Claudia Cinatti
Ο αποικιακός πυρήνας του «ειρηνευτικού σχεδίου» του Τραμπ για τη Γάζα
Από το μεσημέρι της 10ης Οκτωβρίου, όταν η εκεχειρία τέθηκε επίσημα σε ισχύ στη Γάζα, ένα τεράστιο κύμα ανθρώπων – με τα πόδια, με ξεχαρβαλωμένα φορτηγά, καροτσάκια ή ποδήλατα – άρχισε και πάλι την πορεία του προς την πόλη της Γάζα, ή μάλλον προς ό,τι απέμεινε από αυτήν μετά τη βίαιη επίθεση και τη χερσαία κατοχή από τον ισραηλινό στρατό. Το συλλογικό αίσθημα ανακούφισης του παλαιστινιακού λαού, που εκφράζεται με πανηγυρισμούς στους δρόμους, συνυπάρχει με την απελπισία για την ανυπολόγιστη καταστροφή που άφησε πίσω της η γενοκτονία που διαπράχθηκε από το κράτος του Ισραήλ. Τα τελευταία δύο χρόνια άφησαν ανεξίτηλα σημάδια: ερείπια και χαλάσματα εκεί όπου κάποτε υπήρχαν σχολεία, νοσοκομεία και σπίτια, προσεκτικά σχεδιασμένος λιμός, καμένη γη. Σχεδόν 70.000 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν, μεταξύ των οποίων 20.000 παιδιά, αν και ο τελικός αριθμός μπορεί να είναι διπλάσιος (ένας συνταξιούχος Ισραηλινός στρατηγός παραδέχτηκε ότι οι νεκροί και οι τραυματίες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 10% του πληθυσμού της Γάζας) – εν συντομία, ένα σχέδιο γενοκτονίας με στόχο την υλοποίηση του ρητού στόχου της κυβέρνησης Νετανιάχου να πραγματοποιήσει μια νέα εθνοκάθαρση και να προσαρτήσει τα παλαιστινιακά εδάφη στο «Μεγάλο Ισραήλ». Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πιο διαδεδομένες φράσεις αυτές τις μέρες είναι του ιστορικού Τάκιτου από την εποχή της ακμής της Pax Romana: Δημιουργούν ερημιά και την αποκαλούν ειρήνη.
Το λεγόμενο «σχέδιο 20 σημείων» που ανακοίνωσε ο Τραμπ για τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Γάζα είναι το αποτέλεσμα επίπονων διαπραγματεύσεων μεταξύ των προσωπικών εκπροσώπων του Ντόναλντ Τραμπ –του φίλου του και ειδικού απεσταλμένου του στη Μέση Ανατολή Στιβ Γουίτκοφ και του γαμπρού του Τζάρεντ Κούσνερ– της ισραηλινής κυβέρνησης και των αραβικών και μουσουλμανικών καθεστώτων που είναι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτά τα καθεστώτα διαδραμάτισαν διττό ρόλο: άσκησαν πίεση στη Χαμάς να κάνει τις μεγαλύτερες δυνατές παραχωρήσεις, ενώ ταυτόχρονα περιόρισαν τις επεκτατικές φιλοδοξίες του Νετανιάχου για μαζική εκδίωξη του παλαιστινιακού πληθυσμού. Αυτό που ξεκίνησε ως τελεσίγραφο προς τη Χαμάς –απαιτώντας τον αφοπλισμό της εντός 72 ωρών (!) και την ουσιαστική διάλυσή της με την παραχώρηση της Γάζας σε ένα κονσόρτσιουμ υπό την προεδρία του ίδιου του Τραμπ και του Τόνι Μπλερ– τελικά άνοιξε μια διαδικασία διαπραγματεύσεων πιο ευθυγραμμισμένη με την πραγματικότητα στην περιοχή.
Το πρώτο στάδιο, που υπογράφηκε από το Ισραήλ και τη Χαμάς στο Σαρμ ελ-Σέιχ με τη μεσολάβηση της Αιγύπτου και του Κατάρ, περιλαμβάνει τέσσερα σημεία: μια εκεχειρία που έχει ήδη τεθεί σε ισχύ – αν και το Ισραήλ έχει σκοτώσει τουλάχιστον 60 Παλαιστινίους στις πρώτες ώρες της εκεχειρίας και οι ελεύθεροι σκοπευτές του πιθανότατα θα συνεχίσουν να στοχεύουν αμάχους· τη μερική απόσυρση του ισραηλινού στρατού πίσω από τις συμφωνημένες γραμμές, μειώνοντας την κατοχή του από το 80% στο 53% του εδάφους· την ανταλλαγή όλων των Ισραηλινών ομήρων που κρατούνται από τη Χαμάς –20 ζωντανούς και 28 νεκρούς– με περίπου 2.000 Παλαιστίνιους κρατούμενους, συμπεριλαμβανομένων 250 ανώτερων μελών οργανώσεων αντίστασης που εκτίουν ισόβια ποινές στο Ισραήλ και, τέλος, την απεριόριστη είσοδο ανθρωπιστικής βοήθειας, υπό τη διαχείριση των Ηνωμένων Εθνών (περίπου 400-600 φορτηγά ημερησίως), που θα αντικαταστήσει την υπηρεσία «βοήθειας» του Ισραήλ, η οποία λειτουργεί με μισθοφόρους και αποτελεί μέρος της πολιτικής του να χρησιμοποιεί την πείνα ως όπλο.
Εν μέσω έντονων διαπραγματεύσεων –με πισωγυρίσματα της τελευταίας στιγμής σχετικά με τον κατάλογο των κρατουμένων– υπάρχει μια αίσθηση déjà vu που θυμίζει την τελευταία συμφωνία που συνήφθη τον Ιανουάριο του 2025 και παραβιάστηκε δύο μήνες αργότερα, όταν ο Νετανιάχου ξανάρχισε τη γενοκτονία στη Γάζα για να αποτρέψει την κατάρρευση της κυβέρνησης συνασπισμού του, μετά την απόσυρση της υποστήριξης των ακροδεξιών εταίρων του.
Αυτό το προηγούμενο ενισχύει αναμφίβολα την πιθανότητα της αποτυχίας. Ωστόσο, φαίνεται ότι αυτή τη φορά θα είναι πιο δύσκολο για τον Νετανιάχου να ξαναρχίσει τη γενοκτονία όπως συνηθίζει, λόγω ενός συνδυασμού παραγόντων, που κυμαίνονται από τις γεωπολιτικές εντάσεις έως την ταξική πάλη.
Υπό αυτή την έννοια, υπάρχουν τουλάχιστον τρία στοιχεία που επηρεάζουν το χρονοδιάγραμμα και το τελικό αποτέλεσμα της συμφωνίας.
Πρώτον, υπήρξε ο αντίκτυπος στις περιφερειακές ισορροπίες μετά την επίθεση του Ισραήλ εναντίον των διαπραγματευτών της Χαμάς στο Κατάρ, έναν απαραίτητο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών που όχι μόνο διαδραματίζει διπλωματικό ρόλο εξυπηρετώντας τα αμερικανικά συμφέροντα, αλλά φιλοξενεί και την κυριότερη ιμπεριαλιστική στρατιωτική βάση. Αυτή η σκανδαλώδης παραβίαση της κυριαρχίας του Κατάρ έθεσε σε επιφυλακή τους υπόλοιπους Άραβες συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή. Όπως αναφέρουν αρκετοί δημοσιογράφοι, εξόργισε τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος θεώρησε ότι το Ισραήλ, ο κύριος σύμμαχός του αλλά και πελάτης του, είχε υπερβεί τα όρια και έθεσε σε κίνδυνο το σχέδιό του για «ομαλοποίηση» στη Μέση Ανατολή – μια διευρυμένη εκδοχή των Συμφωνιών του Αβραάμ, που επιτρέπει την άνθηση κερδοφόρων επιχειρηματικών συμφωνιών με τις μοναρχίες του Κόλπου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ταπείνωση του Νετανιάχου, ο οποίος, από το Οβάλ Γραφείο και υπό το άγρυπνο βλέμμα του Τραμπ, αναγκάστηκε να ζητήσει συγγνώμη από τον πρωθυπουργό του Κατάρ.
Δεύτερον, η προσωπική εμπλοκή του Τραμπ –ως κύριου οικονομικούο, στρατιωτικού και διπλωματικού υποστηρικτή του σιωνιστικού κράτους– σημαίνει ότι οποιαδήποτε παραβίαση της συμφωνίας από την πλευρά του Ισραήλ αποτελεί άμεση πρόκληση για τον προϊστάμενο του τον Νετανιάχου. Αυτό συμβαίνει σε μια εποχή που η άνευ όρων συμμαχία των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ αμφισβητείται εσωτερικά. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της New York Times/Siena, για πρώτη φορά, μια μικρή πλειοψηφία του αμερικανικού πληθυσμού συμπαθεί περισσότερο την Παλαιστίνη παρά το Ισραήλ. Όπως αναγνώρισε ο ίδιος ο Τραμπ, αυτή η πτώση της δημοτικότητας του Ισραήλ έπληξε τον μαχητικό πυρήνα της ρεπουμπλικανικής βάσης που εκπροσωπείται από το κίνημα MAGA και τους κύριους εκπροσώπους του, όπως ο Στιβ Μπάνον (και, σύμφωνα με φήμες, ο Τσάρλι Κερκ πριν από το θάνατό του, ο οποίος έχει αναχθεί σε μάρτυρα από την ακροδεξιά). Αμφισβητούν τα πάντα, από την επιρροή του Ισραήλ στην αμερικανική εξωτερική πολιτική («Πρώτα το Ισραήλ αντί για Πρώτα η Αμερική», λένε σαρκαστικά) έως τα χρήματα των φορολογουμένων –21 δισεκατομμύρια δολάρια από τον Οκτώβριο του 2023– που πηγαίνουν για τη χρηματοδότηση της γενοκτονίας που διαπράττει το σιωνιστικό κράτος.
Τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η βαθιά απονομιμοποίηση του Ισραήλ ως αποτέλεσμα της γενοκτονίας, που εκφράστηκε στην τελευταία ψηφοφορία του ΟΗΕ, αφήνει τις Ηνωμένες Πολιτείες σχεδόν μόνες να αναλάβουν την υπεράσπιση του σιωνιστικού κράτους και των αποτρόπαιων εγκλημάτων του, συνοδευόμενες από μια χούφτα μαριονέτες όπως ο Χαβιέρ Μιλέι στην Αργεντινή. Το ισχυρό κίνημα κατά της γενοκτονίας και αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε αυτή την ποιοτική διεθνή απομόνωση του σιωνιστικού κράτους. Το κίνημα αυτό έχει καταστεί σημαντικό πολιτικό πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις –συμμάχους και συνεργούς του Ισραήλ– ορισμένες από τις οποίες, όπως στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, έχουν επιλέξει να αναγνωρίσουν το παλαιστινιακό κράτος για να εκτονώσουν την εσωτερική πίεση.
Αν «όλα πάνε σύμφωνα με το σχέδιο» –όπως θα έλεγε η μεσσιανική ακροδεξιά– οι όμηροι αναμένεται να επιστρέψουν στο Ισραήλ μέχρι τις 15 Οκτωβρίου. Αν και η συμφωνία μπορεί να αποτύχει, το πιο ενδεικτικό σημάδι της πραγματοποίησής της είναι η αποστολή 200 αμερικανικών στρατιωτών στην περιοχή και το σχέδιο του Τραμπ να ταξιδέψει στο Τελ Αβίβ την ίδια μέρα για να διακηρύξει τη μεγαλύτερη διπλωματική του επιτυχία. Ελπίζει ότι αυτό θα αντισταθμίσει τις αποτυχημένες ειρηνευτικές προσπάθειές του στην Ουκρανία με τον Πούτιν και τον Ζελένσκι. Πέρα από την προσωπική ματαιοδοξία –και το δέλεαρ του Νόμπελ Ειρήνης– ο βαθύτερος στόχος του Τραμπ είναι να αποκαταστήσει την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ, αποδεικνύοντας ότι παραμένουν η μόνη δύναμη ικανή να επιβάλει τάξη και πειθαρχία τόσο στους συμμάχους όσο και στους αντιπάλους, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί στρατηγικά τις Ηνωμένες Πολιτείες ενάντια στην Κίνα.
Πέρα από την άμεση συγκυρία της εκεχειρίας που εγκαινιάστηκε με αυτό το πρώτο στάδιο, ωστόσο, όλα είναι αβέβαια.
Στα χαρτιά, το σχέδιο των 20 σημείων του Τραμπ είναι ένα φιλόδοξο αποικιακό εγχείρημα — ο τελικός του στόχος είναι να καταστεί η Γάζα προτεκτοράτο υπό τον έλεγχο των ιμπεριαλιστών και των Αράβων. Με αυτόν τον τρόπο θα εδραιωθεί ο έλεγχος του Ισραήλ επί της Δυτικής Όχθης και η νομιμότητα του απαρτχάιντ μέσω της επέκτασης των εποικισμών, χωρίς όμως να προχωρήσει σε επίσημη προσάρτηση ή εκδίωξη του πληθυσμού, όπως απαιτεί η ακροδεξιά συμμαχία του Νετανιάχου. Στην πραγματικότητα, πρόκειται απλώς για μια εκεχειρία –μια τακτική παύση και όχι μια «τελική λύση»– που βασίζεται στην ψευδαίσθηση της «πλήρους νίκης» του Ισραήλ επί της Χαμάς και, ευρύτερα, του παλαιστινιακού αγώνα. Παρά την καταστροφή της Γάζας, την αποκεφαλισμό των ηγεσιών της Χαμάς και της Χεζμπολάχ και την παράλληλη επίθεση στη Δυτική Όχθη, ο Νετανιάχου δεν κατάφερε να επιτύχει αυτή την ιστορική ήττα.
Αν υποθέσουμε ότι η εκεχειρία θα αντέξει και η πρώτη φάση θα προχωρήσει χωρίς σημαντικά επεισόδια, τα επόμενα στάδια της συμφωνίας αντιμετωπίζουν σχεδόν ανυπέρβλητα εμπόδια. Η Χαμάς δεν θα συμφωνήσει απλά να αφοπλιστεί και να εξαφανιστεί – γιατί να το κάνει, αφού κατάφερε να επιβιώσει δύο χρόνια εξόντωσης; Στην δήλωσή της για την μερική αποδοχή του σχεδίου Τραμπ, η Χαμάς έχει ήδη δηλώσει ότι θα ήταν πρόθυμη να αποδεχτεί μια μελλοντική αραβική διοίκηση στη Γάζα, αλλά μόνο ως μέρος μιας ευρύτερης «παλαιστινιακής πολιτικής δομής» στην οποία θα συμμετείχε. Ο Νετανιάχου βρίσκεται έτσι για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με το ίδιο δίλημμα που έθετε η προηγούμενη συμφωνία: δύο χρόνια γενοκτονίας, απλώς για να επιστρέψει σε μια κατάσταση ουσιαστικά πανομοιότυπη με εκείνη της 6ης Οκτωβρίου 2023. Αν και η νέα συμφωνία δεν αναφέρει ρητά ένα (εξαιρετικά απίθανο) παλαιστινιακό κράτος, απορρίπτει τόσο την προσάρτηση των παλαιστινιακών εδαφών όσο και τον αναγκαστικό εκτοπισμό του πληθυσμού τους –το κεντρικό πρόγραμμα των κύριων εταίρων της κυβέρνησης συνασπισμού των Νετανιάχου, Μπεζαλέλ Σμοτρίτς και Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ– το οποίο ήδη έφερε την κυβέρνηση στο χείλος της κατάρρευσης τον Μάρτιο. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι πιθανά διάφορα σενάρια: η κυβέρνηση θα μπορούσε να πέσει και να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές, το Ισραήλ θα μπορούσε να ξαναρχίσει τις μεγάλης κλίμακας επιθέσεις στη Γάζα ή θα μπορούσε να επιστρέψει στην αποικιακή ρουτίνα της «σταδιακής γενοκτονίας».
Αναμφίβολα, τα γεωπολιτικά συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή μπαίνουν στο παιχνίδι, συγκρουόμενα με τη διαρκή πολεμοχαρή πολιτική του Νετανιάχου, η οποία έχει στραφεί και εναντίον των συμμάχων των ΗΠΑ. Πέρα από τη γεωπολιτική διάσταση, όμως, υπάρχει και η ταξική πάλη. Στο άμεσο μέλλον, η σύγκλιση μεταξύ της παλαιστινιακής αντίστασης και του διεθνούς κινήματος αλληλεγγύης –το οποίο έχει κάνει ένα άλμα προς τα εμπρός, όπως φαίνεται από τη γενική απεργία στην Ιταλία και τον τεράστιο αντίκτυπο του Παγκόσμιου Στόλου Σουμούντ– έχει επιβάλει τη διακοπή της γενοκτονίας. Το βάθεμα και η ριζοσπαστικοποίηση αυτής της πάλης είναι αυτό που θα μπορέσει να νικήσει πραγματικά το γενοκτονικό κράτος του Ισραήλ και τους ιμπεριαλιστικούς συνεργούς του.
Μετάφραση: elaliberta.gr/
Claudia Cinatti, “The Colonial Core of Trump’s Gaza ‘Peace Plan’”, Left Voice, 13 Οκτωβρίου 2025, https://www.leftvoice.org/the-colonial-core-of-trumps-gaza-peace-plan/.
Claudia Cinatti, «¿Qué hay detrás del cese al fuego en Gaza?», La Izquierda Diario, 12 Οκτωβρίου 2025, https://www.laizquierdadiario.com/Que-hay-detras-del-cese-al-fuego-en-Gaza.