Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2026 11:39

Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης

Διαδηλωτές στο Μασχάντ, Ιράν, 2 Ιανουαρίου 2026

 

 

Eskandar Sadeghi-Boroujerdi

 

Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης

 

 

Το πρόσφατο κίνημα διαμαρτυριών στο Ιράν έχει προκαλέσει ένα εξαιρετικά μεγάλο αριθμό σχολίων, πολλά από τα οποία διατυπώνονται με βάση γνωστά αλλά παραπλανητικά σενάρια. Κάποιοι παρουσιάζουν τις αναταραχές ως μια επικείμενη επαναστατική ρήξη, άλλοι ως αποκλειστικά αποτέλεσμα ξένης αποσταθεροποίησης, ενώ άλλοι ως την καθυστερημένη εκδίκηση μιας κοινωνίας που τελικά έφτασε στα όρια της αντοχής της. Καθένα από αυτά τα σενάρια αποτυπώνει ένα μέρος της εικόνας, αλλά κανένα δεν εξηγεί επαρκώς τη δυναμική της παρούσας συγκυρίας. Αυτό που εκτυλίσσεται μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα ως η σύγκλιση της συσσωρευμένης κοινωνικής εξάντλησης, του ακραίου εισοδηματικού σοκ και της κρίσης διακυβέρνησης, την οποία η Ισλαμική Δημοκρατία δεν έχει πλέον τους ιδεολογικούς, γραφειοκρατικούς ή δημοσιονομικούς πόρους να διαχειριστεί.

Οι διαμαρτυρίες έχουν υποστηριχθεί από μια μορφή αρνητικής αλληλεγγύης: μια διατομεακή κοινωνική συμμαχία που εκτείνεται από στοιχεία των φτωχών αγροτικών περιοχών και των παραμεθόριων περιοχών έως τις μεσαίες τάξεις που βρίσκονται σε καθοδική πορεία και τους αστέγους των αστικών κέντρων της Τεχεράνης και άλλων μεγάλων πόλεων. Αυτό που τους ενώνει δεν είναι τόσο ένα κοινό σχέδιο όσο η απόρριψη της Ισλαμικής Δημοκρατίας και, μαζί με αυτήν, δεκαετίες αποτυχημένων προσπαθειών για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μετασχηματισμό. Πέρα από αυτή την άρνηση, ωστόσο, τα περιγράμματα μιας βιώσιμης εναλλακτικής λύσης παραμένουν ακαθόριστα.

Η άμεση αφορμή για τις διαμαρτυρίες ήταν δημοσιονομική. Τα δημοσιονομικά μέτρα που προώθησε ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν, ιδίως εκείνα που αφορούσαν τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις άδειες εισαγωγής, ενέτειναν τις πιέσεις σε ένα ήδη διαταραγμένο νομισματικό καθεστώς. Ο αντίκτυπος έγινε αμέσως αισθητός στους πωλητές ηλεκτρονικών ειδών στα παζάρια της Τεχεράνης, των οποίων η διαβίωση εξαρτάται από την πρόσβαση σε ξένο νόμισμα και την προβλεψιμότητα των τιμών. Οι νέοι κανόνες μεταφράστηκαν γρήγορα σε υψηλότερο κόστος, διαταραχή των εφοδιαστικών αλυσίδων και υλικές απώλειες. Αυτό που μετέτρεψε αυτό το κλαδικό πρόβλημα σε πολιτική ρήξη ήταν το ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο. Τα χρόνια πληθωρισμού που ξεπερνάει το 40%, με τον πληθωρισμό των τροφίμων να υπερβαίνει το 70%, η παρακμή των υποδομών, η κακή διαχείριση των υδάτων, η έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος και η τοξική ατμοσφαιρική ρύπανση είχαν ήδη οδηγήσει μεγάλα τμήματα της εργατικής και της κατώτερης μεσαίας τάξης του Ιράν σε χρόνια ανασφάλεια. Από τον Δωδεκαήμερο Πόλεμο τον Ιούνιο, το ριάλ έχει υποτιμηθεί κατά περίπου 40% και οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων έχουν μειωθεί κατά περισσότερο από 20% σε πραγματικούς όρους. Η μακροπρόθεσμη κοινωνικοοικονομική επιδείνωση συνέπεσε με πιο άμεσα περιστατικά κακής διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών. Ο προϋπολογισμός δεν δημιούργησε αυτές τις συνθήκες, αλλά ενίσχυσε την αντίληψη ότι το κράτος προστατεύει τους εκμεταλλευτές, ενώ μετακυλίει το κόστος των προσαρμογών σε όσους είναι λιγότερο σε θέση να το αντέξουν. Οι υποσχέσεις της κυβέρνησης να παρέχει κουπόνια τροφίμων δεν κατάφεραν να κατευνάσουν την οργή του κοινού. Για δεκαετίες, η Ισλαμική Δημοκρατία εφάρμοσε μια μορφή αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού που απορρύθμισε και ελαστικοποποίησε την εργασία, μεταφέροντας παράλληλα τα περιουσιακά στοιχεία του κράτους σε παρακρατικούς οργανισμούς –από τα λεγόμενα επαναστατικά ιδρύματα και συνταξιοδοτικά ταμεία έως τις θυγατρικές των Φρουρών της Επανάστασης– σε συνδυασμό με την επιβολή λιτότητας από τα πάνω. Αυτό αποτέλεσε τη συνταγή για μαζική δυσαρέσκεια και επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις.

Οι διαμαρτυρίες που ξεκίνησαν στην Τεχεράνη στις 28 Δεκεμβρίου εξαπλώθηκαν με εντυπωσιακή ταχύτητα σε επαρχιακές πόλεις και κωμοπόλεις όπως το Χαμεντάν, το Μασχάντ, την Ταμπρίζ, το Ιζέ, την Κομ, το Μαρβντάστ, το Αμπντανάν, το Κερμάν, το Αράκ, το Ισφαχάν και το Μαλεκσαχί. Αυτό αντανακλά μια μακροχρόνια τάση που είναι εμφανής τουλάχιστον από το 2017: την εντατικοποίηση της φτώχειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης στις αγροτικές περιοχές, τις παραμεθόριες περιοχές και τις επαρχιακές περιφέρειες του Ιράν. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα 2017-2018, οι διαμαρτυρίες που ξεκίνησαν στο Μασχάντ εξαπλώθηκαν γρήγορα σε μεγάλο μέρος της χώρας. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε κατά τη διάρκεια του κινήματος που έγινε γνωστό ως «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία». Ενώ η εξέγερση αυτή ορθώς θεωρήθηκε ως μια επανάσταση ενάντια στην υποχρεωτική χρήση του πέπλου και την πατριαρχική κυριαρχία, οι ταξικές και γεωγραφικές της διαστάσεις έτυχαν πολύ λιγότερης προσοχής.

Αυτές οι περιοχές κατέχουν ξεχωριστή θέση στην πολιτική οικονομία του Ιράν: η ανεργία είναι υψηλή, οι δημόσιες υπηρεσίες ανεπαρκείς, το περιβαλλοντικό άγχος οξύνεται και η αίσθηση της παραμέλησης από το κράτος είναι βαθιά ριζωμένη. Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση στην αρχική φάση των διαδηλώσεων παρατηρήθηκε στις περιοχές με σουνιτική πλειοψηφία Κούρδων και Μπαλούχων, όπου η κινητοποίηση φάνηκε πιο συγκρατημένη, πιθανώς λόγω του σωρευτικού κόστους των προηγούμενων κύκλων διαδηλώσεων, στους οποίους οι περιοχές αυτές είχαν συχνά βρεθεί στην πρώτη γραμμή, καθώς και λόγω του σκεπτικισμού απέναντι σε μια πιο φιλομοναρχική τάση μέσα στην κινητοποίηση. Ωστόσο, και αυτό άλλαξε σύντομα. Η ψηφιακή κυκλοφορία εικόνων και μαρτυριών συνέβαλε στη συγχρονισμένη έκφραση των τοπικών δυσαρεκειών αλλά ήταν η σύγκλιση της οικονομικής δυσπραγίας και της βαθύτερης κοινωνικής εξάντλησης που έδωσε στις διαμαρτυρίες εθνική εμβέλεια. Η βία που άσκησαν οι δυνάμεις ασφαλείας εναντίον των διαδηλωτών σε επαρχιακές πόλεις όπως το Ιλάμ και το Μαρβντάστ πυροδότησε ακόμη περισσότερο την οργή του κοινού και, παρόλο που η Τεχεράνη παρέμεινε αρχικά σχετικά ήρεμη, οι διαδηλώσεις σε άλλες περιοχές είχαν ήδη αρχίσει να αποκτούν σαφώς αντικαθεστωτικό χαρακτήρα.

Αρχικά, το κράτος φάνηκε να αναγνωρίζει τον κίνδυνο κλιμάκωσης της κατάστασης. Οι αξιωματούχοι αναγνώρισαν τα οικονομικά παράπονα των διαδηλωτών, ενώ ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας αντικαταστάθηκε. Αυτή η αντίδραση ακολούθησε μια γνωστή στρατηγική της άρχουσας τάξης: την προσπάθεια διαχωρισμού των φαινομενικά «οικονομικών» αιτημάτων από τα «πολιτικά» και «κοινωνικά», με την ελπίδα ότι τα πρώτα θα μπορούσαν να περιοριστούν χωρίς να απειληθεί το σύστημα. Στην πράξη, ωστόσο, τέτοιες διακρίσεις σπάνια αντέχουν, και οι διαμαρτυρίες γρήγορα συγχωνεύτηκαν σε μια ευρύτερη αντικαθεστωτική κινητοποίηση. Η αντίδραση της ελίτ επηρεάστηκε περαιτέρω από τον ταξικό χαρακτήρα των αρχικών διαδηλώσεων. Ενώ οι προηγούμενες κινητοποιήσεις της εργατικής τάξης αντιμετωπίστηκαν συχνά με ψυχρή αδιαφορία, περιφρόνηση ή βίαιη καταστολή, οι αναταραχές που προήλθαν από το παζάρι αποτέλεσαν μια ιδιαίτερη πρόκληση, δεδομένης της παραδοσιακής εγγύτητας των εμπορικών ελίτ με την πολιτική ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας – μια σχέση που αρχικά ενθάρρυνε προσπάθειες συμβιβασμού αντί για άμεση καταστολή.

Η στάση περιορισμένης ανοχής της κυβέρνησης Πεζεσκιάν εξαφανίστηκε μέσα σε λίγες μέρες, καθώς ο αποτελεσματικός έλεγχος πέρασε στα χέρια του μηχανισμού ασφαλείας: των διάφορων κλάδων του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, μαζί με το στρατό, τη δικαιοσύνη και τις υπηρεσίες πληροφοριών. Θα είναι έργο των ιστορικών να ανασυνθέσουν με ακρίβεια τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν μεταξύ 8 και 10 Ιανουαρίου. Εν μέσω μιας σχεδόν πλήρους διακοπής του διαδικτύου και μιας πληθώρας παραπληροφόρησης, η δημιουργία ενός οριστικού χρονολογίου παραμένει δύσκολη. Παρ’ όλα αυτά, μια γενική εικόνα των γεγονότων αρχίζει να διαφαίνεται.

Μετά τις αρχικές διαμαρτυρίες στα παζάρια και τη διάδοσή τους σε πολλές επαρχίες, ο Ρεζά Παχλαβί, γιος του ανατραπέντος μονάρχη του Ιράν, κάλεσε δημοσίως τους Ιρανούς να βγουν στους δρόμους και να ανατρέψουν το καθεστώς. Σύμφωνα με πολυάριθμες αναφορές μαρτύρων, οι διαδηλώσεις της 8ης Ιανουαρίου ήταν εξαιρετικά μεγάλες και ως επί το πλείστον ειρηνικές. Οι εκτιμήσεις για τη συμμετοχή ποικίλλουν σημαντικά και δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία, αλλά πολλοί παρατηρητές υποδηλώνουν ότι αυτές ήταν οι μεγαλύτερες διαμαρτυρίες μετά το Πράσινο Κίνημα του 2009, ίσως και μεγαλύτερες. Η ορατότητα των συνθημάτων υπέρ του Παχλαβί ήταν εντυπωσιακή. Μετά τις νυχτερινές διαδηλώσεις, η στάση της κυβερνήσεως έγινε πιο σκληρή. Οι δυνάμεις ασφαλείας έστειλαν προειδοποιητικά μηνύματα σε εκατομμύρια κινητά τηλέφωνα και ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γκολαμρεζά Μοχσενί-Ετζεΐ, εξέδωσε μια σειρά αυστηρών προειδοποιήσεων, απειλώντας με σοβαρές συνέπειες όσους συμμετείχαν σε νέες διαδηλώσεις. Αυτή η τακτική φαίνεται να αποθάρρυνε ορισμένους από το να συμμετάσχουν την επόμενη μέρα. Παρ’ όλα αυτά, στις 9 Ιανουαρίου, ένας σημαντικός και ιδιαίτερα αφοσιωμένος πυρήνας διαδηλωτών επέστρεψε στους δρόμους.

Η γεωγραφία της καταστολής που ακολούθησε ήταν εμφανώς ανισόμετρη. Σε ορισμένες περιοχές, σύντομες αλλά βίαιες επιδρομές άφησαν δεκάδες νεκρούς μέσα σε λίγες ώρες. Σε άλλες, παρατεταμένες συγκρούσεις εξελίχθηκαν κατά τη διάρκεια διαδοχικών νυχτών. Αυτές οι διαφορές, ωστόσο, δεν αναιρούν το γενικότερο μοτίβο. Αυτό που συνέβη δεν ήταν μια σειρά μεμονωμένων υπερβολών ή παραβάσεων της πειθαρχίας, αλλά η συστηματική χρήση δολοφονικής βίας από το κράτος εναντίον πολιτών διαδηλωτών. Ακόμη και οι πιο συντηρητικές εκτιμήσεις τοποθετούν τον συνολικό αριθμό των θυμάτων –συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού ασφαλείας– σε τουλάχιστον πέντε χιλιάδες, με τους πολίτες να αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των νεκρών, ενώ άλλες εκτιμήσεις υποδηλώνουν έναν σημαντικά υψηλότερο αριθμό θυμάτων.

Η έκταση των δολοφονιών γρήγορα ξεπέρασε τις δυνατότητες των νοσοκομείων και των νεκροτομείων. Βίντεο από έξω από το Ιατροδικαστικό Κέντρο Καχριζάκ στην Τεχεράνη, που έδειχνε σειρές από μαύρους σάκους πτωμάτων, ενώ οι οικογένειες έψαχναν για τους αγνοούμενους συγγενείς τους, κυκλοφόρησαν ευρέως. Από ιστορικής άποψης, η σύγκριση είναι δυνατή μόνο με τις σφαγές στις φυλακές του 1988 ή ίσως με την ίδια την επανάσταση, όταν η Ισλαμική Δημοκρατία αγωνιζόταν να εδραιώσει την εξουσία της. Οι συνθήκες διαφέρουν βαθιά, αλλά το επίπεδο της κρατικής βίας δεν διαφέρει.

Η καταστολή αυτή εκτυλίχθηκε σε ένα κλίμα ασυνήθιστα σαφών εξωτερικών απειλών. Κατά τις πρώτες ημέρες των διαδηλώσεων, η κυβέρνηση Τραμπ έδειξε την προθυμία της να παρέμβει σε περίπτωση που η αστάθεια επιδεινωνόταν. Ενώ ο ίδιος ο Τραμπ ταλαντευόταν μεταξύ πολεμικής διάθεσης και αυτοσυγκράτησης, το σωρευτικό αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί ο ισχυρισμός του ιρανικού καθεστώτος ότι οι μαζικές διαδηλώσεις και η ξένη υπονόμευση είναι ένα και το αυτό.

Πολύ πριν από τον πόλεμο τον περασμένο Ιούνιο, οι Ισραηλινοί απέδειξαν την ικανότητά τους να λειτουργούν κρυφά στο ιρανικό έδαφος, με πιο γνωστή την δολοφονία του Ισμαήλ Χανίγιε της Χαμάς στην Τεχεράνη τον Ιούλιο του 2024. Αυτό κατέστη δυνατό χάρη στην ενδημική διαφθορά που διαπερνά την πολιτική οικονομία και τους μηχανισμούς ασφαλείας του Ιράν. Η συγχώνευση της πολιτικής εξουσίας, των οικονομικών προνομίων και της καταναγκαστικής εξουσίας αποδυναμώνει την ικανότητα του κράτους να εξουδετερώνει τέτοιες απειλές, δημιουργώντας ευπάθειες που οι εξωτερικοί παράγοντες έχουν εκμεταλλευτεί άμεσα.

Το να αναγνωρίσουμε αυτό δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε τον ισχυρισμό του καθεστώτος ότι η κινητοποίηση ήταν αποτέλεσμα ξένων δυνάμεων. Μια εθνική εξέγερση, που έχει τις ρίζες της σε πολλά χρόνια κοινωνικής και οικονομικής επιδείνωσης, δεν μπορεί να αναχθεί στις μηχανορραφίες εξωτερικών μυστικών υπηρεσιών, ακόμα και αν δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ και των ΗΠΑ προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τις διαμαρτυρίες. Αυτό που κατάφεραν πάνω απ’ όλα ήταν να παρέχουν ένα νόμιμο άλλοθι για την καταστολή, παρουσιάζοντάς την ως συνέχεια του πολέμου του Ιουνίου και δικαιολογώντας έτσι την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στο όνομα της εθνικής ασφάλειας. Το αποτέλεσμα είναι ορατό σε βίντεο από όλη τη χώρα: η αποτελεσματική επιβολή στρατιωτικού νόμου και η επιταχυνόμενη στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής στις ιρανικές πόλεις, μια πορεία για την οποία πολλοί κριτικοί παρατηρητές προειδοποιούσαν εδώ και χρόνια.

Για να κατανοήσουμε τι διακρίνει την παρούσα κινητοποίηση, πρέπει να την τοποθετήσουμε στο πλαίσιο της πρόσφατης ιστορίας των μαζικών διαδηλώσεων στο Ιράν. Το Πράσινο Κίνημα του 2009 αποτέλεσε την πιο σοβαρή πρόκληση για την Ισλαμική Δημοκρατία εντός του συνταγματικού της πλαισίου. Εκατομμύρια Ιρανοί βγήκαν στους δρόμους σε σιωπηλές και πειθαρχημένες διαδηλώσεις για να αμφισβητήσουν την αμφιλεγόμενη επανεκλογή του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, απαιτώντας ελεύθερες και δίκαιες εκλογές και μια νέα συνταγματική ρύθμιση. Ήταν ένα κίνημα με ρίζες στις μεσαίες τάξεις των πόλεων, προσανατολισμένο προς μια σταδιακή μεταρρύθμιση και όχι προς μια αποφασιστική ρήξη. Η συντριβή του από το πολιτικό κατεστημένο και τους Φρουρούς της Επανάστασης απέκλεισε την πιθανότητα μιας διαπραγματευόμενης δημοκρατικής μετάβασης. Ο μεταρρυθμισμός απαξιώθηκε και μια γενιά ακτιβιστών φυλακίστηκε ή φιμώθηκε.

Η εξέγερση «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» του 2022 ήταν κοινωνιολογικά και πολιτικά ιδιαίτερη. Προκαλούμενη από τον θάνατο μιας νεαρής Κούρδισσας, της Μάχσα Ζίνα Αμινί, ενώ βρισκόταν υπό κρατική επιτήρηση, δεν επικεντρώθηκε στις εκλογές ή στην αντιπαράθεση των ελίτ, αλλά έθεσε στο προσκήνιο την αυτονομία του σώματος και την ισότητα των φύλων ενάντια στην αυταρχική διακυβέρνηση. Με αυτή την έννοια, ήρθε σε άμεση αντιπαράθεση με τα ιδεολογικά θεμέλια της Ισλαμικής Δημοκρατίας, ενώ παράλληλα ανέδειξε τα πρότυπα εθνοτικής καταπίεσης, ιδίως κατά των κουρδικών κοινοτήτων. Έτσι, το κίνημα διατύπωσε τον πιο χειραφετητικό πολιτικό ορίζοντα που έχει εμφανιστεί εδώ και δεκαετίες. Η ήττα του απαιτούσε υψηλά επίπεδα βίας, συμπεριλαμβανομένων μαζικών συλλήψεων και της χρήσης μεταλλικών σφαιριδίων που τύφλωσαν τους διαδηλωτές. Ωστόσο, απέσπασε και απτές παραχωρήσεις, με πιο αξιοσημείωτη την μερική υποχώρηση του κράτους στην επιβολή της υποχρεωτικής χρήσης μαντίλας σε δημόσιους χώρους. Το σημερινό κίνημα διαφέρει και από τα δύο. Δεν έχει τη διαδικαστική σαφήνεια του Πράσινου Κινήματος ούτε την απελευθερωτική συνοχή των διαδηλώσεων του 2022. Έχει ευρύτερη κοινωνική σύνθεση, πιο διάχυτα αιτήματα και είναι πολύ πιο βαθιά επηρεασμένο από την οικονομική εξάντληση και τη γεωπολιτική πολιορκία. Αυτό που ενώνει τους συμμετέχοντες δεν είναι ένα πολιτικό πρόγραμμα, αλλά μια κοινή αίσθηση ότι η υπάρχουσα τάξη είναι αμετάβλητη. Μέσα σε αυτό το κενό, οι μοναρχικές τάσεις έχουν αποκτήσει νέα ορατότητα. Η έκκληση του Παχλαβί για άμεση εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ αποτελεί παράδειγμα του προσανατολισμού ενός εξωτερικά υποστηριζόμενου σχεδίου που δίνει προτεραιότητα στη γεωπολιτική αναδιάταξη έναντι των ζητημάτων κοινωνικής δικαιοσύνης ή λαϊκής κυριαρχίας.

Αυτός ο προσανατολισμός ενισχύεται από ένα ισχυρό προπαγανδιστικό οικοσύστημα. Οι δορυφορικοί σταθμοί που εκπέμπουν στην περσική γλώσσα, όπως το Manoto TV και το Iran International, με έδρα το Λονδίνο, είναι ευρέως γνωστό ότι βασίζονται σε ξένη χρηματοδότηση, αν και οι χρηματοδοτικές τους δομές παραμένουν αδιαφανείς. Μαζί, αυτά τα δίκτυα ειδήσεων έχουν προωθήσει μια βαθιά αναθεωρητική ερμηνεία της προ του 1979 εποχής Παχλαβί, καθιστώντας καθολικό τον τρόπο ζωής μιας στενής ελίτ, ενώ συστηματικά αποκρύπτουν την διαδεδομένη πολιτική καταπίεση και ανισότητα του καθεστώτος. Αυτή η αφήγηση έχει βρει δεκτικό κοινό μεταξύ των νεότερων γενεών που δεν έχουν γνωρίσει άλλη πολιτική τάξη εκτός από την Ισλαμική Δημοκρατία και που προσελκύονται από τις περιγραφές μιας χαμένης «χρυσής εποχής» του Παχλαβί, κατά την οποία το Ιράν φέρεται να βρισκόταν στο δρόμο για να γίνει η «Ιαπωνία της Δυτικής Ασίας», αλλά εκτροχιάστηκε από μια διεθνή συνωμοσία που εγκατέστησε την κληρική διακυβέρνηση. Σε αυτό το πλαίσιο, ο όρος «57ρηδες» –συντομογραφία για όσους συμμετείχαν στην επανάσταση του 1979– επανεμφανίστηκε ως προσβλητικός όρος, εκφράζοντας μια γενεαλογική πολιτική επίρριψης ευθυνών, στην οποία μια παλαιότερη επαναστατική ομάδα κατηγορείται για τη σημερινή κατάσταση του Ιράν.

Οι συναντήσεις του Παχλαβί με τον Νετανιάχου και οι αναφερόμενες ισραηλινές κυβερνοεπιχειρήσεις που ενισχύουν τα μοναρχικά μηνύματα υπογραμμίζουν περαιτέρω την εξάρτησή του από την εξωτερική υποστήριξη. Ελλείψει αυστηρών δημοσκοπήσεων ή ανεξάρτητης εμπειρικής έρευνας, το πραγματικό βάθος της υποστήριξης για την αποκατάσταση του Παχλαβί παραμένει δύσκολο να εκτιμηθεί. Αυτό που είναι εντυπωσιακό, ωστόσο, είναι η μετατόπιση στο πεδίο του διαλόγου της αντιπολιτευτικής πολιτικής. Το 2009, η πρόταση ότι ο Ρεζά Παχλαβί θα μπορούσε να αποτελέσει μια πολιτική εναλλακτική λύση στην Ισλαμική Δημοκρατία θα είχε απορριφθεί ευρέως. Σήμερα, η άποψη αυτή κυκλοφορεί με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση, ιδίως στα μέσα ενημέρωσης της διασποράς και στον δυτικό πολιτικό λόγο. Αυτή η μετατόπιση μας λέει λιγότερα για την εγγενή δύναμη του μοναρχισμού και περισσότερα για την διάβρωση των εναλλακτικών οδών πολιτικού μετασχηματισμού, η οποία έχει δημιουργήσει μια ψυχική επένδυση σε έναν αυτοκρατορικό από μηχανής θεό: την ιδέα ότι η πολιτική σωτηρία του Ιράν μπορεί να έρθει μόνο από έξω.

Η πρόσφατη στροφή προς τον μοναρχισμό –που χαρακτηρίζεται από εθννοτικές-υπερεθνικιστικές και σοβινιστικές τάσεις– πρέπει επομένως να θεωρηθεί πρωτίστως ως σύμπτωμα και όχι ως αιτία. Δεν οφείλεται τόσο σε πεποιθήσεις όσο σε απόγνωση, που έχει δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια δεκαετιών κατά τις οποίες η Ισλαμική Δημοκρατία συστηματικά καταστέλλει τις ειρηνικές προσπάθειες για αλλαγή από μέσα. Οι ομάδες της ιρανικής κοινωνίας των πολιτών επιμένουν, αλλά έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά από χρόνια αποδιοργάνωσης και καταστολής. Από αυτή την άποψη, η παρούσα συγκυρία μοιάζει με τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν η μυστική αστυνομία του Σάχη, η SAVAK, είχε αποδυναμώσει την κάποτε ισχυρή οργανωμένη αριστερά του Ιράν, αφήνοντάς την απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει μια πολύ πιο συνεκτική και πειθαρχημένη ισλαμιστική συμμαχία.

Αυτό που αποκαλύπτει επίσης αυτή η συγκυρία είναι η σύμπλεξη μεταξύ των αμερικανο-ισραηλινών απειλών και της κρατικής καταστολής. Τα δύο είναι αναλυτικά διακριτά και πολιτικά μη αναγώγιμα το ένα στο άλλο, αλλά λειτουργούν με τρόπους που επηρεάζουν αμοιβαία τα αποτελέσματα. Υπό συνθήκες συνεχούς εξωτερικής πίεσης, η διαφωνία περιορίζεται πιο εύκολα, ο συμβιβασμός επαναπροσδιορίζεται ως ευπάθεια και οι αντιφρονούσες τάσεις δυσφημίζονται ως δίαυλοι ξένης διείσδυσης. Το ρεπερτόριο των κρατικών αντιδράσεων συρρικνώνεται, με τον εξαναγκασμό να αναβαθμίζεται από έσχατη λύση σε προεπιλεγμένο τρόπο διακυβέρνησης.

Ωστόσο, το πολιτικό πεδίο του Ιράν παραμένει πυκνό και αμφισβητούμενο. Οι συνδικαλιστές, τα κουρδικά κοινωνικά κινήματα, οι γυναίκες οργανώτριες, οι φοιτητές, οι δημοσιογράφοι, οι δικηγόροι και τα δίκτυα πολιτών επιμένουν όχι επειδή η καταστολή έχει αποτύχει, αλλά επειδή ο πολιτικός πλουραλισμός στο Ιράν έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Ταυτόχρονα, η ιδέα ότι η Ισλαμική Δημοκρατία βρίσκεται στο χείλος της ανατροπής κινδυνεύει να παρερμηνεύσει την εσωτερική ισορροπία δυνάμεων. Οποιαδήποτε σοβαρή εκτίμηση πρέπει να λάβει υπόψη την κεντρική θέση του μηχανισμού ασφαλείας, και πάνω απ’ όλα των Φρουρών της Επανάστασης. Ένας θεσμός που γεννήθηκε από την επανάσταση, σφυρηλατήθηκε στη βία της εσωτερικής ενοποίησης και εδραιώθηκε κατά τη διάρκεια του οκταετούς πολέμου με το μπααθικό Ιράκ, οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν από τότε επεκταθεί πολύ πέρα από τις αρχικές τους αρμοδιότητες. Κατά την περίοδό μετά το 1988, συμμετείχε στην ανασυγκρότηση της κατεστραμμένης οικονομίας του Ιράν, μεταμορφώνοντας σταδιακά τον εαυτό του σε ένα εκτεταμένο πολιτικοοικονομικό συγκρότημα, παράλληλα με μια τρομερή στρατιωτική δύναμη με ασύγκριτη εμπειρία στον ασύμμετρο πόλεμο στην περιοχή. Όπως καθιστά σαφές η αποτελεσματική επιβολή στρατιωτικού νόμου σε όλες τις πόλεις του Ιράν, δεν πρόκειται για έναν θεσμό που απλώς θα εξαφανιστεί μπροστά στις μαζικές διαμαρτυρίες, ούτε για έναν θεσμό που θα διστάσει να χρησιμοποιήσει ακραία βία.

Σε αυτό το πλαίσιο αρχίζουν να διαμορφώνονται τα πιο πιθανά σενάρια που συζητιούνται σήμερα. Το ένα είναι μια παραλλαγή της σταθεροποίησης υπό την ηγεσία της ελίτ, η οποία στο Ιράν πλαισιώνεται όλο και περισσότερο από τη γλώσσα του βοναπαρτισμού. Η εικασία ότι έναν τέτοιο ρόλο θα μπορούσε να είχε διαδραματίσει ο υποστράτηγος Κασσέμ Σολεϊμανί πριν από τη δολοφονία του από την κυβέρνηση Τραμπ τον Ιανουάριο του 2020 αποτυπώνει τη λογική που υπάρχει: την ελπίδα ότι ένας ισχυρός εσωτερικός παράγοντας θα μπορούσε να «σώσει» το σύστημα αναμορφώνοντας τμήματα του από πάνω, αποκαθιστώντας την πειθαρχία και καταλήγοντας σε συμβιβασμό με την Ουάσινγκτον. Παραμένει αβέβαιο αν υπάρχει σήμερα κάποια προσωπικότητα που θα μπορούσε να ασκήσει αντίστοιχη εξουσία ή να ανασυγκροτήσει μια λαϊκή βάση υποστήριξης πίσω από ένα τέτοιο σχέδιο. Ωστόσο, δεδομένης της προτίμησης του Τραμπ για γρήγορες και θεαματικές επιδείξεις αυτοκρατορικής δύναμης, ορισμένοι εντός και εκτός του Ιράν συνεχίζουν να θεωρούν αυτή την επιλογή ως πιθανή.

Η εναλλακτική, και από πολλές απόψεις πιο σκοτεινή, πορεία είναι η συνέχιση και η εντατικοποίηση ενός μακροχρόνιου υβριδικού πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας και του πληθυσμού της. Σε αυτό το σενάριο, η παρατεταμένη οικονομική πολιορκία, οι μυστικές επιχειρήσεις και η περιστασιακή χρήση στρατιωτικής δύναμης χρησιμοποιούνται για να υπονομεύσουν την εσωτερική συνοχή του καθεστώτος, έως ότου εμφανιστούν ρωγμές στην ελίτ και στον μηχανισμό ασφαλείας, αποδυναμώνοντας το μονοπώλιο της βίας. Οι μαζικές διαμαρτυρίες θα επαναληφθούν σχεδόν σίγουρα καθώς οι συνθήκες θα επιδεινωθούν ακόμη περισσότερο, σε συνδυασμό με εκκλήσεις προς τις μεγάλες δυνάμεις να υποστηρίξουν ένοπλες ομάδες ή αντιφρονούντες, ενδεχομένως συμπεριλαμβανομένων και στοιχείων εντός του ίδιου του καθεστώτος. Ο κίνδυνος δεν είναι η ξαφνική κατάρρευση του καθεστώτος, αλλά μια παρατεταμένη βύθιση στην αστάθεια και, ενδεχομένως, ακόμη και στη βαλκανιοποίηση. Αυτό το αποτέλεσμα θεωρείται ευρέως ως ο προτιμώμενος στρατηγικός ορίζοντας του ισραηλινού κράτους, ιδίως εάν η τοποθέτηση τουΠαχλαβί ως υποτακτικού πελάτη αποδειχθεί υπερβολικά φανταστική για να πραγματοποιηθεί.

Μπορεί να προκύψουν και άλλες εναλλακτικές λύσεις. Ωστόσο, δεδομένης της σημερινής ισορροπίας δυνάμεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, οι προοπτικές είναι δυσοίωνες. Τα απελευθερωτικά κοινωνικά κινήματα που ξέσπασαν περιοδικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά παραμένουν παραλυμένα από την καταστολή στο εσωτερικό και την εργαλλειοποίηση από το εξωτερικό. Η επιβίωσή τους –για να μην αναφέρουμε την ικανότητά τους να διαμορφώσουν το μέλλον του Ιράν με τους δικούς τους όρους– θα εξαρτηθεί από το αν θα μπορέσουν να αντέξουν τις συνδυασμένες πιέσεις της αυταρχικής σταθεροποίησης, της αυτοκρατορικής επιθετικότητας και του ταχέως περιοριζόμενου χώρου για πολιτική δράση.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Eskandar Sadeghi-Boroujerdi, “Scylla and Charybdis”, New Left Review, 20 Ιανουαρίου 2026, https://newleftreview.org/sidecar/posts/scylla-and-charybdis· αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, https://www.europe-solidaire.org/spip.php?article77869.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2026 12:09