Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Σάββατο, 22 Αυγούστου 2026 23:13

Αποικιοκρατία και αντιαποικιοκρατία στη Δεύτερη Διεθνή

Αντιπρόσωποι στο Διεθνές Συνέδριο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς στο Άμστερνταμ τον Αύγουστο του 1904, στο κτίριο της Γενικής Ένωσης Εργατών Διαμαντιών των Κάτω Χωρών. Από αριστερά προς τα δεξιά: Τσιπριάνι, Βαν Κολ, Τρούλστρα, Χάιντμαν, Ουγάρτε, Μπέλφορτ Μπαξ, Νέμετς, Βαγιάν, Όλαφ Κρίνγκεν, Σόουκουπ, Καταγιάμα, Ρόζ;α Λούξεμπουργκ, Άντλερ, Βαλέτσκι, Μόρις Χίλκουιτ, Βαντερβέλντε, Καμπιέ, Ναορότζι, Λονγκέ, Ανσέιλε και Φέρι. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον Cornelis Leenheer, ο οποίος έχει τραβήξει και πολλές άλλες φωτογραφίες από τις δραστηριότητες του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος Ολλανδίας (SDAP) (Wikimedia)

 

 

Εισαγωγικό σημείωμα του elaliberta.gr: Το άρθρο του Donald Parkinson αποτελεί μια αρκετά λεπτομερή και οξυδερκή παρουσίαση της εξέλιξης του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το ζήτημα της αποικιοκρατίας, τόσο από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, όσο και από τους σοσιαλιστές της Β΄ Διεθνούς, μέχρι το 1914. Σύμφωνα με την άποψη του συγγραφέα, ο «ευρωκεντρισμός» (που απορρέει από τον οικονομισμό) ήταν μια υπαρκτή πτυχή της σκέψης του Μαρξ και του Ένγκελς, η οποία στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε καθώς στις αναλύσεις τους άρχισε να αναπτύσσεται μια κριτική προς την αποικιοκρατία και υπεράσπιση των αντιστάσεων των αποικιοκρατούμενων λαών. Όμως ένα πολύ μεγάλο μέρος των σοσιαλιστών της Β΄ Διεθνούς κατέληξε να υποστηρίζει ότι η αποικιοκρατία έπαιζε έναν προοδευτικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη, αν και η θέση αυτή δεν επικράτησε ποτέ μέχρι το 1914 (εξαιτίας ισχυρών αντιδράσεων σοσιαλιστών/στριών, όπως η Λούξεμπουργκ, ακόμα και ο Κάουτσκι.) Ο συγγραφέας έχει απόλυτο δίκιο σε όλα αυτά. Θα θέλαμε όμως να επισημάνουμε τη διαφωνία μας με τα καταληκτικά του συμπεράσματα και κυρίως με τη θέση του περί «υπερεκμετάλλευσης του παγκόσμιου Νότου» από τον ιμπεριαλισμό σήμερα. Θέσεις όπως αυτή παραβλέπουν την πραγματικότητα, ότι μετά την ανεξαρτησία των πρώην αποικιοκρατούμενων περιοχών συγκροτήθηκαν στις νέες χώρες εθνικές αστικές τάξεις οι οποίες έχουν ενταχθεί στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα και μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, όπως η Κίνα, σε ηγεμονικές βαθμίδες. Οι λαοί όλων αυτών των χωρών πληρώνουν σήμερα το τίμημα (σε εκμετάλλευση και καταπίεση) για τις ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες των δικών τους καπιταλιστών.

 

 

Donald Parkinson

 

Αποικιοκρατία και αντιαποικιοκρατία στη Δεύτερη Διεθνή

 

 

Σήμερα, που ο μαρξισμός φαίνεται να δέχεται συνεχείς ιδεολογικές επιθέσεις, ακούμε τον ισχυρισμό ότι ο μαρξισμός είναι μια ευρωκεντρική ιδεολογία, ότι είναι μια βασική αφήγηση του ευρωπαϊκού κόσμου. Θα μπορούσε να είναι δελεαστικό να απορρίψουμε απλώς αυτόν τον ισχυρισμό εκ προοιμίου. Εξάλλου, οι περισσότεροι μαρξιστές σήμερα ζουν στον μη ευρωπαϊκό και μη λευκό κόσμο, εμπνεόμενοι από τον ρόλο που έπαιξε ο μαρξισμός στους αντιαποικιακούς αγώνες. Ωστόσο, πρέπει πάντα να δίνουμε προσοχή στους επικριτές μας, ανεξάρτητα από το πόσο κακόπιστοι μπορεί να είναι. Μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τα δικά μας τυφλά σημεία και αδυναμίες και να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη το ζήτημα του ευρωκεντρισμού και να εμπλακούμε σε μια αυτοκριτική των δικών μας ιδεών. Μια πιο προσεκτική ματιά τόσο στα έργα του Μαρξ όσο και στην ιστορία της μαρξιστικής πολιτικής μάς δείχνει ότι πράγματι υπήρχαν ευρωκεντρικά ρεύματα στη σκέψη του Μαρξ. Ωστόσο, μέσω της ικανότητάς του να αξιολογεί κριτικά τον εαυτό του, ο μαρξισμός έχει, με διαφορετικό βαθμό επιτυχίας, ξεπεράσει τον ευρωκεντρισμό του για να αναπτύξει έναν πραγματικό οικουμενισμό, ενάντια σε έναν ψευδή οικουμενισμό που χρησιμεύει μόνο για να καλύψει έναν βαθύτερο ευρωπαϊκό επαρχιωτισμό.

Ο μαρξισμός αναπτύχθηκε στην Ευρώπη ως μια κοσμοθεωρία που αποσκοπούσε στην χειραφέτηση του κόσμου από την ταξική κοινωνία. Αυτή είναι η πηγή της σύγκρουσης στο εσωτερικό του μαρξισμού: από τη μία πλευρά υπάρχει το οικουμενικό πεδίο εφαρμογής του μαρξισμού, μια ιδεολογία που έχει ως στόχο να ενώσει όλη την ανθρωπότητα σε έναν κοινό αγώνα. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει η πηγή του μαρξισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μια ιδεολογία που διαμορφώθηκε από τις συγκεκριμένες διαδικασίες καπιταλιστικής ανάπτυξης οι οποίες ανύψωσαν την Ευρώπη σε μια οικονομική δύναμη που στέκεται πάνω από τον υπόλοιπο κόσμο. Θα ήταν ανόητο να απορρίψουμε απλώς τις κατηγορίες ότι ο μαρξισμός περιέχει ευρωκεντρικά στοιχεία που βρίσκονται σε σύγκρουση με την οικουμενικότητά του. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα αυτών των συγκρούσεων στο μαρξισμό από τις διαφορετικές απόψεις για την αποικιοκρατία στο εσωτερικό του κινήματος.

Η αποικιοκρατία στην ιστορία της μαρξιστικής σκέψης λειτούργησε ως πρόκληση για τον μαρξισμό να ξεπεράσει τον δικό του ευρωκεντρισμό. Μέσα στα έργα του Μαρξ μπορεί κανείς να βρει διαφορετικές προσεγγίσεις για την αποικιοκρατία, οι οποίες θα μπορούσαν να διαβαστούν ως απολογητικές της αποικιακής επέκτασης ή ως κατηγορηματικά ενάντια σε αυτήν, υποστηρίζοντας τους αγώνες των αποικιοκρατούμενων λαών ενάντια στην απαλλοτρίωσή τους. Κατά συνέπεια, οι οπαδοί του Μαρξ οι οποίοι συγκρότησαν τα μαζικά κόμματα που έγιναν γνωστά ως Δεύτερη Διεθνής δεν είχαν μια ενιαία θέση για την αποικιοκρατία που θα μπορούσαν να πάρουν από τον Μαρξ. Αντίθετα, υπήρχε μια σειρά από συχνά αντιφατικές θέσεις για την αποικιοκρατία μέσα στο έργο του, οι οποίες παρείχαν δικαιολογίες τόσο για την υποστήριξη της αποικιοκρατίας όσο και για την καταπολέμησή της. Υπήρχε επίσης μια θεωρητική κληρονομιά εντός του μαρξισμού, ο οικονομιστικός αναπτυξιοκρατισμός, που θα χρησιμοποιούνταν για να δικαιολογήσει την αποικιοκρατία στο όνομα του σοσιαλισμού.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτές τις εντάσεις στον μαρξισμό, θα πρέπει να εξετάσουμε τις απόψεις του Μαρξ για την αποικιοκρατία και τις πρώτες μεγάλες συζητήσεις για την αποικιοκρατία στη Δεύτερη Διεθνή. Αυτές οι συζητήσεις αποτελούν σημαντικό μέρος μιας ευρύτερης ιστορικής αφήγησης, κατά την οποία ο μαρξισμός αναπτύχθηκε ως ιδεολογία στην Ευρώπη και έγινε δελεαστική υπόσχεση για αμέτρητες αντιαποικιακές εξεγέρσεις εναντίον της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Ο μαρξισμός μπόρεσε να ξεπεράσει τον αρχικό του ευρωκεντρισμό, αλλά όχι χωρίς έναν εσωτερικό αγώνα του ίδιου και των διανοουμένων του. Κατανοώντας καλύτερα την ιστορία αυτής της ιδεολογικής πάλης, μπορούμε να εντοπίσουμε καλύτερα τα θεωρητικά λάθη που εμπόδισαν τον μαρξισμό να γίνει μια πραγματικά οικουμενική κοσμοθεωρία, η οποία θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως πολιτικό δόγμα για τη χειραφέτηση του κόσμου, όχι μόνο της Ευρώπης.

 

Ο Μαρξ για την αποικιοκρατία

Αρχικά, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τις απόψεις του ίδιου του Μαρξ για την αποικιοκρατία και την εξέλιξή τους κατά τη διάρκεια της ζωής του. Οι απόψεις του Μαρξ για την αποικιοκρατία δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρες και στο σύνολό τους μπορούν να θεωρηθούν ως ασυνεπείς και αντιφατικές, αφήνοντας περιθώρια για διαφορετικές ερμηνείες. Αυτή ακριβώς η ελευθερία ερμηνείας ήταν που επέτρεψε να μείνει ανοικτό το ζήτημα της αποικιοκρατίας για τους πρώτους οπαδούς του. Μέσα στο έργο του Μαρξ μπορεί κανείς να βρει, από τη μία πλευρά, μια άποψη για την οικονομική ανάπτυξη και την ιστορική πρόοδο που υποδηλώνει ότι η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία ήταν προάγγελος της προόδου, φέρνοντας στον «απολίτιστο κόσμο» τον «πολιτισμό», θέτοντας τους σπόρους για την καπιταλιστική ανάπτυξη και επομένως την προλεταριακή επανάσταση. Από την άλλη πλευρά, στα μεταγενέστερα έργα του Μαρξ μπορεί κανείς να εντοπίσει τα πρώτα σημάδια μιας αντιιμπεριαλιστικής και αντιαποικιοκρατικής πολιτικής.

Στο γνωστό Κομμουνιστικό Μανιφέστο του, που γράφτηκε το 1848, ο Μαρξ εμφανίζεται σχεδόν σαν απολογητής της αποικιοκρατίας, επισημαίνοντας την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παγκόσμιας αγοράς ως επίτευγμα μιας ιστορικά προοδευτικής αστικής τάξης και την αποικιοκρατία ως μέσο με το οποίο εγκαθιδρύεται αυτή η παγκόσμια αγορά:

«Με τη γρήγορη βελτίωση όλων των εργαλείων παραγωγής, με την απεριόριστη διευκόλυνση των επικοινωνιών, η αστική τάξη τραβάει στον πολιτισμό όλα, ακόμα και τα πιο βάρβαρα έθνη. Οι φτηνές τιμές των εμπορευμάτων της είναι το βαρύ πυροβολικό που γκρεμίζει όλα τα σινικά τείχη, και που αναγκάζει να συνθηκολογήσει ακόμα και το πιο σκληροτράχηλο μίσος των βαρβάρων ενάντια στους ξένους. Αναγκάζει όλα τα έθνη να δεχτούν τον αστικό τρόπο παραγωγής, αν δεν θέλουν να χαθούν. Τα αναγκάζει να εισαγάγουν στη χώρα τους το λεγόμενο πολιτισμό, δηλαδή να γίνουν αστοί. Με μια λέξη, δημιουργεί έναν κόσμο “κατ’ εικόνα της”.»[1]

Αναφερόμενος στα «σινικά τείχη», ο Μαρξ υπαινίσσεται με έμφαση ότι ο Πρώτος Πόλεμος του Οπίου της Αγγλίας κατά της Κίνας ήταν μακροπρόθεσμα ιστορικά αναγκαίος και προοδευτικός, φέρνοντας ένα «βάρβαρο έθνος» στον «πολιτισμό». Για τον Μαρξ το 1848, η αποικιοκρατία δεν ήταν κάτι που έπρεπε να καταδικαστεί και να καταπολεμηθεί, αλλά μάλλον ήταν μέρος μιας ιστορικής διαδικασίας μέσω της οποίας ο καπιταλισμός θα κατακτούσε τον κόσμο και θα δημιουργούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για ένα κομμουνιστικό μέλλον, με όλα τα έθνη να περνούν από μια παρόμοια πορεία ανάπτυξης. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, οι απόψεις του Μαρξ επί του θέματος θα εξελίσσονταν.

Αφού μετακόμισε στο Λονδίνο το 1849, ο Μαρξ ακολούθησε καριέρα δημοσιογράφου και έγραψε μια σειρά άρθρων για τις μη δυτικές κοινωνίες. Ένα από τα πρώτα από αυτά ήταν το άρθρο του 1853, «Η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία». Σε αυτό το άρθρο, ο Μαρξ εκφράζει τη συμπάθειά του για τα θύματα της βρετανικής αποικιοκρατίας στην Ινδία, ενώ ταυτόχρονα βλέπει τον βρετανικό ιμπεριαλισμό ως ουσιαστικά προοδευτικό, υποστηρίζοντας ότι:

«Η εγγλέζικη παρέμβαση έβαλε το κλωστήριο στο Λανκασάιαρ και τον αργαλειό στη Βεγγάλη ή σάρωνε τον Ινδό κλωστοϋφαντουργό, διαλύοντας αυτές τις μικρές μισοβάρβαρες-μισοπολιτισμένες κοινότητες, ανατινάζοντας την οικονομική τους βάση, και παράγοντας έτσι τη μεγαλύτερη και, για να πούμε την αλήθεια, τη μοναδική κοινωνική επανάσταση που συντελέστηκε ποτέ στην Ασία.»[2]

Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι μέσω της αποικιοκρατικής διαδικασίας, οι Βρετανοί ουσιαστικά φέρνουν στην ιστορία μια στάσιμη και καθυστερημένη κοινωνία και μόνο μέσω της παρέμβασης και της διατάραξης αυτού του κοινωνικού σχηματισμού μπορεί η Ινδία να γίνει πραγματικός παίκτης στην παγκόσμια σκηνή της ιστορίας. Ωστόσο, αυτή η μονόπλευρη άποψη δεν θα παραμείνει σταθερή στον ίδιο τον Μαρξ. Στο καταληκτικό κείμενο της σειράς άρθρων του για την Ινδία το 1853, «Οι μελλοντικές συνέπειες της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία», υποστήριζε την ανάγκη μιας κοινωνικής επανάστασης στη Βρετανία για την αμφισβήτηση της αποικιοκρατικής πολιτικής και υπεδείκνυε επίσης τη δυνατότητα ενός κινήματος εθνικής ανεξαρτησίας από τη βρετανική κυριαρχία. Καταδίκαζε επίσης τη «βαθιά υποκρισία και την έμφυτη βαρβαρότητα του αστικού πολιτισμού», οι οποίες «ορθώνονται απογυμνωμένες από κάθε πέπλο μπροστά στα μάτια μας, όταν στραφούμε από τη μητρόπολη, όπου αυτός παίρνει σεβάσμιες μορφές, στις αποικίες, όπου περιφέρεται γυμνός.»[3]

Η ασάφεια του Μαρξ εδώ μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα αυτού που η ακαδημαϊκος Erica Benner αποκαλεί «διττή επίθεση στις αντικρουόμενες αντιδράσεις των Βρετανών βουλευτών στην κυβερνητικά υποστηριζόμενη προσάρτηση των “ιθαγενών” ινδικών κρατών».[4] Στη μία πλευρά αυτής της σύγκρουσης βρίσκονταν οι μεταρρυθμιστές που καταδίκαζαν την αποικιοκρατία ως καθαρό έγκλημα, ενώ στην άλλη πλευρά βρίσκονταν εκείνοι που έβλεπαν την αποικιοκρατία ως ιστορική αναγκαιότητα. Για τον Μαρξ, οι πρώτοι ήταν ανίκανοι ηθικολόγοι, ενώ οι δεύτεροι απλώς απολογητές της αστικής κυριαρχίας υπό το πρόσχημα του πατριωτισμού. Ο Μαρξ προσπάθησε να πάρει θέση ανάμεσα σε αυτά τα δύο στρατόπεδα. Η απλή ηθική καταδίκη της αποικιοκρατίας φαινόταν να υποδηλώνει την επιστροφή σε μια μυθική χρυσή εποχή πριν από την επαφή, ενώ η επιβεβαίωση του δικαιώματος της αυτοκρατορίας να προσαρτήσει την Ινδία θα δικαιολογούσε τα γυμνά αστικά συμφέροντα. Αναζητώντας μια θέση πέρα από αυτό το διπολικό σύστημα, ο Μαρξ προσπάθησε να αναπτύξει μια θέση που θα μπορούσε να δρέψει τα «οφέλη» της αποικιοκρατίας, ενώ παράλληλα θα εξακολουθούσε να κοιτάζει πέρα από αυτήν.

Στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1850 οι απόψεις του Μαρξ για την αποικιοκρατία θα εξελιχθούν εντυπωσιακά σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες απόψεις του. Στη σειρά άρθρων του 1857-59 για την Κίνα και τον Δεύτερο Πόλεμο του Οπίου, απουσιάζει κάθε εγκωμιαστική αναφορά στις προοδευτικές συνέπειες της αποικιοκρατίας στην Κίνα. Αντίθετα, ο Μαρξ επικεντρώθηκε στη σφοδρή καταδίκη της γαλλικής και βρετανικής αποικιοκρατίας, φτάνοντας στο σημείο να αναφέρει με ικανοποίηση ότι οι Βρετανοί και οι Γάλλοι είχαν 500 απώλειες και να χλευάζει τους Βρετανούς συντάκτες που διακήρυτταν την ανωτερότητά τους έναντι των Κινέζων. Ο Μαρξ υποστήριξε επίσης μια πιο αντιαποικιοκρατική θέση στα άρθρα του για την ινδική εξέγερση του 1857-58, και σε μια επιστολή του προς τον Ένγκελς τον Ιανουάριο του 1858 είπε στον στενό θεωρητικό και πολιτικό του συνεργάτη ότι «η Ινδία είναι τώρα ο καλύτερος σύμμαχός μας.»[5]

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1850, ο Μαρξ θα μετακινηθεί από το να θεωρεί την αποικιοκρατία προοδευτική στο να υποστηρίζει τις αντιαποικιακές εξεγέρσεις. Επίσης, υποστήριξε την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας από τη Μεγάλη Βρετανία και της Πολωνίας από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, αγωνιζόμενος για αυτές τις θέσεις μέσα στην Πρώτη Διεθνή και το βρετανικό εργατικό κίνημα. Τόσο ο Μαρξ όσο και ο Ένγκελς υιοθέτησαν τη θέση ότι οι Βρετανοί εργάτες πρέπει να υποστηρίξουν την εθνική απελευθέρωση της Ιρλανδίας προκειμένου να καταπολεμήσουν τον αντι-ιρλανδικό σοβινισμό στο εργατικό κίνημα. Αυτό ήταν μια εξέλιξη από μια προηγούμενη θέση, ότι η απελευθέρωση της Ιρλανδίας θα ερχόταν μέσω της ενσωμάτωσης σε μια σοσιαλιστική πολυεθνική Βρετανία.[6] Αντί να θεωρούν αδύνατο τον διαχωρισμό της Ιρλανδίας, ήταν πλέον αναπόφευκτος αν επρόκειτο να επιτευχθεί η ενότητα του εργατικού κινήματος. Μόνο μετά τον διαχωρισμό της Ιρλανδίας από τη Βρετανική Αυτοκρατορία θα μπορούσε να σχηματιστεί ένα πολυεθνικό σοσιαλιστικό κράτος. Η συγχώνευση των εθνών σε μια σοσιαλιστική δημοκρατία θα έπρεπε να γίνει με τους όρους των Ιρλανδών και όχι των Βρετανών:

«Η πρώτη προϋπόθεση για τη χειραφέτηση εδώ –η ανατροπή της βρετανικής ολιγαρχίας των γαιοκτημόνων– παραμένει αδύνατη, επειδή το προπύργιό της εδώ δεν μπορεί να καταληφθεί όσο κρατάει το ισχυρά οχυρωμένο φυλάκιό της στην Ιρλανδία. Μόλις όμως οι υποθέσεις βρεθούν στα χέρια του ίδιου του ιρλανδικού λαού, μόλις αυτός γίνει ο νομοθέτης και κυβερνήτης του εαυτού του, μόλις γίνει αυτόνομος, η κατάργηση εκεί της γαιοκτημονικής αριστοκρατίας (που σε μεγάλο βαθμό είναι τα ίδια άτομα με τους Άγγλους γαιοκτήμονες) θα είναι απείρως ευκολότερη από ό,τι εδώ, γιατί στην Ιρλανδία δεν είναι μόνο ένα απλό οικονομικό ζήτημα αλλά ταυτόχρονα και ένα εθνικό ζήτημα, γιατί οι γαιοκτήμονες εκεί δεν είναι, όπως στην Αγγλία, οι παραδοσιακοί αξιωματούχοι και εκπρόσωποι του έθνους αλλά οι ηθικά μισητοί καταπιεστές του.»[7]

Από αυτό μπορεί κανείς να δει την εξέλιξη της λενινιστικής θέσης για το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση. Αυτή η θέση επέτρεπε την κατηγορηματική καταδίκη της αποικιοκρατίας, χωρίς να καταφεύγει σε έναν ηθικιστικό φετιχισμό της παραδοσιακής προ-αποικιακής κοινωνίας. Ο Μαρξ συνέδεσε την απελευθέρωση της εργατικής τάξης στη μητρόπολη με την εθνική απελευθέρωση της αποικίας, δημιουργώντας μια προοπτική επανάστασης που έθετε τη δράση στα χέρια των αποικιοκρατούμενων αντί να τους αφήνει παθητικά αντικείμενα που θα απελευθερωθούν από την εργατική τάξη των πιο προηγμένων εθνών. Ο Ένγκελς συνέχισε αυτή τη θέση μετά το θάνατο του Μαρξ όσον αφορά την Ινδία και άλλες αποικίες, δηλώνοντας ότι το προλεταριάτο στη μητρόπολη δεν μπορούσε «να επιβάλει καμία ευτυχία οποιουδήποτε είδους σε οποιοδήποτε ξένο έθνος χωρίς να υπονομεύσει τη δική του νίκη με αυτόν τον τρόπο». Ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε να έρθει στους αποικιοκρατούμενους λαούς με τις ιμπεριαλιστικές ξιφολόγχες· αντίθετα, οι αποικίες έπρεπε να «οδηγηθούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην ανεξαρτησία.»[8]

Από αυτά τα στοιχεία είναι σαφές ότι ο Μαρξ (και ο Ένγκελς) ξεκίνησε με μια πιο διφορούμενη και ακόμη και θετική άποψη για την αποικιοκρατία και προχώρησε σε μια πιο κριτική άποψη, αναπτύσσοντας τα πρώτα στοιχεία ενός αντιαποικιακού μαρξισμού. Ωστόσο, αυτές οι αντιαποικιακές θέσεις εντοπίζονταν κυρίως αποσπασματικά σε επιστολές και όχι συστηματοποιημένες σε μαζικά διακινούμενο υλικό για ακτιβιστική δράση. Ως εκ τούτου, όταν ανέπτυσσαν μια πολιτική βασισμένη στις απόψεις του Μαρξ, οι οπαδοί του μπορούσαν να επιλέγουν με εκλεκτικιστικό τρόπο συγκεκριμένα αποσπάσματα από τα έργα του για να ενισχύσουν θέσεις που ήταν απολογητικές της αποικιοκρατίας. Αν και θα πρέπει να είμαστε επικριτικοί απέναντι σε μια τέτοια σχολαστική προσέγγιση της πολιτικής, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί από τους μαρξιστές της Δεύτερης Διεθνούς δικαιολογούσαν τις θέσεις τους με αναγνώσεις του Μαρξ.

 

Ο Μπερνστάιν εναντίον του Μπαξ για την αποικιοκρατία

Το 1889 με την ίδρυση της Δεύτερης Διεθνούς ξεκίνησε μια εποχή μαρξισμού χωρίς τον Μαρξ και το 1895 χωρίς τον Ένγκελς. Η σοφία των ιδρυτών σύντομα δεν θα αποτελούσε πλέον οδηγό για το κίνημα και μια νέα γενιά διανοουμένων θα έπρεπε να μεταφέρει τη δάδα. Το έργο του Μαρξ και του Ένγκελς, ενώ παρείχε ένα θεωρητικό πλαίσιο για ζητήματα όπως η αποικιοκρατία και ο ιμπεριαλισμός, δύσκολα παρείχε μια πλήρη, περιεκτική απάντηση για τη σωστή αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων. Δεν αναπτύχθηκε μια ενιαία κομματική γραμμή που θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Θα εξαρτιόταν από τη συζήτηση και τη διαβούλευση στο πλαίσιο της ένωσης για να καθοριστεί η σωστή πορεία προς τα εμπρός.

Το 1896, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Ένγκελς, η συζήτηση αναζωπυρώθηκε, με τις δύο πιο εξέχουσες φωνές στη διαμάχη να είναι ο Γερμανός Έντουαρντ Μπερνστάιν και ο Βρετανός Μπέλφορτ Μπαξ. Οι συζητήσεις αυτές προκλήθηκαν από την αυξανόμενη ένταση μεταξύ των Αρμενίων και του σουλτανικού καθεστώτος στην Τουρκία, με τη Γερμανία να είναι έτοιμη να παρέμβει υπέρ των Αρμενίων. Στο άρθρο του «Η γερμανική σοσιαλδημοκρατία και οι τουρκικές ταραχές» του 1896, ο Μπερνστάιν επιχειρηματολόγησε σθεναρά υπέρ της υποστήριξης των Αρμενίων, χρησιμοποιώντας το ρητορικό σχήμα ότι τα πιο «προηγμένα» έθνη έχουν ιστορικό καθήκον να «εκπολιτίσουν τους άγριους». Τα επιχειρήματά του θα ήταν δύσκολο να διακριθούν από τη ρητορική των ίδιων των αποικιοκρατών, καθώς υποστήριζε:

«Η Αφρική φιλοξενεί φυλές που διεκδικούν το δικαίωμα να κάνουν εμπόριο σκλάβων και που μπορούν να εμποδιστούν να το κάνουν μόνο από τα πολιτισμένα έθνη της Ευρώπης. Οι εξεγέρσεις τους εναντίον των τελευταίων δεν προκαλούν τη συμπάθειά μας και σε ορισμένες περιπτώσεις θα προκαλέσουν την έμπρακτη αντίθεσή μας. Το ίδιο ισχύει και για εκείνες τις βάρβαρες και ημιβάρβαρες φυλές που βγάζουν τακτικά τα προς το ζην εισβάλλοντας σε γειτονικούς γεωργικούς λαούς, κλέβοντας βοοειδή, κ.λπ. Οι φυλές που είναι εχθρικές ή ανίκανες για πολιτισμό δεν μπορούν να διεκδικήσουν τη συμπάθειά μας όταν εξεγείρονται κατά του πολιτισμού.»[9]

Ο Μπερνστάιν επεδίωκε βέβαια να προσδώσει στην απροκάλυπτη αποικιοκρατική απολογητική του στάση μια ανθρωπιστική πτυχή, προσθέτοντας: «Θα καταδικάσουμε και θα αντιταχθούμε σε ορισμένες μεθόδους υποταγής των αγρίων».[10] Ωστόσο, στο τέλος ο Μπερνστάιν υποστήριξε ότι η αποικιοκρατία ήταν προοδευτική και θα έπρεπε να υποστηριχθεί, ότι ήταν μέρος μιας ιστορικής διαδικασίας κατά την οποία οι καθυστερημένες κοινωνίες θα οδηγούνταν στον πολιτισμό. Ως εκ τούτου, επιχειρηματολογούσε υπέρ της γερμανικής υποστήριξης στην υπόθεση των Αρμενίων κατά της Τουρκίας χρησιμοποιώντας αυτή τη γραμμή σκέψης.

Ο Μπέλφορτ Μπαξ, ένας θεωρητικός του SDF[11], ο οποίος, όπως και ο Μπερνστάιν, ήταν επίσης αμφιλεγόμενος, απάντησε στον Μπερνστάιν με τον σκληρό τίτλο «Ο Γερμανός Φαβιανός Μεταστραφής μας: ή ο Σοσιαλισμός Σύμφωνα με τον Μπερνστάιν». Ξεκινώντας την απάντησή του κατηγορούσε τον Μπερνστάιν για «φιλισταϊσμό» και στη συνέχεια ο Μπαξ επιτίθονταν στα επιχειρήματα του Μπερνστάιν σε τρία μέτωπα. Το πρώτο ήταν ότι ο σοσιαλισμός δεν ήταν το ισοδύναμο αυτού που οι αστοί αποικιοκράτες ονόμαζαν πολιτισμό, αλλά μάλλον η άρνησή του, ότι ο «πολιτισμός» που επιβλήθηκε στους αποικιοκρατούμενους πληθυσμούς δεν είχε καμία σχέση με αυτόν που θα έπρεπε να υποστηρίζουν οι σοσιαλιστές.

Στο δεύτερο σημείο του, ο Μπαξ υποστήριζε ότι ενώ ήταν σωστό ότι ο καπιταλισμός ήταν προϋπόθεση για τον σοσιαλισμό, δεν ήταν απαραίτητο ο καπιταλισμός να εξαπλωθεί σε κάθε γωνιά της γης:

«Οι υπάρχουσες ευρωπαϊκές φυλές και τα παρακλάδια τους, χωρίς να εξαπλωθούν πέρα από τις σημερινές τους έδρες, είναι αρκετά επαρκείς για να πραγματοποιήσουν την Κοινωνική Επανάσταση, αφήνοντας εν τω μεταξύ τις άγριες και βάρβαρες κοινότητες να επεξεργαστούν τη δική τους κοινωνική σωτηρία με τον δικό τους τρόπο. Η απορρόφηση αυτών των κοινοτήτων στη σοσιαλιστική παγκόσμια τάξη θα ήταν τότε μόνο θέμα χρόνου.»[12]

Αυτό θα μπορούσε να συνδεθεί με το τρίτο μέρος της αντίκρουσης του Μπερνστάιν από τον Μπαξ, το οποίο ήταν ότι η αποικιοκρατία, αντί να εξαπλώσει τον καπιταλισμό για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις του σοσιαλισμού, στην πραγματικότητα έδωσε στον καπιταλισμό μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Η καπιταλιστική υπερπαραγωγή, έκφραση των ίδιων των εσωτερικών της αντιφάσεων, ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την ώθηση των καπιταλιστικών εθνών να ανταγωνιστούν για αποικιακά εδάφη και να εμπλακούν σε αποικιακές κατακτήσεις. Με το άνοιγμα νέων αγορών για εμπορεύματα και φθηνή εργασία, ο καπιταλισμός θα «άμβλυνε» τις εσωτερικές του τάσεις κρίσης, καθυστερώντας έτσι την «τελική κρίση» που θα επέτρεπε την επαναστατική καταστροφή του. Ως εκ τούτου, ο Μπαξ έθετε το ακριβώς αντίθετο επιχείρημα από αυτό του Μπερνστάιν: αντί να υποστηρίζει τα αποικιοκρατικά εγχειρήματα, έστω και με «ανθρώπινο» τρόπο, η Σοσιαλδημοκρατία θα έπρεπε να υποστηρίζει όλα τα κινήματα αντίστασης κατά της αποικιοκρατίας, ανεξάρτητα από το πόσο αντιδραστικά μπορεί να ήταν, καθώς η νίκη τους θα αύξανε τις εσωτερικές αντιφάσεις του καπιταλισμού και θα επιτάχυνε την καταστροφή του.

Η επόμενη απάντηση του Μπερνστάιν στον Μπαξ, «Ανάμεσα στους Φιλισταίους: Μια Ανταπάντηση στον Μπέλφορτ Μπαξ», επαναλάμβανε κυρίως τα προηγούμενα επιχειρήματά του: ότι οι «άγριες φυλές» δεν αξίζουν καμία συμπάθεια από τους σοσιαλιστές, παρά την ανάγκη καταδίκης των πιο βάναυσων μορφών αποικιακής υποδούλωσης. Το ποιες ακριβώς μέθοδοι υποδούλωσης ήταν αποδεκτές και ποιες όχι δεν διευκρινίζεται από τον Μπερνστάιν, το μόνο σαφές μέρος αυτού του επιχειρήματος είναι ότι η υποδούλωση ήταν αναγκαία. Αυτή τη φορά ο Μπερνστάιν έκανε επίσης αναφορές στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς, υποστηρίζοντας ότι ο Μπαξ ήταν ιδεαλιστής που αγνοούσε ποιες θα ήταν οι θέσεις τους πάνω σε αυτό το θέμα. Αυτό αποκαλύπτει ότι οι αντιφατικές θέσεις για την αποικιοκρατία στα γραπτά του Μαρξ άφηναν αυτά τα ζητήματα ανοιχτά προς συζήτηση.[13]

Ο επόμενος γύρος των συζητήσεων μεταξύ του Μπαξ και του Μπερνστάιν συνεχίστηκε στα τέλη του 1897, με το άρθρο του Μπαξ, «Αποικιακή πολιτική και σωβινισμός». Τα επιχειρήματα σε αυτό το άρθρο δείχνουν μια εξέλιξη της σκέψης ως απάντηση στις θέσεις του Μπερνστάιν, τις οποίες ο Μπερνστάιν παρουσίαζε ως αυθεντικά μαρξιστικές επειδή υποστήριζε τον καπιταλισμό ως προοδευτική δύναμη που βασίζεται στην ελεύθερη εργασία και εξαπλώνεται μέσω της αποικιοκρατίας. Απαντώντας σε αυτή την αντίληψη, ο Μπαξ υποστήριζε ότι τα εργασιακά συστήματα στα αποικιοκρατούμενα έθνη δεν ήταν στην πραγματικότητα προοδευτικά συστήματα που βασίζονταν στην «ελεύθερη» μισθωτή εργασία, αλλά ένα σύστημα που «συνδυάζει όλα τα κακά και των δύο συστημάτων, της σύγχρονης μισθωτής εργασίας και της καστικής δουλείας, χωρίς να διαθέτει το κρίσιμο πλεονέκτημα της τελευταίας».[14] Ισχυριζόταν επίσης ότι ο σοβινισμός που συνδέεται με την αγγλοσαξονική κυριαρχία, η οποία επήλθε με την αποικιοκρατία, αποτελούσε εμπόδιο για μια μελλοντική αδελφοσύνη της ανθρωπότητας, επιφέροντας έναν παγκόσμιο πολιτισμό που θα κυριαρχείται από μια μόνο εθνοτική ομάδα. Αυτό το σημείο υποστηρίχθηκε με το επιχείρημα ότι η στάση του δεν ήταν απλώς μια ηθική στάση που βασιζόταν σε αφηρημένες έννοιες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά μάλλον μια στάση που βασιζόταν σε μια συγκεκριμένη στρατηγική για την ανατροπή του καπιταλισμού.[15] Σημαντικό είναι επίσης να σημειωθεί ότι ο Μπαξ βασιζόταν επίσης στα γραπτά του Μαρξ και του Ένγκελς για να διατυπώσει αυτά τα επιχειρήματα, απορρίπτοντας τη χρήση των επιχειρημάτων τους από τον Μπερνστάιν.

Ο Μπερνστάιν απάντησε σε αυτά τα επιχειρήματα με ένα άρθρο σε δύο μέρη, «Ο αγώνας της Σοσιαλδημοκρατίας και της κοινωνικής επανάστασης». Εδώ κατηγορούσε τον Μπαξ ότι δεν έβλεπε στερήσεις και καταπίεση εκεί όπου δεν υπάρχει καπιταλισμός, εμμένοντας ουσιαστικά σε μια ρομαντική άποψη για τις μη καπιταλιστικές κοινωνίες. Απαντώντας στο επιχείρημα του Μπαξ ότι τα συστήματα εργασίας που εισήχθησαν στις αποικίες δεν ήταν προοδευτικά και στην πραγματικότητα δεν βασίζονταν στην ελεύθερη εργασία, ο Μπερνστάιν πρόβαλε το επιχείρημα ότι αυτά τα αρχικά σκληρά και αντιδημοκρατικά συστήματα θα εξελιχθούν με φυσικό τρόπο σε δημοκρατικά, σαν αυτή η τάση να είναι εγγεγραμμένη στον ίδιο τον καπιταλισμό. Ανεξάρτητα από το κόστος, για τον Μπερνστάιν «οι άγριοι είναι καλύτερα υπό ευρωπαϊκή κυριαρχία.»[16]

Όσον αφορά τις ανησυχίες του Μπαξ σχετικά με την αγγλοσαξονική πολιτιστική κυριαρχία, ο Μπερνστάιν υποστήριζε απλώς ότι αυτή αντισταθμίζεται από τη Γαλλία και τη Γερμανία, οι οποίες συμμετέχουν ως ανταγωνιστές στην αποικιοκρατία. Ακόμη και αν αυτό δεν συνέβαινε, ο Μπερνστάιν θεωρεί ότι οι πολιτισμοί που έπεσαν θύματα της αποικιοκρατίας δεν έχουν δική τους εθνική ζωή, άρα είναι καλύτερα να αφομοιωθούν. Αυτό το επιχείρημα δεν είναι μόνο προφανώς σοβινιστικό, καθώς θεωρεί ότι μόνο οι Ευρωπαίοι έχουν αυθεντικό πολιτισμό, αλλά λειτουργεί σαν η ίδια κριτική που ασκεί ο Μπαξ να μην ισχύει ούτε για την ευρωπαϊκή κυριαρχία και όχι μόνο για την αγγλοσαξονική κυριαρχία[17].

Επίσης, βασικό στοιχείο της απάντησης του Μπερνστάιν στον Μπαξ είναι η διάψευση του ισχυρισμού του ότι η εναντίωση στην αποικιοκρατία θα επιταχύνει την «τελική κρίση» του καπιταλισμού. Ο Μπερνστάιν αντιτίθεται στην ιδέα ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει λόγω των εσωτερικών του τάσεων κρίσης και αντιθέτως υποστηρίζει τη σταδιακή μεταρρύθμιση του καπιταλισμού για τη μετατροπή του σε σοσιαλισμό. Μέσω αυτού του επιχειρήματος ο Μπερνστάιν θα βρεθεί σε ένα πολιτικό στρατόπεδο που απέκλινε εντελώς από τον επαναστατικό μαρξισμό της πλειοψηφίας του SPD, με το στρατόπεδό του στο κόμμα να χαρακτηρίζεται ως «ρεβιζιονιστικό»[18]. Ο Μπερνστάιν ξεκίνησε από τη θέση της υπεράσπισης της αποικιοκρατίας σε ορθόδοξη μαρξιστική βάση, μόνο και μόνο για να βρεθεί στην πορεία να εγκαταλείπει τον ορθόδοξο μαρξισμό.

 

Ο Καρλ Κάουτσκι για την αποικιοκρατία

Ο Καρλ Κάουτσκι, ίσως η πιο σεβάσμια πνευματική φωνή της Δεύτερης Διεθνούς, συντάχθηκε αρχικά με τον Μπερνστάιν στη συζήτηση, αποκαλώντας τον Μπαξ ιδεαλιστή[19]. Ωστόσο, καθώς η συζήτηση εξελισσόταν, οι απόψεις του Κάουτσκι για την αποικιοκρατία εξελίχθηκαν έτσι ώστε να κλίνει περισσότερο προς την κατεύθυνση της θέσης του Μπαξ στο πολιτικό της συμπέρασμα και να προσανατολίσει την επίσημη πολιτική του SPD προς μια πιο αντιαποικιακή κατεύθυνση. Μέχρι τη διάσκεψη της Στουτγάρδης το 1898, ο Κάουτσκι θα καταδίκαζε ανοιχτά τις απόψεις του Μπερνστάιν. Παρά την καταδίκη του Μπερνστάιν, μια πιο προσεκτική ματιά στα γραπτά του Κάουτσκι σχετικά με το θέμα της αποικιοκρατίας αποκαλύπτει έναν βαθμό ηθικής ασάφειας.

Στο άρθρο του «Παλαιότερη και πρόσφατη αποικιακή πολιτική» του 1898, ο Κάουτσκι έθεσε το βασικό του πλαίσιο για την κατανόηση της αποικιοκρατίας. Η επιχειρηματολογία του στηρίχθηκε σε δύο βασικούς ισχυρισμούς. Ο πρώτος είναι ότι οι καπιταλιστές της βιομηχανίας δεν έχουν υλικό συμφέρον από την αποικιοκρατία και, αντίθετα, ευνοούν μια πολιτική ελεύθερου εμπορίου που αναφέρεται ως Μαντσεστερισμός. Για τον Κάουτσκι, ο Μαντσεστερισμός δεν βασίζεται μόνο στην οικονομική πολιτική laissez-faire, αλλά επίσης «κηρύττει την ειρήνη»[20]. Στο βαθμό που οι καπιταλιστές της βιομηχανίας ενδιαφέρονται για την αποικιοκρατία, αυτό γίνεται για τις εξαγωγικές αγορές, οι οποίες δεν ευθυγραμμίζονται πάντα με τις αποικιοκρατικές πολιτικές. Ακολουθώντας αυτόν τον ισχυρισμό, ο Κάουτσκι διατύπωσε το επιχείρημα ότι η ταξική βάση της αποικιοκρατίας είναι βασικά οι προ-καπιταλιστικές αριστοκρατικές ελίτ που αποτελούν τη στρατιωτική/αποικιακή γραφειοκρατία και το χρηματοπιστωτικό/εμπορικό κεφάλαιο. Η αποικιοκρατία δεν είναι μια πολιτική τού ιστορικά προοδευτικού καπιταλιστή της βιομηχανίας, αλλά μια αντιδραστική και οπισθοδρομική πολιτική που βασίζεται στα συμφέροντα των τάξεων που είναι ανταγωνιστικές προς το βιομηχανικό κεφάλαιο. Σύμφωνα με την ανάλυση του Κάουτσκι:

«ο ίδιος καπιταλιστής της βιομηχανάις, ο οποίος στην πατρίδα του θα αντιταχθεί χωρίς κανέναν ενδοιασμό σε κάθε νόμο για την προστασία των εργατών και δεν θα έχει κανέναν ενδοιασμό να μαστιγώνει γυναίκες και παιδιά στη γαλέρα του, γίνεται φιλάνθρωπος στις αποικίες – δραστήριος πολέμιος του δουλεμπορίου και της δουλείας.»[21]

Για να εξηγήσει το αυξανόμενο ενδιαφέρον της Γερμανίας για τον ιμπεριαλισμό, ο Κάουτσκι ισχυρίζεται ότι αυτό γίνεται για να διατηρηθεί ο ανταγωνισμός με τους Γάλλους και τους Βρετανούς, των οποίων η αποικιοκρατία τροφοδοτείται από τις προκαπιταλιστικές ελίτ και τους χρηματοπιστωτικούς καπιταλιστές. Αυτό το επιχείρημα ουσιαστικά ανατρέπει το επιχείρημα του Μπερνστάιν, αντιτάσσοντας ότι η αποικιοκρατία δεν είναι προϊόν των προοδευτικών τάσεων του καπιταλισμού, αλλά μάλλον κατάλοιπο των αντιδραστικών τάξεων. Ωστόσο, μπορούμε να βρούμε ασυνεπείς πτυχές αυτού του επιχειρήματος. Για παράδειγμα, αποδίδει στις αποικίες εποίκων που «βασίζονται στην εργασία» ένα προοδευτικό χαρακτήρα σε αντίθεση με τις αποικίες που βασίζονται στην καθαρή εξαγωγή κερδών. Αυτό όχι μόνο δημιουργεί σύγχυση στο ίδιο του το επιχείρημα, αλλά αποκαλύπτει και ηθική τύφλωση απέναντι στη γενοκτονική φύση της αποικιοκρατίας των εποίκων[22]. Το 1883 ο Κάουτσκι θα προβεί σε ένα παρόμοιο επιχείρημα, αντιπαραβάλλοντας την «προοδευτική» και «δημοκρατική» αποικιοκρατία των ΗΠΑ και της Αγγλίας σε εκείνη της Γερμανίας[23]. Αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με τα επιχειρήματα του Μπαξ, τα οποία, αν και δεν βασίζονται καθαρά σε επικλήσεις στην ηθική, βασίζονται έντονα σε μια ηθική καταδίκη κάθε αποικιοκρατίας. Αυτή η στάση απέναντι στην εποικιστική αποικιοκρατία είναι εμφανής και στο άρθρο του «Ο πόλεμος στη Νότια Αφρική» του 1899, όπου ταυτόχρονα τάσσεται υπέρ της υποστήριξης των Μπόερς κατά της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και υποστηρίζει: «Εμείς, αντίθετα, καταδικάζουμε τη σύγχρονη αποικιακή πολιτική παντού.»[24]

 

Επίσημα ψηφίσματα

Στο συνέδριο του SPD στο Μάιντς στις 17-21 Σεπτεμβρίου 1900 το κόμμα υιοθέτησε ένα επίσημο ψήφισμα για τον ιμπεριαλισμό. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ θα αναδειχθεί σε ισχυρή φωνή κατά της αποικιοκρατίας, καταδικάζοντας τον πόλεμο κατά της Κίνας και προτρέποντας παράλληλα σε ενεργό αντιπολεμική δράση. Το κλίμα του συνεδρίου ήταν συνολικά αντιιμπεριαλιστικό, με τους αντιπροσώπους να καταδικάζουν την επέμβαση της Γερμανίας στον πόλεμο κατά της Κίνας. Σε αντίθεση με τις απόψεις του Μπερνστάιν, το ψήφισμα που εγκρίθηκε ανέφερε ότι η στρατιωτική κατάκτηση ήταν μια ολοκληρωτικά αντιδραστική πολιτική:

«Η Σοσιαλδημοκρατία, ως εχθρός κάθε καταπίεσης και εκμετάλλευσης ανθρώπων από ανθρώπους, διαμαρτύρεται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ενάντια στην πολιτική της ληστείας και της κατάκτησης.

Απαιτεί οι επιθυμητές και αναγκαίες πολιτιστικές και εμπορικές σχέσεις μεταξύ όλων των λαών της γης να πραγματοποιούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνονται σεβαστά και να προστατεύονται τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και η ανεξαρτησία αυτών των λαών και να προσελκύονται στα καθήκοντα της σύγχρονης κουλτούρας και του πολιτισμού μόνο μέσω της παιδείας και του παραδείγματος. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται σήμερα από την αστική τάξη και τους στρατιωτικούς ηγέτες όλων των εθνών είναι μια αιματηρή παρωδία της κουλτούρας και του πολιτισμού.»[25]

Τελικά, οι θέσεις που ευθυγραμμίζονταν περισσότερο με αυτές του Κάουτσκι και του Μπαξ ήταν αυτές που θα επικρατούσαν ως επίσημη πολιτική του SPD. Ο Μπερνστάιν εκπροσωπούσε μια φιλοαποικιοκρατική μειοψηφία στο κόμμα, με ορισμένα μέλη της Διεθνούς, όπως η Ενριέτ Ρόλαντ Χολστ, να υποστηρίζουν ότι και μόνο η ύπαρξη αυτής της μειοψηφίας στο κόμμα δεν θα έπρεπε να γίνει ανεκτή. Λίγες ημέρες μετά τη διάσκεψη του Μάιντς ολόκληρη η Διεθνής θα είχε μια διάσκεψη στο Παρίσι και θα υιοθετούνταν ένα παρόμοιο ψήφισμα, αυτή τη φορά με τη Λούξεμπουργκ συγγραφέα ενός ψηφίσματος που όχι μόνο καταδίκαζε τον ιμπεριαλισμό, αλλά τον περιέγραφε ως αναγκαστική συνέπεια των νεότερων αντιφάσεων του καπιταλισμού[26].

Το συνέδριο του SPD στη Δρέσδη το 1903 και το έκτο διεθνές συνέδριο το 1904 θα επιβεβαίωναν περαιτέρω την αντιιμπεριαλιστική του στάση. Ωστόσο, ενώ τα διεθνή συνέδρια είχαν συμβολική σημασία για το σοσιαλδημοκρατικό κίνημα (θεωρούμενα ως «διεθνή εργατικά κοινοβούλια»), πρέπει να ληφθεί υπόψη η ομοσπονδιακή δομή της Διεθνούς. Κάθε εθνικό κόμμα ήταν εν τέλει αυτόνομο ως προς την εξουσία λήψης αποφάσεων, αφήνοντας στον εαυτό του τα δικά του προγράμματα και τις δικές του τακτικές αποφάσεις. Τα συνέδρια λαμβάνονταν σοβαρά υπόψη από τα κόμματα, αλλά τελικά κανένα κεντρικό όργανο δεν είχε την εξουσία να επιβάλει τις αποφάσεις των συνεδρίων μέχρι τη δημιουργία του Διεθνούς Σοσιαλιστικού Γραφείου (ΔΣΓ) στη διάσκεψη του Παρισιού το 1900. Ακόμα και τότε, η πραγματική εξουσία του ΔΣΓ ήταν ασαφής και η τάση προς την αυτονομία επικρατούσε. Αυτό θα σήμαινε ότι τα κόμματα της Διεθνούς έβλεπαν κυρίως τους εαυτούς τους ως εθνικά κόμματα που εξυπηρετούσαν τους εργαζόμενους σε εθνική βάση και όχι ως τμήματα ενός ενιαίου παγκόσμιου κόμματος[27]. Ο βαθμός στον οποίο οι αποφάσεις θα ήταν πραγματικά δεσμευτικές για τα κόμματα ήταν επομένως πολύ ασαφής.

 

Το Συνέδριο της Στουτγάρδης

Το 1907 το SPD αντιμετώπισε μια απογοητευτική ήττα στην προεκλογική εκστρατεία που είναι γνωστή ως εκλογές των Οτεντότων. Οι εκλογές των Οτεντότων έγιναν στο πλαίσιο ενός φιλοαποικιοκρατικού εθνικιστικού ενθουσιασμού που προκλήθηκε από τον γερμανικό αποικιοκρατικό πόλεμο και τη γενοκτονία στη Νοτιοδυτική Αφρική, όπου περίπου 65.000 Χερέρο σφαγιάστηκαν την περίοδο 1904-1908. Ενώ ο αριθμός όσων είχαν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές για το Ράιχσταγκ είχε αυξηθεί σημαντικά (76,1% το 1903 σε 84,7% το 1907), το SPD έχασε σχεδόν τους μισούς αντιπροσώπους του στο Ράιχσταγκ (81 έδρες σε 43 έδρες)[28]. Περιμένοντας ότι η αύξηση των ψηφοφόρων θα είχε ως συνέπεια μεγαλύτερη εκλογική επιτυχία, τα αποτελέσματα αυτής της ήττας θα οδηγούσαν το SPD σε μια περίοδο αμφισβήτησης και θα αναζωπύρωναν τις συζητήσεις για την αποικιακή πολιτική.

Σύμφωνα με τον Carl E. Schorske, οι περιφέρειες που διατήρησε το SPD στις εκλογές ήταν κυρίως εκείνες στις οποίες κυριαρχούσε η εργατική τάξη. Το τμήμα του εκλογικού σώματος που έχασε ήταν οι μισθωτοί επαγγελματίες και οι μικροκαταστηματάρχες, οι οποίοι είχαν πέσει θύματα του εθνικιστικού ενθουσιασμού της γερμανικής εκστρατείας στη Νοτιοδυτική Αφρική. Σύμφωνα με τον Κάουτσκι, η αστική τάξη είχε προωθήσει το μελλοντικό αποικιακό κράτος ως μια πιο ελκυστική εναλλακτική λύση έναντι του σοσιαλισμού για αυτά τα στρώματα, κάτι που η Σοσιαλδημοκρατία είχε υποτιμήσει σε μεγάλο βαθμό. Η δεξιά πτέρυγα του κόμματος απάντησε ισχυριζόμενη ότι ο υπερβολικός ριζοσπαστισμός τους είχε κοστίσει ψήφους∙ τα πιο αριστερά στοιχεία κατέδειξαν τις εκλογές των Οτεντότων ως απόδειξη της αναξιόπιστης φύσης αυτού του «μικροαστικού» στρώματος. Οι ριζοσπάστες του κόμματος το είδαν επομένως ως λόγο για να εντείνουν τις επιθέσεις στον εθνικισμό και την αποικιοκρατική πολιτική, ενώ οι δεξιοί το είδαν ως λόγο για να πιέσουν για μια πιο ήπια στάση στην αποικιοκρατική πολιτική[29].

Ο Αλεξάντερ Πάρβους, που ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος, έγραψε μια εμπεριστατωμένη μελέτη του αποικιακού ζητήματος με αφορμή την αποτυχία των Οτεντότων, «Αποικίες και καπιταλισμός στον εικοστό αιώνα». Σε αντίθεση με το φυλλάδιο του Κάουτσκι το 1898, ο Πάρβους έθετε την αποικιοκρατία στο πλαίσιο των αντιφάσεων του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, με την υπερπαραγωγή, την πτώση του ποσοστού κέρδους και τη συγχώνευση της παραγωγής και της ανταλλαγής στο χρηματιστικό κεφάλαιο να αποτελούν την κινητήρια δύναμη των αποικιοκρατικών πολιτικών αντί για τις προκαπιταλιστικές ελίτ[30]. Ανέφερε τις αυξανόμενες ιμπεριαλιστικές πολιτικές της Βρετανικής Αυτοκρατορίας ως συμπτώματα της παρακμής της ως ηγεμονικής παγκόσμιας δύναμης, που αγωνίζεται να κρατήσει την υπεροχή της καθώς καταρρέει[31]. Από αυτή τη θεωρητική μελέτη, ο Πάρβους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αποικιακές πολιτικές είναι συμπτώματα της παρακμής του καπιταλισμού που θα προσφέρουν στο προλεταριάτο μια ευκαιρία για επαναστατική δράση. Καμία πολιτική υποστήριξη της αποικιοκρατικής πολιτικής οποιουδήποτε είδους δεν ήταν αποδεκτή κατά την άποψη του Πάρβους[32].

Μετά την αποτυχία των Οτεντότων ακολούθησε η Διάσκεψη της Στουτγάρδης το 1907. Στη διάσκεψη αυτή θα συνεχιστούν οι συζητήσεις για την αποικιοκρατία, αυτή τη φορά με νίκη της δεξιάς. Τα συμπεράσματα του Πάρβους, ότι η αποικιοκρατία ήταν σύμπτωμα της καπιταλιστικής κρίσης που πρέπει να πολεμηθεί με επαναστατική δράση, απορρίφθηκαν από την πλειοψηφία των συνέδρων. Σε μια μετατόπιση προς τα δεξιά, το αντιιμπεριαλιστικό ψήφισμα της Λούξεμπουργκ από το συνέδριο του 1900 εγκαταλείφθηκε και αντικαταστάθηκε μέσα από μια διαδικασία αμφισβητούμενων συζητήσεων.

Μία από αυτές τις συζητήσεις ήταν μεταξύ δύο αντιπροσώπων του γερμανικού κόμματος, του Έντουαρντ Νταβίντ και του Γκεόργκε Λέντεμπουρ. Ο Νταβίντ ανέφερε τον Άουγκουστ Μπέμπελ, έναν πολύ σεβαστό ηγέτη του κόμματος, ο οποίος είπε ότι «έχει μεγάλη διαφορά το πώς ασκείται η αποικιακή πολιτική. Αν εκπρόσωποι πολιτισμένων χωρών έρχονται ως απελευθερωτές στους ξένους λαούς για να τους φέρουν τα οφέλη της κουλτούρας και του πολιτισμού, τότε εμείς ως σοσιαλδημοκράτες θα είμαστε οι πρώτοι που θα υποστηρίξουμε έναν τέτοιο αποικισμό ως εκπολιτιστική αποστολή»[33]. Το γεγονός ότι το απόσπασμα αυτό προέρχεται από τον Άουγκουστ Μπέμπελ, έναν από τους σημαντικότερους ηγέτες του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, είναι αποκαλυπτικό. Δείχνει ότι για πολλούς Σοσιαλδημοκράτες, η αντίθεση στην αποικιοκρατία δεν ήταν αντίθεση στην ευρωπαϊκή υπεροχή και εξακολουθούσε να βασίζεται στη νομιμότητα μιας ευρωπαϊκής εκπολιτιστικής αποστολής. Ήταν απλώς οι μέθοδοι της αποικιοκρατίας που καταπολεμούνταν, μέθοδοι που έπρεπε να αντικατασταθούν από ειρηνικές οι οποίες θα έκαναν τους Ευρωπαίους ευπρόσδεκτους αποστόλους της προόδου.

Ο Λέντεμπουρ απάντησε με πολεμική εναντίον του Μπέμπελ καθώς και του Νταβίντ, υποστηρίζοντας ότι η θέση του Μπέμπελ υποστήριζε τη δυνατότητα ότι η αποικιακή πολιτική θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο από την υπάρχουσα φρίκη και απανθρωπιά. Αντί να καλεί για μια πιο «ανθρώπινη» αποικιοκρατία, έλεγε ότι μόνο η αντίσταση των εκμεταλλευόμενων μπορεί να μειώσει τις βιαιότητες της αποικιοκρατίας. Μετά την ομιλία του Λέντεμπουρ, ένας αντιπρόσωπος από το Βέλγιο, ο Μόντεστ Τέρβανι, υποστήριξε ότι αν τερματιστεί η κατοχή του Κονγκό «η βιομηχανία θα υποστεί σοβαρή ζημιά» και ότι «οι άνθρωποι αξιοποιούν όλο τον πλούτο της υφηλίου, όπου κι αν βρίσκεται»[34].

Ο Λέντεμπουρ και ένας Ολλανδός σοσιαλιστής, ο Χέντρικ βαν Κολ, συνέταξαν ένα ψήφισμα σε συμβιβασμό με τους σοσιαλιστές αποικιοκράτες, οι οποίοι καταδίκαζαν την υφιστάμενη αποικιακή πολιτική, παραλείποντας να καταδικάσουν την αποικιακή πολιτική υπό τον καπιταλισμό γενικά. Ο Τέρβανι εισήγαγε μια τροπολογία που επιβεβαίωνε τη δυνατότητα μιας σοσιαλιστικής αποικιακής πολιτικής που θα λειτουργούσε ως εκπολιτιστική δύναμη, ενώ ο Νταβίντ πρόσθεσε μια άλλη τροπολογία που έλεγε ότι «το συνέδριο θεωρεί την αποικιακή ιδέα ως τέτοια αναπόσπαστο μέρος των καθολικών στόχων του σοσιαλιστικού κινήματος για τον πολιτισμό»[35]. Οι τροπολογίες του Νταβίντ απορρίφθηκαν και η τροπολογία του Τέρβανι ενσωματώθηκε στο τελικό σχέδιο, το οποίο έγινε δεκτό από την πλειοψηφία του συνεδρίου:

«Ο σοσιαλισμός προσπαθεί να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις ολόκληρου του πλανήτη και να οδηγήσει όλους τους λαούς στην υψηλότερη μορφή πολιτισμού. Το συνέδριο επομένως δεν απορρίπτει κατ’ αρχήν κάθε αποικιοκρατική πολιτική. Κάτω από ένα σοσιαλιστικό καθεστώς, η αποικιοκρατία θα μπορούσε να είναι μια δύναμη για τον πολιτισμό.»[36]

Ενώ το ψήφισμα περιείχε επίσης δεσμεύσεις για τους κοινοβουλευτικούς αντιπροσώπους να «αγωνιστούν κατά της ανελέητης εκμετάλλευσης και της δουλείας» και να «υποστηρίξουν μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της τύχης των ιθαγενών λαών», αρνήθηκε να απορρίψει την αποικιοκρατία ως τέτοια και αντίθετα στόχευε στη μεταρρύθμιση των υφιστάμενων αποικιοκρατικών κατακτήσεων. Αυτή η στροφή προς τα δεξιά αηδίασε τη Λούξεμπουργκ, τον Πάρβους και τον Κάουτσκι. Ωστόσο, η στροφή προς μια ουσιαστικά φιλοαποικιακή στάση ήταν προϊόν της δημοκρατικής διαβούλευσης, μιας διαδικασίας που μπορούσε να αντιστραφεί μέσω της ανοιχτής συζήτησης. Μέχρι το τέλος της διάσκεψης, ο Κάουτσκι κατάφερε να δημιουργήσει ένα μπλοκ υποστηρικτών που καταψήφισε το αρχικό ψήφισμα με ψήφους 128 έναντι 108 και 10 αποχές. Το αρχικό ψήφισμα αντικαταστάθηκε από ένα ψήφισμα που ανέφερε ότι το συνέδριο «καταδικάζει τις βάρβαρες μεθόδους της καπιταλιστικής αποικιοκρατίας» και υποστήριζε ότι «η εκπολιτιστική αποστολή που η καπιταλιστική κοινωνία ισχυρίζεται ότι υπηρετεί δεν είναι παρά ένα πέπλο για τη δίψα της για κατάκτηση και εκμετάλλευση.»[37]

Παρόλο που πέρασε μια αντιιμπεριαλιστική πρόταση, οι 128 έναντι 108 δεν αποτελούσαν μεγάλη πλειοψηφία των αντιπροσώπων. Ο Ρώσος σοσιαλδημοκράτης Βλαντιμίρ Λένιν πίστευε ότι αυτό ήταν ένα σημάδι αυξανόμενου οπορτουνισμού εντός της Σοσιαλδημοκρατίας, ενάντια στον οποίο έπρεπε να δοθεί μάχη με διαρκή επαγρύπνηση. Στο συνέδριο της Στουτγάρδης «αποκαλύφθηκε... εξαιρετικά ανάγλυφα ο σοσιαλιστικός οπορτουνισμός που υποκύπτει εύκολα στην αστική διαφθορά» και «εκδηλώθηκε εδώ ένα αρνητικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος που μπορεί να φέρει όχι μικρή ζημιά στην υπόθεση του προλεταριάτου και που γιαυτό αξίζει σοβαρά να προσεχτεί»[38]. Δεν υπήρχε εγγύηση ότι η Σοσιαλδημοκρατία θα τηρούσε μια αυστηρά αντιιμπεριαλιστική γραμμή και μια τέτοια στάση θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο μάχης στις αίθουσες των συνεδρίων και στις θεωρητικές συζητήσεις.

Οι αντιπαραθέσεις σχετικά με την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό θα συνεχιστούν στη Σοσιαλδημοκρατία και θα φτάσουν στο αποκορύφωμά τους όταν η πλειοψηφία των αντιπροσώπων του SPD στο Ράιχσταγκ ψήφισε υπέρ των πολεμικών πιστώσεων στην αρχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ακολουθούμενη από την πλειοψηφία των άλλων κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς. Τελικά ο φόβος του Λένιν για τον αυξανόμενο οπορτουνισμό αποδείχθηκε σωστός. Ωστόσο, ενώ θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι οι σοσιαλδημοκράτες που εξέφραζαν με μεγαλύτερη συνέπεια την αντίθεσή τους στην αποικιοκρατία θα ήταν εκείνοι που αντιτάχθηκαν σθεναρά στον πόλεμο, αντιαποικιοκράτες όπως ο Πάρβους και ο Μπέλφορτ Μπαξ βρέθηκαν ανάμεσα στους «σοσιαλπατριώτες» που συσπειρώθηκαν υπέρ του πολέμου. Τα επιχειρήματα για την υποστήριξη του πολέμου ποικίλαν. Στην περίπτωση του Πάρβους αυτό που τον οδήγησε να συστρατευτεί πίσω από τον Κάιζερ ήταν το συμπέρασμά του ότι ήταν απαραίτητο να προστατευτεί το προοδευτικό γερμανικό κράτος από τον αντιδραστικό τσαρισμό[39]. Αν η υποστήριξη ή η απόρριψη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν οι «τελικές εξετάσεις» για τους σοσιαλδημοκράτες, οι θέσεις στις συζητήσεις για την αποικιοκρατία δεν θα χρησίμευαν τελικά ως προγνωστικά για το ποιος θα περνούσε.

 

Επίλογος

Χρειάστηκε η Οκτωβριανή Επανάσταση, με τη ριζοσπαστική προσέγγισή της στο εθνικό ζήτημα και την αλληλεγγύη στους αγώνες των αποικιοκρατούμενων λαών, για να εδραιωθεί πραγματικά μια αντιαποικιακή και αντιιμπεριαλιστική πεποίθηση στο μαρξισμό. Ο αντιαποικιακός μαρξισμός του Λένιν θα ενέπνεε τους ηγέτες της εθνικής απελευθέρωσης στις αποικίες, όπως ο Χο Τσι Μινχ, να ευθυγραμμιστούν με το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα και να καταφέρουν πλήγμα στον μαρξιστικό ευρωκεντρισμό. Αν και το πλήγμα δόθηκε, δεν ήταν εντελώς μοιραίο, καθώς ο ευρωπαϊκός σοβινισμός θα εξακολουθούσε να στοιχειώνει τα μαρξιστικά κόμματα σε όλο τον 20ό αιώνα, με πιο διάσημο παράδειγμα την άρνηση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος να υποστηρίξει την ανεξαρτησία της Αλγερίας την πιο κρίσιμη στιγμή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ευρωσοβινιστές συνέχιζαν μια ατυχή παράδοση εντός του μαρξισμού που αμφισβητούσε τη νομιμότητα στη Δεύτερη Διεθνή χρησιμοποιώντας τα γραπτά του ίδιου του Μαρξ.

Οι φιλοαποικιακές θέσεις που συναντώνται τόσο στον Μαρξ όσο και στη Δεύτερη Διεθνή έχουν μια κοινή θεωρητική βάση που μπορεί να προσδιοριστεί ως ευρωκεντρισμός. Σύμφωνα με τον Σαμίρ Αμίν, ένα βασικό θεωρητικό υπόβαθρο της ιδεολογίας του ευρωκεντρισμού είναι ο οικονομισμός, ο οποίος ορίζεται ως η άποψη ότι «οι οικονομικοί νόμοι θεωρούνται ως αντικειμενικοί νόμοι που επιβάλλονται στην κοινωνία ως δυνάμεις της φύσης ή, με άλλα λόγια, ως δυνάμεις έξω από τις κοινωνικές σχέσεις που είναι ίδιον του καπιταλισμού»[40]. Ο ευρωκεντρικός οικονομισμός αναγορεύει την οικονομική ανάπτυξη σε μια αναπόφευκτη διαδικασία που συμβαίνει εφόσον δεν εμποδίζεται από «πολιτισμικούς» παράγοντες. Βλέπει την ανισόμετρη ανάπτυξη του κόσμου και την καθυστέρηση της περιφέρειας ως προϊόν της συγκεκριμένης κουλτούρας αυτών των κοινωνιών που είναι κατώτερη από εκείνη των Ευρωπαίων, εμπόδια στην οικονομική πρόοδο που πρέπει να καταρριφθούν. Αντίθετα, η επιστημονική σοσιαλιστική άποψη βλέπει την οικονομική ανάπτυξη ως μια διαδικασία που αμφισβητείται από την ταξική πάλη και το ρόλο του ιμπεριαλισμού στην αναπαραγωγή του διαχωρισμού πυρήνα/περιφέρειας.

Στην ευρωκεντρική ιδεολογία, ο ευρωπαϊκός κόσμος θεωρείται ένας κόσμος πλούτου λόγω του μοναδικού πολιτισμού του, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος παραμένει στάσιμος εξαιτίας του πολιτισμού του (ασιατική στασιμότητα για παράδειγμα) και προοδεύει μόνο στο βαθμό που αντιγράφει την Ευρώπη. Η ιστορία είναι μια προοδευτική πορεία προς τον εκσυγχρονισμό και «καθίσταται αδύνατο να σκεφτούμε οποιοδήποτε άλλο μέλλον για τον κόσμο εκτός από τον προοδευτικό εξευρωπαϊσμό του»[41]. Το μέλλον διαμορφώνεται και ορίζεται από τη Δύση, η οποία έχει να διδάξει τα πάντα στον υπόλοιπο κόσμο και δεν έχει τίποτα να μάθει από αυτόν. Ως εκ τούτου, ο δυτικός καπιταλισμός στέκεται ως πρότυπο για τον πλανήτη, ο τρόπος ανάπτυξής του είναι καθολικός για όλες τις χώρες και το μόνο που τον περιορίζει είναι η εσωτερική οπισθοδρόμηση, όταν αυτή η ανάπτυξη δεν καταφέρνει να εδραιωθεί. Αυτή η σοβινιστική ιδεολογία κυρίευσε κατά καιρούς τον Μπερνστάιν, ακόμη και τον Μαρξ, θεωρώντας την εξάπλωση της αποικιοκρατίας ως μια προοδευτική διαδικασία που θα επέβαλε την ανάπτυξη των στάσιμων κοινωνιών.

Σύμφωνα με την ιδεολογία του αναπτυξιακού οικονομισμού, αν δεν υπήρχε η καθυστέρηση του μη ευρωπαϊκού κόσμου, η ανάπτυξη του καπιταλισμού θα ομογενοποιούσε τελικά τον κόσμο. Τετρακόσια χρόνια παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης έδειξαν ότι ο κόσμος εξακολουθεί να είναι έντονα διαιρεμένος, όχι μόνο μεταξύ αστών και προλεταριάτου αλλά και μεταξύ εθνών του πυρήνα και της περιφέρειας. Ο καπιταλισμός είναι κυρίαρχος σχεδόν σε κάθε χώρα σήμερα και η ανισόμετρη ανάπτυξη του κόσμου εξακολουθεί να στοιχειώνει την περιφέρεια. Το όραμα του Μπερνστάιν για την αποικιοκρατία που έφερνε τον καπιταλιστικό «πολιτισμό» στον κόσμο έχει γίνει πραγματικότητα. Ωστόσο, ο ιμπεριαλισμός εξακολουθεί να ρημάζει τον κόσμο, δημιουργώντας αυτό που ο John Smith αποκαλεί υπερεκμετάλλευση του παγκόσμιου Νότου από τα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά έθνη. Ο καπιταλισμός έχει εξαπλωθεί παγκοσμίως, αλλά έχει διαμορφώσει έναν παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, όπου το μετα-αποικιακό προλεταριάτο εργάζεται με μισθούς πείνας για να παράγει υπερκέρδη που πραγματώνονται στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Σύμφωνα με τον Smith,

«...οι ίδιες οι διαδικασίες που παρήγαγαν τον σύγχρονο, ανεπτυγμένο και ευημερούντα καπιταλισμό στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική παρήγαγαν επίσης καθυστέρηση, υπανάπτυξη και φτώχεια στον Παγκόσμιο Νότο... η επιταχυνόμενη εξάπλωση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στα έθνη του Νότου ήταν πολύ πιο αποτελεσματική στη διάλυση των παραδοσιακών οικονομιών και των δεσμών με τη γη παρά στην απορρόφηση στη μισθωτή εργασία όσων εξαθλιώθηκαν από τη διαδικασία αυτή.»[42]

Η ιστορική ετυμηγορία φαίνεται να έχει εκδοθεί υπέρ των επιχειρημάτων του Μπαξ και των αντιιμπεριαλιστών και όχι υπέρ του Μπερνστάιν. Ωστόσο, δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι αυτή η συζήτηση έχει απλώς ιστορική σημασία. Σήμερα αντιμετωπίζουμε έναν ιμπεριαλισμό που βασίζεται περισσότερο στη συστηματικά επιβαλλόμενη οικονομική υπανάπτυξη, η οποία διατηρείται μέσω ιμπεριαλιστικών αστυνομικών δράσεων. Αντί για την άμεση αποικιοκρατία, είναι κυρίως ο οικονομικός ιμπεριαλισμός του πιο απλού είδους που καταστρέφει τον κόσμο. Κατά συνέπεια, οι υπερασπιστές του ιμπεριαλισμού μεταξύ των αριστερών εμφανίζονται με διαφορετικές μορφές από αυτές του Μπερνστάιν. Δεν είναι οι παλιοί απολογητές της αποικιοκρατίας, αλλά υποστηρικτές της αμερικανικής επέμβασης ως προοδευτικής σε ορισμένες καταστάσεις ή εκείνοι που αρνούνται να ασκήσουν κριτική στους σοσιαλδημοκράτες που ψηφίζουν τους ιμπεριαλιστικούς πολεμικούς προϋπολογισμούς. Υπάρχουν επίσης εκείνοι που αρνούνται να υιοθετήσουν τα αιτήματα για την αποδόμηση των εποικιστικών-αποικιακών κρατών, όπως οι ΗΠΑ, και την εθνική απελευθέρωση όσων εξακολουθούν να βρίσκονται υπό εποικιστική-αποικιακή κατοχή, στο όνομα της επικέντρωσης σε αιτήματα που αφορούν το ψωμί και το βούτυρο. Καθώς το σοσιαλιστικό κίνημα αναπτύσσεται, πρέπει να διδαχθούμε από τις αποτυχίες της Δεύτερης Διεθνούς να καθιερώσει με σαφήνεια μια αντιαποικιακή και αντιιμπεριαλιστική θέση στις γραμμές της, η οποία δεν υπάρχει μόνο στα χαρτιά αλλά και στην ταξική συνείδηση της βάσης.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Donald Parkinson, “Colonialism and Anti-Colonialism in the Second International”, Cosmonaut, 18 Απριλίου 2020, https://cosmonautmag.com/2020/04/colonialism-and-anti-colonialism-in-the-second-international/.

 

Σημειώσεις

[1] Karl Marx and Frederick Engels, “Manifesto of the Communist Party”, στο Marx-Engels, Collected Works, τόμος 1, Νέα Υόρκη, σσ. 486-9 [Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ένγκελς, Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα. Διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/ellinika/archive/marx/works/1848/com-man/bourprol.htm.

[2] Karl Marx, Dispatches for New York Tribune. (Νέα Υόρκη: Penguin, 2007), 217-218 [Καρλ Μαρξ, «Η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία» στο Karl Marx, Friedrich Engels, Η Αποικιοκρατία στην Ασία / Ινδία, Περσία, Αφγανιστάν, Άγρας, Αθήνα 2003, μετάφραση Σάββας Μιχαήλ, σελ. 27-39].

[3] Karl Marx, Dispatches for New York Tribune, 224 [Καρλ Μαρξ, «Οι μελλοντικές συνέπειες της βρετανικής κυριαρχίας στην Ινδία», στο Karl Marx, Friedrich Engels, Η Αποικιοκρατία…, ό.π., σελ. 52].

[4] Erica Benner, Really Existing Nationalism (Λονδίνο: Verso, 2018), 176.

[5] Kevin Anderson, Marx at the Margins. (Σικάγο: University of Chicago Press, 2010), 37-41.

[6] Benner, 189.

[7] Marx to Kugelman, 29 Νοεμβρίου 1869.

[8] Engels to Karl Kautsky, 12 Σεπτεμβρίου 1882.

[9] Eduard Bernstein, “German Social Democracy and the Turkish Troubles”, στο Marxism and Social Democracy: The Revisionist Debate 1896-1898, επιμ. H. Tudor and J.M. Tudor (Κέμπριτζ: Cambridge University Press, 1998), 51.

[10] Ό.π.

[11] Social Democratic Federation.

[12] Belfort Bax, “Our German Fabian Convert; or, Socialism According to Bernstein”, στο Marxism and Social Democracy: The Revisionist Debate 1896-1898, επιμ. H. Tudor and J.M. Tudor (Κέμπριτζ: Cambridge University Press, 1998), 62-63 [Το άρθρο του Μπαξ είναι διαθέσιμο στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/bax/1896/bernstein/bernstein1.htm].

[13] Eduard Bernstein, “Amongst the Philistines: A Rejoinder to Belfort Bax”, στο Marxism and Social Democracy: The Revisionist Debate 1896-1898, επιμ. H. Tudor and J.M. Tudor (Κέμπριτζ: Cambridge University Press, 1998), 66-67.

[14] Belfort Bax, “Colonial Policy and Chauvinism”, στο Marxism and Social Democracy: The Revisionist Debate 1896-1898, επιμ. H. Tudor and J.M. Tudor (Κέμπριτζ: Cambridge University Press, 1998), 141.

[15] Ό.π., 148.

[16] Eduard Bernstein, “The Struggle of Social Democracy and the Social Revolution: 1. Polemical Aspects”, στο Marxism and Social Democracy: The Revisionist Debate 1896-1898, επιμ. H. Tudor and J.M. Tudor (Κέμπριτζ: Cambridge University Press, 1998), 149.

[17] Eduard Bernstein, “The Struggle of Social Democracy and the Social Revolution: 1. Polemical Aspects”, στο Marxism and Social Democracy: The Revisionist Debate 1896-1898, 155.

[18] Eduard Bernstein, “The Struggle of Social Democracy and the Social Revolution: 2. The Theory of Collapse and Colonial Policy”, στο Marxism and Social Democracy: The Revisionist Debate 1896-1898, επιμ. H. Tudor and J.M. Tudor (Κέμπριτζ: Cambridge University Press, 1998), 168.

[19] Mike Macnair, “Kautsky and the myths of Manchesterism”, στο Karl Kautsky on Colonialism, επιμ. Ben Lewis and Maciej Zurowski (London: November Publications, 2013), 26.

[20] Karl Kautsky, “Past and recent colonial policy”, στο Karl Kautsky on Colonialism, επιμ. Ben Lewis and Maciej Zurowski (London: November Publications, 2013), 71.

[21] Ό.π, 68.

[22] Karl Kautsky, “Past and recent colonial policy”, στο Karl Kautsky on Colonialism, 64.

[23] Richard B. Day and Daniel Gaido, “Introduction”, στο Discovering Imperialism: Social Democracy to World War I, ed. Richard B. Day and Daniel Gaido (Chicago: Haymarket Books, 2012), 17.

[24] Karl Kautsky, “The War in South Africa”, στο Discovering Imperialism: Social Democracy to World War I, επιμ. Richard B. Day and Daniel Gaido (Σικάγο: Haymarket Books, 2012), 164.

[25] Richard B. Day and Daniel Gaido, “Introduction”, στο Discovering Imperialism: Social Democracy to World War I, 20.

[26] Ό.π, 21-22.

[27] Georges Haupt, Socialism and the Great War: The Collapse of the Second International. (London: Oxford University Press, 1972), 15-16.

[28] Richard B. Day and Daniel Gaido, “Introduction”, στο Discovering Imperialism: Social Democracy to World War I, 23.

[29] Carl E. Schorske, German Social Democracy, 1905-1917. (Μασαχουσέτη: Harvard University Press, 1983), 65-66.

[30] Parvus, “Colonies and Capitalism in the Twentieth Century”, στο Discovering Imperialism: Social Democracy to World War I, επιμ. Richard B. Day and Daniel Gaido (Σικάγο: Haymarket Books, 2012), 328.

[31] Ό.π., 341.

[32] Ό.π., 339.

[33] “The Commission on Colonial Policy” στο Lenin’s Struggle For a Revolutionary International, σσ. 5-7.

[34] Ό.π., 6-7.

[35] Ό.π.

[36] Ό.π., 7-8.

[37] Richard B. Day and Daniel Gaido, “Introduction”, στο Discovering Imperialism: Social Democracy to World War I, 28.

[38] Lenin, The International Socialist Congress in Stuttgart 1907, διαθέσιμο στο: https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1907/oct/20.htm [Β. Ι. Λένιν, «Το Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο της Στουτγάρδης», στο Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χ.χ.έ., σελ. 74].

[39] Mike Macnair, “Die Glocke or the Inversion of Theory: From Anti-Imperialism to Pro-Germanism” στο Critique, τόμος 42, 353-375.

[40] Samir Amin, Eurocentrism, σσ. 100-101.

[41] Ό.π., 180.

[42] John Smith, Imperialism in the 21st Century, σσ. 108.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 23 Αυγούστου 2026 01:04