Πέμπτη, 06 Ιανουαρίου 2022 23:00

Ισπανικό Κράτος: Πολιτική αξιολόγηση της αποτυχημένης αναθεώρησης της εργατικής νομοθεσίας- Brais Fernandez

Ισπανικό Κράτος: Πολιτική αξιολόγηση της αποτυχημένης αναθεώρησης της εργατικής νομοθεσίας

Brais  Fernandez

 https://internationalviewpoint.org

Στα ισπανικά: https://vientosur

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: elaliberta.gr

Μετά από μήνες συζητήσεων σε μυστικά διαπραγματευτικά τραπέζια, η κυβέρνηση, με επικεφαλής σε αυτή την περίπτωση την Yolanda Díaz, τα συνδικάτα CCOO και UGT και η CEOE (Confederación Española de Organizaciones Empresariales - η Ισπανική Συνομοσπονδία Επιχειρηματικών Οργανώσεων) ανακοίνωσαν συμφωνία για την αναδιαμόρφωση της εργασιακής μεταρρύθμισης.

Σε απόσταση από την προγραμματική συμφωνία που υπέγραψε η κυβέρνηση, αυτή η νέα συμφωνία εγκαταλείπει την προσέγγιση της "κατάργησης" και υιοθετεί ως βάση τη μεταρρύθμιση του Λαϊκού Κόμματος του 2012. Η κυβερνητική αριστερά προσπάθησε να πουλήσει (για άλλη μια φορά) τη συμφωνία ως ιστορική- τομείς της δεξιάς, όπως η εφημερίδα ABC, ο διάσημος και μετριότατος φιλελεύθερος οικονομολόγος Χουάν Ραμόν Ράλο, ο πρόεδρος της CEOE και ο Λουίς Γκαριτσάνο, βγήκαν να υπερασπιστούν τη συμφωνία, θεωρώντας ότι, παρά τον εκνευρισμό που προκαλεί το γεγονός ότι ηγείται η αριστερά, δεν θίγει (παρότι υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί για την προσωρινή απασχόληση) τους βασικούς πυλώνες του εργασιακού μοντέλου που εφάρμοσε το δικομματικό σύστημα.

Τι αλλάζει και τι μένει άθικτο

Όσον αφορά τις αλλαγές στην εργατική νομοθεσία, είναι δύσκολο να την πουλήσει κανείς ως επιτυχία, αν και ο μηχανισμός ψευδαισθήσεων του προοδευτισμού προσπαθεί να το κάνει με το μείγμα εκβιαστικής και παθητικο-επιθετικής επιχειρηματολογίας εναντίον της κριτικής αριστεράς, καρυκευμένο με έναν όλο και πιο προσχηματικό και ζοφερό βερμπαλισμό φραστικών ψευδαισθήσεων. Το χαμηλότερο κόστος των απολύσεων μένει ανέγγιχτο, η ευελιξία των απολύσεων που γίνονται χωρίς υπαιτιότητα διατηρείται, η έλλειψη διοικητικού ελέγχου στις ομαδικές απολύσεις, και ούτε θα ανακτηθούν οι μισθοί υπερημερίας που επιδικάζονται για άκυρη απόλυση. Μένει να δούμε αν η κατά προτεραιότητα εφαρμογή των κλαδικών συμβάσεων θα εφαρμοστεί στις υπάρχουσες συμβάσεις, παρόλο που επηρεάζει μόνο τους μισθούς και όχι τις συνθήκες εργασίας. Το μόνο πράγμα που μπορεί να παρουσιαστεί ως βελτίωση των δικαιωμάτων έχει να κάνει με την παράταση των συμβάσεων, μια παραχώρηση προς τον μηχανισμό των συνδικάτων που κάνει δυνατή την αποφυγή περαιτέρω επίσημων οπισθοδρομήσεων μετά από χρόνια κατά τα οποία η διαπραγματευτική δύναμη τους είχε υποχωρήσει έντονα. Οι εργοδότες είναι ικανοποιημένοι: διατηρούν τη δυνατότητα ελεύθερης και φτηνής απόλυσης και, από την άλλη πλευρά, την πλήρη ικανότητα να οργανώνουν την εργασία όπως θέλουν, επειδή είναι σε θέση να τροποποιούν τους όρους κατά βούληση.

Με άλλα λόγια, δεν έχουμε να κάνουμε με μια κατάργηση της εργασιακής μεταρρύθμισης του PP ή με μια νέα εργασιακή μεταρρύθμιση: έχουμε να κάνουμε με μια μικρή διόρθωση του πλαισίου της εργασιακής επισφάλειας και της φιλοεπιχειρησιακής ευελιξίας που είχε ιστορικά επιβληθεί από το PP, το PSOE και το CEOE, υπό την προστασία των συνδικαλιστικών μηχανισμών.

Στην καρδιά της συναίνεσης, ο εκσυγχρονισμός

Εδώ και αρκετό καιρό, οι ηγέτες του PSOE και του Unidos Podemos (UP) επιμένουν στην ιδέα ενός νέου εκσυγχρονισμού. Ίσως το κείμενο που εκφράζει με μεγαλύτερη σαφήνεια αυτή τη θέση, που δυστυχώς ελάχιστα συζητήθηκε στην αριστερά, είναι ένα άρθρο των Alberto Garzón και Enrique Santiago [i], το οποίο πέρασε απαρατήρητο και το οποίο προσπάθησε να δώσει μια θεωρητική βάση για όσα ο Pablo Iglesias έλεγε εδώ και καιρό μέσω των δηλώσεών του στα μέσα ενημέρωσης.

Το άρθρο αυτό αφορούσε τη δέσμευση της προοδευτικής αριστεράς για τον εκσυγχρονισμό του Ισπανικού Κράτους. Ο εκσυγχρονισμός είναι το ισοδύναμο στην οικονομική πολιτική με τον όρο αναγέννηση στην πολιτική. Πρόκειται για τον εκσυγχρονισμό των δομών και των τομέων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του ισπανικού καπιταλισμού. Στο άρθρο, η κλασική ρητορική του πράσινου καπιταλισμού συνδυάζεται με γελοίες ψευδαισθήσεις για την ικανότητα του προοδευτισμού να κατευθύνει τις επενδύσεις και την καπιταλιστική ανάπτυξη. Παράλογες ψευδαισθήσεις, όχι μόνο λόγω της φύσης του καπιταλισμού, αλλά και επειδή η UP είναι ένα υποδεέστερο τμήμα μιας αδύναμης κυβέρνησης που δεν πρόκειται να αναλάβει καμία μεταρρύθμιση που θα τροποποιούσε τη σχέση μεταξύ κράτους και κεφαλαίου και που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ανατρεπτική αντίρροπη τάση ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του άρθρου, πέρα από αυτούς τους παλιούς και υπερβολικούς ισχυρισμούς για την "προοδευτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων" και την ικανότητα της αριστεράς να καθοδηγήσει αυτή τη διαδικασία, είναι το πολιτικό υπόβαθρο, το οποίο έχει γίνει δόγμα πίστης στο νέο UP υπό την ηγεσία της Yolanda Díaz. Οι δύο ηγέτες της IU (United Left) και του PCE αναγνώρισαν έναν σύμμαχο σε συγκεκριμένους τομείς των αφεντικών. Το άρθρο υιοθέτησε ξεκάθαρα το παλιό αξίωμα που μοιράζονται ο δεξιός Ευρωκομμουνισμός και η σοσιαλδημοκρατία που μετατράπηκε σε σοσιαλφιλελευθερισμό (του οποίου η πιο προχωρημένη σύνθεση είναι το Ιταλικό Δημοκρατικό Κόμμα): ο εκσυγχρονισμός είναι "κάτι που η κυβέρνηση μπορεί να λύσει μόνο αν μέρος της επιχειρηματικής τάξης, η πιο δυναμική και ζωντανή, είναι μέρος της λύσης". Με άλλα λόγια, ο αντίπαλος δεν είναι η επιχειρηματική τάξη, διότι ο βραχυπρόθεσμος στόχος δεν είναι πλέον η αποδυνάμωση της κοινωνικής της δύναμης, αλλά η ενίσχυσή της. Αντίθετα, ο μόνος εχθρός του είναι η πολιτική δεξιά, η οποία με τις εξάρσεις της αδυνατεί να εκπληρώσει τις κρατικές της ευθύνες και γίνεται εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό.

Αυτός ο προοδευτικός εκσυγχρονισμός αντιμετωπίζει ορισμένα αντικειμενικά όρια (ο ρόλος του ισπανικού κράτους στην παγκόσμια αγορά, οι πολλαπλές κρίσεις που βιώνει ο καπιταλισμός σε παγκόσμιο επίπεδο και οι ισπανικές ιδιαιτερότητες που απορρέουν από αυτόν), αλλά ας είμαστε σαφείς. Στόχος του εκσυγχρονισμού δεν είναι ο εκσυγχρονισμός της ισπανικής παραγωγικής δομής: είναι η επαναδραστηριοποίηση του ισπανικού κύκλου ανάπτυξης, διότι στην πραγματικότητα οι εκσυγχρονιστές μας (φιλελεύθεροι ή ευρωκομμουνιστές) πιστεύουν ότι η οικονομία μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο μέσω της επαναδραστηριοποίησης των καπιταλιστικών κερδών.

Η περίφημη συναίνεση, η λέξη-φετίχ της νεοαποκτηθείσας Μετάβασής μας, επανεμφανίζεται με βάση αυτούς τους στόχους. Η περίφημη συναίνεση, μια ψευδο-γκραμσιανή καρικατούρα που δικαιολογείται στη βάση της συμφωνίας για το ποιος θα έπρεπε να είναι ο ασυμβίβαστος εχθρός σου και χτίζεται πάνω στον αποκλεισμό πλατιών στρωμάτων που θα έπρεπε να είναι σύμμαχοι: επισφαλείς εργαζόμενοι, μετανάστες, εργαζόμενοι σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις - ελάχιστα έχουν ειπωθεί για το πώς αυτή η εργασιακή μεταρρύθμιση δεν τους συμπεριλαμβάνει στην ομπρέλα των συλλογικών διαπραγματεύσεων - και ένα μακρύ κ.λπ. κλπ της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζόμενων ανδρών και γυναικών. Αλλά ας είμαστε δίκαιοι. Αν η θέση είναι ότι πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στη συμμαχία και στους δεσμούς με τους εργοδότες, η μη-εργατική μεταρρύθμιση που προωθεί η Yolanda Díaz εκπληρώνει το ρόλο της στην εντέλεια. Δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια μετάφραση με όρους εργασίας του περίφημου εκσυγχρονισμού, καθώς προσαρμόζει την κανονιστική δομή της εργασίας στις πολιτικές και οικονομικές ανάγκες του καπιταλισμού. Δηλαδή, αυτή η νέα εργασιακή συμφωνία συμπληρώνει τους άλλους δύο μεγάλους άξονες πάνω στους οποίους ο προοδευτισμός στηρίζει το εκσυγχρονιστικό σχέδιο, επανεντάσσοντας τις συνδικαλιστικές ηγεσίες στη διαχείριση του: τη διανομή των ευρωπαϊκών κονδυλίων (χρήματα που πηγαίνουν στις μεγάλες επιχειρήσεις ως τρόπος αντιστάθμισης της κρίσης κερδοφορίας τους μέσω της δημόσιας επιδότησης, μια ορθόδοξη νεοφιλελεύθερη πρακτική) και τη συγκράτηση των μισθών για να μην πληρώνεται ο πληθωρισμός από τα κέρδη των επιχειρήσεων, το πρώτο παράδειγμα του οποίου είδαμε με τα τανκς στο Κάντιθ .

Εν ολίγοις, δεν νομίζω ότι διαφαίνεται μια πορεία προς οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό το εκσυγχρονιστικό σχέδιο που έχουμε διατυπώσει. Αυτή η συζήτηση είναι σημαντική γιατί μας προσδιορίζει στον πολιτικό και οικονομικό χάρτη πάνω στον οποίο κινείται ο προοδευτισμός και προδιαγράφει μια συγκεκριμένη πολιτική θέση. Πρόκειται για την ανάληψη μιας θέσης ενεργού αντιπολίτευσης στον εκσυγχρονισμό και στα διάφορα πολιτικά ορόσημα που τον καθιστούν δυνατό, καθώς και για την οικοδόμηση μιας εναλλακτικής σε αυτόν, αλλά και, αυτό είναι σημαντικό, για τον καθορισμό των πολιτικών σεναρίων που μπορεί να δημιουργήσει αυτό το σχέδιο (ακόμη αδύναμο και υποκείμενο στην αστάθεια των κρίσεων).

Πολιτικές αναγνώσεις

Από πολιτική άποψη, πρόκειται για μια ήττα για τις δυνάμεις που επί χρόνια κινητοποιούνταν εναντίον αυτού του μοντέλου του δικομματισμού (συμπεριλαμβανομένης, φυσικά, της μαχητικότητας των αριστερών δυνάμεων που υπέγραψαν τη συμφωνία), παρόλο που είναι ένας πολιτικός θρίαμβος για την εκσυγχρονιστική ενσωμάτωση της αριστεράς. Ξέρω ότι είναι της μόδας να πλασάρεται η ιδέα ότι πρόκειται για μια μερική πρόοδο, αλλά από πολιτική άποψη είναι λάθος να πλασάρεται έτσι. Η κυβερνητική συμφωνία παραβιάζεται, καθώς δεν καταργείται η εργασιακή μεταρρύθμιση. Όλα τα κόμματα του κυβερνητικού μπλοκ συμφώνησαν σε αυτό το σημείο, το οποίο επιτεύχθηκε μέσα από αγώνες χρόνων, γιατί, ας μην ξεχνάμε, πρόκειται για ένα αίτημα που κρατήθηκε ζωντανό από τις κινητοποιήσεις. Μετά από χρόνια που επέμεναν ότι τα πράγματα άλλαξαν μέσω του ΒΟΕ (στμ: νομοθετικού σώματος), αποδεικνύεται ότι όταν η αριστερά έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να περάσει ορισμένους νόμους, αυτό δεν συμβαίνει. Επιπλέον, εισάγεται ένας μη εκλεγμένος φορέας όπως το CEOE (η Ισπανική Συνομοσπονδία Επιχειρηματικών Οργανώσεων) για να καθορίσει την όλη διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Αυτή η διαπραγμάτευση αποτέλεσε μια καλή ένδειξη για το πώς λειτουργεί η λογική του πολιτικού καθεστώτος που κληρονομήθηκε από τη Μετάβαση. Όταν κυβερνά η δεξιά, η κοινωνική συναίνεση σπάει και κυβερνούν μόνο οι επιχειρηματίες. Όταν κυβερνά η αριστερά, η κοινωνική συναίνεση αναδιοργανώνεται έτσι ώστε εκείνοι να συνεχίσουν επίσης να κυβερνούν. Η υπόθεση ότι το UP στην εκτελεστική εξουσία θα εξασφάλιζε τις κυβερνητικές συμφωνίες έχει ήδη τεθεί στο ράφι χωρίς ιδιαίτερο δισταγμό από τους ηγέτες της αριστεράς: τώρα το μόνο που μένει είναι να πλασαριστεί ως πρόοδος αυτό που είναι παράδοση ένα αναγκαίο και μη συγκυριακό ισοδύναμο μιας βαθιάς στρατηγικής μετατόπισης.

Υπό αυτή την έννοια, μου φαίνεται ότι στην αριστερά (χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο ελλείψει καλύτερου εξίσου ευρείας έκτασης), πρέπει να συζητήσουμε ορισμένα ερωτήματα.

Θεωρώ ότι αυτό δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα αφήγησης ή του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση έχει πλασάρει αυτό που είναι προφανώς η αποδοχή της τρέχουσας πολιτικής τάξης με κάποιες τροποποιήσεις. Το πρόβλημα είναι πολιτικό και στρατηγικό. Είναι τόσο αφελές να πιστεύουμε ότι ένας αντικαπιταλιστικός μετασχηματισμός είναι εφικτός μέσα σε αυτό το καθεστώς όσο και το να θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για αγώνες και επιμέρους κέρδη. Μερικά κέρδη μπορεί να είναι σφήνες, προσωρινές και πάντα υπό την πίεση της ανάγκης υπεράσπισης, τις οποίες καταφέρνουν να εισάγουν οι υποτελείς τάξεις και οι οποίες στοχεύουν στη βελτίωση των συνθηκών ζωής και του αγώνα μέσα και ενάντια στο ίδιο το σύστημα. Το να τα απαρνηθεί κανείς σημαίνει ότι απαρνείται και την πολιτική, και ακόμη χειρότερα, το να υιοθετεί, για παράδειγμα, την ιδέα ότι μια εξαθλιωμένη εργατική τάξη θα είναι πιο ριζοσπαστική, ενώ συμβαίνει το αντίθετο. Είναι η δύναμη και η ενίσχυση της τάξης μας, με την ευρεία έννοια και χωρίς στενά συντεχνιακά κατάλοιπα, που θα μας επιτρέψει να είμαστε σε καλύτερη θέση για να αναλάβουμε τις μετασχηματιστικές προκλήσεις. Στην πραγματικότητα, το θέμα είναι να ποντάρουμε στην εισαγωγή αυτών των σφηνών, όχι για να βγούμε από την κρίση, αλλά για να ζήσουμε και να παλέψουμε μέσα σε αυτήν, μετατοπίζοντας την μέσω του πολιτικού και οικονομικού αγώνα προς το κεφάλαιο, ενώ η εργατική τάξη δυναμώνει. Εκεί, σε αυτό το σημείο, μπορούν να βρεθούν οι συμφωνίες πάλης ανάμεσα στην αριστερά.

Το ξεκαθαρίζω αυτό γιατί θεωρώ ότι είναι λάθος να υποθέσουμε ότι αυτή ακριβώς η πορεία των γεγονότων ήταν αναπόφευκτη. Είναι το αποτέλεσμα των στρατηγικών αποφάσεων και της κατεύθυνσης που πήρε η κυβερνητική αριστερά, την οποία τώρα προσπαθεί να αντισταθμίσει με φλυαρίες περί ενότητας και νέων ηγεσιών. Μια στρατηγική που επιδιώκει να βελτιώσει τον περίφημο συσχετισμό δυνάμεων πρέπει να βασίζεται στην κοινωνική και πολιτική σύγκρουση και όχι στην εκσυγχρονιστική συναίνεση και απαιτεί δύο στόχους: την αξιοποίηση όλων των χώρων για την επέκταση της σύγκρουσης (και αυτό περιλαμβάνει την αξιοποίηση των θέσεων στο κράτος και στο κοινοβούλιο σε αυτό το πλαίσιο, μπλοκάροντας ό,τι χρειάζεται να μπλοκαριστεί για να επιτευχθούν αυτές οι επιμέρους κατακτήσεις) και μια ευρεία και οργανωμένη κινηματική βούληση. Δεν υπήρξε καμία όρεξη γι' αυτό στην κυβερνητική αριστερά, δεν υπήρξε καμία ικανότητα στην αριστερά εκτός κυβέρνησης ή στα κοινωνικά κινήματα. Ένα πικρό μάθημα, αλλά που αξίζει να συζητηθεί χωρίς συμβιβασμούς, αποφεύγοντας κατά τη γνώμη μου να πέσουμε σε αυτό το φετίχ ("το κοινωνικό ή το πολιτικό") που αναφέρει ο Daniel Bensaid: χρειάζεται να αγωνιστούμε στους δρόμους και στους χώρους εργασίας, έναν ισχυρότερο αγωνιστικό συνδικαλισμό, ικανό να συμπαρασύρει κλάδους που σήμερα είναι εγκλωβισμένοι στις οργανώσεις της εκσυγχρονιστικής συναίνεσης, άλλα  και στα δικά τους πολιτικά εργαλεία και σχέδια, ώστε να μην εξαρτώνται από μια λογική πιέσεων που επιτρέπει στους μηχανισμούς της αριστεράς να καταλήξουν να ενσωματωθούν στο κράτος και να αναλάβουν φιλοκαπιταλιστική διαχείριση.

Για να το θέσουμε ξεκάθαρα: δεν αρκούν  τα καλέσματα για αγώνα, χρειαζόμαστε πολιτική οργάνωση για να αντιμετωπίσουμε αυτό το νέο στάδιο. Η άσκηση πίεσης και η ανάθεση της πολιτικής στην αριστερά είναι επίσης ένας ιδεολογικός μηχανισμός που παράγει μόνο απογοητεύσεις και ήττες.

Βραχυπρόθεσμα, αποτρέποντας το κλείσιμο του ρήγματος

Όλοι γνωρίζουν ότι αυτό δεν τερματίζει ούτε τα προβλήματα ούτε τη συζήτηση για τον κόσμο της εργασίας. Η προπαγάνδα έχει πολύ κοντά πόδια. Τόσο ο Βασκικός και ο Γαλικιανός συνδικαλισμός, όσο και ο εναλλακτικός συνδικαλισμός στο υπόλοιπο ισπανικό κράτος, έχουν ήδη δείξει την αντίθεσή τους σε αυτόν τον συμβιβασμό. Χρειάζεται επίσης μια πολιτική θέση που να συσχετίζεται με αυτό:  θα δούμε τι θα συμβεί με κόμματα όπως το Bildu (Euskal Herria Bildu/ Basque Country Gather) ή το ERC (Esquerra Republicana de Catalunya/Republican Left of Catalonia ), καθώς θα ήταν καλό να παραμείνουν σταθερά στην εξαγγελθείσα απόρριψη της μεταρρύθμισης και να μην κάνουν στροφή με την πρώτη ευκαιρία. [ii] Έχει αποφασιστεί να διατηρηθεί το ίδιο εργατικό δίκαιο με το προηγούμενο στάδιο, προκειμένου να εμβαθύνει η "εκσυγχρονιστική προοδευτική" συναίνεση. Δεν γνωρίζουμε ακόμη τις πολιτικές επιπτώσεις αυτού του γεγονότος, αν και είναι πιθανό ότι όταν το υψηλότερο προπαγανδιστικό επίπεδο εξασθενήσει, η δυσαρέσκεια προς την κυβερνητική αριστερά θα συνεχίσει να αυξάνεται, χωρίς, για να είμαστε ειλικρινείς, άλλες εναλλακτικές δυνάμεις να είναι σε θέση να διοχετεύσουν αυτή τη δυσαρέσκεια προς τα αριστερά βραχυπρόθεσμα. Ας αντλήσουμε τη δύναμη να αγωνιστούμε στο άμεσο μέλλον, αλλά ας προετοιμαστούμε και για μια νέα φάση, η οποία,  υπόσχεται να είναι ταραχώδης παρά την άνωθεν συναίνεση. Γιατί ο εκσυγχρονισμός δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια αναδιοργάνωση της άρχουσας τάξης στον αγώνα της ενάντια στις εργαζόμενες και υποτελείς τάξεις.

30 Δεκεμβρίου 2021

[i]  https://www.eldiario.es/opinion/tribuna-abierta/modernizacion-espana-enemigos_129_6295329.htmlΟ Garzón είναι εξέχον μέλος της Izquierda Unida (IU - Ενωμένη Αριστερά), ο Santiago είναι ο Γενικός Γραμματέας του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

[ii]  Το Bildu είναι βασκικό πολιτικό κόμμα, το ERC καταλανικό.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 06 Ιανουαρίου 2022 23:20

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.