Sebastião Salgado, «Ο Shanã ζωγραφίζει το πρόσωπο της κόρης του». Άτομα του λαού Yawanawá [«Οι Άνθρωποι του Αγριόχοιρου»], στην Επικράτεια Αυτοχθόνων του Ποταμού Γκρεγκόριο, πολιτεία Άκρε, Βραζιλία, 2016. Ο λαός Yawanawá αριθμεί περίπου 1.200 άτομα. Από τη φωτογραφική συλλογή του Sebastião Salgado, Amazônia, Taschen, 2021.
Marcello Musto
Μια επανεκτίμηση των Εθνολογικών Σημειωματαρίων του Μαρξ
Οικογένεια, Φύλο, Άτομο έναντι Κράτους και Αποικιοκρατία
Εισαγωγή
Για πολύ καιρό, η δυσκολία να εξετάσουμε τις έρευνες του Μαρξ στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του 1880, εμπόδιζε τη γνώση μας για τα σημαντικά επιτεύγματά του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όλοι οι βιογράφοι του Μαρξ αφιέρωσαν μόνο λίγες σελίδες στη δραστηριότητά του μετά τη διάλυση της Διεθνούς Εργατικής Ένωσης[1]. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν πάντα χρησιμοποιούσαν τον γενικό τίτλο «η τελευταία δεκαετία» για αυτό το μέρος του έργου τους. Πιστεύοντας λανθασμένα ότι ο Μαρξ είχε εγκαταλείψει την ιδέα να ολοκληρώσει το έργο του, δεν εξέτασαν πιο βαθιά τι έκανε πραγματικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Αλλά αν αυτό είχε κάποια δικαιολογία στο παρελθόν, είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί τα νέα υλικά που είναι διαθέσιμα στο Marx-Engels-Gesamtausgabe (MEGA²) –την ιστορικο-κριτική έκδοση του πλήρους έργου του Μαρξ και του Φρίντριχ Ένγκελς– και ο όγκος της έρευνας για τον «ύστερο Μαρξ» από τη δεκαετία του 1970 δεν έχουν οδηγήσει σε μια πιο σημαντική αλλαγή σ’ αυτή την τάση[2].
Σε αντίθεση με όσους ισχυρίζονταν ότι κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πνευματικές του ανησυχίες και η θεωρητική του οξυδέρκεια εξασθένησαν, οι πρόσφατες μελέτες για τον Μαρξ έχουν αποδείξει ότι συνέχισε να εργάζεται όποτε το επέτρεπαν οι συνθήκες. Όχι μόνο συνέχισε την έρευνά του, αλλά την επέκτεινε και σε νέους τομείς (βλ. Anderson 2010 και Musto 2020a). Ο Μαρξ εμβάθυνε σε πολλά άλλα ζητήματα τα οποία, αν και συχνά υποτιμούνται ή ακόμη και αγνοούνται από τους μελετητές του έργου του, αποκτούν κρίσιμη σημασία για την πολιτική ατζέντα της εποχής μας. Μεταξύ αυτών είναι η ατομική ελευθερία στον οικονομικό και πολιτικό τομέα, η χειραφέτηση των φύλων, η κριτική του εθνικισμού, το χειραφετητικό δυναμικό της τεχνολογίας και οι μορφές συλλογικής ιδιοκτησίας που δεν ελέγχονται από το κράτος.
Επιπλέον, ο Μαρξ πραγματοποίησε διεξοδικές έρευνες για κοινωνίες εκτός Ευρώπης και εξέφρασε κατηγορηματικά την αντίθεσή του στις καταστροφές του αποικιοκρατισμού. Είναι λάθος να υπονοείται το αντίθετο. Ο Μαρξ επέκρινε τους στοχαστές που, ενώ υπογράμμιζαν τις καταστροφικές συνέπειες του αποικιοκρατισμού, χρησιμοποιούσαν στην ανάλυσή τους για τις περιφερειακές περιοχές του πλανήτη κατηγορίες που ήταν χαρακτηριστικές του ευρωπαϊκού πλαισίου. Προειδοποίησε επανειλημμένα όσους δεν έκαναν τις απαραίτητες διακρίσεις μεταξύ των φαινομένων και, ειδικά μετά τη θεωρητική του πρόοδο στη δεκαετία του 1870, ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικός όσον αφορά τη μεταφορά ερμηνευτικών κατηγοριών σε εντελώς διαφορετικά ιστορικά ή γεωγραφικά πεδία. Όλα αυτά είναι πλέον σαφή, παρά το σκεπτικισμό που εξακολουθεί να επικρατεί σε ορισμένους ακαδημαϊκούς κύκλους.
Το 1881 και το 1882, ο Μαρξ σημείωσε αξιοσημείωτη πρόοδο σε σχέση με την ανθρωπολογία, τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής, τις μη δυτικές κοινωνίες, τη σοσιαλιστική επανάσταση και την υλιστική αντίληψη της ιστορίας. Παρακολούθησε επίσης στενά τα κύρια γεγονότα της διεθνούς πολιτικής, όπως μπορούμε να δούμε από τις επιστολές του, στις οποίες εκφράζει την αποφασιστική του υποστήριξη στον αγώνα για την απελευθέρωση της Ιρλανδίας και στο λαϊκιστικό κίνημα στη Ρωσία, καθώς και την σθεναρή του αντίθεση στην βρετανική αποικιακή καταπίεση στην Ινδία και την Αίγυπτο και στη γαλλική αποικιοκρατία στην Αλγερία. Δεν ήταν καθόλου ευρωκεντρικός, οικονομιστής ή προσκολλημένος μόνο στην ταξική πάλη. Ο Μαρξ θεωρούσε τη μελέτη των νέων πολιτικών συγκρούσεων, των νέων θεμάτων και των γεωγραφικών περιοχών θεμελιώδη για τη συνεχή κριτική του στο καπιταλιστικό σύστημα. Αυτό του επέτρεψε να ανοιχτεί στις εθνικές ιδιαιτερότητες και να εξετάσει τη δυνατότητα μιας προσέγγισης του κομμουνισμού διαφορετικής από αυτή που είχε αναπτύξει προηγουμένως.
Ανθρωπολογία, οικογένεια και φύλο: Η επανάσταση της Αρχαίας Κοινωνίας του Μόργκαν
Μεταξύ Δεκεμβρίου 1880 και Ιουνίου 1881, τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του Μαρξ επικεντρώθηκαν σε μια νέα επιστήμη: την ανθρωπολογία. Ξεκίνησε με το έργο Αρχαία Κοινωνία (1877) του Αμερικανού ανθρωπολόγου Λιούις Μόργκαν (1818-1881), το οποίο ο Ρώσος εθνολόγος Μαξίμ Κοβαλέφσκι (1851-1916) είχε φέρει από ένα ταξίδι στη Βόρεια Αμερική και έστειλε στον Μαρξ δύο χρόνια μετά τη δημοσίευσή του.
Αυτό που εντυπωσίασε περισσότερο τον Μαρξ ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Μόργκαν αντιμετώπιζε την παραγωγή και τους τεχνολογικούς παράγοντες ως προϋποθέσεις της κοινωνικής προόδου, και τον παρακίνησε να συντάξει μια συλλογή εκατό πυκνογραμμένων σελίδων.[3] Αυτά αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του έργου που είναι γνωστό ως Τα Εθνολογικά Σημειωματάρια (1880-81).[4] Περιέχουν επίσης αποσπάσματα από άλλα έργα: Ιάβα, ή Πώς να Διαχειριστείς μια Αποικία (1861) του Τζέιμς Μάνεϊ (1818-1890), δικηγόρου και ειδικού για την Ινδονησία, Το Άριο Χωριό στην Ινδία και την Κεϋλάνη (1880) του Τζον Φιρ (1825-1905), προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κεϋλάνης, και Διαλέξεις για την Πρώιμη Ιστορία των Θεσμών (1875) του ιστορικού Χένρι Μέιν (1822-1888), που ανέρχονται σε συνολικά άλλες εκατό σελίδες.[5] Οι συγκριτικές αξιολογήσεις του Μαρξ γι’ αυτούς τους συγγραφείς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι συνέταξε όλο αυτό το υλικό σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, σε μια προσπάθεια να το κατανοήσει πλήρως.
Στις προηγούμενες έρευνές του, ο Μαρξ είχε ήδη εξετάσει και σχολιάσει εκτενώς τις κοινωνικοοικονομικές μορφές του παρελθόντος – στο πρώτο μέρος της Γερμανικής Ιδεολογίας, στο μακρύ κεφάλαιο των Grundrisse με τίτλο «Μορφές που προηγούνται από την καπιταλιστική παραγωγή. Σχετικά με τη διαδικασία που προηγείται από τον σχηματισμό της κεφαλαιακής σχέσης, ή από την αρχική συσσώρευση»[1] και στο Κεφάλαιο, Τόμος Α΄. Το 1879, η ανάγνωση του έργου του Κοβαλέφσκι, Κοινοτική γαιοκτησία τον οδήγησε για άλλη μια φορά στο θέμα. Αλλά μόνο στα Εθνολογικά Σημειωματάρια ασχολήθηκε με μια πιο ολοκληρωμένη και επικαιροποιημένη μελέτη.
Στόχος της νέας έρευνας του Μαρξ ήταν να διευρύνει τις γνώσεις του σχετικά με τις ιστορικές περιόδους, τις γεωγραφικές περιοχές και τα θεματικά ζητήματα που θεωρούσε απαραίτητα για τη συνεχή κριτική του στην πολιτική οικονομία. Αυτό του επέτρεψε επίσης να αποκτήσει συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και τους θεσμούς του μακρινού παρελθόντος και να εξοικειωθεί με υλικό που δεν είχε στη διάθεσή του όταν έγραψε τα χειρόγραφα της δεκαετίας του 1850 και του 1860. Τέλος να εξοικειωθεί με τις τελευταίες θεωρίες που διατύπωναν οι πιο διακεκριμένοι σύγχρονοι μελετητές.
Ο Μαρξ αφιερώθηκε σε αυτές τις συχνά χρονοβόρες ανθρωπολογικές μελέτες κατά την ίδια περίοδο που επεδίωκε να ολοκληρώσει το Κεφάλαιο, Τόμος Β΄ (βλ. Musto 2018· 2019). Ο ακριβής θεωρητικοπολιτικός σκοπός πίσω από αυτές ήταν να ανακατασκευάσει την πιο πιθανή ακολουθία με την οποία οι διαφορετικοί τρόποι παραγωγής είχαν διαδεχθεί ο ένας τον άλλον στο πέρασμα του χρόνου, με ιδιαίτερη έμφαση στη γέννηση του καπιταλισμού. Πίστευε ότι αυτό θα έδινε στη θεωρία του για την πιθανή κομμουνιστική μεταμόρφωση της κοινωνίας ισχυρότερα ιστορικά θεμέλια.[6]
Στα Εθνολογικά Σημειωματάρια, ο Μαρξ συγκέντρωσε λοιπόν υλικό και ενδιαφέρουσες σημειώσεις για την προϊστορία, την εξέλιξη των οικογενειακών δεσμών, την κατάσταση των γυναικών, τις ρίζες των σχέσεων ιδιοκτησίας, τις κοινοτικές πρακτικές στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, τη διαμόρφωση και τη φύση της κρατικής εξουσίας, το ρόλο του ατόμου, καθώς και για πιο σύγχρονες πτυχές, όπως τις ρατσιστικές συνδηλώσεις ορισμένων ανθρωπολογικών προσεγγίσεων και τις επιπτώσεις της αποικιοκρατίας.
Σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα της προϊστορίας και της εξέλιξης των οικογενειακών δεσμών, ο Μαρξ άντλησε μια σειρά από πολύτιμες επισημάνσεις από το έργο του Μόργκαν. Όπως θυμάται ο Χίντμαν: «όταν στην Αρχαία Κοινωνία ο Λιούις Χ. Μόργκαν απέδειξε, προς ικανοποίηση του Μαρξ, ότι το γένος[7] και όχι η οικογένεια ήταν η κοινωνική μονάδα του παλαιού φυλετικού συστήματος και της αρχαίας κοινωνίας γενικά, ο Μαρξ εγκατέλειψε αμέσως τις προηγούμενες απόψεις του» (Hyndman 1911, 253-254).
Η έρευνα του Μόργκαν για την κοινωνική δομή των πρωτόγονων λαών τού επέτρεψε να ξεπεράσει τα όρια των παραδοσιακών ερμηνειών της συγγένειας, συμπεριλαμβανομένης αυτής που διατύπωσε ο Γερμανός ιστορικός Μπάρτολντ Νίμπουρ (1786-1831) στο έργο του Ρωμαϊκή Ιστορία (1811-12). Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες υποθέσεις, ο Μόργκαν έδειξε ότι ήταν σοβαρό λάθος να υπονοείται ότι το γένος «ακολούθησε την εμφάνιση της μονογαμικής οικογένειας» και ήταν το αποτέλεσμα «ενός συνόλου οικογενειών» (Morgan 1877, 515). Οι μελέτες του για την προϊστορική και την αρχαία κοινωνία τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η πατριαρχική οικογένεια δεν πρέπει να θεωρείται ως η αρχική βασική μονάδα της κοινωνίας, αλλά ως μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης πιο πρόσφατη από ό,τι γενικά πιστευόταν. Ήταν μια οργάνωση «πολύ αδύναμη για να αντιμετωπίσει μόνη της τις δυσκολίες της ζωής» (472). Ήταν πολύ πιο εύλογο να υποθέσουμε την ύπαρξη μιας μορφής όπως αυτή των αμερικανικών αυτοχθόνων λαών, της συνδυασμιανικής οικογένειας[2], η οποία ασκούσε έναν «κομμουνισμό στη ζωή» [“communism in living”] (Marx 1972, 115).
Από την άλλη πλευρά, ο Μαρξ ασκούσε συνεχώς πολεμική κριτική εναντίον του Μέιν, ο οποίος στο έργο του Διαλέξεις για την πρώιμη ιστορία των θεσμών (1875) είχε απεικονίσει «την ιδιωτική οικογένεια» ως «τη βάση από την οποία αναπτύχθηκαν οι φυλές και οι φατρίες». Η περιφρόνηση του Μαρξ για αυτή την προσπάθεια να αντιστραφεί η ροή του χρόνου μεταφέροντας τη βικτοριανή εποχή στην προϊστορία τον οδήγησε να ισχυριστεί ότι αυτός ο «αδαής Άγγλος δεν ξεκίνησε από το γένος, αλλά από τον Πατριάρχη, ο οποίος αργότερα έγινε αρχηγός – τι ανοησίες!» (292) Η ειρωνεία του φτάνει σταδιακά στο αποκορύφωμά της: «Ο Μέιν, τελικά, δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του την αγγλική ατομική οικογένεια» (309)· «μεταφέρει τη ρωμαϊκή “πατριαρχική” οικογένεια στην αρχή των πραγμάτων» (324). Ο Μαρξ δεν έδειξε επιείκεια ούτε για τον Φιρ, για τον οποίο είπε: «Ο ηλίθιος βασίζει τα πάντα στις ατομικές οικογένειες!» (281).
Ο Μόργκαν έδωσε στον Μαρξ περαιτέρω τροφή για σκέψη με τις παρατηρήσεις του σχετικά με την έννοια του όρου οικογένεια [family], καθώς στην «αρχική της σημασία» η λέξη οικογένεια –η οποία έχει την ίδια ρίζα με το famulus ή υπηρέτης– «δεν είχε καμία σχέση με το παντρεμένο ζευγάρι ή τα παιδιά τους, αλλά με το σώμα των σκλάβων και των υπηρέτων που εργάζονταν για τη συντήρησή της και ήταν υπό την εξουσία του pater familias» (Morgan 1877, 469). Σχετικά με αυτό, ο Μαρξ σημείωσε: «Η σύγχρονη οικογένεια περιέχει τον σπόρο όχι μόνο της servitus (δουλείας), αλλά και της δουλοπαροικίας, καθώς από την αρχή περιέχει μια σχέση με την παροχή υπηρεσιών για τη γεωργία. Περιέχει σε μικρογραφία όλους τους ανταγωνισμούς που αργότερα αναπτύσσονται ευρέως στην κοινωνία και το κράτος. (...) Η μονογαμική οικογένεια προϋποθέτει, για να έχει μια ύπαρξη ξεχωριστή από τις άλλες, μια οικιακή τάξη που παντού αποτελούταν άμεσα από σκλάβους.» (Marx 1972, 120)
Αναπτύσσοντας τις δικές του σκέψεις αλλού στο σύγγραμμα, ο Μαρξ έγραψε ότι «η ιδιοκτησία σπιτιών, γαιών και κοπαδιών» ήταν συνδεδεμένη με «την μονογαμική οικογένεια» (210). Στην πραγματικότητα, όπως υποδείκνυε το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, αυτό ήταν το σημείο εκκίνησης της ιστορίας ως «ιστορίας της ταξικής πάλης» (Marx and Engels 1976, 482).[8]
Στο έργο Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους (1884) –ένα βιβλίο που ο συγγραφέας περιέγραψε ως «την εκπλήρωση μιας εντολής» και ως «φτωχό υποκατάστατο» αυτού που ο «αγαπητός φίλος» του δεν πρόλαβε να γράψει (Engels 1990, 131)– ο Ένγκελς ολοκλήρωσε την ανάλυση του Μαρξ στα Εθνολογικά Σημειωματάρια. «Η μονογαμία», υποστήριξε, «αντιπροσώπευε την υποταγή του ενός φύλου από το άλλο, ως διακήρυξη μιας σύγκρουσης μεταξύ των φύλων που μέχρι τότε ήταν άγνωστη σε όλη την προηγούμενη ιστορία. Σε ένα παλιό αδημοσίευτο χειρόγραφο, έργο του Μαρξ και δικό μου από το 1846, βρίσκω το εξής: “Η πρώτη κατανομή της εργασίας είναι αυτή μεταξύ άνδρα και γυναίκας για την ανατροφή των παιδιών”. Και σήμερα μπορώ να προσθέσω: Η πρώτη ταξική αντίθεση που εμφανίζεται στην ιστορία συμπίπτει με την ανάπτυξη του ανταγωνισμού μεταξύ άνδρα και γυναίκας στον μονογαμικό γάμο, και η πρώτη ταξική καταπίεση με αυτή του γυναικείου φύλου από το ανδρικό. Η μονογαμία [… είναι] η κυτταρική μορφή της πολιτισμένης κοινωνίας, στην οποία μπορούμε ήδη να μελετήσουμε τη φύση των αντιθέσεων και των αντιφάσεων, που αναπτύσσονται πλήρως στην τελευταία.» (173-174)[9]
Η θέση του Ένγκελς υποθέτει μια υπερβολικά σχηματική σχέση μεταξύ οικονομικής σύγκρουσης και καταπίεσης των φύλων, η οποία απουσιάζει από τις αποσπασματικές και εξαιρετικά περίπλοκες σημειώσεις του Μαρξ.[10] Ο Μαρξ επίσης έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στις σκέψεις του Μόργκαν σχετικά με την ισότητα των φύλων, ο οποίος υποστήριζε ότι οι αρχαίες κοινωνίες πριν από την Ελλάδα ήταν πιο προοδευτικές όσον αφορά τη μεταχείριση και τη συμπεριφορά των γυναικών. Ο Μαρξ αντέγραψε τα μέρη του βιβλίου του Μόργκαν που έδειχναν πώς, μεταξύ των Ελλήνων, «η αλλαγή της καταγωγής από τη γυναικεία γραμμή στην ανδρική ήταν επιζήμια για τη θέση και τα δικαιώματα της συζύγου και της γυναίκας». Πράγματι, ο Μόργκαν είχε μια πολύ αρνητική αξιολόγηση του ελληνικού κοινωνικού μοντέλου. «Οι Έλληνες παρέμειναν βάρβαροι στη μεταχείριση των γυναικών στο αποκορύφωμα του πολιτισμού τους· η εκπαίδευσή τους ήταν επιφανειακή, (...) η κατωτερότητά τους τούς ενσταλάχθηκε ως αρχή, μέχρι που έγινε αποδεκτή ως γεγονός από τις ίδιες τις γυναίκες». Επιπλέον, υπήρχε «μια αρχή μελετημένου εγωισμού μεταξύ των ανδρών, που τείνει να μειώνει την εκτίμηση των γυναικών, κάτι που σπάνια συναντάται μεταξύ των βαρβάρων». Σκεπτόμενος την αντίφαση με τους μύθους του κλασικού κόσμου, ο Μαρξ πρόσθεσε μια οξυδερκή παρατήρηση: «η κατάσταση των θεών στον Όλυμπο θυμίζει τη θέση των γυναικών, που κάποτε ήταν πιο ελεύθερες και με μεγαλύτερη επιρροή. Η Ήρα, άπληστη για εξουσία, η θεά της σοφίας, γεννιέται από το κεφάλι του Δία» (Marx, 1972, 121). Για τον Μαρξ, η μνήμη των ελεύθερων θεοτήτων του παρελθόντος παρείχε ένα υπόδειγμα για τη δυνατότητα χειραφέτησης στο παρόν.[11]
Από τους διάφορους συγγραφείς που μελέτησε, ο Μαρξ κατέγραψε πολλές σημαντικές παρατηρήσεις σχετικά με το ρόλο των γυναικών στην αρχαία κοινωνία. Για παράδειγμα, αναφερόμενος στο έργο Μητριαρχία (1861) του Ελβετού ανθρωπολόγου Γιόχαν Μπαχόφεν (1815-1887), σημείωσε: «Οι γυναίκες ήταν η μεγάλη δύναμη μεταξύ των γενών και παντού αλλού. Δεν δίσταζαν, όταν το απαιτούσε η περίσταση, να “κόψουν τα κέρατα”, όπως λεγόταν τεχνικά, από το κεφάλι ενός αρχηγού και να τον στείλουν πίσω στις τάξεις των πολεμιστών. Ο αρχικός διορισμός των αρχηγών εξαρτιόταν επίσης πάντα από αυτές» (Μαρξ, 1972, 116).[12]
Οι σχέσεις ιδιοκτησίας, το άτομο και η λειτουργία του κράτους
Η ανάγνωση του Μόργκαν από τον Μαρξ του έδωσε επίσης μια οπτική γωνία για ένα άλλο σημαντικό ζήτημα: την προέλευση των σχέσεων ιδιοκτησίας. Ο διάσημος ανθρωπολόγος καθιέρωσε μια αιτιώδη σχέση μεταξύ των διαφόρων τύπων δομών συγγένειας και των κοινωνικοοικονομικών μορφών. Κατά την άποψή του, οι παράγοντες στην δυτική ιστορία που εξηγούσαν την επιβεβαίωση του περιγραφικού συστήματος –το οποίο περιέγραφε τους συγγενείς εξ αίματος και προσδιόριζε τη συγγένεια του καθενός (για παράδειγμα, «ο γιος του αδελφού για τον ανιψιό, ο αδελφός του πατέρα για τον θείο, ο γιος του αδελφού του πατέρα για τον ξάδελφο»)– και την παρακμή του ταξινομικού συστήματος –το οποίο ομαδοποιούσε τους συγγενείς εξ αίματος σε κατηγορίες χωρίς να προσδιορίζει την εγγύτητα ή την απόσταση σε σχέση με τον Εγώ («π.χ., ο δικός μου αδελφός και οι γιοι του αδελφού του πατέρα μου είναι σε ίσο βαθμό αδελφοί μου»)– είχαν να κάνουν με την ανάπτυξη της ιδιοκτησίας και του κράτους (Brown 2012, 123, 104· 164, 136· βλ. επίσης Godelier 1977, 67-8, 101-2).
Το βιβλίο του Μόργκαν χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: (1) Ανάπτυξη της νοημοσύνης μέσω εφευρέσεων και ανακαλύψεων, (2) Ανάπτυξη της ιδέας της κυβέρνησης, (3) Ανάπτυξη της ιδέας της οικογένειας και (4) Ανάπτυξη της ιδέας της ιδιοκτησίας. Ο Μαρξ άλλαξε τη σειρά σε (1) εφευρέσεις, (2) οικογένεια, (3) ιδιοκτησία και (4) κυβέρνηση, προκειμένου να αναδείξει με μεγαλύτερη σαφήνεια τη σχέση μεταξύ των δύο τελευταίων.
Το βιβλίο του Μόργκαν υποστήριζε ότι, αν και «τα δικαιώματα του πλούτου, της τάξης και του αξιώματος» επικρατούσαν για χιλιάδες χρόνια έναντι της «δικαιοσύνης και της ευφυΐας», υπήρχαν άφθονα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι οι «προνομιούχες τάξεις» αποτελούσαν «επαχθή» επιρροή στην κοινωνία (Morgan 1877, 551) . Ο Μαρξ αντέγραψε σχεδόν εξ ολοκλήρου μία από τις τελευταίες σελίδες της Αρχαίας Κοινωνίας σχετικά με τις στρεβλώσεις που μπορούσε να προκαλέσει η ιδιοκτησία. Η σελίδα αυτή περιείχε έννοιες που τον εντυπωσίασαν βαθιά:
«Από την αρχή της εμφάνισης του πολιτισμού, η ανάπτυξη της ιδιοκτησίας ήταν τόσο τεράστια, οι μορφές της τόσο ποικίλες, οι χρήσεις της τόσο εκτεταμένες και η διαχείρισή της τόσο έξυπνη προς όφελος των ιδιοκτητών της, ώστε έχει καταστεί, από την πλευρά του λαού, μια ανεξέλεγκτη δύναμη. Ο ανθρώπινος νους μένει αμήχανος μπροστά στο δικό του δημιούργημα. Ωστόσο, θα έρθει η στιγμή που η ανθρώπινη διάνοια θα κυριαρχήσει πάνω στην ιδιοκτησία και θα καθορίσει τις σχέσεις του κράτους με την ιδιοκτησία που προστατεύει, καθώς και τις υποχρεώσεις και τα όρια των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών της. Τα συμφέροντα της κοινωνίας υπερισχύουν των ατομικών συμφερόντων και τα δύο πρέπει να τεθούν σε δίκαιες και αρμονικές σχέσεις.» (551-2)
Ο Μόργκαν αρνήθηκε να πιστέψει ότι ο «τελικός προορισμός της ανθρωπότητας» ήταν η απλή αναζήτηση πλούτου. Έδωσε μια αυστηρή προειδοποίηση:
«Η διάλυση της κοινωνίας προμηνύει το τέλος μιας διαδρομής της οποίας η ιδιοκτησία είναι ο σκοπός και ο στόχος, επειδή μια τέτοια διαδρομή περιέχει τα στοιχεία της αυτοκαταστροφής. Η δημοκρατία στην διακυβέρνηση, η αδελφότητα στην κοινωνία, η ισότητα στα δικαιώματα και τα προνόμια, και η καθολική εκπαίδευση, προμηνύουν το επόμενο υψηλότερο επίπεδο της κοινωνίας, προς το οποίο τείνουν σταθερά η εμπειρία, η νοημοσύνη και η γνώση. Αυτό (ένα υψηλότερο επίπεδο της κοινωνίας)[13] θα είναι μια αναβίωση, σε μια υψηλότερη μορφή (κοινωνίας), της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης των αρχαίων γενών.»(551-2)
Ο αστικός «πολιτισμός», λοιπόν, ήταν ο ίδιος ένα μεταβατικό στάδιο. Είχε αναδυθεί στο τέλος δύο μακρών εποχών, της «κατάστασης της αγριότητας» και της «κατάστασης της βαρβαρότητας» (όροι που ήταν συνηθισμένοι την εποχή εκείνη), που ακολούθησαν την κατάργηση των κοινοτικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης. Αυτές οι μορφές κατέρρευσαν μετά τη συσσώρευση ιδιοκτησίας και πλούτου και την εμφάνιση των κοινωνικών τάξεων και του κράτους. Αλλά αργά ή γρήγορα η προϊστορία και η ιστορία ήταν προορισμένες να ενωθούν ξανά (βλ. Godelier 1977, 124).[14]
Ο Μόργκαν θεωρούσε τις αρχαίες κοινωνίες πολύ δημοκρατικές και αλληλέγγυες. Όσον αφορά το παρόν, περιορίστηκε σε μια δήλωση αισιοδοξίας για την πρόοδο της ανθρωπότητας, χωρίς να επικαλεστεί την ανάγκη πολιτικού αγώνα.[15] Ο Μαρξ, ωστόσο, δεν οραματιζόταν μια σοσιαλιστική αναβίωση του «μύθου του ευγενούς άγριου». Ποτέ δεν ήλπιζε σε μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά –όπως κατέστησε σαφές όταν αντέγραψε το βιβλίο του Μόργκαν– προσβλέπει στην έλευση μιας «ανώτερης μορφής κοινωνίας» (Marx 1972, 139)[16] βασισμένης σε έναν νέο τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης. Αυτό δεν θα επιτευχθεί μέσω μηχανικής εξέλιξης, αλλά μόνο μέσω συνειδητού αγώνα της εργατικής τάξης.
Όλα τα ανθρωπολογικά διαβάσματα του Μαρξ είχαν σχέση με τις ρίζες και τις λειτουργίες του κράτους. Τα αποσπάσματα από τον Μόργκαν συνόψιζαν τον ρόλο του στην μετάβαση από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό, ενώ οι σημειώσεις του για τον Μέιν επικεντρώνονταν στην ανάλυση των σχέσεων μεταξύ του ατόμου και του κράτους (βλ. Krader 1972, 19). Σύμφωνα με τα πιο σημαντικά θεωρητικά κείμενά του για το θέμα, από την Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου[17] (1843) έως τον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία (1871),[18] τα Εθνολογικά Σημειωματάρια παρουσιάζουν επίσης το κράτος ως μια δύναμη που υποτάσσει την κοινωνία, μια δύναμη που εμποδίζει την πλήρη χειραφέτηση του ατόμου.
Στις σημειώσεις που έγραψε το 1881, ο Μαρξ τόνισε τον παρασιτικό και παροδικό χαρακτήρα του κράτους:
«Ο Μέιν αγνοεί το πολύ βαθύτερο σημείο: ότι η φαινομενικά υπέρτατη ανεξάρτητη ύπαρξη του κράτους είναι μόνο φαινομενική και ότι σε όλες τις μορφές του είναι ένα απόφυμα της κοινωνίας. Ακριβώς όπως η ίδια η εμφάνισή του προκύπτει μόνο σε ένα συγκεκριμένο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης, έτσι και εξαφανίζεται ξανά μόλις η κοινωνία φτάσει σε ένα στάδιο που δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.»
Ο Μαρξ συνέχισε με μια κριτική της ανθρώπινης κατάστασης υπό τις δεδομένες ιστορικές συνθήκες. Η διαμόρφωση της πολιτισμένης κοινωνίας, με τη μετάβασή της από ένα καθεστώς κοινής ιδιοκτησίας σε ιδιωτική ιδιοκτησία, δημιούργησε μια «ακόμα μονόπλευρη (...) ατομικότητα» (Marx, 1972, 329· βλ. επίσης Krader 1972, 59). Εάν η «αληθινή φύση [… του κράτους] εμφανίζεται μόνο όταν αναλύουμε το περιεχόμενό του», δηλαδή τα «συμφέροντά» του, τότε αυτό δείχνει ότι αυτά τα συμφέροντα «είναι κοινά σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες» και, ως εκ τούτου, «ταξικά συμφέροντα». Για τον Μαρξ, «το κράτος είναι χτισμένο πάνω σε τάξεις και τις προϋποθέτει». Επομένως, η ατομικότητα που υπάρχει σε αυτό το είδος κοινωνίας είναι «μια ταξική ατομικότητα», η οποία, σε τελική ανάλυση, «βασίζεται σε οικονομικές προϋποθέσεις» (329).
Ενάντια στον ρατσισμό και την αποικιοκρατία
Στα Εθνολογικά Σημειωματάρια, ο Μαρξ έκανε επίσης μια σειρά παρατηρήσεων σχετικά με τις ρατσιστικές συνδηλώσεις πολλών από τις ανθρωπολογικές εκθέσεις που μελετούσε (βλ. Krader 1972, 37· Ward Gailey, 2006, 36). Με κατηγορηματικό τρόπο απέρριψε αυτή την ιδεολογία και σχολίασε καυστικά τους συγγραφείς που την εξέφραζαν με αυτόν τον τρόπο. Έτσι, όταν ο Μέιν χρησιμοποίησε διακριτικές επιθετικές εκφράσεις, παρενέβη με σθένος: «ξανά αυτές οι ανοησίες!» Επιπλέον, εκφράσεις όπως «ο διάβολος να πάρει αυτή την “άρια” αργκό!» (Marx, 1972, 324) επαναλαμβάνονται συνεχώς.
Αναφερόμενος στο Ιάβα, ή Πώς να Διαχειριστείς μια Αποικία του Μάνι και στο Άριο Χωριό στην Ινδία και την Κεϋλάνη του Φιρ, ο Μαρξ μελέτησε τις αρνητικές επιπτώσεις της ευρωπαϊκής παρουσίας στην Ασία. Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τις απόψεις του Μάνι σχετικά με την αποικιακή πολιτική, αλλά βρήκε το βιβλίο του χρήσιμο για τις λεπτομέρειες που έδινε σχετικά με το εμπόριο (βλ. Tichelman 1983, 18).[19] Υιοθέτησε μια παρόμοια προσέγγιση για το βιβλίο του Φιρ, εστιάζοντας κυρίως σε όσα ανέφερε για την κατάσταση στη Βεγγάλη και παραβλέποντας τις αδύναμες θεωρητικές του κατασκευές.
Οι συγγραφείς που ο Μαρξ διάβασε και συνόψισε στα Εθνολογικά Σημειωματάρια είχαν όλοι επηρεαστεί – με διάφορες αποχρώσεις – από τις εξελικτικές αντιλήψεις της εποχής, και ορισμένοι είχαν επίσης γίνει σθεναροί υποστηρικτές της ανωτερότητας του αστικού πολιτισμού. Ωστόσο, μια εξέταση των Εθνολογικών Σημειωμάτων δείχνει σαφώς ότι οι ιδεολογικές τους θέσεις δεν είχαν καμία επίδραση στον Μαρξ.
Ο Μαρξ αντιτάχθηκε σθεναρά στην αποικιοκρατία όποτε του ήταν δινόταν η ευκαιρία. Το 1879 είχε ενδιαφερθεί για το ζήτημα της γης στην Αλγερία που βρισκόταν υπό γαλλική κυριαρχία. Με βάση τις σκέψεις που διατύπωσε ο Κοβαλέφσκι στο βιβλίο του Κοινή γαιοκτησία: Αιτίες, διαδρομή και συνέπειες της παρακμής της (1879), ο Μαρξ μπόρεσε να επικρίνει καλύτερα τις αρνητικές αλλαγές που εισήγαγαν οι Γάλλοι άποικοι σε σχέση με την κοινή γαιοκτησία που υπήρχε στην Αλγερία. Από τον Κοβαλέφσκι, αντέγραψε: «Η δημιουργία ιδιωτικής γαιοκτησίας (στα μάτια της γαλλικής αστικής τάξης) είναι απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε πρόοδο στον πολιτικό και κοινωνικό τομέα. Η περαιτέρω διατήρηση της κοινοτικής ιδιοκτησίας ως μορφής που υποστηρίζει κομμουνιστικές τάσεις στις συνειδήσεις είναι επικίνδυνη τόσο για την αποικία όσο και για την πατρίδα» (Marx 1975b, 405)[20]. Διάλεξε επίσης τα ακόλουθα σημεία από την Κοινοτική Γαιοκτησία:
«η διανομή των κτημάτων των φυλών ενθαρρύνεται, ακόμη και επιβάλλεται, πρώτον, ως μέσο αποδυνάμωσης των υποταγμένων φυλών που βρίσκονται σε συνεχή ετοιμότητα για εξέγερση και, δεύτερον, ως ο μόνος τρόπος για την περαιτέρω μεταβίβαση της γαιοκτησίας από τα χέρια των ιθαγενών σε εκείνα των αποίκων. Η ίδια πολιτική ακολουθήθηκε από τους Γάλλους υπό όλα τα καθεστώτα. (...) Ο στόχος είναι πάντα ο ίδιος: η καταστροφή της αυτόχθονης συλλογικής ιδιοκτησίας και η μετατροπή της σε αντικείμενο ελεύθερης αγοράς και πώλησης, και με αυτόν τον τρόπο η τελική μετάβαση στα χέρια των Γάλλων αποίκων γίνεται ευκολότερη» (Marx 1975b, 405).
Όσον αφορά τη νομοθεσία για την Αλγερία που πρότεινε ο αριστερός ρεπουμπλικανός Ζιλ Βαρνιέ (1826-1899) και ψηφίστηκε το 1873, ο Μαρξ (1975β, 411) υποστήριξε τον ισχυρισμό του Κοβαλέφσκι ότι ο μόνος σκοπός της ήταν «η απαλλοτρίωση της γης του αυτόχθονα πληθυσμού από τους Ευρωπαίους αποίκους και κερδοσκόπους». Η θρασύτητα των Γάλλων έφτασε μέχρι την «άμεση ληστεία» ή τη μετατροπή σε «κυβερνητική ιδιοκτησία» (1975β, 412) όλων των ακαλλιέργητων εκτάσεων που παρέμεναν σε κοινή χρήση από τους αυτόχθονες. Αυτή η διαδικασία είχε ως στόχο να επιτύχει ένα άλλο σημαντικό αποτέλεσμα: την εξάλειψη του κινδύνου αντίστασης από τον ντόπιο πληθυσμό. Και πάλι με τα λόγια του Κοβαλέφσκι, ο Μαρξ (1975β, 408 και 412) σημείωσε:
«η εγκαθίδρυση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και η εγκατάσταση των Ευρωπαίων αποίκων μεταξύ των αραβικών φυλών [θα] γινόταν το πιο ισχυρό μέσο για την επιτάχυνση της διαδικασίας διάλυσης των ενώσεων των φατριών. (…) Η απαλλοτρίωση των Αράβων που προέβλεπε ο νόμος είχε δύο σκοπούς: 1) να παρέχει στους Γάλλους όσο το δυνατόν περισσότερη γη και 2) να αποσπάσει τους Άραβες από τους φυσικούς τους δεσμούς με το έδαφος, ώστε να σπάσει την τελευταία δύναμη των ενώσεων των φατριών που διαλύονταν, και με αυτόν τον τρόπο να εξαλειφθεί κάθε κίνδυνος εξέγερσης.»
Ο Μαρξ (1975β, 412) σχολίασε ότι αυτός ο τύπος «εξατομίκευσης της γαιοκτησίας» όχι μόνο εξασφάλισε τεράστια οικονομικά οφέλη για τους εισβολείς, αλλά επίσης πέτυχε έναν «πολιτικό στόχο (...): να καταστρέψει τα θεμέλια αυτής της κοινωνίας». Το ίδιο συνέβη και με την Ινδία. Έχοντας εξετάσει τις μορφές γαιοκτησίας σε αυτή τη χώρα στα Σημειώματα για την Ινδική Ιστορία (664-1858), που συνέταξε το 1879-80, ο Μαρξ περιέγραψε τους εισβολείς με όρους όπως «βρετανικά σκυλιά» (2001, 165, 176, 180), «σφετεριστές» (155-56, 163), «Άγγλοι υποκριτές» ή «Άγγλοι εισβολείς» (81). Αντίθετα, οι αγώνες της ινδικής αντίστασης συνοδεύονταν πάντα από εκφράσεις αλληλεγγύης[21]. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Μαρξ αντικαθιστούσε πάντα τον όρο «στασιαστές» του Σιούελ με τον όρο «εξεγερμένοι» (Marx 2001 163-4, 184). Η κατηγορηματική καταδίκη του ευρωπαϊκού αποικιοκρατισμού ήταν απολύτως σαφής.
Το 1881, μετά από ενδελεχή θεωρητική έρευνα και προσεκτική παρατήρηση των αλλαγών στην διεθνή πολιτική, για να μην αναφέρουμε τις εκτενείς περιλήψεις του για την Ινδία που περιλαμβάνονται στα Εθνολογικά Σημειωματάρια, αναφερόμενος στις «Ανατολικές Ινδίες», ο Μαρξ (1989, 365) σημείωσε: «Όλοι εκτός από τον Σερ Χένρι Μέιν και άλλους του είδους του συνειδητοποιούν ότι η κατάλυση της κοινοτικής γαιοκτησίας εκεί δεν ήταν παρά μια πράξη αγγλικού βανδαλισμού, που ώθησε τους ντόπιους όχι προς τα εμπρός αλλά προς τα πίσω». Το μόνο που κατάφεραν οι Βρετανοί «ήταν να καταστρέψουν την τοπική γεωργία και να διπλασιάσουν τον αριθμό και τη σοβαρότητα των λιμών» (368).
Ένα παρόμοιο παράδειγμα μπορεί να βρεθεί και σε σχέση με την Αίγυπτο. Όταν ο Τζόζεφ Κάουεν (1829-1900), βουλευτής και πρόεδρος του Κογκρέσου Συνεταιρισμών –ο Μαρξ τον θεωρούσε «τον καλύτερο από τους Άγγλους βουλευτές»– δικαιολόγησε την βρετανική εισβολή στην Αίγυπτο[22], ο Μαρξ εξέφρασε την απόλυτη αποδοκιμασία του στην κόρη του Έλενορ στις 9 Ιανουαρίου 1883. Πάνω απ’ όλα, καταφέρθηκε εναντίον της βρετανικής κυβέρνησης: «Πολύ ωραία! Στην πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο κραυγαλέο παράδειγμα χριστιανικής υποκρισίας από την “κατάκτηση” της Αιγύπτου – κατάκτηση εν καιρώ ειρήνης!» Όμως ο Κάουεν, σε ομιλία του στις 8 Ιανουαρίου 1883 στο Νιούκαστλ, εξέφρασε τον θαυμασμό του για το «ηρωικό κατόρθωμα» των Βρετανών και την «λαμπρότητα της στρατιωτικής μας επίδειξης»· ούτε μπορούσε να «αποφύγει να χαμογελάσει με την γοητευτική προοπτική όλων αυτών των οχυρωμένων επιθετικών θέσεων μεταξύ του Ατλαντικού και του Ινδικού Ωκεανού και, επιπλέον, μιας “Αφρικανικής-Βρετανικής Αυτοκρατορίας” από το Δέλτα μέχρι το Ακρωτήριο». Ήταν το «αγγλικό στυλ», που χαρακτηριζόταν από «ευθύνη» για το «εγχώριο συμφέρον». Στην εξωτερική πολιτική, κατέληξε ο Μαρξ, ο Κάουεν ήταν ένα τυπικό παράδειγμα «αυτών των φτωχών Βρετανών αστών, που στενάζουν καθώς αναλαμβάνουν όλο και περισσότερες “ευθύνες” στην υπηρεσία της ιστορικής τους αποστολής, ενώ διαμαρτύρονται μάταια εναντίον της» (Marx and Engels 1992, 422-3).
Ο Μαρξ έδειξε επίσης έντονο ενδιαφέρον για την οικονομική πλευρά των γεγονότων στην Αίγυπτο, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από τα αποσπάσματα οκτώ σελίδων από τα «Αιγυπτιακά Οικονομικά» (1882), ένα άρθρο του Μάικλ Τζορτζ Μούλχαλ (1836-1900) που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου του London Contemporary Review. Οι δικές του σημειώσεις επικεντρώνονταν σε δύο πτυχές. Ανακατασκεύασε τον οικονομικό εκβιασμό που άσκησαν οι Αγγλο-Γερμανοί πιστωτές μετά την δραματική βύθιση της χώρας στο χρέος από τον Οθωμανό αντιβασιλέα της Αιγύπτου, Ισμαήλ Πασά (1830-1895). Επιπλέον, σκιαγράφησε το καταπιεστικό φορολογικό σύστημα που επινόησε ο Ισμαήλ Πασά και που επέβαλε ένα τρομακτικό τίμημα στον πληθυσμό, δείχνοντας ιδιαίτερη προσοχή και αλληλεγγύη για πολλούς αναγκαστικά εκτοπισμένους Αιγύπτιους αγροτες[23].
Επίλογος
Οι θεωρίες της προόδου, που κυριαρχούσαν τον 19ο αιώνα και ήταν ευρέως αποδεκτές από ανθρωπολόγους και εθνολόγους, υποστήριζαν ότι τα γεγονότα θα ακολουθούσαν μια προκαθορισμένη πορεία λόγω παραγόντων εξωτερικών της ανθρώπινης δράσης. Μια άκαμπτη ακολουθία σταδίων είχε ως μοναδικό και ομοιόμορφο προορισμό τον καπιταλιστικό κόσμο.
Μέσα σε λίγα χρόνια, μια αφελής πίστη στην αυτόματη πρόοδο της ιστορίας ρίζωσε και στη Δεύτερη Διεθνή. Η μόνη διαφορά με την αστική εκδοχή ήταν η πρόβλεψη ότι μετά την αναπόφευκτη «κατάρρευση» του καπιταλιστικού συστήματος θα ακολουθούσε ένα τελικό στάδιο: δηλαδή, η έλευση του σοσιαλισμού (ο οποίος στη συνέχεια ορίστηκε ως «μαρξιστικός»!) (βλ. Musto 2007, 479-480). Αυτή η ανάλυση δεν ήταν μόνο γνωστικά εσφαλμένη, αλλά δημιούργησε και μια μορφή μοιρολατρικής παθητικότητας, η οποία έγινε σταθεροποιητικός παράγοντας για την υπάρχουσα τάξη και αποδυνάμωσε την κοινωνική και πολιτική δράση του προλεταριάτου. Αντιτιθέμενος σε αυτή την προσέγγιση που τόσοι πολλοί θεωρούσαν «επιστημονική» και η οποία ήταν κοινή στις αστικές και σοσιαλιστικές οπτικές της προόδου, ο Μαρξ απέρριψε τα καλέσματα των σειρήνων ενός μονόδρομου ιστορικισμού και διατήρησε τη δική του πολύπλοκη, ευέλικτη και πολύμορφη αντίληψη.
Ενώ, σε σύγκριση με τους δαρβινικούς προφήτες, η φωνή του Μαρξ μπορεί να φαίνεται αβέβαιη και διστακτική, στην πραγματικότητα ο ίδιος ξέφυγε από την παγίδα του οικονομικού ντετερμινισμού στην οποία έπεσαν πολλοί από τους οπαδούς και τους φαινομενικούς συνεχιστές του – μια θέση που απέχει έτη φωτός από τις θεωρίες που ισχυρίζονταν ότι τους ενέπνευσε, και που οδήγησε πολλούς σε μια από τις χειρότερες χαρακτηριστικές μορφές του «μαρξισμού».
Στα χειρόγραφά του, στα σημειωματάριά του και στις επιστολές του προς συντρόφους και αγωνιστές, καθώς και στις λίγες δημόσιες παρεμβάσεις που μπορούσε ακόμα να κάνει παρά την εξασθένηση των σωματικών του ικανοτήτων, ο Μαρξ επέμεινε στις προσπάθειές του να ανακατασκευάσει την πολύπλοκη ιστορία της μετάβασης από την αρχαιότητα στον καπιταλισμό. Από τις ανθρωπολογικές μελέτες που διάβασε και συνόψισε, άντλησε την επιβεβαίωση ότι η ανθρώπινη πρόοδος είχε προχωρήσει ταχύτερα σε περιόδους κατά τις οποίες οι πηγές διαβίωσης επεκτείνονταν, από τη γέννηση της γεωργίας και μετά. Εκτίμησε τις ιστορικές πληροφορίες και τα δεδομένα, αλλά δεν συμμερίστηκε τα άκαμπτα σχήματα που υποδείκνυαν μια αναπόφευκτη ακολουθία σταδίων στην ανθρώπινη ιστορία.
Ο Μαρξ απέρριψε κάθε άκαμπτη σύνδεση των κοινωνικών αλλαγών αποκλειστικά με τους οικονομικούς μετασχηματισμούς. Αντίθετα, υπογράμμισε την ιδιαιτερότητα των ιστορικών συνθηκών, τις πολλαπλές δυνατότητες που προσέφερε η πάροδος του χρόνου και την κεντρική θέση της ανθρώπινης παρέμβασης στη διαμόρφωση της πραγματικότητας και στην επίτευξη της αλλαγής (βλ. Gailey 2006, 35, 44). Αυτά ήταν τα κυριότερα χαρακτηριστικά της θεωρητικής επεξεργασίας του Μαρξ στα Εθνολογικά Σημειωματάρια και, γενικότερα, στα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Υπάρχουν ακόμα πολλά να μάθουμε από τον Μαρξ. Σήμερα αυτό είναι δυνατό να γίνει μελετώντας όχι μόνο τα δημοσιευμένα έργα του, αλλά και τα ερωτήματα και τις αμφιβολίες που περιέχονται στα ημιτελή χειρόγραφά του. Αυτή η σκέψη ισχύει ακόμη περισσότερο για τις πολύπλοκες, αλλά πολύ πλούσιες σημειώσεις που ονομάζουμε Εθνολογικά Σημειωματάρια.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Marcello Musto, “A Reappraisal of Marx’s Ethnological Notebooks: Family, Gender, Individual vs. State, and Colonialism”, Inter-Asia Cultural Studies, 24:1, 117-128, (2023), Marcello Musto, https://marcellomusto.org/marxs-ethnological-notebooks/.
Σημειώσεις
[1] Βλέπε, για παράδειγμα, Mehring (2003, 501-32), Rühle (2011, 359-70), Vorländer (1929, 248-78), Nicolaevsky και Maenchen-Helfen (1976, 392-407) και McLellan (1973, 412-51). Ακόμη και ο Maximilien Rubel (1957, 416-34), που δικαίως φημίζεται για τις διεξοδικές του μελέτες κειμένων, δεν ξεπέρασε τα όρια των προκατόχων του στο Karl Marx. Essai de biographie intellectuelle. Στο Marx: Life and Works, ο Γάλλος μελετητής έγραψε ότι «τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του Μαρξ ήταν σαν μια αργή αγωνία», κατά τη διάρκεια της οποίας «η δραστηριότητά του περιοριζόταν στην αλληλογραφία και σε μερικά άρθρα». Αλλά πρόσθεσε: «Παρ’ όλα αυτά –ακόμη και σε μια περίοδο με τόσο λίγες δημοσιεύσεις– ο Μαρξ γέμισε περίπου 50 τετράδια, αφιερωμένα σχεδόν αποκλειστικά σε αποσπάσματα από τις αναγνώσεις του. Η “βιβλιογραφική βουλιμία” του απέδωσε σχεδόν 3.000 σελίδες μικροσκοπικής γραφής. Σε αυτό πρέπει να προστεθούν, τέλος, “τόνοι” στατιστικού υλικού που, μετά το θάνατό του, άφησαν τον Ένγκελς άναυδο» (1980, 100).
[2] Οι βιογραφίες που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια καταδεικνύουν ότι, ακόμη και μετά την επανέναρξη του προγράμματος MEGA², το έργο του «ύστερου Μαρξ» έχει αγνοηθεί από τη συντριπτική πλειονότητα των μελετητών. Το ασήμαντο έργο του Jonathan Sperber (2013), Karl Marx: A Nineteenth-Century Life, απλώς αγνόησε τα ύστερα γραπτά του Μαρξ. Το εκτενές έργο του Gareth Stedman Jones (2016), Karl Marx: Greatness and Illusion, εξέτασε ολόκληρη την περίοδο από το 1872 έως το 1883 μόνο σε έναν σύντομο επίλογο, ενώ αφιέρωσε πέντε κεφάλαια (170 σελίδες) στην πρώιμη ζωή του Μαρξ (1818-1844), όταν είχε δημοσιεύσει μόνο δύο άρθρα σε περιοδικά και είχε μόλις ξεκινήσει τη μελέτη της πολιτικής οικονομίας, και τρία κεφάλαια (150 σελίδες) στην περίοδο 1845-1849. Στο 750 σελίδων έργο του Sven-Eric Liedman (2018), A World to Win: The Life and Works of Karl Marx, υπάρχουν μόνο δύο πολύ σύντομα κεφάλαια αφιερωμένα σε ό,τι έκανε ο Μαρξ μετά την Κριτική του Προγράμματος της Γκότα. Ένα από αυτά –μια επιφανειακή ανάλυση του έργου του Μόργκαν, Η αρχαία κοινωνία (Liedman, A World to Win, 507-13)– βρίσκεται περιέργως τοποθετημένο πριν από την εξέταση γραπτών όπως το Herr Vogt (που δημοσιεύθηκε το 1860) και τη συμμετοχή του Μαρξ στη Διεθνή Ένωση Εργατών (1864-1872). Η επιλογή μιας μη χρονολογικής σειράς εμποδίζει την σαφή κατανόηση της θεωρητικής εξέλιξης του Μαρξ κατά την τελική φάση της ζωής του. Κοινό χαρακτηριστικό και των τριών βιογραφιών είναι η ελάχιστη προσοχή που δίνεται στη δευτερογενή βιβλιογραφία.
[3] Σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ εργαζόταν και κρατούσε σημειώσεις από τα βιβλία που διάβαζε, βλ. Musto (2020c).
[4] Ο τίτλος αυτός δόθηκε μεταθανάτια από τον Lawrence Krader (1919-1998), τον εκδότη αυτών των χειρογράφων. Ωστόσο, το περιεχόμενο αυτών των μελετών σχετίζεται περισσότερο με την ανθρωπολογία, εξ ου και ο τίτλος της ενότητας του παρόντος άρθρου.
[5] Τα αποσπάσματα από τους Φιρ και Μέιν περιλαμβάνονται στο έργο του Καρλ Μαρξ (1972, 243-336). Ο Μαρξ δεν άφησε ακριβή χρονολόγηση του έργου του. Ο Krader, ο κύριος ερευνητής αυτών των κειμένων, υποστήριξε ότι ο Μαρξ πρώτα εξοικειώθηκε με το βιβλίο του Μόργκαν και στη συνέχεια συνέταξε τα αποσπάσματα – βλ. «Addenda» (87). Βλ. επίσης τη μαρτυρία του Κάουτσκι από το ταξίδι του στο Λονδίνο τον Μάρτιο-Ιούνιο του 1881 ότι «η προϊστορία και η εθνολογία απασχολούσαν τότε εντατικά τον Μαρξ» (Enzensberger 1973, 552).
[1] [Σ.τ.Μ.] «Μορφές που προηγούνται από την καπιταλιστική παραγωγή. Σχετικά με τη διαδικασία που προηγείται από τον σχηματισμό της κεφαλαιακής σχέσης, ή από την αρχική συσσώρευση», Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, Στοχαστής, Αθήνα 1990, μετάφραση Διονύσης Διβάρης, σσ. 358-388· και Karl Marx, Προκαπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, Κάλβος, Αθήνα, χ.χ.έ., μετάφραση Θ. Καλοπίσης].
[6] Σύμφωνα με τον Maurice Bloch (1983), ο Μαρξ ήθελε πρώτα απ’ όλα «να ανακατασκευάσει μια γενική ιστορία και θεωρία της κοινωνίας, προκειμένου να εξηγήσει την εμφάνιση του καπιταλισμού». Αλλά είχε επίσης ένα «ρητορικό» ενδιαφέρον που συνδέονταν με την ανάγκη για «παραδείγματα και περιπτώσεις που να δείχνουν ότι οι θεσμοί του καπιταλισμού είναι ιστορικά συγκεκριμένοι και επομένως μεταβλητοί». Ωστόσο, αυτή η δεύτερη «ρητορική χρήση του ανθρωπολογικού υλικού δεν ήταν ποτέ εντελώς ξεχωριστή από την ιστορική χρήση, και η ανάμειξη των δύο έγινε (...) πηγή πολλών προβλημάτων» (10). Οι Pierre Dardot and Christian Laval (2012) έχουν γράψει ότι «η κύρια προσπάθεια του Μαρξ στα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν να δώσει μια νέα ιστορική βάση στην προοπτική του κομμουνισμού, με τον κίνδυνο να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο ένα θεωρητικό οικοδόμημα που είχε κατασκευαστεί με βάση την εξελικτική και προοδευτική επιστημολογία του 19ου αιώνα» (667). Ασκώντας πολεμική εναντίον όσων υποτιμούν τη σημασία των τελευταίων σημειωμάτων του Μαρξ, η Heather Brown (2012, 147) υποστήριξε ότι «περιέχουν μερικές από τις πιο δημιουργικές προσπάθειές του να επεξεργαστεί την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας». Σχετικά με την αντίληψη του Μαρξ για την μετακαπιταλιστική κοινωνία, βλ. Musto (2020b).
[7] Το γένος ήταν μια μονάδα «αποτελούμενη από συγγενείς εξ αίματος με κοινή καταγωγή», βλ. Henry Morgan (1877, 35).
[2] [Σ.τ.Μ] Σύμφωνα με τον Μόργκαν η «συνδυασμιανική οικογένεια» [syndyasmian family] έμοιαζε με τη ζευγαρωτή (ένας σύζυγος και μία σύζυγος), με τη διαφορά ότι πολλές τέτοιες οικογένειες μπορούσαν να σχηματίζουν ένα ενιαίο νοικοκυριό (πχ. συστεγαζόμενες σε ένα σπίτι), ενώ ο γάμος του ζευγαριού μπορούσε πολύ εύκολα να διαλυθεί και από τα δύο μέρη, καθένα από τα οποία μπορούσε να συνάψει νέο γάμο (Μόργκαν, Η Αρχαία Κοινωνία, σσ. 474, 475].
[8] Σε μια σημείωση στην αγγλική έκδοση του 1888 του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Ένγκελς έγραψε: «Η εσωτερική οργάνωση αυτής της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας αποκαλύφθηκε, στην τυπική της μορφή, από την κορυφαία ανακάλυψη του Λιούις Χένρι Μόργκαν σχετικά με την πραγματική φύση του γένους και τη σχέση του με τη φυλή. Με τη διάλυση των πρωτόγονων κοινοτήτων, η κοινωνία αρχίζει να διαφοροποιείται σε ξεχωριστές και τελικά ανταγωνιστικές τάξεις» (Marx and Engels 1976, 482).
[9] Σε αυτό το έργο, ο Ένγκελς δημοσίευσε μερικά από τα σχόλια του Μαρξ για το βιβλίο του Μόργκαν.
[10] Βλ. Raya Dunayevskaya (1991, 173): «Ο Μαρξ (...) έδειξε ότι τα στοιχεία της καταπίεσης γενικά, και της καταπίεσης των γυναικών ειδικότερα, προέκυψαν από τον πρωτόγονο κομμουνισμό και δεν σχετίζονταν μόνο με την αλλαγή από τη “μητριαρχία”».
[11] Βλ. Brown (2012, 172): «Στην αρχαία Ελλάδα (...) οι γυναίκες ήταν σαφώς καταπιεσμένες, αλλά, για τον Μαρξ, η μυθολογία τους είχε τη δυνατότητα να τους δείξει (...) πόσο πιο ελεύθερες θα μπορούσαν να είναι».
[12] Ο Brown (2012, 160ff) έχει συγκεντρώσει επιμελώς πολλές άλλες σκέψεις που προσέλκυσαν την προσοχή του Μαρξ.
[13] Οι λέξεις σε παρένθεση προστέθηκαν από τον Μαρξ (1972, 139).
[14] Για μια κριτική της πιθανής «επιστροφής σε μια αρχική κατάσταση ενότητας», βλ. Daren Webb (2000, 113ff).
[15] Ο Ένγκελς πίστευε λανθασμένα ότι οι πολιτικές θέσεις του Μόργκαν ήταν πολύ προοδευτικές. Βλέπε, για παράδειγμα, την επιστολή του Φρίντριχ Ένγκελς προς τον Φρίντριχ Άντολφ Ζόργκε, 7 Μαρτίου 1884, όπου έγραψε ότι το έργο «Η Αρχαία Κοινωνία» ήταν «μια αριστοτεχνική έκθεση των πρωτόγονων χρόνων και του κομμουνισμού τους. [Ο Μόργκαν] είχε ανακαλύψει από μόνος του τη θεωρία της ιστορίας του Μαρξ, (...) εξάγοντας κομμουνιστικά συμπεράσματα σε σχέση με την εποχή μας» (Marx and Engels 1995, 115-116). Ο Μαρξ δεν εξέφρασε ποτέ κάτι τέτοιο. Σχετικά με τη σκέψη του Αμερικανού ανθρωπολόγου, βλ. Daniel Moses (2009).
[16] Σύμφωνα με τον Krader (1972, 14): «Ο Μαρξ κατέστησε σαφές, σε αντίθεση με τον Μόργκαν, ότι αυτή η διαδικασία ανασυγκρότησης θα λάβει χώρα σε ένα διαφορετικό επίπεδο από το παλιό, ότι είναι μια ανθρώπινη προσπάθεια, του ανθρώπου για τον εαυτό του και από τον εαυτό του, ότι οι ανταγωνισμοί του πολιτισμού δεν είναι στατικοί ή παθητικοί, αλλά αποτελούνται από κοινωνικά συμφέροντα που τάσσονται υπέρ και κατά του αποτελέσματος της ανασυγκρότησης, και αυτό θα καθοριστεί με ενεργό και δυναμικό τρόπο». Όπως επεσήμανε ο Maurice Godelier (2012, 78), στον Μαρξ δεν υπήρχε ποτέ «η ιδέα ενός πρωτόγονου “Ελ Ντοράντο”». Ποτέ δεν ξέχασε ότι στις πρωτόγονες «αταξικές κοινωνίες» υπήρχαν «τουλάχιστον τρεις μορφές ανισότητας: μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ παλαιότερων και νεότερων γενεών, και μεταξύ αυτοχθόνων και ξένων».
[17] Σε αυτό το έργο, ο Μαρξ ανέλυσε την «αντίθεση» μεταξύ «κοινωνίας των πολιτών» και «κράτους». Το κράτος δεν βρίσκεται «εντός» της κοινωνίας, αλλά «αντίθετα προς αυτήν». «Στη δημοκρατία, το κράτος ως ιδιαίτερο είναι απλώς ιδιαίτερο. (...) Οι Γάλλοι πρόσφατα ερμήνευσαν αυτό ως σημαίνον ότι στην αληθινή δημοκρατία το πολιτικό κράτος εξαλείφεται. Αυτό είναι σωστό στο βαθμό που το πολιτικό κράτος (...) δεν θεωρείται πλέον ως το σύνολο» (Marx 1975α, 30).
[18] Τριάντα χρόνια αργότερα, η κριτική είναι πιο έντονη: «Με τον ίδιο ρυθμό με τον οποίο η πρόοδος της σύγχρονης βιομηχανίας ανέπτυσσε, διεύρυνε και ενέτεινε τον ταξικό ανταγωνισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, η κρατική εξουσία ανέλαβε όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα της εθνικής εξουσίας του κεφαλαίου επί της εργασίας, μιας δημόσιας δύναμης οργανωμένης για την κοινωνική υποδούλωση, ενός μηχανισμού ταξικού δεσποτισμού» (Marx 1986, 329).
[19] Βλ. επίσης την άποψη του Ένγκελς για το χρήμα, όπως την εξέφρασε στην επιστολή του προς τον Κάουτσκι με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1884: «Θα ήταν καλό αν κάποιος αναλάμβανε τον κόπο να ρίξει φως στην εξάπλωση του κρατικού σοσιαλισμού, αντλώντας για το σκοπό αυτό ένα εξαιρετικά ευοίωνο παράδειγμα της πρακτικής αυτής στην Ιάβα. Όλο το υλικό βρίσκεται στο Ιάβα, Πώς να διαχειριστείτε μια αποικία (…). Εδώ βλέπουμε πώς οι Ολλανδοί, με βάση τον προαιώνιο κομμουνισμό των κοινοτήτων, οργάνωσαν την παραγωγή προς όφελος του κράτους και εξασφάλισαν στον λαό μια, κατά την εκτίμησή του, αρκετά άνετη διαβίωση. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο λαός παραμένει σε μια κατάσταση πρωτόγονης ηλιθιότητας και το ολλανδικό δημόσιο ταμείο εισπράττει 70 εκατομμύρια μάρκα ετησίως» (Marx and Engels 1995, 102-103).
[20] Οι λέξεις σε παρένθεση είναι του Μαρξ, ενώ αυτές που βρίσκονται σε εισαγωγικά προέρχονται από το Annales de Assemblée Nationale, 1873, VIII, Παρίσι 1873, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Κοβαλέφσκι.
[21] Σύμφωνα με τον Anderson, «αυτά τα αποσπάσματα υποδηλώνουν μια μετατόπιση από την άποψη του [Μαρξ] του 1853 σχετικά με την παθητικότητα των Ινδών απέναντι στην κατάκτηση». «Συχνά γελοιοποιεί ή αποκόπτει (...) αποσπάσματα από τον Σιούελ που απεικονίζουν την βρετανική κατάκτηση της Ινδίας ως μια ηρωική μάχη ενάντια στην ασιατική βαρβαρότητα». Από τα άρθρα για την εξέγερση των Σεπόι, που ο Μαρξ δημοσίευσε στη New-York Tribune το 1857, η «συμπάθειά» του για την ινδική αντίσταση «αυξήθηκε» (Anderson 2010, 216 και 218).
[22] Ο Μαρξ αναφερόταν στον πόλεμο του 1882, στον οποίο αντιπαρατέθηκαν οι αιγυπτιακές δυνάμεις υπό τον Άχμαντ Ουράμπι (1841-1911) και τα στρατεύματα του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο πόλεμος έληξε με τη μάχη του Τελ ελ-Κεμπίρ (13 Σεπτεμβρίου 1882), η οποία έθεσε τέλος στην αποκαλούμενη εξέγερση του Ουράμπι που είχε ξεκινήσει το 1879 και επέτρεψε στους Βρετανούς να εγκαθιδρύσουν προτεκτοράτο στην Αίγυπτο.
[23] Karl Marx, IISH Amsterdam, Marx-Engels Papers, B 168, 11-18. Βλ. David Smith (2021), του οποίου τα σχόλια σχετικά με αυτές τις σημειώσεις αναδεικνύουν τη σημασία τους για εμάς σήμερα.
Βιβλιογραφία
Anderson, Kevin B., 2010, Marx at the Margins, On Nationalism, Ethnicity, and Non-Western Societies. Σικάγο: University Press
Bloch, Maurice, 1983, Marxism and Anthropology: The History of a Relationship, Λονδίνο: Routledge.
Brown, Heather, 2012, Marx on Gender and the Family: A Critical Study, Λέιντεν: Brill.
Dardot, Pierre and Christian Laval, 2012, Marx, prénom Karl, Paris: Gallimard.
Dunayevskaya, Raya, 1991, Rosa Luxemburg, Women’s Liberation, and Marx’s Philosophy of Revolution, Σικάγο: University of Illinois Press.
Engels, Friedrich, 1990, The Origin of the Family, Private Property and the State, στο Marx Engels Collected Works, τόμος 26, 129–276. Νέα Υόρκη: International Publishers.
Hans Magnus Enzensberger (επιμ.), 1973, Gespräche mit Marx und Engels, Frankfurt: Suhrkamp.
Godelier, Maurice, 1977, Perspectives in Marxist Anthropology, Λονδίνο: Verso [Godelier Maurice, Μαρξιστικοί ορίζοντες στην κοινωνική ανθρωπολογία, τόμος Α΄, Gutenberg, Αθήνα 1988, τόμος Β΄, Gutenberg, Αθήνα 1992, μετάφραση Θεόδωρος Παραδέλλης].
Godelier, Maurice, 2012, The Mental and the Material, Λονδίνο: Verso.
Hyndman, Henry Mayers, 1911, The Record of an Adventurous Life, Λονδίνο: Macmillan.
Krader, Lawrence, 1972, “Introduction”, στο Karl Marx, The Ethnological Notebooks of Karl Marx, επιμ. Lawrence Krader, 1-90. Άσεν: Van Gorcum.
Liedman, Sven-Eric, 2018, A World to Win: The Life and Works of Karl Marx, Λονδίνο: Verso.
Marx, Karl, 1972, The Ethnological Notebooks of Karl Marx, επιμ. Lawrence Krader, Άσεν: Van Gorcum.
Marx, Karl, 1975a, “A Contribution to the Critique of Hegel’s Philosophy of Law”, στο Marx Engels Collected Works, τόμος 3, 3-129, Νέα Υόρκη: International Publishers [Marx Karl, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, Παπαζήσης, Αθήνα 1978, μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης].
Marx, Karl, 1975b, “Excerpts from M. M. Kovalevskij (Kovalevsky), Obschinnoe zemlevladenie. Prichiny, khod i posledstviya ego razlozheniya [Communal landownership: The causes, course and consequences of its decline]”, στο The Asiatic Mode of Production: Sources, Development and Critique in the Writings of Karl Marx, 343–412, Άσεν: Van Gorcum.
Marx, Karl, 1986, “The Civil War in France”, στο Marx Engels Collected Works. Letters 1880–83, τόμος 22, 307–359, Νέα Υόρκη: International Publishers [Μαρξ Καρλ, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία, Στοχαστής, Αθήνα 1986, μετάφραση Επιτροπή Ελλήνων του Εξωτερικού].
Marx, Karl, 1989, “Drafts of the Letter to Vera Zasulich: Third Draft”, στο Marx Engels Collected Works, τόμος 24, 364-369, Νέα Υόρκη: International Publishers [Μαρξ Καρλ, «Απάντηση στη Βέρα Ζασούλιτς», e la libertà, 15 Αυγούστου 2026, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/11036-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B6%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%82].
Marx, Karl, 2001, Notes on Indian History (664–1858), Χονολουλού: University Press of the Pacific.
Marx, Karl and Friedrich Engels, 1976, “Manifesto of the Communist Party”, στο Marx Engels Collected Works, τόμος 6, 477-519, Νέα Υόρκη: International Publishers [Μαρξ Καρλ, Ένγκελς Φρίντριχ, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα].
Marx, Karl and Friedrich Engels, 1992, Marx Engels Collected Works. Letters 1880–83, τόμος 46, Νέα Υόρκη: International Publishers.
Marx, Karl and Friedrich Engels, 1995, Marx Engels Collected Works. Letters 1883–86, τόμος 47, Νέα Υόρκη: International Publishers.
McLellan, David, 1973, Karl Marx: His Life and His Thought, Λονδίνο: Macmillan.
Mehring, Franz, 2003, Karl Marx: The Story of His Life, Λονδίνο: Routledge
Morgan, Henry, 1877, Ancient Society, Νέα Υόρκη: Henry Holt [Μόργκαν Λιούις Χένρι, Η Αρχαία Κοινωνία, Αναγνωστίδης, χ.χ.έ., Αθήνα, μετάφραση Λιόνης Γρηγόρης· επανέκδοση Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2013].
Moses, Daniel, 2009, The Promise of Progress: The Life and Work of Lewis Henry Morgan, Κολούμπια: University of Missouri Press.
Musto, Marcello, 2007, “The Rediscovery of Karl Marx”, International Review of Social History, 52 (3): 479-80.
Musto, Marcello, 2018a, Karl Marx. Biografia intellettuale e politica 1857-1883, Τορίνο: Einaudi.
Musto, Marcello, 2018b, “The Writing of Capital: Genesis and Structure of Marx’s Critique of Political Economy”, Critique, 46 τεύχος 1: 11-26.
Musto, Marcello (επιμ.), 2019, Marx’s Capital after 150 Years: Critique and Alternative to Capitalism, Λονδίνο-Νέα Υόρκη: Routledge.
Musto, Marcello, 2020a, The Last Years of Karl Marx: An Intellectual Biography, Στάνφορντ: Stanford University Press.
Musto, Marcello, 2020b, “Communism”, στο The Marx Revival: Key Concepts and New Critical Interpretations, επιμ. Marcello Musto, 24-50, Κέμπριτζ: Cambridge University Press.
Musto, Marcello, 2020c, “New Profiles of Marx after the Marx-Engels-Gesamtausgabe (MEGA²)”, Contemporary Sociology, 49, τεύχος 4: 407-419.
Nicolaevsky, Boris and Otto Maenchen-Helfen, 1976, Karl Marx: Man and Fighter, Λονδίνο: Pelican Books.
Rühle, Otto, 2011, Karl Marx: His Life and Work, Νέα Υόρκη: Routledge.
Smith, David, 2021, “Accumulation and Its Discontents: Migration and Nativism in Marx’s Capital and Late Manuscripts”, στο Marx 201: Rethinking Alternatives with Marx: Economy, Ecology, and Migration, επιμ. Marcello Musto. Λονδίνο: Palgrave.
Solway, Jacqueline, (επιμ.), 2006, The Politics of Egalitarianism, Νέα Υόρκη-Οξφόρδη: Berghahn Books.
Sperber, Jonathan, 2013, Karl Marx: A Nineteenth-Century Life, Νέα Υόρκη: Liveright.
Stedman Jones, Gareth, 2016, Karl Marx: Greatness and Illusion, Κέμπριτζ: Harvard University Press.
Tichelman, Fritjof, 1983, “Marx and Indonesia: Preliminary Notes”, στο Schriften aus dem Karl-Marx-Haus, τόμος XXX: 9-28, Trier: Karl-Marx-Haus.
Vorländer, Karl, 1929, Karl Marx, Leipzig: F. Meiner.
Ward Gailey, Christine, 2006, “Community, State, and Questions of Social Evolution in Karl Marx’s Ethnological Notebooks”, στο The Politics of Egalitarianism, επιμ. Jacqueline Solway, 31–52, Νέα Υόρκη-Οξφόρδη: Berghahn Books.
Webb, Daren, 2000, Marx, Marxism and Utopia, Όλντερσοτ: Ashgate.