Παντελής Αυθίνος
Γενική Απεργία στις 14 του Δεκέμβρη.
Να κάνουμε πραγματικότητα τους φόβους των καπιταλιστών.
Να λοιπόν που η Πανελλαδική Πανεργατική Απεργία στις 14 του Δεκέμβρη αποκτάει την δική της δυναμική και έχει την δυνατότητα να υπερβεί τον ετήσιο εθιμοτυπικό χαρακτήρα με τον οποίο την νοηματοδοτούν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ.
Σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν την πρώτη εβδομάδα του Δεκέμβρη αποκάλυψαν τις κρυμμένες δυναμικές της περιόδου και τις βαθύτερες ανησυχίες της κυβέρνησης Τσίπρα – Καμένου. Η παρουσία των διαδηλωτών στα πρωτοδικεία όλης της χώρας για να διαμαρτυρηθούν κατά των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, αλλά πάνω από όλα, η οργισμένη αντίδραση κατά της μνημονιακής τροπολογίας για τον δραστικό περιορισμό του δικαιώματος στην απεργία, έφεραν στην επιφάνεια την βουβή οργή που σιγοκαίει μέσα στις εργατικές ψυχές. Ταυτόχρονα, η απόφαση της κυβέρνησης να αναβάλλει πανελλαδικά την διεξαγωγή των πρώτων ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, με το πρόσχημα ότι η αστυνομία δεν αντέχει την ταυτόχρονη αστυνόμευση σε τρία μέτωπα (διαδηλώσεις για την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, επίσκεψη Ερντογάν, πλειστηριασμοί) αλλά και η άρον-άρον απόσυρση της αντιαπεργιακής τροπολογίας, τράβηξαν το πέπλο της επιφανειακής αυτοπεποίθησης και αποφασιστικότητας της κυβέρνησης.
Έτσι ο συνδυασμός αυτών των δύο αντίθετων δυναμικών που παρουσιάζονται στα αντίπαλα στρατόπεδα διαμορφώνει μια ευνοϊκή συγκυρία για το ξεδίπλωμα νέων εργατικών αγώνων και δίνει στην απεργία της 14ης του Δεκέμβρη την πραγματική δυνατότητα να αποτελέσει ένα σημείο απεργιακής εκκίνησης που θα εμψυχώσει την εργατική τάξη.
Οι μαχητικές ταξικές δυνάμεις, που οργανώνουν τους αγώνες από τα κάτω και στηρίζουν την αυτενέργεια και την αυτοοργάνωση της βάσης, μπορούν και πρέπει –παρά και ενάντια στις γραφειοκρατίες των συνδικαλιστικών ηγεσιών– να οργανώσουν αυτήν την δυνατότητα και να κάνουν πραγματικότητα τους μύχιους φόβους των Ελλήνων καπιταλιστών.
Ποιοι είναι αυτοί οι φόβοι;
Πατώντας πάνω στην ασθενική ανάκαμψη που θα παρουσιάσει ο ελληνικός καπιταλισμός το 2017 (κάπου μεταξύ 1% και 1,7%) και στο γεγονός ότι το τρίτο μνημόνιο επιβλήθηκε σχεδόν αναίμακτα, η αστική τάξη διαμορφώνει, μέσω της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ, το αφήγημα της εξόδου από τα μνημόνια και της επιστροφής στο κανονικό καθεστώς που διέπει τα κράτη μέλη της Ε.Ε.
Πρόκειται για ένα αφήγημα που η άρχουσα τάξη το έχει απόλυτη ανάγκη και για να σταθεροποιήσει το πολιτικό σκηνικό αλλά και για να αποκτήσει πρόσβαση στην ρευστότητα των χρηματιστηριακών και τραπεζικών αγορών από την οποία είναι τώρα αποκλεισμένη.
Ωστόσο οι Έλληνες καπιταλιστές φοβούνται ότι το αφήγημα είναι προκαταβολικά υπονομευμένο. Όχι μόνο γιατί ο παγκόσμιος καπιταλισμός βρίσκεται συνεχώς στο μεταίχμιο μιας νέας υποχώρησης στην ύφεση. Ούτε μόνο γιατί συνεχίζεται η πολιτική αστάθεια στην Ε.Ε. – με τελευταίο επεισόδιο την αδυναμία να συγκροτηθεί κυβέρνηση στην Γερμανία.
Κυρίως τους ανησυχεί η περίπτωση, η επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης να ερμηνευτεί σαν σήμα από την εργατική τάξη για την ανάπτυξη εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων, που θα οδηγήσουν στην απώλεια του «μνημονιακού κεκτημένου» για τις τράπεζες και τις αγορές.
Και η αντίδραση στην αντιαπεργιακή τροπολογία δείχνει ότι πράγματι η εργατική τάξη δεν έχει συμβιβαστεί καθόλου με αυτό το «μνημονιακό κεκτημένο». Ήδη στην διάρκεια του 2017 είδαμε μια σειρά κινητοποιήσεων που προμηνύουν ένα νέο γύρω εργατικών αγώνων.
Η απεργία των εργαζομένων στους ΟΤΑ που κέρδισε την παραμονή στην εργασία των συμβασιούχων, η επιτυχημένη απεργία-αποχή από την διαδικασία αξιολόγησης στο δημόσιο, αλλά και μικρότερες επιτυχίες όπως η παρέμβαση του Σωματείου Υπαλλήλων Βιβλίο Χάρτου Αττικής που υποχρέωσε την εργοδοσία των Public να πληρώσει τα δεδουλευμένα στους εργαζομένους της Καλαμάτας και της Πάτρας, καθώς και η υπογραφή ΣΣΕ με μικρές έστω αυξήσεις στην ΣΤΑΣΥ, είναι τα πρώτα δείγματα αυτού του νέου γύρου διεκδικήσεων που κυοφορείται.
Απέναντί του έχει την προσπάθεια της κυβέρνησης να βάλει πάγο σε κάθε νέο αγωνιστικό σκίρτημα. Και χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της προσπάθειας είναι η τροπολογία για την διαδικασία κήρυξης της απεργίας. Με αυτήν η κυβέρνηση αυξάνει το όριο της απαρτίας για την γενική συνέλευση που θα πάρει απεργιακή απόφαση στο 50% των οικονομικά τακτοποιημένων μελών όσων αφορά τα πρωτοβάθμια επιχειρησιακά σωματεία. Ταυτόχρονα όμως δεν επεμβαίνει στην διαδικασία κήρυξης απεργίας από τα πρωτοβάθμια κλαδικά σωματεία, τις ομοσπονδίες τα εργατικά κέντρα και τις συνομοσπονδίες.
Πολλοί από την ΝΔ έτρεξαν να «κατηγορήσουν» την κυβέρνηση για ατολμία. Στην πραγματικότητα όμως οι Τσίπρας–Καμένος έρχονται με την τροπολογία αυτή να ολοκληρώσουν την παρέμβαση που έγινε στο δεύτερο μνημόνιο κατά του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων. Τότε θεσμοθετήθηκε η υπεροχή των επιχειρησιακών ΣΣΕ σε βάρος των κλαδικών. Έγινε έτσι ο καπιταλιστής του κάθε μεμονωμένου εργασιακού χώρου κυρίαρχος στον καθορισμό των εργασιακών σχέσεων σε κάθε επιχείρηση. Τώρα με την ρύθμιση για την απεργία που έρχεται στα πλαίσια του τρίτου μνημονίου, αφαιρείται από το επιχειρησιακό σωματείο –από την βασική οργάνωση στον χώρο δουλείας– και η δυνατότητα να αντιδράσει αποτελεσματικά σε αυτήν την κυριαρχία.
Επιπλέον με την τροπολογία αυτή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–ΑΝΕΛ κλείνει το μάτι στο ΚΚΕ που στηρίζει την συνδικαλιστική του δύναμη στον έλεγχο κλαδικών σωματείων. Του δίνει την πολιτική δυνατότητα να αναδειχτεί στον βασικό διαχειριστή της απεργιακής δράσης στον ιδιωτικό κυρίως τομέα καθώς τα κλαδικά σωματεία θα μπορούν πιο εύκολα να κηρύξουν απεργία σε σχέση με τα επιχειρησιακά. Πρόκειται για «ανταμοιβή» στην ηγεσία του ΚΚΕ αφού χάρη σε αυτήν πέρασε αμαχητί το τρίτο μνημόνιο. Πραγματικά, ο Παναγόπουλος δεν θα μπορούσε μόνος του να εκτονώσει τις αγωνιστικές διαθέσεις των εργαζομένων, αν το ΚΚΕ δεν ανέβαλε διαρκώς την απεργιακή δράση ενάντια στον νόμο Κατρούγκαλου, αν δεν έκλεινε άρον–άρον τις κινητοποιήσεις των αγροτών το 2016, αν δεν άφηνε να περάσει ουσιαστικά αμαχητί όλο το 2017. Τι και αν οι Παρεμβάσεις–Κινήσεις–Συσπειρώσεις καλούσαν το ΠΑΜΕ για συντονισμό και κλιμάκωση των απεργιακών κινητοποιήσεων ήδη από τον Σεπτέμβρη. Αυτό προτίμησε να μεταφέρει την ημερομηνία της Γενικής Απεργίας στις 14 του Δεκέμβρη.
Η ηγεσία Κουτσούμπα καταφεύγει σε θεαματικές κινητοποιήσεις–πυροτεχνήματα (όπως η «εισβολή» στο Υπουργείο Εργασίας στις 6 του Δεκέμβρη) για να αποσπάσει την προσοχή από το «δώρο» που της προσφέρει ο έλεγχος της απεργιακής δράσης στο επίπεδο της πρωτοβάθμιας οργάνωσης.
Όμως το επόμενο βήμα στην επίθεση ενάντια στο δικαίωμα στην απεργία, θα είναι ο περιορισμός της δυνατότητας τόσο των κλαδικών σωματείων όσο και των δευτεροβάθμιων και τριτοβάθμιων οργανώσεων στην κήρυξη απεργιακής δράσης.
Γι’ αυτό οι αγωνίστριες και οι αγωνιστές του ΚΚΕ δεν πρέπει να ακολουθήσουν την ηγεσία τους σε αυτήν την παγίδα. Πρέπει μαζί με την υπόλοιπη εργατική τάξη, σε συνεργασία με τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, να οργανώσουν τώρα την ενωτική αγωνιστική απάντηση. Να μετατρέψουν μαζί την δυνατότητα για αντεπίθεση που ενυπάρχει στην συγκυρία σε αγωνιστική πραγματικότητα, ξεκινώντας από τις 14 του Δεκέμβρη.
Πώς πρέπει να οργανωθεί λοιπόν η Γενική Απεργία;
Η Γενική Απεργία είναι πρώτα απ’ όλα μια επίδειξη της τεράστιας σημασίας και του κυρίαρχου ρόλου που έχει η εργατική τάξη στην διαδικασία της παραγωγής. Η επίδειξη της δυνατότητας έστω και για 24 μόνο ώρες να νεκρώσει η οικονομία της χώρας. Μια τέτοια Γενική Απεργία μπορεί να προκαλέσει πολιτικό σεισμό όπως το 2001 που μια 24ωρη απεργία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ οδήγησε στην απόσυρση του ασφαλιστικού του Γιαννίτση. Για να πάρει όμως αυτήν την διάσταση η Γενική Απεργία χρειάζεται η ενωτική δράση όλων των αγωνιστριών και αγωνιστών στους χώρους δουλειάς, η διοργάνωση γενικής συνέλευσης στην οποία θα κυριαρχεί αγωνιστική ενότητα, η καθημερινή κοινή εξόρμηση και ζύμωση, η κοινή απεργιακή φρουρά. Και αυτό είναι κάτι που λείπει μέχρι σήμερα με ευθύνη της ηγεσίας του ΠΑΜΕ.
Η διαδήλωση της Γενικής Απεργίας είναι και αυτή μια επίδειξη της δύναμης και του μεγέθους της εργατικής τάξης. Στην διαδήλωση η εργατική τάξη επιδεικνύει με απειλητικό τρόπο το μέγεθος της στην άρχουσα τάξη. Παρατηρεί η ίδια και παίρνει δυνάμεις από το μέγεθος της δικής της κινητοποίησης. Για να πετύχει όμως αυτόν τον στόχο η εργατική τάξη έχει και εδώ την ανάγκη της ενότητας. Η ξεχωριστές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις υπονομεύουν την βασική λειτουργία που διαδραματίζει η απεργιακή διαδήλωση στην ταξική πάλη.
Οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, οι Παρεμβάσεις–Κινήσεις–Συσπειρώσεις, ο Συντονισμός πρωτοβάθμιων Σωματείων, δεν πρέπει να ακολουθούν την ηγεσία του ΚΚΕ στον δρόμο που χαράζει. Πρέπει να στηρίξουν την ανάγκη της ενωτικής απεργιακής δράσης και διαδήλωσης.
Στις 14 Δεκέμβρη, θα πρέπει να γίνει προσυγκέντρωση –στα Προπύλαια–, είσοδος στο κέντρο της συγκέντρωσης των συνδικάτων με αντικυβερνητικά αλλά και αντιγραφειοκρατικά πανό και με διεκδίκηση να είναι ο πρώτος ομιλητής εκπρόσωπος του Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων.
Οι ταξικές ριζοσπαστικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις θα έπρεπε να αποφασίσουν και να επιχειρήσουν να καθορίσουν το περιεχόμενο της συγκέντρωσης των συνδικάτων στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Η «τακτοποίηση» της επιρροής κάθε πολιτικο–συνδικαλιστικού ρεύματος σε χωριστή συγκέντρωση, είναι επιδίωξη της γραφειοκρατίας. Είναι ιστορικό λάθος η μετατροπή της απεργιακής διαδήλωσης σε γκετοποιημένες συγκεντρώσεις που κάθε πολιτικό ρεύμα βγάζει λόγους στα μέλη του και τους φίλους του.
Ενωτική μαχητική εργατική διαδήλωση λοιπόν! Για να κάνουμε τους φόβους της άρχουσας τάξης πραγματικότητα.