Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Πέμπτη, 01 Ιουνίου 2023 14:02

Καταστολή και αντίσταση στο γαλλικό εσωτερικό μέτωπο 1911-1919

Απεργία μοδιστρών στο Παρίσι, Μάρτης 1917.

 

 

Steve Guy

 

Καταστολή και αντίσταση στο γαλλικό εσωτερικό μέτωπο 1911-1919

 

 

«Ποια άλλα μέσα εκτός από τον πόλεμο θα μπορούσαν να υπάρξουν στον καπιταλισμό για να ξεπεραστεί η ανισότητα μεταξύ της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της συσσώρευσης του κεφαλαίου από τη μια πλευρά και της διαίρεσης σε αποικίες και σφαίρες επιρροής για το χρηματιστικό κεφάλαιο από την άλλη;»

Λένιν, Ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, 1916.

 

 

Η Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού άρχισε τον Ιανουάριο του 1919, τρεις μήνες μετά την ανακωχή, και πραγματοποιήθηκε στο Παλάτι των Βερσαλλιών. Διήρκεσε ένα χρόνο και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 1920. Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων ήταν η επιμονή, κυρίως με εντολή της γαλλικής αντιπροσωπείας, με επικεφαλής τον Ζορζ Κλεμανσώ και με την υποστήριξη του Βρετανού πρωθυπουργού Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ, να συμπεριληφθεί το άρθρο 231, η περιβόητη «ρήτρα ευθύνης για τον πόλεμο», η οποία απέδιδε τον πόλεμο και το κόστος του αποκλειστικά στην επιθετικότητα των Κεντρικών Δυνάμεων έναντι των συμμάχων.[1] Μολονότι το άρθρο 231 χρησίμευσε ως δικαιολογία για τις επαχθείς αποζημιώσεις που επιβλήθηκαν στις Κεντρικές Δυνάμεις, μια κληρονομιά αυτής της ρήτρας ήταν ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, θεωρήθηκε δεδομένο από τα περισσότερα ευρωπαϊκά έθνη, και σίγουρα από τους περισσότερους Βρετανούς ιστορικούς και πολιτικούς, ότι η Γερμανία ήταν ο κύριος επιτιθέμενος, και μόνο η ίδια η Γερμανία προσπαθούσε να αντικρούσει την κατηγορία. Το βιβλίο του Γερμανού ιστορικού Φριτς Φίσερ, Οι στόχοι της Γερμανίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο [Fritz Fischer, Germany’s Aims in the First World War], του 1967 συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην ενίσχυση αυτής της πεποίθησης, σίγουρα μεταξύ επιφανών ιστορικών όπως ο Α.Τζ.Π. Τέιλορ.[2]

Μόνο τα τελευταία χρόνια η προσοχή έχει στραφεί στο ρόλο άλλων εθνών στο να οδηγηθεί ο κόσμος στον πόλεμο το 1914. Στο παρόν άρθρο, προτείνεται να εξεταστεί εν συντομία ο ρόλος που διαδραμάτισε η Γαλλία στην πρόκληση του ξεσπάσματος των εχθροπραξιών, το πώς αυτό διαδραματίστηκε τόσο σε διεθνές όσο και σε εσωτερικό επίπεδο, οι επιπτώσεις της επιβολής της πολεμικής οικονομίας στον πληθυσμό, και ιδιαίτερα στη γαλλική εργατική τάξη, και πώς αυτή η τάξη τελικά αντέδρασε. Ενώ υπάρχουν αναφορές στις μάχες στο μέτωπο και στις φρικτές συνέπειες για τους πολεμιστές, δεν σκοπεύω να ασχοληθώ λεπτομερώς με τα γεγονότα στη γραμμή του μετώπου.

Μετά την ταπείνωση που δέχτηκε η Γαλλία από τους Πρώσους στον γαλλογερμανικό πόλεμο του 1870-1, τα πρώτα 20 χρόνια της νέας δημοκρατίας είχε απομονωθεί από τη Γερμανία και είχε απογοητευτεί στην προσπάθειά της να δημιουργήσει συμμαχίες ενάντια στη μελλοντική γερμανική επιθετικότητα. Ωστόσο, το 1894 συνήφθη με επιτυχία μια στρατιωτική συμφωνία με τη Ρωσία, η οποία διαφημίστηκε ως αμυντική συνθήκη:

«Η συνθήκη όριζε: “Οι δυνάμεις αυτές θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν στο έπακρο, το συντομότερο δυνατό, με τέτοιο τρόπο ώστε η Γερμανία να πρέπει να πολεμήσει ταυτόχρονα στα ανατολικά και στα δυτικά”. Η στρατιωτική συνθήκη έθεσε τα θεμέλια της γαλλικής στρατηγικής για τα επόμενα 25 χρόνια δημιουργώντας την πραγματική πιθανότητα ενός διμέτωπου πολέμου εναντίον της Γερμανίας και ανεβάζοντας σε νέα ύψη τη σημασία της πρώτης κίνησης. Ο στόχος ενός διμέτωπου πολέμου κατέστησε επίσης τη Ρωσία, και όχι τη Βρετανία, τον κύριο σύμμαχο της Γαλλίας σε έναν πόλεμο κατά της Γερμανίας.»[3]

Οι διατάξεις της συμφωνίας αυτής υποχρέωναν τα δύο μέρη να κινητοποιούνται ταυτόχρονα σε περίπτωση πολέμου. Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί η άκρα μυστικότητα που συνόδευε την υπογραφή της συνθήκης: «Η γαλλορωσική συμμαχία, η ύπαρξη της οποίας δεν δημοσιοποιήθηκε μέχρι το 1897 και οι ρήτρες της οποίας παρέμειναν τόσο μυστικές ώστε ελάχιστοι Γάλλοι υπουργοί γνώριζαν ακόμη και τις λεπτομέρειές τους μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έθεσε τέλος στο βισμαρκικό σύστημα συμμαχιών από το οποίο εξαρτιόταν η γερμανική ηγεμονία στην Ευρώπη.»[4]

Η Γαλλία επεδίωξε επίσης να ενισχύσει τις σχέσεις της με τη Βρετανία, αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο στην επίλυση των εκκρεμών ζητημάτων σχετικά με την Αίγυπτο και το Σουδάν, και το 1907 οι προσπάθειές της ανταμείφθηκαν με τη δημιουργία της Entente Cordiale, μιας συνεννόησης και όχι συμφωνίας, την οποία όμως οι Γάλλοι καλλιεργούσαν επιμελώς και η οποία τελικά θα απέδιδε σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά οφέλη.

Οι συμμαχίες αυτές ενθάρρυναν τη Γαλλία να επιδιώξει τις αυτοκρατορικές της φιλοδοξίες με ανανεωμένο σθένος, ιδιαίτερα στη Μεσόγειο, καθώς η χώρα επιδίωκε το όραμα μιας «Μεγάλης Γαλλίας», η οποία αγκάλιαζε τις νότιες ακτές της Μεσογείου, καλλιεργώντας το μύθο ότι «η Μεσόγειος διασχίζει τη Γαλλία όπως ο Σηκουάνας το Παρίσι» και στην οποία τα εδάφη της Βόρειας Αφρικής θα παρέμεναν για πάντα αναπόσπαστο τμήμα της μητρόπολης.[5]

Οι φιλοδοξίες αυτές δεν έμειναν χωρίς αμφισβήτηση, με την πιο σοβαρή σύγκρουση να λαμβάνει χώρα το 1911 στο Αγκαντίρ του Μαρόκου, καθώς η Γαλλία, προσπαθώντας να καταβροχθίσει το υπόλοιπο Μαρόκο με μια δαγκωνιά, ήρθε αντιμέτωπη με τον γερμανικό ιμπεριαλισμό με τη μορφή της κανονιοφόρου Panther. Οι Γερμανοί, αναζητώντας παραχωρήσεις σε εμπόριο και εδάφη, κατάφεραν να αναγκάσουν την δυσαρεστημένη Γαλλία να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

 

Προετοιμασίες για πόλεμο μετά το Αγκαντίρ

Το Αγκαντίρ προκάλεσε την αναζωπύρωση του εθνικισμού στη Γαλλία, μεταμορφώνοντας το πολιτικό κλίμα και παρασύροντας τις φωνές που συνιστούσαν προσοχή στις σχέσεις της Γαλλίας με τη Γερμανία. Τα επιθετικά σκυλιά του δεξιού Τύπου καλούσαν σε πόλεμο και παρενοχλούσαν όποιον αντιστεκόταν στο κάλεσμα αυτό. Ξεχώρισαν ιδιαίτερα τις εργατικές οργανώσεις και διεξήγαγαν μια μοχθηρή και διαρκή εκστρατεία, κυρίως εναντίον της συνδικαλιστικής εργατικής ομοσπονδίας, της Confédération Générale du Travail (CGT), αλλά και εναντίον του Σοσιαλιστικού Κόμματος, του SFIO (Section Française de l’ Internationale Ouvrière). Αν και οι εθνικιστές παρέμειναν μειοψηφία στο γαλλικό κοινοβούλιο, τη Βουλή των Αντιπροσώπων, η επιρροή τους αυξήθηκε στους κύκλους της άρχουσας τάξης σε βαθμό δυσανάλογο με την αξιοπιστία τους στην υπόλοιπη χώρα. Όταν ο Ρεϊμόν Πουανκαρέ έγινε πρωθυπουργός το 1912, οι προετοιμασίες για πόλεμο επιταχύνθηκαν.

Πρώτον, η γαλλική διπλωματία προσπάθησε να παρασύρει τη Βρετανία σε πιο σαφείς δεσμεύσεις σε περίπτωση πολέμου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα έντονες διαπραγματεύσεις μεταξύ των ανώτατων αξιωματικών των αντίστοιχων ναυτικών τους, οι οποίες τελικά οδήγησαν σε συμφωνία τον Απρίλιο του 1913, με τη Βρετανία να αναλαμβάνει την ευθύνη για την υπεράσπιση των Στενών του Ντόβερ και της Μάγχης και τους Γάλλους να αναλαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος στις κοινές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο.[6] Όμως, η ασάφεια καταδίωκε τις συζητήσεις σχετικά με την ανάπτυξη των χερσαίων δυνάμεων. Παρόλο που ο αρχιστράτηγος Ζοζέφ Ζοφρ συμπεριέλαβε τις βρετανικές δυνάμεις στις στρατιωτικές του προβλέψεις, οι Γάλλοι θα κρατούνταν σε αγωνία για τις βρετανικές προθέσεις μέχρι την ημέρα κήρυξης του πολέμου.

Δεύτερον, οι κοινές γαλλο-ρωσικές συνομιλίες των στρατιωτικών επιτελείων, οι οποίες στην αρχή ήταν περιοδικές, έγιναν ετήσιες διαδικασίες μετά το Αγκαντίρ. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής τους ήταν η ταυτόχρονη επίθεση στη Γερμανία από τα ανατολικά και τα δυτικά. Δύο ασύρματες τηλεγραφικές συνδέσεις τέθηκαν σε λειτουργία, και τον Ιούλιο του 1913 οι ασύρματες επικοινωνίες (μια πρώιμη μορφή ανοικτής γραμμής) τέθηκαν σε λειτουργία, με τις γραμμές να είναι ανοικτές καθημερινά μεταξύ των ωρών 06-00 και 08-00 και πάλι μεταξύ 20-00 και 23-59.[7] Ήταν σε αυτό το σημείο που οι γαλλικές πολεμικές προετοιμασίες οριστικοποιήθηκαν στο Σχέδιο XVII, και οι Ρώσοι επινόησαν αντίστοιχα το Σχέδιο 19.

Η Γαλλία επωφελήθηκε επίσης από τις ακόρεστες απαιτήσεις της ρωσικής κυβέρνησης για κεφάλαια για να επιβάλει όρους στο δάνειο του 1913, οι οποίοι όριζαν ότι το τεράστιο ποσό των 2.500 εκατομμυρίων φράγκων (500 εκατομμύρια φράγκα ετησίως για πέντε χρόνια) που ζητήθηκε θα έπρεπε να αφιερωθεί στη βελτίωση των σιδηροδρομικών γραμμών που εξυπηρετούσαν την περιοχή που συνορεύει με τα γερμανικά σύνορα. Αυτό θα επέτρεπε στη Ρωσία να εκπληρώσει τη δέσμευσή της να ξεκινήσει επίθεση 14 ημέρες μετά την κήρυξη του πολέμου. Αντίθετα, η Ρωσία απαίτησε από τη Γαλλία να διατηρήσει τις δικές της προετοιμασίες, ώστε να φέρει το στρατό της αριθμητικά σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τους Γερμανούς.[8]

Έτσι, το τρίτο μέτρο που πήρε η γαλλική κυβέρνηση για να θέσει τη χώρα σε πολεμική ετοιμότητα ήταν η θέσπιση του Loi de Trois Ans (Νόμος των Τριών Ετών), με τον οποίο αυξήθηκε ο χρόνος εκπλήρωσης της εθνικής θητείας από δύο σε τρία χρόνια. Όμως, ενώ η κυβέρνηση μπορούσε να διεξάγει διπλωματικές και στρατιωτικές συζητήσεις με τη μεγαλύτερη μυστικότητα, χωρίς να δίνει λόγο στο νομοθετικό σώμα, ο νέος αυτός νόμος απαιτούσε τη σύμφωνη γνώμη του κοινοβουλίου και, ως εκ τούτου, η κυβέρνηση όφειλε να τον δικαιολογήσει. Αν και προωθήθηκε στη γαλλική Βουλή των Αντιπροσώπων ως αμυντικό μέτρο κατά μιας ξαφνικής επίθεσης από τη Γερμανία, πολλοί βουλευτές έβγαλαν το συμπέρασμα ότι τα κίνητρα για το μέτρο αυτό είχαν πιο επιθετικό χαρακτήρα, δεν μπορούσαν όμως να γνωρίζουν ότι ο νόμος αυτός προωθούνταν τώρα κατ’ εντολή της τσαρικής κυβέρνησης!

 

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα

Το SFIO ήταν το κόμμα των Γάλλων σοσιαλιστών που ανήκε στη Δεύτερη Διεθνή. Δημιουργήθηκε από τη συνένωση του μαρξιστικού Parti Socialiste de France και του ρεφορμιστικού Parti Socialiste Français και αποτέλεσε μια άβολη συγχώνευση όσων είχαν δεσμευτεί να ανατρέψουν την καθεστηκυία τάξη και όσων είχαν δεσμευτεί να εργαστούν για την αλλαγή στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού συστήματος. Και τα δύο στοιχεία ήταν αντίθετα σε κάθε προσπάθεια να παρασυρθεί η Γαλλία σε έναν νέο πόλεμο. Μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα το SFIO είχε αποκτήσει ένα σημαντικό επίπεδο εκλογικής υποστήριξης, και στις γενικές εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου 1914 πέτυχε μια πραγματική επανάσταση, κερδίζοντας 103 έδρες χωρίς να χρειαστεί να επιδιώξει συνασπισμό με οποιοδήποτε άλλο κόμμα. Μεγάλο μέρος της επιτυχίας τους μπορεί να αποδοθεί στην αντίθεσή τους, ή σε αυτό που γινόταν αντιληπτό ως αντίθεση, στον Νόμο των Τριών Ετών, με τον ηγέτη του κόμματος Ζαν Ζορές να πρωτοστατεί στην εκστρατεία για την ανατροπή του νόμου ή τουλάχιστον για την τροποποίησή του. Όμως, καθώς αυξανόταν η διεθνής ένταση, η πίεση προς όλο το κόμμα να συνταχθεί με την κυβέρνηση Πουανκαρέ αυξήθηκε πάρα πολύ.

 

Η Confédération Générale du Travail

Ο Νόμος των τριών ετών προκάλεσε ένα κύμα ανταρσιών στις πόλεις όπου υπήρχε στρατιωτική φρουρά, κυρίως στην Αλσατία, και η CGT, που μέχρι τότε αποτελούσε προπύργιο των επαναστατών αναρχικών της Γαλλίας, υπέστη έντονη κρατική παρενόχληση. Η οργάνωση ήταν διακηρυγμένα αντιμιλιταριστική και αντιπατριωτική και υποστήριζε τα μέλη της όταν στρατολογούνταν, στέλνοντάς τους κάθε τρίμηνο μια χρηματική βοήθεια από ένα ειδικό ταμείο, το Soudu Soldat. Οι τοπικοί ηγέτες των πιο μαχητικών συνδικάτων συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για υποκίνηση ανταρσίας μεταξύ των κληρωτών. Υπήρξε ένα κύμα οργής στο εσωτερικό της ομοσπονδίας, με πολλούς αντιπροσώπους της βάσης να καλούν να οργανωθεί γενική απεργία. Η ηγεσία, και ιδίως ο γραμματέας Λεόν Ζουό, αντιτάχθηκε σθεναρά σ’ αυτό. Τα πράγματα κορυφώθηκαν σε ένα ειδικό συνέδριο που συγκλήθηκε για δύο ημέρες τον Ιούλιο του 1913. Μια πρόταση για τη διοργάνωση γενικής απεργίας κατά του Νόμου των Τριών Ετών βρήκε αντίθετο τον Αλφόνς Μερρέιμ, τον ηγέτη των εργατών μετάλλου:

«Ο πιο διάσημος από τους ρεβιζιονιστές της CGT, ο Μερρέιμ, διαμαρτυρήθηκε ενάντια σε αυτά τα “κάστρα στον αέρα”. Ήταν πεπεισμένος ότι η CGT πρέπει τώρα επιτέλους να βάλει τέλος στην “πολιτική της σφιγμένης γροθιάς” έξω από το συνδικαλιστικό πλαίσιο που αγνοούσε τα πραγματικά προβλήματα της εργατικής οργάνωσης. Η CGT πρέπει τώρα να στρέψει την προσοχή της, υποστήριζε, στο να κερδίσει μεθοδικά τους μη συνδικαλισμένους εργάτες.»[9]

Ο Μερρέιμ συνέχισε να προτείνει μια πρόταση που αναφερόταν σε μια νέα στρατηγική, αλλά αυτή η νέα στρατηγική δεν θα περιελάμβανε πλέον καμία έννοια γενικής απεργίας ενάντια στον Νόμο των Τριών Ετών. Από τις μεγάλες ενώσεις, μόνο ο Ρεϊμόν Περικάτ των εργατών οικοδομών και ο Μπενουά Μπρουτσού εκ μέρους των ανθρακωρύχων του Πα ντε Καλαί τάχθηκαν υπέρ της πρότασης και εναντιώθηκαν στη γραμμή του Μερρέιμ και η θέση του Μερρέιμ εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία. Το συνέδριο του Ιουλίου σηματοδότησε ουσιαστικά το τέλος της CGT ως δύναμης επαναστατικής αλλαγής και τη μετατροπή της οργάνωσης σε συνδικαλιστικό όργανο που εστιάζει κυρίως σε οικονομικά και βιομηχανικά ζητήματα. Μπορεί 100.000 συνδικαλιστές να υποστήριζαν αναρχικές θέσεις σε μελλοντικά συνέδρια της CGT,[10] αλλά οι ρεβιζιονιστές κατεύθυναν τώρα την οργάνωση μακριά από τη μελλοντική επαναστατική δράση.

 

Η διεθνής κρίση βαθαίνει

Η διεθνής κρίση που προκλήθηκε από τη δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου οδήγησε στην κορύφωση της υποβόσκουσας αντιπαράθεσης μεταξύ της Σερβίας και της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Οι Αυστριακοί, σίγουροι για την ολόθερμη υποστήριξη του Γερμανού αυτοκράτορα και της γερμανικής κυβέρνησης, έστειλαν τελεσίγραφο στη Σερβία, το οποίο γνώριζαν ότι δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθεί, και η Σερβία, σπρωγμένη στα άκρα, απευθύνθηκε στη Ρωσία για υποστήριξη. Οι Ρώσοι κινητοποιήθηκαν και με τη σειρά τους απευθύνθηκαν στον Γαλάτη σύμμαχό τους. Ο Πουανκαρέ, πλέον πρόεδρος της Γαλλίας, πραγματοποιούσε εκείνη την περίοδο επίσημη επίσκεψη στη Ρωσία, συνοδευόμενος από τον πρωθυπουργό Ρενέ Βιβιανί. Αν και οι ιστορικοί εξακολουθούν να διχάζονται ως προς τον ρόλο του Πουανκαρέ στη Ρωσία κατά την εξέλιξη της κρίσης, είναι σαφές από τη δική του αφήγηση της επίσκεψης ότι στις συζητήσεις του με τον τσάρο Νικόλαο προέτρεψε τη Ρωσία να παράσχει ολόψυχη υποστήριξη στη Σερβία. Συμφώνησε επίσης στο αίτημα του Τσάρου να μεταφέρει διαβεβαιώσεις στον βασιλιά της Σουηδίας ότι η Ρωσία είχε μόνο ειρηνικές προθέσεις έναντι του γείτονά της.

«Πάνω απ’ όλα, ήταν ζωτικής σημασίας να αποτραπεί το ενδεχόμενο να πέσει η Σουηδία στην αγκαλιά των Γερμανών, με τις σοβαρές στρατηγικές επιπλοκές που αυτό θα μπορούσε να επιφέρει. Στις 25 Ιουλίου, κατά τη διάρκεια ενός απογεύματος που πέρασε με τον [βασιλιά της Σουηδίας] Γουσταύο Ε΄, ο Πουανκαρέ εκπλήρωσε με επιτυχία αυτό το έργο και μπόρεσε να αναφέρει ότι ο βασιλιάς ανταποκρίθηκε με θέρμη στην επιθυμία του Τσάρου να παραμείνει η Σουηδία ουδέτερη.»[11]

Όταν ο Πουανκαρέ επέστρεψε στη Γαλλία, οι κύριοι πρωταγωνιστές είχαν κινητοποιήσει τους στρατούς τους, εκτός από έναν, τη Μεγάλη Βρετανία. Όπως εξηγήθηκε προηγουμένως, η γαλλορωσική στρατιωτική συμμαχία απαιτούσε από τη Γαλλία και τη Ρωσία να χτυπήσουν ταυτόχρονα τις Κεντρικές Δυνάμεις. Ο Γάλλος αρχιστράτηγος Ζοφρ εξακολουθούσε να υποστηρίζει ένα προληπτικό χτύπημα στο Βέλγιο.

«Αλλά ο Πουανκαρέ αρνήθηκε κατηγορηματικά να εξετάσει την περίπτωση του Ζοφρ, με το σκεπτικό ότι μια εισβολή στο Βέλγιο θα κινδύνευε να αποξενώσει τη βρετανική κοινή γνώμη και θα καθιστούσε αδύνατο για τον [Βρετανό υπουργό Εξωτερικών] Έντουαρντ Γκρέι να τηρήσει τις υποσχέσεις του στο Παρίσι. Ήταν μια εντυπωσιακή απόδειξη της υπεροχής της πολιτικής έναντι της στρατιωτικής εξουσίας στη Γαλλική Δημοκρατία, αλλά και της διορατικότητας και της ευφυΐας του Πουανκαρέ, ο οποίος συνδύαζε μια άκρως επιθετική αντίληψη του casus foederis [“υπόθεση της συμμαχίας”] στα ανατολικά με μια στρατηγικά αμυντική προσέγγιση στα γαλλικά σύνορα. Με αυτόν τον τρόπο το Παρίσι έλυσε ένα αίνιγμα που αντιμετώπιζαν αρκετοί από τους εμπόλεμους του 1914, δηλαδή την “παράδοξη απαίτηση να ξεκινά επιθετικά ένας αμυντικός πόλεμος.”»[12]

Η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Γαλλία και στη συνέχεια εισέβαλε σχεδόν αμέσως στο Λουξεμβούργο και στη συνέχεια στο Βέλγιο, όπως προέβλεπε το Σχέδιο Σλίφεν. Με σαφείς οδηγίες της κυβέρνησης, οι γαλλικές δυνάμεις παρέμειναν δέκα χιλιόμετρα από τα σύνορα, εξασφαλίζοντας έτσι ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία αμφιβολία σχετικά με το ποιος ήταν ο επιτιθέμενος στη Δύση. Όπως είχε προγραμματιστεί, μετά από δύο εβδομάδες συνοριακών αψιμαχιών, οι ρωσικές δυνάμεις εισήλθαν στην ανατολική Γερμανία. Η γαλλική ηγεσία είχε εκτιμήσει τέλεια την κατάσταση∙ στη Βρετανία το «κόμμα του πολέμου», με επικεφαλής τον Γκρέι και με την υποστήριξη του Ουίνστον Τσόρτσιλ, μετέφερε το επιχείρημα για πόλεμο στο κοινοβούλιο και έστειλε τελεσίγραφο στη Γερμανία, ζητώντας την απόσυρση των δυνάμεών της από το Βέλγιο. Μέχρι τις 4 Αυγούστου δεν υπήρξε καμία απάντηση, και στις 6 Αυγούστου το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα διατάχθηκε να μεταβεί στη Γαλλία. Τότε, και μόνο τότε, η βρετανική κυβέρνηση άρχισε να πείθει τον βρετανικό λαό για την υποστήριξη του πολέμου.

Η εισβολή στη Γαλλία εκπλήρωσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να ενώσει το γαλλικό κοινοβούλιο με την κυβέρνηση και το στρατό και στη συνέχεια να μεταφέρει το επιχείρημα για πόλεμο στην υπόλοιπη χώρα. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα μικροαστικά κόμματα τάχθηκαν χωρίς δισταγμό πίσω από την κυβέρνηση, αλλά δεν υπήρξε ούτε μια έκφραση διαφωνίας ή έστω δυσφορίας μεταξύ των σοσιαλιστών βουλευτών, με τον πρώην αντιμιλιταριστή Ζυλ Γκεζντ και τον βετεράνο βουλευτή Μαρσέλ Σεμπά να μπαίνουν στην κυβέρνηση με την πλήρη συμφωνία του κόμματος. Είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ποια στάση θα είχε υιοθετήσει το SFIO αν ο Ζωρές ήταν ακόμα ζωντανός όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Αλλά η δολοφονία του από έναν δεξιό φανατικό δύο ημέρες πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών έδωσε στο πολιτικό κατεστημένο την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει κυνικά την κηδεία του ως ένα ακόμη μέσο για την εδραίωση της εθνικής ενότητας. Με τον «μετριοπαθή» Πιερ Ρενοντέλ να είναι πλέον ο κύριος εκπρόσωπος του κόμματος, το SFIO τυλίχτηκε με την Τρίχρωμη. Χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του ψευδοεπαναστατικού γιακωβινίκου εξισωτισμού, το μανιφέστο τους τον Αύγουστο του 1914 ανέφερε «Ολόκληρο το έθνος πρέπει να ξεσηκωθεί για να υπερασπιστεί το έδαφός του και την ελευθερία του... Ο επικεφαλής της κυβέρνησης... γνώριζε ότι σε όλες τις στιγμές της ανάγκης του, το 1793, όπως και το 1870, το έθνος εμπιστεύτηκε αυτούς τους άνδρες, αυτούς τους σοσιαλιστές, αυτούς τους επαναστάτες... Απευθύνθηκε στο κόμμα μας. Το κόμμα μας απάντησε: Παρών!»[13]

Όσον αφορά την CGT, με την αναθεωρητική ηγεσία να έχει σταθερά την εξουσία, η οργάνωση επιβεβαίωσε την υποστήριξή της στον πόλεμο, με τον Ζουό να γίνεται σύντομα «αντιπρόσωπος του έθνους» και ανώτερα στελέχη όπως ο Εντμόν Μπριά και ο Ογκύστ Κιοφέρ να ενσωματώνονται τελικά στις δομές της κυβέρνησης εν καιρώ πολέμου. Όπως σχολιάζει ένας ιστορικός:

«Η ιστορική έρευνα έχει συχνά θέσει το ερώτημα γιατί οι συνδικαλιστές προέβαλαν τόσο μικρή αντίσταση στην Union Sacrée τον Ιούλιο του 1914. Η τροπή των γεγονότων κατά τα έτη 1913/1914 προσφέρει τουλάχιστον μια μερική απάντηση. Η αποκήρυξη της άμεσης δράσης και η ρεβιζιονιστική στροφή του συνδικαλισμού σήμαινε ότι το κίνημα απέφευγε τα πολιτικά ζητήματα της εποχής σε τέτοιο βαθμό, ώστε την κρίσιμη στιγμή δεν είχε την επαρκή οργανωτική και ιδεολογική δύναμη ακόμη και για να σχεδιάσει μια αντιπολεμική διαδήλωση.»[14]

Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατ’ εντολή της κυβέρνησης, η υπηρεσία ασφαλείας είχε ετοιμάσει ένα έγγραφο, το Carnet B, το οποίο προέβλεπε την κράτηση περίπου 2.000 σοσιαλιστών και συνδικαλιστών ηγετών σε περίπτωση που γινόταν συντονισμένη προσπάθεια οργάνωσης της αντιπολίτευσης κατά του πολέμου. Στην πραγματικότητα, μόνο 40 ακτιβιστές κατά του πολέμου συνελήφθησαν. Από όλους τους ηγέτες της CGT, μόνο ο ηγέτης των οικοδόμων Ρεϊμόν Περικά κάλεσε σε μαζική απεργία κατά του πολέμου, και για τους κόπους του ανταμείφτηκε με φυλάκιση δύο ετών.[15]

 

Η αντίδραση του πληθυσμού

Υπάρχουν αντιφατικές αναφορές για τη διάθεση του γαλλικού πληθυσμού στις παραμονές του πολέμου. Στο ημερολόγιό του, ο Πουανκαρέ σημείωσε τους πανηγυρισμούς κατά την επιστροφή του από τη Ρωσία στα τέλη Ιουλίου:

«Ένα πολύ πυκνό πλήθος είχε ξεχυθεί στις αποβάθρες και τις προκυμαίες και μας υποδέχτηκε με τις κραυγές Vivela France! Vive Poincaré! Κυριαρχώ στη συγκίνησή μου και ανταλλάσσω μερικές κουβέντες με τον δήμαρχο, τους γερουσιαστές και τους βουλευτές. Όλοι μου λένε, και ο νομάρχης το επιβεβαιώνει, ότι μπορούμε να βασιστούμε στην ενότητα και στην αποφασιστικότητα της χώρας.»[16]

Ωστόσο, ο υπουργός Δημόσιας Εκπαίδευσης, ο Αλμπέρ Σαρρό, ανέθεσε να αποσταλεί έρευνα και ερωτηματολόγιο στους δασκάλους κάθε διαμερίσματος για να διαπιστωθεί ποια ήταν η διάθεση της χώρας. Αυτό έδειξε ότι η εικόνα ήταν πολύ πιο σύνθετη από τη ρόδινη οπτική του Πουανκαρέ και ότι οι στάσεις διέφεραν ανάλογα με την ημερομηνία που διεξήχθη. Δείγματα των ευρημάτων από έξι τμήματα: Κοτ ντ’ Αρμόρ, Ωτ-Αλπ, Γκαρντ, Σαράντ, Άνω Σαβοΐα και Ιζέρ, δείχνουν ότι τα κυρίαρχα συναισθήματα των ερωτηθέντων ήταν η απογοήτευση και ο αποτροπιασμός· μόνο με την εισβολή του γερμανικού στρατού υπήρξε μια αναγνωρίσιμη αλλαγή στην αντίδραση της κοινής γνώμης.

«Κατά κύριο λόγο, ωστόσο, ήταν η πεποίθηση της απρόκλητης επιθετικότητας που καθόρισε τη στάση των Γάλλων και που εξηγεί γιατί ο πόλεμος έγινε αποδεκτός από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Αυτή η πεποίθηση εξηγεί επίσης γιατί οι Γάλλοι έφευγαν χωρίς τον ενθουσιασμό των κατακτητών ηρώων αλλά με την αποφασιστικότητα εκείνων που αισθάνονται ότι έχουν ένα καθήκον να εκτελέσουν.»[17]

Παρ’ όλα αυτά, η δυσαρέσκεια κατά του Πουανκαρέ σε ορισμένα μέρη της χώρας παρέμενε έντονη∙ την παραμονή του πολέμου του συνέστησαν να μην επισκεφθεί την πόλη Σεντ Ετιέν, προπύργιο της εργατικής τάξης, από φόβο μήπως προκαλέσει διαδηλώσεις για το ρόλο του στην προώθηση του Νόμου των Τριών Ετών.

 

Πώς πήγαν στον πόλεμο τα αφεντικά (Le Patronat)

Στο κλασικό έργο του, Η εποχή της αυτοκρατορίας, ο Έρικ Χόμπσμπαουμ σημειώνει πόσο απροετοίμαστη ήταν η εργατική τάξη σε όλη την Ευρώπη για τα καθήκοντα που θα έπρεπε να εκπληρώσει όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος.[18] Αυτό ίσχυε σίγουρα όσον αφορά τη Γαλλία. Η γαλλική βιομηχανία στον 20ό αιώνα δεν ήταν τόσο προηγμένη όσο εκείνη της Γερμανίας ή των Ηνωμένων Πολιτειών. Και οι Γάλλοι βιομήχανοι ήταν εξαιρετικά εχθρικοί σε οποιαδήποτε ανάμειξη του κράτους στις επιχειρήσεις τους. Ωστόσο, με την έναρξη του ολοκληρωτικού πολέμου, η γαλλική εργοδοτική τάξη προσαρμόστηκε γρήγορα στην κατάσταση που τους παρουσίαζε ο πόλεμος όσον αφορά την ευκαιρία να αποκομίσουν τεράστια κέρδη. Αυτό κατέστη δυνατό με διάφορους τρόπους.

Όταν το Παρίσι απειλήθηκε από τη γερμανική εισβολή, η κυβέρνηση μετακόμισε στο Μπορντό, ακολουθούμενη από πλήθος επιχειρηματιών που έψαχναν για πλούσια κέρδη μετά τη στρατιωτική κινητοποίηση. Αφού ο γερμανικός στρατός είχε σταματήσει, με τεράστιες απώλειες ζωών και από τις δύο πλευρές, στον ποταμό Μάρνη, ο υπουργός Πολέμου Αλεξάντρ Μιλλεράν κάλεσε σε σύσκεψη κορυφαίους τραπεζίτες και βιομηχάνους στις 20 Σεπτεμβρίου 1914 και ανακοίνωσε ότι ο στρατός θα έπρεπε να προμηθεύεται 100.000 βλήματα πυροβολικού ημερησίως∙ η προηγούμενη πρόβλεψη ήταν μόνο για 13.000 βλήματα ημερησίως.[19] Το υπουργείο έδωσε λευκή επιταγή στην κύρια ένωση των παραγωγών μετάλλων, την Comité des Forges, για να οργανώσει όλες τις εργασίες που απαιτούσε αυτό, γεγονός που έδωσε στον οργανισμό αυτό τεράστια δύναμη στις σχέσεις του με την κυβέρνηση, δύναμη την οποία δεν εγκατέλειψε ποτέ πλήρως. Το κύριο πλεονέκτημα ήταν ότι η βιομηχανία καθιέρωσε μια δομή τιμών που ήταν πιο επωφελής για τις ίδιες, και παρέμεινε σε αυτή τη δομή για το υπόλοιπο του πολέμου.

Οι βιομήχανοι μπόρεσαν σύντομα να εξορθολογήσουν και να καταστήσουν οικονομικότερες τις παραγωγικές τους διαδικασίες, και οι επενδυτικοί κίνδυνοι για τη δημιουργία εργοστασίων πολεμικού υλικού μειώθηκαν όσο προχωρούσε ο πόλεμος, αλλά οι παλιές βάσεις τιμών παρέμειναν, κυρίως επειδή οι συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις του στρατού σήμαιναν ότι η βιομηχανική ικανότητα ήταν συνεχώς ελλιπής και ότι οι παραγωγοί μπορούσαν να καθορίζουν τις τιμές που ήθελαν.[20] Η εξουσία των βιομηχάνων στο Comité des Forges επεκτάθηκε στα υψηλότερα επίπεδα της κυβέρνησης και του κράτους.

«Στο Λονδίνο, στρατιωτικός ακόλουθος της γαλλικής πρεσβείας, με ειδική ευθύνη για τον έλεγχο της προμήθειας αγγλικών μετάλλων για τη Γαλλία, ήταν ο στρατηγός ντε Λα Πανούζ, ο οποίος είχε παντρευτεί τη Σαμπίν ντε Βεντέλ, κόρη του κορυφαίου μεταλλουργού της Γαλλίας. Ο άνθρωπος που διηύθυνε το γαλλικό εμπορικό πρακτορείο μετάλλων υπό την εποπτεία του στρατηγού ντε λα Πανούζ ήταν ο κουνιάδος του, ο Ουμπέρ ντε Βεντέλ. Όταν συστάθηκε κοινοβουλευτική επιτροπή για να διερευνήσει τα κέρδη των προμηθευτών πολεμικών υλικών, ο βουλευτής που ανέλαβε να συντάξει έκθεση σχετικά με τις συμβάσεις της μεταλλουργικής βιομηχανίας ήταν ο αδελφός του Ουμπέρ, ο Φρανσουά ντε Βεντέλ.»[21]

Και δεν ήταν μόνο οι κατασκευαστές μετάλλων που επωφελήθηκαν από την κατάσταση. Παρόμοια ήταν η ιστορία και στις άλλες πολεμικές βιομηχανίες, όπως τα χημικά και τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα φυτικά έλαια, το μαλλί και το βαμβάκι, και φυσικά τα τρόφιμα. Για τα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου, η γαλλική κυβέρνηση έγινε όμηρος των βιομηχάνων και τεράστια κέρδη αποκόμισε σχεδόν κάθε επιχειρηματίας που παρουσιάστηκε ο ίδιος (ή τον παρουσίασαν) στον αρμόδιο υπουργό. Μόνο κατά το τρίτο έτος του πολέμου, όταν οι ανάγκες του πολέμου δημιούργησαν μεγάλες ελλείψεις σε πρώτες ύλες, η κυβέρνηση, διά του υπουργού Εμπορίου Ετιέν Κλεμαντέλ, άρχισε να ασκεί κάποιο έλεγχο μέσω της δικαιοδοσίας της στις εισαγωγές πρώτων υλών και στη διανομή τους, και το κράτος έγινε πιο ικανό να παρεμβαίνει, ώστε να εξορθολογίζει καλύτερα την πολεμική οικονομία.

Ωστόσο, ακόμη και με αυτούς τους ελέγχους σε ισχύ, η κερδοσκοπία κυριαρχούσε. Για παράδειγμα, ένας ισχυρός έμπορος φυτικών ελαίων από τη Μασσαλία, ο Εμιλιέν Ροκά, αποκαλύφθηκε ότι εξήγαγε άφθονες ποσότητες του προϊόντος σε ουδέτερες χώρες όπως η Ελβετία και η Ολλανδία, από όπου προωθήθηκε σε Γερμανούς κατασκευαστές! Είτε εν γνώσει του είτε όχι, η συμπεριφορά αυτή ήταν σκανδαλώδης, αλλά είναι εκπληκτικό ότι ο Ροκά παρέμεινε επικεφαλής του κυβερνητικού φορέα ελέγχου φυτικών ελαίων (και έγινε πολύ πλούσιος), μέχρι που αυτός διαλύθηκε το 1919.[22]

Η γερμανική κατάκτηση και κατοχή της βιομηχανικής περιοχής Μπριγιέ-Λονγκβί στην ανατολική Γαλλία κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια του 83% των αποθεμάτων σιδηρομεταλλεύματος και του 74% των αποθεμάτων άνθρακα, γεγονός που σήμαινε ότι η παραγωγή χυτοσιδήρου και χάλυβα μειώθηκε κατά 81% και 63% αντίστοιχα.[23] Στην απελπισμένη αναζήτηση νέας παραγωγικής ικανότητας για να αντικαταστήσει αυτές τις απώλειες, η κυβέρνηση ήταν εξαιρετικά γενναιόδωρη στη χορήγηση δανείων για την επέκταση παλαιών εργοστασίων ή τη δημιουργία νέων. Η χαλυβουργία τέθηκε σε προτεραιότητα και μέχρι το 1915 εργοστάσια όπως το Decazeville και το Montluçon, αμφότερα στην κεντρική Γαλλία και σε ασφαλή απόσταση από τη γραμμή του μετώπου, επεκτάθηκαν μαζικά.[24] Οι νέες βιομηχανίες, επιχειρήσεις όπως αυτή του Αντρέ Σιτροέν [Citroën] και του Λουί Ρενό [Renault] επωφελήθηκαν σε τεράστιο βαθμό από την ανοιχτόχερη στάση του κράτους∙ ο Σιτροέν υπέγραψε συμβόλαιο για την παραγωγή ενός εκατομμυρίου οβίδων, «που κατασκευάζονταν σε ένα εργοστάσιο που δεν είχε ακόμη χτιστεί.»[25] Η εταιρεία Éclairage Électrique, που ανήκε στον μελλοντικό υπουργό πολεμοφόδιων Λουί Λουσιέ, έλαβε συνολικά σχεδόν 7 εκατομμύρια φράγκα σε προκαταβολές. Όταν, τον Δεκέμβριο του 1915, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να επανακτήσει τα εργοστάσια που είχαν κατασκευαστεί με κρατικές επιδοτήσεις στο τέλος του πολέμου, τα αφεντικά δημιούργησαν τέτοιο θόρυβο που η ρήτρα επαναγοράς εγκαταλείφθηκε σιωπηλά. Αυτού του είδους οι παραχωρήσεις συνέβαλαν στη μαζική επέκταση εταιρειών όπως η Citroën, που προηγουμένως δεν ξεπερνούσαν σε μέγεθος τις μεσαίες επιχειρήσεις, γεγονός που τους επέτρεψε να εξελιχθούν στους κολοσσούς που έμελλε να γίνουν.

Πριν από το 1914, είχαν γίνει αρκετές προσπάθειες να εισαχθεί ένα προοδευτικό σύστημα φορολόγησης, αλλά η αντίσταση από τα ανώτατα κυβερνητικά κλιμάκια είχε εμποδίσει όλες τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες. Μόλις το 1916 εισήχθη ένα σύστημα φορολόγησης, ένας φόρος εισοδήματος και πολεμικών κερδών, για την κάλυψη του κόστους του πολέμου. Αλλά όπως σημείωσε ένας οικονομολόγος: «Δεν ήταν ποτέ δυνατό να υποχρεωθούν οι εργολάβοι να επιδείξουν τα λογιστικά τους βιβλία. Δεν υπάρχει συστηματική ανάλυση των πολεμικών κερδών, διανεμημένων ή μη».[26] Υπολόγισε ότι το σύνολο των εσόδων που συγκεντρώθηκαν από την επιβολή ειδικού φόρου επί των πολεμικών κερδών μέχρι το τέλος του πολέμου ήταν περίπου 17,3 δισεκατομμύρια φράγκα, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν κάλυπταν το τεράστιο βάρος των πολεμικών δαπανών, ενώ το έλλειμμα καλύφθηκε με διεθνή δανεισμό, κυρίως από τις ΗΠΑ.

Με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου επιστρατεύτηκαν περίπου 3,4 εκατομμύρια άνδρες σε όλους τους κλάδους της βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένων εκατοντάδων χιλιάδων ειδικευμένων εργατών που απασχολούνταν στα εργοστάσια πυρομαχικών και σε άλλες βασικές βιομηχανίες εν καιρώ πολέμου. Κατά συνέπεια, η παραγωγή σε ολόκληρη την οικονομία παρέλυσε, με εταιρείες όπως η Le Creusot, μια μεγάλη κατασκευάστρια όπλων, να χάνουν το 50% του εργατικού δυναμικού της, ενώ στρατιωτικά εργαστήρια στην Μπουρζ και το Σεντ-Ετιέν έπρεπε να κλείσουν. Η χαοτική κατάσταση των γαλλικών πολεμικών προετοιμασιών καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, μόνο στο Παρίσι υπήρχαν 60.000 άνεργοι.[27]

Με τη σταθεροποίηση της κατάστασης στο μέτωπο και τη συνειδητοποίηση ότι ο πόλεμος δεν θα ήταν σύντομος, οι βιομήχανοι άρχισαν να ζητούν την επιστροφή των εργατών τους για να καλύψουν τις παραγωγικές ανάγκες της πολεμικής οικονομίας. Μέχρι το τέλος του 1915 σχεδόν μισό εκατομμύριο εργάτες είχαν κοσκινιστεί από τις γραμμές του στρατού και είχαν επιστρέψει στη βιομηχανία πυρομαχικών. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1916, παρόμοια ήταν η κατάσταση και στην άλλη μεγάλη πολεμική βιομηχανία, τα χημικά. Όμως το καθεστώς των επιστρεφόντων εργατών είχε αλλάξει: τώρα υπάγονταν στη στρατιωτική εξουσία και μπορούσαν να επιστρέψουν στα χαρακώματα ανά πάσα στιγμή με εντολή των αφεντικών. Αυτό όπλισε τους εργοδότες με ένα ισχυρό όπλο με το οποίο μπορούσαν να απειλούν τους αγωνιστές, και έδειξαν σε πολλούς χώρους εργασίας ότι ήταν έτοιμοι να το χρησιμοποιήσουν. Έτσι, για παράδειγμα, στα εργοστάσια της Renault, ο Λουί Ρενό τετραπλασίασε το εργατικό δυναμικό του και αύξησε την παραγωγή κατά 600%, με το εμβληματικό εργοστάσιο στη Βουλώνη-Μπιλανκούρ να πρωτοπορεί στις βιομηχανικές εξελίξεις, όπως η «επιστημονική διαχείριση» -μέθοδοι μαζικής παραγωγής που περιλάμβαναν 24ωρη εργασία, εντατικοποίηση και πληρωμές με το κομμάτι, μέθοδοι στις οποίες είχαν αντισταθεί τα συνδικάτα πριν από τον πόλεμο.[28]

Το κράτος βοήθησε επίσης τους εργοδότες, έστω και ακούσια, να υπονομεύσουν τη θέση των συνδικάτων, κινητοποιώντας περισσότερες γυναίκες εργάτριες και προσλαμβάνοντας μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών εργατών, προκειμένου να καλύψουν την έλλειψη εργατικού δυναμικού που προκάλεσε η επιστράτευση. Συχνά απασχολούνταν με χαμηλότερες αμοιβές από αυτές που λάμβανε το καθιερωμένο εργατικό δυναμικό. Οι αγωνιστές των συνδικάτων αντιμετώπιζαν αυτή την εξέλιξη με μεγάλη ανησυχία, βλέποντας αυτούς τους ανειδίκευτους νεοεισερχόμενους, χωρίς παράδοση στον αγώνα, να αντικαθιστούν τους ειδικευμένους εργάτες, υπονομεύοντας τη διαπραγματευτική τους θέση και δίνοντας τη δυνατότητα στους εργοδότες να επιτεθούν στους σκληρά κερδισμένους όρους εργασίας τους. Κατά τα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου, ενώ οι εργοδότες απολάμβαναν την πλήρη υποστήριξη του κράτους, οι Γάλλοι εργάτες έβλεπαν την υπόστασή τους να απειλείται ως αποτέλεσμα της επιστράτευσης, τις συνθήκες εργασίας τους να υπονομεύονται από τις επιβεβλημένες αλλαγές στον εργασιακό χώρο και την ικανότητά τους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους να διακυβεύεται από τη στάση των οργανώσεών τους, της CGT και του SFIO, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ωστόσο, καθώς ο πόλεμος συνεχιζόταν, οι γυναίκες εργάτριες, αντί να υπονομεύουν τις συνθήκες, θα κατέληγαν να τις υπερασπιστούν με μεγαλύτερη μαχητικότητα.

 

Η αντίσταση της εργατικής τάξης

Στα τέλη του 1916, με τον πόλεμο να εισέρχεται στον τρίτο χρόνο του και χωρίς να διαφαίνεται το τέλος του, και με τις αιματηρές μάχες του Βερντέν και του Σομ να οδηγούν σε αδιέξοδο το Δυτικό Μέτωπο, η συναίνεση που ενσάρκωνε η Union Sacrée άρχισε να εξασθενεί. Για την πλειονότητα του πληθυσμού, οι ανάγκες του πολέμου προκαλούσαν μεγάλες δυσκολίες. Η Γαλλία εξαρτιόταν από τους Βρετανούς, με τον τεράστιο εμπορικό στόλο τους, για ό,τι εισάγονταν, ιδίως χάλυβα, άνθρακα και σιτάρι. Οι Βρετανοί επέμειναν, με επιτυχία, να προχωρήσουν οι Γάλλοι σε ένα σύστημα δελτίων και το γαλλικό κράτος, και αυτό με τη σειρά του, εξασφάλισε ότι οι ανάγκες του στρατού και της βιομηχανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου είχαν προτεραιότητα. Αυτό οδήγησε σε ελλείψεις βασικών ειδών όπως τρόφιμα, ρούχα και καύσιμα για μαγείρεμα και θέρμανση στην εγχώρια αγορά. Για παράδειγμα, ο άνθρακας που εξορυσσόταν στη Γαλλία ήταν φθηνότερος και διατέθηκε στη βιομηχανία, ενώ ο ακριβότερος εισαγόμενος άνθρακας πωλούνταν στην εγχώρια αγορά. Και, φυσικά, όταν υπήρχαν ελλείψεις σε όλα αυτά τα είδη πρώτης ανάγκης, η κερδοσκοπία κυριαρχούσε.[29] Το κόστος των επιβατικών σιδηροδρομικών μεταφορών διπλασιάστηκε και οι αμαξοστοιχίες για τις στρατιωτικές άδειες περιορίστηκαν, καθιστώντας ακόμη πιο δύσκολες τις μετακινήσεις για τους στρατιώτες και τους πολίτες με τους περιορισμούς μετακίνησης που ίσχυαν σε καιρό πολέμου.

Στους χώρους εργασίας οι απαιτήσεις της παραγωγής ήταν συνεχείς, με τις 12ωρες βάρδιες να γίνονται ο κανόνας. Για τις γυναίκες εργάτριες, με τους άνδρες τους στο μέτωπο, οι πιέσεις ήταν ακόμη πιο έντονες, καθώς συχνά έπρεπε να εκπληρώσουν το διπλό ρόλο του οικογενειάρχη και της νοικοκυράς. Μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου 1917, οι τιμές των τροφίμων διπλασιάστηκαν.[30] Πιασμένες στη διπλή τανάλια της αύξησης των τιμών και της στασιμότητας των μισθών, οι εργάτριες έφεραν σε σύγχυση τις αρχές και τους σκεπτικιστές της CGT, ξεκινώντας την πρώτη απεργία του 1917, όταν οι εργάτριες σε δύο εργαστήρια ένδυσης στο Παρίσι απέργησαν στις 8 Ιανουαρίου.[31] Στη συνέχεια, το απεργιακό κύμα δυνάμωσε, με τις εργάτριες να υιοθετούν τακτικές που είχαν χαρακτηρίσει τη Μεγάλη Αναταραχή στη Βρετανία πριν από το ξέσπασμα του πολέμου:

«Οι απεργίες που καλούσαν οι γυναίκες ή στις οποίες συμμετείχαν καθοριστικά, ήταν σχεδόν πάντα αιφνίδιες. Δεν υπήρχε προειδοποίηση και συχνά η απόφαση δεν λαμβανόταν καν σε γενική συνέλευση, ενώ οι απεργίες των ανδρών προετοιμάζονταν συνήθως με πιο μεθοδικό τρόπο. Μερικές φορές οι γυναίκες άφηναν τα εργαλεία τους ως αποτέλεσμα ενός περιστατικού που αφορούσε τους προϊσταμένους τους. Αυτού του είδους η συμπεριφορά ενοχλούσε πολύ την κυβέρνηση, επειδή παρέκαμπτε τη διαδικασία διαιτησίας και συνδιαλλαγής, η οποία είχε καθιερωθεί στις αρχές του 1917. Οι απεργίες των γυναικών είχαν την τάση να είναι αυθόρμητες και την άνοιξη του 1917 άρχισαν να ενθαρρύνονται άτομα σε άλλα εργοστάσια να συμμετάσχουν σε αυτές. Πορείες απεργών από διάφορες εταιρείες μετακινούνταν από εργοστάσιο σε εργοστάσιο προκειμένου να σταματήσουν εκεί την εργασία.»[32]

Σε μια υποσημείωση, οι Ματίλντ Ντυμπεσέ, Φρανσουάζ Τεμπό και Κατρίν Βενσάν παραθέτουν μια έκθεση της αστυνομίας για τις 30 Μαΐου 1917:

«Το απόγευμα της 29ης Μαΐου, γυναίκες από το εργοστάσιο Salmson της Βουλώνης έφτασαν στο εργοστάσιο Hanriot, επικεφαλής μιας ομάδας 200 γυναικών που αποτελούνταν από απεργούς των λαμπτήρων Iris, άνεργες εργάτριες της Citroën και εργάτριες πλυντηρίων από την περιοχή της Βουλώνης, και προσπάθησαν να παρακινήσουν τις γυναίκες του Hanriot να απεργήσουν.»

Την επόμενη μέρα, χίλιες γυναίκες που ύψωσαν την κόκκινη σημαία εισέβαλαν στα εργοστάσια της Salmson. Όλα τα γυναικεία επαγγέλματα παρέλυσαν στην πραγματικότητα από απεργίες τον Μάιο-Ιούνιο του 1917.[33]

Παρόλο που οι γυναίκες μπορούσαν να ενταχθούν στο SFIO, δεν ενθαρρύνονταν να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους στην οργάνωση, ενώ η CGT ήταν εξαιρετικά επιφυλακτική στα επιχειρήματα για τα δικαιώματα των γυναικών στον εργασιακό χώρο, θέση που αμφισβητήθηκε από τον Αλφρέντ Ροσμέρ, έναν κορυφαίο συνδικαλιστή που πέρασε στους Μπολσεβίκους μετά την επανάσταση του 1917 και ο οποίος επέμενε στα δικαιώματα των γυναικών στην ισότητα: «Είναι τόσο δύσκολο να παραδεχτούμε ότι μια γυναίκα μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό της και ότι έχει λόγο στην υπόθεση, όταν πρόκειται να ελέγξει τη ζωή και τη μοίρα της;».[34]

Με δεδομένο ότι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου στη Γαλλία μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και υπόκεινται στην αδιαφορία, αν όχι στην εχθρότητα, της κορυφαίας εργατικής οργάνωσης, δεν αποτελεί ίσως έκπληξη το γεγονός ότι οι γυναίκες εργάτριες στη Γαλλία αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές στις προσπάθειες περιορισμού των δράσεών τους, αναλαμβάνοντας αντίθετα μαχητική δράση που τα επίσημα εργατικά και συνδικαλιστικά όργανα δυσκολεύτηκαν πολύ να χαλιναγωγήσουν[35].

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι απεργίες περιορίζονταν στις γυναίκες εργάτριες. Περίπου 10.000 οικοδόμοι πραγματοποίησαν μονοήμερη απεργία τον Μάιο στο Παρίσι, ενώ απεργίες πραγματοποιήθηκαν και στις βιομηχανικές εστίες της περιοχής του Παρισιού, στην Τουλούζη και στο διαμέρισμα Ρον-ε-Λουάρ. Σε πολλές πόλεις πραγματοποιήθηκαν μαζικές συγκεντρώσεις την Πρωτομαγιά με τη συμμετοχή εργατών αγωνιστών, οι οποίοι ήταν διατεθειμένοι διστακτικά να εκφράσουν για πρώτη φορά κριτική στον πόλεμο. Αλλά ήταν οι γυναίκες εργάτριες που άνοιξαν το δρόμο από τα τέλη του 1916 έως το 1917, τολμώντας ακόμη και να οργανώσουν μια διαδήλωση όταν το κοινοβούλιο συνεδρίαζε τον Ιούνιο του 1917 και αναγκάζοντας την κυβέρνηση να προσέξει το κύμα διαμαρτυρίας που χτυπούσε τις πόρτες της. Ο Ζαν-Ζακ Μπεκέρ σημείωσε ότι οι απεργίες του 1917 είχαν κυρίως οικονομικό χαρακτήρα, αλλά σαφώς είχαν τη δυνατότητα να εξελιχθούν πέρα από τις διαμάχες για τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας.[36] Η ευθύνη για τη διασφάλιση ότι δεν θα συνέβαινε αυτό πρέπει να αποδοθεί, σε κάποιο βαθμό, στις ενέργειες της CGT και του SFIO και στη συνεργασία τους με το εμπόλεμο κράτος.

Η CGT, έχοντας δεσμευτεί ολόψυχα να στηρίξει την πολεμική προσπάθεια, ξεκίνησε μια συνάντηση με άλλους, κυρίως σοσιαλιστικούς φορείς, τον Σεπτέμβριο του 1914. Το αποτέλεσμα ήταν η ίδρυση της Comité d’ Action, η οποία αρχικά ασχολήθηκε με τη γενική ευημερία του εργαζόμενου πληθυσμού, συμβάλλοντας στην άμβλυνση των δυσκολιών που επέβαλε ο πόλεμος∙ στην ουσία, συγχώνευσε τις λειτουργίες ενός συνδικάτου, μιας οργάνωσης για τα δικαιώματα των πολιτών και ενός φιλανθρωπικού ιδρύματος. Καθώς προχωρούσε ο πόλεμος, ενσωματώθηκε σταδιακά στον κυβερνητικό μηχανισμό, αυξάνοντας τον ρόλο της συνεργασίας της με το κράτος για τον συντονισμό της διάθεσης της εργασίας, με προνομιακό ρόλο για τα συνδικάτα. Η CGT έβλεπε ότι ο ρόλος αυτός θα συνεχιζόταν και μετά το τέλος του πολέμου.

Η συνεργασία αυτή έφτασε στο απόγειό της τα χρόνια που ο Άλμπερτ Τομά ήταν υπεύθυνος για την παραγωγή πυρομαχικών. Ως σοσιαλιστής βουλευτής, ο Τομά ήταν ένας από τους πιο ενθουσιώδεις υποστηρικτές της Union Sacrée και του πολέμου. Τον Μάιο του 1915 είχε γίνει υφυπουργός στο Υπουργείο Πολέμου. Ενσάρκωσε τη στάση της πλειοψηφίας, της majoritaire, των βουλευτών του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο κοινοβούλιο εν καιρώ πολέμου και, μόλις διορίστηκε, εργάστηκε για τη δημιουργία του αποτελεσματικότερου δυνατού συστήματος παραγωγής πυρομαχικών εντός των ορίων του γαλλικού καπιταλισμού. Ο Τομά ξεκίνησε να συνεργάζεται στενά με τους βιομηχάνους, διατεθειμένος να εγγυηθεί τα κέρδη τους, αλλά απαιτώντας από αυτούς να συμμορφωθούν με τις αναγκαίες απαιτήσεις της πολεμικής οικονομίας. Η τεράστια αύξηση της παραγωγής πυρομαχικών από το 1915 έως το 1917 αποτελεί απόδειξη της επιτυχίας του Τομά από αυτή την άποψη, με την παραγωγή οβίδων να φτάνει τις 261.200 την ημέρα, 6 εκατομμύρια τεμάχια πυρομαχικών για μικρά όπλα την ημέρα και 3.200 τουφέκια την ημέρα το 1917.[37]

«Ο Τομάς ήταν ακούραστος στις προσπάθειές του να παρακινήσει την εργατική τάξη και στις επισκέψεις του στα εργοστάσια παρότρυνε τακτικά τους εργάτες να κάνουν περισσότερα για την πατρίδα! Έτσι, το 1916, “ανέβηκε σε έναν σωρό οβίδων στο μεγάλο εργαστήριο του Le Creusot και φώναξε: ‘Εκεί πάνω, στους καπνούς που καλύπτουν αυτή την κοιλάδα, η νίκη ορθώνεται από πάνω μας. Βασιζόμαστε σε σας, σύντροφοι, για να την αρπάξετε’”.»[38]

Ωστόσο, αυτή η άνετη σχέση τέθηκε όλο και περισσότερο υπό πίεση καθώς η βιομηχανική ένταση αυξήθηκε το 1917 και η μαχητικότητα των εργατών κλιμακώθηκε, με τις διαμάχες και τις απεργίες να αποκτούν μεγαλύτερη οξύτητα, ιδίως στη βιομηχανία πυρομαχικών. Παρόλο που η κυβέρνηση προχώρησε σε νομοθετική ρύθμιση κατά των απεργιών στις βιομηχανίες εθνικής άμυνας και τις κήρυξε παράνομες από τον Ιανουάριο του 1917, οι απεργίες συνεχίστηκαν. Χρησίμευαν για να παρέχουν ισχυρή επιρροή στους ηγέτες των εργατικών οργανώσεων ως διαπραγματευτικά εργαλεία, τα οποία χρησιμοποιούσαν στην προσπάθειά τους να καταστούν απαραίτητοι στην επίλυση των διαφορών. Στην πραγματικότητα, οι εθνικοί ηγέτες της CGT ασχολούνταν σχεδόν συνεχώς καθ’ όλη τη διάρκεια του 1917-18 με τη διαπραγμάτευση για τη διευθέτηση ανεπίσημων απεργιών.[39]

Το κράτος συνειδητοποίησε ότι ήταν απαραίτητο να κάνει παραχωρήσεις προκειμένου να διαλύσει πιο θεμελιώδεις προκλήσεις για την κυβέρνηση εν καιρώ πολέμου, και ο Τομά εισήγαγε ένα σύστημα βιομηχανικής διαιτησίας που στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στους ηγέτες των εργατών και την Comité d’Action για να βοηθήσει στη διαμεσολάβηση σε συγκρούσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Από τις αρχές του 1917 έως το τέλος του πολέμου, στελέχη τόσο του Σοσιαλιστικού Κόμματος όσο και της CGT ενσωματώθηκαν σε αυτά τα διαιτητικά όργανα, τα οποία συχνά κατάφερναν να υποχρεώνουν τους εργοδότες να κάνουν παραχωρήσεις όταν αντιμετώπιζαν οικονομικά παράπονα, αλλά και να επιβάλουν στους εργαζόμενους να αποδέχονται τους διακανονισμούς αυτούς. Έτσι, από το να εκπροσωπούν τα μέλη τους και να ηγούνται απεργιών, οι εργατικοί ηγέτες λειτουργούσαν ως πυροσβέστες που προσπαθούσαν να σβήσουν τη μαχητικότητα των μελών τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη βαθιά δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης, και μέχρι το τέλος του 1917 και μέσα στο 1918 οι απεργίες είχαν πάρει έναν πιο πολιτικό χαρακτήρα και τα ζητήματα σχετικά με τους πολεμικούς στόχους και τα αιτήματα για το τέλος του πολέμου άρχισαν να ανταγωνίζονται τα οικονομικά αιτήματα.

 

Ο αντίκτυπος της Ρωσικής Επανάστασης

Τον Μάιο του 1917 η γαλλική κυβέρνηση, ανησυχώντας για το ενδεχόμενο η νεοϊδρυθείσα προσωρινή κυβέρνηση στη Ρωσία να συνάψει ξεχωριστή ειρήνη και να βγάλει τη Ρωσία από τον πόλεμο, έστειλε τρεις σοσιαλιστές βουλευτές, μεταξύ των οποίων και ο Μαρσέλ Κασέν, για να πιέσουν τους Ρώσους να ξεκινήσουν νέα επίθεση, τη στιγμή που η κατάρρευση της καταστροφικής επίθεσης του Νιβέλ στο Δυτικό Μέτωπο τον Απρίλιο είχε οδηγήσει σε ανταρσίες στον γαλλικό στρατό. Την ίδια στιγμή που η αντιπροσωπεία βρισκόταν στην Πετρούπολη, ο Λένιν, που μόλις είχε επιστρέψει στη Ρωσία μετά από χρόνια εξορίας, πραγματοποίησε μια ομιλία στην οποία καυτηρίασε την αντίληψη ότι ο πόλεμος ήταν ένας πόλεμος «απελευθέρωσης». Συνέχισε αναφέροντας το παράδειγμα της Γαλλίας και τον τρόπο με τον οποίο η γαλλική αστική τάξη παρουσίασε τον πόλεμο ως συνέχεια της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης του 1789, ως μέσο για να «ξεγελάσει» τις μάζες του γαλλικού πληθυσμού ώστε να υποστηρίξουν τον πόλεμο:

«Αν πάρετε την κοινοβουλευτική ιστορία της Γαλλικής Δημοκρατίας, από τότε που έγινε δημοκρατία που υποστηρίζει τον τσαρισμό – θα βρείτε μέσα στις δεκαετίες της συνεχιζόμενης γαλλικής κοινοβουλευτικής ιστορίας,, δεκάδες παραδείγματα, όταν διακηρύξεις, γεμάτες από τα πιο ωραία λόγια, κάλυπταν την πολιτική της πιο βρωμερής αποικιακής και χρηματιστικής ληστείας. Όλη η ιστορία της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας είναι ιστορία αυτής της ληστείας. Από αυτές τις πηγές πήγασε ο τωρινός πόλεμος.»[40]

Η θέση των Μπολσεβίκων ήταν ότι ο πόλεμος αφορούσε την ιμπεριαλιστική διαίρεση του κόσμου σε σφαίρες επιρροής και τη διεκδίκηση της υπεροχής της μιας συμμαχίας ιμπεριαλιστών έναντι της άλλης και ότι ήταν ευθύνη των εργατικών οργανώσεων να κάνουν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να εμποδίσουν την άρχουσα τάξη να οδηγήσει το λαό τους σε έναν τέτοιο πόλεμο. Επιπλέον, ο Λένιν πήρε θέση καταδίκης των ενεργειών αυτής της άρχουσας τάξης και κάλεσε για την ανατροπή της τάξης αυτής, ακόμη και αν αυτό σήμαινε τη στρατιωτική ήττα των ενόπλων δυνάμεων. Οριζόμενη ως επαναστατικός ντεφετισμός, αυτή ήταν η θέση που ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι υιοθέτησαν στην αρχή του Μεγάλου Πολέμου και προσπάθησαν να προπαγανδίσουν όχι μόνο στους Ρώσους εργάτες, αλλά και στους εργάτες όλων των εμπόλεμων κρατών. Η γαλλική αντιπροσωπεία παρείχε ακριβώς μια τέτοια ευκαιρία για τη διεθνή διάδοση της προπαγάνδας των Μπολσεβίκων, και ο Κασέν και οι σύντροφοί του επέστρεψαν στην πατρίδα τους εισάγοντας στη Γαλλία «μια πνοή επαναστατικού ενθουσιασμού».[41]

 

Οι απεργίες του 1918

Εκτός από την πολεμική κόπωση που υπήρχε σε όλα τα τμήματα της γαλλικής κοινωνίας, μια σειρά από παράγοντες συνέβαλαν στην αυξανόμενη πολιτικοποίηση της εργατικής τάξης και στο επακόλουθο απεργιακό κίνημα στις βιομηχανικές περιοχές. Τον Νοέμβριο του 1917, με τους σοσιαλιστές να έχουν αποχωρήσει από την κυβέρνηση, ο Πουανκαρέ πρότεινε ως πρωθυπουργό τον Κλεμανσώ, έναν μαχητή της άρχουσας τάξης, γνωστό στους συνδικαλιστές ως briseur de grèves (απεργοσπάστη). Στην πρώτη του ομιλία ως πρωθυπουργός, ο Κλεμανσώ ανακοίνωσε: «Κάνω πόλεμο, μόνο πόλεμο!» Τον ίδιο μήνα οι Μπολσεβίκοι δημοσίευσαν και άλλες μυστικές συνθήκες της τσαρικής κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής συμφωνίας με τη Γαλλία. Αυτό τροφοδότησε ένα αίσθημα προδοσίας και οργής στα ηγετικά στοιχεία της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, η Μπολσεβίκικη Επανάσταση παρουσίασε στους Γάλλους εργάτες το θέαμα μιας χώρας όπου οι εργάτες είχαν πάρει τα ηνία της εξουσίας και αποτέλεσε έμπνευση για εκείνους τους αγωνιστές εργάτες που είχαν αρχίσει να έρχονται σε ρήξη με τις πολιτικές συνεργασίας της πλειοψηφίας της ηγεσίας τους.

Ένας από τους πιο επιφανείς ηγέτες της βάσης ήταν ο Κλοβίς Αντριέ, αφοσιωμένος ακτιβιστής της CGT και προηγουμένως γραμματέας της Ομοσπονδίας Εργατών Σιδηροκατασκευών στο διαμέρισμα του Σηκουάνα. Επιστρατεύτηκε το 1914 και μετακινήθηκε στην περιοχή του Λίγηρα, όπου έγινε τοπικός γραμματέας του συνδικάτου των εργατών μετάλλου. Ο Αντριέ χαρακτηρίστηκε επίσης αντιπολεμικός ακτιβιστής από τον στρατιωτικό διοικητή του Λίγηρα:

«Ο στρατηγός θεώρησε ότι οι ομιλίες του Αντριέ ήταν επαναστατικές, ειρηνιστικές και ακόμη και ντεφαιτιστικές: έτσι, σε μια συγκέντρωση, ο Αντριέ είχε καλέσει το ακροατήριό του να πολεμήσει “τον πραγματικό πόλεμο”, τον “πόλεμο κατά των αφεντικών”! “Οι εργάτες”, είχε προσθέσει, “δεν πρέπει να εξαντλήσουν τις δυνάμεις τους προς όφελος αυτών των αχρείων που χρησιμοποιούν τους αδελφούς τους στα χαρακώματα ως τροφή για τα κανόνια και τα πολυβόλα”.»[42]

Στις 12 Αυγούστου 1917 πραγματοποιήθηκε ένα συνέδριο της Ένωσης Συνδικάτων του Λίγηρα, στο οποίο συμμετείχαν οι ηγέτες της majoritaire Αλφόνς Μερρέιμ και Ζορζ Ντυμουλέν. Στο συνέδριο επικρίθηκαν έντονα για την προσήλωση της CGT στην Union Sacrée και την προδοσία της εργατικής τάξης. Η συνάντηση ψήφισε επίσης υπέρ των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, όπως πρότεινε η Σοβιετική Ρωσία. Πολύ σύντομα μετά, τον Νοέμβριο, ο Αντριέ απειλήθηκε με ανάκληση στη μονάδα του. Σε μια μεγαλειώδη επίδειξη αλληλεγγύης, προκηρύχθηκε μαζική απεργία προς υπεράσπισή του, στην οποία συμμετείχαν περίπου 25.000 εργάτες σε όλη την περιοχή, και η διαταγή επιστράτευσης ανακλήθηκε. Αλλά ήταν σε ένα άλλο προπύργιο της μαχητικότητας της εργατικής τάξης που επρόκειτο να ξεσπάσουν πρώτα μεγάλες πολιτικές απεργίες.

 

Η περιοχή του Σηκουάνα στο Παρίσι

Στα εργοστάσια της Renault στο Μπιγιανκούρ, οι συνδικαλιστές Λουί Λε Μπιάν, Αλεξάντρ Μπαγκό και Ανατόλ Μισελέ ήταν εξέχοντες ηγετικοί ακτιβιστές. Στις αρχές του έτους είχαν εκφωνήσει ομιλίες που εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους στους Αυστριακούς και Γερμανούς εργάτες:

«Ο Μπαγκό είπε ότι έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις που θα “διαφώτιζαν τις μάζες των εργατών των εργοστασίων σχετικά με την κατάλληλη στάση απέναντι στον πόλεμο” και εξήρε τον Λένιν και τον Τρότσκι ως “επαναστάτες που έχουν ολοκληρώσει πλήρως το έργο τους και έχουν βρει το θάρρος να ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο που σκέφτονταν”. Ο Μπαγκό συνέχισε: “Το καθήκον μας ως αντιπρόσωποι των επιχειρησιακών επιτροπών είναι να δώσουμε στους ψηφοφόρους μας να καταλάβουν ότι το ζήτημα των μεγαλύτερων μισθών πρέπει να παραμεριστεί υπέρ μιας και μόνο εμμονής: της ειρήνης. Θα πρέπει, αν χρειαστεί, να αντιταχθούμε σε όλες τις νέες επιστρατεύσεις εργατών στις επιχειρήσεις και αντίθετα να απαιτήσουμε άμεση ανακωχή”».[43]

Η έκρηξη στον Σηκουάνα πυροδοτήθηκε από τη σύλληψη ενός εφέδρου επειδή εξέφρασε αντιπολεμικά αισθήματα στους συναδέλφους του. Αυτό δημιούργησε έντονη οργή μεταξύ των εργατών της Renault και οδήγησε σε εκκλήσεις για τον τερματισμό της επιστράτευσης και στη συνέχεια για τον τερματισμό του πολέμου, οι οποίες γρήγορα εξαπλώθηκαν και σε άλλα γειτονικά εργοστάσια.

«“Τα νέα διαδόθηκαν σαν πυρκαγιά. Η Renault και η Salmson βγήκαν έξω!” Το απεργιακό κίνημα εξαπλώθηκε σε όλη τη Γαλλία, πλήττοντας τις Peugeot, De Dion-Bouton, Chenard et Walcker, Caudron, Morane, S E V, Voisin, Hotchkiss, Delaunay-Belleville, Blum-Latil, Darracq, Borrel, Clerget-Blin, Ballot, Ernault, Gnome et Rhone, Delage, Chausson, Panhard-Levassor, Schneider, Citroen, Hanriot, Clement-Bayard, les Chantiers de la Loire, la Societe d’optique, la Compagnie des Comptoirs, la Societe des Moteurs à gaz και περίπου 20 άλλες εταιρείες διαφόρων μεγεθών. Συνολικά 200.000 εργάτες μετάλλου βγήκαν στους δρόμους.»[44]

Για τρεις ημέρες τον Μάιο, η απεργία απειλούσε να εξαπλωθεί ακόμη περισσότερο και ο στρατιωτικός διοικητής στρατηγός Ογκυστέν Ντουμπέιγ έθεσε σε επιφυλακή όλες τις δυνάμεις που είχε στη διάθεσή του. Συγκλήθηκε συνεδρίαση της Ένωσης Συνδικάτων του Σηκουάνα και η ηγεσία της CGT καταδίκασε τις ενέργειες των επιχειρησιακών αντιπροσώπων, με τον Μπουρντερόν, να αποκηρύσσει το κίνημα, να αρνείται να οργανώσει δράση αλληλεγγύης και να απομακρύνει τον επίσημο συνδικαλιστικό μηχανισμό από την απεργία. Έτσι, στις 13 Μαΐου, σχεδόν εν μία νυκτί, το απεργιακό κίνημα κατέρρευσε. Σχεδόν 160 έφεδροι εργάτες από τις περισσότερες απεργιακές επιτροπές ξεχωρίστηκαν για να απομακρυνθούν από το χώρο της επιχείρησης και επέστρεψαν βίαια στις μονάδες τους για υπηρεσία στο μέτωπο.

 

Η περιοχή του Λίγηρα

Αλλά την ώρα που η δράση στην περιοχή του Παρισιού κατέρρεε, οι εργάτες στην περιοχή του Λίγηρα, κυρίως στη λεκάνη του Σεντ Ετιέν, ήταν έτοιμοι να κατέβουν σε απεργία. Η περιοχή βρισκόταν και πάλι σε αναβρασμό λόγω της δίωξης 11 αγωνιστών, οι οποίοι είχαν τιμωρηθεί πειθαρχικά από τον εργοδότη τους και επιστρατεύτηκαν ξανά για να σταλούν πίσω στις μονάδες τους. Ο Αντριέ, μαζί με τον Ζυλ Σπριέ, έναν έφεδρο μεταλλεργάτη, και τον Σαρλ-Εζέν Φλαγκολέ, επί σειρά ετών συνδικαλιστή στη βιομηχανία χαρτιού, ετοιμάστηκαν να ηγηθούν μιας απεργίας σε αλληλεγγύη με τους διωκόμενους αγωνιστές, και στις 18 Μαΐου ξέσπασε το πρώτο απεργιακό κύμα. Μέχρι τις 23 Μαΐου, οι διαδηλώσεις στους δρόμους ήταν τακτικό φαινόμενο, ενώ υπήρξαν συγκρούσεις με στρατεύματα και αστυνομία. Γυναίκες διαδηλώτριες προσπάθησαν να εμποδίσουν τους άνδρες να επιβιβαστούν στα τρένα για να επιστρέψουν στο μέτωπο και σε μια διαδήλωση ένας αστυνομικός δέχτηκε τραύματα από μαχαίρι. Ορισμένοι διαδηλωτές άνοιξαν πυρ με περίστροφα, ενώ αναφέρθηκαν σοβαρές πράξεις δολιοφθοράς που αφορούσαν τα σιδηροδρομικά σήματα και τις τηλεφωνικές γραμμές.[45]

Ωστόσο, η απομόνωση της δράσης στον Λίγηρα, που προέκυψε από την ήττα του κινήματος στην περιοχή του Σηκουάνα, επιδεινώθηκε από την αποτυχία του κινήματος να γενικευτεί πέρα από τις τάξεις ενός τμήματος της εργατικής τάξης, των εργατών μετάλλου. Για άλλη μια φορά, η ηγεσία της CGT διπλασίασε τις προσπάθειές της να τερματίσει τις απεργίες, αυτή τη φορά με την ενεργό συμμετοχή του Μερρέιμ, μαζί με τον γραμματέα της Ομοσπονδίας των εργατών μετάλλου, Μαριούς Μπλανσάρ. Επικεντρώνοντας την προσοχή τους στην ικανοποίηση των οικονομικών αιτημάτων των απεργών και επιτιθέμενοι ταυτόχρονα στην ηγεσία της βάσης (με κάποιον Ραούλ Λενουάρ να καταδικάζει τους ηγέτες της βάσης ως «εγκληματικά συμπεριφερόμενους απέναντι στην εργατική τάξη»), συνέβαλαν στο να σπείρουν τους σπόρους της διάσπασης. Και καθώς το απεργιακό κίνημα υποχωρούσε, ο τοπικός αστυνομικός διευθυντής οργάνωσε επίδειξη δύναμης στους δρόμους των κύριων κέντρων αντίστασης, Φιρμινί, Σαιν-Ετιέν, Σαιν-Σαμόν και Ροάν, και στις 25 Μαΐου προχώρησε στη σύλληψη 43 λαϊκών συνδικαλιστικών στελεχών, μεταξύ των οποίων και του Αντριέ. Άλλοι 73 συνελήφθησαν και τέθηκαν στη διάθεση του στρατού για να μεταφερθούν στο μέτωπο.[46] Στις 28 Μαΐου, ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης ήταν σε θέση να αναφέρει ότι η βιομηχανική ζωή είχε επανέλθει στην κανονική της πορεία στο διαμέρισμα.

Δυστυχώς, οι ηγέτες της CGT και του SFIO δεν έκαναν τίποτα για να μετριάσουν τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στους απεργούς, μέλη των οργανώσεών τους. Συνέχισαν, έστω και απρόθυμα, να εμμένουν στην πολιτική τους να στηρίζουν την αστική κυβέρνηση των Πουανκαρέ και Κλεμανσό για τη συνέχιση του πολέμου. Ο Πουανκαρέ, στα απομνημονεύματά του, αναφέρει τον Κλεμανσό να περιγράφει τη σχέση του με τους ηγέτες των εργατικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων με τους εξής όρους:

«Είπα στους Ρενοντέλ και Μερρέιμ ότι όλοι οι νεαροί στρατεύσιμοι θα έπρεπε να πάνε [στο μέτωπο]: το αποδέχτηκαν. Οι τιμωρίες που είχαν επιβληθεί στους ταραξίες, είτε είχαν συλληφθεί είτε είχαν σταλεί στο μέτωπο, θα διατηρούνταν. Είπα ότι δεν μπορούσα να υποχωρήσω και ότι δεν μπορούσα να υποσχεθώ επιείκεια, αλλά ότι δεν ήμουν τέρας και ότι θα έβλεπα τι θα μπορούσε να γίνει όταν τελείωνε η απεργία. Επιδίωξαν να με ρωτήσουν για τους πολεμικούς στόχους. Απάντησα “Όχι”. Αυτό δεν είναι ζήτημα της εργατικής τάξης ή των συνδικάτων.»[47]

 

Ο Μεγάλος Πόλεμος τελειώνει, η ταξική πάλη συνεχίζεται

Παρόλο που πολλοί από τους κορυφαίους αγωνιστές της βάσης ασπάζονταν επαναστατικές ιδέες, η πλειοψηφία των εργατών, ενώ ήταν έτοιμοι να αναλάβουν δράση για να αντιταχθούν στον πόλεμο, δεν ήταν επαναστάτες, και η ρεφορμιστική ηγεσία κατάφερε να αποσπάσει τον έλεγχο του κινήματος από τους αγωνιστές. Καθώς η γερμανική εαρινή επίθεση εξαντλήθηκε αφού έφτασε σχεδόν στο Παρίσι, οι εξελίξεις του πολέμου άρχισαν να στρέφονται υπέρ των συμμάχων και η γαλλική κυβέρνηση μπόρεσε να περάσει το υπόλοιπο της χρονιάς χωρίς περαιτέρω σοβαρές προκλήσεις από τη βιομηχανική εργατική τάξη και τους ηγέτες της. Αλλά ο αγώνας απλώς αναβλήθηκε. Σχεδόν αμέσως μόλις κηρύχθηκε η ανακωχή, οι εργοδότες, με τη βοήθεια της κυβέρνησης, άρχισαν να αποκαθιστούν τον έλεγχό τους στους χώρους εργασίας.

Οι εργάτριες ήταν οι πρώτες που ένιωσαν την αντίδραση των αφεντικών. Ο υπουργός πυρομαχικών Λουσιέ, ο ίδιος βιομήχανος, ανήρτησε στις 13 Νοεμβρίου την ακόλουθη ανακοίνωση «Προς τις γυναίκες που εργάζονται σε εργοστάσια και κρατικές εγκαταστάσεις εθνικής άμυνας»:

«Ανταποκρινόμενες σε έκκληση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εγκαταλείψατε τις παραδοσιακές σας ασχολίες για να κατασκευάσετε όπλα για την πολεμική προσπάθεια. Η νίκη στην οποία έχετε συμβάλει τόσο πολύ είναι πλέον εξασφαλισμένη: δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να κατασκευάζετε εκρηκτικά... Τώρα μπορείτε να υπηρετήσετε καλύτερα την πατρίδα σας επιστρέφοντας στις προηγούμενες ασχολίες σας, ασχολούμενες με δραστηριότητες εν καιρώ ειρήνης.»[48]

Οι απολύσεις σε όλες τις βιομηχανίες εν καιρώ πολέμου συνοδεύονταν από μέτρα για την αύξηση της παραγωγικότητας όσων είχαν απομείνει στα εργοστάσια, με τα αφεντικά να προσπαθούν να πάρουν πίσω ό,τι κέρδη είχαν κερδίσει οι εργάτες κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μαζί με την επίθεση στο χώρο εργασίας, ο πληθυσμός αντιμετώπισε αχαλίνωτο πληθωρισμό, ο οποίος συχνά προκλήθηκε από ελλείψεις και επιδεινώθηκε από την κερδοσκοπία. Οι ηγέτες των εργατικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων δέχτηκαν μεγάλη πίεση από τα κάτω να καλέσουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις για να αντιμετωπίσουν τις ενέργειες των αφεντικών. Αυτό που πραγματικά εξόργισε την πλειοψηφία τόσο του SFIO όσο και της CGT –που είχε επιλέξει την συνεργασία με την άρχουσα τάξη- ήταν η ορμητική προσπάθεια των εργοδοτών να διαλύσουν τον κρατικό μηχανισμό ελέγχου και ρύθμισης της βιομηχανίας κατά τη διάρκεια του πολέμου και να θέσουν και τις δύο οργανώσεις στο περιθώριο.

«Μετά την εκεχειρία, μια χιονοστιβάδα αιτημάτων [από τους εργοδότες] κατέκλυσε την κυβέρνηση απαιτώντας ένα γρήγορο τέλος των ελέγχων της περιόδου του πολέμου. Τα Εμπορικά Επιμελητήρια οργάνωσαν μια εκστρατεία στο όνομα της “εμπορικής και βιομηχανικής ελευθερίας” που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο και απέκτησε δυναμική κατά το πρώτο εξάμηνο του 1919. Τοπικοί κυβερνήτες, φιλελεύθεροι βουλευτές και ακαδημαϊκοί, καθώς και επιχειρηματικές ενώσεις όλων των τύπων πρόσθεσαν τις φωνές τους στη διαμαρτυρία.»[49]

Η κυβέρνηση υποστήριξε πρόθυμα την αντιδραστική επίθεση των εργοδοτών, και τώρα οι ηγέτες της CGT, που τους απέφευγαν οι πρώην εταίροι τους και τους αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση τα αφεντικά, και υπό την έντονη πίεση να καλέσουν σε απεργία τους αγωνιστές των χώρων, αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις μεθόδους της ταξικής πάλης. Αυτό σήμαινε ότι το 1919 σημειώθηκε ένα ακόμη μεγαλύτερο κύμα απεργιών και διαδηλώσεων από αυτό του 1917 ή του 1918. Αλλά παρόλο που η ηγεσία της CGT χρησιμοποιούσε την επαναστατική ρητορική των προπολεμικών χρόνων, είχε πλέον καθιερωθεί για τα καλά ως μια ρεφορμιστική συνδικαλιστική ομοσπονδία. Οι θεωρητικοί της ανέπτυξαν μια ιδεολογική θέση που αγκάλιαζε τη συνεργασία με τους βιομηχάνους και το κράτος. Έτσι, το «μίνιμουμ πρόγραμμα» της CGT ανακοινώθηκε τον Δεκέμβριο του 1918:

«Πρέπει να στρέψουμε τις προσπάθειές μας προς την εποικοδομητική δράση και να γίνουμε ικανοί όχι απλώς να εξεγειρόμαστε στους δρόμους, αλλά να πάρουμε στα χέρια μας τη διαχείριση της παραγωγής. Μέχρι τώρα ήμασταν πολύ απασχολημένοι με το να επαναλαμβάνουμε ότι οι εργάτες πρέπει να χειραφετηθούν για να προσπαθήσουμε να τους διδάξουμε, ως πρώτο βήμα, πώς να χειρίζονται τα εργαλεία που θα τους απελευθερώσουν.»[50]

Ήταν μια προοπτική που απορρίφθηκε από πολλούς από τους απλούς αγωνιστές που, επηρεασμένοι από την επιτυχία των Μπολσεβίκων, είχαν συνταχτεί με τους επαναστάτες της νεοσύστατης Τρίτης Διεθνούς.

Μέσα σε δύο χρόνια από την εκεχειρία, η ηγεσία της πλειοψηφίας του SFIO κατά τη διάρκεια του πολέμου των Ρενοντέλ και Λεόν Μπλουμ είχε ανατραπεί από την επαναστατική αριστερά του κόμματος, μια διαδικασία που τελικά κορυφώθηκε με την ιστορική απόφαση του συνεδρίου του SFIO τον Δεκέμβριο του 1920 να ενταχθεί στην Τρίτη Διεθνή και να γίνει το Parti Socialiste, Section Française de l’Internationale Communiste, προσηλωμένο στην ανατροπή της υπάρχουσας τάξης και στην παγκόσμια επανάσταση. Το SFIC θα γινόταν τελικά το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, ξεκινώντας ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της γαλλικής εργατικής τάξης.

Πολλοί από αυτούς που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα για κατάταξη στον στρατό εμπνέονταν από την πεποίθηση ότι το επακόλουθο του δικαιώματος του εκλέγειν ήταν η υποχρέωση εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας –η οποία ήταν γνωστή στην καθομιλουμένη ως impôt du sang (ή «φόρος αίματος»)– σύμφωνα με την παράδοση των στρατών πολιτών της Γαλλικής Επανάστασης του 1789.[51] Το βάρος αυτού του «φόρου αίματος» έπεσε περισσότερο στις κατώτερες τάξεις: τους βιομηχανικούς εργάτες, τους εργαζόμενους στη γεωργία και τους αγρότες, οι κοινότητες των οποίων υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες στο μέτωπο. Οι στρατιώτες που επέστρεφαν, απογοητευμένοι από τις εμπειρίες τους στον πόλεμο, συνέβαλαν σε μια γενική αύξηση της κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής στη χώρα και η αστική τάξη της Τρίτης Δημοκρατίας φοβόταν τα χειρότερα. Η Ρωσική Επανάσταση είχε εμπνεύσει τους Γάλλους εργάτες με ένα όραμα για το πώς η κοινωνία θα μπορούσε να οργανωθεί καλύτερα, και η πολιτική των Μπολσεβίκων είχε γίνει καλύτερα κατανοητή και είχε αποκτήσει μεγαλύτερη προβολή μεταξύ των ηγετικών στοιχείων της εργατικής τάξης. Αλλά αυτό δεν μεταφράστηκε αμέσως στη δημιουργία ενός επαναστατικού κόμματος ικανού να ενώσει τα πολυάριθμα σκέλη της αντίστασης. Η κυβέρνηση του Πουανκαρέ και του Κλεμανσό μπόρεσε να αντέξει την καταιγίδα.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Steve Guy, “Repression and resistance on the French home front 1911-1919”, International Socialism, τεύχος 165, χειμώνας 2020, http://isj.org.uk/repression-resistance-french-home-front/.

.

 

Σημειώσεις

 [1] Stevenson, 2012, σελ. 517.

[2] Fischer, 1967. Βλέπε επίσης Mombauer, 2002, σελ. 126.

[3] Doughty, 2005, σελ. 22.

[4] Keiger, 1983, σελ. 13.

[5] Andrew and Kanya-Forstner, 1981, σελ. 35.

[6] Keiger, 1983, σελ. 115.

[7] Doughty, 2005, σελ. 24.

[8] Krumeich, 1984, σελ. 124.

[9] Krumeich, 1984, σελ. 129.

[10] Berry, 2002, σελ. 24, υποσημείωση 37.

[11] Clark, 2012, σελ. 500.

[12] Clark, 2012, σσ. 306-307.

[13] Krumeich, 1984, σελ. 230.

[14] Krumeich, 1984, σελ. 131.

[15] Krumeich, 1984, σσ. 273-274, υποσημείωση 12.

[16] Clark, 2012, σελ. 503.

[17] Becker, 1992, σελ. 34.

[18] Hobsbawm, 1987, σσ. 315-316 [Hobsbawm E. J., Η Εποχή των Αυτοκρατοριών, 2002, σσ. 484-485].

[19] Hardach, 1992, σελ. 59.

[20] Godfrey, 1987, σελ. 50.

[21] Godfrey, 1987, σελ. 225.

[22] Godfrey, 1987, σελ. 132.

[23] Godfrey, 1987, σελ. 47.

[24] Hardach, 1992, σελ. 70.

[25] Hardach, 1992, σελ. 60.

[26] Caron, 1979, σελ. 246.

[27] Godfrey, 1987, σελ. 47.

[28] Magraw, 1993, σελ. 128.

[29] Horne, 1992, σελ. 248.

[30] Becker, 1985, σελ. 207.

[31] Kedward, 2006, σελ. 79.

[32] Dubesset, Thébaud and Vincent, 1992, σελ. 204.

[33] Dubesset, Thébaud and Vincent, 1992, σελ. 217, υποσημείωση 99.

[34] Παρατίθεται στην εισαγωγή του μεταφραστή [στα αγγλικά] στο βιβλίο Lenin’s Moscow – Rosmer, 2016 [Ροσμέρ, Η Μόσχα του Λένιν. Χωρίς την εισαγωγή της αγγλικής μετάφρασης].

[35] Ο Downs, 1993, δίνει μια καθηλωτική περιγραφή των απεργιών των γυναικών και των συνεπειών που προέκυψαν καθώς οι αρχές προχώρησαν στην εκκαθάριση των πρωτεργατών, συχνά με τη συνενοχή της ηγεσίας της CGT.

[36] Becker, 1985, σελ. 239.

[37] Hardach, 1992, σελ. 63.

[38] Becker, 1985, σελ. 251.

[39] Horne, 1992, σελ. 269.

[40] Lenin, 1964 [Β. Ι. Λένιν, τόμος 32, σελ. 88].

[41] Stevenson, 1982, σελ. 68.

[42] Becker, 1985, σελ. 269.

[43] Hatry, 1992, σελ. 228.

[44] Hatry, 1992, σελ. 230.

[45] Becker, 1985, σελ. 290.

[46] Becker, 1985, σελ. 292.

[47] Watson, 1974, σελ. 286.

[48] Dubesset, Thebaud and Vincent, 1992, σελ. 208.

[49] Kuisel, 1981, σελ. 51.

[50] Kuisel, 1981, σελ. 60.

[51] Horne, 1989, σελ. 202.

 

. .

Βιβλιογραφία

Andrew, Christopher, and A S Kanya-Forstner, 1981, France Overseas: The Great War and the Climax of French Imperial Expansion (Thames and Hudson).

Becker, Jean-Jacques, 1985, The Great War and the French People (Berg).

Becker, Jean-Jacques, 1992, “That’s the Death Knell of our Boys”, στο Patrick Fridenson (επιμ.), The French Home Front, 1914-1918 (Berg).

Berry, Dave, 2002, A History of the French Anarchist Movement, 1917-1945 (Greenwood Press).

Caron, François, 1979, An Economic History of Modern France (Columbia University Press).

Clark, Christopher, 2012, The Sleepwalkers: How Europe Went to War in 1914 (Allen Lane).

Doughty, Robert, 2005, Pyrrhic Victory. French Strategy and Operations in the Great War (Belknap Harvard).

Downs, Laura Lee, 1993, “Women’s Strikes and the Politics of Popular Egalitarianism in France, 1916-1918”, στο Leonard Berlanstein (επιμ.), Rethinking Labor History: Essays on Discourse and Class Analysis (University of Illinois Press).

Dubesset, Mathilde, Françoise Thébaud, and Catherine Vincent, 1992, “The Female Munitions Workers of the Seine”, στο Patrick Fridenson (επιμ.), The French Home Front, 1914-1918 (Berg).

Fischer, Fritz, 1967, Germany’s Aims in the First World War (W W Norton).

Godfrey, John F, 1987, Capitalism at War: Industrial Policy and Bureaucracy in France, 1914-1918 (Berg).

Hardach, Gerd, 1992, “Industrial Mobilisation in 1914-1918: Production, Planning and Ideology”, στο Patrick Fridenson (επιμ.), The French Home Front, 1914-1918 (Berg).

Hatry, Gilbert, 1992, “Shop Stewards at Renault”, στο Patrick Fridenson (επιμ.), The French Home Front, 1914-1918 (Berg).

Hobsbawm, Eric, 1987, The Age of Empire: 1875-1914 (Weidenfeld and Nicolson) [Hobsbawm E. J., Η Εποχή των Αυτοκρατοριών 1875-1914, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002].

Horne, John, 1989, “‘L’impôt du sang’: Republican Rhetoric and Industrial Warfare in France, 1914-1918”, Social History, τόμος 14, τεύχος 2.

Horne, John, 1992, “The Comite d’Action (CGT-Parti Socialiste) and the Origins of Wartime Labor Reformism”, στο Patrick Fridenson (επιμ.), The French Home Front, 1914-1918 (Berg).

Kedward, Rod, 2006, La Vie en Bleu: France and the French Since 1900 (Penguin).

Keiger, John F V, 1983, France and the Origins of the First World War (Macmillan Press).

Krumeich, Gerd, 1984, Armaments and Politics in France on the Eve of the First World War (Berg).

Kuisel, Richard F, 1981, Capitalism And The State In Modern France: Renovation And Economic Management In The Twentieth Century (Cambridge University Press).

Lenin, V I, 1963 [1916], “Imperialism, the Highest Stage of Capitalism”, στο Selected Works, τόμος 1 (Progress), https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1916/imp-hsc/. [Λένιν Β. Ι., «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» στο Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τόμος 27, Σύγχρονη Εποχή, χ.χ.έ. σσ. 77-102].

Lenin, V I, 1964 [1917], “War and Revolution”, στοCollected Works, τόμος 24 (Progress), https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1917/may/14.htm [Λένιν Β. Ι., «Πόλεμος και επανάσταση» στο Λένιν Β. Ι., Άπαντα, τόμος 32, Σύγχρονη Εποχή, χ.χ.έ. σσ. 305-433].

Magraw, Roger, 1993, “Paris 1917-1920: Labour Protest and Popular Politics”, στο Chris Wrigley (επιμ.), Challenges of Labour: Central and Western Europe 1917-1920 (Routledge).

Mombauer, Annika, 2002, The Origins of the First World War: Controversies and Consensus (Routledge).

Rosmer, Alfred, 2016, Lenin’s Moscow (Haymarket) [Ροσμέρ Αλφρέντ, Η Μόσχα του Λένιν, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2017].

Stevenson, David, 1982, French War Aims Against Germany, 1914-1919 (Clarendon Press).

Stevenson, David, 2012, 1914-1918: The History of the First World War (Penguin).

Watson, David, 1974, Georges Clemenceau: A Political Biography (Methuen).

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 01 Ιουνίου 2023 14:14