Τρίτη, 03 Αυγούστου 2021 23:43

Η Γένοβα δεν κράτησε μόνο 48 ώρες: Το Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβας 20 χρόνια μετά

Γράφτηκε από

 

 

Giulio Calella

 

Η Γένοβα δεν κράτησε μόνο 48 ώρες

Το Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβας 20 χρόνια μετά

 

 

Στην εικοστή επέτειο της συνόδου κορυφής των G8 στη Γένοβα το 2001, κυκλοφόρησαν ανακατασκευές των όσων συνέβησαν, οι οποίες αποδομούν το γεγονός, αναδεικνύουν τα εκρηκτικά γεγονότα χωρίς να εξηγούν τις ρίζες τους και εξαφανίζουν την ιστορία ενός κινήματος που θα πρέπει αντίθετα να ανακαλυφθεί εκ νέου.1

Μετά από είκοσι χρόνια, η μνήμη παίζει παιχνίδια. Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αναδύεται μια και μοναδική ερμηνεία –πάνω απ’ όλα σε ένα μετριοπαθές κλίμα, αλλά μερικές φορές και σε μια ριζοσπαστική εκδοχή– των γεγονότων του κινήματος που κατέκλυσε τους δρόμους της Γένοβας πριν από είκοσι χρόνια ενάντια στους G8. Υπάρχει η ερμηνεία ότι επρόκειτο για ένα «επιταχυμένο 1968, διάρκειας 48 ωρών», ένα κίνημα που πέθανε στην κούνια του κάτω από τα χτυπήματα της καταστολής.

Η θέση του «1968 των σαράντα οκτώ ωρών» είναι του διευθυντή της L’Espresso, Μάρκο Νταμιλάνο. Την εξέθεσε στο κύριο άρθρο του τεύχους της Κυριακής 3 Ιουλίου, αφιερωμένο στη Γένοβα 2001 και εμπλουτισμένο με την υπέροχη εικονογράφηση του εξωφύλλου από τον σκιτσογράφο Τζέροκαλκάρε. Η L’Espresso έχει το προτέρημα –χάρη στην αποτελεσματική και ακριβή αναπαράσταση του Σιμόνε Πιεράννι, η οποία θα συνεχιστεί και στα επόμενα τεύχη– να παίρνει σαφή θέση και χωρίς να υποβαθμίζει την αστυνομική βία εκείνων των ημερών. Ο ίδιος ο Νταμιλάνο ορίζει τις ενέργειες της αστυνομίας ως «σφαγή» που διαπράχθηκε με την αναστολή των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και δεν φοβάται να δείξει με το δάχτυλο «τα κρατικά ψέματα που προστάτευαν τους κορυφαίους διαχειριστές της βίαιης σφαγής, πρώτα και κύρια τον τότε αρχηγό της αστυνομίας, Τζιάννι Ντε Τζένναρο». Μια στάση που είναι ακόμη πιο σημαντική σήμερα, όταν έχουμε αναγκαστεί να δούμε εικόνες τόσο παρόμοιες με εκείνες που διαδραματίστηκαν πριν από είκοσι χρόνια μέσα στη φυλακή της Σάντα Μαρία Κάπουα Βέτερε, αυτή τη φορά σε βάρος των κρατουμένων. Εικόνες που μας υπενθυμίζουν πώς συγκεκριμένες δυναμικές της επιβολής του νόμου είναι συστημικές και επαναλαμβάνονται με παρόμοιο τρόπο σε διαφορετικά πλαίσια και ιστορικές περιόδους.

Μας αφήνει ωστόσο σε αμηχανία η ανάγνωση του κινήματος πριν από είκοσι χρόνια. Μια ανάλυση που καταλήγει να είναι άχρηστη για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, και παραπλανητική για όσους απλώς αναζητούν κάποια ιστορικά εργαλεία για να κατανοήσουν τι συνέβη τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Ουσιαστικά, σύμφωνα με τον διευθυντή της L’Espresso, η τραυματική καταστολή εκείνων των ημερών προκάλεσε:

«την απόσυρση όσων ήταν τότε είκοσι ή τριάντα ετών και οι οποίοι δεν ήθελαν πλέον να έχουν καμία σχέση με συλλογικά εγχειρήματα, έχοντας έρθει αντιμέτωποι με βίαιες και ψεύτικες πολιτικές και θεσμούς. Η Γένοβα είναι και αυτό: η χαμένη ευκαιρία, το τέλος της πολιτικής δέσμευσης, το χάσμα. Η μαύρη τρύπα στην οποία έχουν πέσει τα πάντα.»

Εν ολίγοις, η αριστερά στην Ιταλία τελείωσε εκείνη τη στιγμή, εξαιτίας του όπλου του καραμπινιέρη Μάριο Πλακανίκα που σκότωσε τον Κάρλο Τζιουλιάνι, της επιδρομής στη σχολή Αρμάντο Ντίας (έδρα του Κοινωνικού Φόρουμ της Γένοβας) και των βασανιστηρίων στους στρατώνες του Μπολτσανέτο.2

Το αντίθετο της υποχώρησης

Είμαι μεταξύ εκείνων που στη Γένοβα το 2001 ήταν γύρω στα είκοσι, όπως οι περισσότεροι από τους διαδηλωτές που προσπάθησαν να διαδηλώσουν από τη Βία Τομελαΐντε προς την Πιάτσα Αλιμόντα, όπου ο Κάρλο, που ήταν 23 ετών όπως εμείς, έχασε τη ζωή του. Ωστόσο, μετά από εκείνον τον Ιούλιο του 2001, ανάμεσα σε εκείνους της γενιάς μου που βρίσκονταν σε εκείνους τους δρόμους, και ανάμεσα σε εκείνους που δεν ήταν εκεί αλλά που τις επόμενες εβδομάδες ένιωσαν την ανάγκη να συμμετάσχουν, είδα το ακριβώς αντίθετο της υποχώρησης. Βγήκαμε από τη Γένοβα όχι απλώς σαν θύματα, αλλά δυνατοί μέσα από την ελπίδα που προκάλεσε εκείνο το κίνημα και μέσα από την οργή και την αγανάκτηση για την ίδια αυτή καταστολή. Ήδη το Σάββατο 21 Ιουλίου βγήκαν στους δρόμους απροσδόκητοι αριθμοί, παρά το φόβο και το φόνο της προηγούμενης ημέρας. Ελπίδα και οργή που μας έπεισαν ότι ένας άλλος κόσμος δεν ήταν μόνο εφικτός, αλλά και αναγκαίος.

Αυτό είναι που μας παρέσυρε στη διετία 2001-2003: οι δραματικές ημέρες στη Γένοβα ήταν μια τρομερή ώθηση που πολλαπλασίασε τη συμμετοχή και τον ενθουσιασμό. Σε κάθε πόλη, ακόμη και στις πιο μικρές πόλεις και γειτονιές, γεννήθηκαν Κοινωνικά Φόρουμ, άνοιξαν αμέτρητα διαφορετικά μονοπάτια και αντιπαραθέσεις, στιγμές δημόσιας συζήτησης με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και, η μία μετά την άλλη, συνεχείς διαδηλώσεις που εξακολουθούν να είναι μερικές από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις δρόμου στην ιστορία της χώρας μας. Το Κοινωνικό Φόρουμ στη Φλωρεντία το Νοέμβριο του 2002 είχε μια απίστευτη συμμετοχή στις συζητήσεις στη Φοτρέτσα ντα Μπάσο και στη συνέχεια μια τελική διαδήλωση 500.000 ανθρώπων, μεγαλύτερη από εκείνη της 21ης Ιουλίου 2001 στη Γένοβα. Στις 15 Φεβρουαρίου 2003 έγινε η μεγαλύτερη διαδήλωση στην ιστορία της χώρας μας με τρία εκατομμύρια ανθρώπους στους δρόμους ενάντια στον πόλεμο, σε μια παγκόσμια ημέρα δράσης που οδήγησε τους New York Times να χαρακτηρίσουν το κίνημα αυτό ως «τη δεύτερη παγκόσμια υπερδύναμη». Το ίδιο κίνημα είχε σημαντική επιρροή στη μάχη της CGIL του Σέρτζιο Κοφεράτι κατά της μεταρρύθμισης του άρθρου 18 του Κανονισμού Εργασίας από την κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, ενώ τον Μάρτιο του 2002 γέμισε το Τσίρκο Μάσιμο με μια από τις μεγαλύτερες συνδικαλιστικές διαδηλώσεις που έγιναν ποτέ. Μπλόκαρε τη μεταρρύθμιση, η οποία στη συνέχεια εγκρίθηκε το 2015 από την κυβέρνηση Ρέντσι με πολύ λίγες αντιδράσεις από τα ομοσπονδιακά συνδικάτα. Ενδιάμεσα, υπήρξαν:

  • τα παγκόσμια κοινωνικά φόρουμ σε όλο τον κόσμο
  • μεγάλες προσπάθειες για την αναζήτηση και ανανέωση του αντικαπιταλιστικού περιεχομένου
  • ο πολλαπλασιασμός των φοιτητικών συλλογικοτήτων στα σχολεία και τα πανεπιστήμια
  • νέες καταλήψεις κοινωνικών κέντρων
  • η γέννηση περιοδικών και εκδοτικών οίκων (το δικό μας Alegre γεννήθηκε το 2003 με ένα όνομα που δεν είναι ακριβώς τυχαίο)
  • αυτοδιαχειριζόμενα δίκτυα επικοινωνίας που έφεραν επανάσταση στο διαδίκτυο, όπως το Indymedia, το οποίο μετά τη Γένοβα και μέχρι το 2004 είχε τη φάση της μεγαλύτερης δύναμης και προβολής του (και στη συνέχεια έκλεισε όχι παραδόξως το 2006)
  • για να μην αναφέρουμε τους πολλούς περιβαλλοντικούς, φεμινιστικούς και τοπικούς αγώνες.

Ήταν μια πραγματική έκρηξη της λεγόμενης «κοινωνίας των πολιτών», την οποία ο Νταμιλάνο προφανώς δεν θυμάται. Ο ίδιος ο Τζέροκαλκάρε, όπως αναφέρεται στο κύριο άρθρο, ισχυρίζεται περιέργως ότι «αυτό που εξαφανίστηκε μετά τη Γένοβα ήταν η κοινωνία των πολιτών. Όταν συνέβαινε κάτι [πριν] υπήρχαν οι Arci, οι καθολικοί και τα κοινωνικά κέντρα, οι συνελεύσεις των πόλεων», τότε, μετά τη Γένοβα, δεν υπήρξε προφανώς τίποτα. Όμως, είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί ιστορική στιγμή με μεγαλύτερο αριθμό συνελεύσεων πόλεων για τα πιο διαφορετικά θέματα από ό,τι μεταξύ 2001 και 2004. Σίγουρα δεν συγκρίνεται με τις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν της Γένοβας και τις δύο που ακολούθησαν.

Τι προκάλεσε την απογοήτευση

Υπάρχει επίσης μια ριζοσπαστική εκδοχή της ερμηνείας των ημερών της Γένοβας ως «48ωρο 1968», αυτή των ατόμων που είχαν την αίσθηση ότι έζησαν εκείνες τις ημέρες μια απόπειρα εξέγερσης που ματαιώθηκε λόγω της βίαιης καταστολής. Θεωρούν ότι οι τεράστιες κινητοποιήσεις των επόμενων ετών ήταν πολιτικά ήπιες, επειδή ο κόσμος είχε πολύ λίγη διάθεση για συγκρούσεις στους δρόμους. Στη μετριοπαθή εκδοχή της L’Espresso, από την άλλη πλευρά, αφαιρείται κάθε ευθύνη των κόμματων της Αριστεράς για το κίνημα αυτό. Εξαιτίας αυτής της καταστολής, γράφει ο Νταμιλάνο, «μια γενιά έμεινε χωρίς πολιτική. Και κατέληξε στην αντι-πολιτική».

Στην πραγματικότητα, αυτοδιαψεύδεται αμέσως, παραθέτοντας δύο 20χρονους που κυκλοφορούσαν τότε στους δρόμους της Γένοβας, τον Πάμπλο Ιγκλέσιας και τον Αλέξη Τσίπρα, οι οποίοι χρόνια αργότερα έγιναν αντιπρόεδρος της ισπανικής κυβέρνησης και Έλληνας πρωθυπουργός αντίστοιχα. Αλλά το επιχείρημά του απαιτεί μια άμεση σύνδεση μεταξύ της καταστολής του κινήματος και της επακόλουθης εξέλιξης της ιταλικής πολιτικής: η καταστολή εν τη γενέσει του ενός κινήματος που φανταζόταν μια διαφορετική πολιτική υποτίθεται ότι δημιούργησε μια δυσπιστία γενεών τέτοια που ευνόησε τη γέννηση του λαϊκισμού τύπου Γκρίλο.3

Η «Vaffaday» από την οποία γεννήθηκε το Κίνημα των Πέντε Αστέρων χρονολογείται στην πραγματικότητα από το 2007, δηλαδή από την εποχή που οι επιπτώσεις της δεύτερης κυβέρνησης Πρόντι ήταν σε πλήρη εξέλιξη, η οποία το 2006 είχε καταφέρει να νικήσει με το ζόρι τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι μετά από πέντε χρόνια έντονων κοινωνικών κινημάτων κατά της κυβέρνησής του, αλλά η οποία μέσα σε λίγους μήνες είχε δημιουργήσει απογοήτευση και δυσπιστία για τη δυνατότητα μιας πραγματικής εναλλακτικής λύσης.

Ο Νταμιλάνο αποσιωπά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο κόμμα της αριστεράς –οι Δημοκράτες της Αριστεράς (DS – Democratici di Sinistra), οι οποίοι το 2001 μετακινούνταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα μιας δεκαετίας νωρίτερα στο Δημοκρατικό Κόμμα λίγα χρόνια αργότερα– εκείνον τον Ιούλιο όχι μόνο δεν ήταν στους δρόμους μαζί με το κίνημα αλλά ήταν στο πλευρό των G8. Μεταξύ των οκτώ μεγάλων ονομάτων της εποχής δεν ήταν μόνο ο μισητός Τζορτζ Μπους και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, αλλά και ο ηγέτης των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών Γκέραρντ Σρέντερ και ο ηγέτης του βρετανικού Εργατικού Κόμματος Τόνι Μπλερ, ο θεωρητικός του «τρίτου δρόμου» που θεωρούνταν παράδειγμα νίκης από τους βασικούς ηγέτες των DS: Μάσιμο Ντ’ Αλέμα, Βάλτερ Βελτρόνι και Πιέρο Φασίνο. Είχαν γοητευτεί από τα «υπέροχα πεπρωμένα και προόδους» της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, από την ομορφιά της εργασιακής ευελιξίας ενάντια στη φυλακή της σταθερής εργασίας, με έναν νεοφώτιστο ενθουσιασμό για την ελεύθερη αγορά που συνοδευόταν από τον συγκεχυμένο μύθο της αξιοκρατίας. Και μερικούς μήνες αργότερα, μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου, έσπευσαν, ενωμένοι και ευθυγραμμισμένοι, να υποστηρίξουν τον Μπους στον πόλεμο στο Αφγανιστάν.

Εκτός από τις πολιτικές ευθύνες των κεντροαριστερών κομμάτων, ο Νταμιλάνο αποσιωπά και εκείνες της ριζοσπαστικής αριστεράς, η οποία αποτελούσε ενεργό μέρος αυτού του κινήματος. Ο εκπρόσωπος του Κοινωνικού Φόρουμ της Γένοβας, Βιττόριο Ανιολέττο, εξελέγη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2004. Με τον ίδιο τρόπο που ένας από τους πιο εξέχοντες ηγέτες των μέσων ενημέρωσης του No Global Forum του Μαρτίου 2001 στη Νάπολη, ο Φραντσέσκο Καρούσο, έγινε μέλος του ιταλικού κοινοβουλίου το 2006. Επιπλέον, στη δυναμική της αυξανόμενης κοινωνικής σύγκρουσης κατά τα έτη 2001-2003, ο ρόλος του εν λόγω κόμματος και του ηγέτη του Φάουστο Μπερτινόττι ήταν πολύ σημαντικός, μέχρι τη θητεία του στην κυβέρνηση Πρόντι, κατά την οποία έγινε πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, από πολιτικός ηγέτης που ήταν πιο κοντά στα κινήματα, έγινε ο πιο μισητός από αυτά.

Είναι πολύ βολικό να λέμε ότι η αστυνομία ήταν αυτή που προκάλεσε την υποχώρηση. Αν η δική μας έχει γίνει «μια χώρα χωρίς αριστερά» εξαιτίας της καταστολής, δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα γι’ αυτό και σίγουρα δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τους εαυτούς μας για τίποτα, ούτε αυτούς που ήταν μέρος αυτού του κινήματος ούτε αυτούς που ήταν έξω από αυτό, όπως ο ίδιος ο Νταμιλάνο. Αν εκείνο το κίνημα ήταν μια 48ωρη εστία ανάφλεξης, δεν μπορούμε καν να μάθουμε τίποτα από το πολύτιμο περιεχόμενο και τις πρακτικές που εκφράστηκαν. Στην καλύτερη των περιπτώσεων αυτά τα διδάγματα δεν κατανοήθηκαν, στη χειρότερη των περιπτώσεων καταπολεμήθηκαν ρητά από την πολιτική αριστερά. Και τα οποία σήμερα είναι προφανώς βολικό να ξεχνάμε.

Το κίνημα αυτό μπήκε σε δύσκολη θέση το 2004, ασφαλώς λόγω της εντυπωσιακής αδυναμίας του απέναντι στην κλιμάκωση του πολέμου στο Ιράκ, παρά τα εκατομμύρια ανθρώπων στους δρόμους, λόγω της δυσκολίας να επιτύχει συγκεκριμένα αποτελέσματα (εκτός από την απόσυρση της μεταρρύθμισης του άρθρου 18) και να ριζώσει στους χώρους εργασίας. Αλλά χωρίς αμφιβολία η γέννηση της νέας κεντροαριστεράς, παράλληλα με την ίδια την Κομμουνιστική Επανίδρυση που επένδυσε στη συναίνεση του κινήματος αυτών των χρόνων σε μια νέα κυβερνητική συμμαχία με αυτούς που είχαν αντιταχθεί στις ίδιες τις κινητοποιήσεις, ήταν καθοριστική για τη διαδικασία δημιουργίας της σταδιακής υποχώρησης και της απογοήτευσης από την ενεργό πολιτική από την οποία υποφέρουμε ακόμα και σήμερα. Ένα αντισυστημικό κίνημα συνάντησε από τη μια πλευρά μια μετριοπαθή αριστερά που ήθελε να εκπροσωπήσει το σύστημα και από την άλλη μια ριζοσπαστική αριστερά που από ένα σημείο και μετά δεν ήταν σε θέση να προτείνει τίποτα άλλο από την εναλλακτική λύση του «μικρότερου κακού». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια τυπικά αριστερή κυβέρνηση που συνέχισε να διαχειρίζεται τον νεοφιλελευθερισμό τη στιγμή που, από το 2007, το σύστημα αυτό βρισκόταν σε μια βαθιά οικονομική κρίση που αύξησε τις ανισότητες και έκανε μια εναλλακτική λύση ακόμη πιο επείγουσα. Ήταν αυτή η απογοήτευση που έκανε εκείνους που ισχυρίζονταν ότι ήθελαν να αντικαταστήσουν τους πολιτικούς με έντιμους πολίτες να εμφανίζονται πιο αξιόπιστοι ως δύναμη κατά του συστήματος, παρά το γεγονός ότι δεν πρότειναν ριζικά εναλλακτικές πολιτικές.

Σήμερα, που ακόμη και το εγχείρημα του Γκρίλλο φαίνεται να βρίσκεται σε μια ατέρμονη κρίση, δείχνοντας την αδυναμία ενός αποπροσανατολιστικού λόγου σε ότι αφορά τις αντιφάσεις των προηγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, αυτά τα χρόνια κινητοποίησης δεν πρέπει να διαγραφούν αλλά να ανακαλυφθούν εκ νέου, αναλύοντας την πολιτική δυναμική της, τα λάθη και τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν τότε από μια αριστερά που στη συνέχεια αυτοκαταστράφηκε ταχύτατα, τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο που είχαν το περιεχόμενο και οι πρακτικές της, η οποία άντεξε στην ίδια την κρίση του Κοινωνικού Φόρουμ, επηρεάζοντας πρώτα τη γέννηση του φοιτητικού κινήματος του 2008 Onda Anomola (φοιτητικό κίνημα) και στη συνέχεια τη νίκη στο δημοψήφισμα του 2011 για το δημόσιο νερό. Αλλά αντιμετώπισε επίσης τα όρια των καταβολών και τα λάθη προοπτικής του ίδιου αυτού κινήματος.

Μόνο ένας σοβαρός και ειλικρινής αναστοχασμός πάνω σε αυτά τα γεγονότα –που δεν είναι ούτε συμβιβαστικός, ούτε αποσκοπεί στη θυματοποίηση ή την απάλειψη– μπορεί να καταστήσει αυτή την εικοσαετία γόνιμη βάση για την ανοικοδόμηση μιας πολιτικής πάνω σε νέες βάσεις που μπορεί ακόμα να προσβλέπει σε έναν άλλο κόσμο.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Giulio Calella, «Genova non durò 48 ore», Jacobin Italia, 6 Ιουλίου 2021, https://jacobinitalia.it/genova-non-duro-48-ore/.

Giulio Calella, “Genoa didn’t last for only 48 hours, Genoa Social Forum 20 years on”, International Viewpoint, 20 Ιουλίου 2021, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7229.

 

 

Σημειώσεις

1 Η 27η σύνοδος κορυφής της G8 πραγματοποιήθηκε στη Γένοβα της Ιταλίας στις 20-22 Ιουλίου 2001. Είναι πασίγνωστη για την αστυνομική βία κατά την οποία ο 23χρονος διαδηλωτής Κάρλο Τζουλιάνι από τη Γένοβα, έπεσε νεκρός από πυροβολισμό. Βλέπε Wikipedia, “27th G8 summit”, https://en.wikipedia.org/wiki/27th_G8_summit.

2 Για αυτά τα περιστατικά αστυνομικής βίας βλέπε Wikipedia, “Raid on the Armando Diaz school”, https://en.wikipedia.org/wiki/2001_Raid_on_Armando_Diaz/.

3 Συνιδρυτής του κινήματος 5 Αστέρων: Beppe Grillo, https://en.wikipedia.org/wiki/Beppe_Grillo.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 04 Αυγούστου 2021 14:49

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.