Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2023 16:13

Ιθαγένεια και αποκλεισμός στη σύγχρονη Ουγγαρία

Αφίσες της ουγγρικής κυβέρνησης Όρμπαν στην οδό Ντόζα Γκιόργκι, στο Ζιτσιούφαλου, για το δημοψήφισμα στις 2 Οκτώβρη 2016 ενάντια στην μετεγκατάσταση προσφύγων. Γράφει: «Μην το ρισκάρετε!» (στο κόκκινο φόντο) και «Ψηφίστε “όχι”!» (στο λευκό φόντο).

 

 

Céline Cantat

 

Ιθαγένεια και αποκλεισμός στη σύγχρονη Ουγγαρία

 

 

Αυτό το άρθρο αποτελεί μέρος της πολύγλωσσης σειράς του ELMO [Eastern European Left Media Outlet]: «Υπερεθνική μετανάστευση στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη από διατομεακές προοπτικές της φυλής, του φύλου, της τάξης και της ιθαγένειας» [Transnational migration in CEE from intersectional perspectives of race, gender, class and citizenship].

 

 

Μετά τη λεγόμενη «μεταναστευτική κρίση» το 2015, ο Ούγγρος πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν έχει γίνει βασική φυσιογνωμία μιας υπερσυντηρητικής και αντιφιλελεύθερης ευρωπαϊκής δεξιάς[1]. Η πολιτική αυτή εδράζεται σε σφοδρές αντιμεταναστευτικές θέσεις και σε έντονο λόγο που στοχεύει την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), η οποία παρουσιάζεται ως ανίκανη να «προστατεύσει την Ευρώπη και τον πολιτισμό της» από την «απειλή» που συνιστούν οι μετανάστες.[2] Πέρα από την εμπρηστική ρητορική του, ο Όρμπαν έχει αντιταχθεί σταθερά σε πρωτοβουλίες σε επίπεδο ΕΕ για την κοινή διαχείριση της μετανάστευσης, συμπεριλαμβανομένης της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εφαρμογή ποσοστώσεων για την κατανομή των αιτούντων άσυλο, καθώς και σε αρκετές διατάξεις που περιέχονται στο «Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο» του 2020.

Οι θέσεις αυτές έκαναν τους Ευρωπαίους ομολόγους του να ανακαλέσουν τον Ούγγρο πρωθυπουργό στη τάξη. Το 2015, για παράδειγμα, ο Λοράν Φαμπιούς, τότε υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, τον επέκρινε επειδή δεν «σέβεται τις κοινές αξίες της Ευρώπης». Το 2018, ήταν η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ που έκρινε ότι οι ομιλίες του Βίκτορ Όρμπαν για τη μετανάστευση στερούνταν ανθρωπιάς, δηλώνοντας ότι «η ανθρωπιά είναι η ψυχή της Ευρώπης.»[3] Η θέση της Ουγγαρίας για τη μετανάστευση έχει έτσι παρουσιαστεί ως εξαιρετικά περιθωριακή και ότι αποτελεί ηθική ανωμαλία στο ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο. Εκτός από αυτές τις ηθικές εκτιμήσεις, οι σχολιαστές έχουν επισημάνει τον αντιφατικό χαρακτήρα της θέσης της χώρας υπό το πρίσμα της μείωσης του πληθυσμού της. Πράγματι, σε συνδυασμό με την έντονη μετανάστευση προς τις δυτικοευρωπαϊκές αγορές, η δημογραφική δυναμική της Ουγγαρίας έχει οδηγήσει σε σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Υπό το πρίσμα αυτό, η αντίθεση της χώρας στη μετανάστευση και στις δυνατότητές της να καλύψει τα κενά στην αγορά εργασίας θεωρείται αντιφατική και σε μεγάλο βαθμό παράλογη.

Σε αυτό το άρθρο, επιχειρώ να δείξω ότι η θέση της Ουγγαρίας για τη διεθνή μετανάστευση είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων διαμορφώσεων εξουσίας και διαλεκτικών εντάσεων[4] που σχετίζονται με την πολιτική, οικονομική και πολιτιστική οργάνωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χρησιμοποιώ την έννοια του Ευρωπαϊσμού, την οποία ανέπτυξα στο πλαίσιο της διδακτορικής μου εργασίας, για να υποστηρίξω ότι οι επίσημοι λόγοι και πρακτικές της Ουγγαρίας σχετικά με τη μετανάστευση και το άσυλο είναι στην πραγματικότητα ισχυρά ευθυγραμμισμένες όχι μόνο με τη μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ, αλλά και με τις αφηγήσεις ταυτότητας που βρίσκονται στην καρδιά του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Στη συνέχεια, προτείνω ότι οι θέσεις της Ουγγαρίας για τη μετανάστευση είναι στην πραγματικότητα λειτουργικές για την πλεύση της χώρας στις σχέσεις εξουσίας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Με τη σειρά τους, αυτές οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι μεταναστευτικές πολιτικές και πρακτικές της χώρας είναι προϊόντα της πολιτικής της ΕΕ και, ειδικότερα, της συγκεκριμένης καπιταλιστικής (ανα)οργάνωσης της περιοχής που συνόδευσε την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Υποστηρίζω μάλιστα ότι η εγκαθίδρυση αυτού του οικονομικού συστήματος συνοδεύτηκε από την παραγωγή συγκεκριμένων (επιθυμητών) υποκειμένων και, ταυτόχρονα, από τη διαλεκτική παραγωγή ανεπιθύμητων ομάδων. Χρησιμοποιώ την έννοια της «ηθικής οικονομίας» για να αναφερθώ στις διαδικασίες μέσω των οποίων οι σχέσεις παραγωγής ενσαρκώνουν συγκεκριμένες ιδέες περί αρετής και δικαίου. Οι ηθικές οικονομίες παράγουν έτσι καθεστώτα ιδιότητας του πολίτη και του ανήκειν που ενσωματώνονται και αντανακλούν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα και διαμορφώσεις. Η ανάλυση των νέων ηθικών οικονομιών που συνδέονται με τη μετάβαση στις καπιταλιστικές οικονομίες που βασίζονται στην αγορά, μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα την πολιτιστικοποίηση των κοινωνικών ζητημάτων και μας επιτρέπει να σκεφτούμε την αναδιαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων με βάση τις νέες αρθρώσεις της φυλής, του φύλου και της τάξης.

 

Η Ουγγαρία στο συνοριακό καθεστώς της ΕΕ: Προστάτιδα της Ευρώπης ή κράτος μέλος δεύτερης κατηγορίας;

Από τη δεκαετία του 1990, η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης και ασύλου οργανώνεται γύρω από ένα καθεστώς δύο επιπέδων: η ενδοευρωπαϊκή ζώνη ελεύθερης κυκλοφορίας συμπληρώνεται από ένα καθεστώς αποκλεισμών και ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα που σχετίζονται με την ασφάλεια[5]. Οι στόχοι των πρακτικών ασφαλείας είναι, ειδικότερα, οι άνθρωποι που προσπαθούν να εισέλθουν στην ΕΕ για να ζητήσουν άσυλο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, αναπτύχθηκαν μέτρα που κυμαίνονται από την επέκταση της αρμοδιότητας του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Frontex)[6] έως τον πολλαπλασιασμό των τεχνολογιών για την επιτήρηση και τον εντοπισμό των μεταναστών, την αύξηση του αριθμού των συνοριοφυλάκων και την εντατικοποίηση της συνεργασίας στην ανταλλαγή βιομετρικών δεδομένων στο πλαίσιο ενός εξελιγμένου συστήματος επιτήρησης και ελέγχου των λεγόμενων παράτυπων μετακινήσεων. Το σύστημα αυτό αποσκοπεί στην ακινητοποίηση των προσφύγων όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη. Έτσι, εντός του ευρωπαϊκού χώρου, ο κανονισμός του Δουβλίνου καθιστά δυνατή την επαναπροώθηση των αιτούντων άσυλο στην πρώτη χώρα εισόδου τους, ενώ όλο και πιο απομακρυσμένες χώρες είναι υπεύθυνες για την αποτροπή της αναχώρησης ατόμων που τα κράτη μέλη φαντάζονται ότι είναι μελλοντικοί υποψήφιοι για άσυλο[7].

Όταν η Δημοκρατία της Ουγγαρίας προσχώρησε στην ΕΕ το 2004, αυτό το καθεστώς συνοριακών ελέγχων είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή σε μεγάλο βαθμό. Ενόψει της ένταξής της στον χώρο Σένγκεν, η χώρα υποχρεούται να μεταφέρει στο εθνικό της δίκαιο το κεκτημένο του Σένγκεν, δηλαδή όλους τους νόμους και τους κανονισμούς που αφορούν τον χώρο Σένγκεν, συμπεριλαμβανομένης μιας σειράς μέτρων που περιλαμβάνονται στον κώδικα συνόρων του Σένγκεν[8]. Όσον αφορά τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων, η εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν επικεντρώνεται σε δύο πτυχές: αφενός, στη μεταρρύθμιση της πολιτικής θεωρήσεων, δεδομένου ότι οι θεωρήσεις που εκδίδονται σε εθνικό επίπεδο είναι πλέον «θεωρήσεις Σένγκεν» και, ως εκ τούτου, πρέπει να υπόκεινται σε νέα, πιο περιοριστικά κριτήρια, και, αφετέρου, στην ενίσχυση της επιτήρησης στα σύνορα της χώρας. Τα μέτρα αυτά συνοδεύτηκαν από αύξηση της ικανότητας κράτησης και απέλασης, με το άνοιγμα νέων κέντρων διοικητικής κράτησης τη δεκαετία του 2000. Η προσχώρηση στην ΕΕ συνεπαγόταν επίσης τη σταδιακή ένταξη των υπηκόων του νέου κράτους μέλους στο ευρωπαϊκό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας, η οποία εκδηλώθηκε με την αυξανόμενη μετανάστευση ανθρώπων από το ανατολικό τμήμα της ΕΕ προς τις δυτικές αγορές εργασίας τα επόμενα χρόνια και τις επόμενες δεκαετίες.

Ως γείτονας της Ουκρανίας και της Σερβίας (και, εκείνη την εποχή, της Κροατίας και της Ρουμανίας, οι οποίες δεν ήταν ακόμη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης), η Ουγγαρία απέκτησε βασικό ρόλο σε αυτό το καθεστώς προστασίας των συνόρων της ΕΕ. Αυτή η θέση «πρώτης γραμμής» ελήφθη εξαιρετικά σοβαρά υπόψη από την κυβέρνηση. Σύμφωνα με τους Sándor Illés και Attila Melegh, οι ουγγρικές αρχές έδειχναν ιδιαίτερο ζήλο στον τομέα του ελέγχου των συνόρων, θεωρώντας τον ως μια ευκαιρία να επιδείξουν την αφοσίωσή τους στο ευρωπαϊκό εγχείρημα[9].

Η τότε κυβέρνηση ήθελε να τονίσει τον τρόπο με τον οποίο, μέσω αυτού, η χώρα επανασυνδέεται με την ιστορική της παράδοση. Το 2009, η Κριστίνα Μπέρτα, τότε επικεφαλής των προξενικών υπηρεσιών του ουγγρικού Υπουργείου Εσωτερικών – υπεύθυνη για την εφαρμογή της νέας πολιτικής θεωρήσεων της Ουγγαρίας – εξήγησε ότι η χώρα είχε γίνει και πάλι η «τελευταία γραμμή άμυνας της Δυτικής Ευρώπης έναντι της Ανατολής»[10]. Ο έλεγχος των συνόρων συνεπαγόταν μια συμβολική και υλική απομάκρυνση από την «Ανατολή», επιτρέποντας στην Ουγγαρία να εγγραφεί πλήρως στη «Δύση» και να τοποθετηθεί σταθερά στη νέα πολιτική γεωγραφία της περιοχής.

 

Επιστροφή στην Ευρώπη;

Αυτή η τοποθέτηση ευθυγραμμίζεται απόλυτα με αυτό που έχω περιγράψει αλλού ως «Ευρωπαϊσμό», δηλαδή με έναν λόγο που αποδίδει στην Ευρώπη μια κοινή πολιτιστική και ηθική ταυτότητα, η οποία συχνά θεωρείται ότι έχει τις ρίζες της στη χριστιανική κληρονομιά και χαρακτηρίζεται από μια φυσική τάση προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία[11]. Αυτή η αυτοαναπαράσταση της Ευρώπης ως μια κοινότητα αξιών οικοδομείται γύρω από διάφορες κατηγορίες ετερότητας, οι οποίες, μέσω του αποκλεισμού τους, καθορίζουν τα υποτιθέμενα όρια αυτής της φαντασιακής κοινότητας. Μεταξύ αυτών, η φαντασιακή μορφή ενός επικίνδυνου μετανάστη, που απειλεί να διεισδύσει και να διαστρεβλώσει την «ευρωπαϊκή κουλτούρα» και αντλεί από οριενταλιστικά σχήματα λόγου, έχει διαδραματίσει βασικό ρόλο στην οικοδόμηση της Ευρώπης[12]. Ο Ευρωπαϊσμός στηρίζεται έτσι σε αυτό που ο Edward W. Said αποκαλεί «φαντασιακές γεωγραφίες», δηλαδή σε ένα όραμα για τον κόσμο που αποτελείται από ευγενείς και παρακμιακούς χώρους, από εδάφη που πρέπει να αξιοποιηθούν και από άλλα που πρέπει να αναπτυχθούν ή να καταπολεμηθούν. Αυτές οι φαντασιακές γεωγραφίες, εξηγεί ο Said, βασίζονται σε κανονιστικές και ασύμμετρες ιδεολογίες του χώρου και πηγάζουν από άνισες σχέσεις εξουσίας[13].

Όσον αφορά την Ουγγαρία, και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη ευρύτερα, μία από τις εκδηλώσεις αυτής της Ευρωπαϊστικής ρητορικής στη δεκαετία του 1980 έγινε από φιλελεύθερους διανοούμενους του ανατολικού μπλοκ, όπως ο Μίλαν Κούντερα, που προσπάθησαν να αναβιώσουν την ιδέα της Μεσευρώπης [Mitteleuropa][14]. Αυτή η γερμανική έννοια, για την οποία υπάρχουν διαφορετικές ιδεολογικές αντιλήψεις καθώς και γεωγραφικοί ορισμοί, χρονολογείται από τον δέκατο ένατο αιώνα. Ιστορικά έχει συνδεθεί με τον στόχο της δημιουργίας ενός ενιαίου, φιλελεύθερου οικονομικού χώρου στην Κεντρική Ευρώπη. Στη δεκαετία του 1980, αυτή η ιδέα μιας Μέσης Ευρώπης που ανήκε σαφώς στη Δύση, αλλά εκτεινόταν κατά μήκος του Δούναβη, χρησίμευσε ως «γεφυροποιός έννοια» για τη διεύρυνση της ΕΕ. Ο λόγος για τη Μεσευρώπη παρουσίασε τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης ως θύματα μιας «πολιτικής απαγωγής» από το ανατολικό μπλοκ, παρόλο που η ταυτότητά τους είναι «πολιτισμικά δυτική»[15]. Ο λόγος αυτός μετατόπισε έτσι το περίγραμμα της φαντασιακής γεωγραφίας του Ψυχρού Πολέμου, συμπεριλαμβάνοντας την Κεντρική Ευρώπη σε ένα ανανεωμένο όραμα της Δύσης. Έδωσε επίσης ιδιαίτερο νόημα στις δυσκολίες που δημιούργησαν οι μεταβατικές διαδικασίες, οι οποίες δεν ήταν πλέον αντικειμενικά σημάδια των επιπτώσεων της αλλαγής του καθεστώτος, αλλά απεικονίζονταν ως θυσίες που δικαιολογούνταν από την επιθυμία για «επιστροφή» σε μια χριστιανική, φιλελεύθερη και καπιταλιστική Ευρώπη.

Πέρα από τη μυθοπλαστική φύση της αφήγησης μιας φιλελεύθερης και οικουμενικής ευρωπαϊκής ηθικής ταυτότητας, οδηγεί επίσης σε αυτό που ο Dino Murtic αποκαλεί «αλυσίδα ευρωπαϊκών αλλοιώσεων»[16]. Παίρνοντας το παράδειγμα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ο Murtic δείχνει πώς οι λόγοι που βασίζονται στην ταυτότητα οδηγούν στην παραγωγή διαιρέσεων και ιεραρχιών εντός της Ευρώπης: για παράδειγμα, ο κροατικός εθνικιστικός λόγος εδράζεται σε μια αναπαράσταση της Καθολικής Ευρώπης, σε αντίθεση με τον ορθόδοξο χριστιανισμό του Σέρβου γείτονά της, ο οποίος με τη σειρά του αυτοπροσδιορίζεται ως ευρωπαϊκός σε αντίθεση με το βοσνιακό και το κοσοβάρικο Ισλάμ. Πράγματι, είναι επίσης συχνά στο όνομα ενός «αυθεντικού» ευρωπαϊκού πολιτισμού που βλέπουμε σήμερα την επιστροφή των αντισημιτικών και αντιρομά λόγων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Η ειρωνεία αυτού του ανταγωνισμού για την Ευρωπαϊκότητα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή, δεδομένου ότι, για τη Δύση, ολόκληρη η Κεντρική Ευρώπη είναι στην καλύτερη περίπτωση μια Ευρώπη δεύτερης κατηγορίας[17].

Έτσι, η «μετάβαση» στον φιλελεύθερο, βασισμένο στην αγορά καπιταλισμό και η είσοδος των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ αποτελούν αντικείμενο ενός διπλού λόγου: το όραμα που τη βλέπει ως μια διαδικασία επιστροφής στην ιστορική πατρίδα αντιτίθεται σε μια ρητορική σύμφωνα με την οποία η διαδικασία έχει ήδη αποτύχει, καθώς οι χώρες αυτές θεωρούνται πολύ μακριά από το Ευρωπαϊστικό ιδεώδες. Σε κάθε περίπτωση, οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης πρέπει να επιδεικνύουν διαρκώς τη βούλησή τους να ενεργήσουν ως καλοί μαθητές της Ευρώπης και να διπλασιάσουν τις προσπάθειές τους με την ελπίδα να φτάσουν στο επίπεδο των δυτικών ομολόγων τους. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα της εσωτερίκευσης αυτού του παιδαγωγικού λόγου από τις μετασοσιαλιστικές πολιτικές ελίτ παρέχεται στη συνέντευξη στο Diplomata που ήδη αναφέρθηκε, όταν η Κριστίνα Μπέρτα υπερηφανεύεται ότι οι επιδόσεις της Ουγγαρίας στον έλεγχο των συνόρων απέφεραν στη χώρα «έναν άριστο βαθμό στο σχολείο»[18].

Η ανάλυση της συνάρθρωσης μεταξύ του πολιτιστικού μύθου μιας ενάρετης Ευρώπης που πρέπει να προστατευτεί από τη μεταναστευτική απειλή και της υποδεέστερης θέσης των νέων χωρών Σένγκεν μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την επένδυση της Ουγγαρίας στο ρόλο της υπεράσπισης μιας «λευκής» και «χριστιανικής» Ευρώπης. Από αυτή την άποψη, μπορούμε να επανεξετάσουμε τη μεταναστευτική πολιτική της χώρας όχι ως ριζική ρήξη ή ηθική ανωμαλία από την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά μάλλον ως επιδείνωση των τάσεων που χαρακτηρίζουν τη διαδικασία ένταξης στην ΕΕ και ως αποτέλεσμα της ιδιαίτερης θέσης της χώρας στον ευρωπαϊκό χώρο.

 

Τα παράδοξα του Ευρωπαϊσμού

Οι εκστρατείες του Βίκτορ Όρμπαν κατά της ΕΕ μπορεί να φαίνονται παράδοξες με την πρώτη ματιά. Πράγματι, από το 2015, η κυβέρνησή του αντιτίθεται σταθερά σε κάθε σχέδιο διαχείρισης της μετανάστευσης που εκπορεύεται από τις Βρυξέλλες, επικαλούμενη, αφενός, την έλλειψη δημοκρατίας στη λήψη αποφάσεων σε υπερεθνικό επίπεδο και, αφετέρου, το κυριαρχικό δικαίωμα των χωρών να αποφασίζουν ποιος εισέρχεται στην επικράτειά τους. Τον Δεκέμβριο του 2015, υποστηριζόμενος από τον επικεφαλής της σλοβακικής κυβέρνησης, ο Βίκτορ Όρμπαν κατέθεσε αγωγή κατά του προσωρινού μηχανισμού υποχρεωτικής μετεγκατάστασης των αιτούντων άσυλο που είχε εγκριθεί τρεις μήνες νωρίτερα από το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ. Αυτό συνοδεύτηκε στην Ουγγαρία από δημοψήφισμα για να καταδειχθεί η αντίθεση του κοινού στον μηχανισμό μετεγκατάστασης. Το δημοψήφισμα διεξήχθη στις 2 Οκτωβρίου 2016, έπειτα από μια λυσσαλέα εκστρατεία με αφίσες κατά της μετανάστευσης και λόγους που στόχευαν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος δεν έλαβαν νομική ισχύ λόγω χαμηλής συμμετοχής[19].

Ωστόσο, μακριά από το να σηματοδοτεί μια στροφή μακριά από τις ιδέες της Ευρώπης, οι θέσεις του Όρμπαν κατά της ΕΕ έχουν στην πραγματικότητα νομιμοποιηθεί στο όνομα της διατήρησης της Ευρωπαϊκότητας και της «χριστιανικής κληρονομιάς» της Ευρώπης. Σε αυτή τη διαλεκτική διαμόρφωση, ο Όρμπαν υποστηρίζει ότι «οι Βρυξέλλες είχαν περιέλθει σε κατάσταση τρέλας» και «δεν ήταν πλέον σε θέση να προστατεύσουν την Ευρώπη», δικαιολογώντας έτσι την ανάγκη να προτείνει η Ουγγαρία μια εναλλακτική ευρωπαϊκή ηγεσία. Με τον τρόπο αυτό, κατασκευάζει μια εικόνα της χώρας ως μια νέα ευρωπαϊκή πρωτοπορία, ικανότερη να προστατεύσει την Ευρώπη, από ό,τι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα δυτικά κράτη μέλη. Με άλλα λόγια, ο Όρμπαν έχει επενδύσει το πεδίο της μεταναστευτικής πολιτικής ως ένα πολιτικό πεδίο μάχης εντός του οποίου θα αμφισβητήσει τις ενδοευρωπαϊκές ιεραρχίες και μέσω του οποίου θα επαναδιαπραγματευτεί το βάρος της Ουγγαρίας στις ευρωπαϊκές διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

 

Πολιτιστικοποίηση του καπιταλισμού: ηθικές οικονομίες του αντιφιλελευθερισμού

Έτσι, η αντιμεταναστευτική στάση της Ουγγαρίας δεν είναι τόσο το αποτέλεσμα μιας ηθικής ανωμαλίας, όσο η έκφραση πραγματιστικών πολιτικών ελιγμών, που αποσκοπούν σε συγκεκριμένους στόχους στο πλαίσιο της ΕΕ. Η πολιτική πορεία του Βίκτορ Όρμπαν και του κόμματός του Fidesz, το οποίο ήταν σφοδρά υπέρ της φιλελεύθερης δημοκρατίας το 1989 και έκτοτε έχει μετατραπεί σε υπέρμαχο του «αντιφιλελευθερισμού», αντανακλά αυτόν τον πολιτικό καιροσκοπισμό. Μια από τις πρώτες χρήσεις του όρου «αντιφιλελεύθερη δημοκρατία» στο ουγγρικό πλαίσιο έγινε το 2014, όταν ο Βίκτορ Όρμπαν έδωσε μια ομιλία σε μια ομάδα νέων Ούγγρων στη Ρουμανία. Ο «αντιφιλελεύθερος», όπως τον περιγράφει, είναι ένας τρόπος πολιτικής οργάνωσης που αποσκοπεί στο να καταστήσει το κράτος πιο ανταγωνιστικό από οικονομική άποψη. Για να γίνει αυτό, πρέπει να αρθούν ορισμένα εμπόδια για την ανταγωνιστικότητα, συμπεριλαμβανομένων των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, των μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) και των κοινωνικών κινημάτων που θα επιβράδυναν τις επιδόσεις της χώρας[20]. Ο αντιφιλελευθερισμός του Βίκτορ Όρμπαν είναι επομένως μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού της πολιτικής κοινότητας, σύμφωνα με την αντίληψη ότι μόνο όσοι συμβάλλουν στο να καταστεί το κράτος ανταγωνιστικό είναι νόμιμα μέλη του «έθνους»[21]. Στο πλαίσιο της μετάβασης στην οικονομία της αγοράς και της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, αυτή η ανταγωνιστικότητα ορίζεται κυρίως από την ικανότητα της χώρας να καλύψει οικονομικά τη διαφορά με τη Δυτική Ευρώπη και, ευρύτερα, να καταστεί ανταγωνιστική στην παγκόσμια οικονομία. Η αναπτυξιακή της πορεία και η πολιτική μορφή που αυτή δημιούργησε είναι συνεπώς προϊόν της ιδιαίτερης θέσης της Ουγγαρίας στην ευρωπαϊκή ημιπεριφέρεια.

Από αυτή την άποψη, τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες που θεωρούνται μη παραγωγικές και αναγνωρίζονται ως παράγοντες που επιβραδύνουν το κράτος, γίνονται ανεπιθύμητες ομάδες, οι οποίες πρέπει να εξουδετερωθούν μέσω μέτρων διαχωρισμού. Από το 2014, έχουν υιοθετηθεί μεταρρυθμίσεις που έχουν ως στόχο τους ανέργους, τους άστεγους, τα άτομα με αναπηρία και τις κοινότητες των Ρομά, οι οποίες έχουν ήδη στιγματιστεί σε μεγάλο βαθμό από ρατσιστικά σχήματα λόγου, με σκοπό την περαιτέρω κοινωνική και οικονομική περιθωριοποίηση αυτών των πληθυσμών. Παρόλο που οι «μετανάστες» δεν αποτελούσαν ακόμη μέρος της συντηρητικής ρητορικής εκείνη την εποχή, οι μηχανισμοί και τα μέσα που αναπτύχθηκαν από το 2015 και μετά για τον αποκλεισμό τους είχαν ήδη λειτουργήσει για τα καλά, με διαφορετικές ομάδες ως στόχους. Αυτές οι θέσεις, που καταγγέλλονται ως μακράν των «ευρωπαϊκών αξιών» από τους κυβερνητικούς ηγέτες της ΕΕ, είναι έτσι εν μέρει προϊόν των πολιτικών και ιδεολογικών διαδικασιών που λειτουργούν κατά τον μετασχηματισμό των οικονομιών της Κεντρικής Ευρώπης και συνδέονται άμεσα με την ενσωμάτωσή τους στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής εντός της ΕΕ. Επιπλέον, οι θέσεις αυτές έχουν αποδώσει καρπούς σε πολιτικό επίπεδο, καθώς ο Βίκτορ Όρμπαν έχει καθιερωθεί ως βασική φυσιογνωμία μιας υπερσυντηρητικής ευρωπαϊκής δεξιάς που κερδίζει σε δημοτικότητα με την άνοδο της ρητορικής της ταυτότητας και της ασφάλειας σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η διεύρυνση αυτής της προσέγγισης μέσω ενός διατομεακού αναλυτικού πλαισίου είναι επίσης καίριας σημασίας. Για παράδειγμα, ένας τομέας όπου η καπιταλιστική ηθική τάξη συνδυάζεται με υπερσυντηρητικές πολιτικές είναι το οικογενειακό δίκαιο, το οποίο έχει υποστεί αρκετές μεταρρυθμίσεις τα τελευταία χρόνια. Πιο πρόσφατα, ο οικογενειακός νόμος του 2020 έχει ως στόχο να παρέμβει στη διαχείριση της δημογραφίας της Ουγγαρίας ενθαρρύνοντας τις γεννήσεις. Έχει τις ρίζες του στην παραδοσιακή οικογένεια και δίνει αξία στην οικιακή εργασία των γυναικών. Οι συντηρητικοί ρόλοι των φύλων προωθούνται μέσω κινήτρων (συμπεριλαμβανομένων φορολογικών κινήτρων) που επιβραβεύουν τα ετερόφυλα ζευγάρια και τις γυναίκες με παιδιά. Οι τροποποιήσεις αυτές συνοδεύονται από επιθέσεις στις κοινότητες ΛΟΑΤΚΙ+, καθώς και από επιθέσεις στις μελέτες φύλου και στα φεμινιστικά κινήματα. Το 2020, μια συνταγματική μεταρρύθμιση απαγόρευσε την υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια και κατοχύρωσε στο Σύνταγμα έναν ορισμό της οικογένειας ως «βασισμένο στο γάμο και στο δεσμό μεταξύ γονέων και παιδιών, όπου η μητέρα είναι γυναίκα και ο πατέρας άνδρας». Κατακριτέα στην υπόλοιπη ΕΕ ως περαιτέρω απόδειξη του οπισθοδρομικού χαρακτήρα της Ουγγαρίας, μπορούμε να δούμε πώς αυτή η ηθικοποίηση της σεξουαλικότητας –έτσι ώστε να έχει ως μοναδικό στόχο την κοινωνική αναπαραγωγή ενός ανταγωνιστικού «έθνους»– είναι επίσης μια συγκεκριμένη απάντηση στις αντιφάσεις που παράγει η θέση της χώρας στην οικονομική οργάνωση της Ευρώπης και ο διεθνής καταμερισμός εργασίας που προκύπτει από αυτήν.

Η ηθική οικονομία (με την οποία εννοώ το καθεστώς των επιθυμητών και ανεπιθύμητων υποκειμενικοτήτων που συνοδεύει τις σχέσεις παραγωγής) που διέπει αυτό το αντιφιλελεύθερο όραμα δημιουργεί ωστόσο ορισμένες αντιφάσεις. Πρέπει να αναλυθούν διάφορα στοιχεία για να κατανοήσουμε τον αντίκτυπό της στη μεταναστευτική πολιτική. Πρώτον, ιδίως από το 2015, η Ουγγαρία υποφέρει από σοβαρή έλλειψη εργατικού δυναμικού, η οποία επιδεινώνεται από την άρνησή της να δεχθεί μετανάστες. Αυτή η έλλειψη εργατικού δυναμικού συνδέεται με τη σοβαρή δημογραφική συρρίκνωση, σε συνδυασμό με τη συνεχή αύξηση της μετανάστευσης προς τις δυτικές χώρες της Ε.Ε. κατά την τελευταία δεκαετία[22]. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό των ατόμων σε ηλικία εργασίας που διαμένουν σε άλλη χώρα της Ε.Ε. αυξήθηκε από 1,2 σε 4,5% του πληθυσμού μεταξύ 2010 και 2020.[23] Προβλέποντας την έλλειψη εργατικού δυναμικού, η Ουγγαρία προσπάθησε να προωθήσει την «επιστροφή» όσων θεωρούνται «εθνικά Ούγγροι» (κυρίως ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται ως Ούγγροι, αλλά αποχωρίστηκαν από τη χώρα όταν αυτή διαμελίστηκε το 1921 και οι οποίοι είναι de facto κάτοικοι γειτονικών χωρών όπως η Σερβία, η Ρουμανία, η Σλοβακία και η Ουκρανία). Για παράδειγμα, ένας νόμος για την ιθαγένεια που εγκρίθηκε το 2010 επιτρέπει σε άτομα των οποίων οι πρόγονοι είχαν την ουγγρική ιθαγένεια να την αποκτήσουν χωρίς την προϋπόθεση της διαμονής στη χώρα[24].

Δεύτερον, αυτές οι αντιφάσεις οδήγησαν σε νέες μορφές διεθνικής οργάνωσης της εργασίας. Για παράδειγμα, εδώ και αρκετά χρόνια, έχει αυξηθεί ο αριθμός των «γραφείων προσωρινής εργασίας», τα οποία λειτουργούν ως μεσίτες μεταξύ κρατών ή/και διαφόρων εταιρειών με εργοστάσια σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, προκειμένου να παρέχουν φθηνή εργασία[25]. Το σύστημα αυτό απέκτησε περαιτέρω απήχηση μετά την πανδημία COVID-19, κατά την οποία επεκτάθηκε και απλοποιήθηκε η απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών μέσω γραφείων προσωρινής εργασίας. Συγκεκριμένα, ένα διάταγμα που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2021 θέτει την ευθύνη για την απασχόληση υπηκόων τρίτων χωρών υπό τον Υπουργό Εξωτερικών και Εμπορίου και προβλέπει περαιτέρω εξαιρέσεις όσον αφορά την εργατική νομοθεσία[26]. Τα εν λόγω γραφεία (ή, συχνά, υπεργολάβοι) δραστηριοποιούνται σε γειτονικές χώρες, ιδίως στη Σερβία και την Ουκρανία, από όπου προσφέρουν «συμβατούς» εργαζομένους, κατά την έκφραση του Βίκτορ Όρμπαν, για μικρά και καθορισμένα χρονικά διαστήματα. Επιπλέον, ο μηχανισμός αυτός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ιδιαίτερη οικονομική οργάνωση του ευρωπαϊκού χώρου και τον περιφερειακό καταμερισμό εργασίας που τον διέπει. Για παράδειγμα, στην Ουγγαρία, τα πρακτορεία παρέχουν εργάτες για την αυτοκινητοβιομηχανία, δηλαδή για εργοστάσια που συναρμολογούν αυτοκίνητα ή παράγουν διάφορα εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή αυτοκινήτων στη Γερμανία με χαμηλό κόστος[27]. Η μετεγκατάσταση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας στην Ανατολή απαιτεί, επομένως, τη διαθεσιμότητα φτηνού και υπερελαστικού εργατικού δυναμικού, ενώ οι χαμηλοί μισθοί ωθούν τους Ούγγρους να αναζητήσουν εργασία σε άλλα μέρη της Ευρώπης, λόγω της συμμετοχής τους στη ζώνη ελεύθερης κυκλοφορίας. Η χρήση εταιρειών προσωρινής απασχόλησης επιτρέπει στη χώρα να επιλύσει αυτή την αντίφαση, καθώς η αντιμεταναστευτική της στάση την εμποδίζει να στραφεί σε εργαζόμενους από την ανατολική και νότια περιφέρεια της Ευρώπης, οι οποίοι συνήθως παρέχουν αυτού του είδους την εργασία στην υπόλοιπη ΕΕ.

Ως αποτέλεσμα, παρά την έλλειψη εργατικού δυναμικού, υπάρχει ανταγωνισμός για θέσεις εργασίας μεταξύ Ούγγρων και «μεταναστών». Ωστόσο, αυτός ο ανταγωνισμός δεν διαδραματίζεται μόνο στην τοπική αγορά εργασίας, αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, ιδίως στη Γερμανία, τον κύριο τόπο διαμονής των Ούγγρων μεταναστών εργαζομένων και την πρώτη χώρα που υποδέχθηκε πρόσφυγες το 2015. Ο Βίκτορ Όρμπαν τόνισε αυτό το σημείο το 2017 κατά τη διάρκεια συνάντησης με την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, απαιτώντας να συνεχίσουν οι Ούγγροι να απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση στη γερμανική αγορά εργασίας, στο όνομα της συμμετοχής τους στην ευρωπαϊκή κοινότητα. Το διακύβευμα είναι σοβαρό, δεδομένου ότι τα εμβάσματα των μεταναστών αντιπροσωπεύουν ένα αυξανόμενο μερίδιο της ουγγρικής οικονομίας. Μεταξύ του 2016 και του 2019, εκτιμήθηκε ότι αντιπροσώπευαν μεταξύ 3 και 4% του ΑΕΠ[28].

Έτσι, η νέα συντηρητική ηθική τάξη πραγμάτων στην Ουγγαρία είναι πρωτίστως προϊόν της οικονομικής οργάνωσης της ευρωπαϊκής κοινότητας και των αντιφάσεων που αυτή δημιουργεί. Στοχεύει στον επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών σχέσεων προκειμένου να τις θέσει στην υπηρεσία της μετάβασης στους καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής και της ένταξης της χώρας σε έναν υπερεθνικό καταμερισμό εργασίας. Σε αυτή την προοπτική, ο ενάρετος πολίτης είναι πάνω απ‘ όλα ένας παραγωγικός πολίτης. Οι πολλαπλές νομικές και συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν την τελευταία δεκαετία προσανατολίζονται σε μεγάλο βαθμό προς αυτόν τον στόχο: ότι ο νόμος θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός για την αναδιαμόρφωση και την κινητοποίηση της πολιτικής κοινότητας προς υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων. Ενώ τα μέτρα αποκλεισμού με στόχο τους μετανάστες από το 2015 αντιμετωπίζονται ως ηθικά ζητήματα στον ευρωπαϊκό πολιτικό διάλογο, στην πραγματικότητα αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης καπιταλιστικής ηθικής οικονομίας και αρθρώνονται με μεταρρυθμίσεις που έχουν ως στόχο άλλες κοινωνικές ομάδες. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 2018, ψηφίστηκε νομοσχέδιο που επιτρέπει στους εργοδότες να απαιτούν από τους υπαλλήλους τους έως και 400 ώρες υπερωριακής εργασίας ετησίως και να καθυστερούν την πληρωμή των ωρών αυτών για τρία χρόνια, παρά το πρωτοφανές κύμα διαμαρτυρίας. Η ρητορική γύρω από την ψήφιση του νομοσχεδίου περιελάμβανε ισχυρισμούς ότι θα επιτρέψει στους εργαζόμενους να εργάζονται στο εσωτερικό, αντί να βρίσκουν ευκαιρίες απασχόλησης στο εξωτερικό[29].

 

Επίλογος

Συνοψίζοντας, η πολιτική της Ουγγαρίας για τη μετανάστευση, η οποία συνεπάγεται ριζικό αποκλεισμό, αρθρώνεται προς την κατεύθυνση ενός κοινωνικού σχεδίου που επιδιώκει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης της ΕΕ και της παγκόσμιας οικονομίας. Εντάσσοντας την ανάλυσή μας σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, μπορούμε επομένως να δούμε μια κοινή λογική σε ένα ευρύ φάσμα δημόσιων πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τη μετανάστευση. Αυτή η ηθικοποίηση της πολιτικής, η οποία εργαλειοποιεί μια ριζοσπαστική αντιμεταναστευτική στάση στο πλαίσιο πολιτικών ελιγμών σε εθνική και ευρωπαϊκή κλίμακα, μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο υπό το πρίσμα μιας υλιστικής και διαρθρωτικής ανάλυσης των μετασχηματισμών αυτών των χωρών κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Céline Cantat, “Citizenship and Exclusion in Contemporary Hungary”, LeftEast, 24 Ιανουαρίου 2023, https://lefteast.org/citizenship-and-exclusion-in-contemporary-hungary/.

Το άρθρο στις γλώσσες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στις πλατφόρμες των μελών του ELMO:

Céline Cantat, „Állampolgárság és kizárás a mai Magyarországon”, Mérce, 24 Ιανουαρίου 2023, https://merce.hu/2023/01/24/allampolgarsag-es-kizaras-a-mai-magyarorszagon/ [ουγγρικά].

Селін Канта, «Громадянство та виключення в сучасній Угорщині», Спільне/Commons, 23 Ιανουαρίου 2023, https://commons.com.ua/uk/gromadyanstvo-ta-diskriminaciya-v-suchasnij-ugorshini/ [ουκρανικά].

Céline Cantat, „Državljanstvo i isključivost u suvremenoj Mađarskoj”, Mašina, 24 Ιανουαρίου 2023, https://www.masina.rs/drzavljanstvo-i-iskljucivost-u-suvremenoj-madarskoj/ [σερβοκροατικά].

Céline Cantat, „Državljanstvo i isključivost u suvremenoj Mađarskoj”, Radnička prava, 24 Ιανουαρίου 2023, https://radnickaprava.org/tekstovi/clanci/drzavljanstvo-i-iskljucivost-u-suvremenoj-madarskoj [σερβοκροατικά].

Céline Cantat, “Cetățenie și excluziune în Ungaria contemporană”, Platzforma, 23 Ιανουαρίου 2023, https://platzforma.md/arhive/392322 και Gazeta de Artă Politică [ρουμανικά].

Селин Канта, „Гражданство и изключване в съвременна Унгария”, Барикада, 24 Ιανουαρίου 2023, https://baricada.org/2023/01/24/ungaria-grajdanstvo-izklucvane/ και dВЕРСИЯ, [βουλγαρικά].

 

 

Η Céline Cantat είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στις κοινωνικές επιστήμες από το Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου, μεταπτυχιακού διπλώματος MSc στην παγκοσμιοποίηση και την ανάπτυξη από το SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και πτυχίου στις ευρωπαϊκές σπουδές από το King's College του Λονδίνου. Σήμερα είναι ακαδημαϊκή διευθύντρια και λέκτορας στο Sciences Po Paris. Προηγουμένως, η Céline εργάστηκε ως ακαδημαϊκή διευθύντρια ενός προγράμματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για φοιτητές πρόσφυγες και ως μεμονωμένη υπότροφος του Marie Curie που μελετούσε την κινητοποίηση της αλληλεγγύης με και από τους πρόσφυγες κατά μήκος της βαλκανικής οδού στο Central European University της Βουδαπέστης. Η έρευνά της έχει επικεντρωθεί στη μετανάστευση, τον ανθρωπισμό, την κινητοποίηση της αλληλεγγύης και τη σχέση μεταξύ μακροοικονομικών διαδικασιών, όπως η παγκοσμιοποίηση και ο κρατικός σχηματισμός, και της αναγκαστικής μετακίνησης ανθρώπων εντός και εκτός συνόρων.

 

 

Σημειώσεις

 [1] Για μια ανάλυση των ανοιχτά αντιφιλελεύθερων και λαϊκιστικών ιδεολογικών θέσεων των ουγγρικών μετασοσιαλιστικών ελίτ και πώς αυτές συνδέονται με τις παγκόσμιες ιεραρχίες και τη λαϊκή απογοήτευση για αυτές τις παγκόσμιες ιεραρχίες βλ.: Gagyi Agnes. (2016), “‘Coloniality of power’ in East Central Europe: external penetration as internal force in post-socialist Hungarian politics ‘, Journal of World-Systems Research, 22(2): σσ. 349-372.

[2] Agence France-Presse, “Refugee influx threatens Europe‘s Christian identity, says Viktor Orbán,” Le Soir, 3 Σεπτεμβρίου 2015, https://www.lesoir.be/art/979707/article/actualite/union-europeenne/2015-09-03/l-afflux-des-refugies-menace-l-identite-chretienne-l-europe-selon-viktor-or.

[3] BBC News, “Migrants: Merkel and Orban Clash over Europe’s ‘Humanity'”, 5 Ιουλίου 2018, https://www.bbc.com/news/world-europe-44728577.

[4] Έχω επεκταθεί αλλού στην πολιτική οικονομία των λόγων γύρω από την Ευρώπη και το ευρωπαϊκό ανήκειν. Βλ: Cantat C. (2016) “The ideology of Europeanism and Europe‘s migrant other”, International Socialism, Οκτώβριος 2016, τεύχος 152, http://isj.org.uk/the-ideology-of-europeanism-and-europes-migrant-other/.

[5] Duez Denis, L‘Union européenne et l‘immigration clandestine. De la sécurité intérieure à la construction de la communauté politique, Βρυξέλλες: Éditions de l‘Université de Bruxelles, 2008, σελ. 288, https://digistore.bib.ulb.ac.be/2016/i9782800414164_f.pdf.

[6] Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/1624 της 14ης Σεπτεμβρίου 2016 για το Ευρωπαϊκό Σώμα Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, αντικατέστησε τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη Διαχείριση της Επιχειρησιακής Συνεργασίας στα Εξωτερικά Σύνορα των κρατών μελών της ΕΕ. Έχει την ίδια νομική προσωπικότητα και είναι γνωστός με το ίδιο όνομα: Frontex.

[7] Rodie Claire, « Externalisation de l‘asile: concept, évolution, mécanismes », στο: GISTI, Le droit d‘asile à l‘épreuve de l‘externalisation des politiques migratoires, Παρίσι: Gisti, 2020, σσ. 19-34, http://www.gisti.org/publication_pres.php?id_article=5383.

[8] Ο Κώδικας Συνόρων του Σένγκεν αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα. Βλ: Darley Mathilde, « Le contrôle migratoire aux frontières Schengen : pratiques et représentations des polices sur la ligne tchéco-autrichienne », Cultures & conflits, τεύχος 71, φθινόπωρο 2008, σσ. 1329 κ.ε.

[9] Illés Sandor, Melegh Attila, Hungary in the Schengen System: Bastion or Gateway? Qualitative and Quantitative Analysis of the Schengen-based Visa System and Visa Issuance Practice in Hungary, Βουδαπέστη: Hungarian Europe Society, 2010, σελ. 32.

[10] Diplomata, Interview with Dr. Krisztina Berta, Head of the Consular Department of the Ministry of Foreign Affairs, No. 1, 2009, http://www.Diplomatamagazin.hu/ftp/gh1uarh_18-20.pdf.

[11] Cantat Céline, Contesting Europeanism: Discourses and Practices of Pro-Migrant Organisations in the European Union, Διδακτορική Διατριβή στις Κοινωνικές Επιστήμες, Λονδίνο: London, University of East London, 2015, σελ. 334.

[12] Ό.π.

[13] Said Edward W., Orientalism. L’Orient créé par l’Occident, Παρίσι: Éditions du Seuil, 2005, σελ. 430 [Edward W. Said, Οριενταλισμός, Νεφέλη Αθήνα 1996, σελ 67 κ.ε.]· βλ. επίσης: Berdoulay Vincent, “Préface”, στο: Dupuy Lionel, Puyo Jean-Yves (επιμ.), L’imaginaire géographique. Entre géographie, langue et littérature, Πω: Presses de l’Université de Pau et des pays de l’Adour, 2014, σελ. 178.

[14] Godefroy Gabriel, « Entre Mitteleuropa et Paneuropa : le projet d’Elemér Hantos dans l’entre-deux-guerres », Bulletin de l’Institut Pierre Renouvin, τεύχος 43, Άνοιξη 2016, σσ. 63-74· Delanty Gérard, “The Resonance of Mitteleuropa: A Habsburg Myth or Antipolitics?”, Theory, Culture & Society, τόμος 13, τεύχος 4, 1996, σσ. 93-108.

[15] Kundera Milan, “The Tragedy of Central Europe”, New York Review of Books, τόμος 31, τεύχος 7, 1984, 1984, https://www.nybooks.com/articles/1984/04/26/the-tragedy-of-central-europe/.

[16] Murtic Dino, Post-Yugoslav Cinema: Towards a Cosmopolitan Imagining, Λονδίνο: Palgrave MacMillan, 2015, σελ. 207.

[17] Kouvelakis Stathis, The Defeated Critic. Emergence and Domestication of Critical Theory, Παρίσι: Éditions d’Amsterdam, 2019, σελ. 536.

[18] Diplomata, ό.π.

[19] Για μια πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση των ποικίλων δημόσιων αντιδράσεων των Ούγγρων και των πολιτικών τους επιπτώσεων, βλ. Feischmidt Margit and Zakariás Ildiko (2019) “Politics of care and compassion: Civic help for refugees and its political implications in Hungary: A mixed-methods approach”, στο: Feischmidt M, Pries L, Cantat C. (επιμ.) Refugee Protection and Civil Society in Europe. Τσαμ: Palgrave Macmillan, σσ. 59–99.

[20] Mahony Honor, “Orban Wants to Build ‘Illiberal State'”, EU Observer, 28 Ιουλίου 2014, https://euobserver.com/political/125128.

[21] Cantat Céline, Rajaram Prem Kumar, “The Politics of the Refugee Crisis in Hungary: Bordering and Ordering the Nation and Its Others”, στο: Menjívar Cecilia, Ruiz Marie, Ness Immanuel (επιμ.), The Oxford Handbook of Migration Crises, Οξφόρδη: Oxford University Press, 2018, σσ. 181-195, https://www.oxfordhandbooks.com/view/10.1093/oxfordhb/9780190856908.001.0001/oxfordhb-9780190856908-e-69.

[22] Melegh Attila, “Unequal Exchanges and the Radicalization of Demographic Nationalism in Hungary”, Intersections. East European Journal of Society and Politics, τόμος 2, τεύχος 4. 2016, σσ. 87-108, https://doi.org/10.17356/ieejsp.v2i4.287.

[23] Η μετανάστευση από την Ουγγαρία δεν αυξήθηκε απότομα τη δεκαετία του 1990, αλλά επιταχύνθηκε γρήγορα μετά την οικονομική ύφεση της χώρας το 2006 και επιδεινώθηκε με την οικονομική κρίση και την κατάρρευση των δανείων σε ξένο νόμισμα πολλών νοικοκυριών. Αυτό επιδεινώθηκε από τις σοβαρές περικοπές των κοινωνικών παροχών από το 2011. Βλ. στοιχεία Eurostat: https://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php?title=EU_citizens_living_in_another_Member_State_-_statistical_overview.

[24] Βλέπε για παράδειγμα: Losonczy Anne-Marie, “Ritualisation mémorielle et construction ethnique postcommuniste chez les Hongrois de Transcarpathie (Ukraine)”, Civilisations, τόμος 59, τεύχος 1, 2010, σσ. 131-150, https://doi.org/10.4000/civilisations.2248.

[25] Meszmann Tibor, Fedyuk Olena, Temporary Agency Work as a Form and Channel of Labour Migration in Hungary, Βουδαπέστη: Friederich Ebert Stiftung, 2020, σελ. 8, https://library.fes.de/pdf-files/bueros/budapest/14597.pdf.

[26] Για μια επικαιροποίηση των πρόσφατων εξελίξεων, βλ. Meszmann Tibor (2022) BARMIG Project, National Report Hungary, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://phavi.umcs.pl/at/attachments/2022/0210/132728-barmig-hu-final-report-pdf-version.pdf.

[27] Gagyi Agnes, Gerőcs Tamás, Szabó Linda, Szarvas Márton, “Beyond Moral Interpretations of the EU ‘Migration Crisis’: Hungary and the Global Economic Division of Labor”, LeftEast, 9 Φεβρουαρίου 2016, https://lefteast.org/beyond-moral-interpretations-of-hu-eu-migration-crisis/.

[28] Ενώ μέχρι το 2003 ήταν κάτω από το 0,5% του ΑΕΠ, τα εμβάσματα των Ούγγρων μεταναστών έφτασαν το 1,6% από το 2004 (με την ένταξη στην ΕΕ) και έκτοτε αυξάνονται σταθερά. Βλ: World Bank, “Remittance Inflows to GDP for Hungary”, St. Louis: Federal Reserve Bank of St. Louis, https://fred.stlouisfed.org/series/DDOI11HUA156NWDB.

[29] Gagyi Agnes, Gerőcs Tamás, Szabó Linda, Szarvas Márton (2016, ό.π.).

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2023 16:23

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.