Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2026 12:29

Οι διαμαρτυρίες στο Ιράν, πολιορκημένες από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς - Συλλογικότητα Roja

Οι διαμαρτυρίες στο Ιράν, πολιορκημένες από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς

Σχετικά με τις συνεχιζόμενες λαϊκές εξεγέρσεις

Από την Συλλογικότητα Roja

ΠΗΓΗ:lundi.am

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:Τάσος Αναστασιάδης

Πρωτοδημοσιεύθηκε στο lundimatin#503, στις 9 Ιανουαρίου 2026

Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τη συλλογικότητα Roja[1] στις 4 Ιανουαρίου 2026, την έκτη ημέρα των εθνικών διαδηλώσεων στο Ιράν. Από τότε, έχουν συμβεί πολλά -ιδίως, η ιστορική νύχτα της 8ης Ιανουαρίου, την δωδέκατη ημέρα της εξέγερσης. Η μέρα ξεκίνησε με γενική απεργία των εμπόρων, ιδίως στο Κουρδιστάν, κατόπιν έκκλησης των κουρδικών κομμάτων. Το κλείσιμο των καταστημάτων συνέπεσε με κινητοποιήσεις στους δρόμους και κινητοποιήσεις φοιτητών σε πανεπιστημιουπόλεις σε όλη τη χώρα. Οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής επεκτάθηκαν σε δεκάδες πόλεις, από την πρωτεύουσα έως τις παραμεθόριες επαρχίες. Μια οργάνωση για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέτρησε εκείνη την ημέρα διαμαρτυρίες σε τουλάχιστον 46 πόλεις, σε 21 επαρχίες. Με το σούρουπο, εικόνες που κυκλοφόρησαν στα κοινωνικά δίκτυα έδειξαν συγκεντρώσεις πλήθους εκπληκτικού μεγέθους, που οι συνήθεις δυνάμεις της τάξης δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν: ένας λαός σε αγώνα που ανακτούσε τους δρόμους ως δική του ιδιοκτησία και, σε πολλά μέρη, απωθούσε τις δυνάμεις ασφαλείας. Για πολλούς, αυτή η ατμόσφαιρα αναζωπύρωσε τις αναμνήσεις από τους μήνες που προηγήθηκαν της Επανάστασης του 1979.

Το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου, ενώ ο κατασταλτικός μηχανισμός της Ισλαμικής Δημοκρατίας κλονιζόταν και οι δρόμοι ξέφευγαν από τον έλεγχό του, το καθεστώς επέβαλε σχεδόν πλήρη διακοπή του διαδικτύου. Τη στιγμή που γράφουμε, η διακοπή συνεχίζεται: σκοπός είναι να εμποδιστεί ο συντονισμός και η δημοσιοποίηση των ενεργειών, της καταστολής και των δολοφονιών.

Ταυτόχρονα, ο Τραμπ επανέλαβε τις απειλές για αντίποινα αν η Ισλαμική Δημοκρατία εντείνει τις εκτελέσεις, ενώ -εν μέρει μόνο- αποστασιοποιήθηκε από τον Ρεζά Παχλάβι: δήλωσε ότι δεν είναι σίγουρος αν μια συνάντηση μαζί του είναι κατάλληλη και «ότι θα πρέπει να αφήσουμε όλους να δράσουν και να δούμε τι θα βγει». Αυτή η εμμονή των μέσων ενημέρωσης με τον «γιο του Σάχη» επισκιάζει μια άλλη εξίσου πραγματική και κεντρική προοπτική, την οποία αναφέρει το κείμενο: την πιθανότητα ενός σεναρίου τύπου Βενεζουέλας, δηλαδή μιας ελεγχόμενης μετάβασης, που θα περιορίζεται σε μια απλή αναδιάρθρωση του καθεστώτος ή, με άλλα λόγια, σε μια αλλαγή χωρίς ρήξη.

ΙΡΑΝ 1 2026 2

I – Η πέμπτη εξέγερση από το 2017

Από τις 28 Δεκεμβρίου 2025, το Ιράν βιώνει εκ νέου ένα κύμα εκτεταμένων λαϊκών διαδηλώσεων. Στους δρόμους της χώρας, τα συνθήματα «Θάνατος στον δικτάτορα» και «Θάνατος στον Χαμενεΐ» αντήχησαν σε τουλάχιστον 222 μέρη, σε 78 πόλεις και 26 επαρχίες[2].

Αυτές οι διαμαρτυρίες δεν στοχεύουν μόνο στη φτώχεια, το υψηλό κόστος ζωής, τον πληθωρισμό και την αποστέρηση, αλλά σε ένα πολιτικό σύστημα που είναι σάπιο μέχρι το μεδούλι. Η ζωή έχει γίνει αβίωτη για την πλειονότητα του πληθυσμού, ιδίως για την εργατική τάξη, τις γυναίκες, τα queer άτομα και τις εθνοτικές μειονότητες. Η απότομη κατάρρευση της αξίας του ριάλ -ειδικά μετά τον πόλεμο των δώδεκα ημερών- συνέβαλε στην επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης. Σε συνδυασμό με τις καθημερινές δυσλειτουργίες των βασικών δημόσιων υπηρεσιών, όπως οι επαναλαμβανόμενες διακοπές ρεύματος, μια άνευ προηγουμένου περιβαλλοντική κρίση (ρύπανση του αέρα, ξηρασία, αποδάσωση και κακή διαχείριση των υδάτινων πόρων), καθώς και μαζικές εκτελέσεις (τουλάχιστον 2.063 άτομα το 2025[3]) η νέα αυτή κρίση επιδείνωσε την κατάσταση και διέδωσε στην κοινωνία ένα γενικευμένο αίσθημα ότι ζουν με αναστολή.

Η κρίση της κοινωνικής αναπαραγωγής βρίσκεται στο επίκεντρο των σημερινών κινητοποιήσεων, με απώτερο στόχο την ανακατάκτηση της ζωής.

Αυτή η εξέγερση αποτελεί το πέμπτο κύμα μιας σειράς διαμαρτυριών που ξεκίνησαν με τις λεγόμενες «εξεγέρσεις του ψωμιού» τον Δεκέμβριο του 2017 (Dey 1396). Οι διαμαρτυρίες αυτές εντάθηκαν με την έκρηξη της λαϊκής οργής για την αύξηση της τιμής της βενζίνης και την αδικία τον Νοέμβριο του 2019 (Aban 1398), και συνεχίστηκαν με τις εξεγέρσεις του 2021 (1400), γνωστές ως «εξέγερση των διψασμένων», που προωθήθηκαν από τις αραβικές εθνοτικές μειονότητες. Αυτό το κύμα κορυφώθηκε με την εξέγερση «Jin, Jiyan, Azadî» το 2022 (1401), η οποία, μέσω των αγώνων για την χειραφέτηση των γυναικών και των αντικαπιταλιστικών αγώνων των καταπιεσμένων λαών, όπως οι Κούρδοι και οι Μπαλούχοι, άνοιξε νέους ορίζοντες. Η εξέγερση του Ιανουαρίου 2026 (Dey 1404) σηματοδοτεί την επιστροφή της κρίσης της κοινωνικής αναπαραγωγής, αλλά αυτή τη φορά σε ένα πιο ριζοσπαστικό και μεταπολεμικό πλαίσιο.

Αυτές οι διαμαρτυρίες ξεκινούν από υλικά αιτήματα. Ωστόσο, με εντυπωσιακή ταχύτητα, επιτίθενται στα ίδια τα θεμέλια της πολιτικής εξουσίας και της διεφθαρμένης ολιγαρχίας.

ΙΡΑΝ 1 2026 3

II - Μια εξέγερση που απειλείται από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές

Οι διαμαρτυρίες που συνεχίζονται στο Ιράν σήμερα περιβάλλονται από όλες τις πλευρές από εξωτερικές και εσωτερικές απειλές.

Μόλις μία ημέρα πριν από την ιμπεριαλιστική επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά της Βενεζουέλας, ο Ντόναλντ Τραμπ, με το πρόσχημα της «υποστήριξης των διαδηλωτών», εξέδωσε την ακόλουθη προειδοποίηση: «Αν το Ιράν πυροβολήσει ειρηνικούς διαδηλωτές και τους σκοτώσει βίαια, όπως συνηθίζει, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα έρθουν να τους βοηθήσουν». Αυτή είναι η γνωστή ρητορική του ιμπεριαλισμού, που ισχυρίζεται ότι «σώζει ζωές» για να δικαιολογήσει τις στρατιωτικές του επεμβάσεις -στο Ιράκ όπως και στη Λιβύη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν και σήμερα να ακολουθούν αυτή την πολιτική: μόνο το 2025, επτά χώρες ήταν στόχος άμεσων στρατιωτικών επιθέσεων εκ μέρους τους.

Το γενοκτονικό κράτος του Ισραήλ, που είχε διεξάγει με κυνισμό την δωδεκαήμερη επίθεσή του εναντίον του Ιράν υπό το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», απευθύνεται αυτή τη φορά στα περσικά στους διαδηλωτές στα κοινωνικά δίκτυα για να δηλώσει: «Είμαστε στο πλευρό σας». Τελείως ξεδιάντροπα, οι μοναρχικοί Ιρανοί σύμμαχοι του σιωνισμού, χωρίς να ντρέπονται για την ατιμία τους να στηρίξουν το Ισραήλ κατά τη διάρκεια του πρόσφατου πολέμου προσπαθούν τώρα -μέσω μιας επιλεκτικής σκηνοθεσίας και χειραγώγησης της πραγματικότητας- να παρουσιαστούν στους δυτικούς κυρίους τους ως η μόνη δυνατή εναλλακτική λύση. Έτσι, ξεκίνησαν μια διαδικτυακή εκστρατεία για να προσπαθήσουν να οικειοποιηθούν τις διαμαρτυρίες, παραμορφώνοντας, αλλοιώνοντας και μερικές φορές παραποιώντας τα συνθήματα του δρόμου. Μια κίνηση που αποκαλύπτει ταυτόχρονα την υποκρισία τους, την ηγεμονική τους βούληση, τη δύναμή τους στα μέσα ενημέρωσης και, πάνω απ' όλα, την αδυναμία της πραγματικής τους εδραίωσης στο εσωτερικό της χώρας. Αυτό το ρεύμα, με το σύνθημα «Make Iran Great Again», χαιρέτισε την ιμπεριαλιστική επέμβαση του Τραμπ στη Βενεζουέλα και τώρα περιμένει την απαγωγή των ηγετών της Ισλαμικής Δημοκρατίας από Αμερικανούς και Ισραηλινούς «σωτήρες».

Σε αυτό το τοπίο προστίθενται οι καμπιστές που ψευδώς αυτοαποκαλούνται αριστεροί. Αυτοί οι υποτιθέμενοι «αντιιμπεριαλιστές» αποδέχονται τη δικτατορία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αποδίδοντάς της, καθαρά φαντασιακά, έναν αντιιμπεριαλιστικό ρόλο. Αμφισβητούν τη νομιμότητα των τωρινών διαμαρτυριών, υποστηρίζοντας ότι «η εξέγερση στις σημερινές συνθήκες εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού», βλέποντας αυτό το κίνημα μόνο μέσα από το πρίσμα των περιφερειακών συγκρούσεων και ως ένα απλό αμερικανο-ισραηλινό σχέδιο. Με αυτόν τον τρόπο, αρνούνται την πολιτική υποκειμενικότητα του ιρανικού λαού και αφήνουν άθικτη πολιτικά και ρητορικά την Ισλαμική Δημοκρατία, παρά τις σφαγές και την καταστολή που επιβάλλει στον ίδιο της τον λαό.

«Εξοργισμένοι με τον ιμπεριαλισμό», αλλά «τρομοκρατημένοι από την επανάσταση» (για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση του Amir Parviz Puyan, κομμουνιστή θεωρητικού και επαναστάτη αντάρτη, που σκοτώθηκε το 1971 από το μοναρχικό καθεστώς[4], οι καμπιστές δίνουν μια αντιδραστική απάντηση σε μια αντιδραστική δυναμική. Φτάνουν στο σημείο να μας λένε να μην αναφερθούμε, στο διεθνές χώρο, στις πρόσφατες διαμαρτυρίες, τις σφαγές και την καταστολή που λαμβάνουν χώρα στο Ιράν σε γλώσσα άλλη από την περσική, από φόβο μήπως «δώσουμε πρόσχημα» στους ιμπεριαλιστές. Σαν να μην υπήρχε, εκτός από την περσική γλώσσα, κανένας λαός στην περιοχή και στον κόσμο με τον οποίο να μοιραζόμαστε ένα κοινό πεπρωμένο, εμπειρίες, δεσμούς και αλληλεγγύη στον αγώνα. Για αυτούς, δεν υπάρχει άλλο πολιτικό θέμα εκτός από τα δυτικά κράτη και τα γεωπολιτικά ζητήματα.

Μπροστά σε αυτούς τους εχθρούς, επαναβεβαιώνουμε τη νομιμότητα αυτών των διαμαρτυριών, για να υπενθυμίσουμε το πλέγμα των καταπιέσεων και την κοινή μοίρα των αγώνων. Ναι, η ιμπεριαλιστική απειλή κατά των πληθυσμών του Ιράν και ο κίνδυνος εξωτερικής επέμβασης είναι πραγματικοί. Ναι, η μοναρχική αντίδραση κερδίζει έδαφος στο εσωτερικό της ακροδεξιάς ιρανικής αντιπολίτευσης. Αλλά εξίσου πραγματική είναι η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια μετά από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες καταπίεσης, εκμετάλλευσης και εσωτερικού αποικιοκρατισμού που ασκεί το ιρανικό κράτος εναντίον των ίδιων των λαών του, καθώς και η λαϊκή εξέγερση εκείνων που, από τα βάθη της κοινωνικής κόλασης, διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να επιβιώσουν και να πολεμήσουν τις δυνάμεις της καταπίεσης. Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να αντιμετωπίσουμε αυτές τις αντιφάσεις.

Δεν έχουμε το δικαίωμα, στο όνομα της εξωτερικής απειλής, να αρνούμαστε τη βία που ασκείται εναντίον εκατομμυρίων ανθρώπων στο Ιράν ή να τους αρνούμαστε το δικαίωμα να αντισταθούν.

Όσοι βγαίνουν στους δρόμους έχουν κουραστεί από τις αφηρημένες, απλουστευτικές και πατερναλιστικές αναλύσεις. Αγωνίζονται στο επίκεντρο των αντιφάσεων: υποφέρουν ταυτόχρονα τόσο από τις κυρώσεις όσο και από τη λεηλασία της εσωτερικής ολιγαρχίας. Φοβούνται τόσο τον πόλεμο όσο και την εγχώρια δικτατορία. Αλλά δεν είναι παραλυμένοι από το φόβο. Θέλουν να είναι ενεργοί πρωταγωνιστές της δικής τους μοίρας και ο στόχος τους, τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 2017, δεν είναι πλέον η μεταρρύθμιση, αλλά η πτώση ολόκληρου του καθεστώτος.

III - Η επέκταση της εξέγερσης

Οι διαμαρτυρίες, που πυροδοτήθηκαν από την κατακόρυφη πτώση του ριάλ, εμφανίστηκαν αρχικά μεταξύ των μικρών και μεγάλων εμπόρων της πρωτεύουσας -ιδίως στα καταστήματα κινητής τηλεφωνίας και πληροφορικής, αλλά γρήγορα επεκτάθηκαν σε ένα ευρύ και ετερογενές φάσμα, φέρνοντας στους δρόμους ανεξάρτητους εμπόρους, μισθωτούς εργαζόμενους, πλανόδιους πωλητές, αχθοφόρους και υπαλλήλους υπηρεσιών. Στη συνέχεια, η εξέγερση εξαπλώθηκε γρήγορα από τους δρόμους της Τεχεράνης σε πολλά πανεπιστήμια και, στη συνέχεια, σε πόλεις -κυρίως μικρές- που πρόσφατα έχουν γίνει τα κύρια επίκεντρα των συγκρούσεων.

Από την αρχή, τα συνθήματα στόχευαν το σύνολο του συστήματος. Η εξέλιξη του κινήματος εξαρτάται σήμερα περισσότερο από ποτέ από τη βούληση των λαϊκών τάξεων, των νέων, των ανέργων, των πληθυσμών που “περισσεύουν”, των εργαζομένων σε επισφαλείς θέσεις εργασίας και των φοιτητών.

Κάποιοι απέρριψαν τις πρόσφατες διαμαρτυρίες με απλοϊκό τρόπο, με το πρόσχημα ότι ξεκίνησαν από το παζάρι -το οποίο συχνά θεωρείται σύμμαχος του καθεστώτος και σύμβολο του εμπορικού καπιταλισμού- και τις υποτίμησαν χαρακτηρίζοντάς τες «μικροαστικές» ή «υπέρ της κυβέρνησης». Αυτή η δυσπιστία θυμίζει τις αρχικές αντιδράσεις στο κίνημα των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία (2018). Επειδή το κίνημα προέκυψε εκτός της παραδοσιακής εργατικής τάξης και των γνωστών δικτύων της αριστεράς, με την παρουσία στοιχείων της δεξιάς ή και με ασυνάρτητα συνθήματα, πολλοί πρόβλεψαν βιαστικά ότι αυτή η εξέγερση θα οδηγηθεί σε μια αντιδραστική πορεία. Ωστόσο, η αφετηρία μιας εξέγερσης δεν καθορίζει ούτε το πεπρωμένο της ούτε τη φύση της. Η αρχική σπίθα είναι συχνά τυχαία, και οποιαδήποτε πνοή μπορεί να αναζωπυρώσει τις φλόγες των αγώνων που είναι βαθιά ριζωμένοι στο πολιτικό τοπίο του Ιράν. Ομοίως, κάθε εξέγερση μπορεί να ακολουθήσει μια τροχιά μακριά από το αρχικό της έναυσμα. Η εμπειρία του Dey 1396 δείχνει ότι ένα κίνημα που ξεκινά από συντηρητικές δυνάμεις ενσωματωμένες στο σύστημα μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε γενικευμένη αντίθεση σε ολόκληρο το καθεστώς. Με τις πρόσφατες διαμαρτυρίες, η σπίθα άναψε στο παζάρι, αλλά πολύ γρήγορα εξαπλώθηκε στις λαϊκές συνοικίες της Τεχεράνης και σε πολλές επαρχίες, ιδίως με την απεργία των εργαζομένων στις αγορές φρούτων και λαχανικών της Τεχεράνης από την πέμπτη ημέρα.

ΙΡΑΝ 1 2026 4

IV – Οι γεωγραφίες της εξέγερσης

Αν το επίκεντρο της εξέγερσης «Jin, Jiyan, Azadî» το 2022 βρισκόταν σε περιφερειακές περιοχές όπως το Κουρδιστάν και το Μπαλουχιστάν, σήμερα τα μικρά αστικά κέντρα των επαρχιών της δυτικής και νοτιοδυτικής χώρας αποτελούν ένα από τα κύρια σημεία έντασης: Χαμεντάν, Λορεστάν, Κογκιλουγιέ και Μπουγιέρ-Αχμάντ, Κερμάνσαχ και Ιλάμ. Οι Λούροι, οι Μπαχτιαροί και οι Λακ αυτών των περιοχών υφίστανται το πλήρες βάρος των πολλαπλών κρίσεων που επιβάλλει η Ισλαμική Δημοκρατία: εκτός από την πίεση των κυρώσεων, ζουν υπό την πανταχού παρούσα σκιά του πολέμου, της καταστολής και της γενικευμένης εκμετάλλευσης, και υφίστανται επίσης εθνική καταπίεση και καταστροφή του περιβάλλοντός τους, ιδίως στο Ζάγκρος. Σε αυτόν τον περιθωριοποιημένο χώρο εκτελέστηκε ο Μοτζαχίντ Κορκόρ (διαδηλωτής Λούρος)  από την Ισλαμική Δημοκρατία μια μέρα πριν από την ισραηλινή επίθεση, και στον ίδιο τόπο που ο Κιαν Πιρφάλακ, ένα 9χρονο παιδί, σκοτώθηκε από πυροβολισμούς των δυνάμεων ασφαλείας το 2022.

Σε αντίθεση με το κίνημα Jina, το οποίο από την αρχή είχε συνειδητά επεκταθεί στα ζητήματα του φύλου, της σεξουαλικότητας και της εθνικότητας, η ταξική διαμάχη είναι πιο έντονη στις σημερινές διαμαρτυρίες. Μέχρι στιγμής, η εξάπλωσή τους εξαρτάται περισσότερο από τις λαϊκές μάζες.

Τη στιγμή που γράφουμε αυτές τις γραμμές (4 Ιανουαρίου 2025), τουλάχιστον 17 άτομα έχουν σκοτωθεί από τις δυνάμεις καταστολής της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με πολεμικά όπλα και όπλα με σφαίρες, κυρίως από τις εθνοτικές μειονότητες των Λούρων (ιδιαίτερα στο Λορεστάν και στο Σαχαρμαχάλ-ετ-Μπαχτιάρ) και των Κούρδων (κυρίως στο Ιλάμ και το Κερμάνσαχ). Εκατοντάδες άτομα έχουν συλληφθεί (τουλάχιστον 580, εκ των οποίων τουλάχιστον 70 ανήλικοι) και δεκάδες έχουν τραυματιστεί. Όσο προχωρά το κίνημα, τόσο εντείνεται η αστυνομική βία: την έβδομη ημέρα, στο Ιλάμ, οι δυνάμεις ασφαλείας επιτέθηκαν σε ένα νοσοκομείο για να συλλάβουν τους τραυματίες, και στο Μπιρτζάντ εισέβαλαν στον γυναικείο κοιτώνα του πανεπιστημίου. Ο αριθμός των νεκρών συνεχίζει να αυξάνεται με την εντατικοποίηση των διαδηλώσεων, και είναι βέβαιο ότι ο πραγματικός αριθμός υπερβαίνει τον επίσημα ανακοινωθέντα.

Η κατανομή αυτής της βίας είναι άνιση: η καταστολή είναι πιο σκληρή στις μικρές πόλεις, ειδικά στις περιοχές με εθνοτικές μειονότητες. Οι αιματηρές σφαγές στο Μαλεκσάχι (Ιλάμ) ή στο Τζαφαράμπαντ (Κερμάνσαχ) μαρτυρούν αυτή τη δομική διαφορά στην καταπίεση και την καταστολή.

Την τέταρτη ημέρα, η κυβέρνηση αποφάσισε, σε μια συντονισμένη ενέργεια, το κλείσιμο των καταστημάτων και των γραφείων σε 23 επαρχίες, με το πρόσχημα του «κρύου» ή της «έλλειψης ενέργειας». Αυτή η απόφαση είχε στην πραγματικότητα ως στόχο να σταματήσει η εξάπλωση του κινήματος ανάμεσα στο παζάρι, στα πανεπιστήμια και στο δρόμο. Παράλληλα, τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο διεξάγονταν μαζικά μέσω διαδικτύου, προκειμένου να διακοπούν οι δεσμοί μεταξύ των χώρων αντίστασης.

V – Ο αντίκτυπος του δωδεκαήμερου πολέμου

Το ιρανικό καθεστώς, προκειμένου να αντισταθμίσει την κλονισμένη εξουσία του από τον δωδεκαήμερο πόλεμο, καταφεύγει όλο και περισσότερο στη βία. Οι μαζικές επιθέσεις του Ισραήλ εναντίον ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων τον Ιούνιο του 2025 ενίσχυσαν τη στρατιωτικοποίηση και την ασφάλεια του πολιτικού και κοινωνικού χώρου, ιδίως μέσω της εκστρατείας ρατσιστικής καταδίωξης των Αφγανών μεταναστών και των Ιρανών πολιτών αφγανικής καταγωγής. Ενώ η κυβέρνηση επέμενε όλο και περισσότερο στην «εθνική ασφάλεια», η ίδια έγινε κεντρικός παράγοντας της φυσικής ανασφάλειας (με μια άνευ προηγουμένου αύξηση των εκτελέσεων), της επιδείνωσης των συνθηκών στις φυλακές και της οικονομικής ανασφάλειας (μειώνοντας δραστικά την αγοραστική δύναμη του πληθυσμού).

Από τις 24 Ιουνίου 2025, ημερομηνία λήξης του δωδεκαήμερου πολέμου, μέχρι το βράδυ που ξέσπασαν οι διαμαρτυρίες στα καταστήματα τηλεφωνίας και πληροφορικής στο παζάρι της Τεχεράνη, το ριάλ έχασε περίπου το 40% της αξίας του. Η πτώση αυτή δεν είναι απλώς αποτέλεσμα «φυσικών» διακυμάνσεων της αγοράς, αλλά συνέπεια των κυρώσεων και μιας σκόπιμης μεταφοράς της κρίσης από τα ανώτερα προς τα κατώτερα στρώματα, μέσω της χειραγώγησης του εθνικού νομίσματος από την Ισλαμική Δημοκρατία.

Ο πόλεμος των δώδεκα ημερών, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση των αμερικανικών και ευρωπαϊκών κυρώσεων και την ενεργοποίηση του μηχανισμού snapback του Συμβουλίου Ασφαλείας, αύξησε την πίεση στις πωλήσεις πετρελαίου, στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα, μειώνοντας δραστικά τα έσοδα σε ξένο νόμισμα και τον εθνικό προϋπολογισμό -ένα κόστος που επιβαρύνει άμεσα τις λαϊκές και μεσαίες τάξεις.

Καταδικάζουμε ανεπιφύλακτα τις κυρώσεις. Ωστόσο, στο Ιράν, αυτές οδήγησαν σε μια ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση του συναλλάγματος στα χέρια μιας στρατιωτικό-ασφαλίτικης ολιγαρχίας, η οποία έχει συμφέρον από τη συνέχιση των κυρώσεων και το αδιαφανές εμπόριο πετρελαίου. Το εξαγωγικό συνάλλαγμα βρίσκεται πρακτικά σε ομηρεία και δεν επιστρέφει στην επίσημη οικονομία παρά μόνο σε κρίσιμες στιγμές και σε χειραγωγημένες ισοτιμίες. Ακόμη και όταν αυξάνονται οι πωλήσεις πετρελαίου, τα έσοδα, αντί να ωφελούν την καθημερινή ζωή των πληθυσμών, καταλήγουν κυρίως σε ημικυβερνητικούς φορείς και σε ένα «παράλληλο κράτος», ιδίως στο Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση, για να αντισταθμίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα που συνδέεται με τη μείωση των εσόδων και τη μη επιστροφή των συναλλαγματικών διαθεσίμων, κατάργησε τις κοινωνικές παροχές και εφάρμοσε πολιτικές λιτότητας. Η ξαφνική πτώση του ριάλ γίνεται έτσι ένα εργαλείο που διευκολύνει την επιστροφή των αιχμαλωτισμένων συναλλαγματικών διαθεσίμων και αυξάνει αμέσως τους νομισματικούς πόρους του κράτους, το οποίο είναι ο μεγαλύτερος κάτοχος δολαρίων. Αποτέλεσμα: άμεση άντληση πόρων από τις λαϊκές και μεσαίες τάξεις και μεταφορά των κερδών από την παράκαμψη των κυρώσεων και των συναλλαγματικών εσόδων σε μια μικρή μειοψηφία. Αυτή η διαδικασία επιδεινώνει τις κοινωνικές ανισότητες και την οικονομική αστάθεια και ευνοεί την έκρηξη της κοινωνικής οργής.

Η πτώση του εθνικού νομίσματος πρέπει επομένως να θεωρηθεί ως μια οργανωμένη λεηλασία από το κράτος, στο πλαίσιο μιας οικονομίας που πλήττεται από τον πόλεμο και τις κυρώσεις: πρόκειται για μια σκόπιμη χειραγώγηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας με σκοπό τον πλουτισμό των δικτύων των μεσιτών που συνδέονται με την ολιγαρχία στην εξουσία, προκειμένου να γεμίσουν τα ταμεία ενός κράτους που έχει μετατρέψει τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της απελευθέρωσης των τιμών σε ιερό δόγμα.

Ωστόσο, οι υποστηρικτές της αριστεράς επιμένουν μονομερώς στον ρόλο των κυρώσεων και της ηγεμονίας του δολαρίου, παρουσιάζοντας τις αμερικανικές κυρώσεις ως τη μόνη αιτία και ρίζα της σημερινής κρίσης. Αγνοούν έτσι τον ρόλο της κυβέρνησης και της ολιγαρχίας που βρίσκεται στην εξουσία στην αναπαραγωγή αυτής της κατάστασης. Από την πλευρά τους, οι υποστηρικτές της δεξιάς, που συχνά είναι υπέρμαχοι του δυτικού ιμπεριαλισμού, αποδίδουν την ευθύνη για την σημερινή κατάσταση αποκλειστικά στην Ισλαμική Δημοκρατία, αρνούμενοι τις καταστροφικές επιπτώσεις των κυρώσεων.

Αυτές οι θέσεις αντανακλούν η μία την άλλη και κάθε στρατόπεδο έχει προφανή συμφέροντα να τις υιοθετήσει. Σε απάντηση στους υποστηρικτές της δεξιάς, είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε την αλληλεξάρτηση των διαδικασιών τοπικής και παγκόσμιας εκμετάλλευσης και λεηλασίας. Στους λεγόμενους αριστερούς υπενθυμίζουμε ότι, αν και είναι αλήθεια ότι οι κυρώσεις επηρεάζουν σοβαρά τη ζωή των πληθυσμών -έλλειψη φαρμάκων και βιομηχανικών ανταλλακτικών, αύξηση της ανεργίας, ψυχολογική φθορά-, αυτό αφορά μόνο τους πληθυσμούς και όχι την ολιγαρχία των υπηρεσιών ασφαλείας και του στρατού, η οποία συσσωρεύει τεράστια πλούτη μέσω του ελέγχου των ανεπίσημων δικτύων συναλλάγματος και πετρελαίου.

ΙΡΑΝ 1 2026 5

VI – Οι αντιφάσεις

Στους δρόμους ακούγονται αντιφατικά συνθήματα: ορισμένοι ζητούν την πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, άλλοι εκφράζουν νοσταλγία για τη μοναρχία. Ταυτόχρονα, οι φοιτητές φωνάζουν συνθήματα ενάντια τόσο στον δεσποτισμό του καθεστώτος όσο και στην αυτοκρατορική μοναρχία.

Η παρουσία συνθημάτων υπέρ της επιστροφής του Σάχη είναι αποτέλεσμα τόσο πραγματικών αντιφάσεων όσο και της παραμόρφωσης της πραγματικότητας από τα δεξιά μέσα ενημέρωσης, ιδίως το Iran International, το οποίο έχει καταστεί πλατφόρμα προπαγάνδας του σιωνισμού και των μοναρχικών και, σύμφωνα με πληροφορίες, λαμβάνει ετήσιο προϋπολογισμό 250 εκατομμυρίων δολαρίων από πρόσωπα κοντά στην κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ.

Κατά την τελευταία δεκαετία, το ιρανικό έδαφος υπήρξε θέατρο σύγκρουσης μεταξύ δύο διακριτών πολιτικοκοινωνικών οραμάτων, καθένα από τα οποία ανέπτυξε τον δικό του τρόπο οργάνωσης ενάντια στην Ισλαμική Δημοκρατία.

Από τη μία πλευρά, μια συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση, επικεντρωμένη στις διαχωριστικές γραμμές της τάξης, του φύλου, της σεξουαλικότητας και της εθνικότητας, η οποία βρήκε την πιο εντυπωσιακή έκφρασή της στα διασυνδεδεμένα δίκτυα που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Jina το 2022, που εκτείνονταν από τη φυλακή Evin μέχρι τη διασπορά. Έτσι, προέκυψε μια άνευ προηγουμένου ενότητα μεταξύ διαφορετικών δυνάμεων, από τις γυναίκες έως τις κουρδικές και μπαλούχικες εθνικές μειονότητες, οι οποίες αντιτάχθηκαν στη δικτατορία υπερασπιζόμενες ένα φεμινιστικό και αντι-αποικιοκρατικό ορίζοντα.

Από την άλλη πλευρά, μια λαϊκιστική κινητοποίηση, που υπό την ετικέτα «εθνική επανάσταση», στοχεύει στη δημιουργία μιας ομοιογενούς μάζας πολτών που έχουν κατακερματιστεί μέσω των δορυφορικών καναλιών. Αυτό το σχέδιο, που υποστηρίζεται από το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία, επιδιώκει να δημιουργήσει ένα σώμα του οποίου ο ηγέτης -ο γιος του ανατραπέντος Σάχη- θα παρέμβει στη συνέχεια από το εξωτερικό με στρατιωτική υποστήριξη. Οι μοναρχικοί, με την υποστήριξη ισχυρών μέσων ενημέρωσης, έχουν κατευθύνει την κοινή γνώμη προς έναν ακραίο και ρατσιστικό εθνικισμό, συμβάλλοντας στην εμβάθυνση των εθνοτικών διαιρέσεων και στη διάσπαση του πολιτικού φαντασιακού των Ιρανών.

Η πρόοδος αυτού του ρεύματος δεν είναι ένδειξη μιας υποτιθέμενης «οπισθοδρόμησης» του λαού, αλλά αποτέλεσμα της απουσίας ενός πλατιού δικτύου αριστερών οργανώσεων και της μιντιακής τους ισχύος που δεν έχει την δύναμη να δημιουργήσει έναν αντι-ηγεμονικό λόγο. Αυτό το κενό, που μερικές φορές δημιουργείται από την καταστολή και την επιβαλλόμενη σιωπή, άφησε ελεύθερο πεδίο σε αυτόν τον αντιδραστικό λαϊκισμό. Χωρίς ένα ισχυρό αφήγημα από τις αριστερές, δημοκρατικές και μη εθνικιστικές δυνάμεις, ακόμη και τα καθολικά συνθήματα όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη ή τα δικαιώματα των γυναικών μπορούν να εκτραπούν από τους μοναρχικούς, οι οποίοι κρύβουν την αυταρχική τους φύση πίσω από ένα προοδευτικό επίχρισμα. Μερικές φορές οι μοναρχικοί χειρίζονται ακόμη και ένα λεξιλόγιο με σοσιαλιστικούς συνειρμούς -αυτό συμβαίνει επειδή η ακροδεξιά εισβάλλει επίσης στον τομέα της πολιτικής οικονομίας.

Με την εντατικοποίηση των αγώνων κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, οι εντάσεις μεταξύ αυτών των δύο κοσμοθεωριών έχουν κλημακωθεί. Σήμερα, το χάσμα που τις χωρίζει είναι ορατό στη γεωγραφική κατανομή των συνθημάτων των διαδηλώσεων. Το σχέδιο της «επιστροφής του Παχλαβί» αντιπροσωπεύει έναν πατριαρχικό ορίζοντα βασισμένο στον περσικό σωβινισμό και σε μια βαθιά συντηρητική κατεύθυνση. Εκεί όπου έχουν αναπτυχθεί δίκτυα κινητοποίησης των εργατών και των φεμινιστριών, ιδίως στα πανεπιστήμια και στις κουρδικές, αραβικές, μπαλούχ, τουρκμενικές και τουρκικές περιοχές, τα συνθήματα υπέρ της μοναρχίας είναι σπάνια και συχνά αντιμετωπίζονται αρνητικά. Αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει σε λανθασμένες ερμηνείες του πρόσφατου κινήματος, το οποίο προσκρούει σε αδιαφορία, αν όχι και μποϊκοτάζ, από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις.

VII – Ο ορίζοντας

Το Ιράν βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Η Ισλαμική Δημοκρατία βρίσκεται σε ένα από τα πιο αδύναμα σημεία της ιστορίας της, λόγω τόσο των επαναλαμβανόμενων εξεγέρσεων στο εσωτερικό της χώρας όσο και των διεθνών πιέσεων, ιδίως μετά τις 7 Οκτωβρίου και την αποδυνάμωση του λεγόμενου «άξονα αντίστασης». Το μέλλον αυτής της εξέγερσης παραμένει αβέβαιο, αλλά το μέγεθος της δυσαρέσκειας προμηνύει ότι νέα κύματα διαμαρτυριών μπορούν να ξεσπάσουν ανά πάσα στιγμή. Παρά την καταστολή, οι διαδηλώσεις συνεχίζονται. Σε αυτό το πλαίσιο, οποιαδήποτε στρατιωτική ή ιμπεριαλιστική επέμβαση θα αποδυνάμωνε τους σημερινούς αγώνες και θα έδινε μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην Ισλαμική Δημοκρατία για να εντείνει τη βία της εναντίον των λαϊκών κινημάτων.

Κατά την τελευταία δεκαετία, η ιρανική κοινωνία ανασυγκρότησε τη συλλογική πολιτική δράση από τα «κάτω». Από το Μπαλουχιστάν και το Κουρδιστάν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Τζίνα, έως τις μικρές πόλεις του Λορεστάν και του Ισπαχάν στο τωρινό κύμα διαμαρτυριών, από τις γενικές απεργίες των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων έως τις διαμαρτυρίες των νοσοκόμων και των συνταξιούχων, η πολιτική δράση, ελλείψει επίσημης εκπροσώπησης, μεταφέρθηκε στους δρόμους, στις απεργιακές επιτροπές και στα άτυπα τοπικά δίκτυα. Αυτές οι δράσεις, αν και καταστέλλονται με βία, παραμένουν ζωντανές στην κοινωνία και μπορούν ανά πάσα στιγμή να συμβάλουν στη δημιουργία μιας πολιτικής δύναμης. Αυτό που θα καθορίσει τη διάρκεια και την κατεύθυνση αυτού του κινήματος δεν είναι μόνο η συσσώρευση της οργής, αλλά η δυνατότητα οικοδόμησης ενός ανεξάρτητου και εναλλακτικού πολιτικού ορίζοντα.

Ωστόσο, οι αγώνες για την χειραφέτηση στο Ιράν αντιμετωπίζουν δύο παράλληλες απειλές: από τη μία πλευρά, τον κίνδυνο οικειοποίησης ή περιθωριοποίησης από τις εξόριστες δυνάμεις της δεξιάς, που χρησιμοποιούν τα δεινά του λαού για να δικαιολογήσουν τις κυρώσεις, τον πόλεμο ή τη στρατιωτική επέμβαση. Από την άλλη πλευρά, ορισμένα τμήματα της ολιγαρχίας που βρίσκεται στην εξουσία (είτε στρατιωτικοασφαλίτικα είτε μεταρρυθμιστικά) που, πίσω από τα παρασκήνια, προσπαθούν να παρουσιαστούν ως η «πιο λογική, η λιγότερο δαπανηρή και η πιο αξιόπιστη» επιλογή για τη Δύση -μια εναλλακτική λύση που προέρχεται από το καθεστώς για να το αναδιατάξει χωρίς να σπάσει το σύστημα κυριαρχίας, όπως προσπάθησε ο Τραμπ στη Βενεζουέλα: να αναγκάσει ένα μέρος της εξουσίας να υποχωρήσει, χωρίς να πραγματοποιηθεί καμία δομική μεταρρύθμιση. Αυτή η ψυχρή στρατηγική στοχεύει στον έλεγχο της κοινωνικής οργής, στην άμβλυνση των εντάσεων με τις παγκόσμιες δυνάμεις και στη διασφάλιση της συνέχειας μιας τάξης που στερεί από τους λαούς το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.

Μπροστά σε αυτές τις δύο τάσεις, η αναγέννηση μιας διεθνιστικής πολιτικής απελευθέρωσης είναι πιο αναγκαία από ποτέ. Αυτή η πολιτική προοπτική δεν είναι απλώς μια αφηρημένη «τρίτη οδός», αλλά μια προσπάθεια να τεθούν οι λαϊκοί αγώνες στο επίκεντρο της ανάλυσης και της δράσης: μια οργάνωση από τη βάση και όχι σενάρια γραμμένα από αυτοαποκαλούμενους ηγέτες και ψεύτικες αντιθέσεις κατασκευασμένες από έξω. Σήμερα, ο διεθνισμός σημαίνει την αναγνώριση του δικαιώματος των λαών στην αυτοδιάθεση, καταπολεμώντας ταυτόχρονα όλες τις μορφές κυριαρχίας, εσωτερικές και εξωτερικές. Για να υλοποιηθεί, ένα τέτοιο μπλοκ πρέπει να βασίζεται σε πραγματικές εμπειρίες, σε συγκεκριμένη αλληλεγγύη και σε ανεξάρτητες πηγές.

Αυτό συνεπάγεται την ενεργό συμμετοχή των αριστερών, φεμινιστικών, αντικαπιταλιστικών και δημοκρατικών δυνάμεων για μια ευρεία ταξική οργάνωση στο πλαίσιο του κύματος διαμαρτυριών, με στόχο την ανακατάκτηση της ζωής και τη δημιουργία εναλλακτικών οριζόντων κοινωνικής αναπαραγωγής. Αυτή η οργάνωση πρέπει επίσης να βρίσκεται στη συνέχεια των προηγούμενων αγώνων, ιδίως του κινήματος «Jin, Jiyan, Azadî», που διαπέρασε το Ιράν το 2022 και διατηρεί ένα απελευθερωτικό δυναμικό για να εξουδετερώσει ταυτόχρονα το λόγο της Ισλαμικής Δημοκρατίας, των μοναρχικών και των Φρουρών της Επανάστασης, καθώς και των πρώην ρεφορμιστών που ονειρεύονται μια ελεγχόμενη μετάβαση και ενσωμάτωση στα κυκλώματα συσσώρευσης των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην περιοχή.

Η ιρανική διασπορά βρίσκεται επίσης σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή: μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στον επαναπροσδιορισμό μιας απελευθερωτικής πολιτικής ή, αντίθετα, να συμβάλει στην αναπαραγωγή του εξαντλημένου δυϊσμού της «εσωτερικής τυραννίας» έναντι της «εξωτερικής παρέμβασης», διαιωνίζοντας έτσι το πολιτικό status quo. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητο οι παράγοντες της διασποράς να εργαστούν για την οικοδόμηση ενός πραγματικού διεθνιστικού πολιτικού μπλοκ, ικανού να διακριθεί σαφώς τόσο από τον εσωτερικό δεσποτισμό όσο και από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Αυτή η θέση συνδέει την αντίθεση στην ιμπεριαλιστική επέμβαση με μια ρητή ρήξη με την Ισλαμική Δημοκρατία και απορρίπτει κάθε δικαιολογία της καταστολής στο όνομα της καταπολέμησης ενός εξωτερικού εχθρού.

ΙΡΑΝ 1 2026 6

Συλλογικότητα Roja

4/1/2026

https://www.gaucheanticapitaliste.org/les-protestations-en-iran-assiegees-par-les-ennemis-interieurs-et-exterieurs/

https://lundi.am/Les-protestations-en-Iran-assiegees-par-les-ennemis-interieurs-et-exterieurs

Σημειώσεις:

[1]     Η συλλογικότητα Roja είναι μια ανεξάρτητη, αριστερή και φεμινιστική συλλογικότητα με έδρα το Παρίσι. Η συλλογικότητα αυτή αποτελείται από ακτιβίστριες που προέρχονται από διάφορους λαούς του ιρανικού εδάφους: Κούρδες, Χαζάρες, Περσίδες κ.ά. Η συλλογικότητα αυτή συνεργάζεται με κοινωνικά κινήματα στο Ιράν και τη Μέση Ανατολή, αλλά και με αγώνες που διεξάγονται στο Παρίσι, σε συντονισμό με διεθνιστικά κινήματα, ιδίως σε υποστήριξη της Παλαιστίνης. Το όνομα «Roja» εμπνέεται από τις σημασίες πολλών παρόμοιων λέξεων σε διάφορες γλώσσες: στα ισπανικά, roja σημαίνει «κόκκινο» στα κουρδικά, roj σημαίνει «φως» και «μέρα»· στα μαζανταράνι, roja σημαίνει «το πρωινό αστέρι» ή «Αφροδίτη», ένα από τα πιο λαμπερά αστέρια.

[2]     https://www.hra-news.org/2026/hranews/a-6898ac56/

[3]     https://www.hra-news.org/periodical/a-205/

[4]     https://www.siahkal-shirgah.com/file/download/2330.pdf

 

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 01 Φεβρουαρίου 2026 08:52