Τοιχογραφία από τον Τάφο του Ναχτ. (TT52). Δέκατη Όγδοη Δυναστεία, περίπου 1400–1352 π.Χ., Θήβες, Αίγυπτος. Απεικονίζονται σκηνές της καθημερινής δουλειάς των αγροτών (θέρισμα, λίχνισμα, αποθήκευση σιτηρών, σκάψιμο, κοπή δέντρων) υπό την επίβλεψη του Ναχτ καθώς και σκηνή προσφοράς του Ναχτ και της συζύγου του Τάουι προς τον θεό Ρα. Ο Ναχτ ήταν αξιωματούχος που κατείχε τη θέση του γραμματέα και αστρονόμου του Άμμωνα, πιθανώς κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τουθμώσι Δ΄.
Andrea Zingarelli
Ο Ασιατικός Τρόπος Παραγωγής: Σκέψεις για την Αρχαία Αίγυπτο
Το κεφάλαιο αυτό θα εξετάσει την εγκυρότητα των αναλύσεων του Μαρξ και του Ένγκελς σχετικά με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής –με τις αντιφάσεις τους και τις τροποποιήσεις που υπέστησαν με την πάροδο του χρόνου[1]– σε σχέση με την ιστορική διαδικασία ενός αρχαίου κράτους. Θα εξετάσει επίσης εν μέρει τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι αναλύσεις έγιναν αργότερα αποδεκτές και μετασχηματίστηκαν από την πιο σχετική μαρξιστική ιστοριογραφία.
Πιο συγκεκριμένα, στόχος μας είναι να αναλύσουμε τον ασιατικό τρόπο παραγωγής από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής στη φαραωνική Αίγυπτο.[2] Ο στόχος της έρευνάς μας δεν υπονοεί απλώς την προσφυγή στα «γεγονότα» της αιγυπτιακής ιστορίας με την εμπειρική έννοια που επικρίνεται έντονα από τους Χίντες και Χερστ,[3] αλλά την προσφυγή σε μια αφαίρεση της ιστορικής διαδικασίας, η οποία δεν είναι το ίδιο με την αφαίρεση μιας ιδανικής επεξεργασίας χωρίς ιστορική σημασία. Θα επικεντρωθούμε, λοιπόν, σε μια συγκεκριμένη κοινωνική διαμόρφωση και στις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις που εμφανίζονται ιστορικά σε συνάρτηση με τον κυρίαρχο ασιατικό τρόπο παραγωγής, καθώς και με άλλες σχέσεις που είναι χαρακτηριστικές άλλων τρόπων παραγωγής.
Η αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος δεν είναι εύκολη υπόθεση, δεδομένου ότι ο Μαρξ δεν δημοσίευσε τη θεωρία του για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής σε ένα μεμονωμένο έργο και δεν της έδωσε οριστική μορφή.[4] Πράγματι, η μόνη αναφορά στον ασιατικό τρόπο παραγωγής[5] βρίσκεται στον πρόλογο του έργου Συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, ενώ οι διατυπώσεις που σχετίζονται με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής βρίσκονται στο τμήμα του Formen στο οποίο εργάστηκε ο Μαρξ μεταξύ 1857-1858, κατά την προετοιμασία του Κεφαλαίου και της Συμβολής στην κριτική της πολιτικής οικονομίας. Εξαιτίας αυτού, η συζήτηση έχει συχνά επικεντρωθεί στον ορισμό και τον χαρακτηρισμό των υποτιθέμενων χαρακτηριστικών του ασιατικού τρόπου παραγωγής –όπως ο ασιατικός δεσποτισμός, η ύπαρξη αυταρκών αγροτικών κοινοτήτων και η απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας– ή σε ένα είδος γεωγραφικού ντετερμινισμού που συνδέεται με τον έλεγχο της άρδευσης.[6] Έχουν επίσης γίνει προσπάθειες να καταγραφεί η ιστορία αυτών των χαρακτηριστικών και να εντοπιστεί η προέλευσή τους, προκειμένου να ανακατασκευαστούν. Έχει ακόμη προταθεί ότι, αν και ο Μαρξ και ο Ένγκελς έδωσαν στη έννοια μια νέα προοπτική, η ίδια η έννοια μπορεί να μην είναι πρωτότυπη στους Γερμανούς συγγραφείς[7] και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεωρηθεί μέρος της δυτικής παράδοσης. Ωστόσο, ακόμη και αν θεωρηθεί μέρος της δυτικής παράδοσης, θα εξακολουθεί να είναι πρωτότυπη, στο βαθμό που εξηγεί τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων που σχετίζονται με τις παραγωγικές δυνάμεις.[8]
Μια άλλη δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι η μελέτη του ασιατικού τρόπου παραγωγής είναι σαν να προσπαθεί κανείς να αναστήσει τους νεκρούς[9], δεδομένου ότι η έννοια αυτή απορρίφθηκε, κηρύχθηκε αντιμαρξιστική και απαγορεύτηκε επίσημα τη δεκαετία του 1930.[10] Αργότερα, χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά από τον Βιτφόγγελ στο μνημειώδες έργο του[11], Ανατολικός δεσποτισμός: Μια συγκριτική μελέτη της απόλυτης εξουσίας, προκειμένου να τονίσει το υδραυλικό χαρακτηριστικό των κοινωνιών όπου εμφανίστηκε ο ασιατικός τρόπος παραγωγής[12] και να προτείνει ότι, όταν ο εν λόγω τρόπος παραγωγής υπάρχει σε μη υδραυλικές κοινωνίες, πρέπει να έχει αντιγραφεί ή επιβληθεί από μια υδραυλική κοινωνία.[13] Η κριτική του Βιτφόγγελ στόχευε στην μαρξιστική ιστοριογραφία και, σε κάποιο βαθμό, στην έννοια του τρόπου παραγωγής, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν μια κριτική του σοβιετικού συστήματος.[14] Ο Βιτφόγγελ διατήρησε τον γεωγραφικό ντετερμινισμό, υπογραμμίζοντας τις πολιτικο-διοικητικές πτυχές, και απέκλεισε τα κοινωνικοοικονομικά φαινόμενα, τα οποία αντιμετωπίζονται μόνο σε αποσπασματικές περιγραφές. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτή η αντίληψη για την υδραυλική κοινωνία ήταν ένα μέσο για τη μετάδοση μιας χονδροειδούς και απλουστευμένης αντίληψης για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής.[15]
Με βάση εμπειρικά στοιχεία και αποσπάσματα από το έργο του Τζόουνς και τον τόμο Ι του Κεφαλαίου, ο Στρούβε –ένας σοβιετικός μελετητής που απομακρύνθηκε από τις παραδοσιακές ευρωπαϊκές σχολές– απέρριψε την ύπαρξη του ασιατικού τρόπου παραγωγής, αλλά πρότεινε την ύπαρξη μιας διπλής εκμετάλλευσης που αφορούσε δύο διαφορετικές κοινωνικές ομάδες: την αγροτική και την δουλοκτητική εκμετάλλευση[16]. Η συζήτηση για το δουλοκτητικό κοινωνικό σύστημα στις αρχαίες κοινωνίες ήταν κεντρική στη σοβιετική ιστοριογραφία, αν και στα τέλη της δεκαετίας του 1940 το περιοδικό Vestnik drevnei istorii –Εφημερίδα Αρχαίας Ιστορίας– θεωρούσε ήδη ότι το μεγαλύτερο μέρος του εργαζόμενου πληθυσμού στην Εγγύς Ανατολή ήταν αγρότες. Οι τελευταίες δημοσιεύσεις γράφτηκαν υπό την επίδραση του Formen, το οποίο ήταν διαθέσιμο εκείνη την εποχή στην ΕΣΣΔ[17].
Αργότερα, οι Χίντες και Χερστ προσπάθησαν να αποδείξουν ότι η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής δεν είχε θέση στη μαρξιστική θεωρία των τρόπων παραγωγής[18]. Οι συγγραφείς κατέστησαν σαφές ότι πρόκειται για μια θεωρητική έννοια και ότι πρέπει να δομηθεί με βάση γενικές μαρξιστικές έννοιες (παραγωγικές δυνάμεις, σχέσεις παραγωγής κ.λπ.) και όχι με βάση τα γραπτά του Μαρξ για την Ασία. Με άλλα λόγια, κατά την άποψή τους, πρέπει να βασιστούμε σε όσα γράφονται στο Κεφάλαιο και όχι να λαμβάνουμε υπόψη τα δημοσιογραφικά άρθρα και τις επιστολές για την Ασία[19]. Οι συγγραφείς υποθέτουν ότι η βασική μορφή της προκαπιταλιστικής προσόδου είναι η φεουδαρχική πρόσοδος ως πρόσοδος σε εργασία, πρόσοδος σε είδος και πρόσοδος σε χρήμα, αμφισβητώντας το αξίωμα του Μαρξ σχετικά με τη συνύπαρξη προσόδου και φόρου στα ασιατικά κράτη, ένα ζήτημα που θα εξετάσουμε παρακάτω.
Από την πλευρά του, ο Άντερσον εντόπισε θεωρητικές και μεθοδολογικές ασυνέπειες στην κατανόηση του ασιατικού τρόπου παραγωγής[20]. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας επισημαίνει την έννοια του αυτάρκους χωριού με τη δική του κοινοτική ιδιοκτησία ως το κύριο εμπειρικό ελάττωμα στην κατασκευή του Μαρξ. Τα θεμελιώδη στοιχεία του αυτάρκους χωριού είναι η απομόνωση και η απόσταση από τις υποθέσεις του κράτους. Ο Άντερσον επισημαίνει επίσης ότι η παρουσία ενός ισχυρού και συγκεντρωτικού κράτους προϋποθέτει μια πολύ ανεπτυγμένη ταξική διαστρωμάτωση, ενώ η υπεροχή της ιδιοκτησίας του χωριού συνεπάγεται μια κοινωνική δομή που είναι πρακτικά προταξική ή αταξική. Ο συγγραφέας επιμένει ότι η αυτονομία και η αυτάρκεια των χωριών είναι στην πράξη ασυμβίβαστες με τη σημασία των δημόσιων αρδευτικών έργων που πραγματοποιούνται από το κράτος. Κατά την άποψή του, ο συνδυασμός ενός ισχυρού και δεσποτικού κράτους με εξισωτικές κοινότητες χωριών είναι εγγενώς απίθανος.
Ο Γουίκαμ αμφισβήτησε τον ασιατικό τρόπο ζωής, δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι δεν έχει καμία αναλυτική εγκυρότητα. Υποστηρίζει ότι είναι πολύ σπάνιο να βρει κανείς αυτόνομα χωριά δίπλα σε ένα κράτος που εισπράττει φόρους, κατέχει όλη τη γη και πραγματοποιεί μεγάλα δημόσια έργα. Ο Γουίκαμ θεωρεί επίσης ότι οι πολιτικές και νομικές συνιστώσες του εννοιολογικού πλαισίου είναι υπερβολικά εξειδικευμένες. Έτσι, για τον συγγραφέα αυτόν, η φεουδαρχία θα μπορούσε να περιλαμβάνει και την Ανατολή, δεδομένου ότι όλες οι ταξικές κοινωνίες πειραματίζονται με κάποια μορφή ιδιοκτησίας γης και καταναγκαστικής είσπραξης προσόδου[21].
Παρομοίως, ο Νταν[22] φαίνεται να υπονοεί ότι η υπόθεση του ασιατικού τρόπου παραγωγής εγκαταλείφθηκε από τον Μαρξ στα τελευταία χρόνια της ζωής του και δεν πρέπει να θεωρείται ως «πλήρες μέλος» της ακολουθίας των κοινωνικών συστημάτων. Επιπλέον, κατά την άποψη του Νταν, οποιαδήποτε αναβίωση της έννοιας του ασιατικού τρόπου παραγωγής θα εξαρτηθεί από δεδομένα και σκέψεις που δεν υποστηρίζονται από τον Μαρξ και τον Ένγκελς. Ο συγγραφέας, ωστόσο, αυτοπροσδιορίζεται ως νεοασιατικός, υποστηρίζοντας την ιδέα ενός προφεουδαρχικού σταδίου αντί ενός δουλοκτητικού κοινωνικού συστήματος.
Από την πλευρά του, ο Μπανατζί[23] θεωρεί ότι το διπολικό μοντέλο των αγροτικών κοινοτήτων και ενός ισχυρού κράτους αποτυγχάνει για τρεις λόγους: (1) Η αυτάρκεια των χωριών είναι ένας μύθος (αναφέρεται μόνο στην Ινδία). (2) Η ιδέα ότι οι ασιατικοί ηγεμόνες δεν αντιμετώπιζαν ισχυρούς γαιοκτήμονες και ότι δεν υπήρχε σημαντικός βαθμός ταξικής διάρθρωσης δεν είναι αληθής, παρά το γεγονός ότι αυτό υποστηρίχθηκε από τον Ρίτσαρντ Τζόουνς και υπονοήθηκε από τον Μαρξ. (3) Το ζήτημα της απουσίας ιδιωτικής ιδιοκτησίας γης βασίζεται στην επανάληψη του κεντρικού δόγματος της οριενταλιστικής παράδοσης χωρίς καμία σε βάθος ανάλυση. Σε κάθε περίπτωση, ο Μπανατζί προτείνει τον χαρακτηρισμό των ασιατικών καθεστώτων ως φοροκρατικών[1] και όχι ως φεουδαρχικών, αν και διαπιστώνει διαφορά μεταξύ φόρου και προσόδου και μεταξύ του ευρωπαϊκού φεουδαρχισμού και των ασιατικών συστημάτων[24].
Μέχρι στιγμής, οι απόψεις κατά του ασιατικού τρόπου παραγωγής καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, ξεκινώντας από την ακύρωση της έννοιας από τη στιγμή της διατύπωσής της και φτάνοντας μέχρι την άποψη ότι έπαψε να αποτελεί μέρος της σκέψης του Μαρξ και του Ένγκελς στα μεταγενέστερα γραπτά τους. Πράγματι, για ορισμένους μαρξιστές ο ασιατικός τρόπος παραγωγής δεν ήταν παρά μια επίδειξη ευρωκεντρικής αλαζονείας εκ μέρους του Μαρξ και του Ένγκελς, ένα θεωρητικό και μεθοδολογικό λάθος που βασιζόταν σε λανθασμένη ερμηνεία της ασιατικής ιστορίας και το οποίο αργότερα εγκαταλείφθηκε από τους συγγραφείς[25].
Το έργο του Τσάιλντ, που εκπονήθηκε στις δεκαετίες του 1940 και του 1950, αποτελεί εξαίρεση σε μια εποχή κατά την οποία ο ασιατικός τρόπος παραγωγής δεν αναφερόταν καν[26]. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η έκδοση του έργου του Ο άνθρωπος πλάθει τον εαυτό του[27], όπου ανακτά ορισμένες από τις θέσεις του ασιατικού τρόπου παραγωγής, όπως η μετάβαση από απλές αγροτικές κοινότητες σε κράτη με επαγγέλματα και τάξεις[28]. Σύμφωνα με τον Μπλάκλετζ, ο Τσάιλντ παρουσιάζει την έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής σε αντίθεση με την επικρατούσα τάση, δεδομένου ότι είχε απαγορευτεί[29].
Ο Μορίς Γκοντελιέ ήταν αυτός που κατάλαβε ότι αυτός ο τρόπος παραγωγής βρισκόταν στη μετάβαση από μια αταξική σε μια ταξική κοινωνία[30]. Ο Γκοντελιέ αναγνωρίζει την ενότητα των αντιφατικών στοιχείων στην εκμετάλλευση από μια μειοψηφία –μια ανώτερη κοινότητα που εκμεταλλεύεται συγκεκριμένες κοινότητες– η οποία εκδηλώνεται με την τελική μορφή των αταξικών κοινωνιών υπό τη μορφή των αγροτικών κοινοτήτων, μαζί με μια αναδυόμενη μορφή ταξικής κοινωνίας.
Μπορούμε σίγουρα να δούμε το αιγυπτιακό κράτος ως ένα πρωταρχικό κράτος[31], καθώς υπάρχει αυτόνομα από την αρχή, γεννημένο από τη μετάβαση προς πολιτικές μορφές[32] από μια αταξική κοινωνία –που έχει χαρακτηριστεί εσφαλμένα «πρωτόγονη»– στην οποία η εκμετάλλευση του πλεονάσματος είτε απουσιάζει είτε δεν είναι συστηματική και στην οποία επικρατούν οικογενειακές και κοινοτικές μορφές οργάνωσης[33]. Το πρόβλημα αυτής της μετάβασης έχει εξεταστεί σε μια προσπάθεια να κατανοηθεί πώς το κράτος καταλήγει να αναλάβει ορισμένους ελέγχους, ιδίως αυτόν της ιδιοκτησίας γης[34], και πώς τα πρωτο-κράτη της Άνω Αιγύπτου επέκτειναν την κυριαρχία τους σε μεγάλες εκτάσεις του αιγυπτιακού εδάφους ξεκινώντας από τις μυθικές τους βάσεις.
Ο Γκοντελιέ επέκτεινε την έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής στην Αίγυπτο της κοιλάδας του Νείλου στα τέλη της τέταρτης χιλιετίας, καθώς και σε διάφορες εποχές και κοινωνίες της Ευρώπης (ετρουσκική ή τα κρητικά-μυκηναϊκά βασιλεία), της μαύρης Αφρικής (βασίλεια του Μάλι και της Γκάνας, βασιλεία του Μπαμούν και του Καμερούν) και της προκολομβιανής Αμερικής (πολιτισμοί της Κεντρικής Αμερικής και των Άνδεων)[35]. Πράγματι, από τη δεκαετία του 1960, με έμφαση στο Formen, η Δύση αναβίωσε την έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής σε μελέτες για την προκολομβιανή Αμερική, τη μαύρη Αφρική και την Κίνα, οι οποίες κατέληξαν να προτείνουν άλλες ονομασίες, όπως κοινοτικός-εκμεταλλευτικός τρόπος ή χωριάτικος δεσποτικός τρόπος[36].
Έτσι, η δεκαετία του 1960 σηματοδότησε την εμφάνιση νέων συγγραμμάτων για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής και αναζωπύρωσε τη συζήτηση μεταξύ των Άγγλων, Γάλλων και Σοβιετικών μαρξιστών. Ο Χόμπσμπαουμ έγραψε την εισαγωγή στην πρώτη αγγλική έκδοση του Formen[37], ενώ την ίδια περίοδο ο Τζορτζ Λιχτχάιμ δημοσίευσε ένα άρθρο στο οποίο αναλύει τον ασιατικό τρόπο παραγωγής[38]. Διάφορα βιβλία και άρθρα σχετικά με το θέμα αυτό δημοσιεύτηκαν στο τμήμα ασιατικών και αφρικανικών σπουδών του Centre d’Études et de Recherches Marxistes[39] και στο La Pensée.
Τα επιχειρήματα του Αμίν αξίζουν μια πιο λεπτομερή εξέταση, διότι, αν και συνοπτικά, ασχολούνται συγκεκριμένα με την Αίγυπτο[40] και ακολουθούν τον Μαρξ ως προς την αντιμετώπιση της κρατικής συγκεντροποίησης ως επιβαλλόμενη από τη φύση, την οικολογία και τα μεγάλα υδραυλικά έργα, καθώς και με σκοπό την εκμετάλλευση του πλεονάσματος των αγροτών[41]. Ο Αμίν επισημαίνει μάλιστα τη διατήρηση της σχετικής αυτονομίας της αγροτικής κοινότητας και των μικρών οικογενειών. Με βάση τις τέσσερις παραποτάμιες κοιλάδες (Αίγυπτος, Μεσοποταμία, κοιλάδα του Ινδού και κοιλάδα του Κίτρινου Ποταμού), ο Αμίν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η άρδευση επιτρέπει μεγαλύτερη παραγωγικότητα και πυκνότητα πληθυσμού, με αποτέλεσμα την εμφάνιση πανομοιότυπων πολιτισμών. Το φοροκρατικό σχήμα –το θεοκρατικό-γραφειοκρατικό ταξικό κράτος– αναδύεται από τις κοινότητες και επιβάλλεται ως οργανωτική δομή. Μέχρι εδώ, δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές εκτός από τον χαρακτηρισμό φοροκρατικό σχήμα.
Ο Αμίν προσθέτει σε αυτές τις σκέψεις μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση σχετικά με την ταχεία παρακμή της αγροτικής κοινότητας και την σχεδόν εξαφάνισή της, ένα ζήτημα που εξετάζει και ο Μαρξ στο Formen[42]. Ωστόσο, η αγροτική κοινότητα θα επιβιώσει ως οικογενειακή κοινότητα, παραχωρώντας όμως την νόμιμη ιδιοκτησία της γης στην ανώτερη κοινότητα, καθώς το κράτος γίνεται πιο ισχυρό[43].
Επιπλέον, ο Αμίν αναλύει τον δεσποτισμό του ταξικού κράτους από την άποψη της «προστασίας του κοινού συμφέροντος» και της «οργάνωσης χρήσιμων έργων» [44].
Η ευνοϊκή άποψη του Αμίν για την κυρίαρχη τάξη είναι αξιοσημείωτη, ειδικά σε σχέση με τους αγρότες. Πράγματι, ο Αμίν υποστηρίζει ότι αυτή η κοινωνία είναι δεσποτική για ομάδες όπως οι ελεύθεροι τεχνίτες και οι δουλοπάροικοι, αλλά «όχι σε σχέση με τους αγρότες». Ο δεσποτισμός είναι επαληθεύσιμος μόνο όταν μια εξωτερική δύναμη (οι βάρβαροι εισβολείς) καταλαμβάνει το κράτος ή όταν «το κράτος εξαφανίζεται προς όφελος των φεουδαρχικών αυτονομιών, οι οποίες τότε αρχίζουν να μοιάζουν με τη φεουδαρχική Ευρώπη»[45].
Σε αντίθεση με τον Μαρξ, ο Αμίν υποστηρίζει ότι η κοινότητα των αιγυπτιακών χωριών δεν είναι πολύ πιο περιοριστική από εκείνη της μεσαιωνικής Ευρώπης. Ωστόσο, αργότερα καθιερώνει μια ηθική διάκριση μεταξύ των φεουδαρχών που καταπιέζουν τους αγρότες τους χωρίς έλεγχο και του ανατολικού κράτους που είναι ευνοϊκό προς τους αγρότες. Ο Αμίν διατηρεί μια σαφή θέση όσον αφορά την υπεροχή της Αιγύπτου και της Κίνας ως προτύπων (επιτυχημένοι φοροκρατικοί σχηματισμοί) και τις αποτυχημένες προσπάθειες μίμησης από άλλες περιοχές (περιφερειακοί καπιταλιστικοί σχηματισμοί). Η φεουδαρχική Ευρώπη ανήκει στην τελευταία κατηγορία, αν και η απουσία συγκεντροποίησης απελευθερώνει τους εμπορικούς τομείς και η επέκταση του εμπορίου σε συνδυασμό με την αποσύνθεση των φεουδαρχικών σχέσεων θα οδηγήσει στην εμφάνιση του καπιταλισμού. Δηλαδή, ο μεγάλος, πλούσιος, ανθεκτικός και ευνοϊκός φοροκρατικός σχηματισμός της αρχαίας Αιγύπτου δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα σύστημα τόσο επιβλαβές όσο ο καπιταλισμός.
Από την άλλη πλευρά, στο πεδίο της έρευνας για την Εγγύς Ανατολή έγινε μια προσπάθεια να επανεξεταστεί η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής, αναφέροντας την άρθρωση δύο τρόπων παραγωγής: τον τρόπο του ανακτόρου (ή του ναού) και τον τρόπο του χωριού. Αυτό το διττό μοντέλο είχε εισαχθεί προηγουμένως στη δεκαετία του 1950 από τον Ρώσο μελετητή Ντιακόνοφ[46], αν και δημοσιεύθηκε στη Δύση αργότερα. Ο Ντιακόνοφ ανήκε στη λεγόμενη Σχολή του Λένινγκραντ[47] και, μαζί με ορισμένους συναδέλφους του, έδωσε έμφαση σε αυτό το διμερές μοντέλο που βασιζόταν στα δικαιώματα ιδιοκτησίας γης και στην έννοια της ελευθερίας με τη νομική έννοια[48]. Στις μελέτες του για την Ανατολική Αρχαιότητα[49], ο Μάριο Λιβέρανι επανεξέτασε το διπλό μοντέλο με βάση ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε το 1976 με τίτλο «Il modo di produzione»[50], και σε μεταγενέστερα έργα του συνδύασε διαφορετικές ιστοριογραφικές θέσεις, γεγονός που οδήγησε σε μια ευρύτερη αποδοχή από τους μελετητές του πεδίου[51].
Το έργο του Σίρο Φλαμαριόν Σ. Καρντόσο, ο οποίος δημοσίευσε αρκετές μελέτες σχετικά με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής[52], αποτελεί μια εξαιρετική περίπτωση στην έρευνα για την αρχαία Αίγυπτο. Στις μελέτες του, ο Καρντόσο χρησιμοποιεί τις ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, αν και η έννοια δεν μπορεί να γίνει κατανοητή με τους όρους υπό τους οποίους δημιουργήθηκε, εξακολουθεί να είναι έγκυρη για την εξήγηση της λειτουργίας των αρχαίων κοινωνιών και αποτελεί «μία από τις κατάλληλες μορφές για τη διερεύνηση της ιστορίας αυτών των κοινωνιών»[53]. Η παρούσα μελέτη συμφωνεί με την άποψη του Καρντόσο σχετικά με αυτό το ζήτημα.
i
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, θεωρώντας έγκυρους τους όρους υπό τους οποίους ο Μαρξ εντοπίζει στο Formen την παρουσία μιας ενότητας που μπορεί να αναγνωριστεί ως κράτος και τη συνέχιση των κοινοτικών μορφών[54], και διαπιστώνοντας την υπεροχή των σχέσεων ιδιοποίησης και εκμετάλλευσης, ανεξάρτητα από άλλες ενδιάμεσες, δευτερεύουσες, υποδεέστερες, βοηθητικές και παράγωγες μορφές που μπορούν να βρεθούν μαζί με αυτόν τον κυρίαρχο τρόπο.
Παρατηρώντας τη λειτουργία του αρχαίου αιγυπτιακού κράτους και τη διατήρησή του κατά τη διάρκεια της φαραωνικής ιστορίας, διαπιστώνουμε ότι το κράτος είναι εμφανές σε διάφορους τομείς· πράγματι, είναι δύσκολο να βρούμε χώρους όπου δεν υπάρχει η σφραγίδα του κράτους. Έτσι, αυτή η συνολική ενότητα υπάρχει από την αρχή της φαραωνικής ιστορίας και αξίζει να σημειωθεί ότι φαίνεται να είναι ο ανώτερος και αποτελεσματικός ιδιοκτήτης[55], οικειοποιούμενος την εργασία των ατόμων που κατέχουν αγροτεμάχια στις αγροτικές κοινότητες. Αυτός ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής θα καθορίσει τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές του συνόλου: τον ασιατικό τρόπο παραγωγής. Το μεγαλύτερο μερίδιο της πλεονάζουσας εργασίας ανήκει στο κράτος και στις κυρίαρχες ελίτ με τη μορφή φόρων και υποχρεωτικής αγγαρείας. Αυτή θα ήταν η κυρίαρχη μορφή με την οποία η εξουσία κυριαρχίας και εκμετάλλευσης εκφράζεται στο κοινωνικό σύνολο και επιτρέπει την αναπαραγωγή του.
Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος είναι ο κύριος αποδέκτης της πλεονάζουσας παραγωγής των άμεσων παραγωγών: η πρόσοδος της γης εισπράττεται με τη μορφή φόρων[56]. Έτσι, το κράτος ή οι κρατικοί θεσμοί αντιμετωπίζουν τους άμεσους παραγωγούς ως γαιοκτήμονες και, υπό αυτή την έννοια, υπάρχει σύγκλιση μεταξύ φόρου και προσόδου[57]. Αν και αμφισβητούν την ύπαρξή του, οι Χίντες και Χερστ[58] αποκαλούν αυτόν τον τρόπο ιδιοποίησης «ζεύγος φόρου/προσόδου», θεωρώντας ότι αντιστοιχεί σε κατανομή εργασίας μεταξύ παραγωγών και μη παραγωγών, καθώς και στην απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας και μιας άρχουσας τάξης που δεν υπάγεται στο κράτος. Οι συγγραφείς αναπτύσσουν επίσης μια σειρά συμπερασμάτων με βάση τις σχέσεις που περιέχονται σε έναν τέτοιο τρόπο ιδιοποίησης, αν και αναρωτιούνται αν αυτά τα στοιχεία επιτρέπουν έναν συναρθρωμένο συνδυασμό παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι ένας τέτοιος τρόπος ιδιοποίησης θα απαιτούσε δύο διαφορετικούς τύπους παραγωγικών δυνάμεων, αυτές που συνδέονται με την ανεξάρτητη αγροτική καλλιέργεια και αυτές που συνδέονται με την κοινοτική καλλιέργεια. Κατά την άποψή τους, μια τέτοια συνάρθρωση θα ήταν αυθαίρετη και αυτό τους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι παραγωγικές δυνάμεις που αντιστοιχούν στο ζεύγος φόρος/πρόσοδος δεν υπήρχαν. Αξίζει να σημειωθεί η έμφαση που δίνεται στην απόδειξη του ντετερμινισμού των παραγωγικών δυνάμεων και η επίμονη άρνηση ενός τρόπου ιδιοποίησης διαφορετικού από τη γενική μορφή της κρατικής φορολογίας. Αυτή η άρνηση οδηγεί στην ιδέα ότι το ζεύγος φόρος/πρόσοδος δεν συνεπάγεται έναν εκμεταλλευτικό τρόπο ιδιοποίησης. Σε συμφωνία με τον Άντερσον, οι συγγραφείς θεωρούν ότι είναι αδύνατο για ένα κράτος να επιβάλει μορφές παραγωγής χωρίς να δημιουργήσει τάξεις.
Είναι σαφές ότι η κλειστή συνάρθρωση που προτείνουν οι Χίντες και Χερστ τους οδηγεί να προτείνουν εσφαλμένα διαφορές όσον αφορά τον καταμερισμό της εργασίας και τη συνεργασία μεταξύ των μελών μιας κοινότητας, καθώς και τη ρύθμιση των μεγάλων εγχειρημάτων, κάτι που οι ανεξάρτητοι αγρότες δεν θα μπορούσαν να αναλάβουν κατά την άποψη των συγγραφέων[59]. Οι μορφές της κοινοτικής ιδιοκτησίας μπορεί να διαφέρουν ως προς την ιστορική τους παρουσίαση ή ακόμη και ως προς την εξέλιξή τους, αλλά όχι ως προς το περιεχόμενό τους, που είναι η σχέση μεταξύ του καλλιεργητή ή του άμεσου παραγωγού και της γης[60]. Στο Formen, ο ίδιος ο Μαρξ επισημαίνει ότι τα άτομα που εργάζονται ανεξάρτητα σε ένα χωράφι που τους έχει παραχωρηθεί από την κοινότητα εργάζονται σε μια μορφή κοινοτικής ιδιοκτησίας. Παρόλο που ο Μαρξ υπογραμμίζει τον κολεκτιβιστικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας για τη διατήρηση της κοινοτικής οντότητας, η επιβίωσή της εξαρτάται από την φορολογική πίεση και τον ισχυρότερο ή ασθενέστερο έλεγχο από την κρατική γραφειοκρατία, καθώς και από τις αντιφατικές σχέσεις εντός των κοινοτήτων. Πράγματι, αργότερα (μετά τον Μόργκαν)[61], ο Μαρξ σχολίασε τον δυϊσμό ορισμένων κοινοτήτων –των λεγόμενων «γεωργικών κοινοτήτων»– οι οποίες έχουν τόσο κοινοτική ιδιοκτησία της γης όσο και εκμετάλλευση αγροτεμαχίων από μεμονωμένες οικογένειες[62]. Σε μια επιστολή απάντησης σε ερώτηση της Ζασούλιτς που γράφτηκε το 1881, ο Μαρξ περιγράφει τις δυνατότητες και τις συνθήκες των ρωσικών κοινοτήτων και αναφέρεται στην παρακμή των πρωτόγονων κοινοτήτων και στους διαφορετικούς τύπους τους, δηλώνοντας ότι όλες βασίζονταν στη φυσική συγγένεια των μελών τους, εξ ου και η ύπαρξη ατομικής κατοχής αγροτεμαχίων, και ότι «αν και η καλλιεργήσιμη γη παραμένει κοινοτική ιδιοκτησία, διαιρείται περιοδικά μεταξύ των μελών της αγροτικής κοινότητας, έτσι ώστε κάθε καλλιεργητής να οργώνει τα χωράφια που του έχουν ανατεθεί για λογαριασμό του και να ιδιοποιείται ως άτομο τους καρπούς τους, ενώ στις πιο αρχαϊκές κοινότητες η παραγωγή γινόταν κοινοτικά και μόνο η σοδειά μοιραζόταν»[63]. Αυτός ο πρωτόγονος τύπος συνεταιριστικής ή κολεκτιβιστικής και τμηματικής παραγωγής είναι η αντιφατική έκφραση της ανάπτυξης αυτών των αγροτικών κοινοτήτων. Στο έργο του Αντί-Ντίρινγκ, ο Ένγκελς ασχολήθηκε επίσης με το πρόβλημα της προέλευσης των τάξεων και του κράτους στην πρωτόγονη κοινότητα[64], αναφέροντας εν συντομία την ανάθεση αρμοδιοτήτων σε ορισμένα άτομα που ενεργούσαν υπό τον έλεγχο της αγροτικής κοινότητας και τους μετασχηματισμούς που δημιούργησαν τις συνθήκες για την εμφάνιση των τάξεων[65].
Σε μεγάλο βαθμό, η γεωργική παραγωγή στην αρχαία Αίγυπτο προήλθε από την οργάνωση των αγροτών και/ή των χωριών[66], η οποία με τη σειρά της είχε τις δικές της συνθήκες αναπαραγωγής που με την πάροδο του χρόνου παραβιάζονταν όλο και περισσότερο από το κράτος[67]. Η κατανόηση αυτής της παρέμβασης είναι περίπλοκη λόγω της ακανόνιστης και απρόβλεπτης φύσης των παρεμβάσεων και του γεγονότος ότι τα χωριά των αγροτών ήταν σχετικά απομονωμένα στο εσωτερικό της χώρας για ένα μέρος του έτους, γεγονός που επέτρεπε την ύπαρξη μιας ισχυρής τοπικής ταυτότητας[68] και μιας οικονομίας αυτάρκειας[69]. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για αυτά τα χωριά[70] ή για τους ίδιους τους αγρότες, εκτός από τις σχέσεις (συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών σχέσεων) που είχαν δημιουργήσει με τις κρατικές αρχές, οι οποίες απαιτούσαν από αυτούς να παραχωρούν μέρος της παραγωγής τους ή/και να εκτελούν υποχρεωτική εργασία. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν αναγνωρίσιμα στοιχεία για μορφές συλλογικής εργασίας, κοινόχρηστες ιδιοκτησίες[71] και ρύθμιση της δικαιοσύνης σε τοπικά συμβούλια, δηλαδή κοινοτικές ή φατριαστικές μορφές λειτουργίας[72] που επιβιώνουν σε σχέση με την εργασία, την ιδιοκτησία και τη διαχείριση κανόνων και προτύπων[73].
Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία των ταφικών και θεϊκών λατρειών σε εκείνη την κοινωνική δομή, μπορεί να υποτεθεί ότι κατά τη διάρκεια του Παλαιού Βασιλείου το στέμμα παραχωρούσε χωριά και πληθυσμούς με σκοπό τη διατήρηση αυτών των λατρειών. Φαίνεται πράγματι ότι, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του Παλαιού Βασιλείου (περίπου 2686–2125 π.Χ.)[74], οι βασιλείς έλεγχαν θρησκευτικά κέντρα σε διάφορες περιοχές και οι Φαραώ συμμετείχαν σε θρησκευτικές δραστηριότητες[75].
Τα βασιλικά διατάγματα επισημοποίησαν αυτές τις πράξεις. Τα διατάγματα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να παραχωρήσουν ατέλεια σε γαίες που ήταν αφιερωμένες στην ταφική λατρεία ορισμένων ατόμων, με σκοπό τη διάθεση όλων των πόρων που προέρχονταν από αυτές για τη διατήρηση της λατρείας. Αυτό σήμαινε ότι το κράτος παραιτούνταν από τα φορολογικά έσοδα και ότι ο πληθυσμός τον οποίο αφορούσε απαλλασσόταν από την εκπλήρωση των προσωπικών του υποχρεώσεων. Ωστόσο, τέτοιες απαλλαγές μπορούσαν να ανακληθούν και τα αγαθά που ήταν κατατεθειμένα στις αποθήκες των ναών μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από βασιλικούς απεσταλμένους σε επίσημες αποστολές[76].
Τα κοπτικά διατάγματα περιγράφουν τη δημιουργία ενός ιδρύματος[77] και την ατέλεια που του παραχώρησε ο βασιλιάς[78]. Τα ιδρύματα αυτά ανήκαν στη σφαίρα επιρροής του per-shena[79], ενός διοικητικού κέντρου των βασιλικών κτήσεων, ή άλλου εξαρτημένου από τις βασιλικές κτήσεις[80]. Σύμφωνα με τον Μορένο Γκαρσία[81], το pershena ήταν ένα κτίριο αφιερωμένο σε αγροτικές εργασίες, το οποίο στέγαζε εργατικό δυναμικό[82] και μέσα παραγωγής και ήταν συνδεδεμένο με κρατικούς ναούς ή αγροτικές εγκαταστάσεις. Μέσω αυτών των διαταγμάτων, το παλάτι εξασφάλιζε ότι η οικονομική δραστηριότητα του ναού δεν επηρεαζόταν. Έτσι, οι τοπικοί ναοί σε ορισμένους νομούς έγιναν κέντρα θεσμικής γεωργίας και, ως εκ τούτου, τοπικής εξουσίας[83].
Από αυτά και άλλα βασιλικά διατάγματα μπορεί να συναχθεί ότι οι αρχηγοί των χωριών ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν εργάτες για να εξασφαλίσουν την καλλιέργεια των αγροτικών εκμεταλλεύσεων του στέμματος[84], την υποχρεωτική αγγαρεία:
«Θα μοιράσεις τη γη αυτής της περιφέρειας μαζί με τους αρχηγούς των χωριών[85] και τα τοπικά συμβούλια[86], τα χωράφια που υπόκεινται σε αγγαρεία και τις εργασίες sened.»
Urk.i, 294: 15–16
Η συμβουλή ενός βασιλιά προς τον γιο του να φροντίζει τους άνδρες που διαθέτουν επιρροή στο χωριό και η σύστασή του να βρει και να κερδίσει την αφοσίωση ενός ηγετικού προσώπου μεταξύ των χωρικών που θα προστατεύει τον γιο του βασιλιά, μαρτυρούν τις άμεσες σχέσεις που μπορούσαν να αναπτυχθούν μεταξύ των μελών της βασιλικής οικογένειας και των αρχηγών των χωριών[87]. Ομοίως, αποτελεί επίσης μαρτυρία των ιεραρχικών διαφορών που εμφανίζονταν εντός του χωριού μέσω εξωτερικών ενεργειών και της μεσολάβησης των αρχηγών στη σχέση μεταξύ των χωρικών και του Φαραώ.
Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τους παπύρους του Γκεμπελέιν, οι χωρικοί καταγράφονταν σε μητρώα[88] και μπορούσαν να κληθούν να εκτελέσουν διάφορες εργασίες για τον Φαραώ[89], όπως την κατασκευή ναών ή υδραγωγείων, τη στρατιωτική θητεία ή την εξόρυξη ορυκτών[90]. Με τη σειρά τους, πολλά χωριά μπορούσαν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο ενός ανώτερου αξιωματούχου, όπως μαρτυρά μια επιγραφή στο μασταμπά[2] του Μετζέν της Τέταρτης Δυναστείας:
«Και προήχθη σε κυβερνήτη του Per-desu και των χωριών που βρίσκονταν υπό τον έλεγχό του.»
Οι απαιτήσεις για εργασία επιβάλλονταν πιθανότατα στις κοινότητες και όχι στα άτομα, αν και είναι δύσκολο να εξακριβωθεί εάν γίνονταν τακτικές επιστρατεύσεις για εργασία σε βασιλικά έργα[91].
Κατά πάσα πιθανότητα, η σχέση μεταξύ των κρατικών θεσμών και των χωριών δεν ήταν αμετάβλητη ή αρμονική, και αυτό ίσχυε και για τους διάφορους θεσμικούς φορείς που ήταν υπεύθυνοι για την οργάνωση της αγροτικής παραγωγής σε όλα τα στάδια της. Ομοίως, δεν μπορεί κανείς να υποθέσει την ύπαρξη μιας μονολιθικής, διαρκούς και κεντρικής διαχείρισης. Ωστόσο, μπορούμε πραγματικά να αμφισβητήσουμε ότι το κράτος και οι θεσμοί του κατεύθυναν τη σχέση εκμετάλλευσης των αγροτικών χωριών;
Εξετάζοντας την ιστορική εξέλιξη αυτού του οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού, γίνεται προφανές ότι το στέμμα και οι ναοί επεκτάθηκαν στις γαίες των χωριών και ότι σε ορισμένες περιοχές[92] παρενέβησαν στην οργάνωση του αγροτικού χώρου[93]. Πράγματι, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, κατά την περίοδο του Παλαιού Βασιλείου δημιουργήθηκαν βασιλικές αγροτικές εγκαταστάσεις στην ύπαιθρο[94]. Ορισμένοι τύποι αγρών, οι akhet, που ήταν αφιερωμένοι στην καλλιέργεια σιτηρών, συνδέονταν με αυτές τις βασιλικές εγκαταστάσεις και σχετίζονταν με φόρους και υποχρεωτική αγγαρεία. Οι κρατικές μορφές φαίνεται να επεκτείνονται σε ακαλλιέργητες εκτάσεις[95] καθώς και σε παλαιότερες κοινοτικές μορφές, δημιουργώντας μια εσωτερική αντίφαση στην τελευταία περίπτωση[96]. Παρά την εσωτερική αντίφαση, η συνολική ενότητα σε αυτές τις περιοχές δεν φαίνεται πλέον να είναι ο ιδιοκτήτης της γης· «έχει αποκτήσει πραγματική κυριαρχία, παρόλο που οι κοινότητες εξακολουθούν να υφίστανται εντός αυτής».
Θα εξετάσουμε αυτό το ζήτημα αναλύοντας την ιστορική εξέλιξη των χωριών whyt[97]. Αυτός ο τύπος χωριού ήταν πολύ απομακρυσμένος από τον θεσμικό χώρο και αναφέρεται στην οικογένεια-φατρία[98] κατά τη διάρκεια της Μέσης Βασιλείας (περίπου 2055–1650 π.Χ.)[99]. Έχουμε περισσότερα στοιχεία για το Νέο Βασίλειο (περίπου 1550–1069 π.Χ.), καθώς αυτός ο τύπος χωριού αναφέρεται σε μια επιγραφή (στο Μες)[100] που αφορά μια διαμάχη για τη γη στη Νότια Μέμφιδα, αν και το χωριό πήρε το όνομά του από τον πρώτο ιδιοκτήτη των γαιών. Έτσι, ορισμένες από αυτές τις κοινότητες ήταν γνωστές με τα ονόματά τους και φαίνεται ότι οι οικογένειες ζούσαν εκεί και το χωριό πήρε το όνομά του από το πρώτο άτομο που κατείχε τα εδάφη. Αυτές οι πρακτικές προέκυψαν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αποικιοποίησης της περιοχής του Φαγιούμ[101].
Ωστόσο, ένα φορολογικό έγγραφο της εποχής του Ραμσή Ε΄[102] καταγράφει σχεδόν τριάντα whyt[103], πολλά από τα οποία φέρουν επίσης ονόματα ή αναφέρονται στα επαγγέλματα των κατοίκων[104]. Τα στοιχεία μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι αυτά τα χωριά βρισκόταν εντός των κτημάτων των ναών ή των βασιλικών γαιών. Μερικά από αυτά βρίσκονταν σε βασιλικές γαίες (γαίες khato), οι οποίες αναφέρονται στο κείμενο b του Παπύρου Γουίλμπουρ[105]. Ο πληθυσμός των χωριών[106] μπορούσε να υποχρεωθεί να εργαστεί σε αυτές τις γαίες khato –γαίες που ανήκαν στο στέμμα– και κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου τα έγγραφα μαρτυρούν ένα άτυπο περιστατικό που σχετίζεται με τους nemehw[107], στο οποίο οι εν λόγω nemehw ή ανεξάρτητοι κάτοχοι που συνδέονται με τα χωριά πληρώνουν στο κράτος αποζημίωση σε χρυσό[108].
Ενώ κατά τη διάρκεια της Μέσης Αυτοκρατορίας τα whyt συνδέονται μόνο με το χωριό με την έννοια της οικογένειας ή της φατρίας, αργότερα βρίσκονται σε αποικισμένες περιοχές ή σε κτήσεις του στέμματος και/ή των ναών. Κατά τη διάρκεια της Νέας Αυτοκρατορίας, χιλιάδες αγροτικές εκτάσεις και θρησκευτικά-διοικητικά κέντρα συνδέθηκαν με τους πιο σημαντικούς ναούς, όπως οι ναοί του Αμώνα και του Καρνάκ.
Ανεξάρτητα από το αν τα χωριά βασίζονταν σε δεσμούς συγγένειας ή ανήκαν στην επικράτεια ενός θεσμού, η σχέση του κράτους με αυτά τα χωριά ήταν φορολογική[109]. Σε τέτοιο βαθμό που οι περίοδοι κρίσης αντιστοιχούσαν σε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, όπως επισημαίνει ο Μορένο Γκαρσία, κάτι που θα μπορούσε να σχετίζεται με την εξαφάνιση των γραφειοκρατικών μηχανισμών είσπραξης φόρων, με αποτέλεσμα οι αγρότες να έχουν μεγαλύτερη ελευθερία να οργανώνουν παραγωγικές δραστηριότητες[110].
Δεδομένου ότι η Αίγυπτος ήταν ένα εδαφικό κράτος, πρέπει αναμφίβολα να εξετάσουμε τη σχέση μεταξύ της κεντρικής κυρίαρχης τάξης που κυβερνούσε σε ορισμένες ιστορικές συγκυρίες και των περιφερειακών και τοπικών ελίτ που αμφισβητούσαν αυτή την εξουσία. Η ιστορία της συγκέντρωσης και της αποκέντρωσης της κρατικής πολιτικής αντικατοπτρίζει αυτόν τον αγώνα. Από την άλλη πλευρά, η περιφερειοποίηση δημιούργησε ένα σύνθετο σύμπλεγμα πολιτικών-θρησκευτικών θεσμών που εξαρτώνταν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από την κεντρική κυβέρνηση. Αν και ο ρόλος των επαρχιακών ναών και ιερών ως εκπροσώπων της κρατικής εξουσίας έχει αμφισβητηθεί πρόσφατα[111], η διαμόρφωση περιφερειακών ελίτ είναι αναμφισβήτητη, όπως αποδεικνύεται από τις αρχαίες διοικητικές υποδιαιρέσεις (νομές)[112] και τα δίκτυα πελατειακών σχέσεων.
Από την άλλη πλευρά, από τις απαρχές της κρατικής οργάνωσης έως την Πέμπτη Δυναστεία, η παρέμβαση της βασιλικής οικογένειας ήταν αισθητή, καθώς τα μέλη της κατείχαν τα υψηλότερα αξιώματα, συμπεριλαμβανομένου και αυτού του βεζίρη[113]. Η στενή σχέση μεταξύ του ηγεμόνα και των αξιωματούχων του εξασθένησε καθώς ο αριθμός των αξιωματούχων αυξήθηκε και άτομα που δεν είχαν σχέση με τη βασιλική οικογένεια απέκτησαν πρόσβαση σε υψηλά αξιώματα. Οι δεσμοί ενισχύονταν με διάφορα είδη ανταλλάγματος, όπως η επικαρπία των βασιλικών εδαφών, τα οποία μπορούσαν αργότερα να επιστρέψουν στον βασιλιά[114]. Ένας άλλος μηχανισμός που χρησιμοποιούσαν οι παλαιότερες δυναστείες ήταν ο γάμος των πριγκιπισσών με ανώτερους αξιωματούχους, προκειμένου να διατηρηθούν μέσω της συγγένειας οι υψηλότερες θέσεις της διοίκησης[115].
Τα μεγάλα αστικά κέντρα –τα οποία συχνά ανήκαν δικαιωματικά στον βασιλιά[116], εξ ου και ο όρος «βασιλικά στρατόπεδα»[117] που χρησιμοποίησε ο Μαρξ για να τα περιγράψει– έγιναν πρωτεύουσες νομών[118]. Προς το τέλος του Παλαιού Βασιλείου, ένας κυβερνήτης μπορούσε να ελέγχει αρκετούς νομούς και να αναγνωρίζεται ως μεγάλος ηγεμόνας στο πλαίσιο της εμφάνισης τοπικών ηγεμόνων και αρχηγών στρατιωτικών δυνάμεων[119].
Ωστόσο, το κράτος δεν είχε εξαφανιστεί, αλλά είχε κατακερματιστεί. Ακόμη και σε περιφερειακό επίπεδο, η σχέση μεταξύ των χωριών και των νομαρχών ή των περιφερειακών ηγετών διατηρήθηκε. Οι νομάρχες, για παράδειγμα της Θήβας κατά την Πρώτη Μεσοβασιλεία (περίπου 2160-2055 π.Χ.), απέκτησαν βασιλικούς τίτλους και τον έλεγχο των τοπικών ναών. Στα τελευταία χρόνια του Παλαιού Βασιλείου, οι ελίτ των επαρχιών αναπαρήγαγαν τον βασιλικό ρυθμό σε αγάλματα, ιερά ή μασταμπά, τα οποία καθαγιάστηκαν ως χώροι λατρείας και έγιναν αντικείμενα θεοποίησης[120]. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η ιστορική διαδικασία είχε την αντιστοιχία της στον ταφικό τομέα, στο βαθμό που, αν και αρχικά τα οφέλη της ταφικής λατρείας αφορούσαν τον βασιλιά, αργότερα επεκτάθηκαν στα μέλη της βασιλικής οικογένειας, στους κρατικούς αξιωματούχους και στους ιερείς σε ξεχωριστά τμήματα των πυραμίδων. Κατά τη διάρκεια της Πρώτης Μεσοβασιλείας, η ατομική πυραμίδα εξαφανίστηκε και μια οικογενειακή ομάδα που ανήκε στην τοπική ελίτ μπορούσε να ταφεί σε ένα μασταμπά[121].
Οι ρητορικές δηλώσεις αυτών των ηγεμόνων τονίζουν τον ρόλο τους ως προστάτες του λαού και καυχιούνται ότι έχουν ανακουφίσει τις επιπτώσεις της πείνας. Το ιδεολογικό περιεχόμενο αυτών των δηλώσεων συνδέεται με την ατομική δράση και όχι με την υπηρεσία του βασιλιά. Αυτή η νομιμοποίηση ενώπιον εκείνων που εξαρτώνται από αυτόν εισάγει έναν νέο κοινωνικό τύπο στη ρητορική των επιγραφών, αυτόν του προστάτη, εκείνου που μπορεί να αλλάξει το πεπρωμένο και να σώσει τον λαό από την ατυχία[122].
Η ενσωμάτωση των τοπικών ελίτ στον κρατικό μηχανισμό και στην κουλτούρα και τις αξίες του παλατιού, και αντίστροφα, αντικατοπτρίζεται στην συμπερίληψη αυτών των ρητορικών δηλώσεων στα γραπτά κείμενα του Μέσου Βασιλείου[123]. Αυτό επικυρώνει σε κάποιο βαθμό τη δήλωση του Άσμαν σχετικά με τη «ρητορική των κινήτρων»[124] για την εξήγηση και τη δικαιολογία των πράξεων της κυρίαρχης τάξης και της κυβερνητικής πολιτικής προς τις νεοενσωματωμένες εγγράμματες ελίτ.
Παρά τα παραπάνω, κατά τη διάρκεια του Μέσου Βασιλείου η γραφειοκρατική δομή έγινε μεγαλύτερη και πιο εξειδικευμένη με βάση ένα φορολογικό σύστημα, το οποίο με τη σειρά του βασιζόταν σε εκτιμήσεις παραγωγής για τη γη και τις πλωτές οδούς. Ομοίως, το σύστημα της υποχρεωτικής εργασίας που οργανωνόταν από το κράτος διατηρήθηκε, αλλά με τη μεσολάβηση αρχηγών και εκπροσώπων από χωριά και πόλεις. Όσοι δεν συμμορφώνονταν με αυτές τις υποχρεώσεις τιμωρούνταν αυστηρά, και γνωρίζουμε ότι όσοι βοηθούσαν τους εργαζόμενους να διαφύγουν στέλνονταν σε συνοριακά φρούρια όπως το Ασκούτ στη Νουβία[125].
Παράλληλα με αυτή τη διευρυνόμενη γραφειοκρατία, η κεντρική κυβέρνηση έγινε πιο ορατή στις διάφορες περιφέρειες και αυξήθηκαν οι υποχρεώσεις που της αναλογούσαν. Παραδόξως, μέρος του τοπικού ελέγχου ανατέθηκε σε τοπικούς ηγέτες σε χωριά και κωμοπόλεις. Ναοί και θρησκευτικά ιδρύματα ανέλαβαν τη συλλογή σιτηρών ανά άτομο σε κάθε ένα από τα αγροτεμάχια της περιφέρειας και με τη σειρά τους κατέβαλαν φόρους στο στέμμα, αν και ορισμένοι φορείς μπορούσαν να εξαιρούνται από την καταβολή αυτών των φόρων.
Παρά ταύτα, ορισμένα άτομα τόνιζαν τις δικές τους πρωτοβουλίες και οικονομικές πρακτικές[126] σε κείμενα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως ιδιωτικές αυτοβιογραφίες, αλλά ταυτόχρονα οι πρωταγωνιστές αυτών των κειμένων κατείχαν τίτλους που σχετίζονταν με θρησκευτικό ίδρυμα, για παράδειγμα αυτόν του ιερέα του Μεντουχοτέπ[127].
Το κοινωνικό φάσμα των χαρακτήρων που απεικονίζονται σε μυθοπλαστικά και μη μυθοπλαστικά κείμενα[128] έγινε ευρύτερο, δημιουργώντας μια σχηματική και ταξινομική άποψη της κοινωνικής διαφοροποίησης. Συγγραφείς του περασμένου αιώνα[129] ερμήνευσαν αυτό το φαινόμενο ως αποκαλυπτικό μιας δημοκρατικής εποχής με μια μεσαία τάξη τεχνιτών και εμπόρων, μεταξύ άλλων επαγγελμάτων. Αργότερα, προτάθηκε ακόμη και η ύπαρξη ενός τύπου αστικής τάξης[130] για την περίπτωση της κοινωνίας του Μέσου Βασιλείου. Η ιδέα για την εμφάνιση μιας τέτοιας μεσαίας τάξης στις αρχές του Μέσου Βασιλείου βασίστηκε σε ταφικά ευρήματα και έλαβε υπόψη άλλες κειμενικές και εικονογραφικές αναφορές[131]. Τα κτερίσματα των νεκροπόλεων αυτής της περιόδου δείχνουν υψηλό βαθμό πλούτου στους τάφους ατόμων που δεν ανήκαν στη φαραωνική διοίκηση, ενώ άλλοι δευτερεύοντες τόποι ταφής μαρτυρούν την ύπαρξη δικτύων πελατειακών σχέσεων γύρω από τοπικούς μεγιστάνες.
Οι έννοιες μεσαία τάξη και αστική τάξη είναι αναχρονιστικές[132], αλλά είναι σκόπιμο να διερευνηθεί ο βαθμός της κοινωνικής διαφοροποίησης κατά την περίοδο αυτή. Η ενσωμάτωση κοινωνικών κατηγοριών που δύσκολα ταιριάζουν στην περιγραφή του πληθυσμού των χωριών ή της ανώτερης γραφειοκρατικής ή κρατικής ελίτ είναι κατανοητή σε μια κοινωνία που γινόταν αρκετά περίπλοκη. Αποδεχόμαστε ότι τα στοιχεία είναι ασαφή και ότι, σε γενικές γραμμές, τα πολιτιστικά κείμενα δείχνουν ότι η αυτοσυνείδηση των μεσαίων στρωμάτων φαίνεται να εξαρτάται από τις εγγράμματες ελίτ και υπο-ελίτ που τα κατονομάζουν και αξιολογούν την ύπαρξή τους[133]. Αυτό δεν αναιρεί την ύπαρξη μιας ταξικής ταυτότητας που ορίζεται από την εκμετάλλευση της εργασίας[134] και το status που εμφανίζεται πάντα ως κατηγορία στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες.
Έχουμε ήδη αναφερθεί στην άποψη που υποστηρίζουν διάφοροι συγγραφείς (Anderson[135], Hindess και Hirst)[136], για τους οποίους ο ασιατικός τρόπος παραγωγής είναι μη αποδεκτός, δεδομένου ότι η ύπαρξη ενός κράτους χωρίς τάξεις είναι αδύνατη. Παρά ταύτα, οι Hindess και Hirst συνέβαλαν σημαντικά στην ιδέα ότι το κράτος και το πολιτικό επίπεδο αναπτύσσουν την αντίφαση μεταξύ της οικονομικής δομής και της ιδεολογικής υπερδομής κατά τη μετάβαση από μια αταξική σε μια ταξική κοινωνία. Ωστόσο, παρακάμπτουν αυτή την αντίφαση και συζητούν τους όρους της ταξικής κυριαρχίας εντός του κράτους μέσω της κατάκτησης, υποστηρίζοντας συγκεκριμένα ότι καμία μορφή δεν μπορεί να εξηγήσει την ύπαρξη ενός κράτους που αντανακλά την ιδιοποίηση του πλεονάσματος μέσω φόρων/προσόδων[137].
Η δυαδική αντίθεση μεταξύ κράτους και κοινοτήτων είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής, αν και θα ήταν παραπλανητικό να αρνηθεί κανείς τη διαφοροποίηση και τις κοινωνικές διασυνδέσεις που υπάρχουν όχι μόνο στο πλαίσιο των χωριών, αλλά και στις αγροτικές εκτάσεις του βασιλιά και των ναών. Το ίδιο ισχύει και για τις αντιφάσεις εντός και μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων: της βασιλικής οικογένειας, των ευγενών ή των αξιωματούχων του παλατιού, των μελών του ναού, των ιερέων και άλλων αξιωματούχων, όπως οι γραφείς[138], οι στρατιώτες και οι επαρχιακές οικογένειες.
Σχετικά με αυτό, ο Χάλντον διατυπώνει μια λογική πρόταση σχετικά με την αντίφαση μεταξύ των συμφερόντων του «κράτους» (του ηγεμόνα, της γραφειοκρατικής ελίτ, της κυρίαρχης αριστοκρατικής φράξιας στην αυλή ή στις επαρχίες) και άλλων φραξιών της κυρίαρχης τάξης σε σχέση με τον έλεγχο της ιδιοποίησης του πλεονάσματος και της κατανομής του[139]. Ωστόσο, αυτές οι αντιφάσεις δεν επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο εκμετάλλευσης της εργασίας και, πάνω απ’ όλα, δεν επηρεάζουν τις μορφές ιδιοκτησίας, ένα ζήτημα που θα εξετάσουμε στην επόμενη ενότητα.
ii
Σε επιστολή με ημερομηνία 6 Ιουνίου 1853, ο Ένγκελς υποστηρίζει ότι η απουσία ιδιοκτησίας γης είναι το κλειδί για την κατανόηση όλης της Ανατολής[140]. Ένα από τα αξιώματα του Μαρξ ήταν ότι δεν υπήρχε ιδιωτική ιδιοκτησία γης, αλλά αναγνώριζε την ιδιωτική κατοχή και χρήση της γης[141]. Πολύ αργότερα, στο έργο, Η περίοδος των Φράγκων, που δημοσιεύθηκε το 1882, ο Ένγκελς υποστηρίζει ότι η μορφή της κρατικής εξουσίας εξαρτάται από τη μορφή των κοινοτήτων και ότι, ως εκ τούτου, ο ασιατικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται όταν η γη καλλιεργείται από τις κοινότητες ή κατανέμεται σε διαφορετικές οικογένειες χωρίς να γίνεται ιδιωτική ιδιοκτησία και η εξουσία του κράτους είναι δεσποτική[142].
Πιο συγκεκριμένα, ο Μαρξ παρατηρεί στο Formen ότι η περιεκτική ή ανώτερη ενότητα εμφανίζεται ως ανώτερη ή μοναδική ιδιοκτήτρια (η ενότητα είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης) στις περισσότερες από τις θεμελιώδεις ασιατικές μορφές. «Οι πραγματικές κοινότητες μόνο ως κληρονομικοί κάτοχοι» και «τότε το άτομο στην πραγματικότητα δεν έχει ιδιοκτησία, με άλλα λόγια η ιδιοκτησία –δηλαδή η σχέση του ατόμου προς τους φυσικούς όρους της εργασίας και αναπαραγωγής σαν όρους που του ανήκουν, σαν το αντικειμενικό, υπαρκτό ήδη σαν ανόργανη φύση σώμα της υποκειμενικότητάς του– εμφανίζεται να διαμεσολαβείται για το άτομο από την παραχώρηση [Ablassen] της συνολικής ενότητας [...] στο άτομο με τη μεσολάβηση της ξεχωριστής κοινότητας»[143].
Η εμπειρική λύση στο πρόβλημα της ιδιοκτησίας της γης όσον αφορά τον ασιατικό τρόπο παραγωγής έγινε θέμα καθορισμού του κατά πόσον τα έγγραφα μιας δεδομένης οικονομικής-κοινωνικής δομής καταγράφουν ιδιωτικές μορφές ιδιοκτησίας. Το υπερβολικά απλοποιημένο επιχείρημα ότι «υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία, επομένως δεν υπάρχει ασιατικός τρόπος παραγωγής» διαπέρασε δημοσιευμένα άρθρα και συζητήσεις σχετικά με αυτό το θέμα χωρίς προβληματισμό για την πολυπλοκότητα των κατηγοριών και θεωρητική αυστηρότητα.
Μπορούμε να πούμε ότι οι κυρίαρχες σχέσεις και τα μέσα παραγωγής μπορεί να αντιστοιχούν σε πολιτικές και θεσμικές μορφές και σε μορφές ιδιοκτησίας εντός ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Στον ασιατικό τρόπο παραγωγής, η πλεονάζουσα εργασία αποσπάται στο όνομα ενός θεού ή του βασιλιά από τους εργαζόμενους των κοινοτήτων ή από τους εργαζόμενους των κρατικών γαιών. Αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία μπορεί να είναι κοινά σε διαφορετικές κοινωνικές δομές, υπάρχουν ως καταστατικά δομικά χαρακτηριστικά στην αρχαία Αίγυπτο από τις απαρχές του κράτους.
Μπορούμε να εξηγήσουμε, στο πλαίσιο του ίδιου τρόπου παραγωγής, την εκμετάλλευση της υπερεργασίας σε μια παραγωγική μονάδα που βασίζεται σε προσωπικούς δεσμούς και την ίδια εκμετάλλευση σε ταφικές κοινότητες ή σε περιοχές που ανήκουν σε ναό ή στο στέμμα;
Όλα δείχνουν ότι η εκμετάλλευση και η εξάρτηση των αγροτών στο πλαίσιο του ασιατικού τρόπου παραγωγής διαφέρει από τις μορφές υποταγής και εκμετάλλευσης των αγροτών, για παράδειγμα, στο φεουδαρχικό σύστημα. Οι Αιγύπτιοι αγρότες μπορούσαν να κατέχουν αγροτεμάχια στις κοινότητες ή ακόμη και σε εκτάσεις που ανήκαν σε ιδρύματα, και έπρεπε να συναλλάσσονται με αξιωματούχους ή μεσάζοντες από την κοινότητα ή το χωριό τους, όλα στο όνομα του Φαραώ. Αυτές οι σχέσεις ήταν απρόσωπες και μεσολαβούσε η βία κατά τη στιγμή της είσπραξης των φόρων[144], της συνεργασίας ή της καταβολής φόρου στον θεό. Ακόμα και έτσι, δεν είναι μόνο θέμα τρόπου ιδιοποίησης (προσωπικού ή απρόσωπου), αλλά και της συγκεκριμένης μορφής που παίρνει η εκμετάλλευση στις διαφορετικές μορφές ιδιοκτησίας, οι οποίες οδηγούν προφανώς σε διαφοροποιημένες κοινωνικές και οικονομικές πρακτικές.
Αλλά ας επιστρέψουμε στο ζήτημα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και στον μυστικιστικό καθορισμό της παρουσίας ή απουσίας της στις λεγόμενες ασιατικές κοινωνίες, ειδικά στην αρχαία Αίγυπτο. Κατά την άποψή μας, ο Μαρξ υποδηλώνει στο Formen ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία δεν αναπτύχθηκε στις λεγόμενες ασιατικές κοινωνίες επειδή ο ιδιοκτήτης της γης ήταν το κράτος και οι κρατικοί και θρησκευτικοί θεσμοί που ανήκαν σε αυτό που ονόμαζε ανώτερη κοινότητα. Στην φαραωνική Αίγυπτο υπάρχουν έγγραφα που πιστοποιούν την ύπαρξη κοινοτικών γαιών, προσωπικών κτημάτων του Φαραώ, γαιών που ανήκαν στο στέμμα, γαιών που ανήκαν σε βασιλικά ιδρύματα, γαιών που ανήκαν στο δημόσιο ταμείο και σε άλλα τμήματα της κεντρικής κυβέρνησης, καθώς και γαιών που ανήκαν σε ναούς, οι οποίες όλες αποτελούσαν ένα πολύπλοκο και αντιπαρατιθέμενο δίκτυο ιδιοκτησιών, με την επικράτηση του ενός ή του άλλου τύπου ιδιοκτησίας ανάλογα με την περίοδο[145].
Παρά τα παραπάνω, η απόκτηση «ιδιωτικών» εκτάσεων υπήρχε από τις απαρχές της φαραωνικής ιστορίας, αν και (1) συχνά συνυπήρχε με εκτάσεις που ανήκαν στο στέμμα, στους ναούς ή σε ταφικά ιδρύματα, και (2) γενικά αποτελούσε δωρεά από τον βασιλιά ή το χωριό/την πόλη. Είναι αναμφισβήτητο ότι ορισμένα άτομα μπορούσαν να διαχειρίζονται συγκεκριμένες ιδιοκτησίες, γεγονός που αποδεικνύει την ύπαρξη μορφών που συνυπήρχαν με τον κυρίαρχο μηχανισμό εκμετάλλευσης. Σε τέτοιο βαθμό που στις συναλλαγές γης (ορισμένες από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν με ισοδύναμα κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου)[146] η αξία των αγροτεμαχίων είναι πολύ χαμηλή, μια κατάσταση που προέρχεται από τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής που υποστήριζε την άμεση αυτοσυντήρηση
Ας αναλύσουμε λοιπόν τις μορφές υπό τις οποίες εμφανίζονται αυτές οι ατομικές ιδιοκτησίες και τις σχέσεις παραγωγής που έχουν δημιουργηθεί γύρω από αυτές. Οι εκτάσεις γης παραχωρούνται σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους ως ανταμοιβή για την απόδοσή τους και μπορεί να αποτελούν βασιλικές δωρεές με σκοπό την τέλεση ταφικών τελετών.
Τα εδάφη παραχωρούνται από τον γαιοκτήμονα (το στέμμα) σε μια τάξη άρχοντων που δεν διακρίνεται από το κράτος ή τους θεσμούς του. Όσοι κατέχουν τα εδάφη είναι ταυτόχρονα κρατικοί αξιωματούχοι ή εξαρτώνται από τους θρησκευτικούς ή ταφικούς θεσμούς του κράτους. Με άλλα λόγια, κατά τη διάρκεια του Παλαιού Βασιλείου και του Μέσου Βασιλείου υπάρχει ένας ανώτατος γαιοκτήμονας, δηλαδή η κυριαρχία επί της γης είναι συγκεντρωμένη σε «εθνική» κλίμακα. Κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, οι μεγάλοι ναοί (σύμφωνα με την άποψη του Κεμπ, παράρτημα του κράτους)[147] εκπληρώνουν την ίδια λειτουργία των ανώτατων γαιοκτημόνων.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ένας τύπος ιδιοκτησίας γης παραχωρήθηκε στους βασιλικούς αξιωματούχους ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους. Αυτοί οι τύποι κτημάτων είναι γνωστοί σε εμάς μέσω των βιογραφιών των ίδιων των αξιωματούχων, οι οποίες υπογραμμίζουν το γεγονός ότι έλαβαν ανταμοιβή από τον βασιλιά[148]. Η βιογραφία του Μετζέν, που χρονολογείται από την Τέταρτη Δυναστεία, αναφέρει ότι έλαβε από τον βασιλιά αγροτεμάχια διαφορετικών μεγεθών ως ανταμοιβή για το έργο του ως κυβερνήτης διαφόρων κέντρων στην Κάτω Αίγυπτο και ότι κληρονόμησε από τη μητέρα του 50 άρουρες[3], αποκτώντας επιπλέον 200 άρουρες με ανθρώπους από τον βασιλιά. Το ίδιο έγγραφο καταγράφει την ίδρυση κτήσεων υπό τον έλεγχό του, ειδικά τον τέταρτο/πέμπτο νομό και τον δεύτερο νομό στην Κάτω Αίγυπτο. Σε κάθε περίπτωση, τα εδάφη που σχετίζονταν με τα ταφικά έθιμα μεταβιβάζονταν, παραχωρούνταν και κληροδοτούνταν, δημιουργώντας ιδρύματα αφιερωμένα στην παροχή προσφορών και τη διατήρηση του λατρευτικού εθίμου.[149]
Αντιμέτωποι με αυτά τα στοιχεία, ας εξετάσουμε δύο ερωτήματα που σχετίζονται με τη δημιουργία ιδιωτικών περιουσιών. Το πρώτο ερώτημα αφορά τη δυνατότητα κληροδότησης της γης. Σημειώνουμε ότι, γενικά, η γη έπρεπε να παραμείνει αδιαίρετη, μεταβιβαζόταν μόνο από τους γονείς στα παιδιά και, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, δεν μπορούσε να εκχωρηθεί σε τρίτους, πιθανώς επειδή ουσιαστικά συνέχιζε να αποτελεί ιδιοκτησία του Φαραώ.
Η δεύτερη ερώτηση, που σχετίζεται με την τελευταία αυτή διαπίστωση, είναι ότι ο βασιλιάς παραχωρούσε τις εκτάσεις με βάση τις αρμοδιότητες του κάθε ατόμου. Οι εκτάσεις αυτές επανέρχονταν στην ιδιοκτησία του στέμματος όταν ο δικαιούχος της ανταμοιβής αντικαθίστατο από άλλον στην ίδια θέση;
Μια διάταξη που βρίσκεται στο διάταγμα του Φαραώ Νεφεριρκάρε της Πέμπτης Δυναστείας μας επιτρέπει να απαντήσουμε εν μέρει σε αυτό το ερώτημα:
«(Και όσον αφορά) κάθε ευγενή, βασιλικό φίλο ή πρόσωπο που εμπλέκεται σε προσφορές που επιστρέφονται (28) που θα ενεργήσει αντίθετα με το διάταγμα της μεγαλειότητάς μου (29α) που έχει καταχωρηθεί στο Μεγάλο Μέγαρο. (29β) Το σπίτι, η γη, οι άνθρωποι και όλα όσα του ανήκουν θα του αφαιρεθούν και θα υποβληθεί σε καταναγκαστική εργασία.»[150]
Ακόμη και αν δεχτούμε ότι πρόκειται για βασιλικό νόμο, αυτός ορίζει ότι τα άτομα που λαμβάνουν περιουσίες δεν έχουν κυριαρχία. Δεν υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις που να αποφέρουν μεγάλες προσόδους. Η ιστοριογραφική τάση τείνει να θεωρεί ότι η μεγάλη συγκέντρωση γης συνοδεύεται από αύξηση των σχέσεων υποτέλειας που συνδέονται με τη φεουδαρχική ιδιοκτησία. Ομοίως, υπάρχει μια τάση να συγχέεται η φεουδαρχία με την αριστοκρατία. Στην Αίγυπτο, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί μια αριστοκρατία που είναι ουσιαστικά μια κρατική αριστοκρατία[151].
Οι επιστολικές πηγές που σχετίζονται με τον Χεκανάχτε[152], έναν ιερέα ταφών[153] που συνδέεται με ένα θρησκευτικό ίδρυμα αφιερωμένο στη λατρεία του αγάλματος ενός ανώτερου κρατικού αξιωματούχου[154], καθώς και με τον επικεφαλής μιας πολυμελούς οικογένειας[155], θέτουν μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με την ιδιοκτησία και την γαιοπρόσοδο. Ο Γουέντε[156] τον περιγράφει ως ευγενή αγρότη, ενώ σύμφωνα με τον Έιρ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανήκε σε μια τάξη διακεκριμένων αγροτικών μεσαζόντων[157] που αρχίζουν να εμφανίζονται στις πηγές κατά την πρώτη περίοδο της κατακερματισμού του κράτους. Κατά κάποιον τρόπο, αυτά τα έγγραφα παρέχουν πληροφορίες για το νοικοκυριό και τη μεγάλη οικογένεια ως βασική μονάδα της αγροτικής οργάνωσης[158]. Σίγουρα, μπορεί να ειπωθεί ότι το κέντρο αυτού του εκτεταμένου συστήματος οικογενειακής οργάνωσης που αναφέρεται στα έγγραφα θα ήταν αυτό που ο Χεκανάχτε αποκαλεί «η περιουσία μου», η οποία περιελάμβανε τα γειτονικά χωράφια που καλλιεργούσε ο ίδιος, η οικογένειά του και άλλοι εργάτες. Άλλα χωράφια που ανήκαν στην ιδιοκτησία του εκμισθώνονταν σε αγρότες με αντάλλαγμα μηνιαίες μερίδες σιτηρών και ρούχων. Πιθανότατα έλαβε αυτά τα χωράφια ως διαρκή δωρεά σε αντάλλαγμα για τα καθήκοντά του[159]. Υπάρχουν αξιοσημείωτες αναφορές σε έξοδα, αποθέματα σπόρων, μεγιστοποίηση της έκτασης των καλλιεργούμενων γαιών, οικιακή υφαντουργία, πώληση ρούχων κ.λπ.
Δεν υπάρχει εμφανής σχέση μεταξύ των ιδιοκτησιών που αναφέρει ο Χεκανάχτε και του ιδρύματος στο οποίο υπηρετεί ως ιερέας, ούτε προκύπτει με σαφήνεια εάν τα έσοδα από την παραγωγή επαρκούν για κάτι περισσότερο από την απλή διαβίωση της οικογένειας και των εξαρτώμενων μελών της. Τα έγγραφα αναφέρουν, ίσως με κάποια υπερβολή, καταστάσεις ακραίας φτώχειας· η οικογένεια και τα εξαρτώμενα μέλη της υποφέρουν από πείνα κατά τη διάρκεια μιας κακής χρονιάς[160]. Ωστόσο, αυτά τα νοικοκυριά της υπο-ελίτ συνδέονταν με την κρατική οργάνωση με έναν τρόπο που είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Στην πραγματικότητα, αυτός ο τύπος ταφικού κτήματος (per-djet) λειτουργούσε ως βοηθητική ιδιοκτησία[161] του per-shena ή του διοικητικού κέντρου που αναφέρθηκε παραπάνω, καθώς και των βασιλικών κτημάτων σε περιόδους πολιτικής συγκεντροποίησης. Στις επιστολές του, ο Χεκανάχτε αναφέρεται μία φορά στον εαυτό του ως baknperdjet, «υπηρέτης του ταφικού κτήματος»[162], και στα λογιστικά βιβλία το per-shena φαίνεται να αναφέρεται μεταξύ των τόπων όπου υπάρχουν διαθέσιμες προμήθειες.
Παρ’ όλα αυτά, ο Χεκανάχτε εμφανίζεται ως διαχειριστής των δικών του περιουσιών, καθορίζοντας κατευθυντήριες γραμμές, δίνοντας εντολές για το πώς να φροντίζουν τους ανθρώπους και τις καλλιέργειες, χειριζόμενος τις γονεϊκές και οικονομικές σχέσεις. Τα λογιστικά βιβλία καταγράφουν τα εφόδια που ήταν διαθέσιμα σε διάφορα νοικοκυριά, χωριά και στο ίδιο το per-shena. Επομένως, αυτές οι μορφές ιδιωτικής ιδιοκτησίας μπορούσαν να αντιπαραβληθούν με την παραγωγή των χωριών και των τοπικών ενώσεων, συνδέοντας τους ανθρώπους με δεσμούς πατρωνίας και εξάρτησης[163].
Ωστόσο, αυτός ο τύπος προστασίας δεν οδηγεί στη δημιουργία μιας κληρονομικής αριστοκρατίας γαιοκτημόνων, των οποίων τα συμφέροντα, αν και θα μπορούσαν να έρχονται σε σύγκρουση με αυτά του στέμματος, δύσκολα θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την υπεροχή του κεντρικού κράτους[164]. Δηλαδή, η εμφάνιση αυτού του τύπου ιδιοκτησίας δεν μεταμόρφωσε τις κυρίαρχες μορφές εκμετάλλευσης των κοινοτήτων και των βασιλικών κτημάτων. Πράγματι, σύμφωνα με πηγές της εποχής, κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, το μεγαλύτερο μέρος (τα δύο τρίτα) των γαιών που ανήκαν σε μικρότερους ναούς, ταφικές εκτάσεις και ακόμη και ολόκληρα χωριά είχαν τεθεί υπό την αιγίδα των μεγάλων ναών. Συνοψίζοντας, οι κύριοι θεσμικοί γαιοκτήμονες ήταν οι ναοί[165], οι οποίοι λάμβαναν έσοδα από την παραγωγή μεγάλων εκτάσεων, προσόδους από μισθωτές γαιών των ναών και προσόδους για υπηρεσίες που νοικιάζονταν από άλλα ιδρύματα. Η σχέση μεταξύ του στέμματος και των θρησκευτικών ιδρυμάτων είναι εμφανής στο γεγονός ότι τα τελευταία διοικούνταν από ανώτερους αξιωματούχους που ήταν συχνά αξιωματούχοι του παλατιού ή αξιωματούχοι του στέμματος. Με τη σειρά τους, οι τελευταίοι μπορούσαν να κατέχουν μικρά χωράφια εντός της δικαιοδοσίας των ναών ή του στέμματος.
Άλλα αγροτεμάχια ίσου μεγέθους (μεταξύ δύο και τριών αρούρων) μπορούσαν να συνδεθούν με μια τοπική ενότητα ή με διαφορετικές επαγγελματικές κατηγορίες (στρατιώτες, ιπποκόμοι, γυναίκες), και τα αγροτεμάχια αυτά ήταν κληρονομικά και γενικά αμεταβίβαστα[166]. Ωστόσο, μπορούσαν να υπομισθωθούν. Προφανώς υπήρχε ισχυρός σύνδεσμος μεταξύ της κατανομής της γης και των φόρων επί των καλλιεργειών.
Με βάση τον Ηρόδοτο, ο Μενού επισημαίνει ότι αυτές οι χωροταξικές διαιρέσεις και η εκχώρηση εκτάσεων των ναών σε ιδιώτες ήταν έργο του Ραμσή Β΄, ο οποίος θέσπισε ένα σύστημα ανταμοιβών για τους αξιωματούχους που αντικατέστησε τα προηγούμενα συστήματα. Μεταγενέστερες πηγές αναφέρουν τα ετήσια έσοδα των ναών της Θήβας, τα ταμεία, τις μεγάλες και τις μικρές αποθήκες τους[167].
Συνοψίζοντας, σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους, η εποχή αυτή παρουσιάζει περισσότερες ενδείξεις για γη που ανήκε σε ιδιώτες, η οποία προήλθε από βασιλικές παραχωρήσεις ή οικογενειακή κληρονομιά. Ας εξετάσουμε πρώτα τους τύπους βασιλικών δωρεών ή μεταβιβάσεων. Τα στοιχεία σχετικά με τις δωρεές μας επιτρέπουν να διαπιστώσουμε ότι από την 18η Δυναστεία οι ανώτεροι αξιωματούχοι του στέμματος ή οι στρατιωτικοί ανταμείβονταν με γη. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα χωράφια ποικίλλουν σε μέγεθος και βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές[168]: υπάρχει μια διαφορά κατηγοριοποίησης μεταξύ των 154 αρούρων που παραχωρήθηκαν σε έναν αξιωματούχο (αρχηγός του βασιλικού χαρεμιού)[169], ορίζοντας συγκεκριμένα ότι αυτές οι εκτάσεις γης ανήκουν σε έναν ναό στη Γκίζα, και των 16 αρούρων σε ένα χωριό και της πλωτής οδού κοντά στο Καντίρ, που παραχωρήθηκαν ως ανταμοιβή σε έναν στρατιωτικό[170].
Αυτός ο τελευταίος τύπος παραχώρησης που δόθηκε σε στρατιωτικούς μπορεί επίσης να βρεθεί σε βιογραφικές επιγραφές[171] στις οποίες ο δικαιούχος υπογραμμίζει ότι του παραχωρήθηκαν «άνθρωποι, ζώα και χωράφια» στο χωριό ή την πόλη του. Στην Μέση Αίγυπτο βρίσκουμε γαιοκτήμονες που αναφέρονται ως στρατιωτικοί στον πάπυρο Γουίλμπουρ[172], αν και αυτό μπορεί να σχετίζεται με την προαναφερθείσα διαδικασία αποίκισης της εν λόγω περιοχής[173].
Γενικά, οι γη παραχωρούνταν στους θεούς[174] ή ο βασιλιάς παραχωρούσε γη αφιερωμένη στη λατρεία ενός βασιλικού αγάλματος[175]. Ένας ιερέας μπορούσε να διαχειρίζεται τη γη και ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει τελετουργικά ένα βόδι κάθε χρόνο στο άγαλμα. Το κτήμα αποτελούνταν από έναν συγκεκριμένο αριθμό αρούρων που διαχειριζόταν ο ίδιος ο ιερέας, ενώ άλλα άτομα μπορούσαν να προσληφθούν για να διαχειριστούν τα υπόλοιπα χωράφια.
Προηγουμένως αναφερθήκαμε στους ανεξάρτητους κατόχους (nemehw) σε εδάφη που ανήκαν στο στέμμα (khato), οι οποίοι κατέβαλαν αποζημίωση απευθείας στο δημόσιο ταμείο προς το τέλος της περιόδου των Ραμσιδών. Η σχέση μεταξύ των ανεξάρτητων κατόχων (nemehw) και των χωριών πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της καταναγκαστικής εργασίας στα εδάφη που ανήκαν στο στέμμα, στην οποία υποβάλλονταν οι χωρικοί, και οι πηγές υπογραμμίζουν ότι οι ανεξάρτητοι κάτοχοι απαλλάσσονταν από την εργασία αυτή με αντάλλαγμα την καταβολή χρυσού. Επιπλέον, όμως, η Στήλη του Ισραήλ[176] επισημαίνει ρητά μια ορισμένη αντίθεση: «Αυτός (ο βασιλιάς) άφησε τους nemehw να επιστρέψουν στα χωριά» και «άφησε τους αξιωματούχους/ευγενείς –srw– να διατηρήσουν τις περιουσίες τους»[177].
Φαίνεται λοιπόν ότι οι nemehw κατείχαν μικρά αγροτεμάχια στο πλαίσιο των χωριών και ότι, με κάποιο τρόπο που δεν αποκαλύπτεται από τις πηγές, κατάφεραν να αποκτήσουν χρυσό για να πληρώσουν τον φόρο και να απαλλαγούν από την αγγαρεία. Έχουν ταυτιστεί[178] με τους ιδιοκτήτες αγροτεμαχίων που αναφέρονται στον πάπυρο Γουίλμπουρ και σε άλλες πηγές της περιόδου[179], αλλά δεν φαίνεται να είναι δυνατόν να αποδεχθούμε μια τέτοια ταύτιση με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.
Δεύτερον, η οικογενειακή κληρονομιά αναγνωρίζεται σε νομικά έγγραφα ή διαθήκες που ήταν άγνωστα σε προηγούμενες περιόδους. Η διαθήκη μιας γυναίκας που αποκαλείται nemehyt, «από τη γη του Φαραώ»[180], επιτρέπει το συμπέρασμα ότι τα χωράφια που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία ατόμων μπορούσαν να κληρονομηθούν[181] από τα παιδιά του ατόμου. Αυτό το δικαίωμα να αποφασίζει για την περιουσία που κληρονόμησε από τον πατέρα της, από τον πρώτο σύζυγό της και μέρος της περιουσίας που συγκέντρωσε ο δεύτερος σύζυγός της φαίνεται να υποστηρίζει την υπόθεση ότι η κληρονομιά παρέμεινε στον πυρήνα της οικογένειας. Παρεμπιπτόντως, αυτή ήταν μια οικογένεια της ελίτ και είχε σχέση με τη νεκρόπολη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τοπικά συμβούλια όπως το kenebet[182] παρενέβησαν σε αυτά τα γεγονότα, παρακολουθώντας ζητήματα που αφορούσαν δικαιώματα και διαμάχες για ιδιοκτησία, καθώς και εκπληρώνοντας διοικητικές λειτουργίες. Υπάρχει επίσης αύξηση στον αριθμό των αναφορών σε γραπτά έγγραφα, κτηματολόγια και κτηματογραφικά μητρώα, προσωπικές αγωγές και συχνά σε αποφάσεις του μαντείου που αφορούσαν αγωγές σχετικά με χωράφια.
Αυτού του είδους οι οικονομικοκοινωνικές πρακτικές ενίσχυσαν τον ιδιωτικό χαρακτήρα της ιδιοκτησίας; Πιστεύουμε ότι πρέπει να αναλυθεί η φύση των πηγών προκειμένου να διακριθεί ο τύπος της ιδιοκτησίας και οι πτυχές που συνδέονται με τη μεταβίβασή της. Γενικά, αυτό που διαπιστώνουμε είναι ένα σύστημα οικογενειακής κατοχής και, αν και δεν υπάρχει ρητή αναφορά στον τρόπο με τον οποίο οι οικογένειες απέκτησαν τα χωράφια, μπορεί να συναχθεί ότι προήλθαν από βασιλικές εύνοιες ή ανταμοιβές, λαμβανομένων υπόψη των τίτλων που κατείχαν οι άνδρες αυτών των οικογενειών: ένας νοσοκόμος του γιου του βασιλιά, υπέρ της συζύγου και των παιδιών του[183], ή ο γραφέας του βασιλικού τραπεζιού προσφορών που προσήλθε στο δικαστήριο με έγγραφα για να αποδείξει τα δικαιώματα του ίδιου και των αδελφών του σε ορισμένες άρουρες[184]. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα χωράφια αυτά θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος του συστήματος εκμετάλευσης των ναών και ότι έπρεπε να καταβληθεί αμοιβή για τις ιερατικές τελετές. Άλλα παραδείγματα αναφέρονται στην πρακτική της υιοθεσίας της συζύγου ως κόρης ή της υιοθεσίας σκλάβων, προκειμένου να παραμείνει η περιουσία στην οικογένεια[185].
Με βάση αυτά τα στοιχεία, ο Έιρ προτείνει τη δημιουργία «ορισμένων τύπων διαθέσιμης (δηλαδή ιδιωτικής) ιδιοκτησίας γης, ως ζωτικής σημασίας φεουδαρχικού μηχανισμού»[186]. Ο συγγραφέας αυτός θεωρεί ότι «η κληρονομική δέσμευση εξασφαλίζει την ασφάλεια της κατοχής, αλλά στη συνέχεια ανακύπτουν πολύπλοκες κοινωνικές εντάσεις σχετικά με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας». Τα έγγραφα μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε τις κοινωνικές εντάσεις που προκύπτουν από τα δικαιώματα ιδιοκτησίας διαφορετικών οικογενειών και απογόνων[187].
Συνοψίζοντας, κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου συναντάμε μορφές ατομικής ιδιοκτησίας, οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά αυτός ο τύπος ιδιοκτησίας δεν αναπτύσσεται· δεν δημιουργεί κατάλληλες φεουδαρχικές μορφές. Η ιδέα του Γκοντελιέ ότι ορισμένες μορφές του ασιατικού τρόπου παραγωγής θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ορισμένες μορφές φεουδαρχίας[188] δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί σε αυτή τη διαδικασία μετασχηματισμού των σχέσεων ιδιοκτησίας στον συγκεκριμένο οικονομικο-κοινωνικό σχηματισμό.
Με άλλα λόγια, δεν συναντάμε μια τάξη που να μονοπωλεί τη γη, ούτε μεγάλους γαιοκτήμονες που να ασκούν μη οικονομικές εξουσίες εξαναγκασμού προκειμένου να επιβάλλουν τον έλεγχό τους, ούτε με ανεπίσημο τρόπο ούτε μέσω του δημόσιου ή ιδιωτικού συστήματος δικαιοσύνης. Πράγματι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι συναντάμε το αντίθετο αυτού που θα αποτελούσε ένα φεουδαρχικό σύστημα, όπως ορίζεται από τους Χίντες και Χερστ[189] και ακόμη και τον Γουίκαμ[190]. Παρόλο που βρίσκουμε μορφές προσόδων, η πλειονότητα αυτών των προσόδων εμφανίζεται παράλληλα με μορφές ιδιοκτησίας του κράτους (ή του ναού), ή με μορφές ιδιοκτησίας του χωριού ή της πόλης. Κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, είναι δυνατόν να αναφερθούμε σε ατομικές μορφές ιδιοκτησίας που έρχονται σε αντίθεση με τις κυρίαρχες μορφές.
iii
Στο Formen, ο Μαρξ αναφέρει:
«Πραγματικές πόλεις σχηματίζονται εδώ, δίπλα σ’ αυτά τα χωριά, μόνο στα σημεία που είναι ιδιαίτερα ευνοϊκά για εξωτερικό εμπόριο· ή εκεί που ο αρχηγός του κράτους και οι σατράπες του ανταλλάσουν το εισόδημά τους (το υπερπροϊόν) με εργασία, το ξοδεύουν σαν κονδύλι εργασίας.» [Μαρξ 1990: 360]
Αυτή η θέση γίνεται αναμφισβήτητη ενόψει των αδιάψευστων στοιχείων που υπάρχουν για κοινωνικές δομές όπως αυτή που αναλύεται εδώ. Συγκεκριμένα, μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι η διαθεσιμότητα πλεονασμάτων και η συσσώρευση που επέτρεψε στην τάξη των αξιωματούχων να αποκτήσει αγαθά –για παράδειγμα, τα ταφικά αγαθά– πέραν αυτών που χορηγούσε ο βασιλιάς, προήλθε από την ίδια την κρατική σφαίρα και έγινε εμφανής στα «μητροπολιτικά» κέντρα όπου κατοικούσαν οι ελίτ[191]. Στη Θήβα κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, για παράδειγμα, οι τεχνίτες των νεκροπόλεων ήταν αυτοί που παρήγαγαν πόρους και ενίσχυσαν την κυκλοφορία των αγαθών, αλλά αυτό που τους επέτρεψε να το κάνουν ήταν η εξάρτησή τους από τις μερίδες που λάμβαναν από το κράτος. Είναι πιθανό ότι η ίδια η δυνατότητα οικονομικής συσσώρευσης, καθώς και κάποιο κύρος, προέρχονταν από τη σύνδεσή τους με τα κρατικά θεσμικά όργανα. Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το αιγυπτιακό κράτος ως διανεμητικό κράτος (μεταξύ της κυρίαρχης τάξης και των υψηλόβαθμων αξιωματούχων) ματαιώνει τη συσσώρευση εκ μέρους μιας ελίτ αξιωματούχων, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει μια τέτοια συσσώρευση ως παρενέργεια της λειτουργίας του. Επιπλέον, η παρατήρηση των ενδιάμεσων μηχανισμών κυκλοφορίας αυτής της περιόδου δείχνει ότι οι έμποροι λειτουργούσαν με πλεονάσματα που προέρχονταν από τις κυρίαρχες τάξεις. Με τα λόγια του Μαρξ, αυτός ο τύπος ιδιωτικής συσσώρευσης θα μπορούσε να βρεθεί στους «πόρους του αρχαίου κόσμου»[192].
Μια ανάλυση της κυκλοφορίας των ταφικών αντικειμένων, ειδικά κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, δείχνει ότι τα περισσότερα από τα αντικείμενα και η πρόσβαση σε πολυτελείς ταφές ήταν υπό τον έλεγχο του κράτους, ένα θέμα όχι αμελητέας σημασίας σε μια κουλτούρα με τόσο ανεπτυγμένη κουλτούρα θανάτου όπως η φαραωνική Αίγυπτος. Παρ’ όλα αυτά, οι απαιτήσεις των ελίτ είναι αναγνωρίσιμες στις διάφορες περιόδους της φαραωνικής ιστορίας. Κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, ωστόσο, παρατηρήθηκε αύξηση στην κυκλοφορία αγαθών και ανθρώπων, η οποία οδήγησε σε διαδικασίες ιδιοποίησης της κυκλοφορίας και των ανταλλαγών με μεταλλικά ισοδύναμα σε πόλεις όπως η Θήβα και γύρω από το Ντέιρ ελ-Μεντίνα[193].
Οι πηγές από το Νέο Βασίλειο παρουσιάζουν οικονομικούς παράγοντες, όπως εμπόρους ή shutyw, που προσφέρουν εναλλακτικές δυνατότητες στον κυρίαρχο μηχανισμό. Αυτές οι οικονομικο-κοινωνικές σχέσεις δεν μπορούν πάντα να ενταχθούν στον κρατικό διανεμητικό κύκλο. Τέτοιοι έμποροι ήταν συχνά αντιπρόσωποι του ναού, αλλά μπορούσαν επίσης να ενεργούν για λογαριασμό στρατιωτικών ηγετών, ψαλτών του Άμμωνα και άλλων αξιωματούχων. Αυτές οι καταστάσεις φαίνεται να λειτουργούσαν σε ένα πολύπλοκο σύστημα οικονομικών σχέσεων, στο οποίο το κράτος είχε το μονοπώλιο των μηχανισμών ελέγχου, αλλά αυτοί δεν λειτουργούσαν μόνο προς μία κατεύθυνση.
Πώς να εξηγήσουμε την εμφάνιση αυτών των μορφών οικονομικής κυκλοφορίας;
Στον τομέα της αιγυπτιολογίας, οι απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα βασίζονται στη θεωρία, είτε στη θεωρία της οικονομικής ανθρωπολογίας είτε στην οικονομική θεωρία. Στην πρώτη περίπτωση, η αιγυπτιακή οικονομία θεωρείται ως μια εντελώς διαφορετική οικονομία, ενώ στη δεύτερη περίπτωση θεωρείται ως μια πρωτόγονη εκδοχή της σύγχρονης οικονομίας. Η αρχή της ανακατανομής που πρότεινε ο Καρλ Πολάνυι[194] ως μηχανισμό ολοκλήρωσης έχει αποτελέσει το πρότυπο για την κατανόηση της οικονομίας της φαραωνικής Αιγύπτου. Το πρόβλημα είναι ότι το πεδίο εφαρμογής αυτής της αρχής περιορίζεται στη δυνατότητα περιγραφής της οικονομίας, αλλά δεν επιτρέπει την αναλυτική κατανόηση της εν λόγω οικονομίας, συγχέοντας τις μορφές παραγωγής με τις μορφές κυκλοφορίας. Η εγκυρότητα της αρχής, ωστόσο, έγκειται στο γεγονός ότι μας επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι στις αρχαίες κοινωνίες η οικονομία φαίνεται να υπάγεται σε μια πολιτική ενότητα και όχι σε ατομικές αποφάσεις[195].
Ορισμένες εξηγήσεις, όπως αυτή του Κεμπ στο έργο του Αρχαία Αίγυπτος: Ανατομία ενός Πολιτισμού[196], προτείνουν τον συνδυασμό ενός θεσμικού αναδιανεμητικού στοιχείου με την ατομική ή ιδιωτική ζήτηση. Ωστόσο, κατά την άποψή μας, η δύναμη της ιδιωτικής ζήτησης δεν θα προέρχονταν από την «ατομική» δύναμη, αλλά μάλλον από τις διαδικασίες συσσώρευσης που δημιουργούνταν από τα πλεονάσματα του κράτους.
Για να διερευνήσουμε πώς προκύπτουν αυτές οι διαδικασίες, πρέπει να εξετάσουμε την κρατική οικονομία, ειδικά εκείνη των ναών που βρίσκονται στην περιοχή της Θήβας. Αυτοί οι ναοί είχαν τον έλεγχο των κύριων πόρων. Η παραγωγικότητα των εδαφών που βρίσκονταν υπό τη διοίκησή τους ήταν αξιοσημείωτη, όπως και το μέγεθος των αποθηκών[197] και των μεταφορών[198]. Σίγουρα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι ναοί είχαν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση της γης και στη συλλογή φόρων. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι οι ναοί της δυτικής όχθης ήταν υπεύθυνοι για την καταβολή των μερίδων διατροφής σε διάφορους τύπους εργαζομένων και εξειδικευμένων τεχνιτών. Οι πηγές της περιόδου αντικατοπτρίζουν μια ορισμένη σύγκρουση μεταξύ τομέων, η οποία εκφράζεται στο ιστορικό φαινόμενο της δυσαρέσκειας λόγω της μη καταβολής των μερίδων διατροφής[199]. Αυτή η ασυνήθιστη διαδικασία είναι αξιοσημείωτη, καθώς περιλαμβάνει οικονομικές διεκδικήσεις καθώς και αμφισβήτηση της γραφειοκρατικής τάξης.
Παραδόξως, εκτός από το να ζουν με τις μερίδες που τους έδιναν οι ναοί, οι τεχνίτες ανέπτυξαν ψευδο-ιδιωτικές πρακτικές στον τομέα της οικιακής και βιοτεχνικής παραγωγής, οι οποίες εκδηλώνονται σε συναλλαγές με παραγωγικά ζώα (βοοειδή), ζώα μεταφοράς (γάιδαροι) και ταφικά αντικείμενα ( σαρκοφάγοι, στήλες, αγάλματα) ή αντικείμενα καθημερινής χρήσης (έπιπλα) που καταγράφονται σε όστρακα[200]. Μπορεί να συναχθεί ότι οι εξειδικευμένοι χωρικοί αποκόμιζαν ατομικά οφέλη από αυτές τις ανταλλαγές[201]. Αυτό δεν οφείλεται στη δράση των υποκειμένων, ούτε στο σύνολο των δράσεών τους, αλλά στη λογική της λειτουργίας της κοινωνίας[202].
Δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι η βάση του πλεονάσματος ήταν η προμήθεια αγαθών από το κράτος. Η εμπορική ανάπτυξη στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα εξαρτιόταν από την κρατική υποδομή για την εξέλιξή της, εμποδίζοντας έτσι μια εντελώς ελεύθερη παραγωγή. Η εσωτερική αγορά προέκυψε από τα πλεονάσματα των νοικοκυριών και των τεχνιτών. Πράγματι, οι μαρτυρίες από το Ντέιρ ελ-Μεντίνα υποδηλώνουν την ύπαρξη εμπορικής ανάπτυξης, στην οποία τα αγαθά που προέρχονταν από την παραγωγή των νοικοκυριών και των τεχνιτών προστέθηκαν στις μερίδες. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν συγκρίσιμες ποσοτικές πληροφορίες για την εκτίμηση του όγκου αυτών των ανταλλαγών, αν και μεμονωμένοι αξιωματούχοι μπορούσαν να αποκτήσουν διάφορα αγαθά ταυτόχρονα. Η ατομική ιδιοποίηση αγαθών αντικατοπτρίζεται σε αγορές με ισοδύναμα, αν και δεν πρόκειται για καθολικά ισοδύναμα. Οι αξιωματούχοι μπορούσαν πιθανώς να διαθέτουν αγαθά που είχαν λάβει ως βασιλικές ανταμοιβές ή ακόμη και αγαθά που προέρχονταν από τη συσσώρευση στις περιουσίες τους.
Σε κάθε περίπτωση, στα μητροπολιτικά κέντρα παρατηρούμε μια διαδικασία κυκλοφορίας αγαθών που υπερβαίνει την εγχώρια παραγωγή, καθώς και κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις που απορρέουν από τη διαθεσιμότητα πλεονασμάτων. Αν και οι προηγούμενες εποχές παρουσίαζαν μερικές μεμονωμένες μορφές αυτού του τύπου, οι περισσότερες ανταλλαγές ήταν ανταλλαγές προϊόντων, δηλαδή τα αγαθά ανταλλάσσονταν με άλλα αγαθά, και αυτά τα αγαθά ήταν αναγνωρίσιμες επεκτάσεις των εγχώριων δραστηριοτήτων και/ή κοντά στις δραστηριότητες των χωριών/πόλεων, στις δραστηριότητες των αξιωματούχων και/ή συνδεδεμένες με θρησκευτικά ή ταφικά ιδρύματα όπως οι ναοί.
Αν και τα προπλάσματα αξιών χρησιμοποιούνταν από την εποχή του Παλαιού Βασιλείου, αξίζει να ληφθεί υπόψη ότι κατά την περίοδο των Ραμσιδών παρατηρήθηκε αύξηση της διακίνησης εμπορευμάτων και χρησιμοποιήθηκαν προπλάσματα αξιών από μέταλλο, όπως στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα.
Ας θεωρήσουμε λοιπόν ότι αυτές οι μονάδες μέτρησης ήταν πρωτόγονα χρήματα[203] και, παρόλο που δεν υπήρχαν κέρματα που να αντιστοιχούν σε μια μορφή νομίσματος, σε ορισμένες συναλλαγές χρησιμοποιούνταν γενικά ισοδύναμα, αλλά όχι καθολικά.
Η κυκλοφορία των μετάλλων συνεπαγόταν, πρώτον, την εισαγωγή αυτών των μετάλλων από το κράτος και, δεύτερον, τη μετέπειτα χρήση τους στην εσωτερική κυκλοφορία ως ισοδύναμα, παρόλο που δεν ήταν πάντα φυσικά παρόντα στις συναλλαγές. Ένας από τους πιθανούς τρόπους με τους οποίους οι αξιωματούχοι και οι στρατιωτικοί μπορούσαν να αποκτήσουν μέταλλα, ιδίως χρυσό και ασήμι, ήταν μέσω ανταμοιβών από την 18η Δυναστεία και μετά.
Επιπλέον, τα πολύτιμα μέταλλα που κλέβονταν ήταν χρυσός και ασήμι και ο κύριος στόχος ήταν να ανταλλαχθούν με παραγωγικά αγαθά, όπως σιτηρά και ζώα. Αυτή η διαδικασία κυκλοφορίας ήταν σύμφωνη με την πρακτική ανταλλαγής σε ισοδύναμα που εφαρμόζονταν στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα. Η απληστία για χρυσό, ασήμι και ακόμη και χαλκό και μπρούντζο δεν πρέπει να θεωρείται μόνο ως ένας τρόπος απόκτησης πολυτελών αγαθών, αλλά πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη στη γενική οικονομική διαδικασία στο τέλος της περιόδου των Ραμσιδών.
Συνοψίζοντας, η κεντρική διοικητική παρέμβαση δεν εμπόδισε την ατομική ιδιοποίηση αγαθών στο κύκλωμα κυκλοφορίας, ούτε απέφυγε ορισμένους μηχανισμούς συσσώρευσης. Ωστόσο, αυτά συνέβησαν στα μητροπολιτικά κέντρα όπου κατοικούσαν οι ελίτ. Το γεγονός ότι αυτή η κυκλοφορία προέκυψε από τη διαθεσιμότητα πλεονασμάτων στους τομείς στους οποίους δραστηριοποιούνταν οι κυρίαρχες ομάδες δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Η κατευθυνόμενη οικονομία από τη μοναρχία ήταν συμβατή με τις διαδικασίες ιδιωτικής συσσώρευσης και ανταλλαγής. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, το κράτος αναιρεί την ιδιωτική συσσώρευση, αλλά την καθιστά δυνατή ως παρενέργεια της λειτουργίας του, η οποία είναι κυρίαρχη.
Η ιστορική ύπαρξη του χρήματος και του εμπορίου δεν μπορεί να συνδεθεί με ένα σύγχρονο φαινόμενο. Η δυναμική που είναι αποτέλεσμα μιας εμπορικής κοινωνίας δεν μπορεί να αποδοθεί στις αγορές των κυρίαρχων τάξεων σε μια κοινωνία της οποίας ο τρόπος παραγωγής βασιζόταν στην πρωταρχική ιδιοποίηση από τη λεγόμενη υπέρτατη κοινότητα. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου είναι δυνατόν να εντοπιστεί εμπορική ανάπτυξη που υποδηλώνει τη χρήση πρωτο-χρήματος. Ο Μαρξ αναφερόταν σε αυτά ως προκατακλυσμιαίες μορφές κεφαλαίου. Φαίνεται να αντανακλούν ορισμένες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις που αντιστοιχούν σε άλλους τρόπους παραγωγής, αλλά είναι πλαστές εκφράσεις ιδιωτικής συσσώρευσης, δεδομένου ότι η προέλευσή τους προέρχεται από κρατική ιδιοκτησία ή από ατελείς μορφές ιδιωτικής ιδιοκτησίας.
Από την άλλη πλευρά, οι εκμεταλλεύσεις γης που συνδέονταν με τον ναό κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου παρουσίαζαν διαφοροποιημένες μορφές εκμετάλλευσης που σχετίζονταν με τους σκλάβους, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν αποκτηθεί κατά τη διάρκεια των κατακτητικών πολέμων. Αν και αυτές οι κοινωνικές αλλαγές δεν αντικατέστησαν τις προηγούμενες μορφές, δημιούργησαν νέες μορφές δουλείας. Η εκμετάλλευση της εργασίας δούλων δεν μπόρεσε να γίνει η κυρίαρχη σχέση παραγωγής λόγω της απουσίας πλήρως ανεπτυγμένης ιδιωτικής ιδιοκτησίας γης και της μόνιμης διαθεσιμότητας εργατών γης μέσω της υποχρεωτικής εργασίας (αγγαρείας). Η εργασία των δούλων κάλυψε τα κενά στην αιγυπτιακή εργασία και την αγροτική εκμετάλλευση χωρίς να γίνει η βάση στήριξης των κυρίαρχων τάξεων.
Οι πηγές αποκαλύπτουν μορφές ιδιοκτησίας δούλων εργαζομένων στα χωριά/πόλεις, ειδικά σε σχέση με συγκρούσεις μεταξύ ηγετών πόλεων και άλλων κρατικών αξιωματούχων, όπως στην περίπτωση ενός εργοδηγού που απαίτησε σκλάβες από τον δήμαρχο μιας πόλης. Οι πηγές περιγράφουν επίσης[204] συναλλαγές που αφορούσαν την ενοικίαση σκλάβων για μερικές ημέρες σε πολύ υψηλές τιμές σε ισοδύναμα από μέταλλο, και ακόμη και συναλλαγές για περίοδο δέκα ετών[205]. Αν και οι εργαζόμενοι πιθανώς ανήκαν στο χωριό/την πόλη ή σε ιδιώτες[206], μέλη ιδρυμάτων συμμετείχαν στις συναλλαγές, για παράδειγμα, ο βοσκός ενός ναού (κυριολεκτικά, «σπίτι»). Συμφωνούμε με τους Ναβάιγ και Νεβέ[207], οι οποίοι υποστηρίζουν ότι τα ιδρύματα (ο Φαραώ, οι ναοί, το χωριό) ήταν ιδιοκτήτες των σκλάβων και τους ανέθεταν ονομαστικά σε ορισμένα άτομα. Έτσι, οι σκλάβοι μπορούσαν να εργάζονται διαδοχικά για έναν αριθμό ημερών για τον έναν ή τον άλλο προσωρινό ιδιοκτήτη. Η παραχώρηση μπορούσε να ανανεώνεται κάθε μήνα, κάθε χρόνο ή ακόμη και για μια περίοδο δέκα ετών, γεγονός που θα δικαιολογούσε τις υψηλές αξίες που ορίζονταν στις συναλλαγές. Είναι επίσης δυνατό να διαπιστωθεί η δυνατότητα να κληρονομούνται τα δικαιώματα επί των ημερών εργασίας ορισμένων οικογενειών[208].
Η ανταλλαγή σκλάβων και αγροτεμαχίων είναι ένα φαινόμενο που σχετίζεται κυρίως με την οικονομική κυκλοφορία, και είναι σημαντικό ότι καταγράφεται μόνο για μητροπολιτικές περιοχές όπως η Θήβα, το Καχούν, το Γκουρόμπ και άλλες σημαντικές πόλεις. Αυτή η διαδικασία ενσωμάτωσης της εργασίας στην οικονομική κυκλοφορία είναι περιορισμένη και δευτερεύουσα σε σχέση με τη σφαίρα της παραγωγής και της οικειοποίησης του πλεονάσματος της ανθρώπινης εργασίας από τις κυρίαρχες τάξεις.
iv
Για τον Μαρξ, το ασιατικό κράτος ήταν δεσποτικό[209]. Δεν το δήλωσε αυτό χωρίς εμπειρική γνώση ή αποδεικτικά στοιχεία, όπως έχει υποστηριχθεί, αλλά επηρεάστηκε ως άνθρωπος της εποχής του από τις έννοιες της κρατικής διακυβέρνησης[210]. Η κατηγορία του δεσποτικού ή του δεσποτισμού έχει τις ρίζες της στις αξίες του Διαφωτισμού[211] υπέρ ή κατά των απόλυτων μοναρχιών της Ευρώπης[212]. Εξ ου και η ονομασία «δεσποτική» για τις μοναρχίες που βασίζονταν στη βασιλική εξουσία και δεν δέχονταν άλλους τύπους εξουσίας. Επιπλέον, η ανάπτυξη της έννοιας του δεσποτισμού συμπίπτει με την επέκτασή της στις ανατολικές μοναρχίες στο σύνολό τους[213]. Στην Ανατολή, ο δεσπότης ως πρόσωπο συγχωνεύεται επίσης με την υπέρτατη κοινότητα και λαμβάνει παραχωρήσεις ως πατέρας πολλών κοινοτήτων, για τη δόξα του και τη δόξα του θεού[214]. Στην περίπτωση της αιγυπτιακής βασιλείας, η κυριαρχία του δεσπότη επί εδαφών, περιουσιών, ανθρώπων και ακόμη και χωριών βασίζεται σε μυθικά θεμέλια. Η πιο εμφανής πολιτική μορφή αυτού του τρόπου είναι η συγκεντρωτική μοναρχία, την οποία οι Δυτικοί θεωρούν δεσποτική. Ο Αιγύπτιος βασιλιάς, τον οποίο οι Έλληνες αποκαλούσαν Φαραώ ή «μεγαλύτερος οίκος», είναι ο ίδιος θεός ή γιος του θεού του ήλιου Ρα, και η εξουσία του εκτείνεται σε γήινες και θεϊκές περιοχές. Αυτός ο μυθικός λόγος δεν είναι απαλλαγμένος από τη βία του κράτους που εκπροσωπείται από τη μορφή του βασιλιά, ο οποίος απεικονίζεται να σφάζει ή να συντρίβει τον εχθρό, αλλά και να δίνει ζωή στους υπηκόους του, αν το κρίνει σκόπιμο. Αυτή η πολιτική μορφή αντιστοιχεί στις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής και διήρκεσε για χιλιετίες, αν και οι εκφράσεις της νομιμότητας ποικίλλαν[215] και αναπτύχθηκαν νέοι μύθοι για να υποστηρίξουν τη θεϊκή δύναμη του βασιλιά[216].
Ο Μαρξ δεν ανέπτυξε τις πολιτικές και κοινωνικές μορφές του δεσποτισμού[217]· μάλλον αναφερόταν στον «ασιατικό δεσποτισμό» ή στον «ανατολικό δεσποτισμό» όταν περιέγραφε την Ινδία υπό την αγγλική κυριαρχία[218]. Σχεδόν δεν χρησιμοποιεί τον όρο στο Formen, επειδή επικεντρώνεται στις ασιατικές μορφές ιδιοκτησίας, αλλά περιγράφει και αποδίδει αυτές τις μορφές σε αυτό που ονομάζει ανατολικό δεσποτισμό. Δηλαδή, ορισμένες πολιτικές, εξωοικονομικές μορφές που χαρακτηρίζονται ως δεσποτικές αντιστοιχούν σε ορισμένες σχέσεις παραγωγής και ιδιοκτησίας.
Επιστρέφοντας στο 1853, μια εποχή που ο Μαρξ συνέβαλε στο ρεπουμπλικανικό περιοδικό New York Daily Tribune[219] στις Ηνωμένες Πολιτείες[220], ανέφερε ότι στην Ασία υπήρχαν τρία υπουργεία: το υπουργείο Οικονομικών, ή η λεηλασία του εσωτερικού, το υπουργείο Πολέμου, ή η λεηλασία του εξωτερικού, και το υπουργείο Δημοσίων Έργων. Και παρόλο που, λαμβάνοντας υπόψη τις κλιματολογικές και εδαφικές συνθήκες, αναφέρει ότι η ανατολική γεωργία βασίζεται στην τεχνητή άρδευση μέσω πλωτών οδών και υδραυλικών έργων, σημειώνει επίσης ότι «όπως στην Αίγυπτο και την Ινδία, οι πλημμύρες χρησιμοποιούνταν για να γονιμοποιηθεί το έδαφος στη Μεσοποταμία, την Περσία κ.λπ.· αξιοποιώντας το επικλινές επίπεδο για την τροφοδότηση των αρδευτικών καναλιών»[221]. Συγκρίνοντας με τη Δύση, διαπιστώνει ότι οι ανατολικές κυβερνήσεις ήταν υπεύθυνες για την οργάνωση των δημοσίων έργων. Σημειώνεται ότι αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με τη συγκεντροποίηση σε μικρά κέντρα που συνένωναν τη γεωργία και τη βιοτεχνία, οδήγησε στη γέννηση του κοινωνικού συστήματος που ονομάζεται σύστημα των χωριών. Αυτό το σύστημα έδινε σε κάθε μικρή ομάδα τη δική της αυτόνομη οργάνωση και ξεχωριστό τρόπο ζωής, και καταστράφηκε από την ατμομηχανή και το αγγλικό εμπόριο. Αυτό είναι που ο Μαρξ ήθελε να τονίσει και να αξιολογήσει σε σχέση με την Ινδία υπό βρετανική κυριαρχία: την αντίφαση μεταξύ αυτών των αγροτικών ενοτήτων/κοινοτήτων, τις οποίες θεωρεί «εργατικές, πατριαρχικές, ακίνδυνες και ειδυλλιακές», αλλά με στατική, φυτοζωούσα ζωή χωρίς αξιοπρέπεια, η οποία με τη σειρά της παρείχε μια σταθερή βάση για τον ανατολικό δεσποτισμό, υποκείμενο σε δεισιδαιμονίες και χωρίς καμία δυνατότητα ιστορικής αλλαγής[222]. Ο Μαρξ δικαιολογεί την αλλαγή που έφερε η Αγγλία και, αν και αναγνωρίζει τα άθλια συμφέροντά της, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «όποια και αν ήταν τα εγκλήματα της Αγγλίας, αυτή ήταν το ασυνείδητο όργανο της Ιστορίας για να επέλθει η εν λόγω επανάσταση»[223]. Η ιδέα της διπλής αποστολής της Αγγλίας, τόσο καταστροφικής όσο και αναγεννητικής, είναι παρούσα σε αυτό το άρθρο του Μαρξ. Ωστόσο, δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος διάλυσης της «πρωτόγονης» κοινοτικής ιδιοκτησίας, όπως ο ίδιος ο Μαρξ ανέφερε σχετικά με την Ινδία[224].
Ταυτόχρονα, στην αλληλογραφία τους, ο Μαρξ και ο Ένγκελς αντάλλαξαν ιδέες σχετικά με την Ανατολή. Στην επιστολή της 2ας Ιουνίου 1853 –με βάση την περιγραφή του στρατιωτικού συστήματος των ανατολικών πόλεων που έγραψε ο Φρανσουά Μπερνιέ στο Ταξίδια που περιέχουν την περιγραφή των κρατών του Μεγάλου Μογγόλου [François Bernier, Voyages contenant la description des états du Grand Mogol]– ο Μαρξ υπογραμμίζει ότι ο στρατός πρέπει να ακολουθεί τον βασιλιά, ο οποίος είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης όλης της γης. Επισημαίνει επίσης ότι η βασική μορφή όλων των ανατολικών φαινομένων –στην Τουρκία, την Περσία και την Ινδία, σύμφωνα με τον Μπερνιέ– πρέπει να αναζητηθεί στην απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας της γης, όπως αναλύθηκε παραπάνω[225]. Στις 6 Ιουνίου 1853, ο Ένγκελς απαντά ότι πράγματι η απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας γης είναι το κλειδί για την κατανόηση όλης της Ανατολής[226], και προτείνει οικολογικά και κλιματολογικά κριτήρια για να εξηγήσει αυτή την απουσία[227]. Η τεχνητή άρδευση είναι η πρωταρχική προϋπόθεση της γεωργίας και αποτελεί θέμα που απασχολεί τις κοινότητες, τις επαρχίες και την κεντρική κυβέρνηση. Εδώ επισημαίνει –και ο Μαρξ αναπαρήγαγε τη δήλωση λίγες μέρες αργότερα στο άρθρο του για την εφημερίδα New York Daily Tribune– ότι υπάρχουν τρία υπουργεία: το υπουργείο Οικονομικών, ή η λεηλασία του εσωτερικού, το υπουργείο Πολέμου, ή η λεηλασία του εξωτερικού, και το υπουργείο Δημοσίων Έργων. Στην απάντησή του με ημερομηνία 14 Ιουνίου 1853, ο Μαρξ εξηγεί τη στασιμότητα της Ασίας ως αποτέλεσμα των δημοσίων έργων της κεντρικής κυβέρνησης και της διαίρεσης της αυτοκρατορίας σε χωριά με τη δική τους ξεχωριστή οργάνωση, αν και προσμετράει και την ύπαρξη μερικών μεγάλων πόλεων. Ο Μαρξ αναζητούσε μια εξήγηση για τη θεμελιώδη αιτία της βρετανικής κυριαρχίας και της άφιξης της βιομηχανίας στην Ανατολή, και την βρήκε στη στασιμότητα του ασιατικού δεσποτισμού. Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, ο Μαρξ υπογραμμίζει τη στασιμότητα που προέρχεται από τα δημόσια έργα της κεντρικής κυβέρνησης, αλλά παραλείπει την πρόταση του Ένγκελς σχετικά με το ρόλο των κοινοτήτων και των επαρχιών στην τεχνητή άρδευση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η παρουσία αυτοδύναμων κοινοτήτων που βασίζονται στην ενοποίηση της γεωργίας και της μεταποίησης στο νοικοκυριό θα αναπτυχθεί στο Formen και θα γίνει κεντρική έννοια του λόγου του. Επιπλέον, στο Formen ο Μαρξ θα επανεξετάσει την απουσία νομικής ιδιοκτησίας στον ανατολικό δεσποτισμό (που ο Ένγκελς είχε αναφέρει στην επιστολή του της 6ης Ιουνίου 1853) και την ύπαρξη κοινοτικής ιδιοκτησίας που περιέχει προϋποθέσεις για αναπαραγωγή και πλεονασματική παραγωγή[228]. Ίσως η διαφορά, που δεν είναι μικρή, με το περιεχόμενο του Formen είναι ότι στην αλληλογραφία του και στο δημοσιογραφικό του άρθρο ο Μαρξ ενδιαφερόταν λιγότερο να εξηγήσει ορισμένα χαρακτηριστικά των ανατολικών κοινωνιών και περισσότερο τον διαλεκτικό ορισμό των μορφών που προηγήθηκαν της ανάπτυξης του καπιταλισμού[229].
Στο Κεφάλαιο[230], ο Μαρξ επανεξετάζει τη σημασία της ρύθμισης των πλημμυρών του Νείλου και την ανάγκη για παρατήρηση και αστρονομικούς υπολογισμούς, μια δραστηριότητα που βρισκόταν στα χέρια των ιερέων, οι οποίοι με τη σειρά τους ήταν οι διαχειριστές της γεωργίας[231].
Υπάρχει μια ορισμένη ένταση στα αξιώματα του Μαρξ του 1853 σχετικά με τις συνθήκες και την οργάνωση της παραγωγής στα χωριά[232] και την οργάνωση που αποδίδεται στο κράτος σε ό,τι αφορά τα μεγάλα αρδευτικά έργα. Αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί μέχρι ενός βαθμού, ειδικά αν επικεντρωθούμε στο Formen, όπου ο Μαρξ σχολιάζει την παρουσίαση των δημόσιων έργων της κυβέρνησης σε σχέση με τη «μεταφορά νερού που στηρίζεται στην ιδιοποίηση της φύσης μέσω συλλογικών συνθηκών»[233]. Προφανώς, στα Formen ο Μαρξ κατανοεί τη σημασία, για παράδειγμα, των υδραγωγείων που κατασκευάζονται από το κράτος, στο βαθμό που αυτά συνεπάγονται την ιδιοποίηση της εργασίας του χωριού: «οι κοινοτικές συνθήκες για την πραγματική ιδιοποίηση μέσω της εργασίας, όπως τα αρδευτικά συστήματα (πολύ σημαντικά μεταξύ των ασιατικών λαών), τα μέσα επικοινωνίας κ.λπ., θα εμφανίζονται τότε ως έργο της ανώτερης ενότητας – της δεσποτικής κυβέρνησης που βρίσκεται πάνω από τις μικρότερες κοινότητες».[Μαρξ, 1990, 360]
Σε σχέση με αυτό, αν σκεφτούμε μόνο την αρχαία Αίγυπτο, η φυσική άρδευση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων από τον Νείλο για αρκετές εβδομάδες δημιούργησε φυσικές λεκάνες κατά μήκος του ποταμού και επέτρεπε τη φύτευση σιταριού, κριθαριού και λιναριού γύρω στον μήνα Οκτώβριο. Αυτό σημαίνει ότι οι αγροτικές κοινότητες είχαν τη δυνατότητα να διατηρούν τα υδάτινα δίκτυα σε καλή κατάσταση και να ρυθμίζουν το άνοιγμα και το κλείσιμο των αναχωμάτων που επέτρεπαν την κυκλοφορία του νερού[234].
Ωστόσο, ο κρατικός έλεγχος των πλημμυρών του Νείλου και των πλημμυρισμένων περιοχών φαίνεται να ήταν καθοριστικός για τον υπολογισμό των φόρων[235]. Αυτός είναι ίσως ο λόγος για τον οποίο τα κείμενα αναφέρουν λεπτομερώς τους διαφορετικούς τύπους γης και αποδόσεων, αποδεικνύοντας ένα πλούσιο και σύνθετο λεξιλόγιο σχετικά με τους τύπους εδάφους, ειδικά στις τοπογραφικές μελέτες που χρησιμοποιούνταν για τον καθορισμό των φόρων[236]. Ομοίως, οι γραμματείς και οι ιερείς ανέπτυξαν ορισμένους τύπους γνώσεων, αστρονομικών υπολογισμών και μετρήσεων που συνέβαλαν σε αυτές τις έρευνες.
Ούτως ή άλλως, το κράτος παρενέβαινε στην προετοιμασία των χωραφιών[237] και οι τοπικές κοινότητες παρείχαν το απαραίτητο εργατικό δυναμικό για την εκτέλεση των εργασιών. Η αύξηση της έκτασης της καλλιεργήσιμης γης μέσω τεχνητής άρδευσης[238] φαίνεται να ήταν μια επιλογή από την αρχή των φαραωνικών δυναστειών[239], αν και δεν συνεπαγόταν την κατασκευή τεράστιων υδραυλικών έργων ή σύνθετων συστημάτων υδάτινων οδών που να επιτρέπουν μόνιμη και όχι εποχιακή άρδευση[240], ένα είδος έργου που γίνεται αναγνωρίσιμο μόνο στην ελληνορωμαϊκή περίοδο και στον 19ο και 20ό αιώνα[241]. Όπως επισημαίνει ο Έιρ, «η μετατροπή αυτού του άγριου τοπίου σε ένα οργανωμένο σύστημα τεχνητής άρδευσης ήταν έργο του 19ου και 20ου αιώνα»[242]. Ορισμένοι αξιωματούχοι αναφέρουν στις βιογραφίες τους ότι έχουν πραγματοποιήσει την κατασκευή υδραυλικών έργων, και κατά την πρώτη περίοδο του κατακερματισμού του κράτους, οι ντόπιοι άνδρες υπογραμμίζουν τη συμμετοχή τους στην κατασκευή υδραυλικών έργων[243], αρδευτικών καναλιών[244] και δεξαμενών[245], καθώς και στη χρήση του νερού για την περίφραξη χωραφιών και υψωμάτων[246]. Δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ της «υδραυλικής γεωργίας» και της λογικής των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων[247], αλλά δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί η παραγωγικότητα και η γεωργική οργάνωση σε σχέση με το κράτος, ειδικά σε περιοχές με λιγότερο ευνοϊκές φυσικές συνθήκες.
Αντίθετα, η θέση του Καρλ Βιτφόγκελ έχει ως βάση τον ανατολικό/υδραυλικό δεσποτισμό[248] ως ένα σύστημα που απαιτεί διαχειριστικό έλεγχο. Έτσι, ο κρατικός μηχανισμός αντλεί την εξουσία του από την ανάγκη για συνεχή διαχείριση και έλεγχο των υδραυλικών έργων[249]. Η σε βάθος συζήτηση του προβλήματος του υδραυλικού δεσποτισμού με τους όρους που προτείνει ο Βιτφόγκελ θα υπερέβαινε τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, αλλά αρκεί να πούμε ότι, όπως επισημαίνει ο Κράντερ, εστιάζει στον δεσποτισμό, δηλαδή στην πολιτική πτυχή του προβλήματος[250].
Από την πλευρά του, ο Γκοντελιέ προτείνει έναν τρόπο παραγωγής στον οποίο η αριστοκρατία έχει στη διάθεσή της την κρατική εξουσία και εξασφαλίζει τις βάσεις της ταξικής εκμετάλλευσης, οικειοποιούμενη ένα μέρος του προϊόντος των κοινοτήτων, αν και επιμένει στην ύπαρξη μεγάλων έργων που με τη σειρά τους καθορίζουν την παρουσία μιας γραφειοκρατίας και μιας απόλυτης, συγκεντρωτικής εξουσίας που φέρει το ασαφές και απαρχαιωμένο όνομα του δεσποτισμού[251]. Παρά τα παραπάνω, ο Γκοντελιέ επεξεργάζεται μια τυπολογία των διαφόρων μορφών του ασιατικού τρόπου παραγωγής με ή χωρίς μεγάλα έργα, με ή χωρίς γεωργία, τονίζοντας την εμφάνιση μιας πρωτογενούς ταξικής δομής με ασαφή όρια και τη συστηματική ιδιοποίηση της εργασίας των κοινοτήτων, καθώς και την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων σε αυτούς τους πολιτισμούς, όπως αποδεικνύεται από την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση μέσω της χρήσης μετάλλων, νέων μορφών αρχιτεκτονικής, λογιστικής, γραφής κ.λπ.[252]
Η σημασία της εποπτείας και της παρέμβασης στην άρδευση φαίνεται να οφείλεται στη συσσώρευση πλούτου που προέκυψε από αυτήν και στις φορολογικές πολιτικές. Μεγάλα έργα, όπως μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα, μπορούν να πραγματοποιηθούν στο βαθμό που το κράτος μπορεί να παρέχει πόρους που προέρχονται από την ιδιοποίηση πλεονασμάτων και τη διαχείρισή τους, και πάνω απ’ όλα από την ικανότητα του κράτους να κινητοποιεί ανθρώπινο δυναμικό, κάτι που είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο σε περιόδους πολιτικής συγκεντροποίησης[253]. Όπως είπε ο Μπαρντ, ξεκινώντας από τις πρώτες δυναστείες της φαραωνικής Αιγύπτου, το μνημείο ήταν «ένα σύμβολο του τεράστιου ελέγχου που ασκούσε το στέμμα»[254]. Όταν το κράτος κατακερματίστηκε σε περιόδους αποκέντρωσης γνωστές ως «ενδιάμεσες»[255], τα μεγάλα έργα και τα οικοδομικά σχέδια εξαφανίστηκαν και φαίνεται ότι η διαχείριση των πόρων γινόταν σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.
v
Η πιο περίπλοκη πτυχή που πρέπει να επανεξεταστεί είναι ο προσδιορισμός «ασιατικός», ίσως επειδή η Ασία παραπέμπει σε μια αφαίρεση που συνδέεται με ορισμένα αρνητικά χαρακτηριστικά, όπως δεσποτισμός, κλειστή κοινωνία και στασιμότητα, για να εκφράσει την ιδιαιτερότητα των ανατολικών διαδικασιών σε αντίθεση με τις δυτικές.
Ωστόσο, όπως παρατήρησε ο Σαΐντ, ο οριενταλισμός «δεν είναι μια ευρωπαϊκή αεροφαντασία σχετικά με την Ανατολή, αλλά ένα δημιουργημένο σώμα θεωρίας και πρακτικής στο οποίο, για πολλές γενιές, έχουν γίνει σοβαρές υλικές επενδύσεις»[256]. Ο ακαδημαϊκός λόγος συμπεριέλαβε την Αίγυπτο σε αυτόν τον Ανατολικό κόσμο, επειδή η ιστορία της ήταν περισσότερο συνδεδεμένη με την ανάπτυξη των πόλεων και των κρατών στην Αρχαία Μέση Ανατολή παρά με το αφρικανικό υπόστρωμα του οποίου αποτελεί επίσης μέρος[257]. Γεννημένη στην Ευρώπη, η ιστορική κατασκευή της «Αρχαίας Εγγύς Ανατολής» περιλαμβάνει διαφορετικές περιοχές και κοινωνίες, και πολύ συχνά η κοινή και παγκόσμια οπτική έχει αφήσει τις ιδιαιτερότητές της στην άκρη. Παραδόξως, είναι χάρη στις γλωσσικές μελέτες και τις αρχαιολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από Ευρωπαίους, ειδικά κατά τον περασμένο αιώνα, που διαθέτουμε ένα σώμα ακαδημαϊκής γνώσης που ονομάζεται «Ανατολή». Σε κάθε περίπτωση, δεν χρειάζεται να πούμε, όπως ο Σαΐντ, ότι για τον Μαρξ ήταν ευκολότερο να επεξηγήσει τη θεωρία του χρησιμοποιώντας τον κολεκτιβιστικό Ανατολικό κόσμο ως προφητική δήλωση, ή να περιορίσει το ενδιαφέρον που έδειχνε για τον Ανατολικό κόσμο στις απαιτήσεις της δυτικής εξιλέωσης[258]. Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα στην κατηγορία Ασιατικός λόγω του βάρους που δίνει στους γεωγραφικούς παράγοντες στην ιστορική εξέλιξη[259] και επειδή είναι η μόνη έννοια ενός τρόπου παραγωγής που συνδέεται με έναν συγκεκριμένο χώρο[260].
Ο Γκοντελιέ πρότεινε να εγκαταλειφθεί ο όρος Ασιατικός, δεδομένου ότι το φαινόμενο της μετάβασης από μια αταξική σε μια ταξική κοινωνία είναι αναγνωρίσιμο σε διαφορετικές ιστορικές εποχές και χώρους[261]. Ωστόσο, τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς αναφέρονται στην Ασία γενικά, αν και μερικές φορές αναφέρουν την Τουρκία, την Περσία, το Αφγανιστάν, την Ταταρία, την Αραβία, τη Μαλαισία, το νησί της Ιάβας, την Κίνα, την Ινδία, το Ινδουστάν, τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο, αλλά και στους αμερικανικούς πολιτισμούς του Μεξικού και του Περού[262]. Η κριτική που βασίζεται στον γεωγραφικό περιορισμό[263] δεν φαίνεται δικαιολογημένη, δεδομένου ότι ο ίδιος ο Μαρξ στο Formen δεν περιόρισε την Ασιατική μορφή σε συγκεκριμένους χώρους και επεσήμανε την πολυπλοκότητα των διαδικασιών μετασχηματισμού και διάλυσης των αρχαίων σχέσεων ανάλογα με τις διαφορετικές ιστορικές και γεωγραφικές συνθήκες, υποδηλώνοντας ότι η έννοια δεν ήταν τόσο περιορισμένη όσο έχει υποδειχθεί[264].
Από την άλλη πλευρά, η εμφάνιση του φεουδαρχισμού έχει ιστορικά συνδεθεί με την Ευρώπη και, υπό αυτή την έννοια, αναγνωρίζεται η μοναδικότητα της Δύσης όσον αφορά την ανάπτυξη του καπιταλισμού[265]. Όπως επισημαίνει ο Γκούντι, η ιδέα της μοναδικότητας της Δύσης εμφανίζεται σε σχέση με την «κατάρα» του καπιταλισμού. Ο συγγραφέας αμφισβητεί τις απόψεις που αντιμετωπίζουν το ζήτημα αναφέροντας τη δυτική ορθολογικότητα, το δυτικό εμπόριο και τους δεσμούς μεταξύ φαινομένων όπως ο «εκσυγχρονισμός», η «βιομηχανοποίηση» και ο ίδιος ο «καπιταλισμός». Ο Γκούντι παραδέχεται ότι ο δυϊσμός είναι παρών στις κοσμοθεωρίες, αλλά αντιτίθεται στη δημιουργία ψευδών συγκριτικών αξιολογήσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης[266].
Ούτε μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα αναγνωρίζοντας στην Ανατολή έναν φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής που συνυπάρχει με άλλους τρόπους. Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει καμία μοναδικότητα και θα παρέμενε σε επίπεδο ανάπτυξης προγενέστερο από αυτό της «Δύσης». Όπως έχουμε σημειώσει για την περίπτωση της φαραωνικής Αιγύπτου, ενός από τους χώρους που ο Μαρξ θεωρούσε μέρος της Ανατολής, είναι εφικτό να αναλύσουμε αυτό το αρχαίο κράτος με βάση τον ασιατικό τρόπο παραγωγής. Η επέκταση αυτού του τρόπου σε ιστορικούς χώρους που θεωρούνται Ανατολή είναι ένα ζήτημα που πρέπει να κατανοηθεί με βάση μια συγκεκριμένη δυτική παράδοση. Ωστόσο, ο γεωγραφικός περιορισμός απουσίαζε από την ερμηνεία του ίδιου του Μαρξ. Όταν ο Μαρξ σκέφτηκε τη μετάβαση από «πρωτόγονες» ή αταξικές κοινωνίες με πρωτόγονο ή κοινοτικό τρόπο παραγωγής σε ταξικές κοινωνίες, σε πρωτόγονα κράτη, εντόπισε το φαινόμενο στην Ανατολή, επειδή στην πραγματικότητα τα πρώτα κράτη εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, την Κίνα και την Ινδία, αν και αργότερα εμφανίστηκαν και στην Αμερική. Έτσι, η ασιατική μορφή ήταν η πιο κοντινή στην πρωτόγονη κοινότητα· ήταν μια πρώιμη μορφή που σχετιζόταν με την αρχαία μορφή και τη γερμανική μορφή. Ωστόσο, ο Μαρξ σημειώνει ότι η ασιατική μορφή έχει υποστεί ιστορικές και γεωγραφικές διαφοροποιήσεις[267]. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αναλύσεις του Μαρξ σχετικά με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής στο Formen ασχολούνται με μια πολύπλοκη διαδικασία σχέσεων μεταξύ της υπέρτατης κοινότητας και των αγροτικών κοινοτήτων που συνδέεται με τα πρώιμα «ανατολικά» κράτη, εξ ου και η ονομασία του, παρά το γεγονός ότι αυτές οι σχέσεις μπορούν να βρεθούν και σε άλλους γεωγραφικούς χώρους και ιστορικές περιόδους.
vi
Όπως προαναφέρθηκε, στον ασιατικό τρόπο παραγωγής η λογική του κράτους είναι κυρίαρχη και η σχέση με τα χωριά χαρακτηρίζεται από μορφές αρπαγής και εκμετάλλευσης. Αυτή η πρώτη σχέση ιδιοποίησης καθορίζει τον τρόπο παραγωγής, του οποίου τα συστατικά στοιχεία σχετίζονται με μορφές ιδιοκτησίας. Έτσι, το Formen υπογραμμίζει το γεγονός ότι το κράτος εμφανίζεται ως ο ανώτερος ή μοναδικός ιδιοκτήτης στον οποίο οφείλεται το πλεόνασμα των χωριών (αν και κάθε αγροτική οικογένεια μπορεί να καλλιεργεί το δικό της κομμάτι γης) και ο οποίος επωφελείται από την κοινή εργασία που πραγματοποιείται για την εξύμνηση του δεσπότη ή της θεότητας.
Η ανάλυση αυτής της οικονομικο-κοινωνικής μορφής εντοπίζει μορφές ιδιοκτησίας στα χωριά που συνδέονται με την ισχυρή τοπική ταυτότητα και την αυτάρκεια της οικονομίας, καθώς και, ως συνέπεια της κοινής ιδιοκτησίας, τις απαιτήσεις άμεσης εργασίας και την παραχώρηση πλεονάζουσας εργασίας σε κρατικά ιδρύματα. Ωστόσο, παρατηρείται μια αυξανόμενη παρέμβαση εκ μέρους του κράτους μέσω της δημιουργίας γεωργικών εγκαταστάσεων σε διάφορες περιοχές του Παλαιού Βασιλείου και της αυξανόμενης υπεροχής των ναών, έως ότου αυτοί γίνουν οι μεγαλύτεροι γαιοκτήμονες κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, ειδικά όσον αφορά τις εκτάσεις που βρίσκονται σε πολιτικά και διοικητικά κέντρα. Η έμμεση ή φαινομενική ιδιοκτησία του κράτους γίνεται πραγματική και έμπρακτη ιδιοκτησία. Έτσι, σε ορισμένες περιοχές, η ιδιοκτησία των χωριών καταλήγει να αντιπαραβάλλεται παράλληλα με αυτές τις θεσμικές εκτάσεις.
Η μεταμόρφωση αυτών των σχέσεων με τις κοινότητες δεν επηρεάζει τα βασικά χαρακτηριστικά τους που βασίζονται στην αγροτική παραγωγή και τη μεταποίηση, αν και υπάρχει μια ορατή διαφοροποίηση και ιεράρχηση μεταξύ των ηγετών των χωριών, των τοπικών ελίτ και των ταφικών ιδρυμάτων, το καθένα από αυτά με τη δική του λογική λειτουργίας, αλλά κάπως περιορισμένη από το κράτος.
Υπάρχει μια ορατή συνέχεια στο κράτος, το οποίο διατηρεί μια πολιτική μορφή και μηχανισμούς εκμετάλλευσης και κυριαρχίας που αντιστοιχούν στον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής. Η μη κατάρρευση του φαραωνικού κράτους και η επιμονή των λειτουργικών του μορφών για χιλιετίες έχουν οδηγήσει στον χαρακτηρισμό αυτών των κοινωνιών ως στάσιμες, αμετακίνητες. Πράγματι, υπάρχουν αναγνωρίσιμες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, αλλά αυτές δεν υπονομεύουν τον κυρίαρχο τρόπο ιδιοποίησης και τους μηχανισμούς εκμετάλλευσης του κράτους.
Οι λεγόμενες ενδιάμεσες ή μεταβατικές περίοδοι αναδεικνύουν τις συγκρούσεις μεταξύ των περιφερειακών ελίτ και επιτρέπουν τον προσδιορισμό ενδιάμεσων κοινωνικών κατηγοριών και ταξικών αντιθέσεων, καθώς και εκφράσεων κοινωνικής θέσης που εκδηλώνονται κατά τη διάρκεια πολιτικών κρίσεων που αντανακλούν έναν ορισμένο κατακερματισμό του κράτους. Τέτοιες κρίσεις δεν υπονομεύουν τις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, οι πελατειακές σχέσεις και η λογική του προστάτη πρέπει να νοούνται ως πρακτικές που συνυπάρχουν με τη λογική που επιβάλλει το ίδιο το κράτος.
Έτσι, σύμφωνα με το Formen, το άτομο είναι στην πραγματικότητα χωρίς ιδιοκτησία ή η ιδιοκτησία φαίνεται να μεσολαβείται μέσω μιας παραχώρησης [Ablassen] από την συνολική ενότητα. Στην πραγματικότητα, πηγές της φαραωνικής Αιγύπτου τεκμηριώνουν την παραχώρηση γαιών από τον βασιλιά σε ανώτερους αξιωματούχους ως ανταμοιβή για τις λειτουργίες και τις υπηρεσίες τους από το Παλαιό Βασίλειο και μετά. Οικογενειακές μορφές ιδιοκτησίας εμφανίζονται σε διαφορετικές περιόδους της φαραωνικής ιστορίας, σε αντιπαράθεση και παράλληλα με τα ταφικά και θρησκευτικά ιδρύματα. Η εμφάνιση ενός τύπου ατομικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας υποδηλώνει τη συνύπαρξη σχέσεων που γειτνιάζουν με τις κυρίαρχες μορφές ιδιοκτησίας, αλλά δεν οδηγούν στη δημιουργία μιας κληρονομικής αριστοκρατίας γαιοκτημόνων που θα μπορούσε να αμφισβητήσει την κυριαρχία του συγκεντρωτικού κράτους. Δηλαδή, η εμφάνιση αυτού του τύπου ιδιοκτησίας δεν μεταμόρφωσε τις κυρίαρχες μορφές εκμετάλλευσης των κοινοτήτων και των κτήσεων του στέμματος. Οι θεμελιώδεις εξηγήσεις για τη βασιλεία και τη λειτουργία του βασιλιά ως φορέα ενοποίησης της φύσης και του κόσμου προέρχονται από μυθοπολιτικά περιεχόμενα που αντιστοιχούν στις εν λόγω μορφές.
Οι θέσεις του 1853 συνάδουν με τα παραπάνω, αναφερόμενες στο σύστημα των χωριών ως χαρακτηριστικό των ασιατικών κοινωνιών, αλλά και στην απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, οι αναφορές στο σύστημα των χωριών και στην απουσία ιδιωτικής ιδιοκτησίας έχουν μειωμένη αναλυτική έκθεση σε σύγκριση με το Formen λόγω του τύπου της έκδοσης για την οποία προορίζονταν (The New York Daily Tribune και Αλληλογραφία) και επειδή αντιμετωπίζουν την Ινδία ή την Ανατολή ως σύνολο, τονίζοντας την επιβίωση αυτών των χαρακτηριστικών στις σύγχρονες κοινωνίες. Το μόνο στοιχείο που αναφέρεται αποκλειστικά στα κείμενα του 1853 είναι το ζήτημα της τεχνητής άρδευσης ως προϋπόθεση για τη γεωργία και ένας ορισμένος γεωγραφικός ντετερμινισμός στην εξήγηση της απουσίας ιδιωτικής ιδιοκτησίας λόγω οικολογικών και κλιματικών αιτιών. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει υπερεκτιμηθεί, οδηγώντας στην ταύτιση του υδραυλικού δεσποτισμού με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, ενώ στην πραγματικότητα το Formen δίνει έμφαση στις κοινοτικές συνθήκες για την πραγματική ιδιοποίηση μέσω της εργασίας, όπως τα υδραγωγεία μεταξύ άλλων έργων και τα μέσα επικοινωνίας κ.λπ., τα οποία εμφανίζονται ως έργα της υπέρτατης ενότητας πάνω από τις κοινότητες. Οι πηγές της φαραωνικής Αιγύπτου αναφέρουν την ύπαρξη αρδευτικών έργων σε τοπικό και κρατικό επίπεδο, αλλά πάνω απ’ όλα αντανακλούν την κρατική εποπτεία και παρέμβαση στα αρδευτικά έργα που συνδέονται με τις δημοσιονομικές πολιτικές της. Επιπλέον, οι κάτοικοι των χωριών μπορούσαν να κληθούν να εκτελέσουν διάφορα είδη εργασίας για τον Φαραώ, όπως την κατασκευή ναών ή πλωτών οδών, τη στρατιωτική θητεία ή μια αποστολή εξόρυξης.
Για να εξηγηθεί η εμφάνιση μορφών ανταλλαγής που προέρχονται από την ατομική συσσώρευση και από διαδικασίες κυκλοφορίας που μπορούν να επιτρέψουν ακόμη και συναλλαγές σε πρωτόγονο χρήμα, πρέπει να επισημανθεί η διαθεσιμότητα πλεονάσματος μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων, ειδικά σε πόλεις διοικητικής ή θρησκευτικής σημασίας. Το επιχείρημα του Μαρξ στο Formen υπογραμμίζει ότι οι βασιλείς και οι ανώτεροι αξιωματούχοι τους αντάλλασσαν τα έσοδά τους –το πλεόνασμα της παραγωγής– στις πόλεις. Αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, ειδικά στη Θήβα και στο Ντέιρ ελ-Μεντίνα, το χωριό των τεχνιτών που κατασκεύαζαν ταφικά αντικείμενα για την ελίτ. Επίσης, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου παρατηρούμε την ανταλλαγή μικρών εκτάσεων γης και σκλάβων με ισοδύναμα χαμηλής αξίας. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι παρεμβαίνουν σε αυτές τις συναλλαγές, αν και μέσω περίπλοκων σχέσεων με ναούς ή νοικοκυριά. Τα έσοδα του αυτοκρατορικού κράτους που διοχετεύονταν στους ναούς και δωρίζονταν στους ανώτερους αξιωματούχους οδήγησαν σε μεγαλύτερη διαθεσιμότητα πλεονασμάτων εντός των κυρίαρχων τάξεων.
Μετάφραση και επιμέλεια: elaliberta.gr
Andrea Zingarelli, “Asiatic Mode of Production: Considerations on Ancient Egypt”, στο Laura da Graca, Andrea Zingarelli, (επιμ.), Studies on Pre-Capitalist Modes of Production, Brill, Λέιντεν / Βοστώνη 2015, σσ. 27-76.
Σημειώσεις
[1] Είναι δύσκολο να ξεπεράσει κανείς τη χρονολογική ανάλυση του O’Leary για τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς και τα ερμηνευτικά προβλήματα που αυτά θέτουν. Ωστόσο, δεν είναι σκοπός μας να παρουσιάσουμε μια ιστοριογραφική αξιολόγηση. Βλ. O’Leary 1989, σ. 82–151· βιβλιοκριτική στο Loone 1995.
[2] Μια ανάλυση βασισμένη στη συγκριτική ιστορία θα ήταν πιο αποδοτική, αλλά δεν διαθέτω τις συγκεκριμένες γνώσεις και δεξιότητες για να την επιχειρήσω. Η ακαδημαϊκή μου κατάρτιση με οδήγησε να προσεγγίσω αυτό το πρόβλημα από την οπτική γωνία της ιστορίας της αρχαίας Αιγύπτου. Ή ίσως η διερεύνηση των όρων υπό τους οποίους έγινε αντιληπτός ο ασιατικός τρόπος παραγωγής μου επιτρέπει να σκεφτώ την ιστορία της Αιγύπτου με μαρξιστικούς όρους, ως μέρος της ευρύτερης λογικής των ιστορικών διαδικασιών και όχι ως μικροϊστορία.
[3] Hindess and Hirst 1975, σσ. 1–20.
[4] Krader 1975, σελ. xii· Bailey and Llobera 1981, σελ. 23. O’Leary 1989, σελ. 132, επισημαίνει τους πολλούς ιδεολογικούς και θεωρητικούς στόχους που επιδίωξαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς στις δημοσιεύσεις τους σχετικά με το θέμα.
[5] Επίσης, στο Capital, τόμος i, τμήμα 4, σε ένα τμήμα σχετικά με τον φετιχισμό του εμπορεύματος, ο Μαρξ (Marx 1965, σελ. 50–1 [Μαρξ 2002, σελ. 92]), γράφει: «Στους παλιούς ασιατικούς, στους αρχαίους κτλ. τρόπους παραγωγής, η μετατροπή του προϊόντος σε εμπόρευμα, κι επομένως η ύπαρξη των ανθρώπων σαν εμπορευματοπαραγωγών, παίζει δευτερεύοντα ρόλο, που γίνεται τόσο πιο σημαντικός όσο περισσότερο η κοινότητα μπαίνει στο στάδιο της παρακμής της».
[6] Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά αναφέρονται στην αλληλογραφία μεταξύ του Μαρξ και του Ένγκελς τον Ιούνιο του 1853: Marx 1983, σσ. 330 κ.ε. [Μαρξ 1975, σσ. 124] και Engels 1983, σελ. 335 κ.ε. [Ένγκελς 1975, σσ. 127 κ.ε.], καθώς και σε ένα άρθρο που έγραψε ο Μαρξ για την εφημερίδα New York Daily Tribune, επίσης το 1853, Marx 1979, σσ. 125–9 [Μαρξ 2003, σσ. 27-39]. Θα επανέλθουμε σε αυτά αργότερα σε αυτό το άρθρο.
[7] Για παράδειγμα, ο Bartra 1983, σσ. 21–34, αναλύει την εξέλιξη σχετικών εννοιών, ιδίως εκείνης του ανατολικού δεσποτισμού, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έως τον Richard Jones και τον Χέγγελ. Ο Άντερσον επίσης αναζητά τις ρίζες εννοιών που σχετίζονται με τις ασιατικές χώρες ως έναν τρόπο αντιπαράθεσης τους με την Ευρώπη, κάτι που θα είχε επηρεάσει τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς, Anderson 1979, σσ. 462 κ.ε. [Άντερσον 1986, 460 κ.ε.].
[8] Godelier 1977, σελ. 33. Η γαλλική εκδοχή του βιβλίου αυτού εκδόθηκε με τον τίτλο Sur les sociétés précapitalistes από τις Éditions Sociales, Παρίσι, 1970.
[9] Ο Anderson 1979, σελ. 548 [Άντερσον 1986, 549], πρότεινε να «κάνουμε σε αυτή την τελευταία έννοια (τον ασιατικό τρόπο παραγωγής) την ευπρεπή ταφή που της αξίζει». Ο Zaccagnini 1989, σελ. 13, αναρωτιέται ειρωνικά ποιο άλλο ερευνητικό μοντέλο θα μπορούσε να προτείνει ένας συγγραφέας όπως ο Komoróczy για την ερμηνεία των κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών της αρχαίας Μεσοποταμίας, τώρα που ο ασιατικός τρόπος παραγωγής έχει πεθάνει και έχει ταφεί.
[10] Godelier 1977, σελ. 9. Για την προηγούμενη περίοδο, βλ. ειδικά Sofri 1969, σσ. 81–103. Στην Τιφλίδα, τον Μάιο του 1930, αρκετοί ακαδημαϊκοί συζήτησαν τον ασιατικό τρόπο παραγωγής και την επέκταση αυτής της κατηγορίας στη σύγχρονη Ανατολή. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης στο Λένινγκραντ μερικούς μήνες αργότερα (1931) –κατόπιν αιτήματος της Ένωσης Μαρξιστών Ανατολιστών– η αποτυχία της κινεζικής επανάστασης του 1927 αποδόθηκε στην ασιατική στασιμότητα, αμφισβητώντας έτσι αυτή τη θέση και τη θεωρητική έννοια που την υποκίνησε. Οι συμμετέχοντες υποστήριξαν την φεουδαρχική ή τη δουλοκτητική ερμηνεία, Bailey and Llobera 1981, σελ. 52. Για μια λεπτομερή και σύνθετη ανάλυση των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν σε αυτή τη συζήτηση, βλ. Dunn 1982, ιδίως σσ. 7–37. Ορισμένοι μελετητές συνέχισαν να υποστηρίζουν ότι ήταν δυνατό να εξεταστεί ο ασιατικός τρόπος παραγωγής για τη Μεσοποταμία και την αρχαία Αίγυπτο. Βλ. Sofri 1969, σελ. 117 κ.ε. Ο Στάλιν δεν το αναφέρει στο έργο του Διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός (που δημοσιεύθηκε ως μέρος της Ιστορίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης) του 1938. Ωστόσο, ορισμένοι αγγλόφωνοι μαρξιστές συνεχίζουν να το αναφέρουν, όπως ο Namboodiripad 1952. Ένα πρόσφατα δημοσιευμένο δοκίμιο του ίδιου συγγραφέα αποτιμά τα σημεία που ανέφερε ο Μαρξ στο Formen σχετικά με την Ινδία, Namboodiripad 2010, σσ. 23–31.
[11] Karl Wittfogel, Oriental Despotism: A Comparative Study of Total Power. Εκδόθηκε το 1957 από τον εκδοτικό οίκο Yale University Press, New Haven. Η έκδοση που χρησιμοποιήσαμε είναι της Vintage Books, Νέα Υόρκη, 1981. Ο Bartra 1975, σελ. 28, σημειώνει τον αριθμό των σελίδων: 450, τον αριθμό των κεφαλαίων: 10, των υποκεφαλαίων: 58 και των υποτίτλων: 193. Ο Bartra 1975, σσ. 21–37, αφιερώνει μέρος του βιβλίου του στη συζήτηση της θεωρίας των υδραυλικών κοινωνιών και τα ιστορικά παραδείγματα που αναφέρει προέρχονται από το αρχαίο Μεξικό. Το τμήμα αυτό δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό Tlatoani, 21 το 1967. Για μια κριτική, βλ. Vidal-Naquet 1964 [Στ.Μ.] Βλ. σχετικά: Vidal-Naquet Pierre, «Ο Καρλ Βιτφόγκελ και η Έννοια του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής. Προεισαγωγικό σημείωμα» και «Ο Καρλ Βιτφόγκελ και η Έννοια του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής», στο Vidal-Naquet Pierre, Πέρα Από την Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1999, μετάφρ. Θέμης Μιχαήλ, σσ. 303-359.
[12] Είναι αξιοσημείωτο ότι, όπως σημειώνει ο O’Leary 1989, σ. 139, ο υπότιτλος ενός από τα κεφάλαια του Βιτφόγκελ είναι «Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν αποδέχονται την έννοια ασιατικός». Δεδομένου ότι ο Μαρξ δημιούργησε την έννοια, η ιδέα ότι θα την αποδεχόταν είναι ελάχιστα γενναιόδωρη.
[13] Godelier 1977, σελ. 148.
[14] Βλ. Sofri 1969, σσ. 133–47, κυρίως σελ. 135.
[15] Zamora 1997, σελ. 17. Ο O’Leary 1989, σελ. 141, εξηγεί ότι ήταν κυρίως οι ορθόδοξοι μαρξιστές που συμφωνούσαν με τον Wittfogel σε ορισμένα θέματα.
[16] Mandel 1971, σελ. 120 [Mandel 1996].
[17] Dunn 1982, σελ. 66. Ο τίτλος του βιβλίου του Dunn είναι σχεδόν πανομοιότυπος με τον τίτλο του κεφαλαίου 9 του προαναφερθέντος βιβλίου του Wittfogel, Oriental Despotism: «Η άνοδος και η πτώση της θεωρίας του ασιατικού τρόπου παραγωγής».
[18] Hindess and Hirst 1975, σελ. 3.
[19] Hindess and Hirst 1975, σσ. 180–1.
[20] Anderson 1979, σσ. 487, 489 [Άντερσον 1986, σσ. 488, 489].
[21] Wickham 1994b, σελ. 49. Στην Ασία, οι κρατικοί φόροι συνυπήρχαν με πιο τυπικές φεουδαρχικές σχέσεις, στις οποίες οι γαιοκτήμονες εισέπρατταν προσόδους από τους μισθωτές τους. Έτσι, το κράτος είχε πάντα μια ανταγωνιστική σχέση με αυτές τις εισπράξεις.
[22] Dunn 1982, σσ. 85–6.
[23] Banaji 2010, σσ. 17–19. Διακρίνει τη δική του άποψη από εκείνη του Haldon, επισημαίνοντας ότι ο τελευταίος θεωρεί ότι η διαφορά μεταξύ φόρου και προσόδου είναι καθαρά τυπική, καθώς και τα δύο είναι τρόποι οικειοποίησης του πλεονάσματος και, ως εκ τούτου, παραλλαγές ενός κοινού τρόπου παραγωγής: του φοροκρατικού τρόπου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Haldon έχει αναπτύξει την έννοια του φοροκρατικού τρόπου σε μεγαλύτερο βάθος από άλλους μελετητές. Όπως θα δούμε παρακάτω, ο όρος «φοροκρατικός τρόπος» χρησιμοποιήθηκε επίσης από τον Αμίν [Samir Amin] με την έννοια του κοινού τρόπου παραγωγής, και ο ίδιος ο Αμίν σημειώνει ότι ο όρος χρησιμοποιήθηκε πιθανώς από τον Jiro Hoyakawa, έναν Ιάπωνα μαρξιστή, το 1934.
[1] [Σ.τ.Μ.] Βλ. και σημείωση 23 παραπάνω. Ο όρος «tributary» («Tributary Mode of Production») έχει αποδοθεί ως «φοροκρατικός» (και «Φοροκρατικός Τρόπος Παραγωγής») (βλ. Σαμίρ Αμίν, «Πρόλογος» στη γ΄ έκδοση του Κώστας Βεργόπουλος, Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, Εξάντας, Αθήνα 1975, σσ. 17, 20, 30. επίσης, Γιώργος Οικονομάκης, Ιστορικοί τρόποι παραγωγής. Καπιταλιστικό σύστημα και γεωργία, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, σελ. 74,75). Για μια παρουσίαση της εξέλιξης και κριτική του όρου «Tributary Mode of Production», βλ. Josh Holroyd, “Marxism, the State, and the Tributary Mode of Production”, In Defence of Marxism, 28 Μαΐου 2020, https://marxist.com/marxism-the-state-and-the-tributary-mode-of-production.htm.
[24] Banaji 2010, σελ. 22.
[25] Tan 2000, σελ. 1.
[26] Harris 1994, σσ. 31–2.
[27] Childe 1936 [Τσάιλντ, 1971].
[28] Bartra 1975, σελ. 23, θεωρεί ότι η περιγραφή του Wittfogel για τη διαδικασία με την οποία αναδύονται οι πυρήνες των υδραυλικών κοινωνιών προέρχεται από τον Τσάιλντ.
[29] Blackledge 2006, σελ. 101, αναφέρεται επίσης στο What Happened in History, όπου ο Τσάιλντ αναπτύσσει τις δομικές αντιφάσεις των ασιατικών κρατών σε μια προσπάθεια να εξηγήσει την άνοδο και την πτώση του τρόπου παραγωγής με σκλάβους που συνδέεται με κράτη όπως η Αθήνα και η Ρώμη (Childe 1942). Ο συγγραφέας αυτός, 2006, σσ. 97–103, παραθέτει την αυθεντία του Τσάιλντ σχετικά με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής κατά την ανάλυση των τρόπων παραγωγής και των κοινωνικών μεταβάσεων.
[30] Godelier 1971, σελ. 7 [Γκοντελιέ 2026]. Αρχικά δημοσιεύθηκε από το Centre d’ Études et de Recherches Marxistes (Παρίσι, 1964) με τον τίτλο La notion de «mode de production asiatique» et les schémas marxistes d’ évolution des sociétés. Στα αγγλικά, βλ. Godelier 1978. Ο Godelier υποστηρίζει ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς επανεξέτασαν τη γενική υπόθεση σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη ιστορία είναι η μετάβαση από μια κοινωνική οργάνωση χωρίς τάξεις σε μια κοινωνική οργάνωση με τάξεις. Παραθέτει την επιστολή του Μαρξ προς τον Βαϊντεμέγιερ της 5ης Μαρτίου 1852, στο Marx 1983 [Μαρξ 1975, σελ. 107], σελ. 58. Στην ίδια γραμμή σκέψης, Bartra 1975, σσ. 87–8 και 110–12.
[31] Σύμφωνα με τον Zamora 1997, σσ. 12–13, είναι πιθανό ο Μαρξ να έδωσε στον ασιατικό τρόπο παραγωγής μια συγκεκριμένη ιστορική θέση: την ασιατική Εγγύς Ανατολή των πρώτων πόλεων, των κοινοτικών υδραυλικών έργων, των ναών και των παλατιών. Αν και αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να περιλαμβάνει τη φαραωνική Αίγυπτο, θα εξαιρούσε την Κίνα και την Ινδία, που ανήκουν στην ομάδα των πρώιμων ποτάμιων πολιτισμών, αλλά βρίσκονται πιο ανατολικά.
[32] Σύμφωνα με τον Krader 1975, σελ. 9, αυτή θα ήταν μία από τις κατευθύνσεις που υποδεικνύει η θεωρία του ασιατικού τρόπου παραγωγής: η μετάβαση «από την πρωτόγονη οικονομία στην πολιτική οικονομία και από την πρωτόγονη κοινωνία στην πολιτική κοινωνία».
[33] Σύμφωνα με το Formen, υπάρχουν διάφοροι εναλλακτικοί δρόμοι ανάπτυξης για τη μετάβαση από αυτό το πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα: ο ανατολικός τρόπος, ο αρχαίος τρόπος, ο γερμανικός τρόπος και ο σλαβικός τρόπος. Έτσι, διευρύνει το φάσμα των ταξικών κοινωνιών: αρχαίες δουλοκτητικές κοινωνίες, φεουδαρχικές κοινωνίες και αστικές κοινωνίες. Ο τελευταίος τύπος περιορίζεται στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη και περιγράφεται στη Γερμανική Ιδεολογία και στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Marx 1964, σελ. 32 [Μαρξ 1990, σελ. 373].
[34] Όπως επισημαίνει ο Wickham 1994b, σελ. 62, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί πώς το κράτος κατέληξε να αποκτήσει τον έλεγχο όλης της γης, αλλά σίγουρα αυτό σχετίζεται με τις συνθήκες της κατάκτησης.
[35] Godelier 1971, σελ. 43 [Γκοντελιέ 2026].
[36] Chesneaux 1964, σσ. 33–55· Zamora 1997, σσ. 31–2, το αποκαλεί νεοασιατικό μοντέλο· ο Dunn 1982, σελ. 103, αποδίδει επίσης αυτή την ονομασία στα επιχειρήματα κατά της δουλοκτησίας.
[37] Marx 1964 [Μαρξ 1990].
[38] Μια σαφής ανασκόπηση των υποτιθέμενων αλλαγών του Μαρξ σε σχέση με τον ασιατικό τρόπο παραγωγής βρίσκεται στο Lichtheim 1963, σσ. 86–112.
[39] Για παράδειγμα, ο Suret-Canale 1961, σελ. 101, υποστηρίζει ότι είναι δυνατόν να βρεθούν ομοιότητες μεταξύ του ασιατικού τρόπου παραγωγής και του τρόπου παραγωγής που επικρατεί στην Αφρική. Βλ. επίσης Suret-Canale 1964. Ο Ούγγρος μελετητής Tokei έδωσε διάλεξη για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής τον Ιούνιο του 1962 στο Centre d’ Études et de Recherches Marxistes [Σ.τ.Μ:., για την ανάλυση του Tokei, βλ. Τοκάι Φένετς, Για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, Αναγνωστίδης, Αθήνα, χ.χ.έ., μετάφρ. Σταύρος Καμπουρίδης].
[40] Σε μεγάλο βαθμό, εξισώνει την Αίγυπτο με την Κίνα, Amin 1976, σσ. 20–1, 24 και 27.
[41] Για μια εις βάθος ανάλυση του Αμίν σε σχέση με την Αίγυπτο, βλ. Campagno 2003.
[42] Marx 1964, σσ. 82–3 [Μαρξ 1990, σσ. 366, 367]. Για παράδειγμα: «Η ίδια η παραγωγή, η άνοδος του πληθυσμού (ανήκει κι αυτή στην παραγωγή), υποχρεωτικά αίρει σιγά-σιγά αυτούς τους όρους· τους καταστρέφει αντί να τους αναπαράγει κλπ κι έτσι η κοινοτική οργάνωση χάνεται μαζί με τις σχέσεις ιδιοκτησίας που τη στήριζαν. Η ασιατική μορφή παρουσιάζει, αναγκαστικά, τη μεγαλύτερη αντοχή και διάρκεια».
[43] Amin 1976, σελ. 53 [Αμίν 1976].
[44] Φαίνεται να υποστηρίζει την ιδέα μιας κυρίαρχης τάξης σε σχέση με το κράτος, Amin 1976, σσ. 19–20 και 23 [Αμίν 1976].
[45] Amin 1976, σελ. 53 [Αμίν 1976].
[46] Diakonoff 1974. Λίγο νωρίτερα, ο Ντιακόνοφ είχε αποδοκιμάσει τις απόψεις για μια κοινωνική τάξη βασισμένη στη δουλοκτησία που επικρατούσε στις μελέτες για τις αρχαίες ρωσικές κοινωνίες. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Dunn 1982, σελ. 75, ο Ντιακόνοφ απομακρύνεται από τη θεμελιώδη έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής όταν θεωρεί ότι η φορολογία δεν συνιστά εκμετάλλευση.
[47] Σχετικά με την επιρροή του Στρούβε στον Ντιακόνοφ, βλ. Dunn 1982, σσ. 45–62.
[48] Zamora 1997, σελ. 23. Βλ. επίσης Zamora για μια εις βάθος ανάλυση των αξιωμάτων της Σχολής του Λένινγκραντ και των ιδεών άλλων μελετητών σχετικά με τις Ανατολικές κοινωνίες και τον ασιατικό τρόπο παραγωγής μετά το 1930.
[49] Είναι άδικο να παραβλέπουμε τα έργα ανατολιστών όπως ο Zaccagnini 1989 ή τις εκδόσεις της Société Jean Bodin, αλλά αυτό θα αποτελούσε ξεχωριστή προσπάθεια.
[50] Liverani 1976.
[51] Liverani 1975.
[52] Cardoso 1982, σσ. 14–25, 1986, 1988, κεφ. 1 και 3 και κριτικό λεξιλόγιο, 1990.
[53] Cardoso 1990, σσ. 13–14.
[54] Ο Άντερσον τονίζει ότι το Formen παρουσιάζει ως νέο και αποφασιστικό στοιχείο την ιδέα ότι, στην Ασία και σε άλλα μέρη, τα αυτάρκη χωριά κατείχαν κοινοτική ιδιοκτησία της γης, και ότι αυτό συγκαλύφθηκε από την επίσημη διακήρυξη ότι όλη η γη ήταν κρατική ιδιοκτησία, κάτι που ο Μαρξ θα ονόμαζε ένα χρόνο αργότερα ασιατικό τρόπο παραγωγής. Μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον Άντερσον ότι αυτό είναι ένα αποφασιστικό στοιχείο, ωστόσο, όπως θα δούμε παρακάτω, ο Μαρξ έγραψε το 1853 για το σύστημα των χωριών. Ο ίδιος ο Anderson 1979, σελ. 477 [Άντερσον 1986, σελ. 477], σημειώνει ότι ο Μαρξ δεν επιβεβαίωσε ποτέ αυτή τη «νέα αντίληψη» στα ολοκληρωμένα και δημοσιευμένα έργα του.
[55] Marx 1966, σελ. 453 [Μαρξ 1978, σελ. ]: «είτε ο ιδιοκτήτης είναι ένα άτομο που εκπροσωπεί την κοινότητα, (Gemeinwesen) όπως στην Ασία, την Αίγυπτο κ.λπ.».
[56] Σε τέτοιο βαθμό που στην Αίγυπτο της εποχής των Ραμσιδών ο όρος shemw χρησιμοποιείται για να κατονομάσει τόσο τη συγκομιδή όσο και τον φόρο συγκομιδής. Πράγματι, μερικές φορές είναι δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ των όρων που χρησιμοποιούνται για τις διαφορετικές ποιότητες εδάφους και των όρων που χρησιμοποιούνται για τους βασιλικούς φόρους.
[57] Marx 1966, σσ. 555–6 [Μαρξ 1978, σελ. 972].
[58] Hindess and Hirst 1975, σελ. 192.
[59] Hindess and Hirst 1975, σσ. 194–6.
[60] Krader 1975, σσ. 127–8.
[61] Krader 1972. Κατά την ανασκόπηση του βιβλίου Αρχαία Κοινωνία του Μόργκαν [Morgan, Ancient Society] του, ο Μαρξ έκανε σχόλια σχετικά με τις αγροτικές κοινότητες και περιέλαβε άλλα έργα σχετικά με την Ινδία και παλαιότερους πολιτισμούς. Εκείνη την εποχή υπήρχε μια συζήτηση σχετικά με την επιβίωση αυτών των ανατολικών κοινοτήτων στην τσαρική Ρωσία. Βλ. O’Leary 1989, σσ. 128–9. Αν και ορισμένοι συγγραφείς, όπως ο Dunn 1982, σ. 85–6, υποστηρίζουν ότι μετά τον Morgan και την εξέταση περαιτέρω στοιχείων, ο Μαρξ εγκατέλειψε τη θεωρία του για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, άλλοι, όπως ο Melotti 1977, σελ. 11, υποστηρίζουν ότι οι ίδιες ιδέες εκτίθενται στον Γ΄ τόμο του Κεφαλαίου, που εκδόθηκε από τον Ένγκελς το 1894, μετά το θάνατο του Μαρξ.
[62] Βλ. Godelier 1977, σσ. 87–8.
[63] Marx 1989, σελ. 351 [Μαρξ 2026].
[64] «Όσο περισσότερο τα προϊόντα της κοινότητας παίρνουν τη μορφή εμπορεύματος, δηλαδή, όσο λιγότερο παράγονταν για την κατανάλωση του ίδιου του παραγωγού και όσο περισσότερο παράγονται για την ανταλλαγή, όσο περισσότερο η ανταλλαγή παραγκωνίζει και μέσα στην κοινόρητα τον αρχικό, φυσικό καταμερισμό εργασίας, τόσο πιο άνιση γίνεται η περιουσία των ξεχωριστών μελών της κοινότητας, τόσο βαθύτερα υπονομεύεται η παλαιά κοινοκτημοσύνη, τόσο πιο γρήγορα η κοινότητα διαλύεται και μετατρέπεται σε χωριό αγροτών μικροκτηματιών. Ούτε ο ανατολικός δεσποτισμός ούτε η εναλλασσόμενη κυριαρχία των κατακτητών νομαδικών λαών δεν μπόρεσαν σε ολόκληρες χιλιετίες να αλλάξουν τίποτα σ’ αυτές τις παλαιές κοινότητες, αλλά η βαθμιαία καταστροφή της φυσικής οικιακής βιομηχανίας τις διαλύει όλο και περισσότερο» (Engels 1987, σσ. 150-1 [Ένγκελς 2006, σσ. 206, 207].
[65] Γενικά, η έννοια του ανατολικού δεσποτισμού δεν αποκλίνει από τα επιχειρήματα που είχε προηγουμένως διατυπώσει ο Μαρξ, αν και ο Ένγκελς (Engels 1987, σελ. 168 [Ένγκελς 2006, σελ. 231]), ενδιαφέρεται να εξηγήσει την εξέλιξή τους προς μορφές παραγωγής όπως αυτές που βασίζονται στην εργασία των σκλάβων.
[66] Ο Hoffman 1979, σελ. 17, χαρακτηρίζει τη φαραωνική Αίγυπτο ως «αγροτική κοινωνία χωριών». Ο Cardoso 1986, σσ. 16, σημ. 17 και 25–6, υιοθετεί την έννοια του Hoffman, αλλά τονίζει επίσης τις αρχές της «οργάνωσης της κοινότητας των χωριών». Από την πλευρά του, ο Eyre 1999, σελ. 35, υποστηρίζει ότι «η Αίγυπτος ήταν πιθανώς πάντα μια αγροτική κοινωνία». «Οι οικιακές και αγροτικές σφαίρες είχαν πιθανώς τις δικές τους μορφές οργάνωσης των παραγωγικών διαδικασιών και του χώρου, καθώς και γεωργικές πρακτικές και τεχνικές που ήταν σχεδόν σίγουρα διαφορετικές από αυτές που χρησιμοποιούσε ο θεσμικός τομέας, με τον οποίο διατηρούσαν ορισμένες σχέσεις που καθορίζονταν από την κρατική φορολογία», Moreno García 2004b, σελ. 30.
[67] Συγγραφείς όπως οι Menu and Harari 1974, σελ. 125, θεωρούν την κεντρική διοικητική οργάνωση υπό την ηγεσία μιας βασιλικής οικογένειας ως αποτέλεσμα δύο δυνάμεων: της κατευθυνόμενης οικονομίας και της επιμονής των κοινοτικών δομών. Επίσης, ο Janssen 1979b, σσ. 507–8, εξετάζει την οικονομική δομή της αρχαίας Αιγύπτου με βάση δύο σφαίρες· μια τοπική οικονομία διαβίωσης: οι χωρικοί και οι τεχνίτες των χωριών παρήγαγαν τα περισσότερα από τα αγαθά που ήταν απαραίτητα για τη διαβίωσή τους και μπορούσαν να τα ανταλλάσσουν με τους γείτονές τους μέσω του ανταλλακτικού εμπορίου. Μια δεύτερη σφαίρα κρατικής αναδιανομής βασίζεται σε αυτή την οικονομία διαβίωσης.
[68] Eyre 2010, σελ. 291.
[69] Eyre 1999, σελ. 36.
[70] Eyre 1999, σελ. 35· Moreno García 2001, σελ. 429. Ο Cardoso 1986, σελ. 10, προειδοποιεί ενάντια στην άποψη ορισμένων συγγραφέων για μια «πραγματική ανισορροπία» και υποδηλώνει ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για «ανισορροπία πηγών».
[71] Για παράδειγμα, ο πάπυρος 10470 του Βερολίνου από τη Δωδέκατη-Δέκατη Τρίτη Δυναστεία καταγράφει μια σκλάβα ως κοινό κτήμα του χωριού, Smither 1948, σσ. 31–4.
[72] Η οργάνωση της εργασίας στις φυλές [phyles] που καταγράφηκε κατά την Παλαιά και τη Μέση Βασιλεία, σύμφωνα με την οποία οι εργάτες χωρίζονταν σε ομάδες, καθεμία με τοτεμικό όνομα, φαίνεται να διατηρεί αρχαίες μορφές οργάνωσης από προηγούμενες εποχές: Roth 1991, σσ. 142 κ.ε. [Σ.τ.Μ.: Στην αιγυπτιολογία «φυλές» ονομάζονται οι ομάδες συνεργείων που εργάζονταν σε ναούς και ταφικά συγκροτήματα. Ann Macy Roth, Egyptian Phyles in the Old Kingdom: The Evolution of a System of Social Organization, The University of Chicago, Σικάγο 1991, σελ. 2].
[73] Ο Cardoso 1986, σελ. 19, χρησιμοποιεί εικονογραφικές πηγές και κείμενα από το δεύτερο μισό της τρίτης χιλιετίας για να περιγράψει τα χωριά και τα χαρακτηριστικά τους.
[74] Ο τεχνητός διαχωρισμός μεταξύ βασιλείων και αυτοκρατοριών προέρχεται από μια σύμβαση του 19ου αιώνα που χωρίζει τη φαραωνική ιστορία σε αυτοκρατορίες/βασίλεια –Reich– η οποία ξεκίνησε με τον Bunsen, έναν Πρώσο μελετητή, και υιοθετήθηκε τον 20ό αιώνα. Ό,τι και αν ισχύει, και παρά τον κατακερματισμό των πηγών, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η κρατική εξουσία, ειδικά η κεντρική εξουσία, ήταν η πιο ορατή ενότητα όσον αφορά την οργάνωση, τη γραφειοκρατικοποίηση και την ιδιοποίηση του γεωργικού πλεονάσματος κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων της φαραωνικής ιστορίας.
[75] Moreno García 2004b, σσ. 32–4. Για μια διαφορετική άποψη, βλ. Kemp 2006, σσ. 60 κ.ε.
[76] Moreno García 2004b, σελ. 39. Moreno García 1996, σσ. 161–5. Βλ. το κείμενο στον τάφο του Χερκούφ στο Κουμπέτ ελ-Χάουα, Strudwick 2005, σελ. 333· Urk. i, 131: 4–7.
[77] Το διάταγμα από την Κόπτο (Koptos g) θεσπίζει τη δημιουργία μιας επικράτειας για τη διατήρηση της λατρείας ενός βασιλικού αγάλματος. Λόγω της κατεστραμμένης κατάστασης του παπύρου, δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί εάν το διάταγμα εκδόθηκε από τον Πέπι Β΄ κατά τη διάρκεια της Έκτης Δυναστείας ή από έναν από τους διαδόχους του, Strudwick 2005, σσ. 114–15· Urk. I, 288–95.
[78] Διάταγμα από την Κόπτο (Koptos d), Strudwick 2005, σσ. 112–13.
[79] ‘Arbeiter’: Lexicon der Ägyptologie (LÄ) i, 371, ‘Arbeitshaus’: LÄ i, 377 και ‘Domänen’: LÄ i, 1118. Ο Faulkner το μεταφράζει ως ‘labour establishment’ [εγκατάσταση εργατικού δυναμικού], Faulkner 1991, p. 90.
[80] Για παράδειγμα, τα κτήματα per-djet λειτουργούσαν ως επικουρικές εκμεταλλεύσεις, Papazian 1999.
[81] Moreno García 1994, σελ. 41.
[82] Moreno García 1998· Allam 2004.
[83] Αυτό μας επιτρέπει να σκεφτούμε την εξέλιξη από το per-shena του Παλαιού Βασιλείου στο per-shena του Νέου Βασιλείου ως μια αυξανόμενη οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας, πρώτα από το παλάτι και στη συνέχεια από τους ναούς. Επίσης, η οικονομία του Νέου Βασιλείου που βασιζόταν στους ναούς μπορεί να έχει τις ρίζες της στο Παλαιό Βασίλειο: «όταν ο Μεγάλος Οίκος του βασιλιά παραιτήθηκε από τον ενεργό έλεγχο της οικονομίας υπέρ των ναών», Papazian 1999.
[84] Moreno García 2004a, σελ. 17.
[85] Ο όρος heka μπορεί να σημαίνει «κυβερνήτης» ή «ανώτερος αξιωματούχος», αλλά χρησιμοποιείται κυρίως σε αναφορά σε τοπικούς ηγέτες, Eyre 1999, σελ. 40· Faulkner 1991, σελ. 178. Για μια συγκεκριμένη ανάλυση, βλ. Piacentini 1994.
[86] Τα djadjat είναι τοπικά συμβούλια με τη συλλογική έννοια. Ο όρος έχει μεταφραστεί ως «δικαστές, αξιολογητές», Faulkner 1991, σελ. 319.
[87] Helck 1977, σελ. 6.
[88] Ο Posener-Kriéger εντοπίζει σχεδόν τριακόσια ονόματα, αλλά δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί αν αυτά αντιπροσωπεύουν το σύνολο του πληθυσμού, Posener-Kriéger 1975, σελ. 215· Eyre 1999, σελ. 36, σημ. 20.
[89] Η πλειονότητα είναι εργαζόμενοι στη γεωργία, αν και αναφέρονται και άλλα συγκεκριμένα επαγγέλματα, όπως αρτοποιός, ζυθοποιός, βοσκός, μετρητής σιτηρών, σφραγιστής σιταποθηκών και «νομάδες», μεταξύ άλλων, Troy 2002, σελ. 11.
[90] Posener-Kriéger 1975, σελ. 212· Parra Ortiz 2011, σελ. 178.
[2] [Σ.τ.Μ.] «Μασταμπάς»: αραβική λέξη (μαστάμπα مصطبة) για τους πυραμιδοειδής, βαθμιδωτούς τάφους με επίπεδη οροφή, κατά την Πρώιμη Δυναστική Περίοδο και μέχρι την περίοδο του Παλαιού Βασιλείου, στους οποίους θάβονταν τα μέλη των ανώτερων τάξεων (σπάνια όμως οι βασιλιάδες).
[91] Eyre 2010, σελ. 302.
[92] Ιδιαίτερα στο Δέλτα, αλλά και στην Ελεφαντίνη.
[93] Κατά τη διάρκεια της Τέταρτης Δυναστείας, το στέμμα αναλαμβάνει την ενσωμάτωση του Δέλτα και, αργότερα, μιας περιοχής στη Μέση Αίγυπτο, ως περιοχές παραγωγής αγαθών μέσω του οργώματος παρθένου εδάφους και της εκμετάλλευσης, Parra Ortiz 2011, σελ. 147.
[94] Moreno García 2004a, σελ. 17. Αυτή την ανάλυση την οφείλουμε στον Moreno García. Στην Άνω και Μέση Αίγυπτο, το στέμμα ίδρυσε τα Hwt, γεωργικά και διοικητικά κέντρα που έλεγχαν τη γη, τους εργάτες και τα ζώα, και αποτελούσαν τη βάση για τη φορολογία του κράτους, Parra Ortiz 2011, σσ. 184–5. Βασιλικοί ναοί ιδρύθηκαν σε διάφορες περιοχές με γη και προσόδους στη διάθεση του στέμματος, Moreno García 1996 και 2001.
[95] Ο Eyre επισημαίνει ότι αυτές οι αγροτικές κοινότητες θα μπορούσαν να εποικιστούν με αιχμαλώτους πολέμου ή ομάδες μεταναστών και ότι, ως βασιλικά κτήματα, κάλυπταν τις ανάγκες του βασιλιά και της βασιλικής διοίκησης ή των βασιλικών αξιωματούχων, Eyre 1999, σελ. 35.
[96] Zamora 1997, σ. 4. Για τον Godelier 1971, σελ. 45 [Γκοντελιέ 2026], η εσωτερική αντίφαση είναι η ενότητα των κοινοτικών και ταξικών δομών.
[97] Σχετικά με τον όρο whyt, βλ. Gardiner 1947, 205*· Wb. i, 346 και 258, 5.6· Erman and Grapow 1971, εφεξής Wb.
[98] Ο Redford αναφέρει ότι «ο όρος wahyet “φυλή, οικογένεια” χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει τα μικρά χωριά ή καταυλισμούς συγγενικών ομάδων», Redford 1993, σελ. 8· βλ. επίσης Spiegelberg 1904, σελ. 150· Franke 1983, σσ. 219 κ.ε.
[99] Στα Κείμενα με Κατάρες, οι whyt αναφέρονται ως φυλές ή Amw «Ασιάτες» από τη Βύβλο. Βλ. Helck 1971, σελ. 53. Στην Ιστορία του Σινουχέ, το wHyt γράφεται με διάφορες μορφές, αν και ο προσδιοριστικός όρος για τους ανθρώπους ή τους άνδρες στον πληθυντικό διατηρείται σε όλες τις λέξεις (Berlin Papyrus 3022, 28, 86, 94, 113, 130, 239 και 240). Για άλλες σύντομες αναφορές, βλ. Mazar 1990, σελ. 185.
[100] Ο Loret ανακάλυψε το κείμενο και το δημοσίευσε το 1901, σσ. 1–10. Βλ. την ερμηνεία του Moret 1901, σσ. 11–39· Gardiner 1905· Gaballa 1977· Allam 1989.
[101] Η θέση του χωριού Νέσι θα μπορούσε να το συνδέει με την εσωτερική στρατιωτική αποίκιση της περιοχής από τις αρχές του Νέου Βασιλείου. Ο Eyre 2004, σσ. 161–2, επισημαίνει τους κύκλους αποίκισης που καταγράφηκαν για την περιοχή αυτή κατά τη διάρκεια διαφορετικών περιόδων της φαραωνικής ιστορίας.
[102] Gardiner 1941–52· Menu 1970· Katary 1989· Janssen 1986. Ανασκόπηση και περίληψη του I.A. Stuchevsky, Οι καλλιεργητές της κρατικής οικονομίας στην αρχαία Αίγυπτο κατά την περίοδο των Ραμσιδών (στα ρωσικά), Μόσχα: Νάουκα, 1982.
[103] Από Gardiner 1948, σσ. 74–5.
[104] Για παράδειγμα, το χωριό Σινουχέ (Wilbour a 79, 17· 87, 31· 97, 32)· το χωριό Μερέκ (Wilbour a 35, 23)· το χωριό των στρατιωτών (Wilbour a 35, 45, 36, 12)· το χωριό Tamarisk (Wilbour a 12, 12· 15, 40· 20, 28· b 15, 20. 21), κ.λπ.
[105] Χωριό Ίριτ (Wilbour b 11, 27· 12, 33)· χωριό Αμενμόσε (Wilbour b 20, 16)· χωριό Νες (Wilbour b 9, 22.24).
[106] Σχετικά με την κατανομή του πληθυσμού ανά επάγγελμα σε διαφορετικές περιοχές σύμφωνα με τον πάπυρο, βλ. O’Connor 1972, σσ. 692–5.
[107] Σχετικά με την πολυπλοκότητα του όρου nemehw, βλ. Zingarelli 2010b, σσ. 89–90· David 2011· Moreno García 2011b.
[108] Θα επανέλθουμε σε αυτό το θέμα όταν αναλύσουμε την ιδιοκτησία των nemehw.
[109] Αυτή η κοινοτική φορολογική ευθύνη που εκχωρεί αρμοδιότητες σε τοπικούς μεγιστάνες ή μεσάζοντες δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί, σύμφωνα με τον Eyre 1999, σελ. 45. Ωστόσο, όπως έχουμε επισημάνει, είναι τα χωριά και όχι τα άτομα που φέρνουν προσφορές στους τάφους του Παλαιού Βασιλείου, Eyre 1999, σελ. 47.
[110] Moreno García 2004a, σελ. 44.
[111] Moreno García 2004b, σελ. 32, σημ. 6.
[112] Σχετικά με την υποτιθέμενη μεταρρύθμιση για τη διάλυση των νομών και την αντικατάσταση των νομαρχών από τοπικούς δημάρχους, βλ. Franke 1991 [Σ.τ.Μ. «Νομή» ή «νομός» ήταν ο όρος που χρησιμοποιήθηκε κατά την πτολεμαϊκή περίοδο για τον αιγυπτιακό όρο «sepat», τη διοικητική υποδιαίρεση της αρχαίας Αιγύπτου].
[113] Baud 1999, σσ. 170 κ.ε.· Lupo 2011.
[114] Περισσότερα για αυτό το θέμα παρακάτω.
[115] Parra Ortiz 2011, σελ. 149.
[116] Καθ’ όλη τη διάρκεια της φαραωνικής ιστορίας, ο βασιλιάς ίδρυσε οικισμούς διαφόρων τύπων και ιεραρχιών, οι οποίοι αναπτύχθηκαν ως πόλεις-πυραμίδες ή συνδέθηκαν με αυτές. Αποφασίσαμε να μην αναπτύξουμε αυτό το θέμα λόγω της πολυπλοκότητάς του και της δευτερεύουσας σχέσης του σε σχέση με το επιχείρημά μας. Βλ. Lupo 2007.
[117] Επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς, Λονδίνο, 2 Ιουνίου 1853, Marx 1983, σελ. 330 κ.ε [Μαρξ 1975, σσ. 124].
[118] Ελληνική ονομασία για τις spAt, τις επαρχίες ή τις διοικητικές διαιρέσεις. Σχετικά με τη σημασία των πρωτευουσών των νομών, ιδίως κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, βλ. O’Connor 1972, ιδίως σσ. 687 κ.ε.
[119] Moreno García 2011a, σσ. 188–9.
[120] Moreno García 2004b, σσ. 34–5· Moreno García 2011a, σελ. 190. Βλ., για παράδειγμα, τον Χεκάιμπ της Ελεφαντίνης, Habachi 1985.
[121] Seidlmayer 1990, σελ. 403.
[122] Assmann 2005, σσ. 69 και 118–32.
[123] Τα γραπτά κείμενα αναφέρονται στις πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η βασιλεία και ορισμένες αξίες που συνδέονται με αυτό το θεσμό είναι απαραίτητες. Δεδομένου ότι ο βασιλιάς είναι το συνώνυμο της τάξης, αυτή η φαινομενική αντίφαση που παρατηρείται στα λογοτεχνικά κείμενα αντανακλά πολιτικές διαμάχες που μεταμφιέζονται σε μυθοπλασία, Zingarelli 2010α, κυρίως σσ. 211–15.
[124] Assmann 2005, σσ. 146–9, κυρίως 148.
[125] Callender 2000, σελ. 161.
[126] Diego Espinel 2011, σελ. 232.
[127] Petrie 1925, σελ. xxiii· Lichtheim 1988, σελ. 69.
[128] Για παράδειγμα, δημιουργείται μια αντίθεση μεταξύ μικρού –nedyes– και μεγάλου – wrw.
[129] Βλ. κυρίως Wilson 1951, σσ. 123–4· Hayes 1961, σελ. 45. Προηγουμένως επίσης Erman 1894, σελ. 101, και Hall 1924, σελ. 318.
[130] Loprieno 1988, σελ. 87.
[131] Richards 2005.
[132] Με τον όρο μεσαία τάξη εννοείται μια ανερχόμενη τάξη που συνδέεται με καθολικές διαδικασίες και με τον εκσυγχρονισμό, τη δημοκρατία, την αστική τάξη και τον φιλελευθερισμό: Visacovsky and Garguin 2009, σσ. 13 και 21–2. Αυτή η προσέγγιση παρουσιάζει προβλήματα από την άποψη της ερμηνείας, των πηγών και της μεθοδολογίας, τα οποία έχουν τις ρίζες τους σε ευρύτερες ιστοριογραφικές συζητήσεις που αφορούν τον σύγχρονο κόσμο.
[133] Στοιχεία για την ύπαρξη μιας «υποελίτ», δηλαδή ανθρώπων που «βρίσκονταν κάπου μεταξύ της μικρής κυβερνώσας ελίτ και του υπόλοιπου πληθυσμού», αρχίζουν να αναδύονται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, Parkinson 2002, σσ. 64–5· Richards 2005, σελ. 15.
[134] Θέλω να ευχαριστήσω τον Astarita για αυτή την προσωπική παρατήρηση.
[135] Anderson 1979, σσ. 487 κ.ε. [Άντερσον 1986, σσ. 488, 489].
[136] Το επιχείρημά τους βασίζεται στον ασυμβίβαστο ταξικό ανταγωνισμό που υπονοείται από την ύπαρξη του κράτους, σύμφωνα με τον Λένιν στο έργο του Κράτος και η επανάσταση και τον Ένγκελς στο έργο του Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Hindess and Hirst 1975, σελ. 198.
[137] Hindess and Hirst 1975, σσ. 198–9.
[138] De Melo Tunes 1990, σελ. 61.
[139] Ο Haldon 1993, σελ. 146, επισημαίνει αυτό το σημείο όταν εξετάζει το ζήτημα της αυτονομίας των υποτελών κρατών.
[140] Επιστολή του Ένγκελς προς τον Μαρξ, Λονδίνο, 6 Ιουνίου 1853, Engels 1983, σελ. 335 κ.ε. [Ένγκελς 1975, σσ. 127 κ.ε.]
[141] Ο Sofri 1969, σελ. 28, υποστηρίζει ότι ο Μαρξ είχε κάποιες αμφιβολίες σχετικά με αυτό το αξίωμα. Επίσης, στο Marx 1966, σελ. 555 [Μαρξ 1978, σελ. 972 (μεταφράζουμε διαφορετικά)]: «Δεν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία γης, παρ’ όλο ότι υπάρχει και ιδιωτική και κοινή κατοχή και χρήση της γης».
[142] Το 1884, όταν έγραψε το έργο Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, ο Ένγκελς επικεντρώθηκε στην εξέλιξη των δυτικών κοινωνιών, επειδή συνέδεσε την εμφάνιση του κράτους με την ιδιωτική ιδιοκτησία και τη μονογαμική οικογένεια. Επιπλέον, ο ίδιος ο Ένγκελς δήλωσε ότι ήθελε να επαληθεύσει τη θεωρία του Μόργκαν για την προϊστορία και την αρχαία ιστορία της Ευρώπης. Για μια άλλη εξήγηση της εγκατάλειψης αυτής της ιδέας από τον Ένγκελς, βλ. Godelier 1971, σσ. 27–35 [Γκοντελιέ 2026].
[143] Marx 1964, σελ. 69 [Μαρξ 1999, σελ. 359]. Επίσης Marx 1966, σελ. 555 [Μαρξ 1978, σελ. 972]: «Το κράτος είναι εδώ ο ανώτατος γαιοκτήμονας. Η ανώτατη εξουσία (Souveränität) είναι εδώ η σε εθνική κλίμακα συγκεντρωμένη γαιοκτησία».
[144] Η Σάτιρα των Επαγγελμάτων, ένα λογοτεχνικό κείμενο από το Μέσο Βασίλειο (Lichtheim 1975, σ. 184–93), υπογραμμίζει τα πλεονεκτήματα του επαγγέλματος του γραφέα σε αντίθεση με τις δυσκολίες που παρουσιάζουν τα άλλα επαγγέλματα ή/και δραστηριότητες. Υμνεί το επάγγελμα του γραφέα, ενώ υπερβάλλει τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζουν οι αγρότες στην αγροτική εργασία τους, καθώς και τις ενέργειες του κράτους, όπως αυτές εκπροσωπούνται από τον γραφέα και τους βοηθούς του, οι οποίοι φτάνουν με «ρόπαλα και ξύλα» για να συλλέξουν το σιτάρι. Η πηγή αντικατοπτρίζει την θεσμοθετημένη βία πρώτα προς τον αγρότη και μετά προς την οικογένειά του. Παρά την προκατάληψη του εγγράφου, ο κυρίαρχος μηχανισμός φαίνεται να είναι η συλλογή των αγροτικών προσόδων από κρατικούς αξιωματούχους. Η εκδοχή του Νέου Βασιλείου (Blackman and Peet 1925, σσ. 284–98· Lichtheim 1976, σσ. 168–75· Moreno García 2004a, σσ. 42 και 54), επισημαίνει ότι η χρήση αυτού του τύπου εγγράφου παρουσιάζει μια σύνθετη πρόκληση λόγω του ρητορικού και διδακτικού χαρακτήρα του και καταφεύγει στη χρήση διοικητικών πηγών.
[145] Τα επιχειρήματα του Menu ότι η περιουσία του Φαραώ ήταν η μόνη που μπορούσε να διατεθεί βασίζονται σε νομικά δεδομένα, Menu 1982, σελ. 1.
[146] Συναλλαγές γης με ισοδύναμα, βλ. Baer 1962, σσ. 25–45· Zingarelli 2010b, σσ. 94–6.
[147] Kemp 1972, σελ. 676.
[148] Urk. i, 1–5· Goedicke 1970, σσ. 5–20· Strudwick 2005, σσ. 192–4.
[3] [Σ.τ.Μ.] Η «ἄρουρα» (στα αρχαία ελληνικά σημαίνει και χωράφι) ήταν μονάδα μέτρησης της έκτασης που ισούται σχεδόν με το ρωμαϊκό jugerum (=2.518,22 τ.μ).
[149] Ένα άλλο παράδειγμα δωρεάς: κάποιος Σαμπνί από την Ελεφαντίνη (Έκτη Δυναστεία) έλαβε 11 εκτάρια γης μετά την εκτέλεση μιας αποστολής στη Νουβία, Urk. i, 140. Strudwick 2005, σελ. 338· και ο Ιβί από το Ντέιρ ελ-Γκαμπράουι (Έκτη Δυναστεία) έλαβε ένα χωράφι περίπου πενήντα εκταρίων που συνδέονταν με ένα hwt, Urk. i, 145· Strudwick 2005, σσ. 364–5.
[150] Urk. i, 170–2· Strudwick 2005, σσ. 98–101.
[151] Moreno García 2008, σελ. 108, επισημαίνει ορθά την απουσία μιας πραγματικής κληρονομικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας, τα συμφέροντα της οποίας θα μπορούσαν να συγκρούονται με αυτά του κράτους. Η αριστοκρατία είναι αυτό που είναι λόγω των λειτουργιών της, δημιουργείται, διατηρείται και καταργείται από το κράτος, το οποίο δεν αντιμετωπίζει καμία αντίπαλη δύναμη που να στέκεται ανάμεσα στο ίδιο το κράτος και τις αγροτικές κοινότητες και που θα μπορούσε να αναλάβει ορισμένες φορολογικές, στρατιωτικές ή ιδεολογικές κυριαρχικές λειτουργίες και να τις διατηρήσει με την πάροδο του χρόνου.
[152] James 1962· Baer 1963· Allen 2002. Άλλες αναφορές στις υποσημειώσεις παρακάτω.
[153] hem-ka, «υπηρέτης του ka». Σε μια περίπτωση αναφέρεται στον εαυτό του ως bak n per djet, «υπηρέτης του ταφικού τομέα», Cardoso 1993, σελ. 107.
[154] Βρέθηκε στον τάφο του Μεσέχ στη νεκρόπολη της Θήβας, έναν από τους τέσσερις μικρούς τάφους στο βορειότερο τμήμα του Ντέιρ ελ-Μπαχάρι στη Θήβα, Winlock 1922. Ο ιδιοκτήτης ήταν πιθανώς υπηρέτης του Ίπι, του βεζίρη του Νεμπχεπέτρε-Μεντουχοτέπ, Goedicke 1984, σελ. 3. Ίσως του βεζίρη της Θήβας ονόματι Ιπί, Diego Espinel 2011, σελ. 231. Ωστόσο, ο Goedicke 1984, σελ. 12, αμφιβάλλει ότι ήταν hem-ka, «υπηρέτης του ka» της ταφικής λατρείας του βεζίρη, καθώς η πηγή δεν το αναφέρει ρητά.
[155] Ο Moreno García 2004a, σσ. 86 κ.ε., επισημαίνει τη σημασία της εκτεταμένης οικογένειας στην κοινωνική οργάνωση, βλ. επίσης Moreno García 2004a, σσ. 191–7. Για μια διαφορετική άποψη, βλ. Cardoso 2009, σελ. 90.
[156] Wente 1990, σελ. 58.
[157] Eyre 1999, σελ. 48.
[158] Eyre 1999, σελ. 49.
[159] Allen 2002, σσ. 149 και 178. Λαμβάνοντας ένα μικρό μισθό για τις υπηρεσίες του, ο αγρότης θα παρέμενε εξαρτημένος από τη δική του γη και από τη γη που διαχειριζόταν για τη λατρεία των νεκρών, Grajetzki 2009, σελ. 151· Allen 2002, σσ. 105–6.
[160] Η μεταφορά της πείνας εμφανίζεται στις βιογραφίες που είναι σύγχρονες με αυτές τις πηγές. Βλέπε, για παράδειγμα, την επιγραφή του Ανχτιφί στη Μοάλλα: Vandier 1950· Lichtheim 1975, σσ. 3–12, 83, 85–6· Serrano Delgado 1993, σσ. 85–9.
[161] Βλέπε, για παράδειγμα, το djadjat nt per djet, «συμβούλιο του per-djet», το οποίο λειτουργούσε τόσο ως διοικητικός οργανισμός όσο και ως δικαστήριο στις μεγάλες περιοχές του Παλαιού Βασιλείου, Menu 2004b, σελ. 180.
[162] Σύμφωνα με τον Goedicke, το per djet δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ο τομέας που προσδιορίζεται έτσι, αλλά ως per «σπίτι» και djet «αιώνια», Goedicke 1984, σελ. 81.
[163] Eyre 2010, σελ. 302.
[164] Moreno García 2008, σελ. 108. Ωστόσο, ο Moreno García θεωρεί προβληματική την αντιμετώπιση του κράτους ως ενός απομακρυσμένου θεσμού χωρίς επιρροή στις τοπικές υποθέσεις και προτείνει ένα μοντέλο που περιλαμβάνει τις έννοιες της αποκέντρωσης, της μεταβίβασης εξουσιών και του πελατειακού συστήματος. Με άλλα λόγια, επισημαίνει τον κίνδυνο να οδηγηθούμε σε αυτό που θεωρεί μια παλιά ιστοριογραφική παράδοση, η οποία αντιπαραθέτει την ευθραυστότητα των ανατολικών κρατικών σχηματισμών με την επιμονή των χωριών και τον αγροτικό συντηρητισμό. Για περαιτέρω ανάγνωση σχετικά με τα θεωρητικά ζητήματα και τις ιστοριογραφικές θέσεις, βλ. Moreno García 2008, ιδίως σσ. 99–106.
[165] Ο Πάπυρος Χάρις και ο προαναφερθείς Πάπυρος Γουίλμπορ παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη διοίκηση των ναών και των περιουσιών τους, Grandet 1994.
[166] Σχετικά με την επικράτηση των διαφόρων κατηγοριών ανά ζώνη, βλ. O’Connor 1972, σελ. 693–5.
[167] Ο Πάπυρος Χάρις καταγράφει δωρεές ναών περίπου 2680 τετραγωνικών χιλιομέτρων, Grandet 1994, σελ. 91–101. Αυτό αντιπροσωπεύει περισσότερο από το ήμισυ της καλλιεργήσιμης γης της Άνω Αιγύπτου, Eyre 2010, σ. 303: «Ο Πάπυρος Χάρις καταγράφει επίσης δωρεές 3.000.000 khar σιτηρών στον ναό του Καρνάκ και 309.950 khar στο Μεντίνετ Χαμπού και στους μικρότερους ναούς, Haring 1997, σσ. 412–4».
[168] Θήβες, Νουβία, Γκίζα, Καντίρ και Μέμφιδα.
[169] Στήλη του Καΐρου 28019. Zivie 1976, σσ. 177–82, 273–4, πίν. 13· Meeks 1979, σελ. 663, από τη βασιλεία του Άι. Επίσης, η στήλη 14994 του Βερολίνου, από τη βασιλεία του Τουθμόση Α΄, καταγράφει τις 150 άρουρες που δόθηκαν σε έναν στρατιωτικό, τον Νέκρι, Schulman 1964, σελ. 98, σημ. 80· Meeks 1979, σσ. 661–2.
[170] Στήλη του Καΐρου 88879, από τον Ραμσή Γ΄, Meeks 1979, σελ. 664· Schulman 1988, σσ. 22–4.
[171] Urk. iv, 1–10· Loret 1901· Lichtheim 1976, σσ. 12–15.
[172] Katary 1989, σελ. 69.
[173] Eyre 2004, σελ. 161.
[174] Μοντού, Άμων-Ρα, Μνέβις, Χοράκτι, Άμων και μία περίπτωση στο ναό της σφίγγας στη Γκίζα.
[175] Μια επιγραφή στον τάφο του Πεννούτ στην Ανίμπα, που χρονολογείται στην εποχή του Ραμσή ΣΤ΄, Steindorff 1935, πίν. 101, δείχνει τους κανονισμούς που θέσπισε ο Φαραώ αυτός υπέρ του δικού του αγάλματος: Επιγραφή στη Στήλη της Στουτγάρδης, Menu 1998, σελ. 140.
[176] Στήλη του Ισραήλ, σειρά 16 = Κάιρο 34025 πίσω πλευρά: Spiegelberg 1897, σσ. 1–25, πίνακες 13–4· Lacau 1926, σσ. 52–9, πίνακες 17–19· Kitchen 1981, σσ. 12–19· Lichtheim 1976, σσ. 73–8.
[177] Βλ. Römer 1994, σσ. 412–51, σχετικά με αυτή την αντίθεση.
[178] Gardiner 1948, σελ. 206· Janssen 1986, σελ. 363· Menu 1970, σελ. 30.
[179] Janssen 1986, σελ. 363, αποκάλεσε αυτούς τους μικρούς ιδιοκτήτες «εικονικούς ιδιοκτήτες» ή «ιδιωτικούς κατόχους», των οποίων τα δικαιώματα επί της γης ήταν πιθανώς τα ίδια με αυτά των ιδιωτικών ιδιοκτητών, ακόμη και όταν η γη ανήκε θεωρητικά στον Φαραώ.
[180] Διαθήκη του Ναουναχτέ (Παπύρος Ashmolean Museum 1945.97) από τον Ραμσή Ε΄, Černý 1945, σσ. 29–53· Théodoridès 1966, σσ. 31–70· Allam 1973, σσ. 268–74, σημ. 262· Kitchen 1983, σσ. 236–40· Mc Dowell 1999, σσ. 38–40, σημ. 14.
[181] imyt-per, κυριολεκτικά, «αυτό που είναι στο σπίτι». Ein Testament machen, Wb. i, σελ. 73· βλ. Seidl 1939, σελ. 58· Théodoridès 1970.
[182] Κατά τη διάρκεια του Νέου Βασιλείου, οι διαφορές σχετικά με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας υπάγονταν στη δικαιοδοσία του kenebet, το οποίο, αν και είχε κυρίως δικαστικές αρμοδιότητες, είχε και διοικητικές λειτουργίες και ασχολούνταν με τις αμέτρητες υποθέσεις δικαιωμάτων και διαφορών σχετικά με την ιδιοκτησία. Επίσης, στο Νέο Βασίλειο υπήρχαν κεντρικά συμβούλια (Μεγάλα kenebet), τα οποία είχαν τόσο δικαστικές όσο και διοικητικές αρμοδιότητες.
[183] Η υπόθεση αυτή απεικονίζεται σε ένα μνημείο –σε ένα άγαλμα με στήλη– δεδομένης της σχέσης του ατόμου με τη βασιλεία. = Στήλη Κάιρο 34016, Urk. iv, 1065–1070· επίσης Théodoridès 1970· Spalinger 1984, ιδίως σελ. 633.
[184] Παπύρος Βερολίνου 3047, έτος 46 του Ραμσή Β΄, Helck 1963, σσ. 65–73· Baer 1962, σσ. 36–9· Kitchen 1979, σσ. 803–6· Katary 1989, σσ. 223–5.
[185] Πάπυρος Ashmolean Museum 1945.96, γνωστός ως Πάπυρος Υιοθεσίας. Gardiner 1940, σσ. 23–9· Théodoridès 1965, σσ. 79–142· Allam 1973, σσ. 258–67, σημ. 261· Cruz-Uribe 1988· Allam 1990, σσ. 189–91· Eyre 1992.
[186] Αυτού του είδους η γη μπορεί να ήταν παρόμοια με την ιδιωτική ιδιοκτησία, με αποτέλεσμα να υπάρχει κάποια διαθεσιμότητα γης, Eyre 1994, σσ. 112–13.
[187] Ό.π.
[188] Godelier 1971, σελ. 47 [Γκοντελιέ 2026].
[189] Hindess and Hirst 1975, σσ. 18–19.
[190] Wickham 1994a, σελ. 10.
[191] Ωστόσο, υπάρχουν εξαιρέσεις σε νεκροταφεία όπως αυτά στην Άβυδο, τη Ρίκα και τη Χαράγκα, τα οποία μας παρουσιάζουν «ταφικές πρακτικές του πληθυσμού εκτός της βασιλικής οικογένειας και της ανώτερης ελίτ, ειδικά κατά τη διάρκεια της δωδέκατης δυναστείας», σύμφωνα με τον Richards 2005, ειδικά στη σελ. 174.
[192] Marx 1964, σελ. 40 [Μαρξ 1990, 367].
[193] Το χωριό των εργατών, set maat: «τόπος της αλήθειας».
[194] Polanyi 1957, σσ. 250–6.
[195] Godelier 1989, σσ. 224–5.
[196] Kemp 2006, σελ. 304.
[197] Παπύρος Τορίνο 1895 + 2006 = Παπύρος φορολογίας Τορίνο, Gardiner 1948, σσ. xiii–xiv, 35–44· 1941, σσ. 19–73; 127–85· Pleyte and Rossi 1869–76, πίνακες. 65, 100, 155· 156· 157· πίσω πλευρά πίν. 96· Katary 1989, σσ. 169–82.
[198] Πάπυρος της Αμιένης, Gardiner 1948, σσ. vi–vii, 1–13∙ 1941, σσ. 37–56, πίνακας 7∙ Katary 1989, σσ. 184–92. Άλλες πηγές σχετικά με τη μεταφορά σιτηρών στο Katary 1989, σσ. 192 κ.ε.
[199] Edgerton 1951, σσ. 137–45∙ Eyre 1979, σσ. 80–91∙ Janssen 1979a, σσ. 301–8∙ Frandsen 1990∙ Janssen 1992.
[200] Janssen 1975∙ Cooney 2007∙ Zingarelli 2010b, σσ. 53–67.
[201] Αυτά τα εισοδήματα θα μπορούσαν να είναι ακόμη υψηλότερα από τους μισθούς, Lesko 1994, σ. 21. Η Cooney 2006 προτείνει ότι οι τεχνίτες του Ντέιρ ελ-Μεντίνα εργάζονταν σε «άτυπα εργαστήρια», από τα οποία αποκόμιζαν εισόδημα στον ιδιωτικό τομέα. Στη σ. 44 επιβεβαιώνει ότι θα μπορούσαν να έχουν εργαστεί στο πλαίσιο τυπικών ιεραρχικών ειδικοτήτων, χρησιμοποιώντας τη φήμη τους για να κερδίσουν πελάτες και να έχουν πρόσβαση σε υλικά. Βασίζει τη θέση της σε αυτό που αποκαλεί εσωτερικά αρχεία εργαστηρίων. Έτσι, σύμφωνα με την Cooney, τα συμφραζόμενα και τα περιστασιακά στοιχεία για την οργάνωση της εργασίας υποδηλώνουν εργασία σε ένα συγκεκριμένο χώρο και όχι ατομική εργασία. Ωστόσο, πολυάριθμες συναλλαγές μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε την ατομική ανταλλαγή αγαθών που αναφέρεται σε μερική εργασία (ζωγραφική, διακόσμηση, αγορά χρωστικών ουσιών).
[202] Astarita 2000a, σελ. 22.
[203] Ο Janssen 1975, σελ. 546, θεώρησε ότι από ορισμένες απόψεις μονάδες όπως το seniw, το deben και το khAr ήταν στην πραγματικότητα χρήματα.
[204] Πάπυροι Καχούν της 18ης Δυναστείας, Griffith 1898∙ Gardiner 1906.
[205] Ostracon Gardiner 123, Allam 1973, σελ. 177, σημ. 174∙ Černý and Gardiner 1957, σελ. 16, πίνακες. 54–54a, σημ. 1∙ Kitchen 1981, σσ. 219–20.
[206] Βλ. Théodoridès 1968.
[207] Navailles and Neveu 1989.
[208] Βλ. Hieratic Ostracon 51, 2∙ γνωστό επίσης και ως Ostracon Gardiner 90 και Ashmolean Museum 90, από τον Ραμσή Γ΄, Allam 1973, σσ. 68–9, σημ. 165∙ McDowell 1993, σσ. 23–5.
[209] Έχει παρατηρηθεί ότι αναφέρεται στο κράτος και στον δεσπότη ως σε ένα άτομο, δηλαδή, εξισώνει τους δύο όρους, Zamora 1997, σελ. 12, σημ. 1.
[210] Ο O’Leary 1989, σελ. 83, επισημαίνει τις διαφορές που ο Μαρξ καθιέρωσε μεταξύ του ασιατικού δεσποτισμού και των σύγχρονων κρατών, καθώς και την κριτική του προς τον Χέγκελ.
[211] Ωστόσο, ο Μαρξ αμφισβητεί τη θεωρία του Μοντεσκιέ για τον δεσποτισμό, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ μοναρχίας, δεσποτισμού και τυραννίας, O’Leary 1989, σελ. 84.
[212] Ο Χομπς είναι ο πρώτος που προτείνει τη δεσποτική εξουσία ως μια φυσιολογική και επαρκή μορφή κυριαρχίας. Βασισμένο στο Anderson 1979, σελ. 463 [Άντερσον 1986, σελ. 461].
[213] Ο Anderson 1979, σσ. 463 κ.ε. [Άντερσον 1986, σσ. 461 κ.ε.], πραγματοποιεί μια αξιοσημείωτη ανάλυση των ριζών της έννοιας του δεσποτισμού που συνδέεται με την Ασία, ξεκινώντας από τον Αριστοτέλη. Αργότερα, υποκινούμενη από την εγγύτητα της τουρκικής δύναμης, η έννοια εμφανίστηκε με την ανάκαμψη της πολιτικής θεωρίας κατά την Αναγέννηση, ενώ τα ταξίδια του Διαφωτισμού επέτρεψαν μια πιο συστηματική διατύπωσή της. Ο Sawer 1977, σσ. 5 κ.ε., αναλύει επίσης πώς αυτή η ιδέα του ανατολικού δεσποτισμού ήταν ήδη παρούσα στους Έλληνες. Στα Πολιτικά του, ο Αριστοτέλης αναφέρει ότι «επειδή οι βάρβαροι έχουν πιο δουλοπρεπή χαρακτήρα από τους Έλληνες, και οι Ασιάτες από τους Ευρωπαίους, δεν επαναστατούν ενάντια σε μια δεσποτική κυβέρνηση».
[214] «Μέρος της πλεονάζουσας εργασίας τους ανήκει στην ανώτερη κοινότητα, η οποία τελικά εμφανίζεται ως πρόσωπο. Αυτή η πλεονάζουσα εργασία προσφέρεται τόσο ως φόρος υποτέλειας όσο και ως κοινή εργασία προς δόξα της ενότητας, εν μέρει προς δόξα του δεσπότη, εν μέρει προς δόξα της φανταστικής φυλετικής οντότητας του θεού», Marx 1964, σελ. 70 [Μαρξ 1990, σελ. 359].
[215] Έχουμε ήδη αναφερθεί στη σημασία της πολιτικής λογοτεχνίας κατά τη διάρκεια της Μέσης Αυτοκρατορίας. Σχετικά με τη σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και πολιτικής κατά τη διάρκεια της Μέσης Αυτοκρατορίας της Αιγύπτου, βλ. Posener 1956. Σχετικά με τη συζήτηση για τη χρήση του όρου «προπαγάνδα» σε σχέση με αυτά τα γραπτά έγγραφα με πολιτικό περιεχόμενο, βλ. Baines 1996, ιδίως σελ. 354. Επίσης Assmann 1999, σσ. 1–15.
[216] Βλέπε, για παράδειγμα, τις θεογαμίες του Νέου Βασιλείου, Campbell 1912 και Naville 1896.
[217] Ενδιαφερόταν περισσότερο για την περιγραφή των οικονομικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών παρά για το πολιτικό σύστημα, O’Leary 1989, σελ. 132.
[218] Ωστόσο, ο O’Leary 1989, σσ. 83–4, επισημαίνει ότι τα πρώιμα έργα του Μαρξ 1843–4 παρουσιάζουν την έννοια του δεσποτισμού με μάλλον πολεμική διάθεση, χωρίς να κάνουν διάκριση μεταξύ φεουδαρχικής μοναρχίας και ανατολικού δεσποτισμού. Ο Sofri 1969, σσ. 19–20, από την πλευρά του, θεωρεί ότι εκείνη την εποχή ο Μαρξ είχε μια χεγκελιανή άποψη για την Ασία.
[219] Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1850, αυτή ήταν μια αριστερή εφημερίδα των Ουίγων. Αργότερα έγινε όργανο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
[220] Αυτά τα άρθρα γράφτηκαν σε διάστημα αρκετών ετών και επικεντρώνονταν κυρίως στις πολιτικές, στρατιωτικές και κοινωνικές επιπτώσεις του βρετανικού ιμπεριαλισμού στην Ινδία και την Κίνα. Ιδιαίτερα σχετικό είναι το άρθρο “The British Rule in India” [«Η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία»], που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 1853, Marx 1979, σσ. 125–9 [Μαρξ 2003, σσ. 27-39].
[221] Marx 1979, σελ. 127 [Μαρξ, 2003, 31].
[222] Για μια εις βάθος ανάλυση αυτού του θέματος, βλ. Sofri 1969, σσ. 25–39. Ο Sofri εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Μαρξ ενδιαφερόταν για την Ινδία εκείνη την εποχή και για τους οποίους αφιέρωσε λιγότερο χώρο στην ιστορία, για παράδειγμα, της Κίνας. Ο Sofri 1969, σσ. 76–7, πιστεύει, και εμείς συμφωνούμε, ότι θα ήταν λάθος να σκεφτούμε ότι «ο Μαρξ έβλεπε την Κίνα και την Ινδία της εποχής του ως συγκεκριμένα παραδείγματα του «ασιατικού τρόπου παραγωγής», ακόμα και αν είχαν κάποια από τα χαρακτηριστικά του. Στο κεφάλαιο σχετικά με τις ιστορικές σκέψεις για το εμπορικό κεφάλαιο στον Γ΄ τόμο του Κεφαλαίου, αναφέρεται στην κοινοτική ιδιοκτησία στην Κίνα και την Ινδία.
[223] Marx 1979, σελ. 132 [Μαρξ 2003, σσ. 27-39]. Σύμφωνα με τον Sofri 1969, σελ. 70, τριάντα χρόνια αργότερα, ο Μαρξ θεωρούσε πιθανό ότι η επανάσταση και η αυτόνομη πρόοδος θα έρχονταν από τις ρωσικές αγροτικές κοινότητες. Στη δεκαετία του 1850, ο Μαρξ πίστευε ότι η Βιομηχανική Επανάσταση και ο καπιταλισμός θα κατέστρεφαν τις κοινότητες της Ινδίας, ενώ στη δεκαετία του 1880 είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός μπορούσε να παρακαμφθεί.
[224] Marx 1965, σελ. 56, σημ. 31.
[225] Marx 1983, σσ. 330 κ.ε. [Μαρξ 1975, σσ. 124]
[226] Engels 1983, σσ. 335 κ.ε. [Ένγκελς 1975, σσ. 127 κ.ε.]
[227] Godelier 1977, σελ. 36.
[228] Όπως το καταλαβαίνω, ο Hobsbawm υποστηρίζει ότι οι μελετητές που δεν γνώριζαν το Formen παρουσίασαν το ανατολικό σύστημα ως χαρακτηριστικό της απουσίας ιδιωτικής ιδιοκτησίας που προέκυψε από την υπερβολική συγκέντρωση, τα δημόσια έργα και την άρδευση, με βάση τις επιστολές και τα άρθρα του Μαρξ για την Ινδία. Ο Hobsbawm σημειώνει ότι στο Formen ο Μαρξ υποστηρίζει την ιδέα της βιοτεχνικής και γεωργικής ενότητας στα χωριά, Marx 1964, σσ. 33–4 [«Hobsbawm, Εισαγωγή», στο Marx, 1982, Προκαπιταλιστικοί…, σσ. 46, 47]. Μια διαφορετική άποψη μπορεί να βρεθεί στο Soriano Llopis 2007, σελ. 25.
[229] O’Leary 1989, σελ. 102.
[230] Marx 1965, σελ. 357 [Μαρξ, 2002, σελ. 529].
[231] Marx 1965, σελ. 360, σημ. 6 [Μαρξ, 2002, σελ. 530, σημ. 5].
[232] Υπενθυμίζουμε ότι αποφεύγει την πρόταση του Ένγκελς σχετικά με το ρόλο των κοινοτήτων και των επαρχιών στο θέμα της άρδευσης.
[233] Σύμφωνα με O’Leary 1989, σσ. 97–8.
[234] Moreno García 2004a, σελ. 46.
[235] Moreno García 2004a, σσ. 45–6.
[236] Moreno García 2004a, σελ. 51.
[237] Αντικατοπτρίζεται τελετουργικά σε μια πολύ πρώιμη απεικόνιση ενός βασιλιά που ανοίγει ένα αρδευτικό κανάλι, δηλαδή ένα τελετουργικό εγκαινίων: Σκορπιός με κεφαλή ρόπαλου, περίπου 3000 π.Χ.
[238] Έχει προταθεί ότι ο Σέσωστρις Β΄ σχεδίαζε να μετατρέψει μια περιοχή ελών σε καλλιεργήσιμη γη και ότι το έργο περιλάμβανε ένα ανάχωμα και υδραγωγεία που συνέδεαν την περιοχή με το Μπαχρ Γιουσέφ. Αυτό συσχετίζεται με τα ταφικά μνημεία που χτίστηκαν στην περιοχή. Βλ. Callender 2000, σελ. 152, ο οποίος αποδέχεται ότι τα έργα πραγματοποιήθηκαν, αλλά δεν είναι σίγουρος για τον ρόλο του Σεσόστρις Β΄. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία ότι πραγματοποιήθηκαν τέτοια αρδευτικά έργα, Diego Espinel 2011, σελ. 236.
[239] Butzer 1976, σελ. 20.
[240] Cardoso 1986, σελ. 13.
[241] Moreno García 2004a, σελ. 47∙ Eyre 1999, σελ. 34 και 2004, σσ. 157–76.
[242] Eyre 2010, σελ. 292.
[243] Griffith 1889, σελ. 11, πίν. xv.
[244] Griffith 1889, πίν. xv.
[245] Στήλη Βερολίνου 14334, Andreu 1991, πίν. 2, εικ. 1∙ Roeder 1913, σελ. 122. Στήλη Φλωρεντίας 6365, Varille 1935–8, σσ. 554–5∙ Bosticco 1959, σσ. 24–5, πίν. 18.
[246] Moreno García 2004a, σελ. 48. Επίσης Eyre 1999, σελ. 34.
[247] Butzer 1976, σελ. 110.
[248] Σχετικά με τα μειονεκτήματα της υπόθεσης της υδραυλικής αιτιολόγησης και μια ανάλυση της αρχαίας Αιγύπτου, βλ. Cardoso 1982, σσ. 14–25.
[249] Hindess and Hirst 1975, σελ. 217∙ O’Leary 1989, σελ. 140.
[250] Σύμφωνα με το 1975, σελ. 115, σημ. 53, ο Wittfogel προχωράει ένα βήμα παραπέρα, μετατρέποντας τις κατηγορίες του δεσποτισμού και του ολοκληρωτισμού σε οικονομικές δομές, ως μέρη διαχειριστικών και ημι-διαχειριστικών συστημάτων. Βλ. Bartra 1975, σελ. 23. Βλ. Sofri 1969, σσ. 133–47, για μια συζήτηση του βιβλίου του Wittfogel και κριτική της θέσης του.
[251] Godelier 1971, σσ. 43–4 [Γκοντελιέ 2026].
[252] Godelier 1977, σελ. 152∙ 1971, σσ. 44–5.
[253] Όπως εξηγεί ο Jones, «στη μετακίνηση των κολοσσιαίων αγαλμάτων και των τεράστιων όγκων, που η μεταφορά τους προκαλεί κατάπληξη, χρησιμοποιήθηκε σπάταλα σχεδόν αποκλειστικά ανθρώπινη εργασία. [… Η] δύναμη όμως της διεύθυνσης αυτών των μαζών γέννησε εκείνα τα γιγάντια έργα». Jones 1852, σσ. 77–8. Ο Marx 1965, σσ. 228–9 [Μαρξ 2002, σελ. 349], παραθέτει αυτή την παράγραφο για να εξηγήσει την αποτελεσματικότητα της απλής συνεργασίας.
[254] Bard 2000, σελ. 81.
[255] Γενική βιβλιογραφία για τις ενδιάμεσες περιόδους: Πρώτη Ενδιάμεση Περίοδος, περίπου 2160–2055 π.Χ.: Seidlmayer 2000, σσ. 108–36∙ Franke 2000, σσ. 526–32∙ Moreno García 2011α∙ Willems 2010, σσ. 81–100. Δεύτερη Ενδιάμεση Περίοδος, περίπου 1650–1550 π.Χ.: von Beckerath 1965∙ Bourriau 2000, σσ. 185–217∙ Ryholt 1997.
[256] Said 1977, σελ. 6 [Said 1996, σελ. 17].
[257] Cervelló Autuori 1996, σσ. 33 κ.ε.
[258] Για μια κριτική της θέσης του Σαΐντ, βλ. Ahmad 1992, σσ. 221–42.
[259] Σχετικά με την επιρροή του Χέγκελ και την κριτική της έννοιας του δυτικού πνεύματος ως δεκτικού στην αλλαγή και την εξέλιξη, βλ. Hindess and Hirst 1975, σσ. 203–6.
[260] Sawer 1977, σελ. 2.
[261] Godelier 1971, σσ 41–2 [Γκοντελιέ 2026].
[262] Marx 1964, σελ. 70 [Μαρξ 1990, σελ. 360].
[263] Chesneaux 1983, σελ. 110∙ Godelier 1971, σσ. 41–2 [Γκοντελιέ 2026]∙ Hindess and Hirst 1975, σσ. 185–7.
[264] Marx 1964 [Μαρξ 1990]∙ Sofri 1969, σσ. 46–8.
[265] Goody 1996, σελ. 3.
[266] Goody 1996, σελ. 10.
[267] Sofri 1969, σσ. 43–54.
Βιβλιογραφία
Ahmad, Aijaz 1992, ‘Marx on India: A Clarification’, στο Theory: Classes, Nations, Literatures, Λονδίνο: Verso.
Allam, Schafik 1973, Hieratische Ostraka und Papyri aus der Ramessidenzeit, Urkunden zum Rechtsleben im alten Ägypten, 1, Τύμπιγκεν: Selbstverlag des Herausgebers.
— 1989, ‘Some Remarks on the Trial of Mose’, Journal of Egyptian Archaeology, 75: 103–12.
— 1990, ‘A New Look at the Adoption Papyrus (Reconsidered)’, Journal of Egyptian Archaeology, 76: 189–91.
— 2004, ‘Une classe ouvrière: les merit’, στο La dépendance rurale dans l’ Antiquité égyptienne et proche-orientale, επιμέλεια Bernadette Menu, Κάιρο: Institut Français d’ Archéologie Orientale.
Allen, James P. 2002, The Heqanakht Papyri, Νέα Υόρκη: Metropolitan Museum of Art.
Amin, Samir 1976 [1973], Unequal Development: An Essay on the Social Formations of Peripheral Capitalism, Σάσσεξ: The Harvester Press [Αμίν Σαμίρ, Η άνιση ανάπτυξη, Καστανιώτης, Αθήνα 1976, μετάφρ. Δεμαθάς Ζαχαρίας].
Anderson, Perry 1979 [1974], Lineages of the Absolutist State, Λονδίνο: Verso. 1996 [1974], Passages from Antiquity to Feudalism, Λονδίνο: Verso [Άντερσον Πέρυ, Το απολυταρχικό κράτος, Οδυσσέας, Αθήνα 1986, μετάφρ. Ελένη Αστερίου].
Andreu, Guillemette 1991, ‘Deux stèles de commissaires de police (jmy-r šnt) de la Première Période Intermédiaire’, Cahiers de Recherches de l’ Institut de Papyrologie et d’ Égyptologie de Lille, 13: 17–23.
Assmann, Jan 1999, ‘Cultural and Literary Texts’, στο Definitely: Egyptian Literature, Lingua Aegyptia, Studia Monographica 2, επιμέλεια Gerald Moers, Γκέτινγκεν: Seminar für Ägyptologie und Koptologie.
— 2005 [1996], Egipto: Historia de un Sentido, Μαδρίτη: Abada.
Astarita, Carlos 1992, Desarrollo desigual en los orígenes del capitalismo, Μπουένος Άιρες: Tesis xi.
— 1994, ‘La discutida universalidad del sistema tributario’, Studia Historica. Historia Medieval, 12: 191–201.
— 2000a, ‘Historia y ciencias sociales. Préstamos y reconstrucción de categorías analíticas’, Sociohistórica, 8: 13–43.
— 2000b, ‘La primera de las mutaciones feudales’, Anales de Historia Antigua, Medieval y Moderna, 33: 75–106.
— 2003, ‘El factor político en los modos feudal y tributario. Génesis y estructura en perspectiva comparada’, στο El modo de producción tributario, επιμέλεια Carlos García Mac Gaw and John Haldon, monographic issue of Anales de Historia Antigua, Medieval y Moderna, 35–6: 133–74.
— 2003–6, ‘Prácticas del conde y formación del feudalismo. Siglos viii al xi’, Anales de la Universidad de Alicante. Historia Medieval, 14: 21–52.
— 2005, Del feudalismo al capitalismo. Cambio social y político en Castilla y Europa Occidental, 1250–1520, Βαλένθια: Publications de la Universitat de València/Universidad de Granada.
— 2007a, ‘Construcción histórica y construcción historiográfica de la temprana Edad Media’, Studia Historica. Historia Medieval, 25: 247–69.
— 2007b, ‘Tesis sobre un origen gentilicio patrimonial del feudalismo en el noroeste de España. Revisión crítica’, Anales de Historia Antigua, Medieval y Moderna, 39: 99–127.
— 2011, ‘Peasant-Based Societies in Chris Wickham’s Thought’, Historical Materialism, 19(1): 194–220.
Baer, Klaus 1962, ‘The Low Price of Land in Ancient Egypt’, Journal of the American Research Center in Egypt, 1: 25–45.
— 1963, ‘An Eleventh Dynasty Farmer’s Letters to His Family’, Journal of the American Oriental Society, 83, 1: 1–19.
Bailey, Anne M. and Joseph R. Llobera 1981, The Asiatic Mode of Production: Science and Politics, Λονδίνο: Routledge & Kegan Paul.
Baines, John 1996, ‘Contextualizing Egyptian Representations of Society and Ethnicity’, στο The Study of the Ancient Near East in the 21st Century, επιμέλεια Jerrold S. Cooper and Glenn M. Schwartz, Ιντιάνα: Eisenbrauns.
Banaji, Jairus 1979, ‘From the Commodity to Capital: Hegel’s Dialectic in Marx’s Capital’, στο Value: The Representation of Labour in Capitalism, επιμέλεια Diane Elson, Λονδίνο: cse Books.
— 2010, Theoryas History: Essayson Modes of Productionand Exploitation, Λέιντεν/Βοστώνη: Brill.
— 2011, ‘Late Antiquity to the Early Middle Ages’, Historical Materialism, 19(1): 109–44.
Bard, Kathryn A. 2000, ‘The Emergence of the Egyptian State’, στο The Oxford History of Ancient Egypt, επιμέλεια Ian Shaw, Οξφόρδη: Oxford University Press.
Bartra, Roger 1975, Marxismo y sociedades antiguas. El modo de producción asiático y el México prehispánico, Μεξικό: Grijalbo. (επιμ.) 1983 [1969], El modo de producción asiático. Antología de textos sobre problemas de la historia de los países coloniales, Μεξικό: Era.
Baud, Michel 1999, Famille royale et pouvoir sous l’ Ancien Empire égyptien, Κάιρο: Institut Français d’ Archéologie Orientale.
Blackledge, Paul 2006, Reflections on the Marxist Theory of History, Μάντσεστερ: Manchester University Press.
Bosticco, Sergio 1959, Le Stele egiziane dall’Antico al Nuovo Regno, Ρώμη: Museo Archeologico di Firenze.
Bourriau, Janine 2000, ‘The Second Intermediate Period (c. 1650–1550 bc)’, στο The Oxford History of Ancient Egypt, επιμέλεια Ian Shaw, Οξφόρδη: Oxford University Press.
Butzer, Karl W. 1976, Early Hydraulic Civilization in Egypt: A Study in Cultural Ecology, Σικάγο: University of Chicago Press.
Callender, Gae 2000, ‘The Middle Kingdom Renaissance (c. 2055–1650 bc)’, στο The Oxford History of Ancient Egypt, επιμέλεια Ian Shaw, Οξφόρδη: Oxford University Press. Callinicos, Alex 2004, Making History: Agency, Structure and Change in Social Theory, Λέιντεν/Βοστώνη: Brill.
Campagno, Marcelo 2003, ‘El modo de producción tributario y el Antiguo Egipto. Reconsiderando las tesis de Samir Amin’, στο El modo de producción tributario, επιμέλεια Carlos García Mac Gaw and John Haldon, monographic issue of Anales de Historia Antigua, Medieval y Moderna, 35–6: 61–80.
Campbell, Colin 1912, The Miraculous Birth of King Amon-Hotep iii. And Other Egyptian Studies, Εδιμβούργο: Oliver and Boyd.
Cardoso, Ciro 1973, ‘El modo de producción esclavista colonial en América’, στο Modosde producción en América Latina, επιμέλεια Carlos Sempat Assadourian et al., Μεξικό: Cuadernos de Pasado y Presente 40.
— 1982, Egito antigo, Σάο Πάουλο: Brasiliense.
— 1986, ‘Les communautés villageoises dans l’ Égypte ancienne’, Dialogues d’ Histoire Ancienne, 12: 9–31.
— 1988, Sociedades do Antigo Oriente Próximo, Σάο Πάουλο: Ática.
— 1990, Modo de Produção Asiático. Nova Visita a um Velho Conceito, Ρίο ντε Τζανέιρο: Editora Campus.
— 1993, Hekanakht: pujança passageira do privado no Egito antigo, Νιτερόι: Universidad Federal Fluminense.
— 2009, ‘Las unidades domésticas en el Egipto antiguo’, στο Parentesco, patronazgo y Estado en las sociedades antiguas, επιμέλεια Marcelo Campagno, Μπουένος Άιρες: Facultad de Filosofía y Letras.
Černý, Jaroslav 1945, ‘The Will of Naunakhte and the Related Documents’, Journal of Egyptian Archaeology, 31: 29–53.
Černý, Jaroslav and Alan Gardiner 1957, Hieratic Ostraca, τόμος 1, Οξφόρδη: Griffith Institute at the University Press.
Cervelló Autuori, Josep 1996, Egipto y África. Origen de la civilización y la monarquía faraónicas en su contexto africano, Βαρκελώνη: Ausa.
Chesneaux, Jean 1964, ‘Le mode de production asiatique: quelques perspectives de recherche’, La Pensée, 114: 33–55.
— 1983 [1969], ‘Perspectivas de investigación’, στο El modo de producción asiático. Antologíadetextos sobre problemasdelahistoriade los países coloniales, Μεξικό d.f.: Era.
Childe, Gordon Vere 1936, Man Makes Himself, Λονδίνο: Watts [Τσάιλντ Γκόρντον Β., Ο άνθρωπος πλάθει τον εαυτό του, Ράππας, Αθήνα 1971, μετάφρ. Λουκάς Θεοδωρακόπουλος].
— 1942, What Happened in History, Χάρμοντσγουορθ: Penguin Books.
Cooney, Kathlyn M. 2006, ‘An Informal Workshop: Textual Evidence for Private Funerary Art Production in the Ramesside Period’, στο Living and Writing in Deir el-Medine. Socio-historical Embodiment of Deir el-Medine Texts, επιμέλεια Andreas Dorn and Tobias Hofmann, Βασιλεία: Schwabe.
— 2007, The Cost of Death: The Social and Economic Value of Ancient Egyptian Funerary Art in the Ramesside Period, Egyptologische Uitgaven series 22, Λέιντεν: Netherlands Institute of the Near East.
Cruz-Uribe, Eugene 1988, ‘A New Look at the Adoption Papyrus’, Journal of Egyptian Archaeology, 74: 220–3.
David, Arlette 2011, ‘The nmH and the Paradox of the Voiceless of the Eloquent Peasant’, Journal of Egyptian Archaeology, 97: 73–85.
De Melo Tunes, Cássio M. 1990, ‘O Modo de Produção Asiático e o Egito Antigo’, στο Modo de Produção Asiático. Nova Visita a um Velho Conceito, Ρίο ντε Τζανέιρο: Editora Campus.
Diakonoff, Igor M. 1974, Structure of Society and State in Early Dynastic Sumer, Monographs of the Ancient Near East 1/3, Λος Άντζελες: Undena Publications.
Diego Espinel, Andrés 2011, ‘El Reino Medio’, στο El Antiguo Egipto: Sociedad, Economía y Política, επιμέλεια José Miguel Parra Ortiz, Μαδρίτη: Marcial Pons.
Dunn, Stephen 1982, The Fall and Rise of the Asiatic Mode of Production, Λονδίνο: Routledge & Kegan Paul.
Edgerton, William F. 1951, ‘The Strikes in Ramses iii’s Twenty-Ninth Year’, Journal of Near Eastern Studies, 10(3): 137–45.
Engels, Frederick 1966 [1895], ‘Supplement to Capital, Volume iii’, στο Karl Marx, Capital, τόμος iii, Μόσχα: Progress Publishers [Ένγκελς Φρίντριχ, «Συμπλήρωμα και επίλογος στο ΙΙΙ Βιβλίο του “Κεφαλαίου”» στο Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Γ΄, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης].
— 1970 [1884], The Origins of the Family, Private Property and the State, στο Marx and Engels Selected Works, τόμος 3, Μόσχα: Progress Publishers [Ένγκελς Φρίντριχ, Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2013].
— 1983 [1853] ‘Letter to Marx 6 June 1853’, στο Marx and Engels Collected Works, τόμος 39, Μόσχα: Progress Publishers [Ένγκελς Φρίντριχ, «Ο Ένγκελς στον Μαρξ», στο Ένγκελς Φρίντριχ, Μαρξ Καρλ, Αλληλογραφία 1944-1860, Μπάυρον Αθήνα 1975, Λευτέρης Αποστόλου, σσ. 127, 129].
— 1987 [1878], Anti-Dühring, στο Marxand Engels Collected Works, τόμος 25, Μόσχα: Progress Publishers [Ένγκελς Φρίντριχ, Αντί-Ντίρινγκ. Η ανατροπή της επιστήμης από τον κύριο Ευγένιο Ντίρινγκ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010, μετάφρ. Ιωαννάτου-Visee Anneke].
— 1989 [1875], On Social Relations in Russia, στο Marx and Engels Collected Works, τόμος 24, Μόσχα: Progress Publishers [Ένγκελς Φρίντριχ, «Το κοινωνικό πρόβλημα στη Ρωσία», στο Ένγκελς Φρίντριχ, Μελέτες και άρθρα, Μπάυρον, Αθήνα 1975, μετάφρ. Λ. Αποστόλου, σσ.49-80].
Erman, Adolf 1894, Life in Ancient Egypt, Λονδίνο: Macmillan.
Eyre, Christopher J. 1979, ‘A “Strike” Text from the Theban Necropolis’, στο Glimpses of Ancient Egypt: Studies Fairman, επιμέλεια John Ruffle et al., Γουόρμινστερ: Aris & Phillips.
— 1992, ‘The Adoption Papyrus in Social Context’, Journal of Egyptian Archaeology, 78: 207–21.
— 1994, ‘Feudal Tenure and Absentee Landlords’, στο Grund und Boden in Altägypten (rechtliche und sozio-ökonomische Verhältnisse): Akten des internationalen Symposions, Tübingen 18–20 Juni 1990, επιμέλεια Schafik Allam, Untersuchungen zum Rechtsleben im alten Ägypten, 2, Τύμπιγκεν: Selbstverlag des Herausgebers.
— 1999, ‘The Village Economy in Pharaonic Egypt’, στο Agriculture in Egypt from Pharaonic to Modern Times, επιμέλεια Alan K. Bowman and Eugene Rogan, Proceedings of the British Academy 96, Οξφόρδη: Oxford University Press.
— 2004, ‘How Relevant was Personal Status to the Functioning of the Rural Economy in Pharaonic Egypt?’, στο La dépendance rurale dans l’ Antiquité égyptienne et proche-orientale, επιμέλεια Bernadette Menu, Bibliothèque d’ Étude 140, Κάιρο: Institut Français d’ Archéologie Orientale.
— 2010, ‘The Economy: Pharaonic’, στο A Companion to Ancient Egypt, επιμέλεια Alan B. Lloyd, Οξφόρδη: Wiley-Blackwell.
Faulkner, Raymond 1991, A Concise Dictionary of Middle Egyptian, Οξφόρδη: Griffith Institute.
Frandsen, Paul J. 1990, ‘Editing Reality: The Turin Strike Papyrus’, στο Studies in Egyptology Presented to Miriam Lichtheim, επιμέλεια Sarah Israelit-Groll, Ιερουσαλήμ: Magnes Press, Hebrew University.
Franke, Detlef 1983, Altägyptische verwandtschaftsbezeichnungen im Mittleren Reich, Hamburger Ägyptologische Studien 3, Αμβούργο: Verlag Borg.
— 1991, ‘The Career of Khnumhotep iii. Of Beni Hasan and the so-called “Decline of the Nomarchs”’, στο Middle Kingdom Studies, επιμέλεια Stephen Quirke, New Malden: sia Publishing.
— 2000, ‘First Intermediate Period’, στο The Oxford Encyclopedia of Ancient Egypt, επιμέλεια Donald Redford, Οξφόρδη: Oxford University Press.
Gaballa, Ali Gaballa 1977, The Memphite Tomb-Chapel of Mose, Γουόρμινστερ: Aris & Phillips.
García Moreno, Luis 1992, Las claves de los pueblos germánicos, Βαρκελώνη: Planeta. García Oliva, María Dolores 1988, Documentación histórica del Archivo municipal de Cáceres (1475–1504), Cáceres: Institución Cultural ‘El Brocense’, Diputación Provincial.
Gardiner, Alan H. 1905, ‘The Inscription of Mes: A Contribution to the Study of Egyptian Judicial Procedure’, στο Untersuchungenzur Geschichteund Altertumskunde Ägyptens, τόμος iv, επιμέλεια Kurt Sethe, Λειψία: J.C. Hinrischs.
— 1906, ‘Four Papyri of the Eighteenth Dynasty from Kahun’, Zeitschrift für Ägyptische Sprache und Altertumskunde, 43: 27–47.
— 1940, ‘Adoption Extraordinary’, Journal of Egyptian Archaeology, 26: 23–9. 1941, ‘Ramesside Texts Relating to the Taxation and Transport of Corn’, Journal of Egyptian Archaeology, 27: 19–73.
— 1941–52, The Wilbour Papyrus, Λονδίνο: Oxford University Press.
— 1947, Ancient Egyptian Onomastica, τόμος ii, Λονδίνο: Oxford University Press. 1948, Ramesside Administrative Documents, Οξφόρδη: Griffith Institute.
Godelier, Maurice 1964, La notion de mode de production asiatique et les schémas marxistes d’ évolution des sociétés, Παρίσι: Centre d’ études et de recherches marxistes [Μορίς Γκοντελιέ, «Ο όρος “ασιατικός τρόπος παραγωγής” και τα μαρξιστικά σχήματα εξέλιξης των κοινωνιών», e la libertà, 17 Αυγούστου 2026, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/11048-%CE%BF-%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CF%84%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CF%83%CF%87%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CF%8E%CE%BD μετάφρ. Μπάμπης Λυκούδης (πρώτη δημοσίευση: Γκοντλιέ Μορίς, «Ο όρος “ασιατικός τρόπος παραγωγής” και τα μαρξιστικά σχήματα εξέλιξης των κοινωνιών», περιοδικό Δύο, Ιούλιος 1973, παράρτημα, σσ. 1-47)].
— 1970, Sur les sociétés précapitalistes, Παρίσι: Editions Sociales.
— 1971 [1970], Sobre el modo de producción asiático, Μπουένος Άιρες: Quintaria. 1972
— [1966], Rationality and Irrationality in Economics, Νέα Υόρκη/Λονδίνο: Monthly Review Press.
— 1973a, ‘“Monnaie de Sel” et Circulation des Marchandises chez les Baruya de Nouvelle-Guinée’, στο Horizon, trajets marxistes en anthropologie, Παρίσι: François Maspero [Maurice Godelier, «Το “χρήμα-αλάτι” και η κυκλοφορία των εμπορευμάτων στους Μπαρούγια της Νέας Γουινέας», στο Maurice Godelier, Μαρξιστικοί ορίζοντες στην κοινωνική ανθρωπολογία, τόμος Β΄, Gutenberg, Αθήνα 1992, μετάφρ. Θεόδωρος Παραδέλης, σσ. 167-208].
— 1973b, ‘Le concept de formation économique et sociale, l’ exemple des Incas’, στο Horizon, trajets marxistes et anthropologie, Παρίσι: François Maspero [Maurice Godelier, «Η έννοια του “Οικονομικού και Κοινωνικού Σχηματισμού”: Το Παράδειγμα των Ίνκα», στο Maurice Godelier, Μαρξιστικοί ορίζοντες στην κοινωνική ανθρωπολογία, τόμος Α΄, Gutenberg Αθήνα 1988α, μετάφρ. Θεόδωρος Παραδέλης, σσ. 178-189].
— 1974a, ‘Une anthropologie économique est-elle possible?’, στο Un domaine contesté: l’ anthropologie économique, επιμέλεια Maurice Godelier, Παρίσι: Mouton [Maurice Godelier, «Είναι εφικτή η συγκρότηση μιας Οικονομικής Ανθρωπολογίας», στο Maurice Godelier, Μαρξιστικοί ορίζοντες στην κοινωνική ανθρωπολογία, τόμος Α΄, Gutenberg Αθήνα 1988β, μετάφρ. Θεόδωρος Παραδέλης, σσ. 53-138].
— 1974b [1970], ‘El pensamiento de Marx y Engels sobre las sociedades primitivas: intento de balance crítico’, στο Economía, fetichismo y religión en las sociedades primitivas, Μαδρίτη: Siglo xxi.
— 1974c, ‘La antropología económica’, στο Economía, fetichismo y religión en las sociedades primitivas, Μαδρίτη: Siglo xxi.
— 1977 [1970], Teoría marxista de las sociedades precapitalistas, Βαρκελώνη: Laia.
— 1978a, ‘Infrastructures, Societies and History’, Current Anthropology, 19(4): 763–71.
— 1978b, ‘The Concept of the “Asiatic Mode of Production” and Marxist Models of Social Evolution’, στο Relations of Production: Marxist Approaches to Economic Anthropology, επιμέλεια David Seddon, Λονδίνο: Frank Cass.
— 1981 [1980], Instituciones económicas, Βαρκελώνη: Editorial Anagrama.
— 1984 [1975], ‘Modes of Production, Kinship and Demographic Structures’, στο Marxist Analyses and Social Anthropology, επιμέλεια Maurice Bloch, Λονδίνο: Tavistock Publications [Maurice Godelier, «Τρόπο Παραγωγής, Συγγενικές Σχέσεις και Δημογραφικές Δομές», στο Maurice Godelier, Μαρξιστικοί ορίζοντες στην κοινωνική ανθρωπολογία, τόμος Α΄, Gutenberg Αθήνα 1988γ, μετάφρ. Θεόδωρος Παραδέλης, σσ. 139-177].
— 1986 [1984], The Mental and the Material, Λονδίνο: Verso.
— 1989 [1984], Lo ideal y lo material, Μαδρίτη: Taurus.
— 1999 [1996], The Enigma of the Gift, Σικάγο: University of Chicago Press [Maurice Godelier, Το Αίνιγμα του Δώρου, Gutenberg, Αθήνα 2003, μετάφρ. Δεμαθάς Ζαχαρίας].
Goedicke, Hans 1970, Die Privaten Rechtsinschriften aus dem Alten Reich, Βιέννη: Notring.
— 1984, Studies in the Hekanakhte Papers, Βαλτιμόρη, md: Halgo.
Goody, Jack 1996, The East in the West, Κέμπριτζ: Cambridge University Press.
Grandet, Pierre 1994, Le Papyrus Harris i: bm 9999, Bibliothèque d’ Étude 109, Κάιρο: Institut Français d’ Archéologie Orientale.
Grajetzki, Wolfram 2009, Court Officials of the Egyptian Middle Kingdom, Λονδίνο: Duckworth Egyptology.
Griffith, Francis Llewellyn 1889, The Inscription of Siût and Dêr Rîfeh, Λονδίνο: Trübner.
— 1898, Hieratic Papyri from Kahun and Gurob, Λονδίνο: Bernard Quaritch.
Habachi, Labib 1985, The Sanctuary of Heqaib, Elephantine 4, Μάιντζ: Philipp von Zabern.
Haldon, John 1993, The State and the Tributary Mode of Production, Λονδίνο/Νέα Υόρκη: Verso.
— 1995, ‘The Feudalism Debate Once More: The Case of Byzantium’, στο State, Army and Society in Byzantium, Νόρφολκ: Galliard.
— 1999, Warfare, State and Society in the Byzantine World, 565–1204, Λονδίνο: ucl Press.
— 2009, ‘Social Élites, Wealth and Power’, στο The Social History of Byzantium, επιμέλεια John Haldon, Οξφόρδη: Blackwell Publishers.
— 2011, ‘Framing the Early Middle Ages’, Historical Materialism, 19(1): 47–72. 2012, ‘Comparative State Formation: The Later Roman Empire in the Wider World’, στο The Oxford Handbook of Late Antiquity, επιμέλεια Scott Johnson, Οξφόρδη/Νέα Υόρκη: Oxford University Press.
— 2013a, ‘The Byzantine Successor State ca. 600–1453’, στο The Oxford Handbook of the Ancient State: Near East and Mediterranean, επιμέλεια Peter Bang and Walter Scheidel, Οξφόρδη: Oxford University Press.
— 2013b, ‘Theories of Practice: Marxist History-Writing and Complexity’, Historical Materialism, 21(4): 36–70.
Hall, Harry R. 1924, ‘The Middle Kingdom and the Hyksos Conquest’, στο The Cambridge Ancient History, τόμος i, επιμέλεια John Bury et al., Κέμπριτζ: Cambridge University Press.
Haring, Ben J. 1997, Divine Households: Administrative and Economic Aspects of the New Kingdom Royal Memorial Temples in Western Thebes, Egyptologische Uitgaven 12. Λέιντεν: Nederlands Instituut voor het Nabije Oosten.
Harris, David R. 1994, The Archaeology of V. Gordon Childe, Σικάγο: University of Chicago Press.
Hayes, William C. 1961, ‘The Middle Kingdom in Egypt’, στο The Cambridge Ancient History, τόμος i, επιμέλεια Iorwerth E.S. Edwards et al., Κέμπριτζ: Cambridge University Press.
Helck, Wolfgang 1963, ‘Der Papyrus Berlin p. 3047’, Journal of the American Research Center in Egypt, 2: 65–73.
— 1971, Die Beziehungen Ägyptens zu Vorderasien im 3. und 2. Jahrtausend v. Chr., Ägyptologische Abhandlungen 5, Βισμπάντεν: Harrassowitz.
— 1977, Die Lehre für König Merikare: kleine ägyptische Texte, Βισμπάντεν: Harrassowitz.
Hindess, Barry and Paul Hirst 1975, Pre-Capitalist Modes of Production, Λονδίνο: Routledge & Kegan Paul.
— 1977, Mode of Production and Social Formation, Λονδίνο/Νέα Υόρκη: Macmillan.
Hoffman, Michael A. 1979, Egypt Before the Pharaohs, Λονδίνο: Knopf.
James, Thomas G.H. 1962, The Hekanakhte Papers and other Early Middle Kingdom Documents, Νέα Υόρκη: Publications of the Metropolitan Museum of Art Egyptian Expedition.
Janssen, Jac J. 1975, Commodity Prices from the Ramessid Period, Λέιντεν: Brill.
— 1979a, ‘Background Information on the Strikes of Year 29 of Ramesses iii’, Oriens Antiquus, 18: 301–8.
— 1979b, ‘The Role of the Temple in the Egyptian Economy During the New Kingdom’, στο State and Temple Economy in the Ancient Near East, επιμέλεια Edward Lipinski, Proceedings of the International Conference organised by the Katholieke Universiteit Leuven from the 10th to the 14th of April 1978, ola 6, τόμος ii, Λουβέν: Departement Oriëntalistiek.
— 1986, ‘Agrarian Administration in Egypt during the Twentieth Dynasty’, Bibliotheca Orientalis, 43: 351–66.
— 1992, ‘The Year of the Strikes’, Bulletin de la Société d’ Égyptologie de Genève, 16: 41–9.
Jones, Richard 1852, Textbook of Lectures on the Political Economy of Nations, Χέρτφορντ: Stephen Austin.
Katary, Sally L.D. 1989, Land Tenure in the Ramesside Period, Λονδίνο: Kegan Paul International.
Kemp, Barry 1972, ‘Temple and Town in Ancient Egypt’, στο Man, Settlement and Urbanism, επιμέλεια Peter J. Ucko et al., Λονδίνο: Duckworth.
— 2006 [1989], Ancient Egypt: Anatomy of a Civilization, Νέα Υόρκη: Routledge.
Kitchen, Kenneth A. 1979, Ramesside Inscriptions, Historical and Biographical, ii, Οξφόρδη: Blackwell.
— 1981, Ramesside Inscriptions: Historical and Biographical, iv, Οξφόρδη: Blackwell. 1983, Ramesside Inscriptions: Historical and Biographical, vi, Οξφόρδη: Blackwell.
Krader, Lawrence 1972, The Ethnological Notebooks of Karl Marx: (Studies of Morgan, Phear, Maine, Lubbock), Άσεν, Ολλανδία: Van Gorcum & comp. b.v.
— 1975, The Asiatic Mode of Production: Sources, Development and Critique in the Writings of Karl Marx, Άσεν, Ολλανδία: Van Gorcum & comp. b.v.
Liverani, Mario 1975, ‘Communautés de village et palais royal dans la Syrie du iième millénaire’, Journal of the Economic and Social History of the Orient, 18: 146–64.
— 1976, ‘Il modo di produzione’, στο L’ alba della civiltà, επιμέλεια Sabatino Moscati, Τορίνο: utet.
Loone, Eero 1995, ‘O’Leary, Marx and Asia’, Studia Philosophica, 2(38): 88–95.
Loprieno, Antonio 1988, Toposund Mimesis: Zum Ausländerinderägyptischen Literatur, Βισμπάντεν: Harrassowitz.
Loret, Victor 1901, ‘La grande inscription de Mes a Saqqarah’, Zeitschrift für Ägyptische Sprache und Altertumskunde, 29: 1–10.
Lupo, Silvia 2007, Territorial Appropriation During the Old Kingdom, xxviiith–xxiiird Centuries bc: The Royal Necropolisesandthe Pyramid Townsin Egypt, Οξφόρδη: Archaeopress.
— 2011, ‘El papel de los hijos reales en la consolidación del estado egipcio durante el Reino Antiguo: una alternativa de análisis’, Cuadernos del Sur-Historia, 39: 109–22.
— 1973b, ‘Marx según Marx’, στο El concepto de formación económico-social, επιμέλεια Cesare Luporini and Emilio Sereni, Μεξικό: Cuadernos de Pasado y Presente 39. 1981, ‘Crítica de la política y crítica de la economía política de Marx’, στο Teoría marxista de la política, επιμέλεια Giacomo Marramao et al., Μεξικό: Cuadernos de Pasado y Presente 89.
Mandel, Ernest 1971, The Formation of the Economic Thought of Karl Marx, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press [Μαντέλ Ερνέστ, Γένεση και εξέλιξη των οικονομικών θεωριών του Καρλ Μαρξ, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1975˙ απ’ όπου Mandel Ernest, «Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και οι ιστορικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του κεφαλαίου», Θέσεις, τεύχος 57, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1996, μετάφραση – επιμέλεια – σχόλια Δημήτρης Χρ. Ξιφαράς, https://theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=554:category-554&catid=59&Itemid=113].
Marx, Karl 1964, Pre-Capitalist Economic Formations, επιμέλεια Eric Hobsbawm, Νέα Υόρκη: International Publishers [Marx Karl, Προκαπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, επιμέλεια Eric Hobsbawm, Κάλβος, Αθήνα 1982, μετάφρ. Θόδωρος Καλοπίσης· και Μαρξ Καρλ, «Μορφές που προηγούνται από την καπιταλιστική παραγωγή. Σχετικά με τη διαδικασία που προηγείται από τον σχηματισμό της κεφαλαιακής σχέσης, ή από την αρχική συσσώρευση», στο Μαρξ Καρλ, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, τόμος Β΄, Στοχαστής, Αθήνα 1990, μετάφρ. Διονύσης Διβάρης, σσ. 358-388].
— 1965 [1867], Capital, τόμος i, Μόσχα: Progress Publishers [Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Α΄, Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 2002, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης].
— 1966 [1894], Capital, τόμος iii, Μόσχα: Progress Publishers [Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος Γ΄, Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 1978, μετάφρ. Παναγιώτης Μαυρομάτης].
— 1971 [1859], A Contribution to the Critique of Political Economy, Λονδίνο: Lawrence and Wishart [Μαρξ Καρλ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις «Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης», Αθήνα 1956].
— 1973 [1857–8], Grundrisse. Foundations of the Critique of Political Economy (Rough Draft), Λονδίνο: Penguin Books/New Left Review [Μαρξ Καρλ, Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, τόμοι Α΄, Β΄ και Γ΄, Στοχαστής, Αθήνα 1989, 1990 και 1992, μετάφρ. Διονύσης Διβάρης,].
— 1977b [1859], ‘Introduction’, στο A Contribution to the Critique of Political Economy, επιμέλεια Maurice Dobb, Μόσχα: Progress Publishers [Μαρξ Καρλ, «Εισαγωγή» στο Μαρξ Καρλ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις «Οικονομικής και Φιλοσοφικής Βιβλιοθήκης», Αθήνα 1956].
— 1979 [1853], ‘The British Rule in India’, στο Marx and Engels Collected Works, τόμος 12, Μόσχα: Progress Publishers [Μαρξ Καρλ, «Η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία», στο Μαρξ Καρλ, Η αποικιοκρατία στην Ασία. Ινδία/Περσία/Αφγανιστάν, Άγρας, Αθήνα 2003, μετάφρ. Σάββας Μιχαήλ, σσ. 27-39]
— 1983 [1853] ‘Letter to Engels 2 June 1853’, στο Marx and Engels Collected Works, τόμος 39, Μόσχα: Progress Publishers [Μαρξ Καρλ, «Επιστολή στον Ένγκελς 2 Ιουνίου 1853» στο Ένγκελς Φρίντριχ, Μαρξ Καρλ, Αλληλογραφία 1944-1860, Μπάυρον Αθήνα 1975, Λευτέρης Αποστόλου, σσ. 124, 126].
— 1989 [1881], ‘Drafts of the Letter to Vera Zasulich’, στο Marx and Engels Collected Works, τόμος 24, Μόσχα: Progress Publishers [Μαρξ Καρλ, «Απάντηση στη Βέρα Ζασούλιτς», e la libertà, 15 Αυγούστου 2026, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/11036-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%B2%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B6%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%82].
Marx, Karl and Frederick Engels 1941, Selected Correspondence, 1846–1895, Λονδίνο: Lawrence and Wishart.
— 1965 [1845–6], The German Ideology, Λονδίνο: Lawrence and Wishart [Μαρξ Καρλ, Ένγκελς Φρίντριχ, Η γερμανική ιδεολογία, 2 τόμοι, Gutenberg, Αθήνα 1989, μετάφρ. Κώστας Φιλίνης].
Mazar, Amihai 1990, Archaeology of the Land of the Bible 10000–586 bce, Νέα Υόρκη: Doubleday.
McDowell, Andrea 1993, Hieratic Ostraca in the Hunterian Museum Glasgow (The Colin Campbell Ostraca), Οξφόρδη: Griffith Institute.
— 1999, Village Life in Ancient Egypt, Οξφόρδη: Oxford University Press. Mckeown, Niall 2007, The Invention of Ancient Slavery?, Λονδίνο: Duckworth.
Meeks, Dimitri 1979, ‘Les donations aux temples dans l’ Égypte du Ier millénaire avant j.c.’, στο State and Temple Economy in the Ancient Near East, τόμος ii, επιμέλεια Edward Lipinski, Λουβέν: Departement Oriëntalistiek.
Melotti, Umberto 1977, Marx and the Third World, Λονδίνο: Macmillan Press.
Menu, Bernadette 1970, Le régime juridique des terres et du personnel attaché à la terre dans le Papyrus Wilbour, 17, Publications de la faculté des lettres et sciences humaines 1, Institut de papyrologie et d’ égyptologie, Lille: Faculté des lettres et sciences humaines.
— 1982, ‘Le régime juridique des terres en Égypte pharaonique’, στο Recherches sur l’ histoire juridique, économique et sociale de l’ ancienne Égypte, Βερσαλλίες: w/p.
— 1998, Recherches sur l’ histoire juridique, économique et sociale de l’ ancienne Égypte, ii, BdE 122, Κάιρο: Institut Français d’ Archéologie Orientale.
Menu, Bernadette and Ibrahim Harari 1974, ‘La notion de propriété privée dans l’ Ancien Empire égyptien’, Cahier de recherches de l’ Institut de papyrologie et d’ égyptologie de Lille, 2: 125–54.
Moret, Alexandre 1901, ‘Un procès de famille sous la xixe dynastie’, Zeitschrift für Ägyptische Sprache und Altertumskunde, 39: 11–39.
Morgan, Lewis H. 1877, Ancient Society, London: Macmillan and Company [Μόργκαν Λιούις Χένρι, Η Αρχαία Κοινωνία, Αναγνωστίδης, χ.χ.έ., Αθήνα, μετάφραση Λιόνης Γρηγόρης· επανέκδοση Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2013].
Namboodiripad, Elamkulam M.S. 1952, The National Question in Kerala, Βομβάη: Peoples Publishing House.
— 2010, ‘Marx, the Asiatic Mode and the Study of Indian History’, στο History, Society and Land Relations, Νέο Δελχί: Left Word Books.
Navailles, Robert and François Neveu 1989, ‘Qu’ entendait-on par ‘journée d’ esclave’ au Nouvel Empire? (hrw m hm(t), hrw n b3k)’, Revue d’ Égyptologie, 40: 113–23.
Naville, Edouard 1896, The Temple of Deir el Bahari, ii, Λονδίνο: Egypt Exploration Fund.
O’Connor, David 1972, ‘The Geography of settlement in Ancient Egypt’, στο Man, Settlement and Urbanism, επιμέλεια Peter Ucko et al., Λονδίνο: Duckworth.
O’Leary, Brendan (επιμ.) 1989, ‘Marx and Engels on the Asiatic Mode of Production and India’, στο The Asiatic Mode of Production: Oriental Despotism, Historical Materialism, and Indian History, Οξφόρδη και Νέα Υόρκη: Basil Blackwell.
Papazian, Hratch 1999, The ‘Per Shena’: From Palace Estate to Sacred Storehouse. The Structure and Evolution of an Ancient Egyptian Economic Institution, Πρόταση διατριβής που υποβλήθηκε στο Τμήμα Γλωσσών και Πολιτισμών της Εγγύς Ανατολής, Σικάγο: University of Chicago.
Parkinson, Richard 2002, Poetry and Culture in Middle Kingdom Egypt: A Dark Side to Perfection, Λονδίνο: Continuum.
Parra Ortiz, José Miguel 2009, ‘El Reino Antiguo’, στο El Antiguo Egipto: Sociedad, Economía y Política, επιμέλεια José Miguel Parra Ortiz, Μαδρίτη: Marcial Pons.
Piacentini, Patrizia 1994, ‘On the Titles of the HqAw Hwt’, στο Grund und Boden in Altägypten: Rechtliche und sozio-ökonomische Verhältnisse, επιμέλεια Schafik Allam, Τύμπιγκεν: Selbstverlag des Herausgebers.
Pleyte, Willem and Francesco Rossi 1869–76, Papyrus de Turin, 2 τόμοι Λονδίνο: S. Birch.
Polanyi, Karl et al. 1957, Trade and Market in the Early Empires: Economies in History and Theory, Γκλένκο, il: The Free Press.
Posener, Georges 1956, Littérature et politique dans l’ Égypte de la xiie dynastie, Bibliothèque de l’ Ecole des Hautes Etudes 307, Παρίσι: Champion.
Posener-Kriéger, Paule 1975, ‘Les papyrus de Gébélein. Remarques Préliminaires’, Revue d’ Égyptologie, 27: 211–21.
Richards, Janet 2005, Society and Death in Ancient Egypt: Mortuary Landscapes of the Middle Kingdom, Κέμπριτζ: Cambridge University Press.
Roeder, Günther 1913, Aegyptische Inschriften aus den königlichen Museen zu Berlin, Λειψία: J.C. Hinrichs.
Römer, Malte 1994, Gottesund Priesterherrschaft in Ägyptenam Endedes Neuen Reiches: Ein religionsgeschichtliches Phänomen und seine sozialen Grundlagen, Βισμπάντεν: Harrassowitz.
Roth, Ann Macy 1991, Egyptian Phyles in the Old Kingdom: The Evolution of a System of Social Organization, Σικάγο: The Oriental Institute of the University of Chicago.
Ryholt, Kim 1997, The Political Situation in Egypt during the Second Intermediate Period c. 1800–1550 bc, Carsten Niebuhr Institute Publications 20, Copenhagen: Museum Tuscalanum Press.
Said, Edward W. 1977, Orientalism, Λονδίνο: Penguin [Said Edward D., Οριενταλισμός, Νεφάλη, Αθήνα 1996, μετάφρ. Φώτης Τερζάκης]
Sawer, Marian 1977, Marxism and the Question of the Asiatic Mode of Production, The Hague: Martinus Nijhoff.
Schulman, Alan R. 1964, Military Rank, Title and Organization in the Egyptian New Kingdom, Βερολίνο: Hessling.
— 1988, Ceremonial Execution and Public Rewards: Some Historical Scenes on New Kingdom Private Stelae, Orbis biblicus et orientalis, 75, Γκέτινγκεν: Vandenhoeck and Ruprecht.
Seidl, Erwin 1939, Einführung in die ägyptische Rechtsgeschichte bis zum Ende des neuen Reiches, Ägyptologische Forschungen 10, Γκλούκστατ: Augustin.
Seidlmayer, Stephan 1990, Gräberfelder aus dem Übergang vom Alten zum Mittleren Reich, saga 1, Χαϊδελβέργη: Studien zur Archäologie der Ersten Zwischenzeit.
— 2000, ‘The First Intermediate Period’, στο The Oxford History of Ancient Egypt, επιμέλεια Ian Shaw, Οξφόρδη: Oxford University Press.
Serrano Delgado, José Miguel 1993, Textos para la Historia antigua de Egipto, Μαδρίτη: Cátedra.
Smither, Paul C. 1948, ‘The Report Concerning the Slave-Girl Senbet’, Journal of Egyptian Archaeology, 34: 31–4.
Sofri, Gianni 1969, Il modo di produzione asiatico. Storia di una controversia marxista, Τορίνο: Einaudi.
Soriano Llopis, I. 2007, La formación del Estado en el Valle Medio del Río Amarillo. Un acercamiento teórico y práctico a los inicios de la Edad del Bronce en China, Βαρκελώνη: recercat Dipòsit de la recerca de Catalunya. Διαθέσιμο στο: http://www.recercat.net/bitstream/handle/2072/4056/Treball%20de%20Recerca%201.pdf?sequence=1http://www.recercat.net/bitstream/handle/2072/4056/Treball%20de%20Recerca%201.pdf?sequence=1
Spalinger, Anthony 1984, ‘The Will of Senimose’, στο Studien zu Sprache und Religion Ägyptens Zu Ehren von Wolfhart Westendorf überreicht von seinen Freunden und Schülern, τόμος 1, επιμέλεια Friedrich Junge, Γκέτινγκεν: Hubert.
Steindorff, Georg 1935, Aniba: Mission archéologique de Nubie, ii, Αμβούργο: Druck von J.J. Augustin.
Strudwick, Nigel C. 2005, Texts from the Pyramid Age, Atlanta, ga: Society of Biblical Literature.
Suret-Canale Jean 1961, L’ Afrique Noire, Παρίσι: Éditions Sociales.
— 1964, ‘Les sociétés traditionnelles en Afrique noire et le concept du mode de production asiatique’, La Pensée, 177: 19–22.
Tan, Joseph B. 2000, Marx, Historical Materialism and the Asiatic mode of Production, Διπλωματική εργασία, School of Communication, Βανκούβερ: Simon Fraser University, Διαθέσιμο στο: http://www.collectionscanada.gc.ca/obj/s4/f2/dsk2/ftp01/MQ61502.pdfhttp://www.collectionscanada.gc.ca/obj/s4/f2/dsk2/ftp01/MQ61502.pdf
Théodoridès, Aristide 1965, ‘Le Papyrus des Adoptions’, Revue Internationale des Droits de l’ Antiquité, 12: 79–142.
Troy, Lana 2002 [1998], ‘Resource Management and Ideological Manifestation: The Towns and Cities of Ancient Egypt’, στο Development of Urbanism from a Global Perspective, Ουψάλα: Uppsala Universiteit. Διαθέσιμο στο: http://www.arkeologi.uu.se/afr/projects/BOOK/Troy/troy.htmhttp://www.arkeologi.uu.se/afr/projects/BOOK/Troy/troy.htm.
Urk. i, Sethe, Kurt H. 1933, Urkunden des Alten Reichs, Λειψία: J.C. Hinrichs.
Urk. iv, Sethe, Kurt H. 1906–9, Urkunden der 18. Dynastie, Urkunden des ägyptischen Altertums, Λειψία: J.C. Hinrichs.
Vandier, Jacques 1950, Moʿalla: La tombe d’ Ankhtifi et la tombe de Sebekhotep, Bibliothèque d’ Étude, 18, Κάιρο: Institut Français d’ Archéologie Orientale.
Varille, Alexandre 1935–8, La Stèle de Sa-Mentou-ouser, Mélanges Maspero τόμος i/2, Κάιρο: Mémoires d’l’ Institut Français d’ Archéologie Orientale 66.
Vidal-Naquet, Pierre 1964, ‘Histoire et idéologie: Karl Wittfogel et le concept de “mode de production asiatique”’, Annales. Économies, Sociétés, Civilisations, 19ο έτος, 3: 531–49 [Vidal-Naquet Pierre, «Ο Καρλ Βιτφόγκελ και η Έννοια του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής. Προεισαγωγικό σημείωμα» και «Ο Καρλ Βιτφόγκελ και η Έννοια του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής», στο Vidal-Naquet Pierre, Πέρα Από την Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1999, μετάφρ. Θέμης Μιχαήλ, σσ. 303-359.].
Visacovsky, Sergio E. and Enrique Garguin 2009, ‘Introducción’, στο Moralidades, economías e identidades de clase media, Μπουένος Άιρες: Antropofagia.
Von Beckerath, Jürgen 1965, Untersuchungen zur politischen Geschichte der zweiten Zwischenzeit in Ägypten, Ägyptologische Forschungen 23, Γκλούκστατ: J.J. Augustin.
Wb. Erman, Adolf and Hermann Grapow 1971, Wörterbuch der ägyptischen Sprache, Βερολίνο: Akademie-Verlag.
Wente, Edward F. 1990, Letters from Ancient Egypt, Ατλάντα: Scholars Press.
Wickham, Chris 1983, ‘Pastoralism and Underdevelopment in the Early Middle Ages’, Settimane di Studio dei Centro Italiano di Studi Sull’ Alto Medioevo, 31: 401–51.
— 1988, ‘Marx, Sherlock Holmes, and Late Roman Commerce’, Journal of Roman Studies, 78: 183–93.
— 1991, ‘Systactic Structures: Social Theory for Historians’, Past and Present, 132: 188–203.
— 1994a [1984], ‘The Other Transition: From the Ancient World to Feudalism’, στο Land and Power: Studies in Italian and European Social History, 400–1200, Λονδίνο: British School at Rome.
— 1994b [1985], ‘The Uniqueness of the East’, στο Land and Power: Studies in Italian and European Social History, 400–1200, Λονδίνο: British School at Rome.
— 1994c [1989], ‘European Forests in the Early Middle Ages: Landscape and Land Clearance’, στο Land and Power: Studies in Italian and European Social History, 400–1200, Λονδίνο: British School at Rome.
— 1994d [1992], ‘Problems of Comparing Rural Societies in Early Medieval Western Europe’, στο Land and Power: Studies in Italian and European Social History, 400– 1200, Λονδίνο: British School at Rome.
— 1999, ‘Poesia, prosa e memoria’, στο Storiografia e poesia nella cultura medioevale, Ρώμη: Istituto storico italiano per il medio evo.
— 2005, Framing the Early Middle Ages: Europe and the Mediterranean 400–800, Οξφόρδη: Oxford University Press.
— 2008, ‘Productive Forces and the Economic Logic of the Feudal Mode of Production’, Historical Materialism, 16: 3–22.
Willems, Harco 2010, ‘The First Intermediate Period and the Middle Kingdom’, στο A Companion to Ancient Egypt, επιμέλεια Alan B. Lloyd, Οξφόρδη: Wiley-Blackwell.
Wilson, John 1951, The Burden of Egypt, Σικάγο: University of Chicago Press.
Winlock, Herbert E. 1922, ‘Excavations at Thebes’, στο The Metropolitan Museum of Art Bulletin, Part 2: The Egyptian Expedition, mcmxxi–mcmxxii, 17(12): 19–49.
Zaccagnini, Carlo 1989, ‘Asiatic Mode of Production and Ancient Near East: Notes Towards a Discussion’, στο Production and Consumption, επιμέλεια Carlo Zaccagnini, Βουδαπέστη: University of Budapest.
Zamora, Juan Ángel 1997, Sobre el “modo de producción asiático” en Ugarit, Μαδρίτη και Σαραγόσα: Consejo Superior de Investigaciones Científicas e Institución ‘Fernando el Católico’.
Zingarelli, Andrea P. 2010a, ‘Introducción. Dossier: Mito, literatura y política en el Egipto antiguo’, Trabajos y Comunicaciones, 36: 207–30.
— 2010b, Trade and Market in New Kingdom Egypt: Internal Socio-Economic Processes and Transformations, Οξφόρδη: Archaeopress.
Zivie, Christiane 1976, Giza au deuxième millénaire, Bibliothèque d’ Étude 70, Κάιρο: Institut Français d’ Archéologie Orientale.