Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Σάββατο, 15 Αυγούστου 2026 17:59

Για τις κοινωνικές σχέσεις στη Ρωσία

Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς Μορόζοφ, Ανάπαυση κατά το θέρισμα του σανού [Алекса́ндр Ива́нович Моро́зов, Отдых на сенокосе], 1861. Κρατική Πινακοθήκη Τρετιάκοφ. Ο ρωσικός αγροτικός κόσμος γίνεται αυτή την εποχή αντικείμενο του ενδιαφέροντος των Ρώσων διανοουμένων. Για τους ζωγράφους η αγροτική ζωή παρέχει τη θεματολογία για την ανάπτυξη μιας ρωσικής εκδοχής της κινήματος του ρεαλισμού που ξεκίνησε από τη Γαλλία.

 

 

Frederick Engels

 

Για τις κοινωνικές σχέσεις στη Ρωσία *

 

 

Σχετικά με το θέμα αυτό, ο κ. Τκάτσοφ λέει στους Γερμανούς εργάτες ότι, όσον αφορά τη Ρωσία, δεν διαθέτω ούτε καν «ελάχιστες γνώσεις», αλλά έχω μόνο «άγνοια», και γι’ αυτό αισθάνεται υποχρεωμένος να τους εξηγήσει την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, και ιδίως τους λόγους για τους οποίους, ακριβώς αυτή τη στιγμή, μια κοινωνική επανάσταση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στη Ρωσία με τη μεγαλύτερη ευκολία, πολύ πιο εύκολα από ό,τι στη Δυτική Ευρώπη.

«Δεν έχουμε αστικό προλεταριάτο, αυτό είναι αναμφισβήτητα αλήθεια· αλλά, από την άλλη, δεν έχουμε ούτε αστική τάξη· ... οι εργάτες μας θα πρέπει να πολεμήσουν μόνο την πολιτική εξουσία – η εξουσία του κεφαλαίου βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακό στάδιο. Και εσείς, κύριε, γνωρίζετε αναμφισβήτητα ότι ο αγώνας ενάντια στην πρώτη είναι πολύ πιο εύκολος από τον αγώνα ενάντια στη δεύτερη».

Η επανάσταση που επιδιώκει ο σύγχρονος σοσιαλισμός είναι, εν συντομία, η νίκη του προλεταριάτου επί της αστικής τάξης και η καθιέρωση μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης μέσω της κατάργησης όλων των ταξικών διακρίσεων. Αυτό προϋποθέτει όχι μόνο την ύπαρξη ενός προλεταριάτου που θα πραγματοποιήσει την επανάσταση, αλλά και μιας αστικής τάξης στα χέρια της οποίας οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιτρέπουν την τελική κατάργηση των ταξικών διακρίσεων. Μεταξύ των βαρβάρων και των ημι-βαρβάρων συχνά δεν υπάρχουν ταξικές διακρίσεις, και κάθε λαός έχει περάσει από μια τέτοια κατάσταση. Δεν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε να επαναφέρουμε αυτή την κατάσταση, για τον απλό λόγο ότι από αυτήν προκύπτουν αναπόφευκτα οι ταξικές διακρίσεις καθώς αναπτύσσονται οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις. Μόνο σε ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης αυτών των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων, ένα επίπεδο μάλιστα πολύ υψηλό ακόμα και για τις σύγχρονες συνθήκες, καθίσταται δυνατή η αύξηση της παραγωγής σε τέτοιο βαθμό ώστε η κατάργηση των ταξικών διακρίσεων να μπορεί να αποτελέσει πραγματική πρόοδο, να είναι διαρκής χωρίς να προκαλέσει στασιμότητα ή ακόμη και παρακμή στον τρόπο κοινωνικής παραγωγής. Αλλά οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν φτάσει σε αυτό το επίπεδο ανάπτυξης μόνο στα χέρια της αστικής τάξης. Η αστική τάξη, επομένως, από αυτή την άποψη είναι εξίσου απαραίτητη προϋπόθεση για τη σοσιαλιστική επανάσταση όσο και το ίδιο το προλεταριάτο. Ως εκ τούτου, κάποιος που λέει ότι αυτή η επανάσταση μπορεί να πραγματοποιηθεί πιο εύκολα σε μια χώρα όπου, αν και δεν υπάρχει προλεταριάτο, δεν υπάρχει ούτε αστική τάξη, αποδεικνύει μόνο ότι πρέπει ακόμα να μάθει τα βασικά του σοσιαλισμού.

Οι Ρώσοι εργάτες –και αυτοί οι εργάτες είναι, όπως λέει ο ίδιος ο κ. Τκάτσοφ, «καλλιεργητές της γης και, ως τέτοιοι, όχι προλετάριοι αλλά ιδιοκτήτες»– έχουν, επομένως, ένα ευκολότερο έργο, επειδή δεν χρειάζεται να πολεμήσουν ενάντια στη δύναμη του κεφαλαίου, αλλά «μόνο ενάντια στην πολιτική εξουσία», ενάντια στο ρωσικό κράτος. Και αυτό το κράτος

«εμφανίζεται μόνο από απόσταση ως δύναμη... Δεν έχει ρίζες στην οικονομική ζωή του λαού, δεν εκπροσωπεί τα συμφέροντα καμίας συγκεκριμένης τάξης... Στη χώρα σας, το κράτος δεν είναι μια φανταστική δύναμη. Στέκεται σταθερά πάνω στη βάση του κεφαλαίου, ενσωματώνει» (!!) «ορισμένα οικονομικά συμφέροντα... Στη χώρα μας, η κατάσταση είναι ακριβώς η αντίθετη – η μορφή της κοινωνίας μας οφείλει την ύπαρξή της στο κράτος, σε ένα κράτος που κρέμεται στον αέρα, για να το πούμε έτσι, ένα κράτος που δεν έχει τίποτα κοινό με την υπάρχουσα κοινωνική τάξη και έχει τις ρίζες του στο παρελθόν, αλλά όχι στο παρόν».

Ας μην χάνουμε χρόνο με τη συγκεχυμένη ιδέα ότι τα οικονομικά συμφέροντα χρειάζονται το κράτος, το οποίο τα ίδια δημιουργούν, για να αποκτήσουν υπόσταση, ή με την τολμηρή άποψη ότι η ρωσική μορφή κοινωνίας (η οποία, φυσικά, πρέπει να περιλαμβάνει και την κοινοτική ιδιοκτησία των αγροτών) οφείλει την ύπαρξή της στο κράτος, ή με την αντίφαση ότι αυτό το ίδιο κράτος «δεν έχει τίποτα κοινό» με την υπάρχουσα κοινωνική τάξη, η οποία υποτίθεται ότι είναι δικό του δημιούργημα. Ας εξετάσουμε μάλλον άμεσα αυτό το «κράτος που αιωρείται στον αέρα», το οποίο δεν εκπροσωπεί τα συμφέροντα έστω και μιας μόνο τάξης.

Στην ευρωπαϊκή Ρωσία, οι αγρότες κατέχουν 105 εκατομμύρια ντεσιατίνες [1 ντεσιατίνα = 2,7 στρέμματα], ενώ η αριστοκρατία (όπως θα αποκαλώ εδώ τους μεγάλους γαιοκτήμονες για λόγους συντομίας) – 100 εκατομμύρια ντεσιατίνες γης, από τις οποίες περίπου οι μισές ανήκουν σε 15.000 αριστοκράτες, καθένας από τους οποίους κατέχει, κατά μέσο όρο, 3.300 ντεσιατίνες. Η έκταση που ανήκει στους αγρότες είναι, επομένως, ελάχιστα μεγαλύτερη από εκείνη των ευγενών. Όπως βλέπετε, οι ευγενείς δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον για την ύπαρξη του ρωσικού κράτους, το οποίο τους προστατεύει στην κατοχή του μισού της χώρας. Συνεχίζοντας: οι αγρότες πληρώνουν 195 εκατομμύρια ρούβλια ετησίως ως φόρο γης για το ήμισυ που τους ανήκει, ενώ οι ευγενείς – 13 εκατομμύρια! Οι εκτάσεις των ευγενών είναι, κατά μέσο όρο, διπλάσιες σε γονιμότητα από αυτές των αγροτών, επειδή κατά τη διάρκεια της διευθέτησης για την εξαγορά της αγγαρείας, το κράτος όχι μόνο πήρε το μεγαλύτερο μέρος, αλλά και το καλύτερο μέρος της γης από τους αγρότες και το έδωσε στους ευγενείς, και για αυτή τη χειρότερη γη οι αγρότες έπρεπε να πληρώσουν στους ευγενείς την τιμή της καλύτερης. Και η ρωσική αριστοκρατία δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την ύπαρξη του ρωσικού κράτους!

Οι αγρότες –στο σύνολό τους– έχουν βρεθεί, λόγω της εξαγοράς, σε μια άθλια και εντελώς ανυπόφορη κατάσταση. Όχι μόνο τους έχει αφαιρεθεί το μεγαλύτερο και καλύτερο μέρος της γης τους, με αποτέλεσμα, σε όλες τις εύφορες περιοχές της αυτοκρατορίας, η γη των αγροτών να είναι πολύ μικρή –σύμφωνα με τις ρωσικές γεωργικές συνθήκες– για να μπορούν να ζήσουν από αυτήν. Όχι μόνο τους χρέωσαν μια υπερβολική τιμή για αυτά, η οποία προκαταβλήθηκε για αυτούς από το κράτος και για την οποία τώρα πρέπει να πληρώνουν τόκους και δόσεις επί του κεφαλαίου στο κράτος. Όχι μόνο τους φορτώνεται σχεδόν όλο το βάρος του έγγειου φόρου, ενώ η αριστοκρατία μένει σχεδόν απαλλαγμένη – με αποτέλεσμα ο έγγειος φόρος να καταναλώνει μόνος του ολόκληρη την αξία της προσόδου της αγροτικής γης και ακόμη περισσότερο, και όλες οι περαιτέρω καταβολές που πρέπει να κάνει ο αγρότης και για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω είναι άμεσες κρατήσεις από το μέρος του εισοδήματός του που αντιπροσωπεύει τον μισθό του. Στη συνέχεια, εκτός από τον έγγειο φόρο, τους τόκους και τις αποσβέσεις για τα χρήματα που έχει προκαταβάλει το κράτος, μετά την πρόσφατη εισαγωγή της τοπικής διοίκησης, προστέθηκαν και οι επαρχιακοί και περιφερειακοί φόροι. Η πιο σημαντική συνέπεια αυτής της «μεταρρύθμισης» ήταν η επιβολή νέων φορολογικών βαρών στους αγρότες. Το κράτος διατήρησε το σύνολο των εσόδων του, αλλά μεταβίβασε μεγάλο μέρος των δαπανών του στις επαρχίες και τις περιφέρειες, οι οποίες επέβαλαν νέους φόρους για να τις καλύψουν, ενώ στη Ρωσία ισχύει ο κανόνας ότι οι ανώτερες τάξεις είναι σχεδόν απαλλαγμένες από φόρους και οι αγρότες πληρώνουν σχεδόν τα πάντα.

Μια τέτοια κατάσταση είναι σαν να έχει δημιουργηθεί ειδικά για τον τοκογλύφο, και με το σχεδόν ασύγκριτο ταλέντο των Ρώσων να διαπραγματεύονται σε χαμηλότερο επίπεδο, να εκμεταλλεύονται πλήρως τις ευνοϊκές επιχειρηματικές καταστάσεις και την απάτη που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτό –ο Πέτρος Α΄ είχε πει πριν από καιρό ότι ένας Ρώσος μπορεί να υπερισχύσει τριών Εβραίων– ο τοκογλύφος κάνει την εμφάνισή του παντού. Όταν πλησιάζει η ημερομηνία πληρωμής των φόρων, ο τοκογλύφος, ο κουλάκος –συχνά ένας πλούσιος αγρότης της ίδιας χωριάτικης κοινότητας– εμφανίζεται και προσφέρει τα μετρητά του. Ο αγρότης πρέπει να βρει τα χρήματα με κάθε κόστος και είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί τους όρους του τοκογλύφου χωρίς αντιρρήσεις. Αλλά αυτό τον βάζει σε ακόμη πιο δύσκολη θέση, και χρειάζεται όλο και περισσότερα μετρητά. Την εποχή της συγκομιδής, φτάνει ο έμπορος σιτηρών. Η ανάγκη για χρήματα αναγκάζει τον αγρότη να πουλήσει μέρος των σιτηρών που χρειάζονται αυτός και η οικογένειά του για την επιβίωσή τους. Ο έμπορος σιτηρών διαδίδει ψευδείς φήμες, οι οποίες μειώνουν τις τιμές, πληρώνει χαμηλή τιμή και συχνά ακόμη και μέρος αυτής σε κάθε είδους προϊόντα υπολογισμένα σε υψηλές τιμές, καθώς αυτό το σύστημα ανταλλαγής είναι επίσης πολύ διαδομένο στη Ρωσία. Είναι προφανές ότι οι μεγάλες εξαγωγές σιτηρών της Ρωσίας βασίζονται άμεσα στην πείνα του αγροτικού πληθυσμού. – Μια άλλη μέθοδος εκμετάλλευσης των αγροτών είναι η εξής: ένας κερδοσκόπος νοικιάζει από την κυβέρνηση γη για πολλά χρόνια και την καλλιεργεί ο ίδιος, όσο αποδίδει καλή σοδειά χωρίς λίπασμα. Στη συνέχεια, τη χωρίζει σε μικρά αγροτεμάχια και νοικιάζει την εξαντλημένη γη με υψηλά μισθώματα σε γειτονικούς αγρότες, οι οποίοι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με το εισόδημα από τα αγροτεμάχια τους. Εδώ ακριβώς βρίσκουμαι το αντίστοιχο των Ιρλανδών μεσαζόντων, όπως και παραπάνω στο αγγλικό σύστημα ανταλλαγής. Εν ολίγοις, δεν υπάρχει καμία χώρα στην οποία, παρά την αρχέγονη βαρβαρότητα της αστικής κοινωνίας, ο καπιταλιστικός παρασιτισμός να είναι τόσο ανεπτυγμένος, να καλύπτει και να εμπλέκει ολόκληρη τη χώρα, ολόκληρο το πληθυσμό με τα δίχτυα του, όπως στη Ρωσία. Και όλες αυτές οι αιματορουφήχτρες των αγροτών υποτίθεται ότι δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για την ύπαρξη του ρωσικού κράτους, των νόμων και των δικαστηρίων που προστατεύουν τις επιδέξιες και κερδοφόρες πρακτικές τους!

Η μεγάλη αστική τάξη της Πετρούπολης, της Μόσχας και της Οδησσού, η οποία αναπτύχθηκε με πρωτοφανή ταχύτητα την τελευταία δεκαετία, κυρίως χάρη στους σιδηροδρόμους, και η οποία «χρεοκόπησε» χαρούμενα μαζί με τους υπόλοιπους κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της απάτης, οι εξαγωγείς σιτηρών, κάνναβης, λίνου και ζωικού λίπους, των οποίων όλη η επιχείρηση βασίζεται στη δυστυχία των αγροτών, ολόκληρη η ρωσική βιομηχανία μεγάλης κλίμακας, η οποία υπάρχει μόνο χάρη στους προστατευτικούς δασμούς που της παρέχει το κράτος — όλα αυτά τα σημαντικά και ταχέως αναπτυσσόμενα στοιχεία του πληθυσμού δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον για την ύπαρξη του ρωσικού κράτους; Για να μην αναφέρουμε τον αμέτρητο στρατό των αξιωματούχων, που κατακλύζει τη Ρωσία και την λεηλατεί, και εδώ αποτελεί μια πραγματική κοινωνική τάξη. Και όταν ο κ. Τκάτσοφ μας διαβεβαιώνει ότι το ρωσικό κράτος «δεν έχει ρίζες στην οικονομική ζωή του λαού», ότι «δεν εκπροσωπεί τα συμφέροντα καμίας συγκεκριμένης τάξης», ότι « κρέμεται στον αέρα», νομίζω ότι δεν είναι το ρωσικό κράτος που κρέμεται στον αέρα, αλλά μάλλον ο κ. Τκάτσοφ.

Είναι σαφές ότι η κατάσταση των Ρώσων αγροτών, μετά την απελευθέρωσή τους από τη δουλοπαροικία, έχει καταστεί ανυπόφορη και δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ ακόμα, και ότι μόνο για αυτόν τον λόγο, αν όχι για κανέναν άλλο, μια επανάσταση είναι προ των πυλών στη Ρωσία. Το ερώτημα είναι μόνο: ποιο μπορεί να είναι, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα αυτής της επανάστασης; Ο κ. Τκάτσοφ λέει ότι θα είναι κοινωνική. Αυτό είναι καθαρή ταυτολογία. Κάθε πραγματική επανάσταση είναι κοινωνική, στο βαθμό που φέρνει μια νέα τάξη στην εξουσία και της επιτρέπει να αναδιαμορφώσει την κοινωνία σύμφωνα με τη δική της εικόνα. Αλλά αυτός θέλει να πει ότι θα είναι σοσιαλιστική· ότι θα εισαγάγει στη Ρωσία το κοινωνικό μοντέλο στο οποίο στοχεύει ο δυτικοευρωπαϊκός σοσιαλισμός, ακόμη και πριν το πετύχουμε εμείς στη Δύση – και αυτό υπό τις συνθήκες μιας κοινωνίας στην οποία τόσο το προλεταριάτο όσο και η αστική τάξη εμφανίζονται μόνο σποραδικά και σε χαμηλό στάδιο ανάπτυξης. Και αυτό υποτίθεται ότι είναι δυνατό επειδή οι Ρώσοι είναι, για να το πούμε έτσι, ο εκλεκτός λαός του σοσιαλισμού, και έχουν αρτέλ και κοινοτική ιδιοκτησία της γης.

Ο κ. Τκάτσοφ αναφέρει το αρτέλ μόνο παρεμπιπτόντως, αλλά το εξετάζουμε εδώ επειδή, από την εποχή του Χέρτσεν, έχει διαδραματίσει έναν μυστηριώδη ρόλο για πολλούς Ρώσους. Το αρτέλ στη Ρωσία είναι μια διαδεδομένη μορφή ένωσης, η απλούστερη μορφή ελεύθερης συνεργασίας, όπως αυτή που συναντάται στο κυνήγι μεταξύ των κυνηγετικών φυλών. Η λέξη και το περιεχόμενο δεν είναι σλαβικής αλλά ταταρικής προέλευσης. Και τα δύο βρίσκονται μεταξύ των Κιργιζίων, των Γιακούτιων κ.λπ., από τη μία πλευρά, και μεταξύ των Λαπώνων, των Σαμογετών και άλλων φινλανδικών λαών, από την άλλη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το αρτέλ αναπτύχθηκε αρχικά στο Βορρά και στην Ανατολή, μέσω της επαφής με τους Φινλανδούς και τους Τατάρους, και όχι στο Νοτιοδυτικό τμήμα. Το σκληρό κλίμα απαιτεί διάφορες βιοτεχνικές δραστηριότητες, και έτσι η έλλειψη αστικής ανάπτυξης και κεφαλαίου αντικαθίσταται, στο μέτρο του δυνατού, από αυτή τη μορφή συνεργασίας. –Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του αρτέλ, η συλλογική ευθύνη των μελών του έναντι τρίτων, βασιζόταν αρχικά στη συγγένεια εξ αίματος, όπως η αμοιβαία ευθύνη των αρχαίων Γερμανών, η εκδίκηση αίματος κ.λπ.– Επιπλέον, στη Ρωσία η λέξη αρτέλ χρησιμοποιείται για κάθε μορφή όχι μόνο συλλογικής δραστηριότητας, αλλά και συλλογικού θεσμού. Το Χρηματιστήριο είναι επίσης ένα αρτέλ.

Στα εργατικά αρτέλ, επιλέγεται πάντα ένας πρεσβύτερος (σταρόστα, σταρσίνα) ο οποίος εκτελεί τα καθήκοντα του ταμία, του λογιστή κ.λπ., καθώς και του διευθυντή, στο μέτρο που είναι απαραίτητο, και ο οποίος λαμβάνει ειδικό μισθό. Τέτοια αρτέλ σχηματίζονται:

1. για προσωρινές επιχειρήσεις, μετά την ολοκλήρωση των οποίων διαλύονται

2. για τα μέλη ενός και του ίδιου επαγγέλματος, για παράδειγμα, αχθοφόροι κ.λπ.

3. για μόνιμες επιχειρήσεις, βιομηχανικές με την κυριολεκτική έννοια του όρου.

Ιδρύονται με σύμβαση που υπογράφουν όλα τα μέλη. Τώρα, αν αυτά τα μέλη δεν μπορούν να συγκεντρώσουν το απαραίτητο κεφάλαιο, όπως συμβαίνει πολύ συχνά, όπως στην περίπτωση των τυροκομείων και των αλιευτικών επιχειρήσεων (για δίχτυα, βάρκες κ.λπ.), το αρτέλ πέφτει θύμα του τοκογλύφου, ο οποίος προτείνει το ποσό που λείπει με υψηλό επιτόκιο και στη συνέχεια τσεπώνει το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από την εργασία. Ακόμα πιο επαίσχυντα εκμεταλλευόμενα, ωστόσο, είναι τα αρτέλ που προσλαμβάνονται ως σύνολο από έναν εργοδότη ως μισθωτοί εργάτες. Διευθύνουν οι ίδιοι την παραγωγική τους δραστηριότητα και έτσι εξοικονομούν στον καπιταλιστή το κόστος της εποπτείας. Ο τελευταίος παρέχει στα μέλη του καλύβες για να ζουν και τους προμηθεύει τα μέσα διαβίωσης, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί στο πιο επαίσχυντο σύστημα ανταλλαγής. Αυτό συμβαίνει με τους ξυλοκόπους και τους παρασκευαστές πίσσας στην επαρχία του Αρχαγγέλσκ, καθώς και σε πολλά επαγγέλματα στη Σιβηρία κ.λπ. (Βλ. Φλερόφσκι, «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στη Ρωσία», Αγία Πετρούπολη, 1869). Εδώ, λοιπόν, το αρτέλ χρησιμεύει για να διευκολύνει σημαντικά την εκμετάλλευση του μισθωτού εργαζομένου από τον καπιταλιστή. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και αρτέλ που απασχολούν οι ίδιοι μισθωτούς εργαζομένους, οι οποίοι δεν είναι μέλη της ένωσης.

Επομένως, το αρτέλ είναι μια συνεταιριστική ένωση που δημιουργήθηκε αυθόρμητα και, ως εκ τούτου, είναι ακόμη πολύ ανεπτυγμένη και, ως τέτοια, δεν είναι αποκλειστικά ρωσική, ούτε καν σλαβική. Τέτοιες ενώσεις δημιουργούνται όπου υπάρχει ανάγκη γι’ αυτές. Για παράδειγμα, στην Ελβετία μεταξύ των γαλακτοπαραγωγών και στην Αγγλία μεταξύ των αλιέων, όπου λαμβάνουν ακόμη και μια μεγάλη ποικιλία μορφών. Οι εργάτες δημοσίων έργων στη Σιλεσία (Γερμανοί, όχι Πολωνοί), που κατασκεύασαν τόσους πολλούς γερμανικούς σιδηροδρόμους στη δεκαετία του ’40, ήταν οργανωμένοι σε πλήρως ανεπτυγμένα αρτέλ. Είναι αλήθεια ότι η κυριαρχία αυτής της μορφής στη Ρωσία αποδεικνύει την ύπαρξη μιας ισχυρής τάσης του ρωσικού λαού να συνεταιρίζεται, αλλά απέχει πολύ από το να αποδείξει την ικανότητά του να μεταπηδήσει, με τη βοήθεια αυτής της τάσης, από το αρτέλ κατευθείαν στη σοσιαλιστική κοινωνική τάξη. Για αυτό, είναι απαραίτητο πάνω απ’ όλα το ίδιο το αρτέλ να είναι ικανό να αναπτυχθεί, να αποτινάξει την πρωτόγονη μορφή του, στην οποία, όπως είδαμε, εξυπηρετεί λιγότερο τους εργάτες από ό,τι το κεφάλαιο, και να ανέλθει τουλάχιστον στο επίπεδο των συνεταιριστικών ενώσεων της Δυτικής Ευρώπης. Αλλά αν πιστέψουμε τον κ. Τκάτσοφ για μια φορά (πράγμα που, μετά από όλα όσα προηγήθηκαν, είναι σίγουρα περισσότερο από επικίνδυνο), αυτό δεν ισχύει σε καμία περίπτωση. Αντιθέτως, μας διαβεβαιώνει με μια υπερηφάνεια που είναι ιδιαίτερα ενδεικτική της στάσης του:

«Όσον αφορά τις συνεταιριστικές και πιστωτικές ενώσεις που βασίζονται στο γερμανικό» (!) «μοντέλο, το οποίο πρόσφατα μεταφέρθηκε τεχνητά στη Ρωσία, αυτές έχουν αντιμετωπίσει πλήρη αδιαφορία από την πλευρά της πλειοψηφίας των εργατών μας και έχουν αποτύχει σχεδόν παντού».

Η σύγχρονη συνεταιριστική ένωση έχει τουλάχιστον αποδείξει ότι μπορεί να διευθύνει κερδοφόρα μια μεγάλη βιομηχανία για λογαριασμό της (νηματουργία και υφαντουργία στο Λάνκασαϊρ). Το αρτέλ μέχρι στιγμής όχι μόνο δεν είναι σε θέση να το κάνει αυτό, αλλά αν δεν αναπτυχθεί περαιτέρω, θα καταστραφεί αναγκαστικά από τη μεγάλη βιομηχανία.

Η κοινοτική ιδιοκτησία των Ρώσων αγροτών ανακαλύφθηκε το 1845 από τον Πρώσο κυβερνητικό σύμβουλο Χαξτχάουζεν και διαδόθηκε στον κόσμο ως κάτι απολύτως θαυμάσιο, αν και ο Χαξτχάουζεν θα μπορούσε να βρει αρκετά απομεινάρια της στην πατρίδα του, τη Βεστφαλία, και, ως κυβερνητικός αξιωματούχος, ήταν μάλιστα καθήκον του να τα γνωρίζει καλά. Από τον Χάξτχαουζεν ο Χέρτσεν, ο οποίος ήταν και ο ίδιος Ρώσος γαιοκτήμονας, έμαθε για πρώτη φορά ότι οι αγρότες του κατείχαν τη γη από κοινού, και χρησιμοποίησε αυτό το γεγονός για να περιγράψει τους Ρώσους αγρότες ως τους αληθινούς φορείς του σοσιαλισμού, ως γεννημένους κομμουνιστές, σε αντίθεση με τους εργάτες της γηράσκουσας και παρακμάζουσας Δυτικής Ευρώπης, οι οποίοι θα έπρεπε πρώτα να περάσουν από τη δοκιμασία της απόκτησης του σοσιαλισμού με τεχνητό τρόπο. Από τον Χέρτσεν αυτή η γνώση μεταδόθηκε στον Μπακούνιν, και από τον Μπακούνιν στον κ. Τκάτσοφ. Ας ακούσουμε τον τελευταίο:

«Ο λαός μας... στην πλειοψηφία του... είναι διαποτισμένος με τις αρχές της κοινής ιδιοκτησίας· είναι, αν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τον όρο, ενστικτωδώς, παραδοσιακά κομμουνιστής. Η ιδέα της συλλογικής ιδιοκτησίας είναι τόσο στενά συνυφασμένη με την κοσμοθεωρία του ρωσικού λαού» (θα δούμε αμέσως μέχρι πού εκτείνεται ο κόσμος του Ρώσου αγρότη) «που σήμερα, όταν η κυβέρνηση αρχίζει να καταλαβαίνει ότι αυτή η ιδέα είναι ασυμβίβαστη με τις αρχές μιας “καλά οργανωμένης” κοινωνίας και, στο όνομα αυτών των αρχών, επιθυμεί να εντυπώσει την ιδέα της ατομικής ιδιοκτησίας στη συνείδηση και τη ζωή του λαού, μπορεί να το επιτύχει μόνο με τη βοήθεια της ξιφολόγχης και του μαστίγιου. Από είναι σαφές ότι ο λαός μας, παρά την άγνοιά του, είναι πολύ πιο κοντά στον σοσιαλισμό από τους λαούς της Δυτικής Ευρώπης, αν και οι τελευταίοι είναι πιο μορφωμένοι».

Στην πραγματικότητα, η κοινοτική ιδιοκτησία της γης είναι ένας θεσμός που συναντάται σε όλους τους ινδογερμανικούς λαούς σε χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης, από την Ινδία έως την Ιρλανδία, και ακόμη και μεταξύ των Μαλαισιανών, οι οποίοι αναπτύσσονται υπό την επιρροή της Ινδίας, για παράδειγμα, στην Ιάβα. Μέχρι το 1608, στο πρόσφατα κατακτημένο Βόρειο τμήμα της Ιρλανδίας, η νομικά καθιερωμένη κοινοτική ιδιοκτησία της γης χρησίμευσε στους Άγγλους ως πρόσχημα για να κηρύξουν τη γη ως χωρίς ιδιοκτήτη και, ως εκ τούτου, να την παραχωρήσουν στο Στέμμα. Στην Ινδία, μια ολόκληρη σειρά μορφών κοινοτικής ιδιοκτησίας υπάρχει μέχρι και σήμερα. Στη Γερμανία ήταν γενική· οι κοινοτικές εκτάσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν εδώ και εκεί είναι ένα κατάλοιπό της· και συχνά εξακολουθούν να υπάρχουν διακριτά ίχνη της, περιοδικές διανομές των κοινοτικών εκτάσεων κ.λπ., ειδικά στα βουνά. Πιο ακριβείς αναφορές και λεπτομέρειες σχετικά με την παλιά γερμανική κοινοτική ιδιοκτησία μπορούν να αναζητηθούν στα διάφορα γραπτά του Μάουρερ, τα οποία είναι κλασικά σε αυτό το θέμα. Στη Δυτική Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας και της Μικρορωσίας [Ουκρανίας], σε ένα ορισμένο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης, αυτή η κοινοτική ιδιοκτησία έγινε εμπόδιο, φρένο στην αγροτική παραγωγή, και σταδιακά εξαλείφθηκε. Στη Μεγάλη Ρωσία (δηλαδή, στην ίδια τη Ρωσία), από την άλλη πλευρά, επιμένει μέχρι σήμερα, αποδεικνύοντας, καταρχάς, ότι εδώ η αγροτική παραγωγή και οι αντίστοιχες κοινωνικές συνθήκες στην ύπαιθρο είναι ακόμα πολύ υποανάπτυκτες, όπως και συμβαίνει στην πραγματικότητα. Ο Ρώσος αγρότης ζει και υπάρχει μόνο στην κοινότητα του χωριού του· ο υπόλοιπος κόσμος υπάρχει για αυτόν μόνο στο βαθμό που παρεμβαίνει στην κοινότητά του. Αυτό ισχύει σε τέτοιο βαθμό που, στα ρωσικά, η ίδια λέξη «μιρ» σημαίνει, από τη μια πλευρά, «κόσμος» και, από την άλλη, «αγροτική κοινότητα». Το «Βεσ’ μιρ», ολόκληρος ο κόσμος, σημαίνει για τον αγρότη τη συνάντηση των μελών της κοινότητας. Ως εκ τούτου, όταν ο κ. Τκάτσοφ μιλάει για την «κοσμοθεωρία» των Ρώσων αγροτών, είναι προφανές ότι έχει μεταφράσει λανθασμένα τη ρωσική λέξη «μιρ». Μια τέτοια πλήρης απομόνωση των επιμέρους κοινοτήτων μεταξύ τους, η οποία δημιουργεί σε ολόκληρη τη χώρα παρόμοια, αλλά κάθε άλλο παρά κοινά συμφέροντα, αποτελεί τη φυσική βάση για τον ανατολικό δεσποτισμό. Από την Ινδία έως τη Ρωσία, αυτή η μορφή κοινωνίας, όπου και αν επικράτησε, πάντα τον παρήγαγε και πάντα βρήκε σε αυτόν το συμπλήρωμά της. Όχι μόνο το ρωσικό κράτος γενικά, αλλά και η συγκεκριμένη μορφή του, ο τσαρικός δεσποτισμός, αντί να αιωρείται στον αέρα, είναι ένα αναγκαίο και λογικό προϊόν των ρωσικών κοινωνικών συνθηκών με τις οποίες, σύμφωνα με τον κ. Τκάτσοφ, «δεν έχει τίποτα κοινό»! – Η περαιτέρω ανάπτυξη της Ρωσίας προς μια αστική κατεύθυνση θα κατέστρεφε και εδώ σταδιακά την κοινοτική ιδιοκτησία, χωρίς να χρειάζεται η ρωσική κυβέρνηση να παρεμβαίνει με «ξιφολόγχη και μαστίγιο». Και αυτό ειδικά επειδή η κοινοτική γη στη Ρωσία δεν καλλιεργείται από τους αγρότες από κοινού, ώστε το προϊόν να μπορεί στη συνέχεια να μοιραστεί, όπως συμβαίνει ακόμα σε ορισμένες περιοχές της Ινδίας. Αντίθετα, από καιρό σε καιρό η γη μοιράζεται μεταξύ των διαφόρων αρχηγών των οικογενειών και ο καθένας καλλιεργεί το μερίδιό του για τον εαυτό του. Κατά συνέπεια, είναι πιθανές και πράγματι υπάρχουν πολύ μεγάλες διαφορές στον βαθμό ευημερίας μεταξύ των μελών της κοινότητας. Σχεδόν παντού υπάρχουν μερικοί πλούσιοι αγρότες μεταξύ τους –εδώ και εκεί εκατομμυριούχοι– που παίζουν το ρόλο του τοκογλύφου και ρουφούν το αίμα της μάζας των αγροτών. Κανείς δεν το γνωρίζει αυτό καλύτερα από τον κ. Τκάτσοφ. Ενώ θέλει οι Γερμανοί εργάτες να πιστέψουν ότι η «ιδέα της συλλογικής ιδιοκτησίας» μπορεί να ξεριζωθεί από τους Ρώσους αγρότες, αυτούς τους ενστικτωδώς παραδοσιακούς κομμουνιστές, μόνο με τη ξιφολόγχη και το μαστίγιο, γράφει στη σελίδα 15 του ρωσικού φυλλαδίου του:

«Μεταξύ των αγροτών αναδύεται μια τάξη τοκογλύφων (κουλάκοι), μια τάξη ανθρώπων που αγοράζουν και νοικιάζουν τις γαίες των αγροτών και των ευγενών – μια αριστοκρατία μουζίκων».

Αυτές είναι οι ίδιες αιματορουφήχτρες που περιγράψαμε πιο αναλυτικά παραπάνω.

Το πιο σοβαρό πλήγμα στην κοινοτική ιδιοκτησία δόθηκε και πάλι με την εξαγορά της αγγαρείας. Το μεγαλύτερο και καλύτερο μέρος της γης παραχωρήθηκε στους ευγενείς, ενώ στους αγρότες δεν έμεινε σχεδόν τίποτα, συχνά ούτε καν το ελάχιστο για να ζήσουν. Επιπλέον, τα δάση δόθηκαν στους ευγενείς. Το ξύλο για καύσιμη ύλη, εργαλεία και οικοδομή, που παλαιότερα οι αγρότες μπορούσαν να πάρουν δωρεάν, τώρα πρέπει να το αγοράζουν. Έτσι, ο αγρότης δεν έχει πια τίποτα εκτός από το σπίτι του και τη γυμνή γη, χωρίς μέσα για να την καλλιεργήσει και, κατά μέσο όρο, χωρίς αρκετή γη για να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του από τη μια συγκομιδή στην άλλη. Υπό τέτοιες συνθήκες και υπό την πίεση των φόρων και των τοκογλύφων, η κοινοτική ιδιοκτησία της γης δεν είναι πλέον ευλογία, αλλά γίνεται εμπόδιο. Οι αγρότες συχνά το σκάνε, με ή χωρίς τις οικογένειές τους, για να βγάλουν τα προς το ζην ως μετανάστες εργάτες, αφήνοντας πίσω τους τη γη τους[1].

Είναι σαφές ότι η κοινοτική ιδιοκτησία στη Ρωσία έχει ξεπεράσει προ πολλού την περίοδο της ακμής της και, όπως φαίνεται, οδεύει προς τη διάλυσή της. Ωστόσο, υπάρχει αναμφισβήτητα η δυνατότητα να αναβαθμιστεί αυτή η κοινωνική μορφή σε μια ανώτερη, αν διαρκέσει μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες για κάτι τέτοιο και αν αποδειχθεί ικανή να εξελιχθεί με τέτοιο τρόπο ώστε οι αγρότες να μην καλλιεργούν πλέον τη γη ξεχωριστά, αλλά συλλογικά[2]· να ανυψωθεί σε αυτή την ανώτερη μορφή χωρίς να είναι απαραίτητο οι Ρώσοι αγρότες να περάσουν από το ενδιάμεσο στάδιο των αστικών μικρών εκμεταλλεύσεων. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο αν στη Δυτική Ευρώπη πραγματοποιηθεί μια νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση πριν από την πλήρη κατάρρευση της κοινοτικής ιδιοκτησίας και αν ο Ρώσος αγρότης αποκτήσει τις προϋποθέσεις για αυτή τη μετάβαση, και συγκεκριμένα τις υλικές προϋποθέσεις που χρειάζεται για να επιβάλει την αναγκαία ανατροπή σε ολόκληρο το γεωργικό του σύστημα. Είναι, επομένως, καθαρή αυταπάτη εκ μέρους του κ. Τκάτσοφ να λέει ότι οι Ρώσοι αγρότες, αν και «ιδιοκτήτες», είναι «πιο κοντά στον σοσιαλισμό» από τους άπορους εργάτες της Δυτικής Ευρώπης. Το αντίθετο μάλιστα. Αν κάτι μπορεί ακόμα να σώσει τη ρωσική κοινοτική ιδιοκτησία και να της δώσει την ευκαιρία να εξελιχθεί σε μια νέα, πραγματικά βιώσιμη μορφή, αυτό είναι μια προλεταριακή επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη.

Ο κ. Τκάτσοφ αντιμετωπίζει την πολιτική επανάσταση με την ίδια ελαφρότητα που αντιμετωπίζει και την οικονομική. Ο ρωσικός λαός, αναφέρει, «διαμαρτύρεται αδιάκοπα» ενάντια στην υποδούλωσή του, σήμερα με τη μορφή «θρησκευτικών αιρέσεων... άρνησης πληρωμής φόρων... ληστρικών συμμοριών» (οι Γερμανοί εργάτες θα χαρούν να μάθουν ότι, κατά συνέπεια, ο Σίντερχανες[1] είναι ο πατέρας της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας) «... εμπρησμούς... εξεγέρσεις... και ως εκ τούτου ο ρωσικός λαός μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενστικτωδώς επαναστατικός». Ως εκ τούτου, ο κ. Τκάτσοφ είναι πεπεισμένος ότι «απλώς χρειάζεται να προκαλέσουμε ταυτόχρονα σε διάφορα μέρη μια έκρηξη όλης της συσσωρευμένης πικρίας και δυσαρέσκειας, η οποία... πάντα βράζει στην καρδιά του λαού μας». Τότε «η ένωση των επαναστατικών δυνάμεων θα επέλθει από μόνη της και ο αγώνας... θα πρέπει να έχει ευνοϊκή κατάληξη για την υπόθεση του λαού. Η πρακτική αναγκαιότητα, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης», θα επιτύχουν τότε, από μόνες τους, «μια σταθερή και αδιάσπαστη συμμαχία μεταξύ των διαμαρτυρόμενων αγροτικών κοινοτήτων».

Είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς μια επανάσταση με ευκολότερους και πιο ευχάριστους όρους. Αρχίζεις να πυροβολείς, σε τρία ή τέσσερα μέρη ταυτόχρονα, και η «ενστικτώδης επαναστατικότητα», η «πρακτική αναγκαιότητα» και το «ένστικτο της αυτοσυντήρησης» κάνουν τα υπόλοιπα «από μόνα τους». Είναι τόσο εύκολο, που είναι απλά ακατανόητο γιατί η επανάσταση δεν έχει πραγματοποιηθεί εδώ και καιρό, ο λαός δεν έχει απελευθερωθεί και η Ρωσία δεν έχει μετατραπεί σε πρότυπο σοσιαλιστικής χώρας.

Στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Ο ρωσικός λαός, αυτός ο ενστικτώδης επαναστάτης, έχει πράγματι πραγματοποιήσει πολλές μεμονωμένες αγροτικές εξεγέρσεις εναντίον της αριστοκρατίας και μεμονωμένων αξιωματούχων, αλλά ποτέ εναντίον του τσάρου, εκτός από την περίπτωση που ένας ψεύτικος τσάρος έθεσε τον εαυτό του επικεφαλής και διεκδίκησε τον θρόνο. Η τελευταία μεγάλη αγροτική εξέγερση, την εποχή της Αικατερίνης Β΄, ήταν δυνατή μόνο επειδή ο Εμελιάν Πουγκάτσοφ ισχυρίστηκε ότι ήταν ο σύζυγός της, ο Πέτρος Γ΄, ο οποίος υποτίθεται ότι δεν είχε δολοφονηθεί από τη σύζυγό του, αλλά είχε εκθρονιστεί και φυλακιστεί, και τώρα είχε δραπετεύσει. Ο τσάρος, αντίθετα, είναι ο γήινος θεός του ρωσικού αγρότη: Μπογκ βισόκ Τσαρ νταλιόκ – Ο Θεός είναι ψηλά και ο τσάρος μακριά, είναι η κραυγή του στην ώρα της ανάγκης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού, ειδικά μετά την κατάργηση της αγγαρείας, έχει περιέλθει σε μια κατάσταση που την αναγκάζει όλο και περισσότερο να αγωνιστεί και ενάντια στην κυβέρνηση και τον τσάρο. Ωστόσο, ο κ. Τκάτσοφ θα πρέπει να προσπαθήσει να πουλήσει αλλού το παραμύθι του για τον «ενστικτώδη επαναστάτη».

Από την άλλη πλευρά, ακόμη και αν η μάζα των Ρώσων αγροτών ήταν τόσο ενστικτωδώς επαναστατική, ακόμη και αν φανταζόμασταν ότι οι επαναστάσεις μπορούσαν να γίνουν κατά παραγγελία, όπως φτιάχνει κανείς ένα ύφασμα με λουλούδια ή μια τσαγιέρα – ακόμη και τότε ρωτώ, είναι επιτρεπτό για οποιονδήποτε άνω των δώδεκα ετών να φαντάζεται την πορεία μιας επανάστασης με έναν τόσο εντελώς παιδικό τρόπο, όπως συμβαίνει εδώ; Και να θυμάστε, επιπλέον, ότι αυτό γράφτηκε μετά την πρώτη επανάσταση που έγινε με αυτό το μπακουνινικό μοντέλο –την ισπανική του 1873– η οποία απέτυχε τόσο λαμπρά. Και εκεί, επίσης, εξαπολύθηκαν επιθέσεις σε πολλά μέρη ταυτόχρονα. Και εκεί, επίσης, υπολογίστηκε ότι η πρακτική αναγκαιότητα και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θα οδηγούσαν από μόνα τους σε μια σταθερή και αδιάσπαστη συμμαχία μεταξύ των κοινοτήτων που διαμαρτύρονταν. Και τι συνέβη; Κάθε χωριό, κάθε πόλη υπερασπίστηκε μόνο τον εαυτό τους· δεν υπήρχε καμία αλληλοβοήθεια και, με μόνο 3.000 άνδρες, η Παβία κατέλαβε τη μία πόλη μετά την άλλη σε δύο εβδομάδες και έβαλε τέλος σε όλη την αναρχική δόξα (βλ. το άρθρο μου «Οι Μπακουνινιστές στη Δράση», όπου αυτό περιγράφεται λεπτομερώς).

Η Ρωσία βρίσκεται αναμφίβολα στην παραμονή μιας επανάστασης. Τα οικονομικά της είναι σε εξαιρετικά κακή κατάσταση. Οι φόροι δεν μπορούν να αυξηθούν περαιτέρω, οι τόκοι των παλαιών κρατικών δανείων πληρώνονται με νέα δάνεια, και κάθε νέο δάνειο αντιμετωπίζει μεγαλύτερες δυσκολίες. Πλέον, χρήματα μπορούν να συγκεντρωθούν μόνο με το πρόσχημα της κατασκευής σιδηροδρόμων! Η διοίκηση, διεφθαρμένη από την κορυφή μέχρι τη βάση όπως παλιά, οι αξιωματούχοι ζουν περισσότερο από κλοπές, δωροδοκίες και εκβιασμούς παρά από τους μισθούς τους. Ολόκληρη η γεωργική παραγωγή –μακράν η πιο σημαντική για τη Ρωσία– έχει πλήρως διαταραχθεί από τη συμφωνία αποπληρωμής του 1861. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες δεν έχουν επαρκή εργατικό δυναμικό, οι αγρότες δεν έχουν επαρκή γη, καταπιέζονται από τη φορολογία και ξεζουμίζονται από τους τοκογλύφους, η γεωργική παραγωγή μειώνεται κάθε χρόνο. Το σύνολο συγκρατείται με μεγάλη δυσκολία και μόνο εξωτερικά από έναν ανατολίτικο δεσποτισμό, την αυθαιρεσία του οποίου εμείς στη Δύση απλά δεν μπορούμε να φανταστούμε. έναν δεσποτισμό που, μέρα με τη μέρα, όχι μόνο έρχεται σε όλο και πιο κραυγαλέα αντίθεση με τις απόψεις των φωτισμένων τάξεων και, ιδίως, με αυτές της ταχέως αναπτυσσόμενης αστικής τάξης της πρωτεύουσας, αλλά, στο πρόσωπο του σημερινού φορέα του, έχει χάσει το μυαλό του, κάνοντας τη μια μέρα παραχωρήσεις στον φιλελευθερισμό και την άλλη, φοβισμένος, ακυρώνοντάς τες ξανά και δυσφημίζοντας έτσι όλο και περισσότερο τον εαυτό του. Με όλα αυτά, αυξάνεται η αναγνώριση μεταξύ των φωτισμένων στρωμάτων του έθνους που συγκεντρώνονται στην πρωτεύουσα ότι αυτή η κατάσταση είναι ανυπόφορη, ότι μια επανάσταση είναι επικείμενη, και η ψευδαίσθηση ότι θα είναι δυνατό να οδηγηθεί αυτή η επανάσταση σε μια ομαλή, συνταγματική πορεία. Εδώ συνυπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για μια επανάσταση, μια επανάσταση που θα ξεκινήσει από τις ανώτερες τάξεις της πρωτεύουσας, ίσως ακόμη και από την ίδια την κυβέρνηση, και θα προωθηθεί από τους αγρότες πέρα από την πρώτη συνταγματική φάση. Μια επανάσταση που θα έχει τεράστια σημασία για ολόκληρη την Ευρώπη, διότι θα καταστρέψει με μια μόνο κίνηση την τελευταία, μέχρι τώρα ανέπαφη, εφεδρεία της πανευρωπαϊκής αντίδρασης. Αυτή η επανάσταση είναι βέβαιο ότι θα έρθει. Μόνο δύο γεγονότα θα μπορούσαν να την αναβάλουν για περισσότερο: ένας επιτυχής πόλεμος εναντίον της Τουρκίας ή της Αυστρίας, για τον οποίο χρειάζονται χρήματα και ασφαλείς συμμαχίες, ή μια πρόωρη απόπειρα εξέγερσης, που θα οδηγήσει τις ιδιοκτήτριες τάξεις ξανά στην αγκαλιά της κυβέρνησης.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Frederick Engels, ,,Soziales aus Rußland“, Der Volksstaat, τεύχος 43, 16 Απριλίου 1875. Διαθέσιμο στο: Marx wirklich studieren, https://marx-wirklich-studieren.net/wp-content/uploads/2012/11/soziales-aus-russland.pdf.

Frederick Engels, “On Social Relations in Russia” – το κεφάλαιο V του Frederick Engels, “Refugee Literature”, MECW, τόμος 24, σελ. 39. Διαθέσιμο στο: Marxists Internet Archive, https://marxists.architexturez.net/archive/marx/works/1874/refugee-literature/ch05.htm.

 

 

Frederick Engels

 

Επίλογος

 

Κατ’ αρχάς, πρέπει να επανορθώσω ότι ο κ. Π. Τκάτσοφ, για να είμαι ακριβής, δεν ήταν μπακουνιστής, δηλαδή αναρχικός, αλλά ισχυριζόταν ότι ήταν «μπλανκιστής». Το λάθος ήταν φυσικό, δεδομένου ότι ο εν λόγω κύριος, σύμφωνα με το τότε έθιμο των Ρώσων προσφύγων, συμπαθούσε όλους τους Ρώσους εξόριστους στη Δύση και μάλιστα υπερασπιζόταν τον Μπακούνιν και τους συντρόφους του απέναντι στις επιθέσεις μου, σαν να αφορούσαν τον ίδιο.

Οι απόψεις που μου εξέφρασε για τη ρωσική κομμουνιστική αγροτική κοινότητα ήταν ουσιαστικά ειλικρινείς. Αυτός ο πανσλαβιστής μυθιστοριογράφος, που είχε αναδειχθεί σε επαναστάτη, είχε μάθει από το έργο του Χαξτχάουζεν «Μελέτες για τη Ρωσία» ότι οι δουλοπάροικοι αγρότες στα κτήματά του δεν είχαν ιδιωτική ιδιοκτησία στη γη, αλλά αναδιανέμουν από καιρό σε καιρό τα χωράφια και τα λιβάδια μεταξύ τους. Ως μυθιστοριογράφος, δεν χρειαζόταν να μάθει αυτό που σύντομα έγινε γνωστό σε όλους, ότι η κοινή ιδιοκτησία της γης ήταν κάτι που επικρατούσε στους Γερμανούς, Κέλτες, Ινδούς, εν συντομία, σε όλους τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς στην προϊστορία, που εξακολουθεί να υπάρχει στην Ινδία, που καταστρέφεται βίαια στην Ιρλανδία και τη Σκωτία, που εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και στη Γερμανία, αλλά είναι σε φάση εξαφάνισης, και που στην πραγματικότητα είναι κοινή σε όλους τους λαούς σε ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξης. Ως πανσλαβιστής όμως, ο οποίος ήταν σοσιαλιστής μόνο στα λόγια, βρήκε σε αυτό ένα νέο πρόσχημα για να αναζωογονήσει και να αναγεννήσει την «ιερή» Ρωσία και την αποστολή της, αν χρειαστεί και με τη βία των όπλων, απέναντι στη σαπισμένη, ξεπεσμένη Δύση, και να την παρουσιάσει με ακόμη πιο λαμπρό φως σε σύγκριση με την ίδια τη σαπισμένη Δύση. Αυτό που οι εξαντλημένοι Γάλλοι και Άγγλοι δεν μπορούν να καταφέρουν με όλη τους τη δύναμη, οι Ρώσοι το έχουν ήδη καταφέρει στη χώρα τους.

«Η διατήρηση της αγροτικής κοινότητας και η καθιέρωση της ατομικής ελευθερίας, η επέκταση της αυτοδιαχείρισης του χωριού στις πόλεις και σε ολόκληρο το κράτος, με παράλληλη διατήρηση της εθνικής ενότητας – αυτό συνοψίζει το σύνολο του ζητήματος του μέλλοντος της Ρωσίας, δηλαδή το ζήτημα της ίδιας κοινωνικής αντίφασης, η λύση της οποίας απασχολεί και συγκινεί τα μυαλά της Δύσης» (Χέρτσεν, Επιστολές προς τον Λίντον).

Επομένως, μπορεί να υπάρχει ένα πολιτικό ζήτημα για τη Ρωσία, αλλά το «κοινωνικό ζήτημα» έχει ήδη επιλυθεί όσον αφορά τη Ρωσία.

Ο διάδοχος του Χέρτσεν, ο Τκάτσοφ, έκανε τα πράγματα εξίσου εύκολα για τον ίδιο όπως και ο δάσκαλός του. Αν και το 1875 δεν μπορούσε πλέον να υποστηρίξει ότι το «κοινωνικό ζήτημα» στη Ρωσία είχε ήδη επιλυθεί, σύμφωνα με τον ίδιο οι Ρώσοι αγρότες – ως γεννημένοι κομμουνιστές – είναι απείρως πιο κοντά στον σοσιαλισμό από τους φτωχούς, ξεχασμένους από τον Θεό προλετάριους της Δυτικής Ευρώπης, και επιπλέον είναι απείρως καλύτερα από αυτούς. Όταν, με βάση μια εκατονταετή επαναστατική παράδοση, οι Γάλλοι δημοκρατικοί θεωρούν τον λαό τους ως τον εκλεκτό λαό από πολιτική άποψη, πολλοί Ρώσοι σοσιαλιστές της εποχής δήλωναν ότι η Ρωσία ήταν κοινωνικά η εκλεκτή χώρα. Η αναγέννηση του παλιού οικονομικού κόσμου, πίστευαν, δεν θα προέλθει από τους αγώνες του προλεταριάτου της Δυτικής Ευρώπης, αλλά από το βάθος της ψυχής του Ρώσου αγρότη. Η επίθεσή μου στρεφόταν εναντίον αυτής της παιδικής άποψης.

Αλλά τώρα η ρωσική κοινότητα είχε επίσης κερδίσει το σεβασμό και την αναγνώριση ανθρώπων με απείρως μεγαλύτερη φήμη από τους Χέρτσεν και τους Τκάτσοφ. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Νικολάι Τσερνισέφσκι, ο μεγάλος στοχαστής στον οποίο η Ρωσία χρωστάει ένα απεριόριστο χρέος και του οποίου η αργή δολοφονία μετά από χρόνια εξορίας ανάμεσα στους Γιακούτ της Σιβηρίας θα παραμείνει μια αιώνια ντροπή στη μνήμη του Αλέξανδρου Β΄, του «Απελευθερωτή».

Λόγω του ρωσικού πνευματικού εμπάργκο, ο Τσερνισέφσκι δεν γνώρισε ποτέ τα έργα του Μαρξ, και όταν εκδόθηκε το Κεφάλαιο, βρισκόταν ήδη από καιρό φυλακισμένος στο Σρέντνε-Βιλιούισκ, μεταξύ των Γιακούτ. Ολόκληρη η πνευματική του ανάπτυξη χρειάστηκε να πραγματοποιηθεί μέσα στο περιβάλλον που δημιούργησε αυτό το πνευματικό εμπάργκο. Ό,τι δεν επέτρεπε η ρωσική λογοκρισία, σχεδόν δεν υπήρχε για τη Ρωσία, ή δεν υπήρχε καθόλου. Αν υπάρχουν σποραδικές αδυναμίες, σποραδικές περιπτώσεις στενής οπτικής, τότε δεν μπορεί παρά να νιώθει κανείς θαυμασμό που δεν υπάρχουν περισσότερες.

Και ο Τσερνισέφσκι βλέπει στη ρωσική αγροτική κοινότητα ένα μέσο για την πρόοδο από την υπάρχουσα μορφή της κοινωνίας σε ένα νέο στάδιο ανάπτυξης, ανώτερο τόσο από τη ρωσική κοινότητα από τη μία πλευρά, όσο και από την καπιταλιστική κοινωνία της Δυτικής Ευρώπης με τους ταξικούς ανταγωνισμούς της από την άλλη. Και βλέπει ένα σημάδι ανωτερότητας στο γεγονός ότι η Ρωσία διαθέτει αυτό το μέσο, ενώ η Δύση όχι.

«Η εισαγωγή μιας καλύτερης τάξης πραγμάτων παρεμποδίζεται σε μεγάλο βαθμό στη Δυτική Ευρώπη από την απεριόριστη επέκταση των δικαιωμάτων του ατόμου... δεν είναι εύκολο να αποκηρύξει κανείς ακόμη και ένα αμελητέο μέρος αυτού που έχει συνηθίσει να απολαμβάνει, και στη Δύση το άτομο έχει συνηθίσει τα απεριόριστα ατομικά δικαιώματα. Η χρησιμότητα και η αναγκαιότητα των αμοιβαίων παραχωρήσεων μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο μέσω πικρής εμπειρίας και παρατεταμένης σκέψης. Στη Δύση, ένα καλύτερο σύστημα οικονομικών σχέσεων συνδέεται με θυσίες, και γι’ αυτό είναι δύσκολο να καθιερωθεί. Είναι αντίθετο με τις συνήθειες των Άγγλων και των Γάλλων αγροτών». Αλλά «αυτό που φαίνεται ουτοπικό σε μια χώρα, υπάρχει ως γεγονός σε μια άλλη... συνήθειες που οι Άγγλοι και οι Γάλλοι θεωρούν εξαιρετικά δύσκολο να εισαγάγουν στην εθνική τους ζωή, υπάρχουν στην πραγματικότητα στην εθνική ζωή των Ρώσων... Η τάξη πραγμάτων για την οποία αγωνίζεται τώρα η Δύση μέσω ενός τόσο δύσκολου και μακρύ δρόμου εξακολουθεί να υπάρχει στη χώρα μας στα ισχυρά εθνικά έθιμα της αγροτικής μας ζωής... Βλέπουμε τις θλιβερές συνέπειες που είχε στη Δύση η απώλεια της κοινοτικής γαιοκτησίας και πόσο δύσκολο είναι να επιστραφεί στους λαούς της Δύσης αυτό που έχουν χάσει. Το παράδειγμα της Δύσης δεν πρέπει να μας διαφεύγει» (Τσερνισέφσκι, Έργα, έκδοση Γενεύης, τόμος V, σ. 16-19, όπως παρατίθεται από τον Πλεχάνοφ, «Οι διαφωνίες μας», Γενεύη, 1885, [16-17][3]).

Και για τους Κοζάκους των Ουραλίων, οι οποίοι διατηρούσαν ακόμη την κοινοτική καλλιέργεια της γης και στη συνέχεια την διανομή των προϊόντων μεταξύ των μεμονωμένων οικογενειών, λέει:

«Αν οι κάτοικοι των Ουραλίων ζήσουν υπό το σημερινό τους σύστημα μέχρι να εισαχθούν μηχανές στην καλλιέργεια του καλαμποκιού, θα είναι πολύ ευτυχείς που διατήρησαν ένα σύστημα που επιτρέπει τη χρήση μηχανών που απαιτούν μεγάλης κλίμακας γεωργία που καλύπτει εκατοντάδες ντεσιατίνες» (Ό.π., σ. 131).

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι οι κάτοικοι των Ουραλίων με την κοινοτική καλλιέργεια της γης –που σώθηκαν από την εξαφάνιση εξαιτίας στρατιωτικών σκοπιμοτήτων (έχουμε και εμείς τον κομμουνισμό των στρατώνων)– είναι μοναδικοί στη Ρωσία, λίγο πολύ όπως οι αγροτικές κοινότητες στο Μόζελ της πατρίδας μας με τις περιοδικές αναδιανομές τους. Και αν παραμείνουν στο σημερινό τους σύστημα μέχρι να είναι έτοιμοι για την εισαγωγή μηχανημάτων, δεν θα είναι αυτοί που θα επωφεληθούν από αυτό, αλλά το ρωσικό στρατιωτικό ταμείο, του οποίου είναι σκλάβοι.

Εν πάση περιπτώσει, ήταν γεγονός: την ίδια στιγμή που η καπιταλιστική κοινωνία διαλυόταν και απειλούσε να βυθιστεί στις αναπόφευκτες αντιφάσεις της ίδιας της εξέλιξής της, το ήμισυ της καλλιεργήσιμης γης στη Ρωσία εξακολουθούσε να αποτελεί κοινή ιδιοκτησία των αγροτικών κοινοτήτων. Τώρα, αν στη Δύση η επίλυση των αντιφάσεων μέσω της αναδιοργάνωσης της κοινωνίας εξαρτάται από τη μετατροπή όλων των μέσων παραγωγής, και επομένως και της γης, σε κοινή ιδιοκτησία της κοινωνίας, πώς σχετίζεται η ήδη, ή μάλλον ακόμα, υπάρχουσα κοινή ιδιοκτησία στη Ρωσία με αυτή τη κοινή ιδιοκτησία στη Δύση, η οποία πρέπει ακόμα να δημιουργηθεί; Δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως αφετηρία για μια εθνική εκστρατεία που, παρακάμπτοντας ολόκληρη την καπιταλιστική περίοδο, θα μετατρέψει τον ρωσικό αγροτικό κομμουνισμό κατευθείαν σε σύγχρονη σοσιαλιστική κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, εμπλουτίζοντάς τον με όλα τα τεχνικά επιτεύγματα της καπιταλιστικής εποχής; Ή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια με τα οποία ο Μαρξ συνοψίζει τις απόψεις του Τσερνισέφσκι σε μια επιστολή που θα παραθέσουμε παρακάτω: «η Ρωσία πρέπει να ξεκινήσει, όπως επιθυμούν οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι της, καταστρέφοντας την αγροτική κοινότητα για να περάσει σε ένα καπιταλιστικό σύστημα ή αν, αντίθετα, μπορεί να αποκτήσει όλους τους καρπούς αυτού του συστήματος χωρίς να υποστεί τα βάσανά του, εξελίσσοντας τις δικές της ιστορικές συνθήκες»

Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το ερώτημα υποδεικνύει την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να αναζητηθεί η απάντηση. Η ρωσική κοινότητα υπάρχει εδώ και εκατοντάδες χρόνια χωρίς ποτέ να έχει δώσει την ώθηση για την ανάπτυξη μιας ανώτερης μορφής κοινής ιδιοκτησίας από μόνη της, όπως και στην περίπτωση του γερμανικού συστήματος μαρκ [Markverfassung[4]], των κελτικών φυλών, των ινδικών και άλλων κοινοτήτων με πρωτόγονους, κομμουνιστικούς θεσμούς. Με την πάροδο του χρόνου, υπό την επίδραση της παραγωγής εμπορευμάτων που τις περιβάλλει ή που αναδύεται στο εσωτερικό τους και σταδιακά τις διαπερνά, καθώς και της ανταλλαγής μεταξύ μεμονωμένων οικογενειών και μεμονωμένων ατόμων, όλες χάνουν όλο και περισσότερο τον κομμουνιστικό τους χαρακτήρα και διαλύονται σε κοινότητες αμοιβαία ανεξάρτητων ιδιοκτητών γης. Εάν λοιπόν μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν η ρωσική κοινότητα θα έχει μια διαφορετική και καλύτερη μοίρα, αυτό δεν έγκειται σε αυτήν την ίδια, αλλά αποκλειστικά στο γεγονός ότι επιβίωσε σε μια ευρωπαϊκή χώρα σε σχετικά δυναμική μορφή σε μια εποχή όπου όχι μόνο η παραγωγή εμπορευμάτων ως τέτοια, αλλά και η ανώτατη και τελική μορφή της, η καπιταλιστική παραγωγή, έχει έρθει σε σύγκρουση στη Δυτική Ευρώπη με τις παραγωγικές δυνάμεις που η ίδια έχει δημιουργήσει, όταν αποδεικνύεται ανίκανη να συνεχίσει να διευθύνει αυτές τις δυνάμεις και όταν βυθίζεται σε αυτές τις εγγενείς αντιφάσεις και τις ταξικές συγκρούσεις που τις συνοδεύουν. Από αυτό και μόνο είναι αρκετά προφανές ότι η πρωτοβουλία για οποιαδήποτε πιθανή μεταμόρφωση της ρωσικής κοινότητας σύμφωνα με αυτές τις γραμμές δεν μπορεί να προέλθει από την ίδια την κοινότητα, αλλά μόνο από τους βιομηχανικούς προλετάριους της Δύσης. Η νίκη του προλεταριάτου της Δυτικής Ευρώπης επί της αστικής τάξης και, σε σχέση με αυτό, η αντικατάσταση της καπιταλιστικής παραγωγής από την κοινωνικά διευθυνόμενη παραγωγή – αυτή είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την ανύψωση της ρωσικής κοινότητας στο ίδιο επίπεδο.

Το γεγονός είναι ότι: σε καμία εποχή και σε κανένα μέρος ο αγροτικός κομμουνισμός που προέκυψε από την κοινωνία των γενών δεν ανέπτυξε τίποτα από μόνος του εκτός από τη διάλυσή του. Ήδη από το 1861, η ρωσική αγροτική κοινότητα ήταν μια σχετικά αποδυναμωμένη μορφή αυτού του κομμουνισμού. Η κοινή καλλιέργεια της γης, που επιβίωσε σε ορισμένες περιοχές της Ινδίας και στην κοινότητα των νοτιοσλαβικών νοικοκυριών (ζάντρουγκα[5]), η πιθανή μητέρα της ρωσικής κοινότητας, υποχώρησε αναγκαστικά έναντι της καλλιέργειας από μεμονωμένες οικογένειες. Η κοινή ιδιοκτησία συνέχισε να εμφανίζεται μόνο στην αναδιανομή της γης, η οποία πραγματοποιούνταν σε πολύ διαφορετικά χρονικά διαστήματα ανάλογα με τις διάφορες περιοχές. Αυτή η αναδιανομή χρειάζεται μόνο να λήξει ή να καταργηθεί με διάταγμα, και το χωριό των αγροτών με διανομή γης είναι ένα τελειωμένο γεγονός.

Αλλά το απλό γεγονός ότι, παράλληλα με τη ρωσική αγροτική κοινότητα, η καπιταλιστική παραγωγή στη Δυτική Ευρώπη πλησιάζει ταυτόχρονα το σημείο όπου καταρρέει και όπου κατευθύνεται προς μια νέα μορφή παραγωγής, στην οποία τα μέσα παραγωγής χρησιμοποιούνται με προγραμματισμένο τρόπο ως κοινωνική ιδιοκτησία – αυτό το απλό γεγονός δεν μπορεί να προσδώσει στη ρωσική κοινότητα τη δύναμη να αναπτύξει αυτή τη νέα μορφή κοινωνίας από μόνη της. Πώς θα μπορούσε να οικειοποιηθεί τις κολοσσιαίες παραγωγικές δυνάμεις της καπιταλιστικής κοινωνίας ως κοινωνική ιδιοκτησία και κοινωνικό εργαλείο, πριν ακόμη η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία ολοκληρώσει αυτή την επανάσταση; Πώς θα μπορούσε η ρωσική κοινότητα να δείξει στον κόσμο πώς να διαχειρίζεται τη μεγάλης κλίμακας βιομηχανία προς όφελος όλων, όταν έχει ήδη ξεχάσει πώς να καλλιεργεί τη γη της προς όφελος όλων;

Σίγουρα, υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι στη Ρωσία που είναι αρκετά εξοικειωμένοι με τη δυτική καπιταλιστική κοινωνία με όλους τους ασυμβίβαστους ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις της και έχουν επίσης σαφή εικόνα για τον τρόπο εξόδου από αυτό το φαινομενικό αδιέξοδο. Αλλά, πρώτον, οι λίγες χιλιάδες άνθρωποι που το συνειδητοποιούν αυτό δεν ζουν στην κοινότητα, και τα περίπου πενήντα εκατομμύρια άτομα στη Μεγάλη Ρωσία που εξακολουθούν να ζουν ακόμη με κοινή ιδιοκτησία της γης δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για όλα αυτά. Είναι τουλάχιστον τόσο ξένοι και αδιάφοροι προς αυτές τις λίγες χιλιάδες όσο οι Άγγλοι προλετάριοι από το 1800 έως το 1840 σε σχέση με τα σχέδια που επινόησε ο Ρόμπερτ Όουεν για τη σωτηρία τους. Και, από τους εργάτες που απασχολούσε ο Όουεν στο εργοστάσιό του στο Νιου Λάναρκ, η πλειοψηφία αποτελούταν επίσης από ανθρώπους που είχαν μεγαλώσει με τα θεσμικά όργανα και τα έθιμα μιας παρακμάζουσας κομμουνιστικής κοινωνίας, της κελτικής-σκοτσέζικης φατρίας [clan], αλλά τίποτα δεν υποδηλώνει ότι έδειξαν μεγαλύτερη εκτίμηση για τις ιδέες του. Και δεύτερον, είναι ιστορικά αδύνατο ένα κατώτερο στάδιο οικονομικής ανάπτυξης να λύσει τα αινίγματα και τις συγκρούσεις που δεν προέκυψαν, και δεν θα μπορούσαν να προκύψουν, παρά μόνο σε ένα πολύ υψηλότερο στάδιο. Όλες οι μορφές της κοινότητας των γενών που προέκυψαν πριν από την παραγωγή εμπορευμάτων και την ατομική ανταλλαγή έχουν ένα κοινό στοιχείο με τη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία: ότι ορισμένα πράγματα, τα μέσα παραγωγής, υπόκεινται στην κοινή ιδιοκτησία και την κοινή χρήση ορισμένων ομάδων. Αυτό το κοινό χαρακτηριστικό, ωστόσο, δεν επιτρέπει στην κατώτερη μορφή κοινωνίας να γεννήσει από μόνη της τη μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία, αυτό το τελικό και πιο εγγενές προϊόν του καπιταλισμού. Κάθε οικονομική δομή έχει τα δικά της προβλήματα να λύσει, προβλήματα που προκύπτουν από την ίδια την ύπαρξή της. Το να προσπαθεί να λύσει τα προβλήματα μιας άλλης, εντελώς ξένης δομής θα ήταν απολύτως παράλογο. Και αυτό ισχύει για την ρωσική κοινότητα όσο και για τη ζάντρουγκα των Νοτίων Σλάβων, την ινδική οικονομία των γενών ή οποιαδήποτε άλλη πρωτόγονη ή βάρβαρη κοινωνική μορφή που χαρακτηρίζεται από την κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι μόνο πιθανό αλλά και βέβαιο ότι μετά τη νίκη του προλεταριάτου και τη μεταβίβαση των μέσων παραγωγής στην κοινή ιδιοκτησία των λαών της Δυτικής Ευρώπης, οι χώρες που μόλις υπέκυψαν στην καπιταλιστική παραγωγή και διατήρησαν θεσμούς της κοινωνίας των γενών, ή υπολείμματα αυτών, έχουν σε αυτά τα υπολείμματα κοινής ιδιοκτησίας και στα αντίστοιχα λαϊκά έθιμα ένα ισχυρό μέσο για να συντομεύσουν αισθητά τη διαδικασία ανάπτυξης προς μια σοσιαλιστική κοινωνία και να γλιτώσουν τα περισσότερα από τα δεινά και τους αγώνες που εμείς στη Δυτική Ευρώπη πρέπει να περάσουμε. Αλλά το παράδειγμα και η ενεργή βοήθεια της μέχρι τώρα καπιταλιστικής Δύσης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για αυτό. Μόνο όταν η καπιταλιστική οικονομία έχει περάσει στα βιβλία της ιστορίας στην πατρίδα της και στις χώρες όπου άνθισε, μόνο όταν οι καθυστερημένες χώρες δουν από αυτό το παράδειγμα «πώς γίνεται», πώς οι παραγωγικές δυνάμεις της σύγχρονης βιομηχανίας τίθενται στην υπηρεσία όλων ως κοινωνική ιδιοκτησία – μόνο τότε μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτή τη συντομευμένη διαδικασία ανάπτυξης. Αλλά τότε η επιτυχία θα είναι εξασφαλισμένη. Και αυτό ισχύει για όλες τις χώρες που βρίσκονται στο προκαπιταλιστικό στάδιο, όχι μόνο για τη Ρωσία. Θα είναι ευκολότερο –συγκριτικά μιλώντας– στη Ρωσία, ωστόσο, επειδή εκεί ένα τμήμα του αυτόχθονα πληθυσμού έχει ήδη αφομοιώσει τα πνευματικά αποτελέσματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, καθιστώντας έτσι δυνατό σε επαναστατικές εποχές να επιτευχθεί ο κοινωνικός μετασχηματισμός σχεδόν ταυτόχρονα με τη Δύση.

Αυτό το είπαμε ο Μαρξ και εγώ ήδη από τις 21 Ιανουαρίου 1882 στον πρόλογο της ρωσικής μετάφρασης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου από τον Πλεχάνοφ. Το απόσπασμα έχει ως εξής:

«Παράλληλα με την ταχεία ανάπτυξη της καπιταλιστικής απάτης και της αστικής γαιοκτησίας, η οποία βρίσκεται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης, στη Ρωσία το μεγαλύτερο μέρος της γης βρίσκεται στην κοινή ιδιοκτησία των αγροτών. Τώρα το ερώτημα είναι: μπορεί η ρωσική κοινότητα, αυτή η μορφή της αρχικής κοινής ιδιοκτησίας της γης που βρίσκεται ήδη σε κατάσταση σοβαρής αποσύνθεσης, να κάνει την άμεση μετάβαση σε μια ανώτερη κομμουνιστική μορφή γαιοκτησίας – ή πρέπει πρώτα να υποστεί την ίδια διαδικασία διάλυσης που χαρακτηρίζει την ιστορική ανάπτυξη της Δύσης; Η μόνη δυνατή απάντηση σε αυτό το ερώτημα σήμερα είναι η εξής: όταν η ρωσική επανάσταση δώσει το σύνθημα για μια εργατική επανάσταση στη Δύση, έτσι ώστε η μία να συμπληρώνει την άλλη, τότε η ρωσική γαιοκτησία θα μπορούσε να γίνει το σημείο εκκίνησης για μια κομμουνιστική ανάπτυξη».

Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η σημαντική αποσύνθεση της ρωσικής κοινής ιδιοκτησίας που αναφέρθηκε παραπάνω έχει προχωρήσει σημαντικά από τότε. Οι ήττες του Κριμαϊκού Πολέμου έφεραν στο φως την ανάγκη της Ρωσίας για ταχεία βιομηχανική ανάπτυξη. Πάνω απ’ όλα χρειάζονταν σιδηρόδρομοι, οι οποίοι δεν είναι εφικτοί σε ευρεία βάση χωρίς μεγάλη εγχώρια βιομηχανία. Προϋπόθεση για αυτό ήταν η λεγόμενη χειραφέτηση των δουλοπάροικων, η οποία σηματοδότησε την αρχή της καπιταλιστικής εποχής στη Ρωσία, αλλά και την εποχή της ταχείας καταστροφής της κοινής ιδιοκτησίας της γης. Οι αποζημιώσεις που επιβλήθηκαν στους αγρότες, σε συνδυασμό με την αύξηση των φόρων και την ταυτόχρονη μείωση και υποβάθμιση της γης που τους είχε παραχωρηθεί, τους έσπρωξαν αναπόφευκτα στα χέρια των τοκογλύφων, κυρίως μελών της αγροτικής κοινότητας που είχαν πλουτίσει. Οι σιδηρόδρομοι άνοιξαν για τις μέχρι τότε απομακρυσμένες περιοχές μια αγορά για τα σιτηρά τους, αλλά τους έφεραν επίσης τα φθηνά προϊόντα της μεγάλης βιομηχανίας, καταστρέφοντας έτσι τη βιοτεχνία των αγροτών, οι οποίοι προηγουμένως κατασκεύαζαν παρόμοια προϊόντα εν μέρει για δική τους χρήση και εν μέρει για πώληση. Οι παραδοσιακές συνθήκες εργασίας οδηγήθηκαν σε αταξία. Ακολούθησε η κατάρρευση που συνοδεύει παντού τη μετάβαση από μια οικονομία επιβίωσης σε μια «χρηματική οικονομία» εντός της κοινότητας. Μεγάλες διαφορές στον πλούτο εμφανίστηκαν μεταξύ των μελών – το χρέος μετέτρεψε τους φτωχότερους σε σκλάβους των πλουσίων. Εν ολίγοις, η ίδια διαδικασία που είχε προκαλέσει την κατάρρευση των αθηναϊκών γενών στην περίοδο πριν από τον Σόλωνα, με την έλευση της χρηματικής οικονομίας, άρχισε τώρα να καταστρέφει τη ρωσική κοινότητα. Ο Σόλων κατάφερε να απελευθερώσει τους δούλους του χρέους, είναι αλήθεια, μέσω μιας επαναστατικής παρέμβασης στον τότε ακόμη σχετικά πρόσφατο νόμο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, απλώς ακυρώνοντας τα χρέη. Αλλά δεν μπόρεσε να αναζωογονήσει τα παλιά αθηναϊκά γένη, όπως καμία δύναμη στον κόσμο δεν θα μπορέσει να αποκαταστήσει τη ρωσική κοινότητα όταν η κατάρρευσή της φτάσει σε ένα ορισμένο σημείο. Και για να το ολοκληρώσει, η ρωσική κυβέρνηση έχει απαγορεύσει την αναδιανομή της γης μεταξύ των μελών της κοινότητας συχνότερα από κάθε δώδεκα χρόνια, έτσι ώστε ο αγρότης να το συνηθίσει όλο και περισσότερο και να αρχίσει να θεωρεί τον εαυτό του ως τον ιδιωτικό ιδιοκτήτη του μεριδίου του.

Αυτό ήταν το νόημα των σχολίων του Μαρξ σε μια επιστολή προς τη Ρωσία που έγραψε το 1877. [Επιστολή προς το Οτετσεστβένιε Ζαπίσκι[6]] Κάποιος κ. Ζουκόφσκι, ο ίδιος άνθρωπος που ως επικεφαλής ταμίας της Κρατικής Τράπεζας υπογράφει τώρα τα ρωσικά πιστωτικά τιμολόγια, είχε γράψει κάτι για τον Μαρξ στον Κήρυκα της Ευρώπης (Βέστνικ Γεβρόπι), στο οποίο, ένας άλλος συγγραφέας [ο Ν. Κ. Μιχαΐλοφσκι], είχε απαντήσει στις Σημειώσεις από την πατρίδα (Οτετσεστβένιε Ζαπίσκι). Προκειμένου να διορθώσει αυτό το άρθρο, ο Μαρξ έγραψε μια επιστολή στον εκδότη των Σημειώσεων από την πατρίδα, η οποία, αφού αντίγραφα του γαλλικού πρωτότυπου κυκλοφορούσαν εδώ και καιρό στη Ρωσία, εμφανίστηκε σε ρωσική μετάφραση στον Κήρυκα της Λαϊκής Θέλησης (Βέστνικ Ναροντνόι Βόλι) το 1886 στη Γενεύη και αργότερα στην ίδια τη Ρωσία. Όπως όλα όσα προέρχονταν από τον Μαρξ, η επιστολή αυτή προσέλκυσε μεγάλη προσοχή και ποικίλες ερμηνείες στους ρωσικούς κύκλους, και γι’ αυτό παρουσιάζω εδώ την ουσία της.

Πρώτον, ο Μαρξ απορρίπτει την άποψη που του αποδίδεται στις Σημειώσεις από την πατρίδα ότι συμμεριζόταν την άποψη των Ρώσων φιλελεύθερων, σύμφωνα με την οποία τίποτα δεν ήταν πιο επιτακτικό για τη Ρωσία από το να καταστρέψει την κοινοτική ιδιοκτησία των αγροτών και να βυθιστεί με τα μούτρα στον καπιταλισμό. Η σύντομη σημείωσή του για τον Χέρτσεν στο παράρτημα της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου δεν αποδεικνύει κάτι τέτοιο. Η σημείωση αυτή έχει ως εξής:

«Εάν η επίδραση της καπιταλιστικής παραγωγής, η οποία υπονομεύει το ανθρώπινο γένος... συνεχίσει να αναπτύσσεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο όπως μέχρι τώρα, παράλληλα με τον ανταγωνισμό στον αριθμό των εθνικών στρατευμάτων, τα εθνικά χρέη, τους φόρους, τα εξελιγμένα μέσα πολέμου κ.λπ., η αναζωογόνηση της Ευρώπης με το μαστίγιο και την υποχρεωτική έγχυση καλμούχικου αίματος, που προφήτευσε με τόση σοβαρότητα ο μισός Ρώσος και ολόκληρος Μοσχοβίτης Χέρτσεν (αυτός ο belletrist [λογοτέχνης], παρεμπιπτόντως, δεν έκανε τις ανακαλύψεις του στον τομέα του “ρωσικού κομμουνισμού” στη Ρωσία, αλλά στο έργο του Πρώσου συμβούλου Χαξτχάουζεν), μπορεί τελικά να καταστεί αναπόφευκτη» (Kapital, Ι, πρώτη έκδοση, σελ. 763).

Ο Μαρξ συνεχίζει:

«Αυτό το απόσπασμα “αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το κλειδί για τις απόψεις μου σχετικά με τις προσπάθειες” (παρακάτω παραθέτω στα ρωσικά στο πρωτότυπο) “του ρωσικού λαού να βρει για την πατρίδα του έναν δρόμο ανάπτυξης διαφορετικό από αυτόν που ακολούθησε και ακολουθεί η Δυτική Ευρώπη” κ.λπ. – Στον Επίλογο της δεύτερης γερμανικής έκδοσης του Κεφαλαίου [...] μιλάω για “έναν μεγάλο Ρώσο μελετητή και κριτικό” (τον Τσερνισέφσκι) “με την υψηλή εκτίμηση που του αξίζει. Στα αξιοσημείωτα άρθρα του ο τελευταίος ασχολήθηκε με το ερώτημα αν η Ρωσία πρέπει να ξεκινήσει, όπως επιθυμούν οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι της, καταστρέφοντας την αγροτική κοινότητα για να περάσει σε ένα καπιταλιστικό σύστημα ή αν, αντίθετα, μπορεί να αποκτήσει όλους τους καρπούς αυτού του συστήματος χωρίς να υποστεί τα βάσανά του, εξελίσσοντας τις δικές της ιστορικές συνθήκες. Ο ίδιος τάσσεται υπέρ της δεύτερης λύσης”.

Όπως και να έχει, επειδή δεν μου αρέσει να αφήνω τίποτα σε “εικασίες”, θα μιλήσω ευθέως. Προκειμένου να καταλήξω σε μια τεκμηριωμένη κρίση για την οικονομική ανάπτυξη της σύγχρονης Ρωσίας, έμαθα ρωσικά και στη συνέχεια πέρασα αρκετά χρόνια μελετώντας επίσημες δημοσιεύσεις και άλλες που σχετίζονται με το θέμα αυτό. Κατέληξα στο εξής συμπέρασμα: αν η Ρωσία συνεχίσει την πορεία που ακολουθεί από το 1861, θα χάσει την καλύτερη ευκαιρία που έχει προσφέρει ποτέ η ιστορία σε ένα έθνος, απλώς και μόνο για να υποστεί όλες τις μοιραίες περιπέτειες του καπιταλιστικού συστήματος».

Ο Μαρξ συνεχίζει να ξεκαθαρίζει μια σειρά από άλλες παρεξηγήσεις εκ μέρους του κριτικού του. Το μόνο απόσπασμα που σχετίζεται με το συγκεκριμένο θέμα έχει ως εξής:

«Τώρα, με ποιον τρόπο ο επικριτής μου [Ν. Κ. Μιχαΐλοφσκι] μπόρεσε να εφαρμόσει αυτό το ιστορικό σχεδιάγραμμα στη Ρωσία;» (την περιγραφή της πρωταρχικής συσσώρευσης στο Κεφάλαιο) «Μόνο ως εξής: αν η Ρωσία τείνει να γίνει ένα καπιταλιστικό έθνος, κατά το πρότυπο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, –και τα τελευταία χρόνια έχει καταβάλει μεγάλο κόπο να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση– δεν θα το πετύχει χωρίς πρώτα να έχει μετατρέψει ένα μεγάλο ποσοστό των αγροτών της σε προλετάριους∙ και μετά από αυτό, μόλις μπει στους κόλπους του καπιταλιστικού συστήματος, θα υποταχθεί στους ανελέητους νόμους του, όπως άλλοι βέβηλοι λαοί. Αυτό είναι όλο».

Αυτά έγραψε ο Μαρξ το 1877. Εκείνη την εποχή υπήρχαν δύο κυβερνήσεις στη Ρωσία: η κυβέρνηση του τσάρου και η κυβέρνηση της μυστικής εκτελεστικής επιτροπής (ισπολνιτέλνιι κόμιτετ) των τρομοκρατών συνωμοτών. Η δύναμη αυτής της μυστικής δεύτερης κυβέρνησης αυξανόταν καθημερινά. Η πτώση του τσαρισμού φαινόταν επικείμενη. Μια επανάσταση στη Ρωσία θα στερούσε από τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής αντίδρασης το στήριγμά τους, το μεγάλο εφεδρικό στρατό τους, και έτσι θα έδινε στο πολιτικό κίνημα της Δύσης μια νέα ισχυρή ώθηση και, επιπλέον, απείρως ευνοϊκότερες συνθήκες για να λειτουργήσει. Δεν είναι περίεργο που ο Μαρξ συμβουλεύει τους Ρώσους να μην βιαστούν να κάνουν το άλμα στον καπιταλισμό.

Η ρωσική επανάσταση δεν ήρθε. Ο τσαρισμός επικράτησε απέναντι στην τρομοκρατία, η οποία μάλιστα αυτό που κατάφερε ήταν να επαναφέρει προσωρινά στην αγκαλιά του όλες τις ιδιοκτήτριες, «νομιμόφρονες» τάξεις. Και στα δεκαεπτά χρόνια που έχουν περάσει από τότε που γράφτηκε η επιστολή αυτή, τόσο ο καπιταλισμός όσο και η διάλυση της αγροτικής κοινότητας έχουν σημειώσει τεράστια πρόοδο στη Ρωσία. Πώς είναι λοιπόν τα πράγματα σήμερα, το 1894;

Όταν ο παλιός τσαρικός δεσποτισμός παρέμεινε αμετάβλητος μετά τις ήττες του Κριμαϊκού Πολέμου και την αυτοκτονία του Τσάρου Νικολάου, μόνο ένας δρόμος ήταν ανοιχτός: η ταχύτερη δυνατή μετάβαση στην καπιταλιστική βιομηχανία. Ο στρατός είχε καταστραφεί από τις γιγαντιαίες διαστάσεις της αυτοκρατορίας, στις μακρινές πορείες προς το θέατρο του πολέμου. Οι αποστάσεις έπρεπε να εκμηδενιστούν με ένα στρατηγικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Αλλά οι σιδηρόδρομοι σημαίνουν καπιταλιστική βιομηχανία και επανάσταση στην πρωτόγονη γεωργία. Αφενός, τα γεωργικά προϊόντα ακόμη και των πιο απομακρυσμένων περιοχών έρχονται σε άμεση επαφή με την παγκόσμια αγορά. Αφετέρου, ένα εκτεταμένο σιδηροδρομικό σύστημα δεν μπορεί να κατασκευαστεί και να λειτουργήσει χωρίς την εγχώρια βιομηχανία που θα προμηθεύει ράγες, ατμομηχανές, τροχαίο υλικό κ.λπ. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να εισαχθεί ένας κλάδος μεγάλης κλίμακας βιομηχανίας χωρίς να γίνει αποδεκτό το σύνολο του συστήματος. Η σχετικά σύγχρονη κλωστοϋφαντουργία, η οποία είχε ήδη ριζώσει τόσο στην περιοχή της Μόσχας και του Βλαντιμίρ όσο και στις ακτές της Βαλτικής, έλαβε νέα ώθηση. Οι σιδηρόδρομοι και τα εργοστάσια συνοδεύτηκαν από την επέκταση των υφιστάμενων τραπεζών και την ίδρυση νέων. Η απελευθέρωση των αγροτών από τη δουλοπαροικία καθιέρωσε την ελευθερία κίνησης, προετοιμάζοντας την αυτόματη απελευθέρωση ενός μεγάλου μέρους αυτών των αγροτών και από την ιδιοκτησία γης. Έτσι, σε σύντομο χρονικό διάστημα, τέθηκαν στη Ρωσία όλα τα θεμέλια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αλλά το τσεκούρι είχε ήδη χτυπήσει και τη ρίζα της ρωσικής αγροτικής κοινότητας.

Το να θρηνούμε τώρα για αυτό το γεγονός είναι μάταιο. Αν ο τσαρικός δεσποτισμός είχε αντικατασταθεί μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο από την άμεση κοινοβουλευτική διακυβέρνηση των ευγενών και των γραφειοκρατών, η διαδικασία ίσως να είχε επιβραδυνθεί κάπως· αν η αναδυόμενη αστική τάξη είχε αναλάβει τα ηνία, σίγουρα θα είχε επιταχυνθεί ακόμη περισσότερο. Όπως είχαν τα πράγματα, δεν υπήρχε εναλλακτική λύση. Παράλληλα με τη Δεύτερη Αυτοκρατορία στη Γαλλία και την πιο λαμπρή άνοδο της καπιταλιστικής βιομηχανίας στην Αγγλία, δεν θα μπορούσε πραγματικά να απαιτηθεί από τη Ρωσία να ριχτεί σε πειράματα κρατικού σοσιαλισμού εξαιτίας της αγροτικής κοινότητας. Κάτι έπρεπε να συμβεί. Αυτό που ήταν δυνατό υπό τις περιστάσεις συνέβη, όπως παντού και πάντα στις χώρες της εμπορευματικής παραγωγής, συνήθως ημι-συνειδητά ή εντελώς μηχανικά και χωρίς να γνωρίζει κανείς τι έκανε.

Τώρα ήρθε η νέα εποχή της επανάστασης από πάνω, που ξεκίνησε από τη Γερμανία, και ως εκ τούτου η εποχή της ταχείας ανάπτυξης του σοσιαλισμού σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Η Ρωσία συμμετείχε στο γενικό κίνημα. Εκεί πήρε τη μορφή –σαν να ήταν αυτονόητο– μιας επίθεσης με στόχο την πτώση του τσαρικού δεσποτισμού, για να επιτευχθεί η πνευματική και πολιτική ελευθερία δράσης για το έθνος. Η πίστη στη θαυματουργή δύναμη της αγροτικής κοινότητας να επιφέρει μια κοινωνική αναγέννηση –μια πίστη για την οποία ο Τσερνισέφσκι, όπως είδαμε, δεν ήταν εντελώς αθώος– αυτή η πίστη συνέβαλε στην ενίσχυση του ενθουσιασμού και της ενέργειας των ηρωικών Ρώσων πρωτοπόρων. Δεν κατηγορούμε τους ανθρώπους, που δεν ξεπερνούν τις μερικές εκατοντάδες, οι οποίοι με την ανιδιοτελή αφοσίωση και τον ηρωισμό τους έφεραν τον τσαρικό απολυταρχισμό στο σημείο να αναγκαστεί να εξετάσει το ενδεχόμενο και τους όρους της παράδοσης – δεν τους κατηγορούμε που θεωρούν τους Ρώσους συμπατριώτες τους ως τον εκλεκτό λαό της κοινωνικής επανάστασης. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μοιραζόμαστε την ψευδαίσθησή τους. Η εποχή των εκλεκτών λαών έχει περάσει για πάντα.

Αλλά κατά τη διάρκεια αυτής της πάλης, ο καπιταλισμός έγινε όλο και πιο ισχυρός στη Ρωσία και κατάφερε να επιτύχει αυτό που η τρομοκρατία δεν μπόρεσε: να αναγκάσει το τσαρικό καθεστώς να συνθηκολογήσει.

Ο τσαρισμός χρειαζόταν χρήματα. Όχι μόνο για την πολυτέλεια της αυλής του, τη γραφειοκρατία του και πρωτίστως για τον στρατό του και την εξωτερική πολιτική του που βασιζόταν στη δωροδοκία, αλλά κυρίως για το άθλιο χρηματοπιστωτικό του σύστημα και την ηλίθια σιδηροδρομική πολιτική που το συνόδευσε. Οι ξένες χώρες δεν ήθελαν και δεν μπορούσαν πλέον να βρουν τα χρήματα για να καλύψουν όλα τα ελλείμματα του τσάρου. Η βοήθεια έπρεπε να έρθει από την ίδια τη χώρα. Ένα μέρος των μετοχών των σιδηροδρόμων έπρεπε να διατεθεί στο εσωτερικό, όπως και ένα μέρος των δανείων. Η πρώτη νίκη της ρωσικής αστικής τάξης ήταν οι παραχωρήσεις των σιδηροδρόμων, που εγγυόντουσαν στους μετόχους όλα τα μελλοντικά κέρδη, ενώ επιβάρυναν το κράτος με όλες τις μελλοντικές ζημίες. Στη συνέχεια ήρθαν οι επιδοτήσεις και οι πριμοδοτήσεις για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις, καθώς και οι προστατευτικοί δασμοί που ευνοούσαν την εγχώρια βιομηχανία, οι οποίοι τελικά κατέστησαν σχεδόν αδύνατη την εισαγωγή πολλών ειδών. Με το τεράστιο χρέος του και την σχεδόν πλήρη καταστροφή της πιστοληπτικής του ικανότητας στο εξωτερικό, το ρωσικό κράτος έχει άμεσο δημοσιονομικό συμφέρον να επιβάλει την ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας. Χρειάζεται συνεχώς χρυσό για να αποπληρώσει τους τόκους των εξωτερικών του χρεών. Αλλά δεν υπάρχει χρυσός στη Ρωσία· το μόνο που κυκλοφορεί εκεί είναι χαρτονομίσματα. Ένα μέρος του χρυσού προέρχεται από την υποχρεωτική πληρωμή δασμών σε χρυσό, η οποία, παρεμπιπτόντως, αυξάνει τους δασμούς αυτούς κατά 50%. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος του υποτίθεται ότι προέρχεται από το πλεόνασμα των εξαγωγών ρωσικών πρώτων υλών σε σχέση με τις εισαγωγές ξένων βιομηχανικών προϊόντων. Οι συναλλαγματικές που εκδίδονται σε ξένες τράπεζες για αυτό το πλεόνασμα αγοράζονται από την κυβέρνηση στο εσωτερικό με χαρτονόμισμα και σε αντάλλαγμα λαμβάνει χρυσό. Επομένως, εάν η κυβέρνηση επιθυμεί να ανταποκριθεί στην πληρωμή των τόκων προς τις ξένες χώρες με κάποιον άλλο τρόπο εκτός από νέα ξένα δάνεια, πρέπει να διασφαλίσει ότι η ρωσική βιομηχανία θα αναπτυχθεί ραγδαία έως το σημείο όπου θα είναι σε θέση να καλύψει πλήρως την εσωτερική ζήτηση. Εξ ου και η απαίτηση ότι η Ρωσία πρέπει να γίνει μια βιομηχανική χώρα που θα είναι αυτάρκης και ανεξάρτητη από άλλες χώρες· εξ ου και οι ξέφρενες προσπάθειες της κυβέρνησης να φέρει την καπιταλιστική ανάπτυξη της Ρωσίας στο αποκορύφωμά της μέσα σε λίγα χρόνια. Γιατί αν αυτό δεν συμβεί, δεν θα υπάρχει άλλη επιλογή από το να αντλήσει από το μεταλλικό πολεμικό της απόθεμα που έχει συσσωρευτεί στην Κρατική Τράπεζα και στο Κρατικό Ταμείο, ή αλλιώς θα οδηγηθεί σε κρατική χρεοκοπία. Και στις δύο περιπτώσεις, η ρωσική εξωτερική πολιτική θα έφτανε στο τέλος της.

Ένα πράγμα είναι σαφές: υπό αυτές τις συνθήκες, η νεοσύστατη ρωσική αστική τάξη έχει το κράτος πλήρως υπό τον έλεγχό της. Σε όλα τα σημαντικά οικονομικά ζητήματα, το κράτος πρέπει να εκτελεί τις εντολές της. Αν προς το παρόν η αστική τάξη συνεχίζει να ανέχεται τον δεσποτικό αυταρχισμό του τσάρου και των αξιωματούχων του, αυτό οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι αυτός ο αυταρχισμός, μετριασμένος από τη δωροδοκία της γραφειοκρατίας, της προσφέρει περισσότερες εγγυήσεις από ό,τι θα προσφέρανε αλλαγές ακόμη και αστικο-φιλελεύθερου χαρακτήρα, των οποίων τις συνέπειες κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, δεδομένης της παρούσας εσωτερικής κατάστασης στη Ρωσία. Έτσι, η μετατροπή της χώρας σε καπιταλιστική βιομηχανική χώρα, η προλεταριοποίηση μεγάλου μέρους της αγροτιάς και η παρακμή της παλιάς κομμουνιστικής κοινότητας προχωρούν με ολοένα και ταχύτερους ρυθμούς.

Δεν θα τολμήσω να απαντήσω αν έχουν διασωθεί αρκετά στοιχεία αυτής της κοινότητας, ώστε, αν παρουσιαστεί η ευκαιρία, όπως ο Μαρξ και εγώ εξακολουθούσαμε να ελπίζουμε το 1882, να αποτελέσουν το σημείο εκκίνησης για την ανάπτυξη του κομμουνισμού, σε αρμονία με μια ξαφνική αλλαγή κατεύθυνσης στη Δυτική Ευρώπη. Αλλά ένα είναι σίγουρο: αν θέλουμε να διασωθούν τα απομεινάρια αυτής της κοινότητας, η πρώτη προϋπόθεση είναι η πτώση του τσαρικού δεσποτισμού – η επανάσταση στη Ρωσία. Αυτό όχι μόνο θα αποσπάσει τη μεγάλη μάζα του έθνους, τους αγρότες, από την απομόνωση των χωριών τους, που αποτελούν το «μιρ» τους, τον «κόσμο» τους, και θα τους οδηγήσει στη μεγάλη σκηνή, όπου θα γνωρίσουν τον έξω κόσμο και, κατά συνέπεια, τον εαυτό τους, την κατάστασή τους και τα μέσα για τη σωτηρία τους από την παρούσα δυστυχία τους, θα δώσει επίσης νέα ώθηση στο εργατικό κίνημα της Δύσης και θα δημιουργήσει νέες, καλύτερες συνθήκες για τη συνέχιση του αγώνα, επιταχύνοντας έτσι τη νίκη του σύγχρονου βιομηχανικού προλεταριάτου, χωρίς την οποία η σημερινή Ρωσία δεν θα μπορέσει ποτέ να επιτύχει έναν σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, ούτε μέσα από την κοινότητα ούτε μέσα από τον καπιταλισμό.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Frederick Engels, ,,Nachwort“, στο Frederick Engels, Internationales aus dem Volksstaat (1871-75), Βερολίνο [Ιανουάριος] 1894. Διαθέσιμο στο: https://web.archive.org/web/20160310034336/http://www.mlwerke.de/me/me22/me22_421.htm.

Frederick Engels, “Afterword”, MECW, τόμος 27, σελ. 421. Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://marxists.architexturez.net/archive/marx/works/1894/01/russia.htm.

 

Σημειώσεις

* [Σ.τ.Μ.:] Τα δύο άρθρα του Ένγκελς που μεταφράζουμε εδώ είχαν μεταφραστεί και παλιότερα και συμπεριληφθεί σε έναν τόμο με κείμενα του Ένγκελς: Engels Fr., «Το κοινωνικό πρόβλημα στη Ρωσία», στο Engels Fr., Μελέτες και Άρθρα, Μπάυρον, Αθήνα 1975, σελ. 45-80, μετάφραση Λ. Αποστόλου.

[1] Σχετικά με την κατάσταση των αγροτών, συγκρίνετε, μεταξύ άλλων, την επίσημη έκθεση της κυβερνητικής επιτροπής για την αγροτική παραγωγή (1873), καθώς και το έργο του Skaldin, «W Zacholusti i w Stolice» (Στην πιο απομακρυσμένη επαρχία και στην πρωτεύουσα), Πετρούπολη 1870. Το τελευταίο έργο είναι ενός φιλελεύθερου συντηρητικού.

[2] Στην Πολωνία, ιδιαίτερα στην επαρχία Γκρόντνο, όπου η αριστοκρατία καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό από την εξέγερση του 1863, οι αγρότες αγοράζουν ή νοικιάζουν συχνά κτήματα από τους αριστοκράτες και τα καλλιεργούν χωρίς να τα μοιράζουν και για λογαριασμό τους συλλογικά. Και αυτοί οι αγρότες δεν έχουν κοινοτική ιδιοκτησία εδώ και αιώνες και δεν είναι Μεγαλορώσοι, αλλά Πολωνοί, Λιθουανοί και Λευκορώσοι.

[1] [Σ.τ.Μ.] Ο Γιοχάννες Μπύκλερ (ψευδώνυμο Σίντερχανες, 1778-1803) ήταν Γερμανός ληστής που έγινε λαϊκός ήρωας. Έδρασε στη δυτική όχθη του Ρήνου που βρισκόταν υπό γαλλική κατοχή και έγινε πολύ γνωστός όταν κατάφερε να δραπετεύσει από μία φυλακή υψίστης ασφαλείας για την εποχή. Εκτελέστηκε από τους Γάλλους στο Μάιντς.

[3] [Σ.τ.Μ.] Г. В. Плеханов, Наши разногласия, Γενεύη, 1885, σελ. 16, 17· διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/russkij/plekhano/Vol2/ch04/ch040.html· Georgi Plekhanov, “Our Differences” στο G. Plekhanov, Selected Philosophical works, τόμος 1, Μόσχα χ.χ.έ., σσ. 122-399. διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/plekhanov/1885/ourdiff/index.html.

[4] [Σ.τ.Μ.] «Το σύστημα των μαρκ είναι μια κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στην κοινή ιδιοκτησία και κοινή καλλιέργεια της γης από μικρές ομάδες ελεύθερων ανθρώπων. Τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά, το μαρκ ήταν μια ανεξάρτητη κοινότητα, και τα πρώτα μέλη της ήταν αναμφίβολα συγγενείς εξ αίματος. [...] Γενικά θεωρείται ότι οι εκτάσεις του χωριού mark χωρίζονταν σε τρία μέρη: δάσος, λιβάδι και αρόσιμη γη, και όπως και στο φεουδαρχικό σύστημα που αργότερα επικράτησε αλλού, υιοθετήθηκε ένα σύστημα εναλλαγής καλλιεργειών σε δύο, τρία ή ακόμα και έξι χωράφια, με κάθε μέλος της κοινότητας να έχει δικαιώματα βόσκησης στο δάσος και στο λιβάδι, καθώς και ένα ορισμένο μερίδιο της αρόσιμης γης. Το μαρκ ήταν μια αυτοδιοικούμενη κοινότητα.» “Mark System”, Encyclopædia Britannica, τόμος 17, 1911· διαθέσιμο στο Wikisource, https://en.wikisource.org/wiki/1911_Encyclop%C3%A6dia_Britannica/Mark_System.

[5] [Σ.τ.Μ.] «Ο όρος ζάντρουγκα [задруга] αναφέρεται σε ένα είδος αγροτικής κοινότητας που ήταν ιστορικά κοινή μεταξύ των Νοτίων Σλάβων. Αρχικά, η ζάντρουγκα αποτελούταν γενικά από μια εκτεταμένη οικογένεια ή μια φατρία συγγενικών οικογενειών, οι οποίες κατείχαν από κοινού την περιουσία, τα κοπάδια και τα χρήματα τους, με το γηραιότερο μέλος (πατριάρχη) να κυβερνά και να λαμβάνει τις αποφάσεις για την οικογένεια, αν και μερικές φορές, λόγω μεγάλης ηλικίας, αναθέτει αυτό το δικαίωμα σε έναν από τους γιους του. […] Μέσα στη ζάντρουγκα, όλα τα μέλη της οικογένειας εργάζονταν για να εξασφαλίσουν ότι ικανοποιούνταν οι ανάγκες όλων των άλλων μελών.» “Zadruga”, Wikipedia, https://en.wikipedia.org/wiki/Zadruga.

[6] [Σ.τ.Μ.] Καρλ Μαρξ, «Επιστολή στο Οτετσεστβένιε Ζαπίσκι», e la libertà, 22 Απριλίου 2025, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/10101-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF-%C2%AB%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B2%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%B5-%CE%B6%CE%B1%CF%80%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9%C2%BB.

Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 15 Αυγούστου 2026 18:08