Rafael Sergi
Οι εκλογές στο Ισραήλ: ένα χαστούκι για τη Δύση
Η [προηγούμενη] εβδομάδα ξεκίνησε τόσο καλά που, για μια στιγμή, έμοιαζε σαν να βρισκόμασταν σε μια άλλη χρονιά της ιστορίας. Την Κυριακή, δύο εκλογές έφεραν αποτελέσματα αντίθετα με τις προβλέψεις.
Στη Βραζιλία, ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, ο οποίος βρισκόταν πίσω μετά τον πρώτο γύρο, ανέτρεψε το αποτέλεσμα εναντίον του ακροδεξιού υποψηφίου Φλάβιο Μπολσονάρο, συμμάχου του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Λούλα είναι ο πρώτος πρόεδρος της Βραζιλίας που κερδίζει τον δεύτερο γύρο αφού τερμάτισε δεύτερος στον πρώτο, μετά την επαναφορά των άμεσων προεδρικών εκλογών το 1989.
Στη Σερβία, ένα κίνημα με επικεφαλής φοιτητές, το οποίο διαδηλώνει εδώ και σχεδόν δύο χρόνια ενάντια σε μια διεφθαρμένη, αυταρχική κυβέρνηση, από τότε που η κατάρρευση του σταθμού του Νόβι Σαντ το 2024 στοίχισε τη ζωή σε 16 άτομα, κέρδισε πάνω από το 52% των ψήφων, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά αποτελέσματα. Επικεφαλής της λίστας του κινήματος ήταν ο καρδιολόγος Ιλίγια Σρντάνοβιτς, ενώ η λίστα δεν αποτελούνταν από επαγγελματίες πολιτικούς, αλλά από προσωπικότητες της κοινωνίας των πολιτών, όπως ο καρδιολόγος Αλεξάνταρ Νέσκοβιτς, η Μαρίγια Βούλοβιτς, καθηγήτρια, και ο καθηγητής γερμανικών Νικόλα Βούιτσιτς, αλλά και ο Ντέγιαν Σόσκιτς, οικονομολόγο και πρώην διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Σερβίας από το 2010 έως το 2012. Ίσως το κλειδί να ήταν ακριβώς η απαλλαγή από την «επαγγελματική» πολιτική τάξη;
Οι αναλυτές είδαν στη νίκη του Λούλα μια ανάσχεση της περιφερειακής στροφής προς τα δεξιά και στη νίκη της Σερβίας ένα πνεύμα αισιοδοξίας. Ο αριστερός Τύπος ερμήνευσε και τα δύο αποτελέσματα ως μια αχτίδα ελπίδας σε έναν κόσμο που παρασύρεται προς τα ακροδεξιά. Η Νότια Αμερική, συγκεκριμένα, έχει μετατραπεί μέσα σε λίγα χρόνια από έναν χάρτη κυρίως «κόκκινο» σε έναν κυρίως «μπλε»: Αργεντινή, Χιλή, Βολιβία, Ισημερινός, Περού, Παραγουάη και, φέτος, Κολομβία. Ο Χαβιέρ Μιλέι πανηγύρισε για τη στροφή της Χιλής προς τα δεξιά δημοσιεύοντας ακριβώς αυτόν τον χάρτη.
Στη συνέχεια, την Τρίτη, πραγματοποιήθηκε μια τρίτη εκλογική αναμέτρηση, στο Ισραήλ, και μαζί της μια σύγκριση που ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, μυωπική. Άρχισαν να κυκλοφορούν μιμίδια με λίστες αυταρχικών ή δεξιών ηγετών, όπου οι ηγέτες που μόλις είχαν ηττηθεί στη Βραζιλία και τη Σερβία ήταν διαγραμμένοι, με τον Νετανιάχου να ακολουθεί στη σειρά, και τον Τραμπ και μερικούς άλλους μετά από αυτόν. Το να τοποθετεί κανείς αυτές τις εκλογές στο ίδιο επίπεδο ισοδυναμεί είτε με λειτουργικό αναλφαβητισμό είτε με ιστορικό αναθεωρητισμό. Στη Βραζιλία και τη Σερβία, οι κοινωνίες αντέδρασαν ενάντια στην ακροδεξιά και τον αυταρχισμό. Στο Ισραήλ, οι δημοσκοπήσεις και πολλά βίντεο δείχνουν μια κοινωνία που κινείται προς τα δεξιά, με την «αριστερά» –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό στο ισραηλινό πλαίσιο– να περιορίζεται στους Δημοκρατικούς του Γιαΐρ Γκολάν, οι οποίοι κέρδισαν μόλις οκτώ από τις 120 έδρες.
Οι αντίπαλοι του Νετανιάχου διαφέρουν ελάχιστα ή καθόλου από αυτόν. Μερικοί μάλιστα του επιτίθενται από τα δεξιά. Ο Μπένετ και ο Λαπίντ έχουν επικρίνει τον Νετανιάχου επειδή δεν εξόντωσε πλήρως τη Χαμάς. Ο Λαπίντ χαρακτήρισε το αποτέλεσμα στη Γάζα ως το «χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα», ενώ ο Μπένετ έγραψε ότι η ανθρωπιστική βοήθεια επέτρεψε στη Χαμάς να ανακτήσει τον έλεγχο. Και οι δύο έχουν καταδικάσει τη βία των εποίκων, ωστόσο και οι δύο δεσμεύονται να σχηματίσουν κυβέρνηση που θα αποτελείται αποκλειστικά από σιωνιστικά κόμματα. Όσον αφορά τον Γκάντι Άιζενκοτ, τον επικρατέστερο υποψήφιο της αντιπολίτευσης, πρόκειται για τον πρώην αρχηγό του στρατού ο οποίος το 2008, ως επικεφαλής της Βόρειας Διοίκησης των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF), διατύπωσε αυτό που έγινε γνωστό ως «δόγμα Νταχίγια»: την υπόσχεση πως ό,τι συνέβη στη συνοικία Νταχίγια της Βηρυτού το 2006 θα επαναληφθεί, με δυσανάλογη χρήση βίας, σε οποιοδήποτε χωριό που θα ανοίξει πυρ εναντίον του Ισραήλ.
Αξίζει να σταθούμε λίγο στον Άιζενκοτ. Σε συνέντευξή του στο The Young Turks, ο Σαϊέλ Μπεν-Εφραΐμ, γεωπολιτικός αναλυτής και πρώην διπλωμάτης του Υπουργείου Εξωτερικών του Ισραήλ, τον παρουσιάζει ως οτιδήποτε άλλο παρά ως βελτίωση. Όχι μόνο επειδή, σύμφωνα με τον Μπεν-Εφραΐμ, η αιματηρή του δογματική προσέγγιση της δυσανάλογης βίας εναντίον αμάχων δεν έχει αποδώσει, αλλά και επειδή, όπως λέει ο αναλυτής, ο Νετανιάχου έκανε το λάθος να συνυπάρξει με τη Χαμάς, χρησιμοποιώντας την τακτική του «διαίρει και βασίλευε» για να διατηρήσει τη Γάζα και την κατεχόμενη Δυτική Όχθη υπό δύο ξεχωριστές παλαιστινιακές αρχές, αντί να ασκήσει συντριπτική δύναμη εναντίον της Χαμάς. Ο Άιζενκοτ έχει υποσχεθεί να κάνει αυτό ακριβώς εντός 18 μηνών από τις εκλογές. Και φαίνεται ότι αυτό είναι το πρόσχημα υπό το οποίο εξοντώνεται ο άμαχος πληθυσμός της Γάζας. Ο Μπεν-Εφραΐμ τονίζει επίσης ότι ο Νετανιάχου σκέφτεται ως πολιτικός, ενώ ο Άιζενκοτ σκέφτεται ως στρατηγός και θα μπορούσε να καταλάβει ολόκληρη τη Γάζα, με ακόμη μεγαλύτερο κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Τέλος, και αυτό φαίνεται να το συμμερίζονται αρκετοί αναλυτές, μια κυβέρνηση χωρίς τον Νετανιάχου, τον Μπεν-Γκβιρ και τον Σμότριτς θα μπορούσε να αμβλύνει τη δυτική πίεση, διατηρώντας παράλληλα τις ίδιες πολιτικές.
Επιστρέφοντας στις εκλογές, η καταμέτρηση των ψήφων ταιριάζει με αυτή την εικόνα. Τα τελικά αποτελέσματα δείχνουν ότι το Λικούντ είναι το μεγαλύτερο κόμμα με 27 έδρες, έναντι 21 για το Γιασάρ του Άιζενκοτ. Το μπλοκ του Νετανιάχου διαθέτει 53 έδρες, οκτώ λιγότερες από όσες χρειαζόταν για την πλειοψηφία και 15 λιγότερες από τις 68 που κατείχε στην απερχόμενη Κνέσετ. Η αντιπολίτευση έχει 48 έδρες και τα αραβικά κόμματα 19, περισσότερες από ποτέ. Η αντιπολίτευση διεκδικεί τη νίκη και ερμηνεύει το αποτέλεσμα ως επιθυμία για αλλαγή. Ωστόσο, η πραγματική καινοτομία είναι η συμμετοχή των Παλαιστινίων πολιτών του Ισραήλ, την οποία το Channel 12 εκτίμησε σε περίπου 80%, υψηλότερη από το ρεκόρ του 1999. Η απάντηση του Νετανιάχου ήταν να προειδοποιήσει ότι οι Άραβες ψηφοφόροι προσπαθούσαν να «κλέψουν» τις εκλογές. Ωστόσο, ο Μπένετ και ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν έχουν αποκλείσει τη δυνατότητα να κυβερνήσουν μαζί με αραβικά κόμματα, όπως έχει κάνει και ο Νετανιάχου.

Τι θα ακολουθήσει; Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας αποτελεί πιθανό αποτέλεσμα του αδιεξόδου. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Πρόεδρος Χέρτσογκ έθεσε το ενδεχόμενο μιας τέτοιας κυβέρνησης, φέρνοντας σε επαφή τον Νετανιάχου και τον Άιζενκοτ, αν και το γραφείο του το αρνείται, ενώ ο Άιζενκοτ έχει δεσμευτεί να μην υπηρετήσει υπό τον Νετανιάχου, ακόμη και σε καθεστώς εναλλαγής, χωρίς όμως να αποκλείει μια κυβέρνηση με το Λικούντ. Τα αραβικά κόμματα έχουν δηλώσει ότι είναι πρόθυμα να υποστηρίξουν μια αντι-Νετανιάχου κυβέρνηση από θέση αντιπολίτευσης, αλλά το διαδεδομένο αντι-αραβικό κλίμα είναι τόσο έντονο που κανείς δεν τα θέλει.
Αν συμβεί αυτό, τίποτα δεν θα αλλάξει για τους Παλαιστινίους (όχι ότι θα είχαν αλλάξει και πολλά σε διαφορετική περίπτωση): ούτε για τους Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας βάσει δεκάδων νόμων που επιβάλλουν διακρίσεις, ούτε για όσους βρίσκονται στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, όπου το Διεθνές Δικαστήριο έκρινε το 2024 ότι τα ισραηλινά μέτρα παραβιάζουν την απαγόρευση του διαχωρισμού και του απαρτχάιντ, ούτε για όσους βρίσκονται στη Γάζα. Εκεί, αυτό που η Διεθνής Αμνηστία, η Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ και η μεγαλύτερη ένωση μελετητών της γενοκτονίας αποκαλούν γενοκτονία, και αυτό που η Human Rights Watch αποκαλεί πράξεις γενοκτονίας, συνεχίζει να εκτυλίσσεται ενώ το Διεθνές Δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η ισραηλινή αντιπολίτευση να προτιμήσει να συμμαχήσει με τον ίδιο τον Νετανιάχου παρά με τους Παλαιστίνιους πολίτες του Ισραήλ.
Αν αυτό το σενάριο υλοποιηθεί, τι θα εμποδίσει τις δυτικές χώρες να επιβάλουν κυρώσεις στο Ισραήλ στο σύνολό του; Ποιο θα είναι το επόμενο ισραηλινό «τέρας» που θα καταδικάσουν και θα επιβάλουν συμβολικές κυρώσεις, γνωρίζοντας ότι τίποτα δεν θα αλλάξει; Και πώς θα δικαιολογηθεί η Δύση για το ότι άφησε μια γενοκτονία να εξελιχθεί, μεταδιδόμενη ζωντανά, μπροστά στα μάτια του κόσμου, κατηγορώντας εν τω μεταξύ μερικά βολικά «τέρατα», μόνο για να ανακαλύψει ότι πίσω από αυτά στέκονται αμέτρητα άλλα;
Αυτό ήταν το χαστούκι που χρειαζόταν η Δύση. Για χρόνια μας πουλούσαν το παραμύθι ότι το πρόβλημα ήταν ο Νετανιάχου και οι εξτρεμιστές υπουργοί του. Στη συνέχεια, το 2025, πέντε δυτικές κυβερνήσεις επέβαλαν κυρώσεις σε δύο υπουργούς για υποκίνηση βίας. Στην πραγματικότητα, κάθε πολιτική στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη και η καταστροφή της Γάζας υποστηρίζονται σιωπηλά από σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα του Ισραήλ και, κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό, από την πλειοψηφία της εβραϊκής κοινωνίας του. Τον Ιούλιο του 2024, η Κνεσέτ ψήφισε με 68 ψήφους έναντι 9 κατά της δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους, με την υποστήριξη της κυβερνητικής συμμαχίας και μέρους της αντιπολίτευσης. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Εβραίοι Ισραηλινοί δεν βλέπουν τίποτα κακό στη χρήση βίας στη Γάζα: σε μια έρευνα του Πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ, το 51% δήλωσε ότι ο στρατός χρησιμοποιούσε τηναπαιτούμενη βία και το 43% ότι χρησιμοποιούσε πολύ λίγη· σε μια έρευνα του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ, το 78% δήλωσε ότι το Ισραήλ καταβάλλει προσπάθειες για να αποφύγει να προκαλέσει πόνο στους Παλαιστινίους· και σε μια δημοσκόπηση, το 82% υποστήριξε την απέλαση των Παλαιστινίων από τη Γάζα. Τα σημάδια ήταν εμφανή εδώ και πολύ καιρό. Τι άλλο χρειάζεται για να συμβεί μια ουσιαστική αλλαγή;
Μετάφραση: elaliberta.gr
Rafael Sergi, “Israel’s election is a slap in the face for the West”, The Left Berlin, 1 Νοεμβρίου 2026, https://theleftberlin.com/israel-election-2026/.