Έκρηξη και πυρκαγιά μετά από βομβαρδισμό των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων Σαχράν στη βορειοδυτική Τεχεράνη, Κυριακή 8 Μαρτίου 2026.
Gilbert Achcar
Οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να γίνονται για το πετρέλαιο και την αυτοκρατορία
Γιατί η Μέση Ανατολή μαστίζεται τόσο συχνά από πολέμους; Σε συνέντευξή του στον Bashir Abu-Manneh, συντάκτη του περιοδικού Jacobin, ο καθηγητής πολιτικής οικονομίας Gilbert Achcar υποστηρίζει ότι η απάντηση βρίσκεται κυρίως στην κεντρική θέση της περιοχής στην παγκόσμια οικονομία του πετρελαίου και στις στρατηγικές των μεγάλων δυνάμεων που επιδιώκουν να την ελέγξουν. Ο Achcar αναλύει τη λογική της αμερικανικής επέμβασης, τα όρια της συμμαχίας ΗΠΑ-Ισραήλ, τη στρατηγική του Ιράν στη σημερινή σύγκρουση και τις περιφερειακές συνέπειες του εξελισσόμενου αυτοκρατορικού δόγματος της Ουάσιγκτον.
Bashir Abu-Manneh: Είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τη Μέση Ανατολή χωρίς να αναφερθούμε στον πόλεμο. Πρόκειται πιθανώς για την περιοχή που έχει πληγεί περισσότερο από τον πόλεμο μετά το 1945. Μόνο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, πολλές αραβικές εξεγέρσεις εξελίχθηκαν σε παρατεταμένους εμφύλιους πολέμους. Για να μην αναφέρουμε τον ατέρμονο πόλεμο του Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων. Γιατί πιστεύετε ότι ο πόλεμος είναι τόσο συνηθισμένος στην περιοχή;
Gilbert Achcar: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής είναι, από όλες τις περιοχές του κόσμου, αυτή που έχει βιώσει τον μεγαλύτερο αριθμό ένοπλων συγκρούσεων από το 1945, με έναν εντυπωσιακό αριθμό διακρατικών πολέμων και ξένων εκστρατειών. Η τελευταία κατηγορία αυξήθηκε εκθετικά μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αισθάνθηκαν ελεύθερες να παρέμβουν στην περιοχή, ξεκινώντας από τον πόλεμο του 1991 εναντίον του Ιράκ. Η Ρωσία ακολούθησε το παράδειγμά τους υπό τον Βλαντιμίρ Πούτιν, ξεκινώντας με την επέμβασή της για τη στήριξη του συριακού καθεστώτος το 2015.
Ο λόγος για την επικράτηση των πολέμων είναι απλός: είναι αυτό που συχνά αναφέρεται στην περιοχή ως «η κατάρα του πετρελαίου», το γεγονός ότι ο Κόλπος και οι γειτονικές χώρες είναι γνωστό από την παραμονή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ότι διαθέτουν τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, τα οποία είναι ιδιαίτερα κερδοφόρα λόγω της σχετικής ευκολίας εξόρυξης.
Το πετρέλαιο, ή πιο συγκεκριμένα οι υδρογονάνθρακες, συμπεριλαμβανοντας και το φυσικό αέριο, βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής από το τέλος του πολέμου. Το τεράστιο ενδιαφέρον του αμερικανικού ιμπεριαλισμού για την περιοχή, που υποστηρίζεται από τις μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, αποτυπώθηκε με τον περίφημο σταθμό του Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ στην Ερυθρά Θάλασσα τον Φεβρουάριο του 1945, κατά την επιστροφή του από τη κρίσιμη Διάσκεψη της Γιάλτας, όπου οι Σύμμαχοι συζήτησαν τη μορφή του μεταπολεμικού κόσμου. Αυτή η συνάντηση στο USS Quincy με τον βασιλιά Αμπντούλ Αζίζ, τον ιδρυτή του σαουδικού βασιλείου, ακολουθήθηκε από την κατασκευή μιας βάσης της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας στο Νταχράν, στην καρδιά των βασικών πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Σαουδικής Αραβίας που εκμεταλλευόταν η τότε αμερικανική Aramco (αρχικά, η Arabian American Oil Company) και που βρισκόταν σε στρατηγική θέση για τους σκοπούς του Ψυχρού Πολέμου.
Κάποτε αποκάλεσα το Σαουδικό Βασίλειο ως την πραγματική 51η πολιτεία της Αμερικανικής Ένωσης, ένα de facto καθεστώς που είχε πριν ακόμη γεννηθεί το κράτος του Ισραήλ. Το βασίλειο και ολόκληρη η περιοχή του Κόλπου ήταν και παραμένουν στο επίκεντρο της αμερικανικής αυτοκρατορικής στρατηγικής στο ανατολικό ημισφαίριο, παρά τις αμέτρητες προσπάθειες να ξεγελάσουν την κοινή λογική εξηγώντας ότι «δεν έχει να κάνει με το πετρέλαιο» ή «δεν έχει να κάνει μόνο με το πετρέλαιο». Σχολιάζοντας την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003, ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Άλαν Γκρίνσπαν αναρωτιόταν στα απομνημονεύματά του γιατί «είναι πολιτικά άβολο να αναγνωρίσουμε αυτό που όλοι γνωρίζουν: ο πόλεμος στο Ιράκ αφορά σε μεγάλο βαθμό το πετρέλαιο».
Φυσικά, το θέμα του πετρελαίου δεν αφορά μόνο –ή τουλάχιστον όχι πρωτίστως για την Ουάσιγκτον– την πρόσβαση των ΗΠΑ στο πετρέλαιο του Ιράκ ή του Κόλπου. Αφορά τον έλεγχο των τεράστιων ποσών που προέρχονται από το πετρέλαιο και βρίσκονται στα χέρια των κρατών του Κόλπου (τα κρατικά επενδυτικά ταμεία τους διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των 3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, σχεδόν το 40% του συνολικού ποσού που διαχειρίζονται τα ταμεία αυτά παγκοσμίως) και την αξιοποίηση της σημαντικής αγοραστικής τους δύναμης, ιδίως για τη χρηματοδότηση του αμερικανικού στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος. Αφορά επίσης τον έλεγχο της πρόσβασης άλλων κρατών στους υδρογονάνθρακες του Κόλπου. Όπως το έθεσε εύστοχα κάποτε ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, «όποιος ελέγχει τη Μέση Ανατολή ελέγχει την παγκόσμια πετρελαϊκή βρύση και όποιος ελέγχει την παγκόσμια πετρελαϊκή βρύση μπορεί να ελέγχει την παγκόσμια οικονομία, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον».
Αυτό δείχνει επίσης πόσο λάθος είχαν πολλοί που πίστευαν ότι η αύξηση της παραγωγής υδρογονανθράκων από σχιστόλιθο στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνδυασμό με την άνοδο της δύναμης της Κίνας, σήμαινε ότι η Μέση Ανατολή είχε χάσει τη σημασία της για την Ουάσιγκτον. Πολλά από αυτά τα παραπλανητικά σχόλια εκφράστηκαν σχετικά με τη διάσημη «στροφή προς την Ασία» της κυβέρνησης Ομπάμα. Αυτό που παραβλέπουν εντελώς τα σχόλια αυτά είναι ότι ο έλεγχος της «πετρελαιοπηγής» του Κόλπου είναι ζωτικής σημασίας για τη στρατηγική των ΗΠΑ έναντι της Κίνας, περίπου το ήμισυ των εισαγωγών πετρελαίου της οποίας προέρχεται από τον Κόλπο. Οι συνεχιζόμενες κοινοπραξίες μεταξύ μεγάλων αμερικανικών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης και αραβικών κρατών του Κόλπου –που οδηγούν στην κατασκευή κέντρων δεδομένων υψηλής κατανάλωσης ενέργειας, εκμεταλλευόμενες την αφθονία χρημάτων και φθηνής ενέργειας αυτών των κρατών– προσθέτουν ένα σημαντικό στοιχείο στη συνολική σημασία της περιοχής για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τέλος, στην συγκεκριμένη περίπτωση της κυβέρνησης Τραμπ, τα σημαντικά συμφέροντα των οικογενειών Τραμπ, Κούσνερ και Γουίτκοφ στα αραβικά κράτη του Κόλπου φέρνουν το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον για την περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής γενικά και για τον Κόλπο ειδικότερα σε ιστορικό αποκορύφωμα, το οποίο μεταφράστηκε σε στρατιωτική επέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ εκεί περισσότερο από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου.
Bashir Abu-Manneh: Πράγματι, ο Τραμπ ανήκει σε μια μακρά σειρά Αμερικανών προέδρων που χρησιμοποιούν τη στρατιωτική δύναμη στη Μέση Ανατολή ως βασικό μέρος της αμερικανικής στρατηγικής. Ποιες είναι οι άμεσες αιτίες και οι μακροπρόθεσμοι πολιτικοί στόχοι της αμερικανικής επίθεσης κατά του Ιράν; Τι εξηγεί την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο Ιράν;
Gilbert Achcar: Από τότε που η ιρανική επανάσταση του 1979 ανέτρεψε το καθεστώς του Σάχη, ενός σημαντικού περιφερειακού συμμάχου των ΗΠΑ, η Τεχεράνη έχει γίνει ένα ενοχλητικό αγκάθι για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν περάσει από διαφορετικές φάσεις: όσο παράξενο και αν φαίνεται, μετά το 1979 υπήρξαν φάσεις συνεργασίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Στη δεκαετία του 1980, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στήριξαν την πολεμική προσπάθεια του Ιράν κατά του Ιράκ σε αυτό που έγινε γνωστό ως υπόθεση Ιράν-Κόντρα. Τότε ήταν προς το συμφέρον τους να παρατείνουν τον πόλεμο μεταξύ των δύο χωρών που θεωρούσαν ως δύο κράτη-παρίες που απειλούσαν τα συμφέροντά τους. Στη συνέχεια, το Ιράν στήριξε την εισβολή στο Ιράκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ το 2003 μέσω της συνεργασίας των ιρακινών αντιπροσώπων του με την Ουάσιγκτον.
Παραδόξως, ο αμερικανικός στρατός έφερε μαζί του αυτούς τους αντιπροσώπους και τους έβαλε στην εξουσία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το Ιράν έγινε ο κύριος δικαιούχος της εισβολής, κατακτώντας τελικά μεγαλύτερη επιρροή στο Ιράκ από τις Ηνωμένες Πολιτείες – ένας από τους λόγους για τους οποίους το Ιράκ θεωρείται ένα μεγάλο φιάσκο στην ιστορία της αμερικανικής αυτοκρατορίας, εφάμιλλο του Βιετνάμ.
Η πυρηνική συμφωνία που συνήψε η κυβέρνηση Ομπάμα με την Τεχεράνη το 2015 δεν εμπόδισε το Ιράν να προωθήσει την επέκταση της περιφερειακής επιρροής του, η οποία ενισχύθηκε από την παρέμβασή του στη Συρία στο πλευρό του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ μετά το 2013 και από την κατάληψη του βόρειου τμήματος της Υεμένης από τους Χούθι το 2014. Σε αυτή την περιφερειακή επέκταση, η Τεχεράνη εκμεταλλεύτηκε τόσο την αντι-ισραηλινή και αντι-αμερικανική δυσαρέσκεια όσο και την σιιτική θρησκευτική πίστη. Αυτή είναι η κύρια κατηγορία που απευθύνουν ο Τραμπ, ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου και οι βασικές μοναρχίες του Κόλπου στον Ομπάμα, τον οποίο όλοι κατηγορούν επειδή συνήψε τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα σε μια περίοδο που η περιφερειακή επέκταση της δύναμης της Τεχεράνης βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, χωρίς να δώσει τη δέουσα προσοχή στον περιορισμό αυτής της επέκτασης. Αντίθετα, η συμφωνία βελτίωσε την οικονομική θέση του Ιράν, διευκολύνοντας έτσι την περιφερειακή του πολιτική.
Αν λάβουμε υπόψη όλους τους λόγους που αναφέραμε, θα κατανοήσουμε την ισχυρή λογική πίσω από την πολιτική του Τραμπ απέναντι στο Ιράν. Μέσα από τη σημερινή επίθεση, ελπίζει να επιτύχει την κυριαρχία του πάνω σε αυτή τη χώρα, κάτι που θα ολοκληρώσει και θα ενισχύσει σημαντικά την κυριαρχία των ΗΠΑ στον Κόλπο, καθώς και σε ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.
Bashir Abu-Manneh: Αυτός ο πόλεμος μοιάζει να είναι η πραγματοποίηση του ονείρου του Νετανιάχου. Οι πολεμικοί στόχοι και σκοποί των ΗΠΑ είναι οι ίδιοι με αυτούς του Ισραήλ ή υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις;
Gilbert Achcar: Υπάρχουν σίγουρα τόσο σύγκλιση όσο και αποκλίσεις. Οι συγκλίσεις είναι προφανείς: τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Ισραήλ –όχι μόνο η κυβέρνηση Νετανιάχου, αλλά ολόκληρη η σιωνιστική ελίτ της εξουσίας– θέλουν να θέσουν τέλος στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Το Ισραήλ θεωρεί το θέμα αυτό ως υπαρξιακή απειλή, που θέτει σε κίνδυνο την παρούσα θέση του ως το μοναδικό κράτος με πυρηνικά όπλα στην περιοχή. Η Ουάσιγκτον θεωρεί την όχι και τόσο υποθετική μελλοντική κατοχή πυρηνικών όπλων από το Ιράν ως σημαντικό αποτρεπτικό παράγοντα, καθώς η Τεχεράνη θα μπορούσε να απειλήσει με πυρηνική επίθεση τις γειτονικές αραβικές πετρελαιοπηγές, προκαλώντας καταστροφή για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και την παγκόσμια οικονομία. Και τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Ισραήλ έχουν ξεκάθαρο συμφέρον να μειώσουν την περιφερειακή επιρροή του Ιράν.
Βέβαια, υπάρχουν και αποκλίσεις, αν και δεν είναι τόσο εμφανείς όσο οι συγκλίσεις. Γενικά, δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ πλήρης σύμπτωση μεταξύ των στόχων του Ισραήλ και των στόχων των Ηνωμένων Πολιτειών. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τον πρώτο μεγάλο πόλεμο του Ισραήλ που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των ΗΠΑ: τον Πόλεμο των Έξι Ημερών τον Ιούνιο του 1967, μέσω του οποίου το Ισραήλ επέφερε βαρύ πλήγμα στα δύο αραβικά κράτη που τότε αντιτάσσονταν ριζικά στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό – την Αίγυπτο υπό την ηγεσία του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ και τη Συρία υπό την ηγεσία της αριστερής πτέρυγας του αραβικού εθνικιστικού κόμματος Μπά’αθ. Το Ισραήλ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία του πολέμου του 1967 για να ολοκληρώσει την κατάκτηση ολόκληρης της Παλαιστίνης που βρισκόταν υπό βρετανική εντολή, από τον ποταμό Ιορδάνη μέχρι τη Μεσόγειο Θάλασσα, κυρίως σε βάρος της ιορδανικής μοναρχίας – ενός σταθερού συμμάχου των ΗΠΑ που κυβερνούσε τη Δυτική Όχθη μετά την προσάρτησή της το 1949. Αυτό σίγουρα δεν ήταν κάτι που επιθυμούσε η Ουάσιγκτον.
Στη συνεχιζόμενη επίθεση κατά του Ιράν, η απόκλιση γίνεται όλο και πιο ορατή κάθε φορά που ο Νετανιάχου ζητά «αλλαγή καθεστώτος» και υποστηρίζει την αποκατάσταση της μοναρχίας υπό τον Ρεζά Παχλαβί, τον γιο του σάχη που εκθρονίστηκε το 1979, ενώ ο Τραμπ απορρίπτει τον τελευταίο όπως απέρριψε την ηγέτιδα της δεξιάς αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, Μαρία Κορίνα Ματσάντο, μετά την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο. Συγκρίνετε τη στάση του Νετανιάχου με την ειλικρινή δήλωση του Τραμπ στο Fox News στις 6 Μαρτίου: «Θα λειτουργήσει πολύ εύκολα. Θα λειτουργήσει όπως έγινε στη Βενεζουέλα. Έχουμε μια υπέροχη ηγέτιδα εκεί. Κάνει φανταστική δουλειά. Και θα λειτουργήσει όπως στη Βενεζουέλα», είπε, αναφερόμενος στην υπηρεσιακή πρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκεζ.
Ο Τραμπ δήλωσε επίσης ότι είναι ανοιχτός στο ενδεχόμενο να υπάρχει θρησκευτικός ηγέτης στο Ιράν. «Λοιπόν, ναι, μπορεί να είμαι [ανοιχτός], εννοώ, εξαρτάται από το ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. Δεν έχω πρόβλημα με τους θρησκευτικούς ηγέτες. Συνεργάζομαι με πολλούς θρησκευτικούς ηγέτες και είναι φανταστικοί», είπε. Και όταν πιέστηκε να απαντήσει αν επιμένει ότι πρέπει να υπάρχει ένα δημοκρατικό κράτος, ο Τραμπ είπε στο CNN: «Όχι, λέω ότι πρέπει να υπάρχει ένας ηγέτης που θα είναι δίκαιος [sic] και αμερόληπτος. Να κάνει καλή δουλειά. Να συμπεριφέρεται καλά στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, και να συμπεριφέρεται καλά στις άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής – είναι όλοι συνεργάτες μας».
Η ουσία του θέματος είναι ότι, ενώ ο Νετανιάχου και ολόκληρη η σιωνιστική ελίτ της εξουσίας θα έβλεπαν με πολύ ευνοϊκό μάτι την κατάρρευση του ιρανικού κράτους, η οποία θα ταίριαζε απόλυτα με το μακροπρόθεσμο σχέδιό τους να κατακερματίσουν το περιφερειακό τους περιβάλλον, η κατάρρευση και ο κατακερματισμός του ιρανικού κράτους, του οποίου σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού αποτελείται από εθνοτικές μειονότητες, θα ήταν καταστροφική για τα περιφερειακά συμφέροντα των ΗΠΑ. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι θα αποσταθεροποιούσε σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη την περιοχή, ξεκινώντας από τους στενότερους συμμάχους της Ουάσιγκτον. Οι τελευταίοι σίγουρα υποστηρίζουν τον στόχο των ΗΠΑ στην επίθεση κατά του Ιράν, αλλά, εξίσου σίγουρα, απορρίπτουν τον στόχο του Ισραήλ – για να μην αναφέρουμε ότι, ως δεσποτικά κράτη που είναι όλα, δεν μπορούν παρά να δυσανασχετούν με την υποκριτική υπεράσπιση της «δημοκρατίας» στο Ιράν από τον Νετανιάχου.
Για να κατανοήσουμε αυτό που ονόμασα «παλιό-νέο αυτοκρατορικό δόγμα» του Τραμπ, πρέπει να έχουμε κατά νου τα διδάγματα του Ιράκ, τα οποία ο Τραμπ παρακολούθησε προσεκτικά. Η διάλυση του ιρακινού κράτους από την Ουάσιγκτον μετά την κατάληψη της χώρας το 2003 οδήγησε σε ένα χάος που διευκόλυνε την κυριαρχία του Ιράν επί της αραβικής σιιτικής πλειοψηφίας της χώρας και την εξάπλωση της αντιαμερικανικής εξέγερσης μεταξύ των Αραβών σουνιτών, η οποία αργότερα μεταμορφώθηκε στο Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ και της Συρίας. Το συμπέρασμα ήταν ότι αντί για «αλλαγή καθεστώτος» –όπως υποστήριζαν οι νεοσυντηρητικοί που κυριαρχούσαν στο Υπουργείο Άμυνας κατά την πρώτη θητεία του Τζορτζ Μπους και υποστηρίζονταν από τον Ντόναλντ Ράμσφελντ και τον Ντικ Τσένι– οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε μάλλον να επιβάλλουν τη βούλησή τους στα υπάρχοντα καθεστώτα, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την ηγεσία του Τραμπ, κατά τη δεύτερη θητεία του, έχουν στραφεί σε μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της «διπλωματίας των κανονιοφόρων» του 19ου αιώνα, όταν οι μεγάλες δυνάμεις επέβαλαν τη θέλησή τους σε πιο αδύναμα κράτη απειλώντας τα με βομβαρδισμούς ή βομβαρδίζοντάς τα πραγματικά αν αυτά ήταν απείθαρχα. Τότε δεν υπήρχε καμία ανησυχία για τη φύση των κυβερνήσεων – μόνο η γυμνή βούληση να επιβληθούν με ωμό τρόπο τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα σε πιο αδύναμες χώρες.
Bashir Abu-Manneh: Πολλοί αντίπαλοι της κοινής επίθεσης των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά και την ακροδεξιά, την θεωρούν αδικαιολόγητη, ειδικά δεδομένου ότι το Ιράν δεν αποτελεί άμεση απειλή για την Αμερική, και, για να το εξηγήσουν, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ εκτελούν τις εντολές του Ισραήλ. Ο πόλεμος φέρνει για άλλη μια φορά στο προσκήνιο το ερώτημα αν το Ισραήλ και το λόμπι του καθορίζουν και στρεβλώνουν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή. Ποια είναι η άποψή σας για τη συμμαχία ΗΠΑ-Ισραήλ και τις υποκείμενες αιτίες της, τόσο ιστορικά όσο και σήμερα;
Gilbert Achcar: Λοιπόν, από όσα εξήγησα σχετικά με τις διαφορές μεταξύ Ουάσιγκτον και Ισραήλ, θα πρέπει να είναι σαφές ότι η ουρά Ισραήλ δεν κουνάει το αμερικανικό πιτ μπουλ. Τα δύο κράτη έχουν συγκλίνοντα συμφέροντα στο να χτυπήσουν το Ιράν, όπως κάνουν από κοινού αυτή τη στιγμή, αλλά δεν έχουν τους ίδιους στόχους. Όσον αφορά την πολύ σχολιασμένη δήλωση του Μάρκο Ρούμπιο που λέει:
«Γνωρίζαμε ότι θα υπήρχε ισραηλινή δράση, γνωρίζαμε ότι αυτό θα προκαλούσε επίθεση εναντίον των αμερικανικών δυνάμεων και γνωρίζαμε ότι αν δεν τους επιτεθούμε προληπτικά πριν ξεκινήσουν αυτές τις επιθέσεις, θα υποστούμε μεγαλύτερες απώλειες»,
είναι αλήθεια ότι έχει παρερμηνευθεί ευρέως.
Για να κατανοήσουμε αυτή τη δήλωση, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ένα κεντρικό στοιχείο του νέου δόγματος του Τραμπ για «αλλαγή συμπεριφοράς ενός καθεστώτος» αντί για «αλλαγή καθεστώτος» –σύμφωνα με τα εύστοχα λόγια του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον, ο οποίος σχολίασε την πειρατική ενέργεια των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα– είναι η εξάλειψη των ηγετών του καθεστώτος που θεωρούνται εμπόδιο για την αλλαγή συμπεριφοράς. Δεδομένου ότι δεν ήταν ούτε δυνατό ούτε χρήσιμο να απαγάγουν τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, η μόνη εναπομένουσα επιλογή ήταν να τον δολοφονήσουν, μια τέχνη στην οποία το Ισραήλ και η Μοσάντ, η ισραηλινή αντίστοιχη υπηρεσία της CIA, έχουν γίνει φημισμένοι ειδικοί. Η Ουάσιγκτον βασίστηκε λοιπόν στον μικρότερο εταίρο της για να εκτελέσει αυτό το έργο. Από έρευνα που διεξήγαγε η Financial Times γνωρίζουμε ότι το Ισραήλ εντόπισε μια ιδιαίτερα ευνοϊκή ευκαιρία το Σάββατο.
«Όταν η CIA και το Ισραήλ διαπίστωσαν ότι ο Χαμενεΐ θα πραγματοποιούσε συνάντηση το Σάββατο το πρωί στα γραφεία του κοντά στην οδό Παστέρ, η ευκαιρία να τον σκοτώσουν μαζί με μεγάλο μέρος της ανώτερης ηγεσίας του Ιράν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή…
Ο αμερικανικός στρατός άνοιξε το δρόμο για τα ισραηλινά μαχητικά αεροσκάφη να βομβαρδίσουν το συγκρότημα του Χαμενεΐ, εξαπολύοντας κυβερνοεπιθέσεις που “διατάραξαν, υποβάθμισαν και τύφλωσαν την ικανότητα του Ιράν να βλέπει, να επικοινωνεί και να ανταποκρίνεται”, σύμφωνα με τον στρατηγό Νταν Κέιν, πρόεδρο του αμερικανικού επιτελείου.»
Τώρα, ισχυριζόμενοι ότι η ουρά Ισραήλ κουνάει το αμερικανικό πιτ μπουλ, συντηρητικοί όπως ο Τζον Μιρσχάιμερ, ο Στίβεν Γουόλτ και η πτέρυγα του κινήματος MAGA που εκπροσωπείται από τον Τάκερ Κάρλσον προσπαθούν να συσκοτίσουν την πραγματικότητα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και να αποδώσουν τις αποτυχίες του στο λόμπι του Ισραήλ, αν όχι στους «Εβραίους», όπως στην περίπτωση του Κάρλσον.
Το διάσημο μπεστ σέλερ του 2007 των Μιρσχάιμερ και Γουόλτ έθεσε το ζήτημα της αποτυχημένης εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράκ, σαν η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους, που οσμίζονταν πετρέλαιο και ήταν γεμάτη από μέλη του Σχεδίου για Ένα Νέο Αμερικανικό Αιώνα [Project for the New American Century] που είχαν πιέσει τον Μπιλ Κλίντον για την εισβολή, να χρειαζόταν το λόμπι του Ισραήλ για να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που προσέφεραν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και να εισβάλει στο Ιράκ. Αυτό σε μια εποχή που το Ιράκ ήταν εντελώς εξαντλημένο μετά από οκτώ χρόνια πολέμου με το Ιράν, και δώδεκα χρόνους εξουθενωτικού και εγκληματικού εμπάργκο που επέβαλαν οι ΗΠΑ. Στην πραγματικότητα, το Ισραήλ θα προτιμούσε να επιτεθεί ήδη τότε το Ιράν στις ΗΠΑ. Σίγουρα δεν του άρεσε το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον έφερε τους αντιπροσώπους της Τεχεράνης πάνω στα τανκ της και τους εγκατέστησε στην εξουσία στη Βαγδάτη.
Η «ειδική σχέση» της Ουάσιγκτον με το σιωνιστικό κράτος οφείλεται στο γεγονός ότι θεωρεί το τελευταίο ως φύλακα των περιφερειακών συμφερόντων των ΗΠΑ – έναν εξαιρετικά αποτελεσματικό στρατιωτικό σύμμαχο, ικανό να αναπληρώσει την αμερικανική παρουσία όταν αυτή εμποδίζεται από εσωτερικούς παράγοντες, ή να την συμπληρώσει αποτελεσματικά, όπως φαίνεται τώρα στην κοινή επίθεσή τους εναντίον του Ιράν, καθώς και στην προηγούμενη επίθεση του περασμένου Ιουνίου. Ό,τι και αν δίνει η Ουάσιγκτον στο Ισραήλ ως στρατιωτική βοήθεια, είναι ασήμαντο σε σύγκριση με τον γιγαντιαίο αμερικανικό στρατιωτικό προϋπολογισμό, και σίγουρα είναι μια πολύ καλή επένδυση σε σύγκριση με το περιορισμένο αποτέλεσμα που θα είχε το ίδιο ποσό αν προστεθεί στις δαπάνες του Πενταγώνου. Μερικές φορές, ένας ιδεολογικός παράγοντας μπορεί να ενισχύσει την υποστήριξη της Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ, όπως συνέβη με τον Τζο Μπάιντεν, σίγουρα τον πιο γνήσιο και ακλόνητο σιωνιστή από όλους τους προέδρους των ΗΠΑ, και περήφανο για αυτό.
Bashir Abu-Manneh: Ως αντίδραση στην αμερικανο-ισραηλινή επιθετικότητα, το Ιράν κάνει αυτό που είχε δηλώσει ότι θα κάνει πάντα: επιτίθεται στα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των χωρών του Κόλπου. Ποιοι είναι οι στόχοι του Ιράν σε αυτόν τον πόλεμο και θα επιβιώσει το αντιδημοφιλές καθεστώς του Ιράν;
Gilbert Achcar: Οι στόχοι του Ιράν για την εξάπλωση του πολέμου σε ολόκληρη την περιοχή είναι πολύ σαφείς και έχουν πράγματι διατυπωθεί με τη μορφή απειλών πολύ πριν από την έναρξη της επίθεσης. Αυτή είναι στην πραγματικότητα το μόνο στρατιωτικό χαρτί που έχει στα χέρια του το Ιράν για να αντιμετωπίσει την επίθεση: εκτός από τους βομβαρδισμούς στο Ισραήλ και τις αμερικανικές δυνάμεις που βρίσκονται εντός της εμβέλειάς του, επιδιώκει να προκαλέσει τέτοια αναστάτωση στα κράτη του Κόλπου και στις εξαγωγές πετρελαίου τους, ώστε να ασκήσει σημαντική πίεση στην παγκόσμια οικονομία και στα κράτη αυτά, οδηγώντας τα με τη σειρά τους να ασκήσουν πίεση στην Ουάσιγκτον προκειμένου να σταματήσει η επίθεση το συντομότερο δυνατό.
Όσον αφορά την επιβίωση της ιρανικής κυβέρνησης, δεν βλέπω προς το παρόν καμία ρεαλιστική προοπτική πτώσης της. Η λαϊκή εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης μπορεί να ξαναρχίσει μετά το τέλος του πολέμου, αλλά είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ο λαός θα βγει στους δρόμους της Τεχεράνης κάτω από βόμβες. Ακόμα κι αν το έκανε, δεν υπάρχει οργανωμένη αντιπολιτευτική δύναμη στο Ιράν ικανή να ανατρέψει την Ισλαμική Δημοκρατία. Αντιμέτωπο με την εξέγερση που ξεκίνησε στα τέλη του περασμένου έτους και εξελίχθηκε στην μεγαλύτερη που έχει γνωρίσει το Ιράν από την εξέγερση που ανέτρεψε τον Σάχη το 1979, το θεοκρατικό καθεστώς έχει δείξει ότι δεν θα διστάσει να σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Το μόνο εναλλακτικό σενάριο θα ήταν η διάσπαση των ενόπλων δυνάμεων του Ιράν –όπως μια διάσπαση μεταξύ του τακτικού στρατού και των Φρουρών της Επανάστασης, της συγκεκριμένης ένοπλης σπονδυλικής στήλης της κυβέρνησης– που θα οδηγούσε σε έναν εμφύλιο πόλεμο παρόμοιο με αυτόν της Συρίας. Αλλά αυτό είναι ακριβώς ο εφιάλτης της Ουάσιγκτον, αν και είναι το πιο ωραίο όνειρο του Ισραήλ.
Αυτό εξηγεί την επιμονή του Τραμπ να επιθυμεί μια αλλαγή μέσα από το κράτος, ακόμη και να προσβλέπει στη συνεργασία με «θρησκευτικούς ηγέτες» που είναι ευνοϊκοί προς τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Προς το παρόν, το ιρανικό καθεστώς φαίνεται να έχει επιλέξει να συνεχίσει την αντιπαράθεση, επιλέγοντας τον γιο του Χαμενεΐ, Μοτζτάμπα, ως νέο Ανώτατο Ηγέτη. Αν ο Τραμπ θα καταφέρει τελικά να πετύχει αυτό που επιθυμεί ή αν το ιρανικό καθεστώς θα παραμείνει αμετάπειστο, είναι προς το παρόν αδύνατο να το προβλέψει κανείς, αν και οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν προς τη δεύτερη κατεύθυνση.
Bashir Abu-Manneh: Τι γίνεται με τη δική σας χώρα, το Λίβανο; Το Ισραήλ δεν έχει σταματήσει να τον βομβαρδίζει από τις 7 Οκτωβρίου και η Χεζμπολλάχ είναι μια σοβαρά αποδυναμωμένη δύναμη τόσο στρατιωτικά όσο και πολιτικά και έχει χάσει μεγάλο μέρος της λαϊκής υποστήριξης που είχε όταν πολεμούσε το Ισραήλ το 2006, ειδικά μετά την παρέμβασή της στο πλευρό του βάναυσου καθεστώτος Άσαντ. Πού βαδίζει η Χεζμπολλάχ;
Gilbert Achcar: Το Ισραήλ θεωρεί τη Χεζμπολλάχ αποκλειστικά ως εκπρόσωπο της Τεχεράνης. Ωστόσο, η Χεζμπολλάχ είναι επίσης ένα μαζικό κόμμα που υποστηρίζει το ίδιο ιδεολογικό μείγμα με την Τεχεράνη, δηλαδή αντισιωνισμό, αντι-αμερικανισμό, σιιτικό σεκταρισμό και ισλαμικό φονταμενταλισμό. Αυτό σημαίνει ότι, όπως και στην επίθεσή του για την καταστροφή της Χαμάς, το Ισραήλ προσπαθεί να εξοντώσει τη Χεζμπολλάχ με ένα συνδυασμό άμεσων χτυπημάτων, μεταξύ των οποίων και ο αποκεφαλισμός της οργάνωσης το φθινόπωρο του 2024, με την δοκιμασμένη στρατηγική καταστολής της εξέγερσης που ονομάζεται «στραγγίστε τη θάλασσα» — δηλαδή, επιτεθείτε στη λαϊκή βάση που υποστηρίζει τον εχθρό για να την αποσπάσετε από αυτόν και τελικά να την στρέψετε εναντίον του.
Η ισραηλινή εκδοχή αυτής της στρατηγικής είναι γνωστή ως δόγμα Νταχίγια, από τα νότια προάστια της Βηρυτού (νταχίγια σημαίνει προάστιο στα αραβικά) με πυκνό πληθυσμό σιιτικής πλειοψηφίας, τα οποία δέχθηκαν σφοδρές επιθέσεις και καταστράφηκαν σε μεγάλη έκταση κατά τη διάρκεια της ισραηλινής επίθεσης του 2006 εναντίον της Χεζμπολλάχ, μαζί με άλλες περιοχές του Λιβάνου με σιιτική πλειοψηφία που υποστηρίζουν τη Χεζμπολλάχ. Αυτό είναι που το Ισραήλ εφαρμόζει και πάλι στον Λίβανο, ακόμη πιο βίαια από ό,τι το 2006 ή το 2024, με σκοπό να αναγκάσει τις κυβερνητικές δυνάμεις του Λιβάνου να εξαναγκάσουν τη Χεζμπολλάχ να αφοπλιστεί. Είναι δύσκολο να προβλέψουμε πώς θα τελειώσει όλο αυτό, καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έκβαση της συνεχιζόμενης επίθεσης κατά του Ιράν.
Επιτρέψτε μου ένα τελευταίο σχόλιο σχετικά με αυτό το θέμα. Στον γενοκτονικό πόλεμο που διεξάγει στη Γάζα, ο οποίος παρουσιάζεται ως επίθεση εναντίον της Χαμάς, καθώς και στη δολοφονική επίθεσή του εναντίον του Λιβάνου με στόχο τη Χεζμπολλάχ, το Ισραήλ, με μια από τις πικρές ειρωνείες της ιστορίας του, ενεργεί με τρόπο πολύ παρόμοιο με αυτό που συνήθως θεωρείται ως ένα πρώιμο παράδειγμα της στρατηγικής «στραγγίστε τη θάλασσα»: την τρομερά βίαιη καταστολή από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τον 2ο αιώνα μ.Χ., της εβραϊκής εξέγερσης εναντίον της, υπό την ηγεσία του Σιμόν Μπαρ Κοχμπά.
Είναι σαν το σιωνιστικό κράτος να ήθελε να μιμηθεί όλους τους ιστορικούς καταπιεστές των Εβραίων, από την αρχαιότητα έως τον εικοστό αιώνα, επιβάλλοντας παρόμοια μεταχείριση στους λαούς της Μέσης Ανατολής. Η «δαρβινική μίμηση» αυτών που μισούν τους Εβραίους από τους σιωνιστές, όπως την είχε προβλέψει ο ιδρυτής του πολιτικού σιωνισμού, Τέοντορ Χερτσλ, είναι πραγματικά ολοκληρωτική.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Gilbert Achcar, “Middle East Wars Are Still About Oil and Empire”, Jacobin, 9 Μαρτίου 2026, https://jacobin.com/2026/03/us-imperialism-mena-war-oil-economy· αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article78267.