Οι δύο πλευρές του κιβωτίου της Ουρ (Standard of Ur), περίπου 2550 π.Χ. (Πρώτη Δυναστεία της Ουρ), Βρετανικό Μουσείο. Η Ουρ ήταν μία ασσυριακή πόλη-κράτος στο ΒΑ Ιράκ. Το κιβώτιο (απροσδιόριστης χρήσης) βρέθηκε σε βασιλικό τάφο. Στη μια πλευρά του (επάνω) αναπαριστώνται σκηνές «ειρήνης» (ίσως κάποιο βασιλικό συμπόσιο και προσφορά «δώρων» στο βασιλιά). Στην άλλη πλευρά (κάτω) αναπαριστώνται οι πολεμικοί θρίαμβοι του βασιλιά.
Σημείωση του elaliberta.gr: Το άρθρο του Μορίς Γκοντλιέ (Maurice Godelier) που αναδημοσιεύουμε εδώ αποτελεί τη σημαντικότερη συμβολή στην επανέναρξη της συζήτησης για τη μαρξιστική έννοια του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Μπάμπη Λυκούδη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δύο το 1973. Ο Γιάννης Μηλιός είχε την ευγενή καλοσύνη να φωτοτυπήσει και να μας παραχωρήσει αυτό το άρθρο από το περιοδικό το οποίο πια είναι δυσεύρετο. Τον ευχαριστούμε γι’ αυτό.
Εισαγωγή
Η θεώρηση του ανθρώπου σαν αυτόνομου δημιουργού της ιστορίας του μέσα σ’ έναν προϋπάρχοντα κοινωνικό περίγυρο αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας. Ο Μαρξ, καθορίζοντας τη συγκεκριμένη Πράξη του ανθρώπου, που παράγει και αναπαράγεται, σαν το χώρο όπου σαρκώνεται ο ιστορικός Λόγος, εξάλειψε όλους τους θεωρητικούς και νοητικούς όρους για τον εγκλωβισμό της ιστορίας μέσα σε μονογραμμικά, ευθύγραμμα –με ή χωρίς «άλματα»– και αυστηρά «ελλογικευμένα» και κωδικοποιημένα σχήματα μεταφυσικής και θεολογικής πνοής. Αποκάλυψε έτσι όλη τη διαλεκτική πολυμορφία και ενδεχομενικότητα με την όποια εκδηλώνεται και δρα ο άνθρωπος σαν ιστορικό ον. Μολοντούτο ούτε η μαρξιστική σκέψη, όπως είναι γνωστό, δε μπόρεσε να ξεφύγει απ’ τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των «οπαδών» και «εκλαϊκευτών» της. Απ’ την εποχή που ζούσε κιόλας ο Μαρξ, άρχισε η διαδικασία της μετατροπής της ερμηνείας του σε κονσερβοποιημένη αλήθεια και του μετασχηματισμού της διαλεκτικής αντίληψης του ιστορικού γίγνεσθαι σε δογματική παραδοχή «πέντε σταδίων», καλούπι οπού έπρεπε υποχρεωτικά να «χωθεί» ολόκληρη η ιστορία του ανθρώπινου γένους. Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι και οι κυρίαρχες ιδέες είχε πει ο ίδιος ο Μαρξ – και η ρήση τον αυτή βρήκε μια αναπάντεχη και ιδιόμορφη επαλήθευση στη μοίρα της ίδιας του της θεωρίας. Η εικόνα ενός κόσμου που μετασχηματιζόταν γοργά, με την αστική βιομηχανική επανάσταση και η ραγδαία ανατροπή των υλικών και νοητικών δεδομένων που στήριζαν μέχρι τότε τον ανθρώπινο νου γέννησαν την ιδέα μιας ενύπαρκτης στην ανθρώπινη πορεία «προοδευτικής εξέλιξης», αυστηρά λογικού και αιτιοκρατικού χαρακτήρα. Τα πνευματικά ρεύματα πού κυριάρχησαν και διαδόθηκαν περισσότερο τον περασμένο αιώνα φέρουν έντονη τη σφραγίδα της αντίληψης αυτής: αναπότρεπτη και έσχατα ορθολογική εξέλιξη της ιστορίας προς την καθολική επικράτηση τον Πνεύματος (χεγκελιανισμός), πορεία απρόσκοπτη προς μια νοικοκυρεμένη, απόλυτα «λογοκιρατούμενη» και α-φιλοσοφική κοινωνία (θετικισμός) και αναπόφευκτη έλευση της συλλογικής ιδιοκτησίας, μαθηματικά κατοχυρωμένη απ’ την ιδιότητά της σαν του πέμπτου σταδίου μιας πορείας όπου έχουν εκμετρηθεί άλλα τέσσερα, το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα, η δουλοκτησία, η φεουδαρχία, η κεφαλαιοκρατία (δογματικός μαρξισμός). Αναγκαία συνέπεια της χυδαίας εβολουσιονιστικής αυτής ερμηνείας της θεωρίας του Μαρξ στάθηκε η εγκατάλειψη, ή παραγνώριση ή η απόρριψη στον κάλαθο σαν αχρήστων όσων κατηγοριών, εννοιών και γεγονότων δεν «κολλούσαν» στη μονογραμμική και αυστηρά ορθολογική οπτική της ανθρώπινης ιστορίας. Ο «ασιατικός τρόπος παραγωγής», όρος που εκ των ενόντων χρησιμοποίησε ο Μαρξ για να προσδιορίσει καθεστώτα και παραγωγικές σχέσεις που δεν υπάγονταν στο σχήμα εξέλιξης των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών και που όμως εκτάθηκαν σε μεγάλο βαθμό στο χώρο και στο χρόνο, εγκαταλείφθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά απ’ τους κατοπινούς μαρξιστές (με λίγες εξαιρέσεις), έτσι ώστε η μελέτη του Μωρίς Γκοντλιέ που παρουσιάζουμε εδώ, γραμμένη σχετικά πρόσφατα, να αποτελεί μια απ τις πρώτες –απ’ όσο ξέρουμε τουλάχιστο– ολοκληρωμένες προσπάθειες αποκατάστασης τον όρου τούτου και δημιουργικής ανάπτυξης και χρησιμοποίησής του στην ιστορική έρευνα. Η μελέτη αυτή του Μωρίς Γκοντλιέ δημοσιεύτηκε δακτυλογραφημένη απ’ το Κέντρο Μαρξιστικών Μελετών και Ερευνών (Centre d’ Études et de Recherches Marxistes) στο Παρίσι στα 1965. Με τη μετάφρασή της στα ελληνικά και την παρουσίαση της στο ελληνικό κοινό εγκαινιάζουμε και στη χώρα μας τη συζήτηση και τον προβληματισμό πάνω στο τεράστιας ιστορικής και θεωρητικής σημασίας αυτό θέμα, σημασίας ιδιαίτερα έντονης για το μελετητή της νεοελληνικής ιστορίας με τα προβλήματα τυπολογίας και κοινωνιολογικού προσδιορισμού που τον παρουσιάζονται όταν ερευνά πολιτικοκοινωνικά σύνολα όπως το Βυζάντιο και η Oθωμανική αυτοκρατορία.
Μπάμπης Λυκούδης
Μορίς Γκοντλιέ
Ο όρος Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής και τα μαρξιστικά σχήματα εξέλιξης των κοινωνιών
«πολλὰ δ’ ἂν καὶ ἄλλα τις ἀποδείξειε τὸ παλαιὸν Ἑλληνικὸν ὁμοιότροπα τῷ νῦν βαρβαρικῷ διαιτώμενον.»[1]
Θουκυδίδης, Ι, 6,6
Ο μαρξισμός εκδηλώθηκε, απ’ τις απαρχές του,[1] σαν μια προσπάθεια επιστημονικού στοχασμού της Ιστορίας, αποκάλυψης δηλαδή των ουσιαστικών δομών των κοινωνιών και εξήγησης των λόγων ύπαρξης τους και των νόμων εξέλιξης τους. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς βρήκαν και ανάπτυξαν μια γενική υπόθεση που είχε διατυπωθεί από πολλούς διανοητές, σύμφωνα με την οποία η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία του περάσματος απ’ τη μορφή της αταξικής κοινωνικής οργάνωσης στις ταξικές κοινωνίες. Εμπλούτισαν την υπόθεση αυτή[2] προτείνοντας την αναζήτηση της βάσης, σε τελευταία ανάλυση, του περάσματος αυτού στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων. Μ’ αυτή την προοπτική, έδειξαν ότι ο καπιταλισμός, αναπτύσσοντας τις παραγωγικές δυνάμεις, δημιουργούσε τους όρους της εξάλειψης των ταξικών κοινωνιών και της ταξικής εκμετάλλευσης. Μέσ’ απ’ τα έργα τους καθόριζαν, όπως φάνηκε, την ακριβέστερη εικόνα μιας «αναγκαίας» εξέλιξης της ανθρωπότητας με τη διαδοχή της πρωτόγονης κοινότητας, της δουλοκτησίας, της φεουδαρχίας και του καπιταλισμού. Πολλοί μαρξιστές θεώρησαν ότι η «αναγκαιότητα» αυτή επέβαλλε την ανεύρεση της, λιγότερο ή περισσότερο παραμορφωμένη απ’ τις τοπικές «ιδιομορφίες», σ’ όλες τις κοινωνίες. Η ερμηνεία τούτη, αντιπαραβαλλόμενη με το τεράστιο αρχαιολογικό, εθνολογικό και ιστορικό υλικό που έχει συσσωρευθεί απ’ την εποχή του Μαρξ και του Μόργκαν, έθρεψε διαμάχες ατέρμονες ανάμεσα στους ειδικούς σχετικά με τη χρονολογία εμφάνισης και ανάπτυξης ενός «δουλοκτητικού» σταδίου στην Κίνα, την Ιαπωνία, την Αφρική, ενός «φεουδαρχικού» σταδίου στους Μογγόλους και τον ισλαμικό κόσμο, κλπ. Όλες αυτές οι δυσκολίες περιπλέκονταν στο δράμα της «ανεύρεσης των Περιόδων», όχι αυτών της χρονολογικής διαδοχής των γεγονότων άλλα της λογικής διαδοχής των δομών· της δουλοκτητικής, της φεουδαρχικής και της κεφαλαιοκρατικής δομής.
Για να μπορέσουν να ξεφύγουν απ’ το δράμα αυτό της αδυναμίας διάγνωσης της λογικής της ιστορίας, πολλοί μελετητές προτίμησαν να μην «εντάξουν» στο ένα η στο άλλο στάδιο τα γεγονότα και τις κοινωνίες που ανέλυαν. Έτσι η μη δυτική ιστορία κατάληγε να παρουσιάζεται σαν ένα συμπίλημα «εμπειρικών» γεγονότων που χωρίς να είναι ίσως παράλογα, στερούνταν όμως λογικής. Πηγή των αντίστροφα συμπληρωματικών αυτών θεωρητικών ανωμαλιών, η μη δυτική ιστορία φαινόταν να ξεφεύγει απ’ την «αναγκαιότητα της ιστορίας», μια και δεν αναπαρήγαγε την αναγκαιότητα της δυτικής ιστορίας.
Στην καρδιά λοιπόν του δράματος, μερικοί μαρξιστές και μη ειδικοί μ’ όλο που αρνούνταν να εντάξουν τα «γεγονότα» τους στις κατηγορίες της δουλοκτησίας ή του φεουδαρχισμού, πρότειναν να τους δοθεί ένα θεωρητικό, συγκριτικό νόημα με την ένταξη τους σε μια μαρξιστική κατηγορία που είχε κυλήσει από πολύ καιρό στην αφάνεια –αφάνεια όπου είχε ρίξει πολλά κείμενα το τεράστιας σημασίας έργο του Ένγκελς, Η καταγωγή της Οικογένειας–, στην κατηγορία του «Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής». Για παράδειγμα, ο Ζ. Συρέ-Κανάλ, σχετικά με την προαποικιακή Μαύρη Αφρική δήλωνε:
«Φαίνεται ότι μπορούμε να προσεγγίσουμε τον τρόπο παραγωγής που κυριαρχούσε στις πιο αναπτυγμένες περιοχές της παραδοσιακής Μαύρης Αφρικής σ’ αυτό που ο Μαρξ είχε ονομάσει “Ασιατικό τρόπο παραγωγής”».[3]
Και ο Α. Μετρώ, περιγράφοντας τα πριν απ’ τους Ίνκας Κράτη, έγραφε σχετικά με τους Μοχίκα, Ινδιάνους της βόρειας ακτής του Περού (300 με 800 μ.Χ.):
«Όπως στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία, η κατάκτηση της ερήμου στην περουβιανή ακτή συνεπάγεται τη δημιουργία μιας σεβαστής εξουσίας και μιας καλά οργανωμένης γραφειοκρατίας. Ο Καρλ Μαρξ είχε κιόλας καταλάβει το ρόλο της άρδευσης στο σχηματισμό των δεσποτικών κυβερνήσεων ασιατικού τύπου».[4]
Η παράδοξη τούτη επιστροφή σ’ ένα Μαρξ ξεχασμένο, έθεσε μια καινούργια αλυσίδα θεωρητικών προβλημάτων. Το πρώτο πρόβλημα, που αφορούσε μάλλον τη «μαρξολογία», ήταν ο προσδιορισμός του περιεχόμενου της μαρξικής αυτής κατηγορίας «συλλέγοντάς» το μέσ’ από μια πανσπερμία κειμένων που πρώτα θάπρεπε να καταγραφούν κι υστέρα ν’ αντιπαραβληθεί το περιεχόμενο αυτό με το σχήμα που παρουσιάζει ο Ένγκελς στην Καταγωγή της Οικογένειας. Μετά την αποκατάσταση της έννοιας, έπρεπε κατόπιν να τη δοκιμάσουν πάνω στα γεγονότα για να εκτιμηθεί η γονιμότητα της κι ενδεχόμενα να επαναδιαμορφωθεί για να επαναλειτουργήσει. Η προσπάθεια αυτή βρίσκεται τώρα στο ξετύλιγμά της. Τέλος, με την επέκταση των δύο αυτών διαδικασιών, ανάκυπτε αδήριτα ένα βασικό πρόβλημα: τι εννοούμε λέγοντας τυπική γραμμική ανάπτυξη της ανθρωπότητας; Θα περιοριστούμε να αναπτύξουμε τα πρώτο σημείο, σκιαγραφώντας μόνο τα δύο άλλα στα όποια θα αφιερώσουμε προσεχείς εργασίες. Πριν όμως καταπιαστούμε με τον περίπλου αυτόν πρέπει να εξοπλιστούμε με μια ξεκάθαρη ιδέα για το τι ονομάζουμε «σχήμα εξέλιξης των κοινωνιών».
Τι είναι σχήμα εξέλιξης των κοινωνιών;
Είναι μια απλουστευμένη ιδεατή αναπαράσταση των μηχανισμών λειτουργίας των κοινωνιών, φτιαγμένη για να κάνει κατανοητές τις δυνατές εξελίξεις τους. Μια αναπαράσταση τέτοιας μορφής αποτελεί ένα «μοντέλο», δηλαδή ένα σύνολο υποθέσεων πάνω στη φύση των στοιχείων που αποτελούν μια κοινωνία, στις σχέσεις τους και τις μορφές εξέλιξης τους. Τέτοια «μοντέλα» αποτελούν βασικά όργανα των επιστημών της φύσης και της ιστορίας. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ περιγράφει τη θεμελιακή δομή της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής μ’ αυτούς τους όρους:
«Δεν έχουμε λοιπόν εδώ παρά δυο τάξεις: την εργατική τάξη, που δε διαθέτει παρά την εργατική δύναμη και την καπιταλιστική τάξη που κατέχει το μονοπώλιο των κοινωνικών μέσων παραγωγής και του χρήματος».[5]
Μ’ αφετηρία τη βασική αυτή σχέση μπορούν να γίνουν κατανοητές ταυτόχρονα και οι άλλες δομές που συνθέτουν ένα καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα (συγχρονική ανάλυση) και η κίνηση τους (διαχρονική ανάλυση). Ένα μοντέλο όμως μερικά μόνο αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Το Κεφάλαιο δεν είναι η πραγματική, συγκεκριμένη ιστορία αυτού ή του άλλου καπιταλιστικού έθνους, αλλά η μελέτη της δομής που τα χαρακτηρίζει σαν «καπιταλιστικά», κάνοντας αφαίρεση της άπειρης ποικιλομορφίας των εθνικών πραγματικοτήτων. Ο Μαρξ μας προειδοποιεί καθαρά γι’ αυτό:
«Υποθέτουμε πάντοτε στη γενική τούτη διερεύνηση της καπιταλιστικής παραγωγής, ότι οι πραγματικές οικονομικές σχέσεις αντιστοιχούν ακριβώς στην έννοιά τους ή, πράγμα που είναι το ίδιο, ότι οι πραγματικές σχέσεις δε θα εκτεθούν εδώ παρά στο βαθμό που μεταφράζουν το γενικό τους τύπο».[6]
Με τη μέθοδο αυτή μπορούμε να συλλάβουμε μια «λογική»[7] της κοινωνικής εξέλιξης. Πρέπει λοιπόν, για να μην κάνουμε χοντροκομμένη χρήση των σχημάτων εξέλιξης που διαγράφτηκαν απ’ το Μαρξ και τον Ένγκελς, να αναγνωρίσουμε πρωταρχικά ότι δεν θέλουν ούτε μπορούν να συγκροτήσουν την πραγματική ιστορία των κοινωνιών, αλλά μια αφηρημένη ιστορία πραγματικοτήτων συρρικνωμένων στις βασικές τους δομές, μια αναδρομική κάτοψη του λόγου ύπαρξης της εξέλιξης τους, νοημένης σαν ανάπτυξης των δυνατοτήτων και αδυναμιών που ενυπάρχουν στις δομές αυτές.
Τα σχήματα αυτά λοιπόν είναι συγκροτήματα υποθέσεων εργασίας που συνδέονται με μια κατάσταση γνώσης και πραγματικότητας, ταυτόχρονα κατάληξη θεωρητικού στοχασμού και αφετηρία για βαθύτερη διερεύνηση της άπειρης ποικιλίας της συγκεκριμένης ιστορίας. Στο επίπεδο της τελευταίας αυτής, τα υποθετικά σχήματα δοκιμάζουν την αλήθεια τους. Πάνω σ’ αυτή πρέπει να θραύεται η διαρκής τάση μετατροπής της υπόθεσης σε δόγμα, μιας αποδεικτέας αλήθειας σε αξίωμα που δεν χρειάζεται επαλήθευση και που μπορεί να άρχει, αλαζονικά, απριορικά πάνω στα γεγονότα.
Μ’ αυτό το πνεύμα, ο Μαρξ, σχεδιάζοντας στη Γερμανική ιδεολογία (1845) το πρώτο του σχήμα ανάπτυξης, μας έδωσε τον τρόπο χρήσης του και κριτικάρησε όσους τυχόν θα έβλεπαν σ’ αυτό μια νέα φιλοσοφία της ιστορίας, ένα σώμα πρώτων ή εσχάτων αληθειών προσιτών μόνο στο φιλόσοφο κι απ’ όπου η ιστορία θα έπαιρνε την αναγκαιότητα και το νόημα της:
«Στη θέση της φιλοσοφίας, θα μπορούσε να μπει μια σύνθεση των γενικότερων αποτελεσμάτων που είναι δυνατό να συναχθούν απ’ τη μελέτη της ιστορικής ανάπτυξης των ανθρώπων. Οι αφαιρέσεις αυτές, παρμένες καθεαυτές, αποκομμένες απ’ την πραγματική ιστορία δεν έχουν καμιά απολύτως αξία. Μπορούν να χρησιμέψουν για να ταξινομηθεί ευκολότερα το ιστορικό υλικό, να δειχτεί η διαδοχή των ιδιαίτερων στρωματώσεών του. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν αποτελούν, όπως η φιλοσοφία, συνταγή, σχήμα σύμφωνα με το οποίο πρέπει να εναρμονιστούν οι ιστορικές εποχές. Η δυσκολία αρχίζει, αντίθετα, όταν καταπιαστούμε με τη μελέτη και την ένταξη του υλικού αυτού».[8]
Θα δούμε με ποιο τρόπο η λήθη στην οποία έπεσε η γραμματική αυτή της υπόθεσης στις ιστορικές επιστήμες, έκανε πολλούς μελετητές να προβαίνουν σιγά - σιγά σε παραλογισμούς με τους οποίους προσπαθούσαν να εξαναγκάσουν την πραγματικότητα να μπει μέσα στις λέξεις που θάπρεπε να εκφράζουν το «ορθολογικό» της νόημα.
II.— Ο όρος του ασιατικού τρόπου παραγωγής στο Μαρξ και τον Ένγκελς.
α) Οι πηγές.
Ο όρος γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας γύρω στα 1853[9] και χρησιμοποιείται απ’ το Μαρξ μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Ένγκελς στο Άντι-Ντύρινγκ (1877) και στην Εποχή των Φράγκων (1882) τον χρησιμοποιεί κι αυτός και τον πλουτίζει, αλλά εξαφανίζεται στην Καταγωγή της Οικογένεια της ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους (1884). Ο Ένγκελς τον αφήνει στις εκδόσεις του 2ου (1885) και του 3ου (1894) βιβλίου του Κεφαλαίου που παρουσιάζει μετά το θάνατο του Μαρξ. Δίνουμε στο παράρτημα μια συνοπτική βιβλιογραφία των κυριότερων κειμένων που αφορούν το θέμα αυτό. Η πιο προχωρημένη επεξεργασία του όρου αυτού από το Μαρξ βρίσκεται σ’ ένα χειρόγραφο του 1855 - 59 που έμεινε ανέκδοτο και έχει τίτλο Formen die Kapitalistischen Produktion Vorhergehn δημοσιεύτηκε στην Grundrisse der Kritik der Politischen Oconomie. Το κείμενο Formen αποτελεί το περιπλοκότερο σχήμα ανάπτυξης των κοινωνιών που μας άφησε ο Μαρξ. Θα πρέπει ν’ αντιπαραβληθεί με την Καταγωγή της Οικογένειας του Ένγκελς που είναι 20 χρόνια μεταγενέστερη.
β) Ο όρος «Ασιατικός τρόπος παραγωγής»
Τον όρο επεξεργάζεται ο Μαρξ με αφετηρία σκέψεις πάνω στα βρετανικά ντοκουμέντα[10] που περίγραφαν τις αγροτικές κοινότητες και τα Κράτη της Ινδικής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Στην πληροφορία αυτή προστέθηκαν και διαβάσματα των διηγήσεων των ταξιδιωτών στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία.[11] Ένα πράγμα εντυπωσιάζει το Μαρξ και τον Ένγκελς: η απουσία ατομικής ιδιοκτησίας του εδάφους. Στο χειρόγραφο Formen, ο Μαρξ περιγράφει εφτά διαφορετικές μορφές κατοχής του εδάφους, της κυρίαρχης δηλαδή παραγωγικής σχέσης στις προβιομηχανικές κοινωνίες. Οι μορφές αυτές διαδέχονται η μια την άλλη μέχρι τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όπου ο διαχωρισμός εργαζόμενου και αντικειμενικών όρων παραγωγής γίνεται ριζικός. Το κείμενο του Μαρξ παρουσιάζεται λοιπόν σαν σκιαγράφηση της εξέλιξης της έγγειας ιδιοκτησίας στους κόλπους της ανθρωπότητας και προπάντων της Ευρώπης και είναι ένα ξεχωρισμένο απόσπασμα απ’ την ανάλυση των μορφών πρωταρχικής συσσώρευσης.[12] Στην εξέλιξη αυτή βλέπουμε τα στάδια: πρωτόγονη κοινότητα, ασιατικό τρόπο παραγωγής, αρχαίο τρόπο παραγωγής, δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής, γερμανικό τρόπο παραγωγής, φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής, καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Θα περιοριστούμε σε λίγα λόγια πάνω στους ξέχωρους απ’ τον ασιατικό τρόπους παραγωγής που θα τους παρουσιάσουμε με βάση σχήματα παρμένα απ’ τον Ούγγρο σινολόγο Φ. Τοκέι[13].
Η πρωτόγονη κοινότητα
Βασισμένη στους δεσμούς αίματος, γλώσσας κι εθίμων, εκδηλώνεται «όχι σαν το αποτέλεσμα, αλλά σαν προϋπόθεση της κοινοτικής κατοχής και χρήσης του εδάφους». Η «ιδιοκτησία» του εδάφους ανήκει σ’ ολόκληρη την κοινότητα και προϋπόθεση έτσι για την «κατοχή» (την ατομική) του εδάφους είναι για το άτομο η ιδιότητα του μέλους της κοινότητας.

Η κοινότητα αυτή αντιστοιχεί στη φυσική οικονομία –κυνήγι, συλλογή καρπών, ψάρεμα– και στις πρώτες μορφές γεωργίας, στο πέρασμα στο μετασχηματισμό της φύσης. Η επιβίωση των ατόμων εξαρτιέται απόλυτα, στο επίπεδο αυτό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, απ’ την ομάδα όπου ανήκουν κι η θέση τους στην ομάδα αυτή εξαρτιέται πρωταρχικά απ’ τις σχέσεις συγγένειας που διατηρούν με τα μέλη της πάνω στη βάση του συστήματος συγγένειας που τις ρυθμίζει:
«όσο λιγότερο ανεπτυγμένη είναι η εργασία, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η μάζα των προϊόντων της και, συνακόλουθα, ο πλούτος της κοινωνίας και τόσο περισσότερο η κυρίαρχη επίδραση των δεσμών αίματος φαίνεται να εξουσιάζει την κοινωνία».[14]
Οι πρωτόγονες κοινότητες πήραν πολυποίκιλες μορφές ανάλογα με τους τρόπους ζωής και τα συστήματα συγγένειας. Εξελίχθηκαν στη διάρκεια της προϊστορίας και υπάρχουν, λιγότερο ή περισσότερο αλλοιωμένες, στο μέτρο που διατηρείται ο πρωτόγονος τρόπος ζωής. Η εξέλιξη τους συνδέεται με την ανάπτυξη καινούργιων μορφών παραγωγής –γεωργία, κτηνοτροφία, χειροτεχνία– και βαδίζει προς τη διπλή κατεύθυνση της επέκτασης της ατομικής κατοχής και ιδιοκτησίας των αγαθών και του μετασχηματισμού των παλιών οικογενειακών σχέσεων.[15] Στη διάρκεια της εξέλιξης αυτής εμφανίζεται ο ασιατικός τρόπος παραγωγής.
Ο Ασιατικός τρόπος παραγωγής
Εμφανίζεται όταν πιο ανεπτυγμένες μορφές παραγωγής επιτρέπουν την εμφάνιση ενός κανονικού πλεονάσματος, προϋπόθεση για ένα περιπλοκότερο καταμερισμό εργασίας και για το διαχωρισμό γεωργίας και χειροτεχνίας. Ο καταμερισμός αυτός ενισχύει το χαρακτήρα αυτάρκειας της παραγωγής:
«τον συνδυασμό αυτό της χειροτεχνίας και της γεωργίας στο εσωτερικό της μικρής κοινότητας που γινόταν έτσι απόλυτα self - sustaining και εμπεριείχε όλους τους όρους παραγωγής και αναπαραγωγής του πλεονάσματος»[16].
Η παραγωγή δεν προσανατολίζεται προς καμιά αγορά, η χρήση του χρήματος είναι περιορισμένη, άρα η οικονομία παραμένει «φυσική».[17] Η ενότητα των κοινοτήτων αυτών μπορεί να εκπροσωπηθεί από μια συνέλευση αρχηγών οικογενειών ή έναν ανώτατο αρχηγό κι η κοινωνική εξουσία παίρνει λιγότερο ή περισσότερο δημοκρατικές ή δεσποτικές μορφές. Η ύπαρξη πλεονάσματος κάνει δυνατή μια οξύτερη κοινωνική διαφοροποίηση και την εμφάνιση μιας μειοψηφίας ατόμων που ιδιοποιείται ένα μέρος απ’ το πλεόνασμα αυτό κι εκμεταλλεύεται έτσι τα άλλα μέλη της κοινότητας. Πώς συντελείται το πέρασμα τούτο; Ο Ένγκελς δίνει ένα μοντέλο της διαδικασίας αυτής στο Αντι-Ντύρινγκ (1874):
«Τα άτομα αυτά έχουν εξοπλιστεί με μια πληρότητα δύναμης κι εκφράζουν τα σπάργανα της Κρατικής εξουσίας. Σιγά - σιγά, οι παραγωγικές δυνάμεις αυξάνουν· ο πυκνότερος τώρα πληθυσμός διαμορφώνει συμφέροντα αλλού κοινά κι αλλού ανταγωνιστικά ανάμεσα στις διάφορες κοινότητες που η συνάθροισή τους σε σημαντικότερα σύνολα προκαλεί καινούργιο καταμερισμό της εργασίας, και διαμόρφωση οργάνων προστασίας των κοινών συμφερόντων και υπεράσπισης τους ενάντια στα ανταγωνιστικά συμφέροντα. Τα όργανα αυτά, που σαν εκπρόσωποι των κοινών συμφερόντων ολόκληρης της ομάδας, έχουν απέναντι σε κάθε κοινότητα παρμένη χωριστά μια ιδιαίτερη θέση, συχνά αντίθετη μ’ αυτή, αποκτούν γρήγορα μια αυτονομία ακόμη μεγαλύτερη, είτε εξ αιτίας της κληρονομικότητας του λειτουργήματος που εγκαθιδρύεται σχεδόν μόνη της μέσα σ’ ένα κόσμο όπου τα πάντα γίνονται “κατά φύσιν”, είτε εξ αιτίας της όλο και μεγαλύτερης αδυναμίας της κοινότητας να κάνει χωρίς τα όργανα αυτά, στο βαθμό που αυξάνουν οι διαμάχες με άλλες ομάδες. Πώς απ’ το πέρασμα αυτό στην αυτονομία απέναντι στην κοινωνία, το κοινωνικό λειτούργημα μπόρεσε να φτάσει με τον καιρό στην κυριάρχηση πάνω στην κοινωνία... πώς, τελικά, τα κυριαρχούντα άτομα μπόρεσαν να συνενωθούν για να σχηματίσουν μια κυρίαρχη τάξη, αυτά είναι ζητήματα που δεν χρειάζεται να τα μελετήσουμε εδώ. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι μόνο να διαπιστώσουμε ότι, παντού, στη βάση της πολιτικής κυριαρχίας βρίσκεται ένα κοινοτικό λειτούργημα κι ότι η πολιτική κυριαρχία δεν μπόρεσε να σταθεί παρά μόνο όταν εκπλήρωνε το κοινωνικό αυτό λειτούργημα που της είχε ανατεθεί».[18]
Μέσα στο πλαίσιο τούτο τα όρια της εμβρυακής κυρίαρχης τάξης είναι εξαιρετικά αόριστα και δυσδιάγνωστα γιατί το ίδιο άτομο ασκεί μια λειτουργική και εκμεταλλευτική εξουσία. Το τμήμα του πλεονάσματος που καρπώνεται, στο μέτρο που αντιστοιχεί στο λειτούργημα του, ξαναγυρίζει έμμεσα στην κοινότητα και δεν υπάρχει εκμετάλλευση αυτής απ’ αυτό. Η εκμετάλλευση αρχίζει όταν η ιδιοποίηση γίνεται χωρίς αντάλλαγμα κι είναι δύσκολο να καθορίσουμε τη στιγμή που η κοινότητα αρχίζει να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης απ’ τους ίδιους αυτούς που της προσφέρουν υπηρεσίες.
Η εκμετάλλευση παίρνει λοιπόν τη μορφή της κυριαρχίας όχι ενός ατόμου πάνω σ’ ένα άλλο, αλλά ενός ατόμου που προσωποποιεί την κοινότητα. Με βάση τη δομή της σχέσης αυτής της κυριαρχίας, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τις ειδικές συνθήκες που θα ευνοήσουν την εμφάνιση της και την ανάπτυξη της.
Οι συνθήκες αυτές θα διαμορφωθούν όταν η αξιοποίηση ορισμένων φυσικών δεδομένων θα επιβάλει την πλατείας κλίμακας συνεργασία των ιδιαίτερων κοινοτήτων για την πραγμάτωση μεγάλων εργασιών γενικού συμφέροντος που υπερβαίνουν τις δυνάμεις των κοινοτήτων αυτών παρμένων χωριστά σαν ατόμων. Τα αρδευτικά έργα (εργασίες αποξήρανσης, άρδευσης, οικοδόμησης) των μεγάλων παραποτάμιων κοιλάδων της Αιγύπτου και Μεσοποταμίας αποτελούν χτυπητό παράδειγμα.[19]
Η πραγματοποίηση τέτοιων εργασιών απαιτούσε ταυτόχρονα καινούργιες παραγωγικές δυνάμεις και μια συγκεντρωτική διεύθυνση που να συντονίζει τις προσπάθειες των ιδιαίτερων κοινοτήτων κάτω από μια ανώτατη οικονομική διοίκηση.
Η «συντονίστρια μονάδα» παρουσιάζεται λοιπόν σαν όρος της αποτελεσματικότητας της εργασίας και της παραγωγής των τοπικών κοινοτήτων. Πάνω σ’ αυτή τη βάση, η μετατροπή της λειτουργικής εξουσίας της ανώτερης αρχής σε όργανο εκμετάλλευσης των εξαρτημένων κοινοτήτων γίνεται δυνατή. Η μετατροπή αυτή επιταχύνεται όταν η «συντονίστρια μονάδα» τοποθετεί κάτω απ’ τον άμεσο έλεγχο της τις γαίες των κοινοτήτων που γίνονται έτσι ιδιοκτησία του Κράτους, της ανώτερης κοινότητας που συντονίζει και ρυθμίζει τη ζωή όλων των τοπικών κοινοτήτων. Η ιδιοποίηση του εδάφους απ’ το Κράτος, προσωποποιημένο απ’ το Βασιλέα, το Φαραώ κλπ., σημαίνει την καθολική απαλλοτρίωση των κοινοτήτων που χάνουν την ιδιοκτησία αλλά διατηρούν την κατοχή των γαιών τους.
«Στις περισσότερες μορφές ασιατικής βάσης, η συντονίστρια μονάδα που τοποθετείται πάνω απ’ όλες αυτές τις μικρές κοινότητες παρουσιάζεται σαν ο ανώτερος ή ο μοναδικός ιδιοκτήτης, ενώ οι πραγματικές κοινότητες θεωρούνται σαν κληρονομικοί καρπωτές».[20]
Προτείνουμε, για την αναπαράσταση της διπλής αυτής σχέσης, το ακόλουθο σχήμα:[21]
Το σχήμα αυτό δείχνει ότι η εμφάνιση του Κράτους και η εκμετάλλευση των κοινοτήτων δεν τροποποιεί τη γενική μορφή των σχέσεων ιδιοκτησίας μια και αυτή παραμένει κοινοτική ιδιοκτησία, ιδιοκτησία της ανώτερης κοινότητας αυτή τη φορά, ενώ το άτομο παραμένει κάτοχος του εδάφους με την ιδιότητα του σαν μέλους της δικής του ιδιαίτερης κοινότητας. Περνάμε λοιπόν στο Κράτος και σε μια εμβρυακή μορφή ταξικής εκμετάλλευσης χωρίς ανάπτυξη της ατομικής ιδιοκτησίας του εδάφους.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο το πλεόνασμα, που άλλοτε το καρπωνόταν η τοπική κοινότητα, πηγαίνει κατά ένα μέρος στους εκπρόσωπους της ανώτερης κοινότητας:
«ένα τμήμα της υπερεργασίας της κοινότητας ανήκει στην ανώτερη κοινότητα που καταλήγει τελικά να προσωποποιηθεί και η υπερεργασία τούτη μεταφράζεται είτε σε φόρο, είτε σε κοινές εργασίες που αποσκοπούν στην εξύμνηση της ενότητας, στη δοξολόγηση είτε του δεσπότη, είτε του Θεού, φανταστικού εκπρόσωπου της φυλής».[22]
Η συγκέντρωση και συσσώρευση του πλεονάσματος τούτου στα χέρια του Κράτους επιτρέπουν την ανάπτυξη των πόλεων και του εξωτερικού εμπορίου. Το εμπόριο εδώ δεν είναι η έκφραση μιας ενδοκοινοτικής εμπορευματοπαραγωγής, αλλά η μετατροπή του πλεονάσματος σε εμπορεύματα (σπάνια πράγματα, όπλα).[23] Ο εμπορευόμενος εμφανίζεται σαν υπάλληλος του Κράτους.[24] Παράλληλα η κοινή προς όφελος των κοινοτήτων εργασία, συνοδεύεται από μια εξαναγκαστική εργασία προς όφελος του Κράτους. Ο φόρος σε προϊόν που δινόταν στο Κράτος, μετατρέπεται σε γαιοπρόσοδο που δίνεται σε άτομα που προσωποποιούν το Κράτος.[25]
Η εκμετάλλευση αγροτών και βιοτεχνών από μέρους μιας αριστοκρατίας ευγενών και κρατικών υπαλλήλων δεν έχει ατομικό χαρακτήρα, μια και η κάρπωση είναι συλλογική και η γαιοπρόσοδος συγχέεται με το φόρο και απαιτείται από έναν υπάλληλο όχι γι’ αυτόν άλλα στ’ όνομα του λειτουργήματος του στην ανώτερη κοινότητα. Το άτομο, ελεύθερος άνθρωπος μέσα στους κόλπους της κοινότητας, δεν προστατεύεται απ’ αυτή του την ελευθερία κι απ’ αυτή την κοινότητα απ’ την εξάρτηση απέναντι στο Κράτος, στο δεσπότη. Η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο παίρνει στον ασιατικό τρόπο παραγωγής μια μορφή που ο Μαρξ ονόμασε «γενική δουλοκτησία»[26] ριζικά διαφορετική απ’ την ελληνορωμαϊκή δουλοκτησία καθώς δεν απέκλειε την προσωπική ελευθερία του ατόμου. Δεν υπήρχε σχέση εξάρτησης από κάποιο άλλο άτομο, άλλα άμεση εκμετάλλευση μιας κοινότητας από μια άλλη.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η προσωπική δουλεία και υποτέλεια εμφανίζονται κι αυτές σαν αποτέλεσμα πολέμων και κατακτήσεων. Δούλος και υποτελής γίνονται κοινή ιδιοκτησία της ομάδας όπου ο κύριός τους ανήκει κι ο ίδιος αυτός κύριος εξαρτιέται απ’ την κοινότητα του και υπόκειται στην καταπίεση του Κράτους:
«Η δουλοκτησία και η δουλοπαροικία λοιπόν δεν αποτελούν παρά επέκταση της βασισμένης στη φυλετική ομάδα ιδιοκτησίας. Τροποποιούν βέβαια όλες τις μορφές της ιδιοκτησίας τούτης, άλλα πάντα μέσα στον ασιατικό τρόπο παραγωγής... Η δουλοκτησία εδώ δεν εξαλείφει τις συνθήκες εργασίας, ούτε τροποποιεί την βασική σχέση».
Η παραγωγική χρήση δούλων δεν μπορεί να γίνει η κυρίαρχη σχέση ιδιοκτησίας. Η απουσία ατομικής ιδιοκτησίας του εδάφους, με γενικό τρόπο, εμποδίζει αυτή την εξέλιξη, καθώς και η γενική υποχρέωση υπερεργασίας που επιβάλλεται στις κοινότητες. Η χρησιμοποίηση δούλων απ’ το βασιλιά, τους ιερείς και τους υπαλλήλους φρενάρεται απ’ τη χρησιμοποίηση της γαιοπροσοδοφόρας αγροτικής δύναμης και περιορίζεται στις εξαιρετικά επίμοχθες εργασίες όπως η δουλειά στα ορυχεία. Η κληρονομική κατοχή γαιών απ’ τους αξιωματούχους του Κράτους θα μπορούσε να προσφέρει ίσως μια βάση για παραγωγική χρησιμοποίηση των δούλων στη γεωργία. Μια πραγματική όμως ανάπτυξη της παραγωγικής δουλοκτησίας προϋποθέτει την ατομική ιδιοκτησία του εδάφους στις αγροτικές κοινότητες, πράγμα που, στην Ευρώπη, επιτελέστηκε μέσα στα πλαίσια αυτού που ο Μαρξ ονόμασε «αρχαίο τρόπο παραγωγής».
Πριν συγκεντρώσουμε τα στοιχεία που περίγραφε ο Μαρξ σαν συστατικά του ασιατικού τρόπου παραγωγής, ας δείξουμε με συντομία τη φύση των τρόπων παραγωγής που, σύμφωνα με το Μαρξ, τον διαδέχτηκε στην Ευρώπη.
Ο αρχαίος τρόπος παραγωγής
Ο Μαρξ βρίσκει την «καθαρότερη και την πιο ολοκληρωμένη» μορφή του στη ρωμαϊκή ιστορία. Η πόλη είναι η έδρα των κατοίκων της υπαίθρου. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ιδιοποίηση του εδάφους απ’ το άτομο παραμένει η ιδιότητα του μέλους της κοινότητας, αλλά το έδαφος διαιρείται σε δύο μέρη, το ένα μένει σαν τέτοιο στην κοινότητα –είναι ο ager publicus σε όλες του τις μορφές– και το άλλο μοιράζεται σε τμήματα που παραχωρούνται σαν ατομική ιδιοκτησία σε κάθε ρωμαίο πολίτη. Ο κ. Τοκέι δίνει το ακόλουθο σχήμα για τη δομή αυτή:

Το άτομο λοιπόν είναι συγκάτοχος των δημόσιων γαιών και ατομικός ιδιοκτήτης του κομματιού του. Οι δύο έγγειες ιδιοκτησίες, η κρατική και η ατομική, εμπλέκονται και αλληλοπεριορίζονται. Η ιστορία της Ρώμης θ’ αναπτύξει την αντίθεση τούτη σε βάρος της κρατικής ιδιοκτησίας.
Η διατήρηση της δομής αυτής εδράζεται στη διατήρηση της ισότητας ανάμεσα στους μικροϊδιοκτήτες. Η ανάπτυξη της εμπορευματοπαραγωγής, οι κατακτήσεις, κλπ. επιταχύνουν τις ανισότητες ανάμεσα στους ελεύθερους ανθρώπους.[27] Ορισμένοι απ’ αυτούς χάνουν και την ίδια την ιδιοκτησία τους και μαζί μ’ αυτή και τον τίτλο του πολίτη. Εμφανίζεται η δουλεία για χρέη. Η ατομική χρησιμοποίηση δούλων από ιδιώτες γενικεύεται, γιατί η ύπαρξη ατομικής ιδιοκτησίας του εδάφους αποτελεί τον ευνοϊκότερο όρο γι’ αυτήν. Ο αρχαίος τρόπος παραγωγής απ’ την ίδια την εξέλιξή του δημιουργεί τις συνθήκες για το πέρασμα στον καθαρά δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής.
Ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής
Αυτός εμφανίζεται σαν η ανάπτυξη και η αποσύνθεση του αρχαίου τρόπου παραγωγής τον οποίο αντικαθιστά.[28]
Ο δουλοκτητικός τρόπος παραγωγής εξελίσσεται και αποσυντίθεται μέσα σε μακρόχρονη αγωνία και τον αντικαθιστά η γερμανική μορφή ιδιοκτησίας, μια από τις βάσεις του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής.
Ο Γερμανικός τρόπος παραγωγής
Προϊόν μιας μακρόχρονης εξέλιξης με αφετηρία την κοινοτική ιδιοκτησία του εδάφους πρωτόγονου τύπου συνδεμένη με τον τρόπο ζωής των πολεμικών φυλών που εφάρμοζαν την πιονιέρικη αποψιλωτική γεωργία και βασικά την κτηνοτροφία,[29] ο γερμανικός τρόπος παραγωγής συνδυάζει την κοινή ιδιοκτησία και την ατομική ιδιοκτησία του εδάφους. Σε αντίθεση με τον ρωμαϊκό ager publicus, η κοινή ιδιοκτησία εδώ παρουσιάζεται σαν λειτουργικό συμπλήρωμα της ατομικής ιδιοκτησίας (βοσκοτόπια, κυνηγότοποι, κτλ.), σαν το «κοινοτικό παρεπόμενο»[30] των ατομικών κλήρων. Πρόκειται για «πραγματικά κοινή ιδιοκτησία ατομικών ιδιοκτητών».[31]

Σιγά - σιγά οι ελεύθεροι αυτοί αγρότες έχασαν την προσωπική τους ανεξαρτησία και υποδουλώθηκαν βαθμιαία στην εξουσία μιας καινούργιας αριστοκρατίας που διαμορφώθηκε από τεύτονες αρχηγούς και τις ένοπλες τους ακολουθίες και εκλατινισμένους γαλάτες που κατέλαβαν διοικητικές θέσεις.
«Καταστραμμένοι απ’ τους πολέμους και τις λεηλασίες, υποχρεώθηκαν να τεθούν κάτω απ’ την προστασία της καινούργιας αριστοκρατίας ή της Εκκλησίας, μια και η βασιλική εξουσία αδυνατούσε να τους προστατέψει· την προστασία όμως τούτη χρειάστηκε να την πληρώσουν ακριβά. Όπως κάποτε οι γαλάτες αγρότες, αναγκάστηκαν να μεταφέρουν την ιδιοκτησία της γης τους στον ηγεμόνα τους που τους παραχωρούσε κατόπιν την επικαρπία της με πολλές και διάφορες μορφές, άλλα πάντοτε με αντάλλαγμα υπηρεσίες και εισφορές. Αφ’ ότου βρέθηκαν στη μορφή αυτή εξάρτησης, έχασαν σιγά - σιγά την προσωπική τους ελευθερία· μετά μερικές γενιές, ήταν κιόλας στην πλειοψηφία τους δουλοπάροικοι...».[32]
Η διαδικασία αυτή μερικής υποδούλωσης των ελεύθερων ανθρώπων συνδυάζεται με το κίνημα μερικής απελευθέρωσης των δούλων που είχε αρχίσει απ’ τους τελευταίους αιώνες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και καταλήγει, ύστερ’ από την πολυγραμμική τούτη εξέλιξη σε μια ομοιόμορφη κατάσταση εκμετάλλευσης μιας τάξης αμέσων μικροπαραγωγών εξαρτημένων από μια τάξη ευγενών γαιοκτημόνων, πάνω σε φεουδαλικές παραγωγικές σχέσεις.
Ο φεουδαρχικός τρόπος παραγωγής
Οι βασικές παραγωγικές σχέσεις εδώ είναι αυτές που ρυθμίζουν την κυριότητα της γης και των προϊόντων της. Συνδέουν και αντιπαρατάσσουν ταυτόχρονα τον άρχοντα, ιδιοκτήτη της γης και κατά ένα μέρος του προσώπου του αγρότη, και τον αγρότη, άμεσο παραγωγό, κάτοχο περισσότερο ή λιγότερο κληρονομικών δικαιωμάτων κατοχής και χρήσης πάνω στη γη και ιδιοκτήτη των άλλων παραγωγικών μέσων. Στην τυπική της μορφή η δομή αυτή παρουσιάζει δυο βασικά χαρακτηριστικά: η ιδιοκτησία του άρχοντα είναι πραγματική, όχι όμως απόλυτη καθώς κι ο ίδιος ανήκει στη φεουδαλική ιεραρχία των ευγενών και είναι υποτελής ενός ηγεμόνα που έχει την ονομαστική, όχι όμως την πραγματική κυριότητα των γαιών του.[33] Οι αγρότες –εξαρτημένοι ατομικά απ’ τον άρχοντα τους– συγκροτούνται σε κοινότητες χωριών,[34] οικονομική και κοινωνική οργάνωση που δεκαπλασιάζει την ικανότητα αντίστασης τους και πάλης τους ενάντια στον αφέντη.[35] Υποβάλλονται σε αγγαρείες και σε γαιοπρόσοδο σε είδος και σε χρήμα, υποχρεώσεις που επιβάλλουν τη χρήση εξωοικονομικών εξαναγκασμών.
Η εξέλιξη του φεουδαρχικού συστήματος οδήγησε σε ανάπτυξη των ανταλλαγών, των πόλεων και της εμπορευματοπαραγωγής και στη γένεση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής που θα γίνουν η κύρια αντίθεση του συστήματος και θα το οδηγήσουν στην κατάρρευση του. Στη διάρκεια της γένεσης αυτής, πολλοί αγρότες απογυμνώθηκαν απ’ τη γη τους και υποχρεώθηκαν να γίνουν μισθωτοί. Το ιστορικό αυτό κίνημα
«που αποχώρισε την εργασία απ’ τους εξωτερικούς της όρους, να η τελευταία λέξη της συσσώρευσης που αποκλήθηκε “πρωταρχική” γιατί ανήκει στην προϊστορία του αστικού κόσμου. Η καπιταλιστική οικονομική τάξη πραγμάτων βγήκε μέσ’ απ’ τα σπλάχνα της φεουδαλικής οικονομικής τάξης πραγμάτων. Η αποσύνθεση της δεύτερης επώασε τα συστατικά στοιχεία της πρώτης».[36]
Εδώ λοιπόν βρίσκεται το τέρμα της πορείας μέσ’ απ’ την οποία ο Μαρξ, προσπαθούσε να συλλάβει αναδρομικά τα στάδια που επώασαν, σαν γενική προϋπόθεση της παραγωγής, τον αποχωρισμό του παραγωγού απ’ τις αντικειμενικές συνθήκες της παραγωγής και προπάντων της γης, αποχωρισμό που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Μπορούμε τώρα να διασαφηνίσουμε την ιδιαιτερότητα αυτού που ο Μαρξ ονόμαζε «Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής» διακρίνοντας τον με επιμέλεια από άλλους τρόπους παραγωγής με τους οποίους φαίνεται, απ’ τη μια ή την άλλη πλευρά, να συγχέεται.
γ) Ιδιαιτερότητα του Ασιατικού τρόπου παραγωγής και του πεδίου εφαρμογής του, σύμφωνα με το Μαρξ και τον Ένγκελς
Προσπαθήσαμε να περιγράψουμε το θεωρητικό περιεχόμενο που είχε δώσει ο Μαρξ, κατά τη γνώμη μας, στον όρο «Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής». Η σύντομη σκιαγράφηση των άλλων όρων, πρωτόγονη κοινότητα, δουλοκτησία, φεουδαρχία, μας επιτρέπει να τον ξεχωρίσουμε απ’ αυτούς μ’ όλο που φαίνεται να συγχέεται μ’ αυτούς με το ένα ή το άλλο στοιχείο των ορισμών τους.
— Πρωτόγονη κοινότητα και ασιατικός τρόπος παραγωγής προϋποθέτουν και οι δύο την ύπαρξη κοινοτήτων όπου κυριαρχούν μορφές κοινοκτημοσύνης του εδάφους. Ατομική ιδιοκτησία του εδάφους δεν υπάρχει και το άτομο, σαν μέλος μιας κοινότητας, έχει δικαίωμα χρήσης και κατοχής. Όμως ο ασιατικός τρόπος παραγωγής δεν ταυτίζεται με την πρωτόγονη κοινότητα, γιατί η λειτουργία του εμπεριέχει και αναπτύσσει την εκμετάλλευση του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο και το σχηματισμό μιας κυρίαρχης τάξης. Εκδηλώνεται σαν μια μορφή εξέλιξης και αποσύνθεσης των πρωτόγονων κοινοτήτων συνδεόμενη με νέες μορφές παραγωγής, κανονική αγροκαλλιέργεια, εντατικότερη κτηνοτροφία, χρήση μετάλλων, κλπ.
— Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής δεν πρέπει να συγχέεται με τη δουλοκτησία, εκτός αν γίνει κακή ερμηνεία των κειμένων του Μαρξ οπού μιλάει για «γενικευμένη δουλεία» των ατόμων που υπόκεινται στον κρατικό δεσποτισμό και δείχνει ότι η πατριαρχική δουλοκτησία μπορεί να πάρει μεγάλη έκταση μέσα στα πλαίσια του καθεστώτος αυτού. Σαν μέλος των κοινοτήτων, το άτομο είναι ελεύθερο σύμφωνα με τις μορφές ελευθερίας μιας κοινοτικής ύπαρξης. Η ελευθερία τούτη, όμως, δεν το προστατεύει απ’ το φόρο, την αγγαρεία, την απαλλοτρίωση και την υποδούλωση στο Κράτος και στους εκπροσώπους του. Μπορεί να αναπτύσσεται η δουλοκτησία με τους πολέμους και τις κατακτήσεις, άλλα ο δούλος είναι ιδιοκτησία μιας ομάδας που η ίδια εξαρτιέται απ’ το Κράτος. Η παραγωγική χρήση δούλων περιορίζεται στους κόλπους των κοινοτήτων και φρενάρεται στο επίπεδο του Κράτους απ’ τη δυνατότητα να διαθέτει συνέχεια και άφθονα την αναγκαστική εργασία των αγροτών.
— Η ύπαρξη αγγαρεύσιμων αγροτών επιτρέπει σύγχυση του τρόπου ασιατικής παραγωγής και φεουδαρχικού; Η νομική κυριότητα απ’ το Κράτος του εδάφους των αγροτικών κοινοτήτων, η απαλλοτρίωση τους και η παραχώρηση κατόπιν σ’ αυτές του δικαιώματος κατοχής και χρήσης, η ιεραρχία των ευγενών και των υπαλλήλων υποταγμένων σ’ έναν πρίγκηπα, ενσάρκωση της κοινότητας, τα χαρακτηριστικά αυτά δεν προσεγγίζουν τις ουσιαστικές πλευρές του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής;
Πιστεύουμε ότι η βασική διαφορά βρίσκεται στο χαρακτήρα της αγροτικής εξάρτησης και εκμετάλλευσης στις δύο περιπτώσεις. Στον ασιατικό τρόπο παραγωγής, το Κράτος είναι ιδιοκτήτης του εδάφους σαν προσωποποίηση όλων των κοινοτήτων, και η εκμετάλλευση των αγροτών είναι συλλογική. Η εξάρτηση του ατόμου απ’ τον υπάλληλο του Κράτους είναι έμμεση και περνά μέσ’ απ’ την εξάρτηση της κοινότητας όπου ανήκει απ’ το Κράτος που εκπροσωπεί ο υπάλληλος αυτός. Αντίθετα, στο φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής, οι αγρότες εξαρτιώνται ατομικά απ’ τον άρχοντα που κατέχει τη γη τους και τα δικά του κτήματα. Η κοινοτική οργάνωση των αγροτών εμφανίζεται λιγότερο σαν κοινότητα αίματος και πιο πολύ σαν λειτουργικό συμπλήρωμα της εκμετάλλευσης ατομικών κλήρων και οφείλει την ύπαρξη της στις οικονομικές ανάγκες τις όποιες ικανοποιεί και αντλεί τη δύναμη της απ’ τα πλεονεκτήματα που παρέχει (χαρακτηριστικά που προσδιορίζονται καθαρότερα στο γερμανικό τρόπο παραγωγής).
Ο όρος «Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής» προσδιορίζει λοιπόν για το Μαρξ μια ειδική δομή, που τα στοιχεία της παρμένα χωριστά ανιχνεύονται και σ’ άλλες δομές (βασιλεία, συγκεντρωτισμός, αγγαρεία, γαιοπρόσοδος κλπ.), χωρίς όμως να ταυτίζεται μ’ αυτές ή να διαχέεται σ’ αυτές ο ασιατικός τρόπος παραγωγής.
Για το Μαρξ και τον Ένγκελς, πιστεύουμε ότι εκείνο που τους ενδιέφερε περισσότερο με τον όρο αυτό ήταν να δειχτεί μια διαδικασία εμφάνισης του Κράτους και της ταξικής εκμετάλλευσης με αφετηρία τις πρωτόγονες κοινότητες.[37] Στο βαθμό που ο Μαρξ και ο Ένγκελς συνέδεαν την εμφάνιση αυτή προπάντων με την πραγματοποίηση έργων μεγάλης κλίμακας και ιδιαίτερα αρδευτικών,[38] η διαδικασία τούτη θεωρήθηκε απ’ αυτούς ότι προσιδιάζει σε ορισμένες ασιατικές κοινωνίες και ότι αποτελεί το κλειδί του «ανατολικού δεσποτισμού».[39] Η διαδικασία αυτή, τέλος, οδήγησε στη σχετική «στασιμότητα» των κοινωνιών αυτών, στην «ακινησία» τους,[40] εξ αιτίας της απουσίας ανάπτυξης της ατομικής ιδιοκτησίας και της εμπορευματοπαραγωγής.
Ο όρος αυτός, έτσι προσδιορισμένος, θεωρήθηκε απ’ αυτούς σαν εφαρμόσιμος στην αρχαία Αίγυπτο, την Περσία, το Ινδονιστάν, την Ιάβα, το Μπαλί, τα υψίπεδα της Ασίας και σ’ ορισμένα τμήματα της Ρωσίας, δηλαδή σ’ ένα σύνολο ασιατικών κοινωνιών διαφορετικών εποχών αλλά οργανωμένων σε τέτοιο τρόπο ώστε να αντιμετωπίζουν σχεδόν όμοιες φυσικές συνθήκες.
Ύστερα απ’ αυτή τη θεωρητική ανασυγκρότηση του όρου, μέσ’ απ’ τα κομμάτια των κειμένων όπου εμφανίζεται και πριν θέσουμε τα πρόβλημα της σημερινής εγκυρότητας ενός τέτοιου όρου, πρέπει να προσπαθήσουμε να φωτίσουμε τους λόγους της εξαφάνισης του στην Καταγωγή της Οικογένειας του Ενγκελς και τις διάφορες περιπέτειες που γνώρισε στους μαρξιστές και τους μη μαρξιστές απ’ την εποχή του Ένγκελς κι έπειτα.
III. Οι περιπέτειες του όρου «Ασιατικός τρόπος παραγωγής»
«Ο Μόργκαν είναι ο πρώτος που προσπάθησε, έχοντας γνώση του πράγματος, να βάλει κάποια τάξη στην προϊστορία της ανθρωπότητας· όσο μια πλατύτερη γνώση στοιχείων δεν θα επιβάλει αλλαγές, θα παραμείνει αναμφισβήτητα έγκυρος ο τρόπος που συνάθροισε τα γεγονότα».[41]
Μέχρι τα 1882 ο Μαρξ και ο Ένγκελς επανέρχονται πολλές φορές στον όρο «ασιατικός τρόπος παραγωγής» και τον αναπτύσσουν. Στην Εποχή των Φράγκων (1882) ο Ένγκελς έγραφε:
«Η μορφή κρατικής εξουσίας καθορίζεται με τη σειρά της απ’ τη μορφή που στιγμιαία έχουν οι κοινότητες. Εκεί που –όπως στους Άρειους λαούς της Ασίας και στους Ρώσους– εμφανίζεται σε καιρό που η κοινότητα καλλιεργεί ακόμη τη γη για κοινό λογαριασμό ή τουλάχιστο τη νοικιάζει με όρους στις διάφορες οικογένειες κι όπου, συνακόλουθα, δεν υπάρχει ακόμη ατομική ιδιοκτησία της γης, εκεί η κρατική αυτή εξουσία εμφανίζεται με τη μορφή του δεσποτισμού».[42]
Στα 1884 στην Καταγωγή της Οικογένειας ο Ένγκελς δεν ξαναχρησιμοποιεί τον όρο. Γιατί; Θα αναφέρουμε με συντομία τις υποθέσεις που προχωρήσαμε ύστερ’ από μακρόχρονη ανάλυση που δεν έχουμε τον κατάλληλο χώρο να την μεταφέρουμε εδώ.
Ποιος ήταν ο σκοπός του Ένγκελς όταν έγραψε την Καταγωγή της Οικογένειας; Ήταν η συγκρότηση ενός σχήματος γενικής εξέλιξης της ανθρωπότητας απ’ την αταξική στην ταξική κοινωνία αναλύοντας τους νόμους και τις σχέσεις αντιστοιχίας ανάμεσα στις ιδιαίτερες εξελικτικές διαδικασίες τριών δομικών συνόλων: των συστημάτων παραγωγής, των συστημάτων αιματοσυγγένειας και των πολιτικών συστημάτων. Με βάση το υλικό της αρχαίας ιστορίας και της εθνολογίας, ο Ένγκελς συμπεραίνει ότι:
1ο) Ο νόμος εξέλιξης των συστημάτων παραγωγής είναι η τάση για ανάπτυξη της ατομικής ιδιοκτησίας των παραγωγικών μέσων με αφετηρία πολυποίκιλες μορφές κοινής ιδιοκτησίας.
2ο) Ο νόμος εξέλιξης των συστημάτων αιματοσυγγένειας είναι η τάση για ανάπτυξη της μονογαμικής οικογένειας με αφετηρία μορφές ομαδικού γάμου και οργάνωσης γένους.
3ο) Ο νόμος εξέλιξης των πολιτικών συστημάτων είναι η τάση για ανάπτυξη του Κράτους με αφετηρία μορφές διακυβέρνησης των πρωτόγονων κοινωνιών, την πρωτόγονη δημοκρατία.
Όταν τα τρία στοιχεία: ατομική ιδιοκτησία, μονογαμική οικογένεια και Κράτος συνυπάρξουν μέσα σε μια κοινωνία, τότε αυτή περνά απ’ τη Βαρβαρότητα στον Πολιτισμό, απ’ την αταξική κοινωνία στην ταξική. Πολιτισμός λοιπόν σημαίνει κοινωνία με τάξεις, μια «αντιφατική»[43] πραγματικότητα όπου η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων συνδέεται αναγκαστικά με την ανάπτυξη των μορφών εκμετάλλευσης του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο. Δουλεία, δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία, «είναι οι τρεις μεγάλες μορφές υποδούλωσης που χαρακτηρίζουν τις τρεις μεγάλες εποχές του πολιτισμού».[44] Για τον Ένγκελς οι τυπικές μορφές περάσματος στην ταξική κοινωνία και εξέλιξη των ταξικών σχέσεων χαρακτηρίζουν τη δυτική ιστορία που αρχίζει με τους Έλληνες και φτάνει στο βιομηχανικό καπιταλισμό.
«Η Αθήνα παρουσιάζει την καθαρότερη και κλασσικότερη μορφή: εδώ το Κράτος, κυριαρχώντας, γεννιέται άμεσα απ’ τον ανταγωνισμό των τάξεων που αναπτύσσονται μέσα στην ίδια την κοινωνία του γένους».[45]
Ο πρώτος λόγος λοιπόν για τον οποίο δεν επιστρέφει ο Ένγκελς στον όρο «ασιατικός τρόπος παραγωγής» είναι η προνομιακή θέση που δίνει στη δυτική ιστορία σαν τυπική της γενικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και το γεγονός ότι αποκλείει, ρητά, απ’ το πεδίο ερευνών του την ιστορία της Ασίας και της Εγγύς Ανατολής.[46]
Ο βασικός όμως λόγος δεν βρίσκεται εδώ. Βρίσκεται, κατά τη γνώμη μας, στην αποδοχή απ’ τον Ένγκελς των θέσεων του Μόργκαν στην Ancient Society (1877) σχετικά με την αδυναμία εμφάνισης Κράτους και άρχουσας τάξης μέσα στα πλαίσια των βαρβαρικών, φυλετικών (tribales) κοινωνιών και στην αποδοχή του όρου «στρατιωτική δημοκρατία» που δόθηκε απ’ τον Μόργκαν στην τελευταία οργάνωση αταξικής κοινωνίας πριν και κατά το πέρασμα στην ταξική κοινωνία.
Ας διευκρινίσουμε τα σημεία αυτά. Για τον Μόργκαν, που ακολουθεί ο Ένγκελς, η ανθρωπότητα περνά απ’ το ανώτερο στάδιο της Αγριότητας στο κατώτερο της Βαρβαρότητας, όταν περνά απ’ την gens (κλαν) στη φυλή (tribu). Η ανθρωπότητα περνά απ’ το ανώτερο στάδιο της Βαρβαρότητας στο μέσο στάδιο, όταν απ’ τη φυλή φτάνει στη φυλετική ομοσπονδία κι απ’ το μέσο στάδιο στο ανώτερο στάδιο της Βαρβαρότητας, όταν η κοινωνία περνά απ’ τη φυλετική δημοκρατία στη στρατιωτική δημοκρατία. Οι λαοί, στην «ηρωϊκή» τους εποχή, στην αυγή της εισόδου τους στον Πολιτισμό και στην ταξική κοινωνία βρίσκονται λοιπόν οργανωμένοι σε μια «στρατιωτική δημοκρατία».
«Όπως οι Έλληνες τον καιρό των Ηρώων, έτσι και οι Ρωμαίοι τον καιρό των λεγόμενων “βασιλέων”, ζούσαν λοιπόν σε καθεστώς στρατιωτικής δημοκρατίας διαμορφωμένης απ’ τα γένη, τις φατρίες και τις φυλές και στηριγμένης πάνω τους... ακόμη κι αν η αυθόρμητης γένεσης αριστοκρατία των πατρικίων είχε κερδίσει έδαφος, αυτό δεν αλλάζει τον πρωταρχικό θεμελιακό χαρακτήρα της διάρθρωσης».[47]
Οι Έλληνες περνούν λοιπόν απ’ τη φυλή στην ομοσπονδία φυλών και στη στρατιωτική δημοκρατία. Για να κατανοηθεί η εξέλιξη αυτή απαιτείται διευκρίνηση της αφετηρίας της, της οργάνωσης του γένους. Ο Ένγκελς, ακολουθώντας τον Μόργκαν, υποθέτει ότι:
«Η αμερικανική μορφή του γένους είναι η πρωταρχική μορφή, ενώ η ελληνορωμαϊκή μορφή είναι η κατοπινή, η παράγωγη».[48]
Υποθέτει ότι το γένος των Ιροκέζων και το γένος, ιδιαίτερα, των Σενέκας είναι η «κλασσική μορφή του πρωτόγονου αυτού γένους».[49] Ακόμη, οι Ιροκέζοι είχαν εξελιχθεί στον 19ο αιώνα ως την ομοσπονδία φυλών. Η μελέτη των Ιροκέζων γινόταν η βάση για την κατανόηση της πρωτόγονης ιστορίας της Δύσης. Μολοντούτο η ομοσπονδία των Ιροκέζων δεν ήταν, σύμφωνα με τον Ένγκελς και τον Μόργκαν, η πιο προχωρημένη κοινωνική οργάνωση στην οποία έφτασαν οι Ινδιάνοι της Αμερικής.
«Οι Ινδιάνοι αυτών που αποκαλούν Πουέμπλος του Νέου Μεξικού, οι Μεξικανοί, οι κάτοικοι της Κεντρικής Αμερικής και οι Περουβιανοί βρίσκονταν, την εποχή της κατάκτησης, στο μεσαίο στάδιο της βαρβαρότητας (ή στο τέλος του).[50]
Οι μεγάλοι λοιπόν προκολομβιανοί πολιτισμοί (Ίνκα, Μάγια, Αζτέκοι), βρίσκονταν στο τέρμα της αυτόνομης ιστορία τους, στο σημείο οπού τέλειωνε η ηρωική ιστορία των Ελλήνων κι άρχιζε η ταξική τους ιστορία. Για το λόγο αυτό ο Ένγκελς δεν τις αναλύει, μια και υποθέτει ότι οι θεσμοί τους είναι του ίδιου τύπου με τους θεσμούς των Ελλήνων αλλά, αντίθετα, αναλύει το γένος των Ιροκέζων για να εξηγήσει το πέρασμα στη στρατιωτική δημοκρατία.
Τι χαρακτηρίζει τη στρατιωτική δημοκρατία; Το γεγονός ότι μια αριστοκρατία γενών διαθέτει για τη διεκπεραίωση ενός πολέμου έκτακτες εξουσίες. Οι εξουσίες αυτές είναι περιορισμένες γιατί είναι ταυτόχρονα προσωρινές και παραχωρημένες απ’ το λαό ή το συμβούλιο των Γερόντων. Γι’ αυτό δε μπορούν να γίνουν μόνιμες και, ξεφεύγοντας τον έλεγχο των μελών της κοινότητας, να αντικαταστήσουν τη δική της εξουσία και να οδηγήσουν στην κυριαρχία της αριστοκρατίας των γενών. Η ύπαρξη λοιπόν στρατιωτικής δημοκρατίας δεν σημαίνει το τέλος ή την αντίθεση της δημοκρατικής διακυβέρνησης άλλα μια απ’ τις μορφές της.[51]
Τη δομή αυτή ο Μόργκαν τη βλέπει να εκφράζεται τόσο απ’ τον Αζτέκο στρατιωτικό αρχηγό, όσο κι απ’ τον Έλληνα βασιλέα*. Ο Ένγκελς κι ο Μαρξ τη δέχονται κι οι δύο:
«Η λέξη βασιλεία, που χρησιμοποιούν οι Έλληνες συγγραφείς για την ομηρική ψευδοβασιλεία** (επειδή η διοίκηση του στρατού είναι το βασικό διακριτικό της στοιχείο) που συνοδευόταν απ’ το συμβούλιο και τη συνέλευση του λάου σημαίνει απλά και μόνο στρατιωτική δημοκρατία».[52]
«Ταύτισαν τον Αζτέκο στρατιωτικό αρχηγό, όπως και τον έλληνα βασιλέα, μ’ ένα σύγχρονο πρίγκηπα. Ο Μόργκαν υποβάλλει για πρώτη φορά στην ιστορική κριτική τις διηγήσεις των Ισπανών, στην αρχή γεμάτες περιφρόνηση και υπερβολές κι έπειτα καθαρά ψευδολόγες· αποδείχνει ότι οι Μεξικανοί βρίσκονταν στο μέσο στάδιο της βαρβαρότητας, αλλά ένα στάδιο πιο προχωρημένο απ’ τους Ινδιάνους των Πουέμπλος του Νέου Μεξικού κι ότι η διάρθρωση τους, όσο επιτρέπουν να διαγνώσουμε οι παραμορφωμένες διηγήσεις, αντιστοιχούν σ’ αυτό: μια συνομοσπονδία φυλών, που είχε υποχρεώσει έναν αριθμό από άλλες να της πληρώνουν φόρο και που διευθυνόταν από ομοσπονδιακό συμβούλιο και ένα ομοσπονδιακό στρατιωτικό αρχηγό. Οι Ισπανοί αυτόν τον τελευταίο τον έκαναν “αυτοκράτορα”».[53]
Βρισκόμαστε εδώ μέσα σ’ ένα πολύμορφο σύμπλεγμα παραδοξοτήτων.
Δείχνοντας πως η φυλετική εξέλιξη δημιουργεί αριστοκρατίες, ο Ένγκελς έφτασε στο σημείο εκείνο ακριβώς όπου μπορούσε να επιστρέψει στην υπόθεση του ασιατικού τρόπου παραγωγής και να ερμηνεύσει στο φως της τους μεγάλους προκολομβιανούς πολιτισμούς. Η θεωρητική όμως αυτή δυνατότητα του αφαιρέθηκε απ’ το Μόργκαν που απόκλεισε την υπόθεση ότι η εξουσία μιας φυλετικής αριστοκρατίας θα μπορούσε να μετατραπεί σε απόλυτη εξουσία στα χέρια ενός μονάρχη χωρίς να καταστρέψει η εξουσία αυτή τις αγροτικές ή φυλετικές κοινότητες.[54] Η ύπαρξη μιας φυλετικής αριστοκρατίας άνοιγε μια δυνατότητα που έκλεινε η θεωρία της στρατιωτικής δημοκρατίας.[55] Αλλά, άλλο παράδοξο, ο Μόργκαν είχε δίκιο μη ερμηνεύοντας τον Βασιλέα των ομηρικών επών ή τον μεγάλο Ίνκα σαν φεουδαρχικούς μονάρχες. Άλλωστε, η σύγχρονη κριτική το επιβεβαίωσε, ο έλληνας Βασιλεύς δεν είναι βασιλιάς. Ο Μόργκαν όμως περνά απ’ την απόρριψη της ψευδοβασιλείας του Βασιλέως στην απόρριψη κάθε μορφής βασιλείας στους λαούς της προκολομβιανής Αμερικής και της αρχαίας Ευρώπης. Η εγκυρότητα της επιχειρηματολογίας του στην πρώτη απόρριψη φαινόταν ότι διασφάλιζε και τη δεύτερη. Υπήρχε περίπτωση να μην τον ακολουθήσουν και στο δεύτερο τούτο πεδίο ο Μαρξ και ο Ένγκελς; Όχι, γιατί η αρχαιολογική και γλωσσολογική διερεύνηση των πρώτων αιώνων της Ελλάδας και της Ρώμης βρίσκονταν στα 1880 ακόμη στα σπάργανα. Τελευταίο παράδοξο, οι ανακαλύψεις των καιρών μας έδειξαν ότι οι Έλληνες είχαν βασιλιάδες που δεν ήσαν Βασιλείς άλλα Άνακτες, επιβεβαιώνοντας στο ειδικό αυτό σημείο το Μόργκαν και ακρωτηριάζοντας την κριτική του γενίκευση. Οι ελληνικές αυτές βασιλείες ανήκουν στους παμπάλαιους χρόνους της μυκηναϊκής και κρητικής εποχής, στον πρωταρχικό πυρήνα των προφορικών παραδόσεων που απ’ το 15ο ως τον 7ο αιώνα π.Χ. θα παγιωθούν σε πολύμορφα στρώματα και θα περιλάβουν, σ’ ένα τεράστιο μείγμα, περιγραφές υλικών αντικειμένων και κοινωνικής ζωής των ελληνικών εποχών του ορείχαλκου και του σίδερου.[56] Τη στιγμή όμως που έγραφε ο Μόργκαν, ο Σλήμαν ανακάλυπτε την Τροία (1870 - 73) και άρχιζε τις ανασκαφές στις Μυκήνες (1874). Δημοσιεύει ένα έργο για τις Μυκήνες στα 1878 αφού ερεύνησε την Τίρυνθα και στα 1888 αναγνωρίζει το μέρος όπου βρισκόταν το Ανάκτορο των Μυκηνών. Το αποφασιστικό στάδιο φτάνει μετά το θάνατο του Ένγκελς όταν ο Σερ Α. Έβανς ανακαλύπτει απ’ τα 1900 ως τα 1905 την Ορειχάλκινη εποχή και το μινωικό πολιτισμό της Κρήτης.[57] Στα 1951, ο κ. Βέντρις άρχιζε την αποκρυπτογράφηση της γραμμικής γραφής Β. Ακολουθήθηκε απ’ τον κ. Τσάντγουϊκ (1953) και τις συζητήσεις που ακόμη γίνονται ανάμεσα στους κ.κ. Μπλέγκεν, Πάλμερ, κλπ. Λοιπόν, υπέρτατο παράδοξο για την ανάλυση αυτή των περιπετειών του όρου του ασιατικού τρόπου παραγωγής, οι ελληνικές αυτές βασιλείες παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τις μεγάλες κοινωνίες της ορειχάλκινης εποχής της ανατολικής Μεσογείου που ήταν σύγχρονες τους, κοινωνίες στις οποίες θα πρέπει να εφαρμόσουμε την κατηγορία του ασιατικού τρόπου παραγωγής, Στο κέντρο της μυκηναϊκής κοινωνίας βλέπουμε το ανάκτορο και το βασιλιά που «συγκεντρώνει και συνενώνει στο πρόσωπό του όλα τα στοιχεία», θρησκευτικά πολιτικά στρατιωτικά διοικητικά και οικονομικά του ηγεμόνα. Ο βασιλιάς ρυθμίζει, με τη βοήθεια υπηρεσιών και αξιωματούχων, την παραγωγή, την κατανομή και την ανταλλαγή των αγαθών μέσα σε μια κοινωνία που αγνοεί εμπόριο και νόμισμα. Οι παραγωγοί είναι συγκεντρωμένοι σε αγροτικές κοινότητες που κατέχουν συλλογικά γαίες που ίσως γίνονται αντικείμενο περιοδικής αναδιανομής.[58] Η εξάρτηση τους απ’ το βασιλιά δεν είναι απόλυτη στο βαθμό που οι συνθήκες παραγωγής δεν καθιστούν αναγκαία τη συνεργασία σε πλατιά κλίμακα των κοινοτήτων. Οι κοινότητες λοιπόν είναι υποταγμένες στο βασιλιά και την πολεμική αριστοκρατία που τον περιβάλλει και που τον εκπροσωπεί στα συμβούλια των γερόντων στους αγροτικούς δήμους. Με τη δωρική εισβολή του 12ου αιώνα,
«δεν υπόκυψε απλά και μόνο μια δυναστεία στην πυρκαγιά που κατάστρεφε με τη σειρά Πύλο και Μυκήνες, αλλά κι ένας τύπος βασιλείας καταστράφηκε για πάντα, μια ολόκληρη κοινωνική ζωή συγκεντρωμένη γύρω απ’ το ανάκτορο εξαφανίστηκε οριστικά, το πρόσωπο του θεϊκού βασιλέα χάνεται απ’ τον ελληνικό ορίζοντα»,[59]
Την εποχή του ορείχαλκου διαδέχεται η εποχή του σίδερου και την ανακτορική κοινωνία ακολουθεί με βραδύτητα η Πόλις,*** η ελληνική πόλη.[60] Έρχονται αντιμέτωπες δυο εχθρικές ομάδες, οι αγροτικές κοινότητες και μια πολεμική αριστοκρατία που κατέχει το νομικό και θρησκευτικό μονοπώλιο. Μέσα στους κόλπους μιας κοινωνίας κατά κάποιο τρόπο λιγότερο περίπλοκης και ανεπτυγμένης απ’ την κρητο-μυκηναϊκή, εμφανίζεται μια άλλης μορφής Βασιλεία**** που δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο ένα άλλο βασιλικό καθεστώς ή κληρονόμημα της παλιάς μοναρχίας. Ανάμεσα λοιπόν στην παλιά κοινωνία και τη διαδοχή της που οδηγεί στην Πόλιν***** και στη δουλοκτησία υπάρχει ασυνέχεια.
Αλλά, τελευταίο παράδοξο, στο φως της καινούργιας αυτής πληροφόρησης οι περιγραφές της ελληνικής κοινωνίας απ’ τον Μόργκαν και τον Ένγκελς ταυτόχρονα διαψεύδονται και επιβεβαιώνονται. Διαψεύδονται όταν δεν αναφέρονται πια στους πρώτους αιώνες της εξέλιξης των ελληνικών λαών, αλλά στους τελευταίους και επιβεβαιώνονται όταν αναφέρονται στους τελευταίους αιώνες, όπου η ατομική ιδιοκτησία αναπτύσσεται κι εμφανίζεται ένα νέο Κράτος στην υπηρεσία ατομικών συμφερόντων, το αθηναϊκό Κράτος, τυπική μορφή οργάνου εξουσίας μιας κυρίαρχης τάξης. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η έννοια της στρατιωτικές δημοκρατίας θα μπορούσε να διατηρηθεί για να προσδιορίσει μια κοινωνία όπου κυριαρχεί μια πολεμική αριστοκρατία, χωρίς πια ν’ αποτελεί εμπόδιο για την αναγνώριση της ύπαρξης βασιλικών καθεστώτων στους αρχαίους καιρούς της Ελλάδας. Μολοντούτο δε θα μπορούσε πια να θεωρείται έγκυρη η ανάλυση του Ένγκελς σύμφωνα με την οποία «το Κράτος γεννιέται άμεσα απ’ τους ανταγωνισμούς των τάξεων που αναπτύσσονται μέσα στην ίδια την κοινωνία των γενών».[61] Γιατί πριν απ’ το αθηναϊκό Κράτος, τα Κράτος εμφανίστηκε στην Κρήτη και στις Μυκήνες και η στρατιωτική δημοκρατία δεν είναι το προκρατικό στάδιο, άλλα ένα στάδιο ανάμεσα σε δυο μορφές Κράτους, το Κράτος «ασιατικού» τύπου και την τυπική πόλη - κράτος της Ελλάδας.
Συνοψίζοντας την πολύ σύντομη αυτή ανάλυση της Καταγωγής της Οικογένειας, τονίζουμε ότι η εγκατάλειψη απ’ τον Ένγκελς της έννοιας του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής δεν οφείλεται σε σκοτεινές αιτίες πολιτικού χαρακτήρα, όπως διατείνεται ο Βιτφόγκελ,[62] αλλά στην επίδραση του Μόργκαν, στην εγκυρότητα της κριτικής που κάνει στον Έλληνα Βασιλέα και στο Ρωμαίο Rex, κριτική που τον οδήγησε στην αμφισβήτηση της ύπαρξης κάθε είδους βασιλείας στην πρωτόγονη ιστορία των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Αυτό που διαφαίνεται μέσ’ απ’ την επίδραση τούτη του Μόργκαν είναι το επίπεδο επιστημονικής πληροφόρησης στα μέσα του 19ου αιώνα πάνω στην πρωτόγονη αυτή ιστορία.[63] Για τους σοφούς της εποχής εκείνης η ιστορία τούτη άρχιζε με την πρώτη Ολυμπιάδα. Στις μέρες μας, η αρχαιολογία πλάτυνε κατά δύο χιλιετηρίδες την ιστορία αυτή και αποκάλυψε στην Ευρώπη κοινωνικές σχέσεις που θυμίζουν την Εγγύς Ανατολή.[64] Η υπόθεση (hypothèse) του ασιατικού τρόπου παραγωγής φαίνεται λοιπόν ν’ αποκτά μια βαρύτητα που δεν την είχε καθόλου προβλέψει ο Μαρξ, έκτος μόνο στη θεωρητική μορφή της περίφημης σημείωσης του Κεφαλαίου, που έμεινε σκοτεινή για πολύν καιρό, όπου τοποθετούσε τον αρχαίο τρόπο παραγωγής,
«μετά τη διάλυση της πρωταρχικά αδιαίρετης ανατολικής ιδιοκτησίας και πριν απ’ την ουσιαστική επικράτηση στην παραγωγή της δουλοκτησίας».[65]
Σ’ αυτήν ακριβώς την περίοδο παραπέμπει η ανάλυση του Ένγκελς, στην εποχή δηλαδή του αληθινού «ελληνικού θαύματος» που σφραγίζεται με τη γενίκευση της ατομικής ιδιοκτησίας και την ανάπτυξη της εμπορευματοπαραγωγής. Εκεί εγκαινιάστηκε πραγματικά η γραμμή δυτικής ανάπτυξης που ο Ένγκελς καθόρισε τα βασικά της χαρακτηριστικά.
Απομένει τώρα να περιγράψουμε με συντομία και τα αλλά επεισόδια της περιπέτειας του όρου μετά τον Ένγκελς και να συνειδητοποιήσουμε το τεράστιο «ιδεολογικό» φορτίο που κουβαλά ο όρος αυτός και απ’ το οποίο θα πρέπει να τον ξαλαφρώσουμε, αν θέλουμε να ξαναγίνει μια σοβαρή υπόθεση εργασίας στα χέρια του ιστορικού ή του εθνολόγου.
Επικράτησε λοιπόν όλο και πιο πολύ η τάση να θεωρείται το έργο του Ένγκελς σαν η οριστική εξήγηση του νόμου ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Με βάση το νόμο αυτό κάθε κοινωνία θάπρεπε να εντάσσεται λιγότερο ή περισσότερο σ’ ένα απ’ τα 4 στάδια που απαριθμεί ο Ένγκελς και να αναπαράγει περισσότερο ή λιγότερο τα χαρακτηριστικά της δυτικής κοινωνίας που προμήθεψαν το τυπικό σχήμα για το στάδιο αυτό.
Μολαταύτα, για καιρό ακόμη οι μαρξιστές χρησιμοποιούσαν τον όρο αυτό για να φωτίσουν ιδιαίτερες πλευρές της ανάπτυξης ορισμένων κοινωνιών. Ο Λένιν, για παράδειγμα, μιλάει για «μισοασιατικό» καθεστώς στη Ρωσία, επεκτείνοντας ορισμένες ιδέες του Μαρξ για το δεσποτικό ρόλο του Κράτους στη Ρωσία στην εκμετάλλευση των αγροτικών κοινοτήτων. Με αφετηρία αυτό, υπογραμμίζει τον καθυστερημένο και ιδιόμορφο χαρακτήρα της ανάπτυξης του φεουδαρχισμού στην Ευρωπαϊκή Ρωσία.[66] Στην Κίνα πάλι και στην Ιαπωνία συζητήθηκε και εφαρμόστηκε ο όρος απ’ τους μαρξιστές.
Η γενική τάση όμως ήταν η εγκατάλειψη του όρου. Ο Πλεχάνωφ στα Βασικά προβλήματα του Μαρξισμού (1908) υποθέτει ότι ο Μαρξ μετά τη μελέτη του Μόργκαν εγκατέλειψε την παλιά του υπόθεση, ή τουλάχιστο έπαψε να θεωρεί τον ασιατικό τρόπο παραγωγής σαν «προοδευτικό» στάδιο της ανθρωπότητας, όπως έκανε στα 1859, στη Συμβολή. Η ερμηνεία του Πλεχάνωφ ενίσχυε την εντύπωση ότι ασιατικός τρόπος παραγωγής σήμαινε στασιμότητα χιλιετηρίδων.[67] Άλλωστε, η τάση να βλέπουμε στην τριάδα δουλοκτησία, φεουδαρχία, κεφαλαιοκρατία έναν παγκόσμιο νόμο εξέλιξης για όλες τις κοινωνίες, οδηγούσε στο να ξεχνιέται ο εντελώς ιδιόμορφος χαρακτήρας εξέλιξης των Γερμανών που περιγράφτηκε απ’ τον Ένγκελς. Ο Ένγκελς μας δείχνει τα γερμανικά φυλά (tribus), ομόσπονδα και οργανωμένα, κατά την άποψη του, σε «στρατιωτική δημοκρατία» όπως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι των «ηρωικών» χρόνων, ν’ ακολουθούν μια εντελώς διαφορετική γραμμή, μια και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση οδεύουν προς «προφεουδαρχικές» βασιλείες. Μας δείχνει έτσι τις αταξικές κοινωνίες να εξελίσσονται προς μια ταξική κοινωνία και προς ένα ταξικό Κράτος χωρίς να περάσουν απ’ τον αρχαίο και δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής. Έτσι, γινόταν έκδηλη η ιδιαιτερότητα της ελληνορωμαϊκής εξέλιξης καθώς ήταν μια απ’ τις μορφές περάσματος στην ταξική διάρθρωση κι όχι η μόνη μορφή περάσματος. Η υπόθεση μιας πολλαπλής εξέλιξης προς τις τάξεις έπεφτε σιγά - σιγά στο σκοτάδι καθώς η ανάλυση του Ένγκελς έπεφτε στη λήθη.
Ένα άλλο επεισόδιο που έμελλε να δυσκολέψει πιο πολύ ακόμη την επιστημονική ανάλυση των υποθέσεων του Μαρξ: ύστερ’ απ’ την αποτυχία της κινέζικης επανάστασης του 1927, άνοιξε μια συζήτηση πάνω στην κατεύθυνση της επανάστασης στην Ασία. Μερικοί, στηριζόμενοι πάνω σε παραπομπές στα γραφτά του Μαρξ για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής επικαλέστηκαν τη «στασιμότητα» της Ασίας για να δικαιολογήσουν το σκεπτικισμό τους απέναντι στις πιθανότητες επανάστασης στην Κίνα. Καταδικάστηκαν, και μαζί τους και η υπόθεση του ασιατικού τρόπου παραγωγής, που θεωρήθηκε εμπόδιο στη σωστή ανάλυση της ιστορίας της Κίνας.[68]
Τελευταία ατυχία που ολοκλήρωσε τη δυσφήμιση του όρου στα μάτια των μαρξιστών ήταν το περιμάζεμα του πεταμένου απ’ τους μαρξιστές όρου από κάποιο σινολόγο, τον Βιττφόγκελ, που τον χρησιμοποίησε για ν’ αποδείξει ότι οι μαρξιστές είχαν αποδιώξει τον όρο από φόβο μήπως διαγνωσθεί σ’ αυτόν η ομολογία του ολοκληρωτισμού τους, η ομολογία ότι πάνω σε μορφές σοσιαλιστικής συλλογικής ιδιοκτησίας μπορεί να οικοδομηθεί ένα γραφειοκρατικό καθεστώς με δεσποτική εξουσία.
Ύστερα απ’ όλη αυτή την ιστορία, μερικοί μαρξιστές έφτασαν να μιλούν για κάποιο «λεγόμενο ασιατικό τρόπο παραγωγής, μια άποψη που ποτέ δεν ανάπτυξε ο Μαρξ», για μια «λαθεμένη θεωρία περί ασιατικού τρόπου παραγωγής, λαθεμένη γιατί βασίστηκε σε έναν ειδικό δρόμο ανάπτυξης των ανατολικών λαών και σε μια υποτιθέμενη στασιμότητα»... για «διαβεβλημένες και αντιδραστικές απόψεις»[69] κλπ,... ο κατάλογος είναι πολύ μεγάλος.
Η ουσία όμως του θέματος δεν είναι εδώ. Βρίσκεται στο μετασχηματισμό και τον εκφυλισμό των υποθέσεων που είχαν διατυπωθεί απ’ το Μαρξ και τον Ενγκελς με σκοπό να φωτισθεί η ιστορία της ανθρωπότητας. Την ιστορία τούτη πολλοί μαρξιστές την αντιμετώπιζαν τώρα στερημένοι απ’ τη διπλή υπόθεση του ασιατικού τρόπου παραγωγής και της πολλαπλότητας των μορφών περάσματος στην ταξική κοινωνία. Έτσι, τους απέμεινε μόνο ένας επιβαλλόμενος δρόμος: να ερευνούν πώς έγινε το πέρασμα απ’ την πρωτόγονη κοινότητα (έχοντας αποκλεισθεί ο ασιατικός τρόπος παραγωγής) ακολουθώντας μετά μια πορεία λίγο - πολύ κατ’ εικόνα της πορείας των δυτικών κοινωνιών (δουλοκτησία, φεουδαρχία, κεφαλαιοκρατία). Ο ιστορικός ολισμός, ανοιχτό σύστημα υποθέσεων προς επαλήθευση, μετατράπηκε και εκφυλίστηκε έτσι σε «φιλοσοφία της ιστορίας», φιλοσοφία που ο Μαρξ στιγμάτιζε στη Γερμανική Ιδεολογία σαν «συνταγή, σχήμα στο οποίο οφείλουν να εναρμονιστούν οι ιστορικές εποχές».
Αυτό το σχήμα - συνταγή, αντίποδας του μαρξισμού, βρήκε την καθαρότερη έκφραση και επικύρωση του στο κείμενο του Ι. Στάλιν Διαλεκτικός και Ιστορικός υλισμός. Σκοπός πολλών μαρξιστών ιστορικών έγινε λοιπόν, κατά περίεργο τρόπο, όχι η διάγνωση της ιστορίας, αλλά η «επανεύρεσή» της, η επανεύρεση ενός δουλοκτητικού σταδίου, ενός φεουδαρχικού, κλπ. Τα γεγονότα όμως είναι πεισματάρικα και οι κοινωνίες έμπαιναν με πολύ μεγάλο κόπο ή δεν έμπαιναν καθόλου μέσα στα προκατασκευασμένα αυτά συμπεράσματα κι η ανταρσία τους αυτή έτρεφε τα δράματα των περιοδοποιήσεων –κοινωνιολογικών, όχι χρονολογικών– που επιτρέπουν να χαρακτηριστούν μ’ έναν τρόπο παραγωγής οι κοινωνίες, δουλοκτητικό, φεουδαρχικό ή άλλο. Αναφέρουμε για δείγμα τις ατέρμονες διαμάχες των επιστημόνων όταν «ανακαλυπτόταν» ένα δουλοκτητικό στάδιο στις Ινδίες, στην Ιαπωνία, στην Κίνα,[70] στο Βιετνάμ ή στη Μαύρη Αφρική. Στο έργο του Π. Α, Ντάνγκε «India from primitiv ecommunism to slavery» (1949) υποστηριζόταν ότι με την εξέλιξη των αρείων σημειώνεται το πέρασμα απ’ την πρωτόγονη κοινοκτημοσύνη στη δουλοκτησία, χωρίς να λαβαίνονται υπ’ όψη οι καινούργιες πηγές της αρχαιολογίας πάνω στους αγροτικούς πολιτισμούς του Μοχέντζο - Ντάρο, της Χαράππα, κλπ. Μολοντούτο, άλλοι μαρξιστές ειδικοί έδωσαν ξεκάθαρη απάντηση. Ο Κοζάμπι τόνισε ότι,
«Ο Ντάνγκε διακατέχεται τόσο πολύ απ’ το άγχος να βρει τα στάδια που καθόρισε ο Ένγκελς, ώστε μπορούμε να βρούμε χοντροκομμένες αντιφάσεις σχεδόν σε κάθε σελίδα του βιβλίου του... Να ανακατώνεις αστήρικτες υποθέσεις με τσιτάτα του Ένγκελς, δεν αρκεί».[71]
Και για την Κίνα έγινε ανάλυση με την ίδια θεωρητική προοπτική, που καθορίστηκε μ’ αυτό τον τρόπο απ’ τον Κουό Μο Γιο:
«Σύμφωνα με τις απόψεις του Μαρξ, οι φάσεις ανάπτυξης της κοινωνίας μπορούν να συντομευτούν αλλά όχι να υπερπηδηθούν... Δεν είναι δυνατό ένα μόνο έθνος να φτάσει στο φεουδαρχισμό χωρίς να περάσει απ’ τη δουλοκτησία και μάλιστα ούτε από μια ημιδουλοκτησία»[72]
Και η History of China (Πεκίνο 1958) διαβεβαίωνε σχετικά με την κοινωνία των Τσού που η ερμηνεία της διαμφισβητείται πολύ έντονα ακόμη:
«Οι Τσου είχαν κι αυτοί μια δουλοκτητική κοινωνία. Η εκμεταλλεύτρια τάξη περιλάβαινε το βασιλιά, τους φεουδάρχες πρίγκιπες και την αριστοκρατία ενώ οι εκμεταλλευόμενοι ήταν οι αγρότες και οι δούλοι».[73]
Μπρος στην αποτυχία του δογματισμού αυτού έφτασαν μέχρι να αποτολμήσουν ανατροπή του σχήματος των τεσσάρων σταδίων αμφισβητώντας το, κατά κάποιο τρόπο, απ’ τα μέσα, χωρίς να το απορρίψουν. Μη διαθέτοντες άλλες κατηγορίες απ’ αυτές της δουλοκτησίας και της φεουδαρχίας και έχοντας επίγνωση του μη δουλοκτητικού χαρακτήρα πολλών κοινωνιών όπου υπήρχαν μορφές εκμετάλλευσης του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο, πολλοί ιστορικοί «έχωσαν» τις κοινωνίες αυτές στην κατηγορία της φεουδαρχίας που διαστελλόταν έτσι απροσμέτρητα, παραμορφώνοντας το δογματικό σχήμα χωρίς να το εξαλείψει όμως. Αναφέρουμε, σαν οριακή περίπτωση, έναν απ’ τους συμμετάσχοντες στη συζήτηση που έγινε στο Marxism Today στα 1960 - 62 σχετικά με τα μαρξιστικά σχήματα εξέλιξης των κοινωνιών:
«Ο Όμηρος, αντανακλώντας το μυκηναϊκό πολιτισμό και έχοντας ολοκληρωθεί τελικά γύρω στα 750 π.Χ., δε δίνει έναν πίνακα πρωτόγονης κοινότητας ή δουλοκτητικής κοινωνίας: μάλλον μια φεουδαρχική κοινωνία περιγράφει. Με λίγα λόγια, στον κλασσικό κόσμο, ο φεουδαρχισμός φαίνεται να προηγήθηκε και να διαδέχτηκε ταυτόχρονα τη δουλοκτησία.»[74]
Τελικά όμως, ο όρος «φεουδαρχία», μ’ όλη τη διαστολή του, παράμεινε αιχμάλωτος του σχήματος που αμφισβητούσε η διαστολή του αυτή. Κατά περίεργο τρόπο, η κριτική αυτή του δογματισμού οδηγούσε τους μαρξιστές στις θέσεις τόσο μη μαρξιστών ιστορικών που εφευρίσκουν «φεουδαρχισμό» κάθε φορά που βρίσκουν αριστοκρατία,[75] θέσεις που κριτικάρησε ανελέητα ο Μαρκ Μπλοχ στα 1940.[76] Αυτός κρατούσε απ’ όλες τις «εξωτικές» φεουδαρχίες μόνο την Ιαπωνία και για τις άλλες περίμενε συμπληρωματικές αποδείξεις, προσεγγίζοντας τις θέσεις του Μαρξ στο Κεφάλαιο.[77]
Τέλος, μπρος στη διπλή αποτυχία του τυφλού δογματισμού και των δύσμορφων θεωρητικών αναθεωρήσεων, πολλοί ιστορικοί προσπαθούσαν να «σώσουν τα γεγονότα τους» και αρνούνταν να δώσουν μια οποιαδήποτε εξηγητική θεωρητική ερμηνεία. Ο εμπειρισμός αυτός, μ’ όλο που συσσώρευε τεράστιες ποσότητες νέων γεγονότων, οδηγούσε στο παράδοξο φαινόμενο να τα υπερασπίζει απέναντι στα παλιά α-νοήματα και παρα-νοήματα της θεωρίας, στερώντας τα εντελώς από νόημα. Τα γεγονότα όμως που ερμηνεύονταν μεσ’ απ’ τα παλιά δογματικά σχήματα είχαν το θεωρητικό τους νόημα, το «αληθινό» τους νόημα. Τα αναρίθμητα αυτά γεγονότα που συσσωρεύτηκαν χωρίς θεωρία ή πάνω στη βάση λαθεμένων θεωριών, αποτελούν το θετικό απολογισμό της προσπάθειας πολλών μαρξιστών ιστορικών που μελέτησαν τη μη - δυτική ιστορία. Πλάι σ’ αυτούς, όμως, υπήρξαν κι άλλοι που εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν την υπόθεση του ασιατικού τρόπου παραγωγής για να φωτίσουν την ιστορία της Κίνας όπως ο Ε. Βέλσκοπφ και ο Φ. Τοκέι, της Ιαπωνίας ή της προκολομβιανής εποχής όπως ο Α. Μετρώ.
Η σύντομη τούτη ανάλυση της μοίρας του ορού «ασιατικός τρόπος παραγωγής» δείχνει καθαρά, κατά τη γνώμη μας, το τεράστιο φορτίο θεωρητικών παραμορφώσεων και αντιφατικών ιδεολογιών που ο όρος τούτος έγινε αγωγός του. Θεωρήσαμε αναγκαίο να αφιερώσουμε πολύ κόπο και χρόνο για τη διεξοδική ανασύσταση του ακριβούς περιεχόμενου του όρου αυτού στο Μαρξ και στον Ένγκελς, και να παρακολουθήσουμε τις θεωρητικές περιπέτειες του απ’ την Καταγωγή της Οικογένειας, περιπέτειες που οφείλονταν σε πολλαπλά αίτια, άλλα που όλες οδηγούσαν στη μετατροπή των υποθέσεων του ιστορικού υλισμού σε φιλοσοφία της ιστορίας, σώμα δογματικών συνταγών με τις όποιες ο ιστορικός θα χειρίζεται μηχανιστικά το ιστορικό υλικό που του εμπιστεύτηκαν.
Χωρίς ξεκάθαρη θεωρητική γνώση του πρωταρχικού περιεχόμενου της έννοιας και των διαδοχικών παραμορφώσεων του, πιστεύουμε ότι είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να φέρουμε τον όρο αυτό στη δημοσιότητα και να ζητήσουμε απ’ τους μελετητές να τον δοκιμάσουν στα γεγονότα που έχουν στη διάθεση τους. Το να θεωρήσουμε, άλλωστε, ότι αρκεί η απλή ανάγνωση των κειμένων του Μαρξ χωρίς θεωρητικό σχολιασμό για ν’ αποφευχθούν τα παλιά στραβοπατήματα, ισοδυναμεί με το να πιστεύουμε ότι μπορούμε να διαβάσουμε το Κεφάλαιο ή μια πραγματεία θεωρητικής φυσικής, χωρίς προηγούμενη προπαρασκευή, σημαίνει εφησυχασμό στην παλιά καλή θετικιστική μέθοδο, αναβάλλοντας γι’ αργότερα τη θεωρητική ανάλυση.
Συμπερασματικά, θα θέλαμε να προτείνουμε μια καινούργια ερμηνεία του όρου «ασιατικός τρόπος παραγωγής» και, καθώς ανακύπτει αναπόφευκτα το πρόβλημα, μερικές υποθέσεις πάνω σ’ αυτό που ονομάζουμε τυπική γραμμή ανάπτυξης της ανθρωπότητας.
IV.— Υποθέσεις πάνω στη φύση και τους νόμους εξέλιξης του ασιατικού τρόπου παραγωγής και στον ορό της τυπικής γραμμής ανάπτυξης της ανθρωπότητας
Α.— Φύση του Ασιατικού τρόπου παραγωγής
Ο Μαρξ μας έδωσε, με τον όρο «ασιατικός τρόπος παραγωγής», την εικόνα κοινωνιών, όπου ξεχωριστές μεταξύ τους αγροτικές κοινότητες υπόκεινται στην εξουσία μιας μειοψηφίας ατόμων - εκπροσώπων μιας ανώτερης κοινότητας, έκφρασης της πραγματικής ή φανταστικής ενότητας των κοινοτήτων αυτών. Η εξουσία αυτή, στην αρχή, εδράζεται σε λειτουργίες κοινού συμφέροντος (θρησκευτικές, πολιτικές, οικονομικές) και σταδιακά μετασχηματίζεται σε εκμεταλλευτικού χαρακτήρα εξουσία χωρίς να χάσει το λειτουργικό χαρακτήρα της. Τα ειδικά οφέλη που καρπώνεται η μειοψηφία τούτη εξ αιτίας των υπηρεσιών που παρέχει στις κοινότητες, μετατρέπονται σε υποχρεώσεις χωρίς αντάλλαγμα, δηλαδή σε εκμετάλλευση. Συχνά οι κοινότητες απαλλοτριώνονται απ’ το έδαφός τους που γίνεται ιδιοκτησία του βασιλιά, προσωποποίησης της ανώτερης κοινότητας. Έχουμε λοιπόν εκμετάλλευση του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο κι εμφάνιση εκμεταλλεύτριας τάξης χωρίς ατομική ιδιοκτησία του εδάφους.
Πιστεύουμε ότι η εικόνα αυτή φανερώνει μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που τη χαρακτηρίζει μια δομή αντιφατική. Η μορφή αυτή είναι η ενότητα κοινοτικών δομών κι ενός εμβρύου εκμεταλλεύτριας τάξης. Η ενότητα των δυο αυτών αντιφατικών στοιχείων εδράζεται ακριβώς στο γεγονός ότι τις ξεχωριστές αυτές κοινότητες τις εκμεταλλεύεται η μειοψηφία αυτή στ’ όνομα μιας ανώτερης κοινότητας. Η κοινωνία λοιπόν που χαρακτηρίζεται απ’ την αντίφαση αυτή, παρουσιάζεται ταυτόχρονα σαν η τελευταία μορφή αταξικής κοινωνίας (αγροτικές κοινότητες) και μια πρώτη μορφή ταξικής κοινωνίας (μειοψηφία που ασκεί κρατική εξουσία, ανώτερη κοινότητα).
Κάνουμε λοιπόν την υπόθεση (hypothèse) ότι ο Μαρξ περίγραψε, χωρίς να έχει σαφή επίγνωση, μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που προσιδιάζει στο πέρασμα απ’ την αταξική κοινωνία στην ταξική, μια μορφή που περιέχει την αντίφαση του περάσματος απ’ την αταξική στην ταξική κοινωνία.
Πιστεύουμε ότι η θεωρητική αυτή υπόθεση επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί ο όρος «ασιατικός τρόπος παραγωγής» είναι ο καταλληλότερος για, το φωτισμό εποχών και κοινωνιών της αρχαίας Ευρώπης (κρητομηκυναϊκές ή ετρουσκικές βασιλείες), της Μαύρης Αφρικής (βασίλεια και αυτοκρατορίες του Μάλι, της Γκάνα, βασιλεία Μπαμούν κλπ.) και της προ-κολομβιανής Αμερικής (μεγάλοι αγροτικοί πολιτισμοί της Μέσης Αμερικής και των Άνδεων). Οι πολύμορφες αυτές ξεχωριστές πραγματικότητες έχουν ένα κοινό σημείο, μια κοινή δομή που συνδυάζει κοινοτικές σχέσεις και έμβρυο τάξης και αναφέρεται σε μια ταυτόσημη κατάσταση περάσματος στην ταξική κοινωνία, Η σχέση αυτή κατάστασης και δομής επιτρέπει να διαφωτίσουμε τη γεωγραφική και ιστορική παγκοσμιότητα της μορφής αυτής κοινωνικής οργάνωσης που εμφανίζεται όταν αναπτύσσονται οι συνθήκες του περάσματος στην ταξική κοινωνία, είτε πρόκειται για το τέλος της 4ης χιλιετηρίδας π.Χ. στην Αίγυπτο με το πέρασμα απ’ τις φυλετικές (tribales) κοινωνίες του Νείλου στα δυο βασίλεια κι έπειτα σε μια ενοποιημένη βασιλεία,[78] είτε πρόκειται για το 19ο αιώνα με τη γένεση της βασιλείας Μπαμούν στο Καμερούν. Οι αρχαιολογικές και εθνολογικές γνώσεις που συσσωρεύτηκαν στο 19ο αιώνα, πολλαπλασιάζοντας τα παραδείγματα των κοινωνιών που βρίσκονταν σε πέρασμα προς την ταξική δομή, προσφέρουν στον όρο ένα πεδίο εφαρμογής που δε μπορούσαν να προβλέψουν ο Μαρξ και ο Ένγκελς. Με την ολοένα και μεγαλύτερη επέκταση του στο χώρο και το χρόνο, ο όρος θα πάψει να χαρακτηρίζει αποκλειστικά την Ασία και θα χρειαστεί να εγκαταλείψουμε το επίθετο «ασιατικός».
Β.— Εμφάνιση και μορφές του ασιατικού τρόπου παραγωγής
Μέσα στην προοπτική της γενικής αυτής θεωρητικής υπόθεσης, το δεύτερο πρόβλημα που πρέπει να τεθεί είναι η συστηματική μελέτη των συνθηκών περάσματος στην ταξική κοινωνία, της εμφάνισης των μεταβατικών καταστάσεων.
Σύμφωνα με το Μαρξ, ο ασιατικός τρόπος παραγωγής συνδέεται με την αναγκαιότητα οργάνωσης μεγάλων οικονομικών εργασιών που ξεπερνούν τα μέσα των ξεχωριστών κοινοτήτων ή των μεμονωμένων ατόμων και που αποτελούν για τις κοινότητες αυτές τους όρους της παραγωγικής τους δραστηριότητας. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εκδηλώνονται μορφές συγκεντρωτικής εξουσίας που αποκαλούνται, με μια συνήθεια που υπάρχει απ’ το 17ο αιώνα, «ανατολικός δεσποτισμός».[79] Το Κράτος και η κυρίαρχη τάξη παρεμβαίνουν άμεσα στις συνθήκες της παραγωγής και η αντιστοιχία παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων εκδηλώνεται άμεσα στην οργάνωση της μεγάλης κλίμακας έργων.
Πιστεύουμε ότι η υπόθεση αυτή δεν εξαντλεί μόνη της όλες τις δυνατές συνθήκες για τη μετάβαση στον «ασιατικό» τρόπο παραγωγής ακόμη κι αν δίνει το κλειδί των τυπικών και πιο ανεπτυγμένων μορφών του τρόπου αυτού παραγωγής. Προτείνουμε τη σύζευξη και μιας δεύτερης υπόθεσης σ’ αυτή του Μαρξ. Υποθέτουμε ότι μπορεί να υπάρξει και άλλος δρόμος και άλλη μορφή ασιατικού τρόπου παραγωγής, όπου μια μειοψηφία εξουσιάζει και εκμεταλλεύεται τις κοινότητες χωρίς να παρεμβαίνει άμεσα στις παραγωγικές συνθήκες τους, άλλα παρεμβαίνοντας έμμεσα με την κάρπωση από μέρους της πλεονάσματος σε εργασία ή σε είδος. Στη δυτική Αφρική, η εμφάνιση των βασιλείων της Γκάνα, του Μάλι, του Σονγκάϊ[80] κλπ. δεν οφείλεται στην οργάνωση μεγάλων έργων, αλλά συνδέεται με τον έλεγχο του διαφυλετικού διαπεριφερειακού εμπορίου που ασκούσαν φυλετικές αριστοκρατίες και βασιζόταν στην ανταλλαγή πολύτιμων προϊόντων, χρυσού, ελεφαντόδοντου δερμάτων κλπ., ανάμεσα στη Μαύρη και την Άσπρη Αφρική.[81] Στη Μαδαγασκάρη, πλάι στο βασίλειο των Ιμερίνα που βασιζόταν στην αρδευτική ρυζοκαλλιέργεια και επέτρεπε την αξιοποίηση των αλυκών της πεδιάδας Ταναναρίβης,[82] εμφανίστηκε και το βασίλειο Σακαλάβε που βασιζόταν στη νομαδική κτηνοτροφία και το εμπόριο βοοειδών και δούλων.[83]
Η θεωρητική μας υπόθεση δίνει τη δυνατότητα να φωτιστεί καλύτερα η εμφάνιση μιας κυρίαρχης τάξης στις αγροτικές κοινωνίες που δεν στηρίζεται σε μεγάλα αγροτικά έργα ή στηρίζεται στην κτηνοτροφία. Έτσι θα αποφευχθούν ίσως οι δυσκολίες και οι αντιφάσεις που δημιούργησαν εκφράσεις του τύπου «νομαδικός φεουδαλισμός» (μογγολική φεουδαρχία κλπ.).[84]
Συγκρίνοντας τις δυο αυτές μορφές ασιατικού τρόπου παραγωγής με ή χωρίς μεγάλα δημόσια έργα, διαπιστώνουμε με ότι έχουν ένα κοινό σημείο: η εμφάνιση μιας αριστοκρατίας που διαθέτει κρατική εξουσία κι εξασφαλίζει τις βάσεις της ταξικής εκμετάλλευσης με την κάρπωση ενός μέρους απ’ το προϊόν των κοινοτήτων (σε εργασία ή σε γέννημα). Ανάλογα όμως με το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν μεγάλα δημόσια έργα, εμφανίζεται ή όχι γραφειοκρατία και απόλυτα, συγκεντρωτική εξουσία, που αποκλήθηκε, μ’ έναν αόριστο και παλιωμένο όρο, «δεσποτισμός». Δεν πιστεύουμε λοιπόν ότι πρέπει να αναζητούμε παντού με μηχανιστικό τρόπο όπως κάνει ο Βιτφόγκελ, τεράστια έργα, προπάντων αρδευτικού χαρακτήρα, και μια έντονα συγκεντρωτική γραφειοκρατική εξουσία, για να διαγνώσουμε «ασιατικό» τρόπο παραγωγής.[85] Ο θεωρητικός μας στόχος μάλλον θα έπρεπε να είναι η επεξεργασία μιας τυπολογίας των διαφόρων μορφών του τρόπου αυτού παραγωγής με ή χωρίς έργα, με ή χωρίς γεωργία και η επεξεργασία ταυτόχρονα μιας τυπολογίας μορφών κοινοτήτων μέσα στις οποίες συγκροτείται ο τρόπος αυτός παραγωγής. Μπορούμε ακόμη να καθορίσουμε πολλές διαδικασίες εισαγωγής της ανισότητας στις αταξικές κοινωνίες, εμφάνισης ανταγωνιστικών αντιθέσεων και σχηματισμού κυρίαρχης τάξης. Για την επίτευξη του στόχου τούτου είναι απαραίτητη η συνεργασία ιστορικών της Αρχαιότητας και εθνολόγων.
Προσπαθήσαμε να καθορίσουμε τη δομή και μερικές μορφές και συνθήκες εμφάνισης του ασιατικού τρόπου παραγωγής· τώρα θα πρέπει να ερευνήσουμε τους νόμους εξέλιξης του κοινωνικού αυτού σχηματισμού.
Γ.— Δυναμική και νόμοι εξέλιξης του ασιατικού τρόπου παραγωγής
Αν εμφάνιση του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής σημαίνει ανάδυση της πρώτης ταξικής δομής με ακαθόριστα ακόμη όρια, σημαίνει ταυτόχρονα και κανονική ιδιοποίηση ενός τμήματος της εργασίας των κοινοτήτων απ’ την τάξη αυτή, ύπαρξη δηλαδή ενός κανονικού πλεονάσματος. Απ’ την άποψη της δυναμικής των παραγωγικών δυνάμεων, το πέρασμα μιας κοινωνίας στον ασιατικό τρόπο παραγωγής δε σημαίνει είσοδο σε περίοδο στασιμότητας, αλλά αντίθετα πρόοδο των παραγωγικών δυνάμεων. Αν η Φαραωνική Αίγυπτος, η Μεσοποταμία, οι μυκηναϊκές βασιλείες και οι προκολομβιανές αυτοκρατορίες ανήκουν στον ασιατικό τρόπο παραγωγής, τότε θα αποδειχτεί ότι αυτός αντιστοιχεί στους πιο λαμπρούς πολιτισμούς της εποχής των μετάλλων, στους χρόνους όπου ο άνθρωπος αποσπάται οριστικά απ’ την οικονομία κατοχής εδάφους και περνά στην κυριάρχηση της φύσης, ανακαλύπτει νέους τρόπους γεωργίας, την αρχιτεκτονική, τον υπολογισμό, τη γραφή, το εμπόριο, το νόμισμα, το δίκαιο, νέες θρησκείες κλπ. Έτσι, στην πολυμορφία του, ο ασιατικός τρόπος παραγωγής αρχικά σημαίνει όχι στασιμότητα αλλά, κατά τη γνώμη μας, τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που επιτελείται πάνω στη βάση των παλιών κοινοτικών μορφών παραγωγής. Επιβεβαίωση αυτής της θέσης εύκολα μπορούμε να βρούμε στο έργο των μεγάλων αρχαιολόγων Τσάϊλντ[86] και Κλαρκ.[87]
Ποιος λοιπόν είναι ο νόμος ανάπτυξης του ασιατικού τρόπου παραγωγής αν αρχικά σημαίνει ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων; Κατά τη γνώμη μας είναι, όπως και σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, ο νόμος της ανάπτυξης της εσωτερικής του αντίφασης. Η αντίφαση του ασιατικού τρόπου παραγωγής είναι η αντίθεση της ενότητας κοινοτικών δομών και ταξικών δομών. Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής εξελίσσεται προς μορφές ταξικής κοινωνίας στις οποίες οι κοινοτικές σχέσεις εξαφανίζονται σιγά - σιγά με την ανάπτυξη της ατομικής ιδιοκτησίας.
Όπως και κάθε άλλος κοινωνικός σχηματισμός, ο ασιατικός τρόπος παραγωγής οδηγείται σε στασιμότητα αν δε μπορέσει να ξεπεραστεί, αν οι αντιθέσεις του δεν οξυνθούν και, συνακόλουθα, η δομή του απολιθωθεί και προκαλέσει την αποτελμάτωση, το «φρακάρισμα» της κοινωνίας σε μια σχετική στασιμότητα. Η φύση και η στιγμή του ξεπεράσματος εξαρτώνται κάθε φορά από ειδικές συνθήκες, αλλά το ξεπέρασμα αυτό βασικά συνεπάγεται ήττα των παλιών μορφών κοινοτικής κοινωνικής οργάνωσης ενώ η αποτυχία του σημαίνει, αντίθετα, διατήρηση και συνέχιση τους.
Η διατήρηση αυτή και η στασιμότητα που τη συνοδεύει έχουν τόσο περισσότερες πιθανότητες ν’ απειλήσουν μια «ασιατική» κοινωνία, όσο η κοινωνία αυτή στηρίζεται πάνω σε αυτάρκεις κοινότητες χωρίς ριζικό αποχωρισμό απ’ τη γεωργία και τη βιοτεχνία και που διαθέτουν, όταν υπάρχει διαθέσιμη γη, τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τη δημογραφική τους αύξηση δημιουργώντας θυγατρικές κοινότητες που θα συνεχίζουν πλάι τους τις ίδιες παραδοσιακές μορφές παραγωγής και κοινωνικής ζωής. Αυτή τη δυνατή εξέλιξη περιγράφει το περίφημο κείμενο του Μαρξ πάνω στις ινδικές κοινότητες που έγινε το δόγμα, των οπαδών της αιώνιας στασιμότητας της Ασίας:
«Η απλότητα του παραγωγικού οργανισμού των κοινοτήτων αυτών που έχουν πλήρη αυτάρκεια, αναπαράγονται διαρκώς με την ίδια μορφή και, αν τύχει να καταστραφούν συγκροτούνται στον ίδιο τόπο και με το ίδιο όνομα, μας δίνει το κλειδί της ακινησίας των ασιατικών κοινωνιών ακινησίας που έρχεται σε τόσο παράδοξη αντίθεση με την ακατάπαυστη διάλυση και ανασύσταση των ασιατικών κρατών και τις βίαιες αλλαγές των δυναστειών τους. Η δομή των βασικών οικονομικών στοιχείων της κοινωνίας μένει απρόσβλητη απ’ όλες τις αναταρχές της πολιτικής κονίστρας».[88]
Ακόμη, στο βαθμό που η εκμετάλλευση των κοινοτήτων απ’ το Κράτος παίρνει τη μορφή μαζικής ιδιοποίησης γαιοπροσόδου, οι δομές της παραγωγής τείνουν να σταθεροποιηθούν μια και δεν υπάρχει κίνητρο για τη γένεση αγοράς. Η δυνατότητα του Κράτους να διαθέτει την αγροτική εργασία περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης της αγοράς και παρεμποδίζει το μετασχηματισμό των παραγωγικών δυνάμεων. Άλλωστε η εκμετάλλευση αυτή μπορεί να είναι τόσο έντονη ώστε να εμποδιστεί για καιρό κάθε παραγωγική ανάπτυξη.[89]
Πέρα απ’ αυτή την εξέλιξη του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής προς τη στασιμότητα και την αποτελμάτωση, ποιες είναι οι μορφές που μπορεί να πάρει η εξέλιξη του όταν οξύνεται η εσωτερική του αντίφαση; Είναι μορφές που οδηγούν στη διάλυση του με την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας. Υποθέτουμε τουλάχιστο δύο δυνατές μορφές της διάλυσης αυτής.
— Η μια οδηγεί στο δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής περνώντας απ’ τον αρχαίο. Είναι ο δρόμος που ακολούθησαν οι Ελληνολατίνοι. Οδηγεί σε κοινωνίες που στηρίζονται στο συνδυασμό ατομικής ιδιοκτησίας και εμπορευματοπαραγωγής. Σ’ αυτό το συνδυασμό βρίσκεται το μυστικό του «ελληνικού θαύματος» και της εξάπλωσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας[90] και ταυτόχρονα η ιδιαιτερότητα της γραμμής αυτής ανάπτυξης και ο τυπικός χαρακτήρας των ταξικών αγώνων της ανάμεσα σ’ ελεύθερους πολίτες και της εκμετάλλευσης απ’ αυτούς της εργασίας των δούλων.
— Πλάι στο γνωστό αυτό δρόμο, κάνουμε την υπόθεση ότι υπάρχει κι ένας άλλος που οδηγεί με βραδύτητα, αναπτύσσοντας την ατομική ιδιοκτησία, από ορισμένες μορφές του ασιατικού τρόπου παραγωγής σε ορισμένες μορφές φεουδαρχισμού χωρίς να περάσει απ’ το δουλοκτητικό στάδιο. Η εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας μέσα στους κόλπους των κοινοτήτων ή των φέουδων της αριστοκρατίας μετάτρεπε τις κοινότητες και, μαζί μ’ αυτές, τις μορφές της εκμετάλλευσης τους απ’ την αριστοκρατία αυτή. Γίνεται μια αργή μετάβαση απ’ τη συλλογική εκμετάλλευση των κοινοτήτων σε μια ατομική εκμετάλλευση των αγροτών. Η διαδικασία αυτή είναι, κατά τη γνώμη μας, η συχνότερη και αντιστοιχεί στο πέρασμα σε μια ταξική κοινωνία στην Κίνα, στο Βιετ-νάμ, στην Ιαπωνία, στις Ινδίες και στο Θιβέτ...[91]
Δεν έχουμε εδώ τον απαραίτητο χώρο για να δικαιολογήσουμε τις υποθέσεις αυτές. Επισημαίνουμε όμως ότι μπορούν ίσως να διαφωτίσουν τον τελευταίο αιώνα της εξέλιξης της κοινωνίας των Ίνκα και να εναρμονιστούν με την ερμηνεία του Α. Μετρώ για την καθυστερημένη ανάπτυξη των προσωπικών γαιών του Αυτοκράτορα και της κάστας του, στις οποίες εγκαθιστούσαν τους Γιάνα, ανθρώπους εξαρτημένους με δεσμούς προσωπικής και όχι πια συλλογικής εξάρτησης απ’ τους ευγενείς και τους άρχοντες του βασιλείου:
«Η όλο και σημαντικότερη θέση που κρατούσαν οι Γιάνα στην αυτοκρατορία δεν εξηγείται παρά μόνο αν η απόδοση τους ήταν ανώτερη απ’ την απόδοση του παραδοσιακού συστήματος της προσφοράς αγροτικής εργασίας. Αποσπώντας απ’ τις κοινότητες μερικά απ’ τα μέλη τους, ο Ίνκα τις αποδυνάμωνε και “στόμωνε” έτσι μια επανάσταση που, αν συνεχιζόταν, θα άλλαζε ίσως τη δομή της Αυτοκρατορίας. Έτσι, από ένα σύνολο αγροτικών κοινοτήτων πλατιάς αυτονομίας, έκανε ένα είδος “προφεουδαρχικής Αυτοκρατορίας” όπου ευγενείς και αξιωματούχοι μπορούσαν να κατέχουν μεγάλα κτήματα που τα καλλιεργούσαν δουλοπάροικοι ή και δούλοι».[92]
Ο δρόμος αυτός εξέλιξης προς μια κάποια φεουδαρχία είναι όχι μόνο ο συχνότερος άλλα κι ο απλούστερος γιατί, καθώς δε συνοδεύεται από πλατιά ανάπτυξη της εμπορευματοπαραγωγής και του νομίσματος, δεν εγκαταλείπει τις μορφές «φυσικής» οικονομίας και διατηρεί για μακρό χρονικό διάστημα το συνδυασμό γεωργίας και βιοτεχνίας. Άλλωστε, στο βαθμό που η αναγκαιότητα οργάνωσης και ελέγχου μεγάλων έργων διατηρείται μέσα στα πλαίσια της μετάβασης αυτής προς την ατομική ιδιοκτησία, η κεντρική εξουσία παίζει σημαντικό ρόλο και η κυριαρχία του Κράτους και του μονάρχη πάνω στους «φεουδάρχες» και τους αγρότες δίνει μια «ειδική» όψη στις φεουδαρχίες αυτές όπου επιβιώνουν χαρακτηριστικά του ασιατικού τρόπου παραγωγής.[93] Αυτή η ιδιομορφία και άλλες εμποδίζουν όμως τη σύγκριση των «φεουδαρχιών» αυτών που προήλθαν βαθμιαία απ’ τον ασιατικό τρόπο παραγωγής με τη δυτική φεουδαρχία που προήλθε απ’ την αποσύνθεση του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής. Μόνο με άκρα επιφύλαξη μπορεί να γίνει παραλληλισμός. Η κυριότερη διαφορά τους με τη δύση είναι ότι ανέκοψαν την ανάπτυξη της εμπορευματοπαραγωγής και παρεμπόδισαν τη γένεση και το θρίαμβο του βιομηχανικού καπιταλισμού. Η περίπτωση της επανάστασης του Μεϊζί στην Ιαπωνία θα πρέπει να μελετηθεί χωριστά. Μολοντούτο είναι αναντίρρητο ότι και κει η βιομηχανική βάση, οι σύγχρονες παραγωγικές δυνάμεις και οι μέθοδοι οργάνωσης εισάχθηκαν απ’ τις δυτικές καπιταλιστικές χώρες και δεν αναπτύχθηκαν στον Ιαπωνικό φεουδαρχισμό μέσα στον όποιο εκδηλώθηκε μόνο ένα είδος εμπορικού καπιταλισμού.[94]
Απ’ τις δυο μορφές εξέλιξης του ασιατικού τρόπου παραγωγής, η μια προς το δουλοκτητικό σύστημα κι η άλλη προς διάφορες μορφές φεουδαρχισμού, η πρώτη, σ’ αντίθεση με τις δογματικές αντιλήψεις πολλών συγγραφέων, μας φαίνεται όλο και πιο ιδιαίτερη, πιο εξαιρετική. Η γραμμή δυτικής ανάπτυξης, δεν είναι καθολικού χαρακτήρα επειδή ανευρίσκεται παντού, αλλά αντίθετα ο καθολικός χαρακτήρας που της αποδόθηκε οφείλεται στο ότι δεν τη συναντούμε πουθενά. Το σφάλμα των μαρξιστών ήταν γενικά ότι έψαχναν να βρουν παντού δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής και όταν δεν τον εύρισκαν, τον κατασκεύαζαν. Αν όμως έχουν έτσι τα πράγματα, γιατί τότε η γραμμή δυτικής ανάπτυξης θεωρήθηκε απ’ το Μαρξ και τον Ένγκελς σαν «τυπική» της εξέλιξης της ανθρωπότητας; Με ποια έννοια μπορούμε να διαγνώσουμε μια καθολικότητα εκεί όπου βλέπουμε ιδιαιτερότητα; Μήπως πρόκειται για κατάλοιπα των ιδεών περί ανωτερότητας του δυτικού κόσμου απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο, για μεταμφιεσμένο ρατσισμό, για ψευδοεπιστήμη; θέτοντας το τελευταίο αυτό πρόβλημα, προτείνουμε μια υπόθεση σχετικά με το τι εννοούμε λέγοντας «κυρίαρχη ή τυπική» γραμμή εξέλιξης της ανθρωπότητας.
Δ.— Οι μορφές διάλυσης του ασιατικού τρόπου παραγωγής και η «τυπική» γραμμή εξέλιξης της ανθρωπότητας
Η διάγνωση μιας «τυπικής» μορφής εξέλιξης της Ανθρωπότητας προϋποθέτει γνώση της «γενικής γραμμής» της εξέλιξης αυτής της φύσης της συνολικής κίνησης της. Μπορεί να συλληφθεί αναδρομικά η γενική φύση της κίνησης της ιστορίας;
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έκαναν την απόπειρα αυτή. Καμιά καινούργια γνώση, απ’ την εποχή τους, δεν ήρθε, κατά τη γνώμη μας, να διαψεύσει τα ουσιαστικά σημεία των συμπερασμάτων τους. Στη συνολική της κίνηση, η ιστορία προωθεί το μεγαλύτερο μέρος των λαών απ’ την αταξική κοινωνική ζωή στην ταξική κοινωνία. Αυτό είναι το βασικό σημείο. Καθορίζει την ανάπτυξη της ανισότητας στην ιδιοποίηση των παραγωγικών μέσων κι η ανισότητα αυτή προϋποθέτει η ίδια τη διάλυση της παλιάς κοινοτικής συμβίωσης βασισμένης πάνω στην εργασιακή συνεργασία και τους ζωντανούς δεσμούς της αιματοσυγγένειας.
Η ιστορική κίνηση λοιπόν εκδηλώνεται αναδρομικά σαν η αδιάλυτη ενότητα της ανάπτυξης δύο αντιφατικών στοιχείων της κοινωνικής πραγματικότητας: α) η γενική ανάπτυξη των μέσων κυριάρχησης πάνω στη φύση και εξασφάλισης της επιβίωσης του ολοένα και πολυπληθέστερου είδους: β) η προοδευτική διάλυση των κοινοτικών συμβιωτικών σχέσεων και η γενική ανάπτυξη των ανισοτήτων ανάμεσα στα άτομα και τις ομάδες.
Την αντίφαση αυτή έβαζε σε πρώτο πλάνο ο Ένγκελς για την κατανόηση της φύσης του «Πολιτισμού».
«Καθώς η βάση του πολιτισμού είναι η εκμετάλλευση μιας τάξης από μια άλλη, ολόκληρη η ανάπτυξη μας κινείται μέσα σε μια διαρκή αντίφαση».[95]
Αν όμως η παλιά διαίρεση της αγγλοσαξωνικής εθνολογίας του περασμένου αιώνα (η διαδοχή των τριών σταδίων: αγριότητα, βαρβαρότητα, πολιτισμός) πρέπει να εγκαταλειφθεί εξ αιτίας της αοριστίας και θολούρας της κι εξ αίτιας του ιδεολογικού φορτίου που μεταφέρει, και να αντικατασταθεί με τη διαίρεση σε αταξικές και ταξικές κοινωνίες, η συνολική κίνηση του περάσματος απ’ τις πρώτες στις δεύτερες περιγράφτηκε με ακρίβεια απ’ τον Ένγκελς σαν το θεμελιακό γεγονός της ιστορίας.
Αν η συνολική κίνηση της ιστορίας είναι τέτοια, η «τυπική» μορφή ανάπτυξης της ανθρωπότητας είναι εκείνη για την οποία πραγματοποιείται αντιφατικά η μέγιστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και των ανισοτήτων, των ταξικών αγώνων.
Έτσι, για να διαγνώσουμε ανάμεσα στις διαδικασίες εξέλιξης των κοινωνιών, την τυπική γραμμή, το κριτήριο που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε είναι η αναζήτηση του πού και πότε πραγματώθηκαν οι μεγαλύτερες πρόοδοι των παραγωγικών δυνάμεων. Η απάντηση είναι καθαρή και χωρίς κανένα μυστήριο: είναι η γραμμή εξέλιξης που επώασε τον βιομηχανικό καπιταλισμό, πηγή και βάση των πιο σύγχρονων και των πιο αποτελεσματικών μορφών παραγωγής και μετασχηματισμού της φύσης. Ο βιομηχανικός λοιπόν καπιταλισμός, εκδηλώθηκε μόνο στη γραμμή εξέλιξης που εγκαινιάστηκε απ’ τους Έλληνες. Το αποφασιστικό χαρακτηριστικό της γραμμής αυτής εξέλιξης είναι ότι εξασφάλισε τη μέγιστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, προσφέροντας έτσι τεράστιες δυνατότητες εκμετάλλευσης του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο. Για να εξηγηθεί η ανάπτυξη αυτή, δεν αρκεί η εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας. Υπήρχε στην Κίνα, στο Βιετ-νάμ, κλπ. Πρέπει να γίνει συνδυασμός ατομικής ιδιοκτησίας και εμπορευματοπαραγωγής.[96] Μόνο αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί τις ευνοϊκότερες συνθήκες για τεχνική πρόοδο –όντας ασυμβίβαστος με τη λειτουργία των παλιών κοινοτικών συμβιώσεων της κοινοτικής ζωής– αντικαθιστώντας την υποταγή στα κοινά συμφέροντα με την επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος και θραύοντας το συλλογικό δεσμό του ατόμου με το έδαφος των προγόνων του.
Φαίνεται ότι, για πρώτη φορά, εκδηλώθηκε ο συνδυασμός αυτός σ’ όλη του την καθαρότητα, στους Έλληνες:
«Εκεί βρίσκεται το σπέρμα όλης της αναταραχής που ακολούθησε».[97]
Οι Ρωμαίοι συνέχισαν και γενίκευσαν το συνδυασμό αυτό, δίνοντας του την καθολική νομική του έκφραση με τη θεωρία του «Jus utendi et abutendi» που έγινε το πρότυπο του δίκαιου των εμπορευματικών κοινωνιών που βασίζονται στην ατομική ιδιοκτησία.
Η ιδιαιτερότητα της γραμμής εξέλιξης των ελληνο-λατινικών κοινωνιών εκδηλώνεται με περισσότερη καθαρότητα. Βρίσκεται, όχι στο ότι ξεπέρασε ορισμένες μορφές του ασιατικού τρόπου παραγωγής και νωρίτερα ίσως απ’ τους άλλους λαούς, άλλα στο ότι τις ξεπέρασε προς έναν τρόπο παραγωγής που βασιζόταν στο συνδυασμό ατομικής ιδιοκτησίας και εμπορευματοπαραγωγής.
Η ιδιαιτερότητα λοιπόν του δυτικού φεουδαρχισμού, αυτό που, πέρα απ’ τις μορφικές ομοιότητες μ’ ο,τι ονομάζεται τουρκικός, κινέζικος, αφρικανικός, ιαπωνικός κλπ. Φεουδαρχισμός, δεν επιτρέπει να τον συγχέουμε μ’ αυτούς και που συνιστά τη βασική διαφορά τους, είναι ότι μόνο αυτός διαμόρφωσε τις συνθήκες εμφάνισης της βιομηχανικής παραγωγής και του παγκόσμιου εμπορίου. Μόνο αυτός επέτρεψε πραγματικά το οριστικό ξεπέρασμα των μορφών φυσικής οικονομίας.
Τέλος, μόνο η εμφάνιση του βιομηχανικού καπιταλισμού, επιτρέποντας και επιβάλλοντας τη δημιουργία μιας παγκόσμιας αγοράς, έκανε δυνατή μια παγκόσμια ιστορία με τη μορφή της υποταγής στην εξέλιξη της, δηλαδή στην εξέλιξη των δυτικών καπιταλιστικών κοινωνιών, όλων των λιγότερο ανεπτυγμένων κοινωνιών.
Ακόμη, μόνο ο βιομηχανικός καπιταλισμός άνοιξε τη δυνατότητα του σοσιαλισμού, πρώτα στη θεωρητική σκέψη κι έπειτα στην πρακτική.
Η γραμμή της δυτικής ανάπτυξης λοιπόν είναι τυπική γιατί μόνη αυτή ανάπτυξε τεράστια τις παραγωγικές δυνάμεις και παρουσίασε τις καθαρότερες μορφές ταξικών αγώνων· ακόμη, γιατί μόνη αυτή διαμόρφωσε τις συνθήκες για το ξεπέρασμα, σ’ αυτήν και σ’ όλες τις κοινωνίες, της ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας.
Είναι λοιπόν τυπική γιατί η ιδιόμορφη ανάπτυξή της οδήγησε σε καθολικό αποτέλεσμα. Προμήθεψε την πρακτική βάση (τη βιομηχανική οικονομία) και τη θεωρητική σύλληψη (το σοσιαλισμό) για να βγει η ίδια και να βγάλει και όλες τις κοινωνίες απ’ τις αρχαιότερες ή τις πιο πρόσφατες εκμετάλλευσης του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο. Προμηθεύει λοιπόν σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα τους όρους της επίλυσης ενός καθολικού προβλήματος που τέθηκε απ’ την εποχή της εμφάνισης των τάξεων, όρους που συνίστανται στην εξασφάλιση της μέγιστης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων χωρίς εκμετάλλευση του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο. Είναι λοιπόν τυπική γιατί έχει την αξία «πρότυπου», «κανόνα», γιατί προσφέρει δυνατότητες που καμιά άλλη διαδικασία δεν πρόσφερε και δίνει τη δυνατότητα στις άλλες κοινωνίες να μην υποστούν τη δική του σταδιακή πορεία.[98]
Απ’ αυτή την άποψη, τα λόγια του Ένγκελς στο Αντι-Ντύρινγκ (1877) βρίσκουν όλη τη σημασία τους:
«Αν... η διαίρεση σε τάξεις έχει μια κάποια ιστορική νομιμότητα, την έχει μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα και για συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες. Βασιζόταν στην ανεπάρκεια της παραγωγής· θα σαρωθεί απ’ την πλήρη ανάπτυξη των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων. Και πραγματικά, η εξάλειψη των κοινωνικών τάξεων προϋποθέτει ένα στάδιο ιστορικής ανάπτυξης όπου η ύπαρξη όχι μόνο της τάδε ή της δείνα συγκεκριμένης κυρίαρχης τάξης, αλλά γενικά μιας κυρίαρχης τάξης, δηλαδή της ίδιας της διάκρισης σε τάξεις, να έχει γίνει αναχρονισμός, απολίθωμα. Προϋποθέτει λοιπόν ένα στάδιο ανάπτυξης της παραγωγής τέτοιο όπου η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής και των προϊόντων και, συνακόλουθα, της πολιτικής κυριαρχίας, του μονοπωλίου της μόρφωσης και της πνευματικής διεύθυνσης από μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη έχει πια γίνει όχι μόνο περιττολόγημα αλλά και, από οικονομική, πολιτική και πνευματική άποψη, εμπόδιο στην ανάπτυξη. Στο σημείο αυτό έχουμε τώρα φτάσει».[99]
Η αληθινή καθολικότητα της γραμμής δυτικής ανάπτυξης βρίσκεται λοιπόν μέσα στην ιδιαιτερότητα της κι όχι έξω απ’ αυτήν, στη διαφορά της κι όχι στην ομοιότητα της με τις άλλες εξελικτικές πορείες. Η ενότητα ιδιαιτερότητας και καθολικότητας είναι βέβαια αντιφατική άλλα η αντίφαση αυτή βρίσκεται στη ζωή όχι στη σκέψη. Όταν η ενότητα της αντίφασης αυτής δεν αναγνωρίζεται, δυο δρόμοι είναι δυνατοί και ο καθένας τους οδηγεί στη θεωρητική αδυναμία: είτε οι κοινωνίες και οι γραμμές εξέλιξης τους υπάρχουν η μια πλάι στην άλλη στην πολλαπλότητα τους, η καθεμιά στην ιδιαιτερότητα της απ’ όπου απαγορεύεται στο μελετητή να βγει κι όπου τίποτε δεν συγκρίνεται με τίποτε κι η ιστορία είναι ένα μωσαϊκό από ράκη χωρίς σφαιρική συνοχή – είτε, όταν εξακριβώνεται παντού η ίδια διαδικασία, οι ιδιομορφίες σβήνουν κι η ιστορία γίνεται πεδίο λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένης εφαρμογής, καθολικής ισχύος σχημάτων στα όποια υποτάσσεται υποχρεωτικά. Γιατί, ουσιαστικά, τα σχήματα αυτά που επιθυμούν να επανευρίσκουν παντού δεν είναι τίποτ’ άλλο απ’ τα σχήματα της γραμμής δυτικής εξέλιξης που πρέπει να υπάρχουν παντού μια και η δυνατότητα ύπαρξης πολλών γραμμών εξέλιξης έχει απορριφθεί από πριν.
Ο τυπικός χαρακτήρας της γραμμής αυτής εξέλιξης βρίσκει λοιπόν τη ρίζα του όχι σ’ αυτή την ίδια, στην ίδια την ιδιομορφία της, αλλά σε μια εξωϊστορική αναγκαιότητα. Αλλά η άλλη όψη της εξωτερικής αναγκαιότητας είναι, όπως ξέρουμε, η εσωτερική τελεολογία. Μ’ αυτή την οπτική λοιπόν, η ιστορία γίνεται ένα χωρίς εκπλήξεις μέλλον, προκατασκευασμένη πραγματικότητα σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα, απ’ την είσοδό της κιόλας στο πρωτόγονο κομμουνιστικό σύστημα όφειλε να βγει μια μέρα στον τελειωτικό κομμουνισμό. Το δεύτερο αυτό δρόμο ακολούθησαν πολλοί μαρξιστές προπάντων μετά την παρουσίαση που έκανε ο Στάλιν των νόμων της ιστορικής εξέλιξης στον Διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό όπου διαδέχονται το ένα το άλλο «αναγκαστικά» ο πρωτόγονος κομμουνισμός, η δουλοκτησία, η φεουδαρχία, ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός.
Ο Μαρξ όμως είχε επιστήσει την προσοχή απέναντι σε τέτοιες πλάνες διασαφηνίζοντας στη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας[100]:
«Αυτό που αποκαλούμε ιστορική ανάπτυξη στηρίζεται ξερά στο γεγονός ότι η τελευταία μορφή θεωρεί τις προηγούμενες σαν στάδια που οδηγούν στο δικό της στάδιο ανάπτυξης και καθώς σπάνια είναι ικανή, κι αυτό σε πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, να κάνει την αυτοκριτική της... τις αντιμετωπίζει πάντοτε μονόπλευρα»[101].
Στην οπτική αυτή, ο σοσιαλισμός εμφανίζεται σαν σύγχρονος τρόπος παραγωγής, εξ ίσου ασυμβίβαστος με τις προκαπιταλιστικές μορφές παραγωγής, όσο κι ο ίδιος ο καπιταλισμός και ίσως ακόμη πιο ασυμβίβαστος, γιατί ο καπιταλισμός μπορούσε να χρησιμοποιήσει προς όφελος του τις παλιές εκμεταλλευτικές σχέσεις μέσα στις χώρες που εξουσίαζε, πράγμα που ο σοσιαλισμός δε μπορεί να κάνει.
Αναζητώντας έναν χαμένο και απαρνημένο ακόμη μαρξιστικό όρο, τον αναζητήσαμε μέσα στα κείμενα του Μαρξ και του Ένγκελς χωρίς να προαποφανθούμε για την επιστημονική του εγκυρότητα. Όταν τον βρήκαμε, χρειάστηκε ακόμη να διερευνήσουμε το γιατί είχε χαθεί. Η έρευνά μας μας οδήγησε σε λόγους χωρίς κανένα μυστήριο, τη σχέση Μόργκαν - Ένγκελς και την κατάσταση των αρχαιολογικών, γλωσσολογικών και εθνολογικών γνώσεων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ριγμένος στη σκιά της εκτυφλωτικής ανάλυσης του Ένγκελς ο όρος λησμονήθηκε· ξανάρθε στο προσκήνιο λίγο γύρω στα, 1927 - 30 μετά την αποτυχία της κινέζικης επανάστασης κι έπειτα απεμπολήθηκε και απορρίφθηκε οριστικά στο σκοτάδι απ’ οπού ο Κ. Βιττφόγκελ τον περιμάζεψε προσπαθώντας να τον κάνει πολεμικό όπλο ενάντια στο σοσιαλισμό. Ταυτόχρονα τα σχήματα κοινωνικής εξέλιξης του Μαρξ, ακρωτηριασμένα απ’ τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, στερημένα απ’ την υπόθεση της πολλαπλότητας των μορφών περάσματος και εξέλιξης προς τις ταξικές κοινωνίες, έπαψαν να είναι ανοιχτό σύστημα υποθέσεων προς επαλήθευση και μετατράπηκαν σ’ ένα κλειστό σύστημα αποδεκτέων δογμάτων.
Ο ιστορικός υλισμός απογυμνώθηκε απ’ την επιστημονική του υφή και παρουσιάστηκε σαν μια καινούργια φιλοσοφία της ιστορίας, κόσμος ιδεατός όπου ο φιλόσοφος «θεάται» την ιστορική αναγκαιότητα που ωθεί την ανθρωπότητα να μπει στον πρωτόγονο κομμουνισμό για να βγει στον οριστικό κομμουνισμό. Στο πρακτικό πεδίο, το διαζύγιο ανάμεσα στην εθνολογία και την ιστορία κι ανάμεσα στη δυτική και τη μη δυτική ιστορία φαινόταν να έχει πια συντελεσθεί. Κατά παράδοξο όμως τρόπο, αναρίθμητα γεγονότα ώθησαν τους επιστήμονες στη νεκρανάσταση του όρου. Αν ο όρος αυτός προσδιορίζει έναν κοινωνικό σχηματισμό που να αντιστοιχεί στην αντίφαση ορισμένων μορφών περάσματος απ’ την αταξική στην ταξική κοινωνία, τότε ίσως έχει βρεθεί μια ιστορική πραγματικότητα που απαιτεί και εδραιώνει τη συνεργασία του ιστορικού και του εθνολόγου (ή του αρχαιολόγου). Γιατί για να κατανοήσουμε την ειδική αντίφαση του όρου Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής, πρέπει να είμαστε ταυτόχρονα εθνολόγοι για ν’ αναλύσουμε τις κοινοτικές δομές και ιστορικοί για να αντιληφθούμε το έμβρυο της εκμεταλλεύτριας τάξης που παρουσιάζεται. Γύρω απ’ αυτή την αντιφατική πραγματικότητα, τα ξέχωρα τμήματα της ιστορικής και εθνολογικής γνώσης θα μπορούσαν να ανασυσταθούν σ’ ένα ενιαίο σύνολο ανθρωπολογικών γνώσεων.
Με τη νεκρανάσταση του όμως, ο Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής έδωσε θανάσιμο χτύπημα στις παλιές ξεπερασμένες συνταγές και στα θεωρητικά πτώματα που ισοπεδώθηκαν με τον πρώτο κλονισμό παύοντας να δίνουν ψεύτικη εντύπωση ζωής: η ύπαρξη ενός παγκόσμιου δουλοκτητικού σταδίου και η αδυναμία υπερπήδησης των σταδίων. Η νεκρανάσταση όμως τούτη είναι και οφείλει να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή επιστροφή στον Μαρξ, γιατί τότε θα σήμαινε επιστροφή σ’ ένα ξεπερασμένο στάδιο της ιστορικής γνώσης. Προσπαθήσαμε λοιπόν ν’ αναζωογονήσουμε την έννοια για ν’ αποκτήσει αποτελεσματικότητα απέναντι στα προβλήματα που μπαίνουν απ’ τη συγκριτική αρχαιολογία, εθνολογία και ιστορία της σύγχρονης εποχής. Προτείναμε ένα δομικό ορισμό του ασιατικού τρόπου παραγωγής, υποθέσαμε μια σχέση ανάμεσα στη δομή αυτή και σε ορισμένες μεταβατικές καταστάσεις προς την ταξική κοινωνία και θέσαμε, στο αφηρημένο αυτό επίπεδο, τη θεωρητική δυνατότητα ενός πεδίου εφαρμογής της έννοιας, πλατύτερο απ’ όσο μπορούσε να προβλέψει ο Μαρξ. Για να προχωρήσουμε όμως χρειάστηκε να εγκαταλείψουμε το γεωγραφικό επίθετο «ασιατικός», να ορίσουμε αυστηρά τον παλιό όρο «δεσποτισμός» και ν’ αναζητήσουμε με επιφύλαξη «μεγάλα έργα» και «γραφειοκρατίες». Χρειάστηκε να δούμε στη στασιμότητα μια περίπτωση δυνατής εξέλιξης, όχι όμως και τη μόνη περίπτωση δυνατής εξέλιξης του ασιατικού τρόπου παραγωγής, να υποθέσουμε πολλαπλές μορφές διάλυσης ασιατικού τρόπου παραγωγής και ν’ αναζητήσουμε τα αίτια τους. Προτείναμε την υπόθεση μετεξέλιξης του ασιατικού τρόπου παραγωγής προς ορισμένες μορφές φεουδαρχισμού και να θεωρήσουμε την πορεία τούτη σαν συχνότερη μορφή περάσματος σε μια γνήσια ταξική κοινωνία απ’ τη δυτική εξέλιξη. Η τελευταία αυτή εκδηλώνεται όλο και πιο ιδιόμορφη και ταυτόχρονα καθολική καθώς αναπτύσσει στο ακραίο σημείο τα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας ταξικής κοινωνίας, την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση και την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο. Πιστεύουμε, λοιπόν, σε τελευταία ανάλυση, ότι δεν είναι μόνο ο ασιατικός τρόπος παραγωγής που πρέπει να ανασυγκροτηθεί, αλλά η ίδια η έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας, του νόμου στην ιστορία. Χωρίς αυτό η ιστορική έρευνα θα κινείται στα τυφλά, απειλούμενη αύριο απ’ τη μοίρα του χτες και, σε άλλο πεδίο, η κοινωνική δράση θα εκτελείται χωρίς σαφή επίγνωση του από πού έρχεται, πού βαδίζει και πώς πρέπει να βαδίσει.
Είναι αυτονόητο ότι τις αναλύσεις και τις υποθέσεις μας τις προτείναμε για να αμφισβητηθούν ή να επιβεβαιωθούν μέσα σε πλαίσια πλατιάς συζήτησης. Αποδοχή τους χωρίς απόδειξη σημαίνει εγκατάλειψη του γράμματος του δογματισμού και διατήρηση του πνεύματος του. Αντίθετα, αναζήτηση στην τάδε ή δείνα ιστορία του ασιατικού τρόπου παραγωγής χωρίς να τεθεί πριν το πρόβλημα της θεωρητικής υφής του όρου, σημαίνει θετικιστική μέθοδο με καλή προαίρεση. Προτείνουμε λοιπόν τις ακόλουθες κατευθύνσεις για την έρευνα:
1ο) Μπορούν ν’ ανασυσταθούν οι διάφορες ιστορικές διαδικασίες με τις όποιες εισάγεται στις αταξικές κοινωνίες η ανισότητα και οδηγεί στο σχηματισμό μιας κυρίαρχης τάξης; (Ερώτημα που τίθεται στους ιστορικούς της Αρχαιότητας και τους εθνολόγους).
2ο) Μπορεί να συγκροτηθεί μια τυπολογία των μορφών του ασιατικού τρόπου παραγωγής, με ή χωρίς μεγάλης κλίμακας έργα, με ή χωρίς γεωργία κλπ. και να τεθεί το πρόβλημα μιας τυπολογίας μορφών κοινοτήτων αναλύοντας τις μορφές ιδιοποίησης του εδάφους, την προέλευση και τη φύση των αριστοκρατικών και βασιλικών εξουσιών κλπ.;
3ο) Μπορούν να περιγράφουν πολλές μορφές εξέλιξης απ’ τον ασιατικό τρόπο παραγωγής προς τις ταξικές κοινωνίες;
4ο) Με ποια διαδικασία εγκαινιάστηκε η εμπορευματική οικονομία στους Έλληνες και Ρωμαίους; Πώς μπορούμε να δούμε με σοβαρότητα το «ελληνικό θαύμα» και, ταυτόχρονα, να το απομυθοποιήσουμε;
5ο) Ποιες σχέσεις υπάρχουν ανάμεσα στους όρους «ασιατικός τρόπος παραγωγής» και «στρατιωτική δημοκρατία»;
Μέσ’ απ’ αυτές τις έρευνες θα πρέπει να διαμορφωθεί μια αυστηρά συγκροτημένη γλώσσα και ίσως να εγκαταλειφθεί αύριο η έκφραση «Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής» με άλλες ακριβέστερες και λιγότερο κακοπαθημένες.
Βιβλιογραφική Σημείωση
Επισημαίνουμε το σημαντικό άρθρο του A. Caso: Land Tenyre among the Ancient Mexicans. America Anthropologist, Αύγουστος 1963 G. 65, αρ. 4, σ. 862-78, πάνω στην έγγεια ιδιοκτησία στους Αζτέκους. Διαβάσαμε το κείμενο αυτό αφού είχαμε συντάξει την ανάλυση μας για τη σχέση Ένγκελς - Μόργκαν και πιστεύουμε ότι την επιβεβαιώνει με τον πιο έντονο τρόπο.
Σύμφωνα με το συγγραφέα, η κοινωνία των Αζτέκων συνδύαζε τα χαρακτηριστικά μιας κοινοτικής, φυλετικής κοινωνίας με κοινοκτημοσύνη του εδάφους και τα χαρακτηριστικά μιας ταξικής κοινωνίας που εξουσιάζεται από μια αριστοκρατία που διαθέτει τη θρησκευτική, στρατιωτική και πολιτική εξουσία και ελέγχει το Κράτος (σ. 875).
Ο Βασιλιάς κατείχε γαίες «όχι σαν άτομο αλλά σαν αξιωματούχος» (σ. 868). Ο κλήρος και οι στρατιωτικοί συντηρούνταν από φόρους και προσφορά εργασίας που έπαιρναν απ’ τις κοινότητες ελεύθερων ανθρώπων. Πλάι στην κρατική αυτή ιδιοκτησία, η αριστοκρατία κι ο Βασιλιάς κατείχαν ιδιόκτητες εκτάσεις που καλλιεργούνταν από προσκολλημμένους στο κτήμα «δουλοπάροικους» (σ. 870).
Η ύπαρξη ανισοτήτων τέτοιας μορφής και μιας αριστοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας μπορούν, σύμφωνα με το συγγραφέα, να γίνουν κατανοητές «στο βαθμό βέβαια που δεν θα προσπαθήσουμε να τις κατανοήσουμε με τους όρους της οργάνωσης των Ιροκέζων ή της ρωμαϊκής ιδιοκτησίας» (σ. 874).
Συμπεραίνει:
«μας εκπλήσσει το γεγονός ότι μπόρεσαν να συναχθούν τόσο εσφαλμένα συμπεράσματα όπως αυτά του Μόργκαν (1878) και του Μπαντελιέ (1880) που κυριάρχησαν στο πρώτο τέταρτο του αιώνα» (σ. 862).
Επισημαίνουμε τα δύο άρθρα του Gibson πάνω στην Transformation de communautes indiennes en nouvelle Espagne de 1500 a 1820. Cahier d’ Histoire Mondiale, αρ. 3, 1955.
και προπάντων:
The Aztec Aristocrcy in Colonial Mexico. Comparative Stuties in Society and History, II 2, January 1960, σ. 169 - 197. όπου ο συγγραφέας ασκεί κριτική στα (σ. 171. αρ. 5) συμπεράσματα του Μπαντελιέ, μαθητή του Μόργκαν, για τους Αζτέκους στο: On the organisation and mode of governement of the Ancient Mexicans, Cambridge, Μάρτης 1880 και F. Katz, Die Sozialokonomische Verhaltmisse Bei den Azteken im 15 und 16 jahrundert, κεφ. III και Χ. Βερολίνο 1956.
Πηγή:
Γκοντλιέ Μορίς, «Ο όρος “ασιατικός τρόπος παραγωγής” και τα μαρξιστικά σχήματα εξέλιξης των κοινωνιών», περιοδικό Δύο, Ιούλιος 1973, παράρτημα, σελ. 1-47. Εισαγωγή – μετάφραση, Μπάμπης Λυκούδης. Επανεκδόθηκε ως βιβλίο από τις εκδόσεις Αύριο το 1975.
Maurice Godelier, «La notion de “mode de production asiatique” et les schemas marxistes d’ evolution des societes», Cahiers du Centre d’ Etudes et de Recherches Marxistes, τεύχη 26-27, 1964.
Ψηφιοποίηση κειμένου (στο μονοτονικό) και επιμέλεια: elaliberta.gr
Σημειώσεις
[1] [Σημ. e la libertà:] «και θα μπορούσε κανείς ν᾽ αποδείξει ότι οι παλαιότεροι Έλληνες είχαν πολλές συνήθειες όμοιες μ᾽ εκείνες που έχουν ακόμα και σήμερα οι βάρβαροι.» Θουκυδίδης, Ι, 6,6 (μετάφραση Άγγελος Βλάχος)
[1] Μαρξ, Επιστολή στον Ζόζεφ Βεντεμέγιερ, 5 Μαρτίου 1852.
[2] Διάφορα γενικά σχήματα ανάπτυξης της ανθρωπότητας είχαν αναπτυχθεί πριν απ’ το Μαρξ απ’ τον Φέργκουσον, Άνταμ Σμιθ, κλπ. [βλ. I. Sellnow “Grundprinzipien einer Periodisierung der Urgeschichte” και το σχόλιο του Ch. Parain. La Pensée, 1962].
[3] Supert-Canale, L’ Afriqye Noire, τ. 1, σ. 101. 1961.
[4] A. Métraux, Les Incas, 1962, σ. 24, σ. 113 κλπ.
[5] Marx, Le Capital, βιβλίο II, τ. 2, σ. 73.
[6] Marx, Le Capital, βιβλίο III, τ. 1, σ. 191. υπογραμμισμένο από μας Μ. Γκ.
[7] Engels, Contibution a la critiqye de l’ Economie politique του Κ. Marx, Das Volk, 20 Αυγούστου 1889. Σχετικά μ’ αυτά τα προβλήματα βλέπε:
- Boccara, Quelques hypotheses sur le developpement du capital. Econimie et politique αρ. 79 - 80 - 81 – 82.
- Ilienkov, La dialectique de l’ abstait et du concret dans le Capital.
[- Godelier, La méthode du Capital. Economie et Politique, αρ. 70-71-80].
[8] Marx, L’ ideologie allemande, σ. 18.
[9] Στην αλληλογραφία του Μάη - Iούνη - Iούλη 1853 ανάμεσα στο Μαρξ και Ενγκελς. Στα άρθρα του Μαρξ για τις Ινδίες στη New York Daily Tribune, Ιούνης, Ιούλης, Αύγουστος 1853.
[10] Βλ. επιστολή του Μαρξ στον Ενγκελς στις 14 Ιούνη 1853. O Μαρξ παραθέτει τις εισηγήσεις στη Βουλή και την History of Jana του σερ Στάμφορντ Ράφφλς.
[11] Διήγηση του Φρανσουά Μπερνιέ σχετικά με το βασίλειο του Μεγάλου Μογγόλου που παραθέτει o Μαρξ στην επιστολή της 2 Ιουνίου 1852 στον Ενγκελς και απ’ τον Ενγκελς στην επιστολή του στις 6 Ιουνίου.
[12] [Ο υπότιτλος του χειρογράφου είναι Uber der Prozess, der der Bildung des Kapital Vorhaltnisses oder der ursprUnqlichen Akkumulation Vorherqeht.] Βλ. Le Capital, βιβλίο Ι, τ. 3, κεφ. 16 μέχρι 23.
[13] F. Tokei, Sur le mode de production asiatiqye.
[14] Engels, L’ origine de familles, σ.16, βλ. ακόμη επιστολή του στο Μαρξ, 8 Δεκεμβρίου 1882.
[15] Engels, L’ origine de familles, σ.16.
[16] Marx, Grundrisse, σ. 376.
[17] H κλασσική περιγραφή μιας κοινότητας που ζει σε οικονομία αυτάρκειας βρίσκεται στο περίφημο κομμάτι για τις κοινότητες των Ινδιών. Le Capital, 1, 2.
[18] Engels, Anti-During, σ. 211- 213.
[19] Ο Ενγκελς στον Μαρξ, 6 Ιούνη 1853: «Η τεχνητή άρδευση εδώ είναι (στις μεγάλες έρημες ζώνες απ’ τη Σαχάρα ως τα οροπέδια της Ασίας) η απαραίτητη προϋπόθεση για τη γεωργία κι είναι υπόθεση είτε κοινοτήτων, είτε επαρχιών είτε της κεντρικής κυβέρνησης».
Ο Ενγκελς, Αντί - Ντύρινγκ, σ. 212.
«Άσχετα με τον αριθμό των δεσποτικών εξουσιών που εμφανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν στην Περσία ή στις Ινδίες, η καθεμία τους ήξερε καλά ότι ήταν, πριν απ’ όλα, ο γενικός διευθυντής των εργασιών άρδευσης των κοιλάδων, χωρίς την οποία καμιά καλλιέργεια δεν είναι δυνατή εκεί κάτω».
[20] Marx, Grundrisse, σ. 376.
[21] O κ. Ζ. Σενώ μας επισημαίνει ότι το σχήμα αυτό θυμίζει το παλιό κινέζικο ιδεόγραμμα Βάνγκ Ι που σημαίνει βασιλιάς, (Βουόνγκ στα βιετναμέζικα) και με την ευκαιρία μας γράφει:
«Το ιδεόγραμμα Βουόνγκ [王], στην απλότητα του, αντανακλά κιόλας τις κοινωνικές σχέσεις απ’ τις οποίες θάπρεπε να διαποτιστούν υπάκουα οι μαθητές: περιλαβαίνει τρεις οριζόντιες παράλληλες γραμμές όπου η πρώτη θεωρείται ότι παριστάνει τον ουρανό, η άλλη στο κέντρο, η μικρότερη, τον άνθρωπο, κι η τρίτη, χαμηλά, τη γη. Μια κάθετη γραμμή που ενώνει τον ουρανό με τη γη, διαπερνά τον άνθρωπο και τον φυλακίζει μέσα στην αποδοχή της μοίρας του. Η γραμμή αυτή χαράζεται από ψηλά προς τα χαμηλά γιατί ο άνθρωπος οφείλει να υπακούει στη θέληση του ουρανού και η γη να δέχεται την φροντίδα του. Μόνο ο βασιλιάς έχει εξουσία αρκετά πλατιά ώστε ν’ αγκαλιάσει το σύνολο του κόσμου». Le Viet - Nam, σ. 99. - O κ. Ζ. Μπερκ, καθηγητής στο Colege de France, μας επισήμανε μια ομοιότητα με το αστερωτό πολύγωνο που χρησιμοποιείται σαν σύμβολο στον ισλαμικό κόσμο.
[22] Βλ. Grundrisse, σ. 376.
[Για την ανάλυση της σχέσης μεταξύ θρησκευτικών και πολιτικών αναπαραστάσεων και της κοινωνικής οργάνωσης των αρχαίων κοινωνιών, βλέπε Frankfurt, La Royauté et les dieux (1951). Before Philosophy (1946) κεφ. 3, ο σχηματισμός του κράτους, και J.P. Vernant, Les Origines de la Pensée grecque, κεφ. 7, και το έργο του P. Derchain στο Le Pouvoir et le Sacré, Eruxelles (1962).]
[23] Le Capital, βιβλ. III, τ. Ι. σ. 338.
[24] Carelii, Etudes des establissements assyriens en Capadoce. Analles, 1961.
[25] Wels Copf, Probleme der Periodisierung der Altengeschichte, Z. F. G. (1957) 296 - 313.
[26] Bei der allegemeinen sklavered des Orients, Grundrisse, σ. 395.
[27] Marx, Grundrisse, σ. 380.
[28] Βλ. Perrain, La lutte de classe dans l’ Antiquite classique, La Pensee, αρ. 108.
[29] Ο Ενγκελς στον Μαρξ, 22 Νοέμβρη 1882. Ενγκελς, Πάνω στην ιστορία των αρχαίων Γερμανών, κεφ. 1 (1882).
[La Marche, 1882, σελ. 272-273.]
[30] Marx, Grundrisse, σ. 384.
[31] Βλ. επιστολή του Μαρξ στη Βέρα Ζάσσουλιτς (2η εκδοχή), Μάρτης 1881 «Η καλλιεργήσιμη γη ανήκει σαν ατομική στους καλλιεργητές ενώ ταυτόχρονα δάση, βοσκοτόπια, χέρσα γη κλπ. παραμένουν ακόμη κοινή γη». βλ. Καταγωγή της Οικογένειας.
[32] Engels, L’ origine de familles, σ. 142.
[33] Βλ. Perrain, Seigneurie et Feodalite, La Pensee, αρ. 96.
[34] Marx, Le Capital, βιβλ. Ι, τ. 3, σ. 157. «Κι ο ίδιος ο δουλοπάροικος δεν ήταν μόνο κάτοχος, οφειλέτης βέβαια, των γύρο απ’ το σπίτι του χωραφιών, αλλά και συγκάτοχος των κοινοτικών αγαθών».
[35] Βλ. Soboul, Lacommunaute rurale Francaise, La Pensee, αρ. 73.
[36] Marx, Le Capital, βιβλ. Ι, τ. 3, σ. 155.
[37] Αυτό ακριβώς τονίζει ο Ενγκελς στο Anti-During, σ. 211 και 213.
[38] Ο Ενγκελς στο Μαρξ, 6 Ιούνη 1853.
[39] Μαρξ στον Ένγκελς, 14 Ιούνη 1853. Άρθρο του Μαρξ για τις Ινδίες, 25 Ιούνη 1853.
[Άρθρο του Μαρξ για την Ινδία, 25 Ιουνίου 1853]
Marx, Le Capital, βιβλ. Ι, τ. 2, σ. 26, 55 186 – 188
» » III, τ. Ι, σ. 33α
» » III, τ. 2, σ. 49.
[40] Ο Μαρξ στον Ένγκελς, 14 Ιούνη 1853. Le Capital, βιβλ. 1, τ. 2, σ. 46 – 48.
[41] Engels, L’ origine de familles, σ. 27 - υπογραμμισμένο από μας.
[42] Engels, Epogue franque, κεφ. 1, σ. 224.
[43] Engels, L’ origine de familles, σ. 65 - 66.
[44] Engels, σ. 161.
[45] Engels, σ. 155.
[46] Engels, σ. 122 (Ασία) σ. 137 (Ανατολή).
[47] Engels, βλ. Morgan, Ancient Society σχετικά με τους Ετρούσκους και τους Ρωμαίους, σ. 287 – 288.
[48] Engels, σ. 81. Ο Μαρξ είχε αποδεχτεί κι αυτός την υπόθεση του Μόργκαν, βλ. Archiv. σ. 134.
[49] Engels, σ. 82.
[50] Engels.
[51] Morgan, Ancient Society, σ. 220.
* Ελληνικά στο γαλλικό κείμενο.
** Ελληνικά στο γαλλικό κείμενο.
[52] Marx, Archiv. σ. 145.
[53] Engels, σ. 101. Βλ. Morgan, κεφ. VII σ. 193.
H απουσία σοβαρού προβληματισμού πάνω στον όρο «στρατιωτική δημοκρατία» μειώνει σημαντικά την αξία των μαρξιστικών εργασιών που τον χρησιμοποιούν: J. Varloot, La societe homeriqye, la Famille patriarcale, l’ origine de la propriete privee.
M. Rodinson, Sur le concept de Democratie militaire. La Pensee, αρ. 66 (1956).
H καλύτερη μελέτη είναι του Sereni: Communita rurali nell’ Italia antica, κεφ. IX.
[54] Morgan, «Το βασίλειο του Μεξικού είναι κατασκεύασμα της φαντασίας», σ. 193.
[55] Morgan, σ. 254.
[56] Vidal Naquet, Homere et monde mycenien. Annales, 1963, αρ. 4.
[57] Βλ. Willetes, Early Crete and Early Greek, Marxisme Today, δεκ. 1962. καθώς και τη βιβλιογραφία του Hutchinson, Prehistoric Crete, 1962, σ. 355 ως 368.
[58] Les origines de pensee grecqye, σ. 25.
[59] Στο ίδιο, σ. 2.
*** Ελληνικά στο γαλλικό κείμενο.
[60] Ενγκελς. «Νάμαστε λοιπόν στο ανώτερο στάδιο της Βαρβαρότητας, περιόδου όπου όλοι οι πολιτισμένοι λαοί πέρασαν απ’ τους ηρωικούς τους χρόνους: την εποχή του σιδερένιου σπαθιού άλλα και του σιδερένιου φτυαριού και άροτρου», σ. 149.
**** Ελληνικά στο γαλλικό κείμενο.
***** Ελληνικά στο γαλλικό κείμενο.
[61] Engels, L’ origine de familles, σ. 155, υπογραμμισμένο από μας.
[62] K. Wittfogel, Oriental despotism a comparative stuty of total power, σ.411: «The managerial - bureaucratic implications of the asiatc concept soon emparassedits new adherent, Marx... increasingly disturbed his Friend, Engels» [«Οι διαχειριστικές και γραφειοκρατικές επιπτώσεις της ασιατικής έννοιας σύντομα έφεραν σε δύσκολη θέση τον νέο υποστηρικτή της, τον Μαρξ... και ανησύχησαν όλο και περισσότερο τον φίλο του, τον Ένγκελς.»]
[63] Morgan. «When graecian society came for the time under historical observation about the first olympiad (776 B.C.) and down to legislation of Clisthenes (509 B.C.)» σ. 222. [«Όταν η αρχαία ελληνική κοινωνία τέθηκε υπό ιστορική παρατήρηση για πρώτη φορά κατά την πρώτη Ολυμπιάδα (776 π.Χ.) και μέχρι τη νομοθεσία του Κλεισθένη (509 π.Χ.)»]
Ο Ενγκελς, σχετικά με την παλαιά Ρώμη: «Μέσα στο βαθύ σκοτάδι πού περιτυλίγει την πρωτόγονη μυθική ιστορία της Ρώμης είναι αδύνατο να πούμε οτιδήποτε πάνω στη χρονολογία, την εξέλιξη και τις περιστάσεις της επανάστασης που ανάτρεψε την παλιά κοινωνία των γενών».
[64] Piganiol, Les Etrusques. Peuple d’ Orient. [C. d’Hist. Mondiale 1953 Βιβλίο Ι, Τόμος 2.]
[65] Le Capital, βιβλ. 1, τ. 2, σ. 27.
[66] Βλ. τον ενδιαφέροντα πρόλογο του Ρ. Vidal Naquet, στη γαλλική έκδοση του Orient Despotism.
[67] Plekhanov, σ. 52 - 54. Aπ’ όσο ξέρουμε, δεν υπάρχει κανένα κείμενο που να στηρίζει την θέση του Πλεχάνωφ για εγκατάλειψη του όρου «Ασιατικός τρόπος Παραγωγής» απ’ τον Μαρξ.
[68] Ήταν το θέμα της περίφημης συζήτησης του Λένιγκραντ, «Diskussia do Aziatskom sposobe proivodstiva», 1931.
[69] M. Shapiro, Marxism Today, Αύγουστος 1962, σ. 282-284.
[70] Βλ. τη συζήτηση στο Τ. Ροkora: Existierte in China eine Sklavenhalterges ellschaft? Archiv Orientalni 31, 1963.
[71] Kosambi, On a marxist approach to India chronology. Analls of Bhandarkar Oriental Research Istitute, 1951.
Του ίδιου συγγραφέα, The basis of ancient Indian history. Βλ. ακόμη κριτική του Ντάγκε από Bedekar, Marxist Toutay, Ιούλης 1951.
[72] Kuo, Mojo. Conference 1950. Researches Internationales, σ. 31 - 32.
[73] Σ. 20. Βλ. Histoire de l’ Antiquite, Moscou, 1962.
«Είναι έξω από κάθε αμφιβολία ότι η κινέζικη κοινωνία εξελίχτηκε απ’ το κοινοτικό σύστημα στη φεουδαρχία περνώντας από μια μορφή εκμετάλλευσης βασισμένη στην εκμετάλλευση των δούλων», σ. 226. Στη σ. 270 διαβεβαιώνεται το αντίθετο.
[74] Β. Tait. Marxism Today, Οκτώβρης 1961.
[75] Ex. Pothekhine, On Feufalism of the Ashanti. 25ο: διεθνές συνέδριο Ανατολιστών - Μόσχα 1960.
[76] Marc Bloch, La société féodale, Ι, 94, 350 και II, 154, 250 – 253.
[77] Le Capital, βιβλ. 1, τ. 3, σ. 158.
[78] Emery, Archaic Egypt, σ. 38 -104. The Unification (1961).
[79] Βλ. L’ Histoire du concept de «Despotism oriental» en Europe του Venturi. Journale of History of Ideas, 1963, αρ. 1.
[80] Βλ. Seneri, όπου παρ.
[81] Βλ. Suret-Canal, Afrique Noire: «H εμφάνιση του Κράτους..., συνοδεύει την εμφάνιση της αριστοκρατίας που είναι το όργανό του και η βασικά επωφελούμενη...» σ. 12.
[82] Βλ. G. Condominas, Fokon’ dona et collectivite rurales en Imerina, 1960. Σχετικά με την εδαφική ιδιοκτησία: «Ο μέγας Βασιλεύς μεταφέρει, στον Ηγεμόνα, το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας που ήταν μέχρι τώρα κατατεμαχισμένο ανάμεσα στην πολλαπλότητα των Fokon’ dona που αποτελούσαν τη χώρα», σ. 29.
[83] P. Boiteau, History de Madagascar.
[84] Βλ. Vladimirtsov, La Feodalite mongole, 1948. Belenitsky, Les Mongols et l’ Asie Centrale, C. H. Mondiale, 1960, 3 και τη μελέτη του J. Harmatta, Hun Society in the Age of Attila, Acts Archeologics Ac. S. Mong. 1952.
[85] Βλ. τις παρατηρήσεις του Μ. Maquet στον Κ. Wittfogel: Une Hypothese pour l’ etude des Feodalites africaines. C. d’ Etudes Afric., 1961, αρ. 6.
[86] Προπάντων στο Social Evolution, 1950, όπου o Τσάιλντ προσπαθεί να συμπληρώσει το σχήμα του Μόργκαν ενσωματώνοντας σ’ αυτό τους μεγάλους ανατολικούς πολιτισμούς της εποχής του Oρείχαλκου.
[87] World Prehistory. [Βλ. την κριτική μας, La Pensée, 1963, αρ. 107.]
[88] Le Capital, βιβλ. Ι, τ. 2, σ. 48. Υπογραμμισμένο απ’ το Μαρξ.
[89] Στο ίδιο, βιβλ. III, τ. 3, σ. 176.
[90] Engels, L’ origine de familles, σ. 153.
[91] A. Stein, La Civilisation tibetaine, 1962. σ. 97 -103.
[92] Α. Métraux, Les Incas, σ. 98.
[93] Βλ. L. Simonovskaia, Deux tendences dans la societe Feodale de la Chine de la basse epoqye. 25ο Διεθνές Συνέδριο Aνατολιστών, Μόσχα, 1960.
[94] Ανάμεσα σ’ αναρίθμητες μελέτες για το θέμα βλ. τις εργασίες του ιάπωνα μαρξιστή Tακαχάσι: La place de la revolution du Meiji dans l’ histoire agraire du Japon. Revue historique, Δεκ. 1953. The transition from feudalism to capitalism. Scientce and Society, 1952, αρ. 4.
[95] Engels, L’ origine de familles, σ. 162 υπογραμμισμένο από μας. Καμιά ενδόμυχη περιφρονητική διάθεση δεν υπάρχει στη χρήση του όρου «πολιτισμός» απ’ τον Ενγκελς. Δεν προδίδει καθόλου καλυμμένο ρατσισμό ή σκεπασμένη ομολογία «ηθικής» και πνευματικής ανωτερότητας. Τη στάση αυτή συμμερίζονται πολυάριθμοι ανθρωπολόγοι που έζησαν με τους «λεγόμενους άγριους» ή «βαρβάρους».
[96] Το γεγονός της Εμπορευματοπαραγωγής μας προμηθεύει το κλειδί της επιστημονικής μελέτης του καπιταλισμού, εσχάτου τέρματος της εξέλιξης των δυτικών κοινωνιών. Αυτό υπογράμμιζε ο Μαρξ στις πρώτες λέξεις του Κεφαλαίου επαναλαμβάνοντας αυτές της Συμβολής (1859): «Ο πλούτος των κοινωνιών όταν κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής παρουσιάζεται σα μια “τεράστια συσσώρευση εμπορευμάτων”. Η ανάλυση λοιπόν του εμπορεύματος, στοιχειακής μορφής του πλούτου αυτού, θα αποτελέσει την αφετηρία των ερευνών μας». Le Capital, βιβλ. 1, τ. 1, σ. 51.
[97] Engels, L’ origine de familles, σ. 105.
[98] Μέσ’ απ’ αυτή την οπτική πρέπει να κατανοήσουμε το περίφημο γράμμα του Μαρξ στη Βέρα Ζασσούλιτς, 8 Μαρτίου 1881: Σημαίνει μήπως ότι, όπως και νάναι, η ανάπτυξη της «αγροτικής κοινότητας» πρέπει ν’ ακολουθήσει το δρόμο αυτό (προς την ατομική ιδιοκτησία); Καθόλου. Η συστατική της δόμηση επιδέχεται δύο κατευθύνσεις: ή το στοιχείο ατομικής ιδιοκτησίας που περιέχει θα επικρατήσει πάνω στο συλλογικό στοιχείο, ή το δεύτερο θα επικρατήσει, πάνω στο πρώτο. Όλα εξαρτώνται απ’ τον ιστορικό περίγυρο μέσα στον όποιο βρίσκεται... Οι δυο αυτές λύσεις είναι a priori δυνατές αλλά, για τη μια και την άλλη, απαιτούνται ολωσδιόλου διαφορετικά ιστορικά πλαίσια» Και διασαφηνίζοντας τα πλαίσια αυτά στη δεύτερη μορφή της επιστολής του αυτής, ο Μαρξ πρόσθετε: «το ιστορικό της πλαίσιο, η συγχρονικότητα της καπιταλιστικής παραγωγής, της προσφέρει έτοιμες τις υλικές συνθήκες της οργανωμένης σε πλατιά κλίμακα εργασίας συνεργατικής μορφής. Μπορεί λοιπών αυτή να ενσωματώσει τις θετικές κατακτήσεις του καπιταλιστικού συστήματος χωρίς να περάσει απ’ τις αρνητικές του πλευρές. Μπορεί να αντικαταστήσει βαθμιαία την τεμαχισμένη σε κλήρους γεωργία με τη συνδυασμένη καλλιέργεια με τη βοήθεια των μηχανών. Αφού τεθεί πριν σε φυσιολογική κατάσταση στην παρούσα της μορφή, μπορεί να γίνει η άμεση αφετηρία του οικονομικού συστήματος στο όποιο τείνει η σύγχρονη κοινωνία και ν’ αλλάξει εντελώς μορφή χωρίς ν’ αρχίσει με την αυτοκτονία της...» Βλ. Τον πρόλογο του Μαρξ και του Ένγκελς στη 2η ρωσική μετάφραση του Μανιφέστου της 21ης Γενάρη 1882.
[99] Engels, Anti-During, σ, 320-321 - υπογραμμισμένο από μας.
[100] Βλ. Economie politiqye et philosophie, M. Godelier, La Pensee, Οκτώβρης 1963.
[101] Κ. Marx, Contribution... σ. 170 υπογραμμισμένο από μας.
Σημείωση e la libertà: Σχετικά με τη βιβλιογραφία.
Παραθέτουμε τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων στα οποία αναφέρεται ο συγγραφέας (οι περισσότερες από τις οποίες δεν υπήρχαν όταν μεταφράστηκε το άρθρο):
Bloch Marc, Η φεουδαλική κοινωνία, Κάλβος, Αθήνα 1987, μετάφρ. Μπάμπης Λυκούδης.
Caso Alfonso, «Η γαιοκτησία στους αρχαίους Μεξικανούς», e la libertà, ].
Childe Gordon, Κοινωνική Εξέλιξη, Κάλβος, Αθήνα 1991, μετάφρ. Θεόφιλος Βανδώρος.
Ένγκελς Φρίντρχ, Αντι-Ντίρινγκ, Η ανατροπή της Επιστήμης από τον Κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, μετάφρ. Άννεκε Ιωαννάτου-Visée.
Ένγκελς Φρίντριχ, Η Καταγωγή της Οικογένειας της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2013.
Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β΄, Στοχαστής, Αθήνα 1992, μετάφραση Διονύσης Διβάρης.
Μαρξ Καρλ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις «Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης», Αθήνα 1956.
Marx Karl, Προκαπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, Κάλβος, Αθήνα 1982, μετάφρ. Θόδωρος Καλοπίσης.
Μαρξ Καρλ, «Απάντηση στη Βέρα Ζασούλιτς», e la libertà, 15 Αυγούστου 2026, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/11036-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B6%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%82].
Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Α΄, Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 2002, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης (θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Μορίς Γκοντελιέ παραπέμπει στη γαλλική εκδοχή του Κεφαλαίου, η οποία έχει διαφορές από τη γερμανική από την οποία έγινε η ελληνική μετάφραση).
Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Β΄, Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 1979, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης.
Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Γ΄, Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 1978, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης.
Μαρξ Καρλ, Φρίντριχ Ένγκελς, Αλληλογραφία 1844-1860, μέρος Α΄, Μπάυρον, Αθήνα 1975, μετάφρ. Λευτέρης Αποστόλου.
Μαρξ Καρλ, Φρίντριχ Ένγκελς, Αλληλογραφία 1844-1860, μέρος Β΄, Μπάυρον, Αθήνα 1975, μετάφρ. Λευτέρης Αποστόλου.
Μαρξ Καρλ, Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, Gutemberg, Αθήνα 1989, μετάφρ. Κώστας Φιλίνης.
Métraux Alfred, Οι Ίνκας. Ιστορία και πολιτισμός, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 1997, μετάφρ. Ελένη Φαμελιάδου-Νάκου.
Μόργκαν Λιούις Χένρι, Η Αρχαία Κοινωνία, Αναγνωστίδης, χ.χ.έ., Αθήνα, μετάφραση Λιόνης Γρηγόρης· επανέκδοση Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2013.
Πλεχάνωφ Γ., Τα θεμελιώδη προβλήματα του μαρξισμού, Αναγνωστίδης, χ.χ.έ., μετάφρ. Λ. Μιχαήλ.
Τακαχάσι Κοατσίρο, «Συμβολή στη Συζήτηση (Η διαμάχη για τη μετάβαση)» στο Ντομπ Μώρις, Σουήζυ Πωλ, Χίλτον Ρόντι, Τακαχάσι Κοατσίρο, Χιλ Κρίστοφερ, Λεφέμπρ Ζωρζ, Προκάτσι Τζουλιάνο, Χόμπσμαουμ Έρικ, Μέρινγκτον Τζων, Η μετάβαση από το φεουδαλισμό στον καπιταλισμό, Θεμέλιο, Αθήνα 1986, μετάφρ. Παύλος Γρεβενίτης, σελ. 99-42.
Τοκάι Φέρεντς, Για τον Ασιατικό Τρόπο Παραγωγής, Αναγνωστίδης, Αθήνα, χ.χ.έ.
Vernant Jean Pierre, Οι απαρχές της ελληνικής σκέψης, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1992, μετάφρ. Ελένη Κακοσαίου.
Vidal-Naquet Pierre, «Ο Καρλ Βιτφόγκελ και η Έννοια του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής», στο Vidal-Naquet Pierre, Πέρα Από την Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1999, μετάφρ. Θέμης Μιχαήλ, σσ. 303-359.