Κυριακή, 10 Απριλίου 2022 22:56

H εξέγερση των ολιγαρχών στο Ντονμπάς

H εξέγερση των ολιγαρχών στο Ντονμπάς

του Marcin Zbigniew Kowalewski*

ΠΗΓΗ: www.contra-xreos.gr

* Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην πολωνική έκδοση της Monde Diplomatique αρ.12 (106) το Δεκέμβριο 2014 και αναδημοσιεύτηκε σε αγγλική μετάφραση στο International Viewpoint, 27.01.2015

Στις 20 Φεβρουαρίου 2014 σκοτώθηκαν 75 άτομα στην πλατεία Μαϊντάν του Κίεβου. Την επομένη ο Πολωνός Υπουργός Εξωτερικών Ράντοσλαβ Σικόρσκι επέμεινε: «Εάν δεν υπογράψετε τη συμφωνία, θα έχετε πόλεμο και θα δείτε το στρατό στους δρόμους. Θα πεθάνετε όλοι». Παρόμοιες δηλώσεις έκαναν και οι Υπουργοί της Γαλλίας και της Γερμανίας. Οι τρεις Ουκρανοί αρχηγοί της αντιπολίτευσης τελικά υπέκυψαν στις πιέσεις. Παρόλο που φοβόντουσαν τα χειρότερα – ιδίως τις αντιδράσεις του κινήματος Μαϊντάν – δέχτηκαν μια συμβιβαστική λύση με τον Γιανουκόβιτς. Θα παρέμενε πρόεδρος μέχρι το Δεκέμβριο – δηλαδή μέχρι τις πρόωρες προεδρικές εκλογές. Οι δυτικές πολιτικές ελίτ ανακουφίστηκαν: η επανάσταση εκτράπηκε και οδηγήθηκε προς το θεσμικό δρόμο, όπου αναπόφευκτα θα έφθανε σε αδιέξοδο. Αμέσως όμως ήρθε η πρώτη έκπληξη. Οι στρατιωτικές δυνάμεις του Υπουργείου Εσωτερικών και της αστυνομίας αντέδρασαν σ’ αυτή τη συμφωνία σαν να επρόκειτο για συνθηκολόγηση του Γιανουκόβιτς. Ολοταχώς, ίσως ακόμα και πανικόβλητες, εγκατέλειψαν το πεδίο των μαχών, αφήνοντας το καθεστώς χωρίς τις δυνάμεις ασφάλειας που διέθετε. Όλο και περισσότεροι αστυνομικοί προσχώρησαν στο κίνημα του Μαϊντάν.

Ταυτόχρονα το Μαϊντάν θεώρησε ότι αυτοί που συνθηκολόγησαν ήταν οι αρχηγοί της αντιπολίτευσης. Μέσα στο σκοτάδι, πάνω από τα κεφάλια του τεράστιου και εξοργισμένου πλήθους, μέσα από τη θάλασσα των αναμμένων κεριών, περνούσαν τα φέρετρα των σκοτωμένων. Ο Αρσένι Γιατσενγιούκ, ο Βιτάλη Κλίτσκο και ο Όλεχ Τιάνιμποκ έδωσαν αναφορά για τις διαπραγματεύσεις και υποστήριξαν τη συμφωνία. Το Μαϊντάν απάντησε με εχθρικά γιαχουίσματα. Ο Τιάνιμποκ πήρε τον λόγο, προσπαθώντας να ελέγξει τα πνεύματα των μαζών. Ο διοικητής μιας από τις ομάδες αυτο-άμυνας του Μαϊντάν, ο 27-χρονος Βολοντίμιρ Παρασιούκ, άνοιξε δρόμο μέσα από το πλήθος, ανέβηκε στην εξέδρα, άρπαξε το μικρόφωνο και εκφώνησε ένα σύντομο αλλά συναισθηματικά φορτωμένο λόγο, ο οποίος, από τις πρώτες του στιγμές, έγινε μέρος της ιστορίας: «Δεν ανήκουμε σε καμιά οργάνωση, είμαστε απλώς μέρος του ουκρανικού λάου. (…) Εμείς, οι απλοί άνθρωποι, λέμε στους πολιτικούς μας που στέκονται εδώ πίσω μου: κανένας Γιανουκόβιτς δεν θα μείνει πρόεδρος μέχρι το τέλος του έτους. Πρέπει να ξεκουμπιστεί από εδώ μέχρι αύριο το πρωί στις δέκα.» Βούιξε η πλατεία από τα χειροκροτήματα, επιβεβαιώνοντας τη θερμή της υποστήριξη. «Οι ηγέτες μας έσφιξαν το χέρι αυτού του δολοφόνου. Ντροπή!» «Ντροπή» απάντησε το πλήθος. «Εάν μέχρι αύριο στις δέκα δεν μας φέρετε μια δήλωση απαιτώντας την παραίτηση του Γιανουκόβιτς, θα επιτεθούμε, με τα όπλα στα χέρια! Το ορκίζομαι!».[i] Η συμφωνία που είχε υπογραφεί λίγες ώρες νωρίτερα μόλις είχε θαφτεί. Όταν έμαθε τι έγινε με τις ένοπλες δυνάμεις και τι μεσολάβησε στο Μαϊντάν, ο Γιανουκόβιτς εγκατέλειψε το Κίεβο με ελικόπτερο πριν από τα μεσάνυχτα. Είχε καταρρεύσει το καθεστώς.

Είναι αδύνατο να αναχαιτιστούν γνήσιες λαϊκές επαναστάσεις. Εκπλήσσουν και τον ίδιο τον εαυτό τους. Σε αυτό έγκειται η μεγάλη τους δύναμη, αλλά ταυτόχρονο και η πηγή της τρομερής τους αδυναμίας. Ο Λώρενς της Αραβίας, - ο οποίος κάτι ήξερε για το τι είναι μια επανάσταση – έγραψε ότι όσοι συμμετέχουν σε αυτές «είναι πολύ επικίνδυνοι, γιατί μπορεί να υλοποιήσουν τα όνειρά τους με ανοιχτά μάτια»[ii]. Οι επαναστάσεις δεν λογαριάζουν το συσχετισμό δυνάμεων. Το κίνημα του Μαϊντάν, αποφασίζοντας να θέσει τελικά τέλος στην αποικιακή σχέση που είχε δέσει την Ουκρανία στο άρμα της Ρωσίας επί τρεις δεκαετίας, και, προς το σκοπό αυτό, να στραφεί προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέτρησε τις δυνάμεις του ανάλογα με τις επιδιώξεις του. Ωστόσο, ο ρωσικός ιμπεριαλισμός, παρά την εξασθένησή του μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, έχει ήδη ξαναγεννηθεί από τις στάχτες του[iii]. Η επαναφορά της ρωσικής κυριαρχίας πάνω στην Ουκρανία είναι ζήτημα ύψιστης στρατηγικής σημασίας για τη Ρωσία. Σε αυτό οφείλεται και η άμεση αντεπίθεση.

Η αυτοκρατορία περνάει στην αντεπίθεση

Η Ρωσία κατόρθωσε να καταλάβει την Αυτόνομη Δημοκρατία της Κριμαίας και της Σεβαστούπολης – τη ρωσική εκδοχή του Guantanamo – εκμεταλλευόμενη την τεράστια στρατιωτική αδυναμία της Ουκρανίας. Το 1994 οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία, από κοινού με τη Ρωσία, έπεισαν την Ουκρανία – τότε η τρίτη μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη στον κόσμο -να εγκαταλείψει τα πυρηνικά της όπλα. Σε αντάλλαγμα πήρε ένα χαρτί, άχρηστο όπως αποδείχτηκε είκοσι χρόνια αργότερα, το Μνημόνιο της Βουδαπέστης[iv]. Αργότερα, ύστερα από τις προσπάθειες του Γερουσιαστή Μπάρακ Ομπάμα, με υποστήριξη του αμερικανικού Κογκρέσου και του προέδρου George W. Bush, η Ουκρανία έδωσε άδεια στις Ηνωμένες Πολιτείες να καταστρέψουν μεγάλο μέρος των συμβατικών όπλων της χώρας[v]. Έτσι η Ρωσία μπόρεσε να προχωρήσει στην προσάρτηση σχεδόν χωρίς ντουφεκιά. Οι δυτικές πολιτικές ελίτ και τα ΜΜΕ, φοβούμενοι στρατιωτική σύγκρουση με τη Ρωσία, νομιμοποίησαν την προσάρτηση: σχεδόν κανένας δεν αμφισβήτησε την ανακοίνωση ότι το 83% των ψηφοφόρων συμμετείχε στο δημοψήφισμα για την προσάρτηση. Το μήνυμα ήταν σαφές: ακόμα και εάν σημειώθηκε νοθεία του αποτελέσματος, γνωρίζουμε ότι οι ρωσόφωνοι αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων της Κριμαίας και γνωρίζουμε τις επιλογές τους. Τα διεθνή ΜΜΕ αποσιώπησαν τα τελείως διαφορετικά στοιχεία που έδωσαν στη δημοσιότητα οι ηγέτες των Τατάρων της Κριμαίας. Δεν γνωστοποίησαν την έκθεση του Γιεφγιένη Μπομπρόφ, η οποία δημοσιεύτηκε από το Προεδρικό Συμβούλιο για την Ανάπτυξη της Κοινωνίας των Πολιτών και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ο Μπομπρόφ αποκάλυψε ότι «στην Κριμαία, σύμφωνα με διάφορες πηγές, 50 με 60 % των ψηφοφόρων ψήφισαν όχι τόσο υπέρ της ένωσης με τη Ρωσία, αλλά για να μπει τέλος - με τα δικά τους λόγια – στην «διεφθαρμένη παρανομία και τη διακυβέρνηση των προστατευμένων κλεφτών του Ντονέτσκ», προστατευμένων του καθεστώτος που είχε μόλις ανατραπεί, με άλλα λόγια, της ολιγαρχίας του Ντονμπάς[vi]. Ο όρος «ολιγαρχία» χρησιμοποιείται ευρέως στην Ουκρανία για να υποδηλώσει το τοπικό μονοπωλιακό κεφάλαιο. Ο Ρώσος Συνταγματάρχης Ίγκορ Γκίρκιν, ο οποίος αργότερα θα οριστεί ως «Υπουργός Άμυνας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ», γνωστός ως Στρελκόφ, είχε πάρει μέρος στην προσάρτηση της Κριμαίας. Δήλωσε τα εξής: «Ήταν σαφές ότι δεν υπήρχε περίπτωση να περιοριστούμε στην Κριμαία. Η Κριμαία ως τμήμα της Νοβορωσίγιας (Νέας Ρωσίας) είναι μια τεράστια κατάκτηση, ένα λαμπρό μαργαριτάρι στο στεφάνι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Αλλά η Κριμαία μόνη της, χωρισμένη από λωρίδες εχθρικού κράτους, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Όταν κατέρρεε μπροστά στα μάτια μας η ουκρανική κυβέρνηση, αντιπρόσωποι από τις περιοχές της Νοβορωσίγιας έρχονταν συνεχώς στην Κριμαία, εκφράζοντας την επιθυμία να γίνει και στην περιοχή τους αυτό που έγινε με την Κριμαία.»[vii] Η λέξη Νοβορωσίγια είναι ο παλαιός αποικιοκρατικός όρος που είχε δοθεί στη Νοτιοανατολική Ουκρανία. Με την αναγέννηση του ρωσικού ιμπεριαλισμού παρατηρούμε την επιστροφή των αυτοκρατορικών τίτλων «Νέα Ρωσία» και «Μικρή Ρωσία».

Προπύργιο των μονοπωλιακού κεφαλαίου

Μετά από εκατοντάδες χρόνια αποικιοκρατικής διακυβέρνησης, η Ουκρανία είναι η Ευρωπαϊκή χώρα με τις μεγαλύτερες περιφερειακές ανισότητες. Το Ντονμπάς, που βρίσκεται δίπλα στη Ρωσία, σημαντικό κέντρο της βαριάς βιομηχανίας – παράγει κάρβουνο και ατσάλι - είναι το κυριότερο προπύργιο του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Από την άποψη της συγκέντρωσης κεφαλαίων υπερτερεί κατά πολύ σε σχέση με άλλες περιοχές. Δύο ερευνητές που ανέλυσαν την επανόρθωση του καπιταλισμού στο Ντονμπάς, ο Βλάντ Μυχνένκο και ο Άνταμ Σβέϊν, έχουν επισημάνει από καιρό ότι οι κυρίαρχες αντιλήψεις για την περιοχή «τόσο από τη φιλελεύθερη όσο και από την μαρξιστική παράδοση είναι τουλάχιστο εν μέρει προϊόν μιας αποικιοκρατικής δυτικοκεντρικής θεώρησης των πραγμάτων.».[viii] Το επιχείρημα είναι ότι «κάτω από το πρίσμα της εθνικότητας, της ιδεολογίας και της γεωπολιτικής, η χώρα είναι χωρισμένη σε ένα «ανατολικό τμήμα», το οποίο υποτίθεται κυριαρχείται από μια νομενκλατούρα αντίθετη με την αγορά που επηρεάζεται από την κληρονομιά της αντι-δυτικής σοβιετικής ιδεολογίας και της ρωσικής Ορθόδοξης εκκλησίας, και ένα «δυτικό τμήμα», που είναι υποτίθεται το χωνευτήρι της ουκρανικής εθνικής ταυτότητας και κυριαρχείται από φιλοδυτικές και αντικαθεστωτικές πολιτικές που προωθούν τις μεταρρυθμίσεις.[ix]

Ωστόσο, συγκριτική έρευνα για δύο παλιές βιομηχανικές περιοχές, δομικά συγκρίσιμες, στην Ανατολική Ευρώπη, δείχνει ότι ο καπιταλισμός του Ντονμπάς έχει πιο σαφή νέο-φιλελεύθερο χαρακτήρα από την περιοχή της Άνω Σιλεσίας (Νότια Πολωνία), ενώ η τελευταία περιοχή ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Μυχνένκο απέδειξε ότι η (σχετική φυσικά ΖΚ) γενναιόδωρη κοινωνική προστασία της Άνω Σιλεσίας και τα υψηλά επίπεδα των δημόσιων δαπανών στον τομέα της υγείας και άλλων κοινωνικών υπηρεσιών οδήγησαν στην σταθερή βελτίωση των δεικτών ανθρώπινης ανάπτυξης εκεί. Αντίστροφα, η δραματική επιδείνωση πολλών βασικών δεικτών ανθρώπινης επιβίωσης και ανάπτυξης, που σημειώθηκε στο μετακομμουνιστικό Ντονμπάς, οφείλεται στη συνεχή μείωση των δημόσιων δαπανών στον υγειονομικό τομέα και σε άλλες κοινωνικές υπηρεσίες, και, γενικότερα, στο σχετικά υποτονικό ρόλο του κράτους στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας.[x]

Το ληστρικό μονοπωλιακό κεφάλαιο, το οποίο σε γενικές γραμμές σχηματίστηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στο Ντονμπάς με πολιτικά, εγκληματικά και άλλα μη οικονομικά μέσα συσσώρευσης, ενοποιήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990, φράζοντας την πρόσβαση στην περιοχή σε άλλα ανταγωνιστικά κεφάλαια, και κατέκτησε την περιφερειακή πολιτική εξουσία μέσα από το Κόμμα των Περιφερειών. Σε αντάλλαγμα για την υποστήριξη που έδωσε στον πρόεδρο Λεονίντ Κούτσμα (1994-2005) κέρδισε για το Ντονμπάς, δηλαδή για τον εαυτό του, μεγάλη οικονομική αυτονομία και πολλά προνόμια. Είναι η μόνη περιοχή της Ουκρανίας που κέρδισε τέτοια προνόμια. Κάτι τέτοιο είναι δυνατό μόνο χάρη στη συνεργασία μεταξύ των μελών της τοπικής ελίτ για να υπερασπιστούν τα υπερκέρδη τους (…) τα οποία με τη σειρά τους δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τις ομάδες των ελίτ να διεισδύσουν στον κρατικό μηχανισμό. Ενώ η περιοχή χαίρεται ντε φάκτο οικονομικής αυτονομίας, δεν υπάρχει πίεση για περισσότερη πολιτική αυτονομία, αλλά αντίθετα μια ώθηση προς την επιχειρησιακή επέκταση πέρα από τα σύνορα της περιοχής.»[xi]

Έτσι ήταν η κατάσταση στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα. Μάλιστα, ένας από τους καλύτερους δυτικούς γνώστες της ιστορίας του Ντονμπάς, ο Χιροάκι Κουρομίγια, είπε ότι το Ντονμπάς είναι σε θέση να υπερπηδήσει άλλες περιοχές για να «αγκαλιάσει μια καπιταλιστική και δημοκρατική Ευρώπη»[xii], με άλλα λόγια να συνεχίσει την υλοποίηση νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων σε ολόκληρη τη χώρα.

Η κατάληψη της κεντρικής εξουσίας

Το 2004 η επέκταση του μονοπωλιακού κεφαλαίου του Ντονμπάς οδήγησε στην πρώτη του απόπειρα να καταλάβει την κεντρική εξουσία: η νοθεία των εκλογών προκειμένου να εκλεγεί πρόεδρος της Ουκρανίας ο πολιτικός του εκπρόσωπος, ο υποψήφιος του Κόμματος των Περιφερειών, Γιανουκόβιτς. Η απόπειρα ανακόπηκε προσωρινά, λόγω του ξεσπάσματος της «Πορτοκαλί Επανάστασης». Χρησιμοποιώντας εκλεπτυσμένες ερευνητικές μεθόδους, ο Μυχνένκο βρήκε ότι «η ταξική σύνθεση μιας περιοχής ήταν ο κύριος πιο σημαντικός παράγοντας πίσω από την εκλογική νίκη του [Βίκτορ] Γιουστσένκο», επειδή «η πορτοκαλί νίκη επιτεύχθηκε με την πλειοψηφία των ψήφων που συγκεντρώθηκαν στις περιοχές της χώρας με την μικρότερη παρουσία της αστικής τάξης». Ο Γιανουκόβιτς, αντίθετα, κέρδισε τους ψηφοφόρους ιδίως «όπου είχε αναπτυχθεί περισσότερο η καπιταλιστική τάξη των αστικών κέντρων»[xiii] Εννιά χρόνια αργότερα, στις διάφορες περιοχές, η λαϊκή υποστήριξη της «Επανάστασης της Αξιοπρέπειας» του Μαϊντάν ήταν κατά γενικές γραμμές παρόμοια με εκείνη της «Πορτοκαλί Επανάστασης». Στα τέλη Ιανουαρίου 2014 η υποστήριξη αυτή ήταν πολύ ισχυρή στη δύση (80%), αξιόλογη στο κέντρο της χώρας (51%), χαμηλή στο νότο (20%) και πολύ χαμηλή στην Ανατολική Ουκρανία (8%, δέκα φορές μικρότερη απ’ ο,τι στο δυτικό μέρος). Αντίθετα, η υποστήριξη για το καθεστώς του Γιανουκόβιτς ήταν ισχυρή στην Ανατολή (52%), χαμηλή στο Νότο (32%), πολύ χαμηλή στο κέντρο (11%) και ασήμαντη στη Δύση (3%, 17 φορές μικρότερη απ’ ο,τι στην Ανατολή).[xiv]

Το γεγονός ότι η υποστήριξη της επανάστασης που έριξε την κυριαρχία του μονοπωλιακού κεφαλαίου του Ντονμπάς ήταν μεγαλύτερη εκεί που η αστική τάξη είχε λιγότερη δύναμη, μέχρι τώρα δεν έχει ανοίξει το δρόμο της εξουσίας σε καμιά πολιτική δύναμη που να παρουσιάζει στο πρόγραμμά της μια ριζοσπαστική εναλλακτική λύση έναντι του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Αντιθέτως, η «Επανάσταση της Αξιοπρέπειας» άνοιξε το δρόμο της εξουσίας σε άλλες νεοφιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις, που εκπροσωπούν λιγότερο συγκεντρωμένα και πολιτικά πιο διαιρεμένα κεφάλαια. Οι σκέψεις για τα αίτια αυτής της εξέλιξης θα παραμείνουν άγονες εάν δεν πάρουν σαν αφετηρία το πιο αποφασιστικό στοιχείο: το γεγονός ότι οι επαναστάσεις δεν γεννούν αντικαπιταλιστικές πολιτικές δυνάμεις. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να προωθούν αυτές τις δυνάμεις στην ηγεσία της επανάστασης, και αυτό μπορεί να γίνει μόνο όταν αυτές υπάρχουν και παίρνουν σάρκα και οστά όχι στη φαντασία των ακτιβιστών, αλλά στην πραγματικότητα κοινωνικών κινημάτων.

Ο εκρωσισμός του Ντονμπάς

Από τη δεκαετία του 1940 μέχρι το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980 η φαινομενική διεθνοποίηση της κοινωνίας έκρυψε τη σχεδιασμένη πολιτική εκρωσισμού, η οποία σταδιακά άρχισε να διαμορφώνει την εικόνα του Ντονμπάς ως «ρωσόφωνης περιοχής».[xv] Στην ανεξάρτητη Ουκρανία αυτή η πολιτική εφαρμόστηκε από τις περιφερειακές αρχές των ολιγαρχών. Στο διάστημα 1970-1989-2001, το ποσοστό των Ουκρανών που θεώρησαν ως μητρική τους γλώσσα την ουκρανική μειώθηκε στην περιοχή του Ντονέτσκ από 79% σε 59,6 % και στη συνέχεια σε 41,2%. Στην περιοχή του Λουχάνσκ μειώθηκε από 87,5% σε 66,4% και μετά σε 50,4%. Σήμερα, στις πόλεις του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ οι Ουκρανοί αποτελούν λιγότερο από το μισό πληθυσμού και οι ουκρανόφωνοι κάτοικοι είναι μόνο 11,1% στην πρώτη και 13,7% στη δεύτερη πόλη. Αντίθετα, στην επαρχία οι Ουκρανοί αποτελούν κυρίαρχη πλειοψηφία (73% σε αμφότερες τις περιοχές) και η μεγάλη πλειοψηφία αυτών χρησιμοποιούν την ουκρανική γλώσσα. Σήμερα στις δύο περιοχές οι Ρώσοι αποτελούν σχεδόν το 40% του πληθυσμού.[xvi]

Στη γλωσσική δομή των αστικών κέντρων παρατηρούμε τη διατήρηση λόγω αδράνειας της επιρροής των εθνο-γλωσσικών διαδικασιών της σοβιετικής περιόδου, οι οποίες σημαδεύτηκαν όχι μόνο από τη μαζική εισροή Ρώσων μεταναστών, αλλά επίσης από τη μετατροπή τους σε κυρίαρχη μειοψηφία, ενώ οι Ουκρανοί έγιναν μια μαζική εθνοτική ομάδα (κυριαρχούμενη πλειοψηφία)».[xvii] Δεν είναι όμως μόνο θέμα αδράνειας. Όπως ακριβώς συνέβη στη Σοβιετική Ένωση, όπου μεγάλα αστικά κέντρα βρέθηκαν στο στόχαστρο της ρωσικής αποικιοκρατικής πολιτικής εκρωσισμού της περιφέρειας, μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ η εξουσία των ολιγαρχών προσπάθησε ενεργά να εφαρμόσει μια πολιτική μαζικής αναπαραγωγής της θεώρησης του Ντονμπάς ως εκρωσισμένη περιοχή που κλίνει προς τη Ρωσία.

Στην γεωπολιτική της κυριαρχίας του ρωσικού ιμπεριαλισμού στην Ουκρανία και σε ολόκληρη τη δυτική επικράτεια του «Ρωσικού Κόσμου» (Ruskii Mir) – κατά την αντίληψη των φιλομοναρχικών ορθόδοξων και εκείνη των Μαύρων Εκατονταρχιών και των Λευκοφρουρών – το Ντόμπας έχει εξέχουσα σημασία. Πριν από λίγα χρόνια ο Ουκρανός ιστορικός Γιούρι Νικολάετς πήρε μια πολύ σαφή και διορατική θέση για το ζήτημα αυτό. Έγραψε: «Στις παρούσες συνθήκες, το Ντονμπάς, ως μεθόριος μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, έχει γίνει πράγματι μια από τις μεταβλητές στην επέκταση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως κυρίαρχης χώρας. Η χώρα αυτή παίζει ενεργά το χαρτί μιας «ταυτότητας του Ντονμπάς» με σκοπό την επίλυση ορισμένων από τα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματά της μέσα από την επέκταση της σφαίρας επιρροής της στο ουκρανικό έδαφος. Το «γλωσσικό ζήτημα», σε συνδυασμό με την επέκταση της ρωσικής γλώσσας και το φαντασιακό όραμα ενός «αιώνια ρωσικού Ντονμπάς», μετατρέπεται έτσι σε ένα από τα εργαλεία αποσταθεροποίησης της Ουκρανίας. Φαίνεται, ωστόσο, ότι στον οικονομικό τομέα η ρωσική πλευρά ενδιαφέρεται περισσότερο για τον έλεγχο της βιομηχανίας χάλυβα παρά για την εξόρυξη ορυκτών καυσίμων. Το θέμα είναι ότι η εξορυκτική βιομηχανία απαιτεί σημαντική επιδότηση και ότι ακόμα επί ΕΣΣΔ η κερδοφορία των ανθρακωρυχείων ήταν αμφίβολη. Αντίθετα, ο έλεγχος των χαλυβουργείων δημιουργεί κέρδος και επιτρέπει την επέκταση της ζώνης επιρροής στο ουκρανικό έδαφος. Για τον λόγο αυτό, είναι περισσότερο πιθανόν ότι ο ρωσικός πληθυσμός της περιοχής θα ξαναγίνει όμηρος των συμφερόντων της πολιτικής ηγεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όταν λόγων των τιμών του ρωσικού φυσικού αερίου θα μειωθεί η ανταγωνιστικότητα των ουκρανικών βιομηχανικών επιχειρήσεων και θα πέσει το βιωτικό επίπεδο των κατοίκων. Έτσι, με τη χρήση λαϊκιστικών συνθημάτων όπως «αδελφότητα σλαβικών εθνών», «υποστήριξη του ρωσικού πληθυσμού» στην Ουκρανία και «διεύρυνση της χρήσης της ρωσικής γλώσσας», με σκοπό την εμπόδιση της «ουκρανοποίησης» του Ντονμπάς, θα υπονομευθεί η κοινωνική σταθερότητα του ουκρανικού κράτους, προκαλώντας έτσι μια σύγκρουση ανάμεσα στους πληθυσμούς της δυτικής και της ανατολικής Ουκρανίας.[xviii]

Η «κόντρα» των ολιγαρχών

Ο όρος «η κόντρα του Ντονμπάς» ταιριάζει πολύ καλά για να περιγράψει την εξέγερση των ολιγαρχών του Ντονμπάς, γιατί μας θυμίζει έντονα το ένοπλο αντεπαναστατικό κίνημα το οποίο χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ στην Νικαράγουα μετά την ανατροπή του καθεστώτος του Σομόζα. Οι βαρόνοι του Κόμματος των Περιφερειών και οι μεγιστάνες βιομήχανοι άρχισαν να κινητοποιήσουν αυτή την «κόντρα» στη διάρκεια του κινήματος του Μαϊντάν, προκειμένου να εμποδίσουν την επέκτασή του στο Ντονμπάς και να υποστηρίξουν τον κρατικό μηχανισμό καταστολής με την αποστολή πολιτοφυλάκων – των περιβόητων «τιτούσκι» - στο Κίεβο. Ξεκίνησε μια προπαγανδιστική καμπάνια για το θανάσιμο κίνδυνο που παρουσίαζαν οι «Ναζί, φασίστες και Μπαντεριστές» του Μαϊντάν, για τους οποίους διαδόθηκαν τρομακτικές ιστορίες, με την υποστήριξη των τηλεοπτικών καναλιών του ρωσικού καθεστώτος, που κατέχουν μια ηγεμονική θέση στην περιοχή. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουκρανίας (ΚΚΟ), που έχει σημαντική επιρροή εκεί, δεν δίστασε να αντιγράψει τη ναζιστική ρητορική για τα εβραϊκά γκέτο, χαρακτηρίζοντας το Μαϊντάν ως «άσπρο απ’ έξω, μαύρο από μέσα», συγκρίνοντας το κίνημα με τα γκέτο των Μαύρων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα οποία περιγράφει ως φωλιά παρασιτικών τεμπέληδων.

Ιδού ένα απόσπασμα αυτής της άθλιας προπαγάνδας: «Τεράστιοι σωροί σκουπιδιών, μολύνσεις και αρρώστιες κάθε είδους, άγνωστες μέχρι πρότινος στην ιατρική, χαρακτηρίζουν τη ζωή σε αυτούς τους καταυλισμούς. Οι κάτοικοί τους δεν εργάζονται πουθενά και πληρώνονται μόνο επειδή περιφέρονται άσκοπα στους δρόμους. Δικαιολογούν την άρνησή τους να εργάζονται με το επιχείρημα ότι δεν είναι πλέον δούλοι. Εκεί πέρα, στην Αμερική, υπάρχουν γκράφιτι του Μάρτιν Λούθερ Κίγκ. Εδώ σε μας τα πορτραίτα της Τιμοσένκο και του Μπαντέρα. Εδώ και εκεί είναι ντυμένοι με όσα τους έδωσαν κάποιες καλές ψυχές. Εδώ, όπως και στην άλλη όχθη του ωκεανού, αυτά τα χάλια φοράνε το ελκυστικό όνομα «δημοκρατία». Όμως στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε πλέον δημοκρατία. Τουλάχιστο στη Νέα Υόρκη, στο Λος Άντζελες και στο Σαν Φρανσίσκο η αστυνομία κάνει που και που επιδρομές σε τέτοια μέρη και απλώς σκοτώνει κάποιους λυσσασμένους Αράπηδες. (…) Ακόμα και οι σκουρόχρωμοι μικροπωλητές μεταχειρισμένων προϊόντων του Κίεβου φαίνονται λίγο πιο πολιτισμένοι από τους «ανοιχτόχρωμους αδελφούς» μας από τις δυτικές περιοχές της χώρας που συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του Μαϊντάν. «Άσπροι απ’ έξω, μαύροι από μέσα».[xix] Δεν πρέπει να εκπλήττει αυτό το ρατσιστικό ξέσπασμα – το ΚΚΟ είναι αποικιοκρατικό κόμμα.

Μετά την πτώση του καθεστώτος Γιανουκόβιτς, δηλαδή όταν η πολιτική και οικονομική ελίτ του Ντονμπάς έχασε την κρατική εξουσία, η εν λόγω ελίτ πανικοβλήθηκε. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο του Ντονμπάς αποφάσισε να οπισθοχωρήσει στο προπύργιό του για να διατηρήσει την εξουσία του τουλάχιστο εκεί: στόχος η επιβολή της – πλέον πολιτικής - αυτονομίας της περιοχής, να δεχθεί την υποστήριξη του ρωσικού ιμπεριαλισμού και - εν ανάγκη με στρατιωτική στήριξη - να οργανώσει την απόσχιση της περιοχής από το ουκρανικό κράτος. Γνωρίζουμε ποιος ήταν ο ρόλος του Ρινάτ Αχμέτοφ, του μεγιστάνα βιομήχανου του Ντονέτσκ και του μεγαλύτερου ολιγάρχη της Ουκρανίας: «Η Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονέτσκ ήταν το δικό του σχέδιο» αναγνώρισε χωρίς περιστροφές η Ρούσκιγια Βέσνα, η ιστοσελίδα των αυτονομιστών[xx]. Ένας από τους ηγέτες της εξέγερσης, ο Πάβελ Γκουμπάρεφ, αφηγήθηκε χωρίς αναστολές στα ρωσικά ΜΜΕ το ρόλο που έπαιξε σε αυτό το σχέδιο το Κόμμα των Περιφερειών, μαζί με τον Αχμέτοφ: «Σε κάθε πόλη άρχισαν να εμφανίζονται οι ηγέτες των λεγόμενων εθελοντικών λαϊκών πολιτοφυλακών. Και το κόμμα της εξουσίας, των ανατολικών μας ολιγαρχών (…) άρχισε να συνεργάζεται με τους ακτιβιστές των πολιτοφυλακών. Αποδείχτηκε ότι τα δύο τρίτα αυτών των ακτιβιστών ήδη πληρώνονταν από τον Αχμέτοφ. Μια μικρή ομάδα ανθρώπων έμεινε πιστή στην ιδέα, αλλά και αυτοί πήραν τα λεφτά. ‘Ολοι πήραν τα λεφτά!»[xxi]

«Τράβηξα τη σκανδάλη του πολέμου!»

Στην περιφέρεια Λουχάνσκ η εξέγερση εμπνεύστηκε από τον Αλεξάντρ Εφρέμοφ, το δεξί χέρι του Γιανουκόβιτς στο Κόμμα των Περιφερειών και έναν άνθρωπο του οποίου τα συμφέροντα είναι τόσο απλωμένα όσο είναι σκοτεινά. Όταν την περίοδο 1998-2005 ήταν επικεφαλής της περιφέρειας, οργάνωσε μαζικές πτωχεύσεις επιχειρήσεων και μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κατάρρευση[xxii].

Ήταν ο Βάλερυ Μπολότοφ - ο πρώην σοφέρ και σωματοφύλακάς του, υπεύθυνος για τον έλεγχο των «κοπάνκι», των παράνομων ορυχείων των φτωχών, από τα οποία εισέπραττε φόρους για το αφεντικό του - που έγινε ο ηγέτης της εξέγερσης στο Λουχάνσκ και ήταν στην αρχή «πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας του Λουχάνσκ». Η «κόντρα» και οι ρωσικές ειδικές υπηρεσίες, που άρχισαν να δραστηριοποιούνται, χρειάζονταν πιο μαχητικά στοιχεία από τους γραφειοκράτες του Κόμματος των Περιφερειών και του ΚΚΟ, οπότε το αυτονομιστικό κίνημα πέρασε γρήγορα στα χέρια των δικτύων της ρωσικής εθνικιστικής ακροδεξιάς, που είχαν εδραιωθεί από καιρό στο Ντονμπάς. Σύντομα υποστηρίχθηκαν από πολλά ακροδεξιά στοιχεία από τη Ρωσία.

Στις 6 Απριλίου, επικεφαλής αρκετών χιλιάδων ανθρώπων που μεταφέρθηκαν με λεωφορεία, οι αυτονομιστές εισέβαλαν στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασφαλείας της Ουκρανίας στο Λουχάνσκ, όπου άρπαξαν 1.300 Καλάσνικοφ, που είχαν συγκεντρωθεί εκεί για άγνωστο λόγο. Δεν ήταν, ωστόσο, το σημείο καμπής της πρώτης φάσης της εξέγερσης, διότι «στην πράξη, το απόσπασμά μας ήταν αυτό που ξεκίνησε τον τροχό του πολέμου, ο οποίος συνεχίζεται», λέει ο Στρελκόφ, ο οποίος είχε εισέλθει τότε στην Ουκρανία επικεφαλής ενός αποσπάσματος 52 ατόμων και εγκαταστάθηκε στο Σλοβιάνσκ. Αυτός ο φιλοβασιλικός οπαδός της παλινόρθωσης της ορθόδοξης ρωσικής αυτοκρατορίας, ένα σκυλί του πολέμου, χαρακτηριστικό δείγμα των αποικιακών και περιφερειακών πολέμων, που πολέμησε στην Υπερδνειστερία, στη Βοσνία στο πλευρό των Σέρβων εθνικιστών, στην Τσετσενία και που βρίσκεται στον κατάλογο των εγκληματιών πολέμου που έχει καταρτίσει η ρωσική οργάνωση Memorial, είπε για τον εαυτό του: «Τράβηξα τη σκανδάλη του πολέμου» στο Ντονμπάς[xxiii]. Λίγες εβδομάδες μετά την άφιξή του στο Σλοβιάνσκ παραπονέθηκε δημοσίως σε μια δραματική δήλωση ότι δεν υπήρξε λαϊκή εξέγερση ή μαζικό αυτονομιστικό κίνημα και ότι οι κάτοικοι του Ντονμπάς δεν ήθελαν να καταταγούν στις τάξεις των ανταρτών[xxiv].

Ως «υπουργός Άμυνας» ο Στρελκόφ δεν κατάφερε να σχηματίσει ούτε καν τον πυρήνα μιας διοίκησης ή ενός γενικού επιτελείου της εξέγερσης, η οποία παρέμεινε διαιρεμένη μεταξύ διαφόρων διοικητών και ένοπλων ομάδων που δρούσαν αυτόνομα.

Παρά την υποστήριξη της Ρωσίας, η εξέγερση μπόρεσε να κρατήσει μόνο χάρη στην εξαιρετική αδυναμία του ουκρανικού στρατού - ο οποίος, ως πολεμική δύναμη και όχι απλώς ως γραφειοκρατικός θεσμός, διαμορφώθηκε στην πράξη μόνο κατά τη διάρκεια του πολέμου - και λόγω της έλλειψης εμπειρίας της Εθνοφρρουράς και των εθελοντικών ταγμάτων, αλλά κυρίως λόγω της απίστευτης ανικανότητας, αδράνειας και διαφθοράς των στρατιωτικών μηχανισμών. Οι αναφορές από το πεδίο της μάχης, που μιλούν για προσπάθειες να σταματήσουν την αιμορραγία τραυματισμένων στρατιωτών με χαρτί υγείας, είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου των αναφορών για στρατιώτες που ανεκπαίδευτοι, πεινασμένοι, φορώντας αθλητικά παπούτσια, χωρίς αλεξίσφαιρα γιλέκα, επιδέσμους ή ιατρική βοήθεια, κρατούν το μέτωπο χάρη στην υλική βοήθεια που φέρνουν αφοσιωμένοι εθελοντές που ανήκουν σε ανεξάρτητες ενώσεις. Το Υπουργείο Άμυνας και το Γενικό Επιτελείο επικρίνονται συνεχώς για τις σκοτεινές συμφωνίες που κάνουν, πουλώντας εξοπλισμό και στρατιωτικό υλικό, που λείπει από το μέτωπο, ή κάνοντας αγορές σε υπερβολικές τιμές, που επιτρέπουν στους στρατηγούς να γεμίζουν τις τσέπες τους. Τα όργανα αυτά λένε συνεχώς ψέματα για την κατάσταση του εξοπλισμού, για τις προμήθειες, για την κατάσταση των στρατευμάτων στο μέτωπο και για τον αριθμό των θυμάτων. Λένε ψέματα λέγοντας ότι οργανώθηκε η εκκένωση εκατοντάδων τραυματιών, ότι έφτασαν ενισχύσεις, ότι τα στρατεύματα ξέφυγαν από την περικύκλωση, ότι παραδόθηκαν αντιαρματικά όπλα, ότι παραδόθηκαν τρόφιμα, γιλέκα και ζεστά ρούχα ...

Πρόγραμμα εθνικής άμυνας

Παρόλα αυτά, οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις άρχισαν σταδιακά να κερδίζουν νίκες. Στις αρχές Ιουλίου, ο Στρελκόφ κατάφερε να διαφύγει με το απόσπασμά του των πολλών χιλιάδων από την περικύκλωση του Σλοβιάνσκ, την τελευταία στιγμή και σχεδόν ως εκ θαύματος, παρά τη διαταγή της Μόσχας να μην εγκαταλείψει σε καμία περίπτωση την πόλη. Κατάφερε να φτάσει στο Ντονέτσκ, την υπεράσπιση του οποίου τα στρατεύματα των αυτονομιστών δεν είχαν σχεδιάσει. «Αν είχαμε μείνει στο Σλοβιάνσκ, τότε το Ντονέτσκ θα είχε πέσει σε μία ή το πολύ δύο εβδομάδες. Λόγω του γεγονότος ότι σπάσαμε το κλοιό, μπορέσαμε να κρατήσουμε το Ντονέτσκ για 40 ημέρες - μέχρι την άφιξη των "αδειούχων", παρά το γεγονός ότι η κατάσταση ήταν απελπιστική τις τελευταίες ημέρες».[xxv] Οι «αδειούχοι» είναι τα ρωσικά στρατεύματα. Αποκαλούνται έτσι επειδή οι ρωσικές αρχές ισχυρίζονται ότι πρόκειται για στρατιώτες που εκμεταλλεύονται την άδειά τους για να πάνε στον πόλεμο στο Ντονμπάς, αντί να πάνε στην παραλία. Περίπου 35.000 με 40.000 «αδειούχοι», οι οποίοι συμμετέχουν στον πόλεμο σε κανονικές στρατιωτικές μονάδες, έχουν ήδη περάσει από το Ντονμπάς.

Η ρωσική επίθεση τον Αύγουστο του 2014 έσωσε τους αυτονομιστές, αλλά σε αντάλλαγμα η Μόσχα έθεσε έναν όρο, τον οποίο εκπλήρωσαν υπάκουα: Ο Στρελκόφ έπρεπε να εξαφανιστεί. Ο ρόλος των σκύλων του πολέμου, των πολέμαρχων και των τυχοδιωκτών έφτανε στο τέλος του, ειδικά από τη στιγμή που μπορούσαν να γίνουν ήρωες του «Ρωσικού Κόσμου» και επικίνδυνοι για το Κρεμλίνο. Η στρατιωτική εξουσία, και στη συνέχεια, η πολιτική εξουσία στο Ντονμπάς πέρασε σταδιακά στους μηχανισμούς του ρωσικού κράτους.

Η πρώην αποικία διεξάγει μόνη της έναν απροσδόκητο και συντριπτικό πόλεμο εναντίον της μεγάλης δύναμης. Οι απεγνωσμένες εκκλήσεις για δυτική στρατιωτική βοήθεια δεν έχουν προσφέρει μεγάλη υποστήριξη. Αν η Ουκρανία μπορεί να υπολογίζει σε βοήθεια, αυτή θα έλθει μάλλον μόνο από τις κοινωνίες που έχουν βιώσει στο παρελθόν την κυριαρχία του ρωσικού ιμπεριαλισμού και που αισθάνονται ότι κινδυνεύουν ξανά. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι δεν είναι πολύ πιθανό η Ουκρανία να καταφέρει να υπερασπιστεί τον εαυτό της, αφού η τύχη της βρίσκεται στα χέρια μιας κυβέρνησης που εκπροσωπεί τα συμφέροντα της αστικής τάξης και υλοποιεί δραστικές νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις.

Η αναζήτηση υποστήριξης ή διάσωσης από τις μεγάλες δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι η επανάληψη του λάθους, που είχε ήδη κάνει ο Ταντέους Κοσιούσκο, όταν απηύθυνε στις δυτικές κυβερνήσεις μια στείρα διακήρυξη λέγοντας ότι «οι Πολωνοί θέλουν να απελευθερωθούν από το ζυγό της Ρωσίας και ζητούν βοήθεια ενάντια σε μια αυτοκρατορία που, αν καταφέρει να πάρει το πάνω χέρι, θα διαταράξει την ισορροπία ολόκληρης της Ευρώπης». Ωστόσο, εκείνη την εποχή δεν υπήρχε στην Ευρώπη κανενός είδους ισορροπία, όπως αυτή που ζητούσε[xxvi]. Ο Ταντέους Κοσιούσκο (1746-1817) πήρε μέρος στον αμερικανικό πόλεμο της ανεξαρτησίας και οργάνωσε την ένοπλη εξέγερση το 1794 κατά της ρωσικής κατοχής κατά τη διάρκεια της δεύτερης διχοτόμησης της Πολωνίας. Θεωρείται εθνικός ήρωας στην Πολωνία, στη Λευκορωσία και στη Λιθουανία.

Μόνο ένα πρόγραμμα εθνικής άμυνας που είναι συμβατό με τα πιο ζωτικά συμφέροντα της πλειοψηφίας της ουκρανικής κοινωνίας μπορεί να είναι αποτελεσματικό. Λόγω του ταξικού της χαρακτήρα, η σημερινή κυβέρνηση δεν μπορεί να το παράγει. Το σημείο εκκίνησης ενός τέτοιου προγράμματος υποδείχθηκε από τον Maurycy Mochnacki: «είναι απαραίτητο να βασιστούμε περισσότερο στο κίνημα των μαζών, στη δράση ενός ολόκληρου λαού παρά στον τακτικό στρατό»[xxvii]. Ο Maurycy Mochnacki (1803-1834), πολιτικός ακτιβιστής και δημοσιογράφος, ο οποίος ήταν επίσης πιανίστας και ένας από τους θεωρητικούς του πολωνικού ρομαντισμού, ηγήθηκε του επαναστατικού ρεύματος κατά τη διάρκεια της πολωνικής εξέγερσης του 1830-1831 κατά της ρωσικής κυριαρχίας.

Υποσημειώσεις

[i] «Jakshcho zavtra do 10.00 ne bude vidstavky Yanukovycha - Maidan pide na zbroynyi shturm», dailylviv.com, 21 Φεβρουαρίου, 2014.

[ii] T.E. Lawrence, Seven Pillars of Wisdom: A Triumph, New York, Anchor Books, 1991, σ. 24.

[iii] Βλ. Z.M. Kowalewski, «Russian Imperialism» International Viewpoint, (Debate: Imperialisms Today), 27 Νοεμβρίου, 2014: www.internationalviewpoint.org:spip.php?rubrique232

[iv] Πρβλ. D. Gibbs, «Why Ukraine Surrendered Security: A Methodological Individualist Approach to Nuclear Disarmament», The Agora: Political Science Undergraduate Journal, No. 2, 2012.

[v] Πρβλ. D. Matrosko, «Flashback: Senator Obama Pushed Bill That Helped Destroy More Than 15,000 Tons of Ammunition, 400,000 Small Arms and 1,000 Anti-aircraft Missiles in Ukraine»: www.dailymail.co.uk, 5 Μαρτίου, 2014.

[vi] «Problemy zhiteley Kryma»: www.president-sovet.ru 5 Μαϊου 2014. Πρβλ.. PR Gregory, «Putin's ‘Human Rights Council' Accidentally Posts Real Crimean Election Results»: www.forbes.com 5 Μαϊου, 2014.

[vii] A. Prokhanov, I. Strelkov, «Kto ty, ‘Strelok'?» Zavtra, 20 Νοεμβρίου, 2014.

[viii] A. Swain, V. Mykhnenko, «The Ukrainian Donbas in ‘Transition'», στο: A. Swain (ed.), Re-Constructing the Post-Soviet Industrial Region: The Donbas in Transition, London-New York: Routledge, 2007, σ. 40.

[ix] V. Mykhnenko, A. Swain, «Ukraine's Diverging Space-Economy: The Orange Revolution, Post-Soviet Development Models and Regional Trajectories», European Urban and Regional Studies, No. 2, 2010, σ. 146.

[x] V. Mykhnenko, The Political Economy of Post-Communism: The Donbas and Upper Silesia in Transition, Saarbrücken: Lambert Academic Publishing, 2011, σ. 189.

[xi] E. Kovaleva, «Regional Politics in Ukraine's Transition: The Donetsk Elite», στο: A. Swain (ed.), ο.π. σ.65. [12] H. Kuromiya, «Donbas - The Last Frontier of Europe?», in: O. Schmidtke, S. Yekelchyk (eds.), Europe's Last Frontier? Belarus, Moldova, and Ukraine between Russia and the European Union, Basingstoke: Palgrave Macmillan, 2008, σ. 111.

[xii] H. Kuromiya, "Donbas - The Last Frontier of Europe?", in: O. Schmidtke, S. Yekelchyk (eds.), Europe's Last Frontier? Belarus, Moldova, and Ukraine between Russia and the European Union, Basingstoke: Palgrave Macmillan, 2008, σ. 111.

[xiii] V. Mykhnenko, "Class Voting and the Orange Revolution: A Cultural Political Economy Perspective on Ukraine's Electoral Geography", Journal of Communist Studies and Transition Politics, No. 2/3, 2009, σσ. 278, 280.

[xiv] KMIS (Kyiivs´kyi Mizhnarodnyi Instytut Sotsiolohiyi), "Stavlennia v Ukrayini ta Rossiyi do aktsiy protestu v Ukrayini", kiis.com.ua, 28 lutego 2014 r.

[xv] Y.O. Nikolaets, Poselens´ka struktura naselennia Donbasu (Etnopolitychnyi aspekt dynamiky), Kiev: IPiEND im. I.F. Kurasa NAN Ukrayiny,2012, σσ. 166-167.

[xvi] O.Y. Kalakura, "Movni praktyky i etnichna samoidentifikatsiya naselennia Donbasu", Naukovi Zapysky Instytutu Politychnykh i Etnonatsionalnykh Doslidzhen´ im. I.F. Kurasa NAN Ukrayiny, No. 5 (61), 2012, σ. 47-49.

[xvii] V. Skliar, "Vidminnosti v etnomovniy strukturi naselennia oblasnykh tsentriv ta sils´kogo naselennia pivdnia ta skhodu Ukrayiny", Ukrainoznavchyi Almanakh, Vol. 5, 2011, σ. 42.

[xviii] Y.O. Nikolaets, ο.π. σ. 186.

[xix] M. Kuzmienko, "’Bielye' snaruzhi, ‘chornye' vnutri », Kommunist, 17 Ιανουαρίου, 2014.

[xx] A. El-Miourid [A. Nesmiyan], "Akhmetov v zasade, vyzhidaet - kogda je rukovodstvo DNR nachniet dopuskat´ serioznye oshibki », Russkaya Vesna, 26 Μαϊου 2014.

[xxi] Y. Sneguirev, "Nariad muchenia primeriat´ ne khochu", Rossiyskaya Gazeta, 12 Μαϊου 2014.

[xxii] Anti-Corruption Action Centre, "Yanukovich's Assets: Oleksandr Yefremov": yanukovich.info/oleksandr-efremov/, 28 Ιανουαρίου 2014.

[xxiii] A. Prokhanov, I. Strelkov, ο.π.

[xxiv] Πρβλ.. Z.M. Kowalewski, "Russian White Guards in the Donbass", International Viewpoint No 474, Ιούλιος 2014: www.internationalviewpoint.org/spip.php?article3440

[xxv] A. Prokhanov, I. Strelkov, ο.π.ς.

[xxvi] F. Rychlicki, Tadeusz Ko?ciuszko i rozbiór polski, Cracow: δημοσιεύτηκε από τον συγγραφέα 1871, σ. 179.

[xxvii] M. Mochnacki, Powstanie narodu polskiego w roku 1830 i 1831, Vol. I, Poznan: Ksi?garnia J.K. ?upa?skiego, 1863, σ. 11.

Τελευταία τροποποίηση στις Κυριακή, 10 Απριλίου 2022 23:19

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.