Εργατικό Κόμμα έπαιξαν τρομερό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Η αυστραλιανή αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ το 1947, με επικεφαλής τον μελλοντικό ηγέτη των Εργατικών Χ.Β. «Ντοκ» Έβατ, πίεσε για την ίδρυση της UNSCOP. Ο Έβατ μάλιστα προήδρευσε της επιτροπής. Σε αναγνώριση αυτής της αμφίβολης υπηρεσίας, έγινε πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το 1948. Η κυβέρνηση των Εργατικών της Αυστραλίας ήταν η πρώτη που ψήφισε τόσο υπέρ της διχοτόμησης όσο και υπέρ της αναγνώρισης του Ισραήλ.
Η Νάκμπα
Δεν υπάρχει χώρος εδώ για να εξιστορήσουμε λεπτομερώς τη φρίκη και την καταστροφή της ζωής των Παλαιστινίων που εξαπέλυσε το Ισραήλ κατά τη διάρκεια της Νάκμπα (καταστροφή στα αραβικά) το 1948. Πάνω από ένα εκατομμύριο Παλαιστίνιοι εκκαθαρίστηκαν εθνοτικά. Τα τρία τέταρτα των προσφύγων κατέληξαν στη διασπορά σε όλη τη Μέση Ανατολή, ενώ οι υπόλοιποι έγιναν πρόσφυγες εντός του Ισραήλ. Πάνω από 500 χωριά καταστράφηκαν από σιωνιστικές πολιτοφυλακές. Μετά τη Νάκμπα, το Ισραήλ διεκδίκησε το 78% της ιστορικής Παλαιστίνης.
Τίποτα από αυτά δεν αποτέλεσε έκπληξη για τα Ηνωμένα Έθνη. Ο μελλοντικός Ισραηλινός πρωθυπουργός Νταβίντ Μπεν Γκουριόν δεν έκρυβε τα επεκτατικά σχέδια του σιωνισμού. Το 1947, οι Σιωνιστές διαπραγματευτές με τα Ηνωμένα Έθνη δημιούργησαν έναν χάρτη που ενσωμάτωσε όλη τη γη που θα καταλάμβανε το Ισραήλ κατά τη διάρκεια της Νάκμπα. Ο Μπεν Γκουριόν δήλωσε ότι τα σύνορα του Ισραήλ «θα καθοριστούν με τη βία και όχι με την απόφαση περί διχοτόμησης»[14].
Το σχέδιο διχοτόμησης, παρά τις προφανείς προθέσεις να παραβλεφθεί, ήταν προς όφελος των Σιωνιστών. Η διεθνής αναγνώριση του δικαιώματος να δημιουργηθεί ένα εβραϊκό κράτος στην ιστορική Παλαιστίνη ήταν εξαιρετικά χρήσιμη για τη σιωνιστική ηγεσία. Ο ΟΗΕ έδωσε διπλωματική κάλυψη στα σχέδιά τους για την εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης.
Επιπλέον, τα Ηνωμένα Έθνη επρόκειτο να επιβλέψουν τη διαδικασία διχοτόμησης μετά τη λήξη της Βρετανικής Εντολής στις 15 Μαΐου 1948. Ο ΟΗΕ επέβλεψε την εκδίωξη των Παλαιστινίων. Στο ψήφισμα 181, ο ΟΗΕ δήλωσαν ότι «θα αποτρέψει κάθε προσπάθεια από οποιαδήποτε πλευρά να δημεύσει γη που ανήκε σε πολίτες του άλλου κράτους ή της άλλης εθνικής ομάδας».[15] Οι δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών δεν προέβησαν σε καμία τέτοια ενέργεια. Αρχικά, οι αρχές της Βρετανικής Εντολής ματαίωσαν τις προσπάθειες των Ηνωμένων Εθνών να παρέμβουν, αλλά μετά την αποχώρηση των Βρετανών τα Ηνωμένα Έθνη εγκατέλειψαν τους Παλαιστίνιους στη μοίρα τους. Οι δυνάμεις του ΟΗΕ απλώς παρακολουθούσαν και ανέφεραν ότι το Ισραήλ έκανε εθνοκάθαρση στην Παλαιστίνη. Στο βαθμό που οι δυνάμεις του ΟΗΕ παρενέβησαν αυτό έγινε υπέρ του Ισραήλ. Η πρώτη ειρηνευτική αποστολή του ΟΗΕ ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1948 σε μια προσπάθεια να βοηθήσει στην επιβολή του διαμελισμού της Παλαιστίνης. Μέχρι το 1949, η ειρηνευτική αποστολή βοήθησε τις «Συμφωνίες Εκεχειρίας» που υπέγραψε το Ισραήλ με τους ηττημένους αραβικούς στρατούς, οι οποίες κωδικοποιούσαν τον ισραηλινό έλεγχο της γης που είχε αφαιρεθεί κατά τη διάρκεια της Νάκμπα.
Το 1949, η Γενική Συνέλευση δέχθηκε το Ισραήλ ως πλήρες κράτος μέλος, ενώ αρνήθηκε το ίδιο δικαίωμα στην Παλαιστίνη. Στη συνέχεια, ο ΟΗΕ έχυσε μερικά κροκοδείλια δάκρυα, αλλά επιβεβαίωσε εκ νέου τη λύση των δύο κρατών – την ίδια «λύση» που αποτέλεσε το πλαίσιο για τη γενοκτονική εκστρατεία του Ισραήλ το 1948. Η Υπηρεσία Αρωγής και Εργασίας των Ηνωμένων Εθνών (UNRWA / United Nation Relief and Work Agency) ιδρύθηκε το 1950. Αυτός ο νέος οργανισμός δημιουργήθηκε για να αποφευχθεί η εμπλοκή του Διεθνούς Οργανισμού Προσφύγων (ΔΟΠ). Γράφει ο Pappé:
«ο ΔΟΠ ήταν ο ίδιος οργανισμός που βοηθούσε τους Εβραίους πρόσφυγες στην Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι σιωνιστικές οργανώσεις ήθελαν να αποτρέψουν οποιονδήποτε να κάνει οποιαδήποτε πιθανή συσχέτιση ή ακόμη και σύγκριση μεταξύ των δύο περιπτώσεων.»[16]
Η UNRWA ιδρύθηκε στη βάση της μη κατοχύρωσης του δικαιώματος επιστροφής για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες.
Ο ρόλος των δυνάμεων του ΟΗΕ μετά τη Νάκμπα ακολούθησε ένα παρόμοιο μοτίβο αδράνειας που τελικά εξυπηρέτησε το Ισραήλ και τους ιμπεριαλιστές υποστηρικτές του, όπως η Αμερική. Μετά την ισραηλινή εισβολή στην Αίγυπτο το 1956, δυνάμεις του ΟΗΕ τοποθετήθηκαν στη χερσόνησο του Σινά για να λειτουργήσουν αποτρεπτικά σε περαιτέρω επιθέσεις. Οι δυνάμεις αυτές αποσύρθηκαν λίγο πριν από τον πόλεμο του 1967, επιτρέποντας στο Ισραήλ να καταλάβει τη χερσόνησο.
Οι δυνάμεις του ΟΗΕ έμειναν άπραγες κατά τη διάρκεια της ισραηλινής εισβολής του 1978 στο Λίβανο. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες το 1979, το Ισραήλ πραγματοποίησε 148 επιθέσεις σε περιοχές που είχαν ελεγχθεί από τον ΟΗΕ. Οι δυνάμεις του ΟΗΕ απλώς παρακολουθούσαν και κατέγραφαν.[17] Το 1982, οι δυνάμεις του ΟΗΕ εξαφανίστηκαν καθώς το Ισραήλ κατέλαβε τη Βηρυτό και ενθάρρυνε τη φασιστική Φάλαγγα να σφάξει εκατοντάδες ανθρώπους στους παλαιστινιακούς προσφυγικούς καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα.
Οι Συμφωνίες του Όσλο
Από το Ψήφισμα 181 του 1947 μέχρι σήμερα, τα Ηνωμένα Έθνη έχουν παραμείνει σταθερά προσηλωμένα στη λεγόμενη «λύση των δύο κρατών». Στην πραγματικότητα, αυτή η «λύση» είναι ένα προπέτασμα καπνού για τον αδιάκοπο πόλεμο του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων. Ως αίτημα, είναι τόσο απελπιστικά ουτοπικό όσο και θεμελιωδώς άδικο. Το Ισραήλ είναι ένα επιθετικό αποικιακό κράτος που είναι τόσο επεκτατικό όσο και εχθρικό προς την αυτοδιάθεση των Παλαιστινίων. Το Ισραήλ δεν θα αφήσει ένα πραγματικό παλαιστινιακό κράτος να υπάρξει δίπλα του και έχει ματαιώσει κάθε πιθανότητα δημιουργίας ενός τέτοιου κράτους. Ωστόσο, η λύση των δύο κρατών είναι το πλαίσιο από το οποίο ο ΟΗΕ δεν θα μετακινηθεί, το πρότυπο που τέθηκε με τη συνθηκολόγηση της Γενικής Συνέλευσης με τον δυτικό ιμπεριαλισμό και τον σιωνισμό κατά τη διάρκεια της διχοτόμησης. Είναι ιδιαίτερα συγκλονιστικό να βλέπουμε αυτό το πλαίσιο να εξακολουθεί να αναφέρεται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, καθώς το Ισραήλ προσπαθεί να συντρίψει κάθε βάση για την ύπαρξη ενός παλαιστινιακού κράτους και μιας παλαιστινιακής κοινωνίας πολιτών. Η λύση των δύο κρατών αγνοεί τη δυσχερή θέση των Παλαιστινίων εντός του ισραηλινού κράτους που αντιμετωπίζουν απαρτχάιντ και συστηματικές διακρίσεις – ένα σημαντικό γεγονός που διαφεύγει από την πολυδιαφημισμένη απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου και την πρόσφατη πρόταση της Γενικής Συνέλευσης που απαιτεί συμβολικά από το Ισραήλ να εγκαταλείψει τα κατεχόμενα εδάφη.
Το αποκορύφωμα της φάρσας των δύο κρατών ήταν οι συμφωνίες του Όσλο. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1993 ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Γιτζάκ Ραμπίν και ο Παλαιστίνιος ηγέτης Γιάσερ Αραφάτ υπέγραψαν τις Συμφωνίες του Όσλο, το αποκορύφωμα μιας «ειρηνευτικής διαδικασίας» υπό την εποπτεία των ΗΠΑ και του ΟΗΕ. Η διαδικασία του Όσλο δεν είχε καμία σχέση με την «ειρήνη» ή με τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Το Ισραήλ δεν είχε κανένα συμφέρον για την ειρήνη. Οι Συμφωνίες ήταν απλώς η εφαρμογή ενός τροποποιημένου Σχεδίου Αλλόν, ενός ισραηλινού σχεδίου για τη μόνιμη ενσωμάτωση των κατακτήσεων του αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1967 στο Ισραήλ. Ήταν η κωδικοποίηση της μεγαλύτερης κλοπής της ιστορικής Παλαιστίνης από το Ισραήλ:
«Το σχέδιο διχοτόμησης των Ηνωμένων Εθνών έλεγε στους Παλαιστίνιους ότι θα έχουν 47 από το 100 τοις εκατό που ήταν αρχικά δικό τους. Η συμφωνία του Όσλο του 1993 έλεγε στους Παλαιστίνιους: θα έχετε 22 από το 100 τοις εκατό που ήταν αρχικά δικό σας.»[18]
Σε αντάλλαγμα, οι Παλαιστίνιοι επρόκειτο να λάβουν μια μορφή περιορισμένης αυτονομίας και αυτοδιοίκησης, αλλά όχι κυριαρχία. Στην ουσία, ένα σύστημα Μπαντουστάν. Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) υπό την ηγεσία του Αραφάτ επιτράπηκε να ιδρύσει την Παλαιστινιακή Αρχή (ΠΑ) και να γίνει ο υπεργολαβικός φύλακας του Ισραήλ για τις παλαιστινιακές μάζες. Το Όσλο ΙΙ το 1995 διατήρησε ακόμη και το 60% της Δυτικής Όχθης υπό ισραηλινό έλεγχο. Όπως γράφει ο Πέρι Άντερσον:
«Η Παλαιστινιακή Αρχή που ιδρύθηκε το 1994, η οποία παρουσιάστηκε ως ορόσημο στον αγώνα για εθνική απελευθέρωση, ήταν μια συμπαραγωγή της Δύσης και του Ισραήλ, της οποίας η πρωταρχική λειτουργία δεν ήταν να ενσωματώσει αλλά να περιορίσει την αντίσταση στον σιωνισμό.»[19]
Το Ισραήλ δεν τήρησε το δικό του ελάχιστο μέρος της διαπραγμάτευσης. Μετά το Οσλο το Ισραήλ επιτάχυνε την κατάληψη γης στη Δυτική Όχθη. Στα 31 χρόνια από το Όσλο ο πληθυσμός των εποίκων στη Δυτική Όχθη αυξήθηκε κατά 332%. Η ταχύτερη αύξηση των οικισμών σημειώθηκε μεταξύ του 1993, αμέσως μετά την υπογραφή των Συμφωνιών, και του 2000.[20] Το Ισραήλ έχει σφίξει ακόμη περισσότερο τη θηλιά που έχει δέσει γύρω από το λαιμό της Γάζας μετά το Όσλο.
Σε αντάλλαγμα, ο Αραφάτ και η PLO εγκατέλειψαν σχεδόν τα πάντα. Ο Έντουαρντ Σαΐντ περιέγραψε εύστοχα το Όσλο ως «ένα όργανο παλαιστινιακής παράδοσης, μια παλαιστινιακή Βερσαλία».[21] Σε μια ιστορική προδοσία του παλαιστινιακού εθνικού κινήματος, ο Αραφάτ παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση του παλαιστινιακού λαού για το 80% της ιστορικής Παλαιστίνης και αποδέχθηκε το δικαίωμα του Ισραήλ σε ένα εβραϊκό κράτος εντός των συνόρων του 1967. Οι διαπραγματεύσεις για τα άλλα σημαντικά αιτήματα των Παλαιστινίων –από το καθεστώς της Ιερουσαλήμ μέχρι το δικαίωμα της επιστροφής– παραπέμφθηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο.
Η άλλη κληρονομιά της «ειρηνευτικής διαδικασίας» του Όσλο είναι η ιδέα ότι το Ισραήλ είναι ένας λογικός παράγοντας που δεσμεύεται για την ειρήνη και ότι οι παλαιστινιακές οργανώσεις εκτός της υποχωρητικής Φατάχ, της κυρίαρχης παράταξης της PLO, αποτελούν την απειλή για την ειρήνη.
Για άλλη μια φορά, υπό τη σημαία της «ειρήνης», ο ΟΗΕ διευκόλυνε μια ιστορική ήττα και αδικία για τους Παλαιστίνιους.
Τι γίνεται με τις οργανώσεις ομπρέλες του ΟΗΕ;
Τα Ηνωμένα Έθνη είναι κάτι περισσότερο από τις ειρηνευτικές τους δυνάμεις. Τα Ηνωμένα Έθνη λειτουργούν και εποπτεύουν μια σειρά από οργανισμούς-ομπρέλες και προγράμματα που επικαλούνται ανθρωπιστικό σκοπό, όπως η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR), το Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Παιδιά (UNICEF) και ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και τον Πολιτισμό (UNESCO). Οι οργανισμοί αυτοί ενισχύουν τις ψευδαισθήσεις που πολλοί τρέφουν για τα Ηνωμένα Έθνη. Οι επικρίσεις του Ισραήλ ή άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων από διάφορα όργανα και οργανισμούς του ΟΗΕ συχνά προβάλλονται ως βήματα προς την κατεύθυνση της δικαιοσύνης.
Υπάρχουν διάφορα προβλήματα με αυτή την άποψη. Η εστίαση στις φαινομενικά πιο ακίνδυνες υπηρεσίες του ΟΗΕ παραβλέπει το γεγονός ότι πολλοί οργανισμοί που εποπτεύονται από τον ΟΗΕ είναι εντελώς άθλιοι. Θεσμοί όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) είναι επιβλαβείς ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί που επιβάλλουν σχέδια λιτότητας και «διαρθρωτικής προσαρμογής» που κρατούν τις χώρες του Τρίτου Κόσμου σε κυκλικές κρίσεις χρέους. Το κάνουν αυτό στην υπηρεσία των πιο ισχυρών οικονομιών και των πολυεθνικών τους. Το ΔΝΤ και ο ΠΟΕ λογοδοτούν πρώτα και κύρια στους πιο ισχυρούς συμμετέχοντες, κυρίως στις ΗΠΑ.
Μερικές φορές ο ΟΗΕ και οι οργανώσεις που τον απαρτίζουν επικρίνουν τις ενέργειες των δυτικών κυβερνήσεων. Συχνά δικηγόροι ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακαδημαϊκοί κ.λπ. τοποθετούνται σε συγκεκριμένες ανθρωπιστικές θέσεις, όπως η Φραντσέσκα Π. Αλμπανέζε, η Ειδική Εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών για τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Η Αλμπανέζε, απέναντι σε μια εκστρατεία συκοφάντησης από το Ισραήλ και τους υποστηρικτές του, έχει πει με συνέπεια την αλήθεια για τα εγκλήματα του Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων. Σε μια ομιλία της στο National Press Club, επέκρινε εύστοχα την «αμνησία», τη «μυωπία» και την υποκρισία της αυστραλιανής κυβέρνησης ως προς την αντίδρασή της στην επίθεση του Ισραήλ στη Γάζα.[22] Ο ΟΗΕ αρνήθηκε να εγκρίνει την υπό αμερικανική ηγεσία εισβολή στο Ιράκ το 2003 και κήρυξε την εισβολή «παράνομη», παρά την πίεση των ΗΠΑ να εγκρίνει ο ΟΗΕ την εισβολή. Από την άλλη πλευρά, στη δεκαετία του 1990, ο ΟΗΕ ήταν το μέσο με το οποίο οι κυβερνήσεις Κλίντον και Μπους επέβαλαν υπό την ηγεσία των ΗΠΑ βάναυσες κυρώσεις στο Ιράκ.
Ωστόσο, οι δηλώσεις κατά συγκεκριμένων ενεργειών που αναλαμβάνονται από μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν συνεπάγονται ότι ο ΟΗΕ είναι μια δύναμη που θα μπορούσε να εξαναγκάσει τα κράτη να ενεργήσουν διαφορετικά. Στην περίπτωση του Ιράκ, η Αμερική απλώς οργάνωσε έναν «συνασπισμό των προθύμων» για να υποστηρίξει την εισβολή της. Η εισβολή πραγματοποιήθηκε με κόστος εκατοντάδες χιλιάδες ζωές Ιρακινών. Η Φραντσέσκα Αλμπανέζε δήλωσε για την αντίδραση του ΟΗΕ στη γενοκτονία του Ισραήλ στη Γάζα: «Ο ΟΗΕ αντιμετωπίζει την πιο απίστευτη πολιτική και ανθρωπιστική αποτυχία από την ίδρυσή του»[23].
Τέτοιες δηλώσεις δεν είναι απλώς ανίσχυρες αντιιμπεριαλιστικές χειρονομίες. Ο ΟΗΕ επιδιώκει να διαχειριστεί τα αποτελέσματα του ιμπεριαλισμού, όχι να αντιταχθεί στον ίδιο τον ιμπεριαλισμό. Με αυτή την έννοια, μοιάζει με τον τρόπο με τον οποίο τα αστικά κράτη προσπαθούν να διαχειριστούν την αστάθεια που παράγει ο καπιταλισμός στο εσωτερικό τους.
Η άναρχη φύση του καπιταλισμού δημιουργεί ένα πλήθος εντάσεων και αντιφάσεων. Απαιτούνται διάφοροι κρατικοί μηχανισμοί για να τις διαχειριστούν και να βοηθήσουν στη σταθεροποίηση του συστήματος, ακόμη και όταν αυτό μπορεί να συγκρουστεί με τα ιδιαίτερα συμφέροντα τμημάτων του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, το νομικό σύστημα μπορεί να εκδίδει αποφάσεις κατά τεράστιων εταιρειών για να διασφαλίσει τις συνολικές συνθήκες συσσώρευσης, όπως το πρόσφατο πόρισμα των ΗΠΑ για την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία κατά της Alphabet. Αυτό δεν είναι μια αντιεπιχειρηματική δράση, αλλά ένα μέτρο διαχείρισης του καπιταλισμού προς το συμφέρον του καπιταλισμού.
Όπως επισήμανε ο Λέων Τρότσκι:
«Ο καπιταλισμός έχει μεταφέρει στο πεδίο των διεθνών σχέσεων τις ίδιες μεθόδους που εφαρμόζει στη “ρύθμιση” της εσωτερικής οικονομικής ζωής των εθνών. Ο δρόμος του ανταγωνισμού είναι ο δρόμος της συστηματικής εξόντωσης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και της επίτευξης της κυριαρχίας του μεγάλου κεφαλαίου. Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός των καπιταλιστικών δυνάμεων σημαίνει τη συστηματική υποταγή των μικρών, μεσαίων και καθυστερημένων εθνών από τις μεγάλες και μεγαλύτερες καπιταλιστικές δυνάμεις»[24].
Η αντίθεση του ΟΗΕ σε συγκεκριμένες ιμπεριαλιστικές ενέργειες ή η καταγγελία εγκλημάτων πολέμου λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Εξυπηρετούν την λείανση των τρωτών άκρων του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος σε μια προσπάθεια σταθεροποίησής του.
Η σταθεροποίηση δεν είναι αντιιμπεριαλιστική, αλλά ενισχύει τον ιμπεριαλισμό αντί να τον αμφισβητεί. Η διαχείριση των ιμπεριαλιστικών υπερβολών δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με την εναντίωση στον ίδιο τον ιμπεριαλισμό.
Αντίστοιχα, οι ειρηνευτικές αποστολές που προσπαθούν να αποκαταστήσουν την «τάξη» εξυπηρετούν τα συμφέροντα του καπιταλιστικού συστήματος. Χωρίς επανάσταση, τάξη μπορεί να σημαίνει μόνο καπιταλιστική τάξη. Η σταθερότητα είναι μια συντηρητική αρχή. Αποδέχεται την υπάρχουσα παγκόσμια τάξη και την εγγυάται σε όσους επωφελούνται από αυτήν. Στα παιχνίδια εξουσίας της γεωπολιτικής, ο σταθεροποιητικός ρόλος του ΟΗΕ δεν μπορεί ποτέ παρά να εξυπηρετεί τελικά τα συμφέροντα των ισχυρότερων κρατών, και όχι να λειτουργεί ως ουδέτερος υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ρητορική του ανθρωπισμού του ΟΗΕ συγκαλύπτει την πραγματικότητα του τρόπου με τον οποίο η παρέμβαση επιδεινώνει μόνο τα προβλήματα σε όποια χώρα παρεμβαίνει ο ΟΗΕ, ενώ παράλληλα νομιμοποιεί την ιμπεριαλιστική ανάμειξη σε φτωχές χώρες.
Ο ΟΗΕ στη Δυτική Όχθη μετά το Όσλο
Ακόμη και τα πιο καλοπροαίρετα υποτίθεται όργανα του ΟΗΕ δεν διαδραματίζουν ένα σαφώς θετικό ρόλο. Μετά το Οσλο, ο ΟΗΕ και πολλοί από τους θεσμούς-ομπρέλες του έχουν εμπλακεί βαθιά στη νεοφιλελεύθερη λειτουργία ή δυσλειτουργία της Δυτικής Όχθης. Οι οργανισμοί του ΟΗΕ έχουν συμβάλει ενεργά στη δημιουργία της κατάστασης στη Δυτική Όχθη, όπου ένα ισχνό στρώμα Παλαιστίνιων καπιταλιστών, μαζί με την ΠΑ, έχουν πλουτίσει εις βάρος των παλαιστινιακών μαζών.
Η διαδικασία αυτή καταγράφεται στο βιβλίο του Toufic Haddad Παλαιστίνη ΕΠΕ: Νεοφιλελευθερισμός και εθνικισμός στα κατεχόμενα εδάφη. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90, ο ΟΗΕ υιοθέτησε το νεοφιλελεύθερο μοντέλο «ανάπτυξης» και «οικοδόμησης εθνών». Το 1992, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Μπούτρος-Γκάλι μίλησε για τη μετάβαση από τη διατήρηση της ειρήνης σε «ζητήματα οικονομικής αυτάρκειας». Αυτό το μοντέλο προέβλεπε ότι η σταδιακή οικονομική ανάπτυξη θα έφερνε την ειρήνη και θα μείωνε τον κίνδυνο μελλοντικών συγκρούσεων. Η οικονομική ανάπτυξη με κινητήρια δύναμη τον ιδιωτικό τομέα θα ήταν η πανάκεια. Ο ΟΗΕ αποφάσισε να συνεργαστεί περισσότερο με τους οικονομικούς οργανισμούς του, όπως ο ΠΟΕ. Ο διάδοχος του Μπούτρος-Γκάλι στη θέση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Κόφι Ανάν δήλωσε:
«Μια θεμελιώδης αλλαγή έχει συντελεστεί στη σχέση των Ηνωμένων Εθνών με τις επιχειρήσεις... Τα Ηνωμένα Έθνη έχουν αναπτύξει μια βαθιά εκτίμηση για το ρόλο του ιδιωτικού τομέα, την τεχνογνωσία του, το δυναμικό του πνεύμα, την απαράμιλλη ικανότητά του να δημιουργεί θέσεις εργασίας και πλούτο... Σε έναν κόσμο κοινών προκλήσεων και κοινών τρωτών σημείων, τα Ηνωμένα Έθνη και οι επιχειρήσεις βρίσκουν κοινό έδαφος.»[25]
Ήταν, ωστόσο, δηλητήριο που πουλήθηκε ως θαυματουργή θεραπεία. Η ανάπτυξη μετά το Όσλο στη Δυτική Όχθη και ο ρόλος της διεθνούς βοήθειας εξαρτώνται από το τι είναι αποδεκτό από το Ισραήλ. Ο Haddad γράφει:
«Αντί να δώσουν στα χέρια των Παλαιστινίων τα εργαλεία της δικής τους ανάπτυξης, κάτω από συνθήκες που θα μπορούσαν να ασκήσουν αυτές τις εξουσίες, η διεθνής κοινότητα και το Ισραήλ έδωσαν επιλεγμένες εξουσίες και πόρους σε επιλεγμένα χέρια και κάτω από επιλεγμένες συνθήκες που είχαν σκοπό να αποκομίσουν πολιτικά και θεσμικά αποτελέσματα.»[26]
Το πολιτικό και θεσμικό αποτέλεσμα ήταν ότι η οικονομική «ανάπτυξη» χρησιμοποιήθηκε για να ενισχύσει τη συνεχιζόμενη υποταγή των κατεχομένων εδαφών στο Ισραήλ. Το ισραηλινό κράτος εξακολουθεί να ελέγχει τις περισσότερες πτυχές της παλαιστινιακής ανάπτυξης και το χρησιμοποιεί αυτό για να καταπνίξει τη σοβαρή ανεξάρτητη οικονομική ανάπτυξη. Ο επεκτατισμός του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη αποκαλύπτει μια προσήλωση στην αποανάπτυξη της Παλαιστίνης.
Ένα δίκτυο χρηματοδότησης από τη Δύση, τα Ηνωμένα Έθνη και τον ιδιωτικό τομέα ελέγχει ακόμη περισσότερο το ταμείο της Δυτικής Όχθης. Διεκδικώντας μια τεχνοκρατική οικονομική ουδετερότητα, η χρηματοδότηση αυτή γίνεται στη βάση της αποδοχής της υποταγής των Παλαιστινίων. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης προέρχεται από τους δυτικούς συμμάχους του Ισραήλ. Τα θεσμικά όργανα του ΟΗΕ απλώς προσφέρουν δομή σε αυτή τη διαδικασία. Αυτή δεν είναι μια μικρή «συνεισφορά». Ο Haddad σημειώνει ότι το 2012 τα Ηνωμένα Έθνη είχαν 22 ενεργούς φορείς στα κατεχόμενα εδάφη και 412 έργα που αναφέρονται ως «υπό εξέλιξη» ή «προγραμματισμένα».[27] Λίγα πράγματα έχουν αλλάξει την τελευταία δεκαετία. Η ακαδημαϊκός Anne Le More είπε για αυτή τη διαδικασία: «οι ΗΠΑ αποφασίζουν, η Παγκόσμια Τράπεζα καθοδηγεί, η ΕΕ πληρώνει, ο ΟΗΕ ταΐζει»[28].
Ακόμα και αν η χρηματοδότηση προερχόταν από αλλού, το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης σημαίνει ότι δεν θα άλλαζε τίποτα. Η υποδούλωση των Παλαιστινίων από το Ισραήλ είναι κυρίως πολιτική και στρατιωτική, και κανένα ποσό οικονομικής ανάπτυξης δεν θα μπορούσε να το αλλάξει αυτό. Η δυνατότητα λήψης αποφάσεων των Παλαιστινίων είναι αναγκασμένη να υπάρχει μέσα σε αυτό το στενό πλαίσιο.
Ο Haddad ονομάζει αυτό το σύστημα «Παλαιστίνη ΕΠΕ» [«Palestine Ltd»]. Γράφει:
«Η Παλαιστίνη ΕΠΕ. γίνεται η Ιανο-πρόσωπη εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού για την πρώην Παλαιστίνη, που αδειάζει από κάθε χειραφετητικό απελευθερωτικό περιεχόμενο και αντικαθίσταται από τους κονομικούς και πολιτικούς περιορισμούς που επιβάλλουν και εντείνουν την κατάσταση καταπίεσης και κατακερματισμού που οι Παλαιστίνιοι προσπάθησαν να ξεπεράσουν εξ αρχής μέσω του εθνικοαπελευθερωτικού τους κινήματος.»[29]
Ακόμα και οι υπηρεσίες βοήθειας που μπορούν να αποτελέσουν ζωτική σανίδα σωτηρίας για τους Παλαιστίνιους, όπως η UNRWA, δεν κάνουν σχεδόν τίποτα για να αμφισβητήσουν την πολιορκία ή την ισραηλινή κρατική εξουσία. Η UNRWA, παρά τους γελοίους ισχυρισμούς της ισραηλινής κυβέρνησης, δεν μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας πολιτικής αμφισβήτησης του ισραηλινού κράτους για να μην χάσει τη χρηματοδότηση από τους κύριους χρηματοδότες της, όπως οι ΗΠΑ, ή να της απαγορευτεί να παρέχει βοήθεια, όπως προσπαθεί σήμερα να κάνει το Ισραήλ. Οι επανειλημμένες επιθέσεις κατά της UNRWA και των διεθνών οργανισμών βοήθειας κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ισραήλ στη Γάζα δεν αλλάζουν αυτή τη λογική.
Αυτό είναι ένα γενικό πρόβλημα με τη διεθνή βοήθεια που παρέχει ο ΟΗΕ. Για να είναι αποτελεσματική ως προς τον διακηρυγμένο σκοπό της άμεσης ανακούφισης, η παροχή βοήθειας δεν πρέπει να προκαλεί τις κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα που είναι συχνά υπεύθυνα για τις ανθρωπιστικές κρίσεις, για να μην μπλοκαριστεί η βοήθεια. Η διεθνής βοήθεια του ΟΗΕ συχνά δρα μειώνοντας τις πιέσεις που ασκούνται στα κράτη για την παροχή βασικών υπηρεσιών και εδραιώνοντας τη δύναμη των ιμπεριαλιστών και των ξένων παραγόντων να ελέγχουν τις υποθέσεις των μικρών χωρών.
Μπορούν να μεταρρυθμιστούν τα Ηνωμένα Έθνη;
Τα Ηνωμένα Έθνη και οι παρόμοιοι διεθνείς οργανισμοί δεν μπορούν να μεταρρυθμιστούν. Τα υποθετικά σχέδια για μεταρρύθμιση αγνοούν το ζωτικό σημείο ότι στον καπιταλισμό, κανένα διεθνές όργανο όπως τα Ηνωμένα Έθνη δεν μπορεί να συγκροτηθεί ενάντια στα συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Κανένας άλλος σχηματισμός δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί που δεν θα ήταν προϊόν του ιμπεριαλισμού από κάθε άποψη. Ποιος θα δημιουργούσε ένα τέτοιο σώμα και πώς θα είχε οποιαδήποτε εξουσία;
Πολλοί υποστηρίζουν ότι το κεντρικό πρόβλημα του ΟΗΕ είναι η δύναμη του βέτο. Ωστόσο, οι εκκλήσεις για μεταρρύθμιση της εξουσίας βέτο ή του μεγέθους του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορεί συχνά απλώς να αντανακλούν τις αυξανόμενες φιλοδοξίες των περιφερειακών και υπο-ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Για παράδειγμα, η Τουρκία υπό τον Ερντογάν έχει γίνει επικριτής της εξουσίας βέτο και της σύνθεσης του Συμβουλίου Ασφαλείας. Στο βιβλίο του Ένας δικαιότερος κόσμος είναι εφικτός, ο Ερντογάν εκτιμά:
«[Τα Ηνωμένα Έθνη] έχουν εξελιχθεί σε έναν θεσμό που φροντίζει για τα συμφέροντα των ισχυρών εθνών αντί για ολόκληρο τον κόσμο... Σκεφτείτε την Παλαιστίνη, η οποία είναι μια πληγή που αιμορραγεί εδώ και πολλά χρόνια. Είναι δυνατόν να υπάρχει χώρος για μια νοοτροπία στην παγκόσμια συνείδηση που έχει ως στόχο να στερήσει από τους ανθρώπους την πατρίδα τους;»[30]
Πέρα από την κραυγαλέα υποκρισία της άρνησής του για τα δικαιώματα των Κούρδων στα πατρογονικά τους εδάφη, η πραγματική επιθυμία του Ερντογάν είναι το σχετικά ισχυρό έθνος του να γίνει ακόμη πιο ισχυρό. Παρομοίως, οι χώρες G4 (Βραζιλία, Γερμανία, Ινδία και Ιαπωνία) προτείνουν να γίνουν μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς προοδευτικό στις προτάσεις για αναδιαμόρφωση της σύνθεσης του Συμβουλίου Ασφαλείας και της εξουσίας βέτο.
Το πρόβλημα με τα Ηνωμένα Έθνη δεν είναι μόνο η επιρροή της Δύσης. Ο κόσμος κυριαρχείται από τον ιμπεριαλισμό, αλλά ο ιμπεριαλισμός δεν επιβάλλει μια τάξη πραγμάτων. Ο ιμπεριαλισμός διέπεται από ανταγωνισμούς ισχύος μεταξύ πολλαπλών κυρίαρχων τάξεων, η καθεμία τόσο ιδιοτελής και δολοφονική όσο και η άλλη. Αυτός ο ανταγωνισμός διαθλάται μέσω του ΟΗΕ.
Η Κίνα είναι ένα από τα πέντε κράτη με δικαίωμα βέτο. Το 2017 η Κίνα χρησιμοποίησε αυτή την εξουσία, μαζί με τη Ρωσία, για να υπερασπιστεί την κυβέρνηση Άσαντ από την έρευνα για τη χρήση χημικών όπλων κατά της συριακής επανάστασης. Το 1972, ακόμη και όταν η Κίνα δεν ήταν μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη, άσκησε βέτο σε ψήφισμα για την εισδοχή του νεοσύστατου ανεξάρτητου Μπαγκλαντές στον ΟΗΕ. Η μαοϊκή πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» σήμαινε διευκολύνσεις σε γειτονικές χώρες όπως το Πακιστάν, ανεξάρτητα από τα εγκλήματα που διέπρατταν εναντίον του λαού τους.
Σήμερα, οι περισσότερες ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ προέρχονται από πρώην αποικιοκρατούμενες χώρες. Οι δυνάμεις του ΟΗΕ στο Λίβανο προέρχονται κυρίως από την Ινδονησία, την Ινδία, τη Γκάνα και το Νεπάλ.[31] Επί του παρόντος, εκατοντάδες αστυνομικοί από την Κένυα έχουν τοποθετηθεί στην Αϊτή στο πλαίσιο μιας ακόμη επέμβασης του ΟΗΕ στη χώρα. Η κενυατική αστυνομία αποτελεί εδώ και καιρό μια δύναμη βίαιης καταπίεσης κατά του λαού της Κένυας. Μόλις φέτος η αστυνομία σκότωσε δεκάδες διαδηλωτές κατά τη διάρκεια του κινήματος #RejectFinanceBill. Η απόσυρση της κενυατικής αστυνομίας από την Αϊτή αποτελούσε αίτημα του κινήματος.
Στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, οι ηγέτες των μετα-αποικιακών και μικρότερων εθνών καταγγέλλουν μερικές φορές τα εγκλήματα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Πέρα από την αδυναμία τους, οι ομιλίες αυτές είναι περισσότερο προορισμένες για εσωτερική κατανάλωση. Συχνά είναι απλώς το πολιτικό θέατρο των ηγετών που αναζητούν απεγνωσμένα κάποιες θετικές δημόσιες σχέσεις. Σε μια πρόσφατη συνεδρίαση της Συνέλευσης, ο βασιλιάς της Ιορδανίας Αμπντάλλα Β΄ καταδίκασε τις ενέργειες του Ισραήλ στη Γάζα ως «πρωτοφανείς φρικαλεότητες» που δεν μπορούν να δικαιολογηθούν.[32] Παρέλειψε να αναφέρει τη μακρά ιστορία συνεργασίας της Ιορδανίας με το Ισραήλ.
Ακόμα και αν οι μεγάλες δυνάμεις στην ηγετική θέση του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορούσαν να αντικατασταθούν, το ιστορικό των μικρότερων εθνών δεν εμπνέει καμία ελπίδα. Οι πολυμερείς θεσμοί των τοπικών ομάδων των κυρίαρχων τάξεων έχουν αποδειχθεί εξίσου άθλιοι και άχρηστοι με τα Ηνωμένα Έθνη. Ο ρόλος του Αραβικού Συνδέσμου είναι ενδεικτικός. Ο Αραβικός Σύνδεσμος παραμένει σταθερά αδρανής μπροστά στην καταστροφή της Γάζας από το Ισραήλ. Μια «έκτακτη συγκέντρωση» του Αραβικού Συνδέσμου και του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας τον Νοέμβριο αποφάσισε να μην κάνει τίποτα. Θα μπορούσαν κάλλιστα να μην έχουν συνεδριάσει. Σχεδόν το ένα τρίτο των μελών του Αραβικού Συνδέσμου έχουν ήδη εξομαλύνει ή βρίσκονται στη διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ. Ο Άσαντ, ο σφαγέας της συριακής επανάστασης, έγινε εκ νέου δεκτός στον Σύνδεσμο πέρυσι [πριν την πτώση του – σ.τ.μ.].
Οι αραβικές άρχουσες τάξεις, ή οποιαδήποτε άρχουσα τάξη για την ακρίβεια, καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται τους λαούς εντός των συνόρων τους – πώς μπορεί να αναμένεται από αυτές να υπερασπιστούν τη δικαιοσύνη στην Παλαιστίνη ή αλλού;
Το Διεθνές Δικαστήριο και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο
Η προσφυγή της Νότιας Αφρικής στο Διεθνές Δικαστήριο (ΔΔ) που κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα έγινε δεκτή με ελπίδα και εγκωμιαστικά σχόλια από την πλειοψηφία των υποστηρικτών της Παλαιστίνης και της Αριστεράς. Συχνά υποστηρίζεται ότι η διαπίστωση του δικαστηρίου, ότι οι Παλαιστίνιοι είχαν «εύλογα δικαιώματα προστασίας από τη γενοκτονία» εκ μέρους του Ισραήλ, δημιουργεί περισσότερες δυνατότητες για το κίνημα της Παλαιστίνης. Τόσο η λεπτομερής περιγραφή της κλίμακας και της βαρβαρότητας των εγκλημάτων του Ισραήλ όσο και η απόφαση του ΔΔ επισημαίνονται ως σοβαρά ιδεολογικά πλήγματα για το Ισραήλ και τους υποστηρικτές του.
Υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτό, αλλά ο αντίκτυπος της απόφασης είναι σχεδόν πάντα υπερτιμημένος. Αν και είναι αλήθεια ότι η άρνηση των καθαγιασμένων αιθουσών της Χάγης να αφήσουν το Ισραήλ να ξεφύγει έχει ιδεολογική αξία, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που μια απόφαση του ΔΔ είναι εναντίον του Ισραήλ. Το 2004, το ΔΔ δημοσίευσε συμβουλευτική γνωμοδότηση σύμφωνα με την οποία η κατασκευή του τείχους απαρτχάιντ του Ισραήλ που διαιρεί τη Δυτική Όχθη ήταν παράνομη και «ισοδυναμεί με de facto προσάρτηση».[33] Όπως και η απόφαση του 2023, αυτή χαρακτηρίστηκε ως ηθική νίκη. Όμως είχε ελάχιστο έως καθόλου αντίκτυπο στο ευρύτερο κλίμα για την Παλαιστίνη, παρά τη νομική ήττα για το Ισραήλ.
Η τελευταία απόφαση του ΔΔ έχει ως επί το πλείστον ξεχαστεί γρήγορα. Στην καλύτερη περίπτωση, η απόφαση επιβεβαίωσε και διεύρυνε κάπως το μαζικό συναίσθημα που έχει εκφραστεί και προωθηθεί από το παλαιστινιακό κίνημα. Ταυτόχρονα, το ΔΔ ενήργησε με τρόπο ώστε να πάρει ακριβώς τέτοια θέση ώστε να διατηρήσει τη νομιμοποίησή του.
Η απόφαση του 2004 δεν σταμάτησε την κατασκευή του συνοριακού τείχους, ούτε η απόφαση του 2023 σταμάτησε τη γενοκτονία του Ισραήλ. Την ημέρα της προσωρινής απόφασης του ΔΔ, το Ισραήλ φέρεται να σκότωσε 174 ανθρώπους στη Γάζα. Δεν υπήρξε καμία έκκληση για κατάπαυση του πυρός, παρά την απόφαση του ΔΔ ότι το ισραηλινό κράτος πρέπει να λάβει «άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα» για να αποτρέψει τις γενοκτονικές πράξεις. Το δικαστήριο δεν εξέδωσε απόφαση σχετικά με το πρώτο αίτημα της Νότιας Αφρικής προς το ΔΔ να δώσει εντολή στο Ισραήλ να «αναστείλει αμέσως τη στρατιωτική του επιχείρηση στη Γάζα και εναντίον της». Σε τι διαφέρει σοβαρά αυτό από τη γραμμή που ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αυστραλία και άλλοι υποστηρικτές του Ισραήλ, με κούφια ρητορική χωρίς καμία ενέργεια για να σταματήσει το Ισραήλ; Το γεγονός ότι το Ισραήλ θα είχε αγνοήσει την εντολή είναι μικρή δικαιολογία. Όπως είπε η δημοσιογράφος από τη Γάζα Μπισάν Όουντα, το ΔΔ «ξέχασε να απαιτήσει κατάπαυση του πυρός».[34] Η ίδια δημοσίευσε στο Instagram: «Το ΔΔ είναι ένα ψέμα!! Δεν υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο!!!» Η απόφαση ήταν άλλο ένα παράδειγμα του ξεδοντιασμένου «ανθρωπισμού» των θεσμών του ΟΗΕ και του διεθνούς δικαίου.
Το ΔΔ έχει μακρά ιστορία στην αγνόηση των εγκλημάτων των ΗΠΑ και άλλων μεγάλων δυνάμεων. Αμέσως μετά την ίδρυσή του το 1946, το ΔΔ αρνήθηκε να εξετάσει τη νομιμότητα του σχεδίου διχοτόμησης του ΟΗΕ για την Παλαιστίνη. Τα αιτήματα των Παλαιστινίων αντιπροσώπων και των αραβικών αντιπροσωπειών αγνοήθηκαν. Οι αμερικανικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου πολύ σπάνια προσάγονται ενώπιον του ΔΔ. Τα εγκλήματα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, το Ιράκ, το Αφγανιστάν κ.ο.κ. δεν έχουν ποτέ παραπεμφθεί στη Χάγη.
Όταν το δικαστήριο ασκεί κριτική στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, οι τελευταίες απλώς την αγνοούν. Το ΔΔ έκρινε ότι η υποστήριξη των ΗΠΑ προς τους Κόντρας κατά του καθεστώτος των Σαντινίστας και η ναρκοθέτηση των λιμανιών της Νικαράγουας ήταν παράνομη το 1986. Η απόφαση απορρίφθηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, η οποία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του ΔΔ. Οι ΗΠΑ άσκησαν βέτο σε δύο προτάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας σχετικά με τις αποφάσεις. Το ΔΔ δεν έχει τη δυνατότητα να επιβάλει ανεξάρτητα τις θέσεις του. Αυτό έχει σχεδιαστεί από τον ίδιο τον οργανισμό. Το ΔΔ, που δημιουργήθηκε ως ο δικαστικός βραχίονας του ΟΗΕ, αντανακλά τα αντίστοιχα προβλήματα του ίδιου του ΟΗΕ. Η δυνατότητα επιβολής αποφάσεων κατά των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών θα το καθιστούσε ένα άχρηστο εργαλείο για τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα που κυριαρχούσαν σε αυτό, και ευρύτερα στη δημιουργία του ΟΗΕ.
Το ΔΔ, όπως και ο ΟΗΕ, υπάρχει στη βάση του ιμπεριαλισμού και των ιεραρχιών του. Δεν μπορεί να υπάρξει κανένα υπερεμπεριαλιστικό όργανο που να μπορεί να βρίσκεται πάνω από τη γεωπολιτική και να αποφαίνεται. Η ανικανότητα του ΔΔ απέναντι στο Ισραήλ και τους ιμπεριαλιστές υποστηρικτές του αντανακλά αυτό. Δεν πρόκειται για ελάττωμα του ΔΔ, αλλά μάλλον για ένα σώμα που λειτουργεί όπως προβλέπεται – εκδίδει νομικές αποφάσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την πειθάρχηση μικρότερων εθνών μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά ποτέ δεν θα πειθαρχήσουν τα ισχυρά έθνη.
Το διεθνές δίκαιο παίζει επίσης σημαντικό ιδεολογικό ρόλο για τον ιμπεριαλισμό. Οι αποφάσεις του ΔΔ ενισχύουν την ψευδαίσθηση ότι η καταστροφική αναρχία του παγκόσμιου συστήματος θα μπορούσε να εξορθολογιστεί και να υπηρετήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η νομιμότητα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου συχνά συγχέεται με την ηθική. Όπως σημειώνει η China Miéville:
«Υπάρχει ο κίνδυνος να βασιστεί η «προοδευτική» κριτική στο διεθνές δίκαιο και, προς ενδεχόμενο τρόμο των νομικών, να νομιμοποιήσει ακριβώς εκείνες τις ενέργειες για τις οποίες τα ισχυρά κράτη είναι σε θέση να συγκεντρώσουν συντριπτική ή έγκυρη νομική υποστήριξη».[35]
Όταν τα κράτη επιστρατεύουν το διεθνές δίκαιο πίσω από τα ιμπεριαλιστικά τους σχέδια, η σοσιαλιστική ανάλυση μιας σύγκρουσης δεν πρέπει να αλλάξει. Κάθε πόλεμος πρέπει να κρίνεται με βάση το ταξικό και πολιτικό του περιεχόμενο, όχι αν η πλειοψηφία της διεθνούς νομικής γνώμης τον θεωρεί δικαιολογημένο. Η νομιμότητα δεν είναι βαρόμετρο του πολιτικού περιεχομένου.
Το ίδιο ισχύει και για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) και την αίτηση του επικεφαλής εισαγγελέα του για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης κατά του Ισραηλινού πρωθυπουργού Νετανιάχου και του υπουργού Άμυνας Γιοάβ Γκαλάντ για φερόμενα εγκλήματα πολέμου. Οι ηγέτες της Χαμάς κατονομάστηκαν επίσης στην αίτηση παρά την τεράστια και ασύγκριτη διαφορά μεταξύ των εγκλημάτων του Ισραήλ και των ενεργειών της Χαμάς. Η ψευδής εξίσωση είναι συγκλονιστική. Επιπλέον, η αίτηση παραμένει εγκλωβισμένη σε νομική εκκρεμότητα, με τα εντάλματα σύλληψης να μην έχουν ακόμη εκδοθεί. Ακόμη και αν εκδοθούν, ποιο κράτος θα μπορούσε να αναγκάσει το Ισραήλ ή τους συμμάχους του να συλλάβουν τον Νετανιάχου;
Το ίδιο το ΔΠΔ ήταν προϊόν πολυετών διεθνών συζητήσεων και διαπραγματεύσεων που οργανώθηκαν στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών. Ακολούθησε ένα παρόμοιο μοτίβο κενής ρητορικής και υποκριτικής αναλγησίας έναντι των μεγάλων δυνάμεων. Τα ad hoc δικαστήρια που συστάθηκαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως απάντηση στις γενοκτονίες στη Βοσνία και τη Ρουάντα έδωσαν ώθηση στην προσπάθεια για τη δημιουργία ενός μόνιμου δικαστηρίου, με αποτέλεσμα το Καταστατικό της Ρώμης του 1998. Το ΔΠΔ ιδρύθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα.
Η Αμερική διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, προσπαθώντας να διασφαλίσει ότι δεν θα υπόκειτο στη δικαιοδοσία του ΔΠΔ. Αυτό απέτυχε αρχικά. Το καταστατικό της Ρώμης επέτρεψε στο δικαστήριο να ασκήσει δίωξη σε μέλη κρατών που δεν είχαν υπογράψει το καταστατικό, συμπεριλαμβάνοντας επομένως και τις ΗΠΑ. Σε απάντηση, οι ΗΠΑ ψήφισαν κατά του Καταστατικού της Ρώμης το 1998. Στις άλλες έξι χώρες που ψήφισαν κατά της συνθήκης περιλαμβάνονταν το Ισραήλ και η Κίνα. Το Ισραήλ αντιτάχθηκε στο να συμπεριληφθεί η «μετακίνηση πληθυσμού σε κατεχόμενα εδάφη» στα εγκλήματα πολέμου[36].
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον υπέγραψε το Καταστατικό της Ρώμης κατά την αποχώρησή του από το αξίωμα το 2000, αλλά όλα αυτά ήταν για το θεαθήναι. Αρνήθηκε να υποβάλει την απόφασή του στη Γερουσία για επικύρωση. Επί Τζορτζ Μπους, η Αμερική αρνήθηκε να ενταχθεί στο ΔΠΔ ή να επικυρώσει το Καταστατικό της Ρώμης. Οι ΗΠΑ συνήψαν πάνω από εκατό συμφωνίες με διάφορες χώρες που απαλλάσσουν το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό από τέτοιους κινδύνους. Η Αμερική ψήφισε ακόμη και την Πράξη Εισβολής στη Χάγη (The Hague Invasion Act), δίνοντας στον εαυτό της το δικαίωμα να εξουσιοδοτήσει στρατιωτική δύναμη για την «απελευθέρωση» οποιουδήποτε Αμερικανού ή πολίτη χώρας που είναι σύμμαχος των ΗΠΑ και κρατείται από το ΔΠΔ. Οι ΗΠΑ προειδοποίησαν επίσης τους συμμετέχοντες στο ΔΠΔ ότι κινδυνεύουν να χάσουν κάθε αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, εκτός εάν δεσμευτούν να προστατεύσουν τους Αμερικανούς που υπηρετούν στις χώρες τους από τυχόν διώξεις του ΔΠΔ. Ο Perry Anderson επισημαίνει:
«Όπως ήταν φυσικό, το ΔΠΔ – στελεχωμένο από ευπροσάρμοστο προσωπικό - αρνήθηκε να διερευνήσει οποιαδήποτε αμερικανική ή ευρωπαϊκή δράση στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν, επικεντρώνοντας τον ζήλο του αποκλειστικά σε χώρες της Αφρικής, σύμφωνα με το ανομολόγητο αξίωμα: άλλος νόμος για τους πλούσιους, άλλος για τους φτωχούς.»[37]
Η ιστορία του ΔΠΔ αποτελεί απόδειξη της ικανότητας των ΗΠΑ να υποτάσσουν τους θεσμούς του διεθνούς δικαίου στη θέλησή τους. Ακόμα και αν πολυμερείς συμφωνίες, όπως το καταστατικό της Ρώμης, ή συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις αποτελούν ενόχληση για τις ΗΠΑ, σημαίνουν ελάχιστα. Είναι «ενοχλήσεις» με τον ίδιο τρόπο που μια μύγα ενοχλεί έναν ταύρο, αλλά δεν σημαίνει πολλά για αυτόν.
Συμπέρασμα
Η ατιμωρησία του Ισραήλ για τη διάπραξη γενοκτονίας και εγκλημάτων πολέμου, με την αδιαπραγμάτευτη υποστήριξη της Δύσης, δημιουργεί τον πειρασμό να αναζητήσουμε αχτίδες ελπίδας στα ψηφίσματα του ΟΗΕ και στις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου των Ηνωμένων Εθνών. Σίγουρα αυτές οι δυνάμεις θα μπορούσαν να κάνουν κάτι; Μια βαθιά πηγή των ψευδαισθήσεων γι' αυτές τις δυνάμεις είναι η αίσθηση αδυναμίας απέναντι στην ισραηλινή βαρβαρότητα που συνεχίζει να κλιμακώνεται.
Στον αγώνα για την Παλαιστίνη και κατά του ιμπεριαλισμού, είναι ζωτικής σημασίας να απαλλαγούμε από τις ψευδαισθήσεις. Οι εκκλήσεις στα Ηνωμένα Έθνη και το διεθνές δίκαιο είναι αντιπαραγωγικές. Και τα δύο αποτελούν εμπόδια στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, δεν είναι καν προσωρινοί φίλοι. Και οι δύο υπηρετούν τον ιμπεριαλισμό αντί να τον αμφισβητούν. Τα Ηνωμένα Έθνη και όργανα όπως το Διεθνές Δικαστήριο δεν μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας στρατηγικής για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης – δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις ένα πιρούνι για να φας σούπα. Η επίκληση του διεθνούς δικαίου συχνά απλώς εκτρέπει την προσοχή από τη μαζική δράση προς θεσμούς όπως το Διεθνές Δικαστήριο, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και τα Ηνωμένα Έθνη που κυριαρχούνται από τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.
Ο πυρήνας του ιμπεριαλισμού δεν είναι οι διεθνείς οργανισμοί και η διπλωματία, αλλά η σκληρή δύναμη της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος. Αυτή είναι που πρέπει να αμφισβητηθεί και τελικά να ηττηθεί. Τα επιχειρήματα για την προσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη είναι χρωματισμένα από μια βαθιά απαισιοδοξία σχετικά με τις δυνατότητες του αγώνα της εργατικής τάξης. Ωστόσο, είναι ακριβώς αυτή η δύναμη, η εργατική τάξη, που μπορεί να αντιμετωπίσει τον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό.
Το γεγονός ότι ο αγώνας της εργατικής τάξης βρίσκεται σε χαμηλό επίπεδο δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποβαθμίσουμε τους πολιτικούς μας ορίζοντες και τα πολιτικά μας πρότυπα. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε ότι η νομοθεσία και οι συμφωνίες της καπιταλιστικής διπλωματίας όχι μόνο δεν μπορούν ποτέ να φέρουν την ειρήνη, αλλά αποτελούν εμπόδιο στον αντιπολεμικό αγώνα:
«Οι αστοί ειρηνιστές προσπαθούν –και είναι από τη σκοπιά τους απολύτως λογικό και εξηγήσιμο– να εφευρίσκουν κάθε είδους “πρακτικά” σχέδια για βαθμιαία μείωση του μιλιταρισμού και τείνουν, από τη φύση τους, να παίρνουν τοις μετρητοίς ... κάθε διατύπωση της κυρίαρχης διπλωματίας που πάει προς αυτή την κατεύθυνση… [Η] αποστολή [της σοσιαλδημοκρατίας, ωστόσο, είναι] να αποκαλύπτει τις αστικές απόπειρες για περιορισμό του μιλιταρισμού ως παθιασμένα ημίμετρα, … και να αντιτάσσει στις αστικές ομιλίες και επιφαινόμενα την αμείλικτη ανάλυση της καπιταλιστικής πραγματικότητας.»[38]
Πρέπει να αντισταθούμε στον πειρασμό να προσβλέπουμε σε διάφορους αστικούς παράγοντες για να υποκαταστήσουμε την ταξική πάλη και τα μαζικά κινήματα.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Owen Marsden-Readford, “The United Nations is no friend of the Palestinians”, Marxist Left Review, τεύχος 28 καλοκαίρι 2024. Ηλεκτρονική δημοσίευση: 10 Μαρτίου 2025, https://marxistleftreview.org/articles/the-united-nations-is-no-friend-of-the-palestinians/.
Σημειώσεις
[1] International Committee of the Red Cross 1949.
[2] United Nations 1945.
[3] Rees 2023.
[4] Miéville 2005, σελ. 31.
[5] Marx, Karl 1887 [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, σελ. 246].
[6] Miéville 2005, σελ. 3.
[7] Vanzler 1945.
[8] Kolko 1990, σελ. 242.
[9] Baxter 1999.
[10] Kolko 1990, σελ. 482.
[11] Lenin 1966, σελ. 323. [Β. Ι. Λένιν, «Λόγος...» σελ. 350].
[12] Pappé 2007, σσ. 50–51. [Ilan Pappé, Η Εθνοκάθαρση…, σελ. 94].
[13] Pappé 2007, σελ. 53 [Pappé, Η Εθνοκάθαρση..., σελ. 96].
[14] Παρατίθεται στο Pappé 2007, σελ. 56 [Pappé, Η Εθνοκάθαρση..., σελ. 101].
[15] Όπως περιγράφεται στο Pappé 2007, σελ. 126 [Pappé, Η Εθνοκάθαρση..., σελ. 231]. Για το πλήρες κείμενο του ψηφίσματος, βλέπε United Nations 1947.
[16] Pappé 2007, σσ. 250–51 [Pappé, Η Εθνοκάθαρση..., σελ. 382].
[17] Khalidi 1986, σελ. 195.
[18] Αναφέρεται στο Anderson 2015.
[19] Anderson 2015.
[20] Peace Now 2023.
[21] Said 1993.
[22] Manfield 2023.
[23] Manfield 2023.
[24] Trotsky 1944.
[25] Αναφέρεται στο Haddad 2016, σελ. 29.
[26] Haddad 2016, σσ. 116–17.
[27] Haddad 2016, σελ. 9.
[28] Αναφέρεται στο Haddad 2016, σελ. 10.
[29] Haddad 2016, σελ. 8.
[30] Erdoğan 2021, σελ. 54.
[31] United Nations Peacekeeping 2024.
[32] All Arab News 2024.
[33] International Court of Justice 2004.
[34] Bisan Owda, Instagram, 27 Ιανουαρίου 2024.
[35] Miéville 2005, σελ. 298.
[36] United Nations 1998.
[37] Anderson 2023.
[38] Luxemburg 1980, σελ. 251 [Rosa Luxembourg, «Ειρηνιστικές Ουτοπίες»].
Βιβλιογραφία
All Arab News 2024, “Jordan’s King delivers blistering condemnation of Israel at UN, meets with new Iranian President”, 24 Σεπτεμβρίου. https://allarab.news/jordans-king-delivers-blistering-condemnation-of-israel-at-un-meets-with-new-iranian-president/
Anderson, Perry 2015, “The House of Zion”, New Left Review, 96, Νοέμβριος/Δεκέμβριος. https://newleftreview.org/issues/ii96/articles/perry-anderson-the-house-of-zion
Anderson, Perry 2023, “The Standard of Civilization”, New Left Review, 143, Σεπτέμβριος/Οκτώβριος. https://newleftreview.org/issues/ii143/articles/perry-anderson-the-standard-of-civilization
Baxter, John 1999, “Is the UN an alternative to ‘humanitarian imperialism’?”, International Socialism, 2:85, χειμώνας. https://www.marxists.org/history/etol/newspape/isj2/1999/isj2-085/baxter.htm
Erdoğan, Recep Tayyip 2021, A Fairer World is Possible, Turkuvaz Kitap.
Haddad, Toufic 2016, PALESTINE LTD: Neoliberalism and Nationalism in the Occupied Territory, I.B. Tauris.
International Committee of the Red Cross 1949, Geneva Convention Relative to the Protection of Civilian Persons in the Time of War, Γενεύη, σσ.153–221.
International Court of Justice 2004, Legal Consequences of the Construction of a Wall in the Occupied Palestinian Territory. https://www.icj-cij.org/case/131
Khalidi, Rashid 1986, Under Siege: PLO Decision making during the 1982 War, Columbia University Press.
Kolko, Gabriel 1990, The Politics of War: The World and United States Policy 1943–1945, Random House.
Lenin, VI 1966 [1920], “Speech Delivered At A Conference Of Chairmen Of Uyezd, Volost And Village Executive Committees Of Moscow Gubernia”, 15 Οκτωβρίου, Collected Works, 31, Progress Publishers. https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1920/oct/15b.htm [Β. Ι. Λένιν, «Λόγος στη Σύσκεψη των Προέδρων των Νομαρχιακών, Επαρχιακών και Κοινοτικών Εκτελεστικών Επιτροπών του Κυβερνείου Μόσχας, 15 Οχτώβρη 1920», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 41 σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χ.χ.έ., σελ. 350 – σε διαφορετική μετάφραση]
Luxemburg, Rosa 1980 [1911], “Peace Utopias”, Rosa Luxemburg Speaks, Pathfinder Press. https://www.marxists.org/archive/luxemburg/1911/05/11.htm [Rosa Luxembourg, «Ειρηνιστικές Ουτοπίες», e la libertà, 4 Σεπτεμβρίου 2017, μετάφραση: Τάσος Αναστασιάδης, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/3420-%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%B5%CF%82].
Manfield, Evelyn 2023, “Top UN expert on occupied Palestinian territories takes aim at global response to war”, ABC News, 14 Νοεμβρίου. https://www.abc.net.au/news/2023-11-14/francesca-albanese-un-palestinian-territories-press-club/103103448
Marx, Karl 1887, Capital, Volume 1 (Chapter 10, Section 1). https://www.marxists.org/archive/marx/works/1867-c1/ch10.htm [Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002, σελ. 246, μετάφραση Παναγιώτης Μαυρομάτης].
Miéville, China 2005, Between Equal Rights: A Marxist Theory of International Law, Haymarket Books.
Pappé, Ilan 2007, The Ethnic Cleansing of Palestine, Oneworld Publications [Ilan Pappé, Η Εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης, Σάλτο, Θεσσαλονίκη – Αθήνα 2025, μετάφραση Κώστας Κούσιαντας, Ελένη Τιμογιαννάκη].
Peace Now (Settlement Watch) 2023, “30 Years After Oslo – The data that shows how the settlements proliferated following the Oslo Accords”, Σεπτέμβριος. https://peacenow.org.il/en/30-years-after-oslo-the-data-that-shows-how-the-settlements-proliferated-following-the-oslo-accords
Rees, Stuart 2023, “What happened to the UN’s ‘Responsibility to Protect’?”, Pearls and Irritations, 24 Νοεμβρίου. https://johnmenadue.com/what-happened-to-the-uns-responsibility-to-protect/
Said, Edward 1993, “The Morning After”, London Review of Books, 15 (20), 21 Οκτωβρίου. https://www.lrb.co.uk/the-paper/v15/n20/edward-said/the-morning-after
Trotsky, Leon 1944 [1915–16], “The Program of Peace”, Fourth International, 5 (9). https://www.marxists.org/history/etol/newspape/fi/vol05/no09/trotsky.htm
United Nations 1945, United Nations Charter. https://www.un.org/en/about-us/un-charter/full-text
United Nations 1947, Palestine Plan of Partition with Economic Union – General Assembly Resolution 181 (II). https://www.un.org/unispal/document/auto-insert-185393/
United Nations 1998, Press Release L/2889, “UN diplomatic conference concludes in Rome with decision to establish permanent international criminal court”, 20 Ιουλίου. https://press.un.org/en/1998/19980720.l2889.html
United Nations Peacekeeping 2024, “UNIFIL Factsheet”, Απρίλιος.
Vanzler Joseph 1945, “The United Nations” – A New Thieves’ Kitchen, Fourth International, 6 (8), Αύγουστος. https://www.marxists.org/history/etol/writers/wright/1945/08/uno.htm