Πολωνοί επαναστάτες (kosynierzy, δηλ. δρεπανηφόροι) κατά τη διάρκεια της Ιανουαριανής Εξέγερσης (1863), πιθανόν κάπου στην Κρακοβία. Τα δρεπάνια χρησιμοποιήθηκαν ευρέως ως όπλα (ελλείψει τουφεκιών) στις μάχες με τα τσαρικά στρατεύματα (τα οποία διέθεταν σύγχρονο οπλισμό), αλλά αποτελούσαν επίσης και σύμβολο της πληβειακής και ριζοσπαστικής διάστασης της εξέγερσης, ενάντια στην πολωνική αριστοκρατία. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ήταν ένθερμοι υποστηρικτές του πολωνικού εθνικοαπλευθερωτικού κινήματος.
Kevin B. Anderson
Όχι μόνο το κεφάλαιο και η τάξη: Ο Μαρξ για τις μη δυτικές κοινωνίες, τον εθνικισμό και την εθνικότητα
Ενώ τα σημαντικότερα έργα του Μαρξ επικεντρώνονταν στο κεφάλαιο και τις τάξεις της Δυτικής Ευρώπης, ο ίδιος έγραψε επίσης εκτενώς για την εθνικότητα και τον εθνικισμό, την αποικιοκρατία και τις μη δυτικές κοινωνίες. Μια ελαφρώς διαφορετική έκδοση εμφανίστηκε στο Socialism and Democracy, Νοέμβριος 2010. Τμήματα του πρώτου μισού παρουσιάστηκαν σε ολομέλειες στο Συνέδριο Ιστορικού Υλισμού, Λονδίνο, 14 Νοεμβρίου 2010. Τμήματα του δεύτερου μισού παρουσιάστηκαν σε μια συζήτηση με θέμα «Ο Μαρξισμός πέρα από τα όρια», που διοργανώθηκε από το Hobgoblin Online Journal και την International Marxist-Humanist Organization, Λονδίνο, 11 Νοεμβρίου 2010 – Συντάκτες
Παρά την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον Μαρξ μετά την οικονομική κρίση, ορισμένα σημαντικά ιδεολογικά και εννοιολογικά εμπόδια συνεχίζουν να παρεμποδίζουν αυτό που θα ήταν ένα πολύ θετικό βήμα, δηλαδή την επιστροφή στον Μαρξ ως την πρωταρχική πηγή της αριστερής κριτικής της καπιταλιστικής νεωτερικότητας στο σύνολό της και ως τη θεωρητική βάση για την υπέρβασή της [Aufhebung].
Τις τελευταίες δεκαετίες, οι επικριτές του Μαρξ χωρίζονται σε δύο μεγάλες ομάδες, οι οποίες φυσικά μερικές φορές αλληλεπικαλύπτονται. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, ο Μαρξ θεωρείται νεκρός, επειδή προσπάθησε να μας οδηγήσει πέρα από τον καπιταλισμό, για τον οποίο υποτίθεται ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Κατά τον ίδιο τρόπο, υποστηρίζεται επίσης ότι η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης αποδεικνύει εμπειρικά την αναποτελεσματικότητα και τον ουτοπικό χαρακτήρα των σχεδίων του Μαρξ.
Στους αριστερούς και προοδευτικούς ακαδημαϊκούς κύκλους, ωστόσο, η κριτική του Μαρξ έχει συνήθως πάρει μια διαφορετική κατεύθυνση. Σε αυτούς τους κύκλους λέγεται συχνά ότι το πρόβλημα με τον Μαρξ δεν είναι ότι ήταν υπερβολικά ριζοσπάστης, όπως λένε οι νεοφιλελεύθεροι, αλλά ότι δεν ήταν αρκετά ριζοσπάστης. Κάποιοι προσθέτουν ότι οι πραγματικά ριζοσπάστες στοχαστές είναι άνθρωποι όπως ο Φουκώ, ο Ντελέζ, ακόμη και ο Νίτσε. Αυτοί οι κριτικοί –με πιο γνωστό τον Έντουαρντ Σαΐντ– επιτίθενται στον Μαρξ επειδή υιοθέτησε αυτό που θεωρούν ως ένα μονογραμμικό μοντέλο ανάπτυξης με μοντερνιστικό τρόπο. (Οι μεταμοντερνιστές το αποκαλούν «μεγάλη αφήγηση»). Εδώ, μεγάλο μέρος της συζήτησης περιστρέφεται γύρω από τα άρθρα του Μαρξ του 1853 για την Ινδία και ένα απόσπασμα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) για την Κίνα. Σε πιο γενικό επίπεδο, οι προοδευτικοί λένε ακόμη πιο συχνά ότι ο Μαρξ μας πληροφόρησε για τις ταξικές και οικονομικές δομές, αλλά ότι το θεωρητικό του μοντέλο δεν ενσωματώνει καθόλου, ή τουλάχιστον όχι σε μεγάλο βαθμό, τη φυλή, την εθνικότητα, το φύλο ή τον εθνικισμό.
Πιστεύω ότι η απάντηση σε αυτές τις κριτικές –ειδικά σε εκείνες που προέρχονται από την προοδευτική αριστερά– είναι εξίσου σημαντική με την προηγούμενη προσπάθεια να διαχωριστεί η αυθεντική αντίληψη του Μαρξ από τον σταλινισμό και τον ολοκληρωτισμό, μια προσπάθεια που παραμένει απαραίτητη και σήμερα. Αυτή η σύνδεση του Μαρξ με τον σταλινισμό –αν και κατά τη γνώμη μου αβάσιμη– είναι ένα από τα στοιχεία που έχουν συμβάλει στην ανάπτυξη του αναρχισμού μεταξύ τόσων πολλών νεαρών ριζοσπαστών σήμερα.
Σε αυτό το άρθρο, θα απαντήσω στις κριτικές που έχουν διατυπωθεί εναντίον του Μαρξ από τμήματα της προοδευτικής αριστεράς και οι οποίες επικεντρώνονται σε κατηγορίες για μονογραμμικότητα και μεγάλη αφήγηση, εθνοκεντρισμό και έλλειψη ενδιαφέροντος για θέματα φυλής, εθνικότητας, φύλου και εθνικισμού[1]. Κατ’ αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Μαρξ ζούσε στο περιθώριο, όπου η σκέψη του εξακολουθεί να παραγκωνίζεται μέχρι σήμερα. Ο αποδομητιστής φιλόσοφος Ζακ Ντεριντά αποτυπώνει καλά την περιθωριοποίηση του Μαρξ ως πολιτικού πρόσφυγα στο βικτοριανό Λονδίνο, συνδέοντάς την με την εξίσου περιθωριακή θέση του μέσα στην δυτική πνευματική παράδοση: «Ο Μαρξ παραμένει ένας μετανάστης ανάμεσά μας, ένας ένδοξος, ιερός, καταραμένος αλλά ακόμα κρυφός μετανάστης, όπως ήταν όλη του τη ζωή» (1994: 174).
I. Ο μη δυτικός «Άλλος»: Ινδία, Κίνα, Ρωσία
Ορισμένοι από τους κριτικούς του Μαρξ έχουν δίκιο όσον αφορά τα πρώιμα γραπτά του για την Ινδία και την Κίνα. Ο Μαρξ ξεκινά με μια κάπως μοντερνιστική και μονογραμμική προοπτική απέναντι σε αυτές τις χώρες, αλλά σταδιακά μεταβαίνει σε μια πιο πολυγραμμική και πολυπολιτισμική προσέγγιση απέναντι στην Ινδία και άλλες μη δυτικές κοινωνίες.
Όπως σημειώνουν ο Έντουαρντ Σαΐντ στο έργο του Οριενταλισμός (1978) και άλλοι κριτικοί, τα κείμενα του Μαρξ για την Ινδία και την Κίνα από την περίοδο 1848-53 εκφράζουν οριενταλιστικές αντιλήψεις για τη νεωτερικότητα, συνοδευόμενες ενίοτε από εθνοκεντρικές ιδέες, στις οποίες ο ευρωπαϊκός αποικιοκρατισμός παρουσιάζεται ως απαραίτητο στάδιο στην πορεία προς την κοινωνική ανάπτυξη για κοινωνίες που έχουν παγιδευτεί σε έναν αμετάβλητο παραδοσιαρχισμό. Αρχίζει να αλλάζει αυτή την προοπτική στα τέλη της δεκαετίας του 1850, ιδιαίτερα στα Grundrisse και στα γραπτά του για την αντι-αποικιακή αντίσταση στην Ινδία και την Κίνα. Μέχρι τα τελευταία του γραπτά του 1879-82 (μερικά από τα οποία παραμένουν αδημοσίευτα), ο Μαρξ έχει μετακινηθεί προς μια πιο αντικαποικιοκρατική θέση και μια πιο πολυγραμμική προσέγγιση της κοινωνικής ανάπτυξης, στην οποία ορισμένες προ-μοντέρνες κοινωνικές μορφές, ειδικά η κοινοτική ιδιοκτησία, θεωρούνται δομικά στοιχεία για μια εναλλακτική μορφή νεωτερικότητας. Ας ανατρέξουμε σε κάποια από τα στάδια αυτής της εξέλιξης της σκέψης του.
Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ο Μαρξ και ο Ένγκελς γράφουν, όπως είναι γνωστό, εγκωμιαστικά για τη διείσδυση του δυτικού κεφαλαίου στην Ασία, για την «κατεδάφιση όλων των κινεζικών τειχών» και για την προσέλκυση «ακόμη και των πιο βαρβαρικών εθνών στον πολιτισμό» (MECW 6: 488). Εδώ φαίνεται (1) να θεωρούν τις δυτικές αποικιακές εισβολές στην Ασία, συμπεριλαμβανομένου του διαβόητου Πρώτου Πολέμου του Οπίου της Αγγλίας κατά της Κίνας το 1839-42, ως μια συνολικά προοδευτική και ευεργετική υπονόμευση της ανατολικής «βαρβαρότητας» και (2) να υποθέτουν ότι ο υπόλοιπος κόσμος θα ακολουθούσε αργά ή γρήγορα τα βήματα των πιο τεχνολογικά προηγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Το εγκώμιο του Μαρξ και του Ένγκελς για αυτό το πρώιμο στάδιο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της συνολικής τους σκιαγράφησης των επιτευγμάτων του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, μια σκιαγράφηση που ακολουθείται από μια δριμεία κριτική της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ωστόσο, δεν συνοδεύουν το εγκώμιο τους για τη δυτική αποικιοκρατία στην Ασία με μια παρόμοια κριτική. Αντίθετα, ο Μαρξ υποστήριξε το 1848 ένα υπόρρητα μονογραμμικό μοντέλο ανάπτυξης, σύμφωνα με το οποίο η Ινδία και η Κίνα, καθώς θα ενσωματώνονταν όλο και πιο βαθιά στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, θα ανέπτυσσαν με την πάροδο του χρόνου αντιφάσεις παρόμοιες με αυτές των ήδη βιομηχανοποιημένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.
Αυτά τα θέματα αναπτύσσονται περαιτέρω στα κείμενα του Μαρξ για την Ινδία που γράφτηκαν το 1853 για την εφημερίδα New York Tribune. Είναι αλήθεια ότι σε ένα απόσπασμα ο Μαρξ επικαλείται την ιδέα μιας ανεξάρτητης Ινδίας που θα αποτινάξει τα δεσμά της βρετανικής αποικιοκρατίας, κάτι που δεν αναφέρει ο Σαΐντ. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και στην αναφορά του σε μια ανεξάρτητη Ινδία, υπονοεί ότι αυτή θα είναι μια Ινδία που πρώτα θα έχει εκσυγχρονιστεί σύμφωνα με τα πρότυπα της Δυτικής Ευρώπης.
Επιπλέον, η περιγραφή του Μαρξ για την ινδική κουλτούρα και κοινωνία το 1853 είναι συχνά συγκαταβατική. Ακολουθώντας τον Χέγκελ, περιγράφει την Ινδία ως μια στατική κοινωνία που στερείται οποιασδήποτε πραγματικής ιστορικής εξέλιξης, εκτός από εκείνη που εισήγαγαν οι κατακτητές της, από τους Άραβες και τους Μογγόλους έως τους Βρετανούς (MECW 12: 217). Οι Βρετανοί αντιπροσωπεύουν έναν «ανώτερο» πολιτισμό, καταλήγει (218). Αντιμέτωπη με αυτούς τους κατακτητές κατά τη διάρκεια των αιώνων, γράφει, η Ινδία αποδείχθηκε «μια κοινωνία χωρίς αντίσταση και αμετάβλητη» (217). Οι ρίζες αυτού του φαινομένου θεωρείται ότι βρίσκονται στα οικονομικά αυτόνομα χωριά της Ινδίας, τα οποία κατέπνιγαν την ατομική ανάπτυξη και την κοινωνική πρόοδο. Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ περιγράφει τις κοινοτικές δομές αυτών των χωριών, τις οποίες θεωρεί εσφαλμένα ότι εμποδίζουν την ανάπτυξη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας της γης, ως «το σταθερό θεμέλιο του ανατολικού δεσποτισμού» (MECW 12: 132). Αν και αρχίζει να επιτίθεται στη «βαρβαρότητα» της βρετανικής αποικιοκρατίας, εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται την αποικιοκρατία, με έναν μάλλον μονοδιάστατο τρόπο, ως κάτι που φέρνει την απαραίτητη, αν και επώδυνη, πρόοδο μέσω της εκσυγχρονισμού (MECW 12: 221).
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Μαρξ αρχίζει να αλλάζει τη στάση του απέναντι στην Ινδία. Το 1857 ξέσπασε η αντιβρετανική εξέγερση των Σεπόι, η οποία οδήγησε σε δύο χρόνια συγκρούσεων, κατά τη διάρκεια των οποίων οι Βρετανοί παραλίγο να χάσουν τον έλεγχο της ινδικής υποηπείρου. Ο Μαρξ υποστηρίζει με ενθουσιασμό την εξέγερση, επισημαίνοντας με διαλεκτικό τρόπο ότι οι επαναστάτες στρατιώτες Σεπόι (Ινδοί στρατιώτες εκπαιδευμένοι από τους Βρετανούς) ήταν οι ίδιοι προϊόν της βρετανικής αποικιοκρατίας: «Υπάρχει κάτι στην ανθρώπινη ιστορία σαν τιμωρία· και είναι κανόνας της ιστορικής τιμωρίας ότι το όργανό της δεν σφυρηλατείται από το θύμα, αλλά από τον ίδιο τον θύτη» (MECW 15: 353). Για τα επόμενα δύο χρόνια, επίσης στη New York Tribune, ο Μαρξ και ο Ένγκελς περιγράφουν την εξέγερση των Σεπόι και τη βίαιη καταστολή της από τους Βρετανούς. Αντιπαραβάλλοντας την εξέγερση στην Ινδία με τη σχετική ηρεμία των ευρωπαϊκών εργατικών τάξεων εκείνη την εποχή, ο Μαρξ δηλώνει εύγλωττα σε μια επιστολή του 1858 προς τον Ένγκελς: «Η Ινδία είναι τώρα ο καλύτερος σύμμαχός μας» (MECW 40: 249). Μέχρι τότε, είχε υιοθετήσει μια πιο αντικαποικιοκρατική στάση.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1850, ο Μαρξ αλλάζει επίσης τη στάση του απέναντι στην Κίνα, υποστηρίζοντας πλέον σθεναρά τους Κινέζους κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Πολέμου του Οπίου (1856-60). Αναφερόμενος στον βομβαρδισμό του λιμανιού της Καντόνας [Γκουανγκτζού], γράφει:
«Οι αθώοι πολίτες και οι ειρηνικοί έμποροι της Καντόνας έχουν σφαγιαστεί, οι κατοικίες τους έχουν καταστραφεί ολοσχερώς και τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν παραβιαστεί, με την αβάσιμη πρόφαση ότι “η ζωή και η περιουσία των Άγγλων απειλούνται από τις επιθετικές ενέργειες των Κινέζων!” …Αυτοί οι γενικευμένοι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι. Οι Κινέζοι έχουν τουλάχιστον ενενήντα εννέα τραυματισμούς να καταγγείλουν έναντι ενός από την πλευρά των Άγγλων.» (MECW 15: 234)
Όπως και στην περίπτωση της Ινδίας, ο Μαρξ έχει υιοθετήσει μια πιο αντικαποικιοκρατική στάση.
Το 1857-59, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης των Σεπόι, ο Μαρξ αναπτύσσει επίσης μια πολυγραμμική θεωρία της ιστορίας στα Grundrisse και στο Συμβολή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αυτό αποτέλεσε μια αναθεώρηση της προηγούμενης εννοιολόγησης των τριών διαδοχικών τρόπων παραγωγής: (1) ο «αρχαίος» τρόπος παραγωγής της ελληνορωμαϊκής εποχής που βασιζόταν στη δουλεία, (2) ο μεσαιωνικός ευρωπαϊκός «φεουδαρχικός» τρόπος παραγωγής που βασιζόταν στη δουλοπαροικία, και (3) ο σύγχρονος «αστικός» τρόπος παραγωγής που βασιζόταν στην επίσημα ελεύθερη μισθωτή εργασία. Αναφερόμενος κυρίως στην Ινδία, ο Μαρξ εισάγει παράλληλα με αυτό το ευρωπαϊκό μοντέλο έναν «ασιατικό» τρόπο παραγωγής, υποδηλώνοντας ότι οι προκαπιταλιστικές ασιατικές κοινωνίες είχαν ακολουθήσει μια διαφορετική ιστορική πορεία. Επιπλέον, αν και ο «ασιατικός» τρόπος παραγωγής θεωρούνταν ότι βασιζόταν σε μια μάλλον στατική μορφή κοινοτικής ιδιοκτησίας, ο Μαρξ δεν τον θεωρούσε πλέον απαραίτητα δεσποτικό, αναφερόμενος επίσης σε «δημοκρατικές» μορφές κοινοτικής διακυβέρνησης στις προαποικιακές κοινωνίες (1973: 473).[2]
Ο Μαρξ αναλαμβάνει και αναπτύσσει αυτά τα πολυγραμμικά επιχειρήματα με νέους τρόπους κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, 1872-83. Τρεις πτυχές των γραπτών του είναι σημαντικές σε αυτό το σημείο. Η πρώτη από αυτές τις πτυχές βρίσκεται στις αλλαγές που εισήγαγε στην γαλλική έκδοση του Κεφαλαίου του 1872-75. Θα περιοριστώ εδώ σε ένα απόσπασμα που αφορά το ζήτημα της πολυγραμμικότητας και το οποίο δεν βρίσκεται στις τυπικές αγγλικές ή γερμανικές εκδόσεις, από το κεφάλαιο για την πρωταρχική συσσώρευση, όπου συζητά την προέλευση του καπιταλισμού στην απαλλοτρίωση των αγροτών. Στις τυπικές αγγλικές και γερμανικές εκδόσεις, ο Μαρξ γράφει: «Η απαλλοτρίωση του αγρότη παραγωγού από τη γη είναι η βάση ολόκληρης της διαδικασίας... Μόνο στην Αγγλία, την οποία και παίρνουμε ως παράδειγμα, έχει την κλασική μορφή» (Marx 1976: 876, η έμφαση προστέθηκε). Ωστόσο, στην μεταγενέστερη γαλλική έκδοση, το απόσπασμα αυτό έχει ως εξής: «Αλλά η βάση όλης αυτής της εξέλιξης είναι η απαλλοτρίωση των αγροτών. Μέχρι στιγμής, έχει πραγματοποιηθεί με ριζοσπαστικό τρόπο μόνο στην Αγγλία... Όμως, όλες οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης διανύουν την ίδια εξέλιξη» (Marx 1963: 1170-71· η έμφαση δική μου). Εδώ, άφησε περιθώρια για μια εναλλακτική εξέλιξη για τις κοινωνίες εκτός της Δυτικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας, της Κίνας και της Ρωσίας.[3]
Η δεύτερη πτυχή των ύστερων γραπτών του Μαρξ σχετικά με τις μη δυτικές και προκαπιταλιστικές κοινωνίες αφορά τη Ρωσία. Σε διάφορα κείμενα, ο Μαρξ επανεξέτασε το ζήτημα του κατά πόσον η Ρωσία και οι άλλες αγροτικές αυτοκρατορίες της Ασίας ήταν αναπόφευκτα προορισμένες να εκσυγχρονιστούν με τον δυτικό καπιταλιστικό τρόπο. Σε μια επιστολή του 1877, απαντώντας σε μια συζήτηση για το Κεφάλαιο που έγινε από τον Ρώσο συγγραφέα Ν.Κ. Μιχαϊλόφσκι, ο Μαρξ υπερασπίστηκε τον εαυτό του από την κατηγορία της μονογραμμικότητας, αναφέροντας εν μέρει τη γαλλική έκδοση του Κεφαλαίου. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είχε αναπτύξει «μια ιστορικο-φιλοσοφική θεωρία για τη γενική πορεία που επιβάλλεται μοιραία σε όλους τους λαούς» (Shanin 1983: 136). Στην περίφημη επιστολή του προς τη ρωσίδα επαναστάτρια Βέρα Ζασούλιτς το 1881, το θέμα ήταν και πάλι αν η Ρωσία ήταν προορισμένη να ακολουθήσει τον δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης που είχε ήδη αρχίσει στη Δυτική Ευρώπη. Και πάλι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν πιθανές εναλλακτικές οδοί ανάπτυξης. Βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις σημαντικές διαφορές μεταξύ της κοινωνικής δομής των ρωσικών χωριών, με την κοινοτική ιδιοκτησία, και των χωριών της δυτικοευρωπαϊκής φεουδαρχίας, με τις κάπως πιο εξατομικευμένες σχέσεις ιδιοκτησίας. Πρόσθεσε ότι οι πρόσφατες μελέτες του για τη ρωσική κοινωνία «με έπεισαν ότι η κοινότητα είναι το σημείο στήριξης για μια κοινωνική αναγέννηση στη Ρωσία» (Shanin 1983: 124). Στα πολύ πιο εκτενή προσχέδια της επιστολής του προς τη Ζασούλιτς, ο Μαρξ ανέφερε ότι παραλλαγές των κοινοτικών κοινωνικών σχέσεων που συζητούσε στη Ρωσία μπορούσαν να βρεθούν και σε άλλες μη δυτικές κοινωνίες, όπως η Ινδία, αλλά δεν ήταν συνηθισμένες στην προκαπιταλιστική Δυτική Ευρώπη. Στον πρόλογο της ρωσικής έκδοσης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου του 1882, ο Μαρξ και ο Ένγκελς πρότειναν ότι αυτές οι κοινοτικές κοινωνικές δομές στη Ρωσία θα μπορούσαν να αποτελέσουν την αφετηρία για μια κομμουνιστική επανάσταση, αν μπορούσαν να συνδεθούν με το επαναστατικό εργατικό κίνημα στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες.
Η τρίτη πτυχή των ύστερων γραπτών του Μαρξ σχετικά με τις μη δυτικές κοινωνίες βρίσκεται στα σημειωματάριά του από το 1879-82 για την αποικιοκρατία, την κοινοτική ιδιοκτησία των ιθαγενών και το φύλο στην Ινδία, την Ινδονησία, την Αλγερία, τη Λατινική Αμερική, την Αίγυπτο και άλλες μη δυτικές και προκαπιταλιστικές κοινωνίες, μερικά από τα οποία δεν έχουν ακόμη δημοσιευτεί, αλλά τα οποία βοηθάω να εκδοθούν για τα Marx-Engels Gesamtausgabe [Άπαντα]. Ο Μαρξ κράτησε εκτενείς σημειώσεις για το έργο του νεαρού Ρώσου ανθρωπολόγου Μαξίμ Κοβαλέφσκι, Κοινοτική γαιοκτησία, που εκδόθηκε στα ρωσικά το 1879 και το μεγαλύτερο μέρος του είναι αφιερωμένο στην Ινδία. Επίσης, σχολίασε το έργο του νεαρού Βρετανού ιστορικού Ρόμπερτ Σιούελ, Αναλυτική ιστορία της Ινδίας (1870). Οι σημειώσεις του Μαρξ για την ινδική υποήπειρο από αυτή την περίοδο περιλαμβάνουν σχεδόν 90.000 λέξεις.
Στις σημειώσεις του για τον Κοβαλέφσκι το 1879, ο Μαρξ εξετάζει τις κοινωνικές σχέσεις, ειδικά όσον αφορά τις αλλαγές στις μορφές της κοινοτικής ιδιοκτησίας, σε ολόκληρη την ιστορία της Ινδίας, από (1) την περίοδο πριν από τις μουσουλμανικές κατακτήσεις, έως (2) την περίοδο της μουσουλμανικής κυριαρχίας και (3) την περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας. Ο Μαρξ ακολουθεί πιστά την ιστορική τυπολογία του Κοβαλέφσκι για τις κοινοτικές μορφές στην αγροτική Ινδία, οι οποίες αποτελούνται από διάφορα στάδια, από κοινότητες βασισμένες σε φυλές ή συγγενικούς δεσμούς έως κοινότητες χωριών που δεν οργανώνονται γύρω από συγγενικούς δεσμούς και που περιοδικά αναδιανέμουν την κοινόχρηστη γη σε ισότιμη βάση. Ο Μαρξ γράφει επίσης για τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς, ειδικά εντός της αγροτικής κοινότητας που δεν βασιζόταν σε συγγενικούς δεσμούς. Δεδομένης αυτής της εστίασης στις ευρείες αλλαγές στις κοινοτικές μορφές της Ινδίας, φαίνεται ότι η προαποικιακή Ινδία δεν ήταν πλέον για τον Μαρξ μια «αμετάβλητη» κοινωνία χωρίς πραγματική ιστορία, όπως το 1853. Το δεύτερο μέρος των σημειώσεων του Μαρξ για τον Κοβαλέφσκι σχετικά με την Ινδία, το οποίο ασχολείται με τον αντίκτυπο της μουσουλμανικής κυριαρχίας σε αυτές τις παλαιότερες κοινωνικές σχέσεις, επιτίθεται έντονα στην ιδέα ότι η προαποικιακή Ινδία ήταν φεουδαρχική: Όχι μόνο απέφευγε τέτοιες μονογραμμικές ιδέες, όπως είχε κάνει και στα Grundrisse δύο δεκαετίες νωρίτερα, αλλά επιτέθηκε επίσης ρητά σε όσους, όπως ο Κοβαλέφσκι, διατηρούσαν την «φεουδαρχική» ερμηνεία.
Από την άλλη πλευρά, ο Κοβαλέφσκι μοιραζόταν σε μεγάλο βαθμό την εχθρότητα του Μαρξ προς την αποικιοκρατία, κάτι που γίνεται σαφές στο τρίτο τμήμα των σημειώσεων του Μαρξ για τον Κοβαλέφσκι σχετικά με την Ινδία, όπου ο Μαρξ επικεντρώνεται στην ανάπτυξη της βρετανικής αποικιοκρατικής κυριαρχίας, μέχρι την εξέγερση των Σεπόι το 1857-58. Ο Μαρξ επιτίθεται σφοδρά στο «κάθαρμα» Κορνουάλις για την «μόνιμη εγκατάσταση» του 1793, η οποία δημιούργησε καπιταλιστικού τύπου γαιοκτησία στα ινδικά χωριά, με τεράστιο κόστος για τους αγρότες (Μαρξ στο Krader 1975: 385). Αποκαλώντας τους Βρετανούς αποικιοκράτες «σκυλιά», «γαϊδούρια», «βόδια», «βλάκες» και άλλα παρόμοια, ο Μαρξ αναφέρεται σε ένα «γενικό μίσος για την αγγλική κυβέρνηση» (390-92, passim). Ο Μαρξ επίσης εξυμνεί για άλλη μια φορά την Εξέγερση των Σεπόι. Τέλος, ακολουθώντας τα στοιχεία του Κοβαλέφσκι, ο Μαρξ διακρίνει τη συνέχιση των κοινοτικών μορφών στα χωριά, κάτω από τις πιο κατακερματισμένες καπιταλιστικές δομές που εισήγαγαν οι Βρετανοί: «Παρ’ όλα αυτά, μεταξύ αυτών των ατόμων συνεχίζουν να υπάρχουν ορισμένες συνδέσεις, που θυμίζουν από μακριά τις παλαιότερες κοινοτικές ομάδες ιδιοκτητών γης στα χωριά» (388, η έμφαση στο πρωτότυπο). Αυτό υποδηλώνει μια σύνδεση μεταξύ των σημειώσεων του Μαρξ για την Ινδία και των τελευταίων γραπτών του για τη Ρωσία, που συζητήθηκαν παραπάνω. Αν αυτές οι κοινοτικές σχέσεις επιβίωναν στην Ινδία, δεν θα μπορούσαν επίσης, όπως στη Ρωσία, να λειτουργήσουν ως σημεία αντίστασης στο κεφάλαιο; Ο Μαρξ απαντά σε αυτό το έμμεσο ερώτημα υποδεικνύοντας ότι δεν ήταν τόσο η διατήρηση αυτών των μορφών όσο η βίαιη διάλυσή τους στο όνομα της «οικονομικής προόδου» που θα μπορούσε να εξαπολύσει νέες κοινωνικές δυνάμεις επικίνδυνες για τη βρετανική κυριαρχία. Οι παλαιότερες κοινοτικές μορφές μπορεί να μην ήταν επαναστατικές από μόνες τους, αλλά μπορούσαν να γίνουν «κίνδυνος» για την κοινωνική τάξη καθώς συγκρούονταν με την καπιταλιστική νεωτερικότητα (394).
Ο Μαρξ συμπληρώνει αυτές τις ανθρωπολογικές μελέτες με μια μελέτη για την πολιτική και στρατιωτική ιστορία της Ινδίας στις σημειώσεις του για το έργο του Σιούελ, Αναλυτική Ιστορία της Ινδίας. Αν οι σημειώσεις για τον Κοβαλέφσκι υποδηλώνουν ότι ο Μαρξ δεν έβλεπε πλέον την Ινδία ως μια κοινωνία χωρίς ιστορία, οι σημειώσεις για τον Σιούελ υποδηλώνουν ότι ένα δεύτερο προβληματικό χαρακτηριστικό των κειμένων του 1853 για την Ινδία είχε αρχίσει να ξεπερνιέται: η ιδέα ότι η Ινδία είχε αντιδράσει παθητικά στις εξωτερικές κατακτήσεις. Επανειλημμένα, οι σημειώσεις του Μαρξ τονίζουν τον τυχαίο χαρακτήρα των μουσουλμανικών και βρετανικών κατακτήσεων, αντί, όπως το 1853, την αναπόφευκτη πορεία μεγάλων ιστορικών δυνάμεων. Σε κάθε στάδιο, τονίζει τώρα την αντίσταση των Ινδών ιθαγενών στις ξένες κατακτήσεις. Για παράδειγμα, ο Μαρξ καταγράφει αποσπάσματα όπως τα ακόλουθα από τον Σιούελ, τονίζοντας πώς το 1704 οι ινδουιστικές δυνάμεις των Μαράτα –με βάση κοντά στη σημερινή Βομβάη– είχαν θέσει τον αυτοκράτορα των Μογγόλων Αουρανγκζέμπ σε αμυντική θέση, πριν οι Βρετανοί αποκτήσουν σημαντική παρουσία στην Ινδία:
«1704…. Στα τελευταία 4 χρόνια της ζωής του, ολόκληρη η κυβέρνηση ήταν σε κατάσταση αποδιοργάνωσης. Οι Μαράτα άρχισαν να ανακτούν τα οχυρά τους και να συγκεντρώνουν δυνάμεις. Μια φοβερή λιμοκτονία εξάντλησε τις προμήθειες των στρατευμάτων και άδειασε το δημόσιο ταμείο. Οι στρατιώτες στασίασαν λόγω της μη καταβολής των μισθών τους. Υπό την έντονη πίεση των Μαράτα, ο [αυτοκράτορας των Μογγόλων] Αουρανγκζέμπ υποχώρησε μέσα σε μεγάλη σύγχυση στο Αχμαντναγκάρ.» (Marx 1960: 43∙ η έμφαση στο πρωτότυπο∙ βλ. επίσης Sewell 1870: 66)
Σε μια άλλη αναφορά στους Μαράτα, ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον όρο «πρόγονος της φατρίας [Stammvater]» για να περιγράψει την ηγεσία των Μαράτα, υπογραμμίζοντας έτσι την ιδέα ότι οι Μαράτα, οι οποίοι αποτέλεσαν τον σημαντικότερο πυρήνα της ινδικής αντίστασης τόσο στους Μογγόλους όσο και στους Βρετανούς, ήταν οργανωμένοι στη βάση των φατριών. Τίποτα από τα παραπάνω δεν υπονοεί ότι οι σημειώσεις του Μαρξ για την Ινδία είναι αντιμουσουλμανικές, καθώς σε πολλές περιπτώσεις σημειώνει τη σημαντική συμβολή των μουσουλμάνων στην ινδική κουλτούρα και κοινωνία. Σε ένα σημείο, γράφει ότι ο Μογγόλος αυτοκράτορας Ακμπάρ «μετέτρεψε το Δελχί στην μεγαλύτερη και ωραιότερη πόλη που υπήρχε τότε στον κόσμο» (Marx 1960: 33; έμφαση στο πρωτότυπο). Ο Μαρξ απεικονίζει τον Ακμπάρ με σχετικά κοσμικό τρόπο, χαρακτηρίζοντάς τον «αδιάφορο σε θρησκευτικά θέματα, και ως εκ τούτου ανεκτικό» (32).
Ο Μαρξ αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος των σημειώσεων του για τον Σιούελ στην περίοδο της βρετανικής κυριαρχίας, όπου τονίζει τον τυχαίο χαρακτήρα των βρετανικών κατακτήσεων και τις πολλές περιπτώσεις στις οποίες η εξουσία των Βρετανών στην Ινδία κρεμόταν από μια κλωστή. Συχνά αποκαλεί τους Βρετανούς «βλάκες» ή «σκυλιά», τους οποίους μερικές φορές περιγράφει ως τρομοκρατημένους μπροστά στην αντίσταση των Ινδών. Σε όλες αυτές τις σημειώσεις, ο Μαρξ δείχνει έντονη συμπάθεια για τους Μαράτα, ενώ περιστασιακά εκφράζει περιφρόνηση για τον πολεμοχαρή χαρακτήρα τους. Οι σημειώσεις για τον Σιούελ υποδηλώνουν ότι η συμπάθεια του Μαρξ για την Εξέγερση των Σεπόι είχε μεγαλώσει μετά τα άρθρα του στη New York Tribune για τα ίδια γεγονότα στα τέλη της δεκαετίας του 1850.
II. Φυλή, εθνικότητα και εθνικισμός: Πολωνία, ΗΠΑ και Ιρλανδία
Σε μια άλλη σειρά κειμένων που καλύπτουν τέσσερις δεκαετίες, ο Μαρξ εξέτασε τη σχέση της φυλής, της εθνικότητας και του εθνικισμού με την επανάσταση, ιδίως στην Πολωνία, στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και στην Ιρλανδία. Αυτά τα κείμενα διαψεύδουν την άποψη ότι η εννοιολόγηση της καπιταλιστικής νεωτερικότητας από τον Μαρξ αποτελεί μια «ολοκληρωτική» μεγάλη αφήγηση, στην οποία υποτάσσονται οι ιδιαιτερότητες της φυλής, της εθνικότητας και του έθνους.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ενδιαφέρονταν πάντα για την εθνική απελευθέρωση της Πολωνίας, ένα ζήτημα που υιοθέτησαν θερμά οι περισσότεροι επαναστάτες της γενιάς τους, οι οποίοι ήταν εξοργισμένοι με τον διαμελισμό της Πολωνίας τον 18ο αιώνα από τη Ρωσία, την Πρωσία και την Αυστρία και υποστήριζαν την αποκατάσταση της Πολωνίας ως ανεξάρτητου έθνους. Στο προγραμματικό συμπέρασμα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (1848), ο Μαρξ και ο Ένγκελς υποστήριξαν συγκεκριμένα την αριστερή πτέρυγα του πολωνικού εθνικού κινήματος: «Στην Πολωνία [οι κομμουνιστές] υποστηρίζουν το κόμμα που επιμένει στην αγροτική επανάσταση ως πρωταρχική προϋπόθεση για την εθνική απελευθέρωση, το κόμμα που υποκίνησε την εξέγερση στην Κρακοβία το 1846» (MECW 6: 518). Τον Φεβρουάριο του 1848, όταν ξέσπασε και πάλι η επανάσταση στη Γαλλία, το «Vive la Pologne» ήταν ένα σημαντικό σύνθημα του επαναστατικού κινήματος, το οποίο έβλεπε την τσαρική Ρωσία ως την πιο αντιδραστική δύναμη στην ευρωπαϊκή πολιτική και την Πολωνία ως βασικό σύμμαχο.
Οκτώ χρόνια αργότερα, σε επιστολή του προς τον Ένγκελς στις 2 Δεκεμβρίου 1856, ο Μαρξ αποκαλεί την υποστήριξη προς την Πολωνία «εξωτερικό θερμόμετρο» με το οποίο μπορεί κανείς να μετρήσει «την ένταση και τη βιωσιμότητα όλων των επαναστάσεων από το 1789». Προσθέτει: «Αυτό αποδεικνύεται λεπτομερώς από την ιστορία της Γαλλίας. Είναι εμφανές στη σύντομη επαναστατική περίοδο της Γερμανίας, όπως και στην Ουγγαρία» (MECW 40: 85). Ο Μαρξ θεωρούσε την Πολωνία σημαντικό θετικό παράγοντα στο διεθνές επαναστατικό κίνημα, όπως φαίνεται σε μια ομιλία του 1875, όπου τόνισε τον «κοσμοπολίτικο» χαρακτήρα των Πολωνών επαναστατών, συμπεριλαμβάνοντας πλέον και μια αναφορά στην Κομμούνα του Παρισιού. Οι Πολωνοί, δήλωσε, είναι
«ο μόνος ευρωπαϊκός λαός που πολέμησε και πολεμά ως κοσμοπολίτης στρατιώτης της επανάστασης. Η Πολωνία έχυσε το αίμα της κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Πολέμου της Ανεξαρτησίας· οι λεγεώνες της πολέμησαν υπό τη σημαία της πρώτης Γαλλικής Δημοκρατίας· με την επανάσταση του 1830 απέτρεψε την εισβολή στη Γαλλία που είχε αποφασιστεί από τους διαμελιστές της Πολωνίας· το 1846 στην Κρακοβία ήταν η πρώτη στην Ευρώπη που ύψωσε τη σημαία της κοινωνικής επανάστασης· το 1848 διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στον επαναστατικό αγώνα στην Ουγγαρία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Τέλος, το 1871 προμήθευσε την Κομμούνα του Παρισιού με τους καλύτερους στρατηγούς και τους πιο ηρωικούς στρατιώτες της.» (MECW 24: 57-58, η έμφαση στο πρωτότυπο).
Τα παραπάνω αποσπάσματα υποδηλώνουν ότι η υποστήριξη προς την Πολωνία ήταν ένα από τα πολιτικά πάθη της ζωής του Μαρξ.
Η Πολωνία ήταν επίσης ένας σημαντικός παράγοντας στην ίδρυση της Πρώτης Διεθνούς το 1864. Τα ευρωπαϊκά εργατικά δίκτυα που υποστήριζαν την πολωνική εξέγερση του 1863 κατά της ρωσικής κατοχής συχνά διασταυρώνονταν με εκείνα που υπερασπίζονταν τις Ηνωμένες Πολιτείες από την απειλή μιας βρετανικής επέμβασης στο πλευρό του Νότου κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου. Ο Μαρξ το συνόψισε αυτό σε μια επιστολή προς ένα μέλος της οικογένειάς του στις 29 Νοεμβρίου 1864, στην οποία περιγράφει την ίδρυση της Διεθνούς:
«Τον Σεπτέμβριο, οι Παριζιάνοι εργάτες έστειλαν μια αντιπροσωπεία στους Λονδρέζους εργάτες για να εκφράσουν την υποστήριξή τους προς την Πολωνία. Με την ευκαιρία αυτή, συστάθηκε μια διεθνής Επιτροπή Εργατών. Το θέμα δεν είναι ασήμαντο, διότι... στο Λονδίνο οι ίδιοι άνθρωποι... με τη γιγαντιαία συγκέντρωσή τους... απέτρεψαν τον πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες.» (MECW 42: 47∙ η έμφαση στο πρωτότυπο).
Παρόλα αυτά, σύντομα ξέσπασαν διαμάχες για την Πολωνία στην Πρώτη Διεθνή μεταξύ του Μαρξ και των προυντονιστών – μιας μειοψηφικής τάσης στο σοσιαλιστικό κίνημα που τάχθηκε στο πλευρό της Ρωσίας και αντιτάχθηκε στην ανάληψη αγώνα για την εθνική απελευθέρωση της Πολωνίας από την εργατική τάξη και το σοσιαλιστικό κίνημα.
Οι συζητήσεις του Μαρξ για την Πολωνία στο πλαίσιο της Διεθνούς αφορούσαν επίσης ευρύτερα ζητήματα σχετικά με τη σχέση της εθνικής απελευθέρωσης με την κοινωνική επανάσταση. Υποστήριξε ότι σε τρεις κρίσιμες περιόδους –τη Γαλλική Επανάσταση του 1789-94, την εποχή του Ναπολέοντα και την Επανάσταση του 1830– η Γαλλία είχε προδώσει την Πολωνία. Αυτό συνδέονταν με ένα ευρύτερο ζήτημα, που αφορούσε τα μελλοντικά επαναστατικά κινήματα στην Ευρώπη. Υποστήριξε ότι προδίδοντας την Πολωνία, οι Γάλλοι επαναστάτες περιόρισαν ή ακόμη και κατέστρεψαν τους εαυτούς τους, οδηγούμενοι σε ήττα από εξωτερικούς εχθρούς ή σε μια υπερβολικά περιορισμένη επανάσταση στο εσωτερικό της χώρας, η οποία δεν κατάφερε να ξεριζώσει πραγματικά το παλιό σύστημα. Εν ολίγοις, υπονοούσε ότι αν οι δημοκρατικοί και ταξικοί αγώνες δεν συνδεθούν με εκείνους των καταπιεσμένων εθνικοτήτων, και οι δύο θα αποτύχουν να πραγματοποιήσουν πλήρως τους στόχους τους, ή θα οδηγηθούν σε ήττα.
Τα γραπτά του Μαρξ για την Πολωνία είναι σήμερα ελάχιστα γνωστά, κυρίως επειδή ο σταλινικός μηχανισμός δεν εξέδωσε ποτέ λαϊκές εκδόσεις αυτών των γραπτών, όπως έκανε με εκείνα που αφορούσαν τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο και την Ιρλανδία.
Αν και ευρέως διαθέσιμα στα αγγλικά μέσω της συλλογής The Civil War in the United States (1937),[4] τα κείμενα του Μαρξ για τον Εμφύλιο Πόλεμο δεν έχουν συζητηθεί πολύ πρόσφατα, παρά το γεγονός ότι σε αυτά εξετάζει ένα θέμα που αποτελεί αντικείμενο έντονων συζητήσεων, τις διασταυρώσεις τάξης και φυλής. Από τη μία πλευρά, παλαιότεροι μαρξιστές στοχαστές όπως ο Γ.Ε.Μπ. Ντυ Μπουά, ο Σ.Λ.Ρ. Τζέιμς και η Ράγια Ντουναγιέφσκαγια τόνισαν την πρωτοτυπία αυτών των κειμένων και τη συνάφειά τους με τη διαπλοκή των ζητημάτων φυλής και τάξης στην αμερικανική κοινωνία. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι, όπως ο πρώην μαρξιστής ιστορικός Γιουτζίν Τζενοβέζε, επέκριναν «την υποχώρηση του Μαρξ, του Ένγκελς και πάρα πολλών μαρξιστών στον φιλελευθερισμό» όσον αφορά τον Εμφύλιο Πόλεμο (1971: 327). Κατά την άποψη του Τζενοβέζε, «το έντονο μίσος του Μαρξ για τη δουλεία και η αφοσίωσή του στην υπόθεση της Ένωσης επηρέασαν την κρίση του» (1971: 321). Εν ολίγοις, τα κείμενα για τον Εμφύλιο Πόλεμο δεν συνάδουν με τις αναγωγικές αντιλήψεις του Τζενοβέζε για τον μαρξισμό και, ως εκ τούτου, δεν είναι μαρξιστικά!
Εξετάζοντας αυτά τα κείμενα, ανακαλύπτει κανείς μια πληθώρα ιδεών σχετικά με τη διαλεκτική της φυλής και της τάξης. Ήδη από μια επιστολή της 28ης Δεκεμβρίου 1846, ο Μαρξ γράφει για τη στενή σχέση μεταξύ δουλείας και καπιταλισμού:
«Η άμεση δουλεία είναι εξίσου σημαντική για τη σύγχρονη βιομηχανία όσο και τα μηχανήματα, η πίστωση κ.λπ. Χωρίς τη δουλεία δεν θα υπήρχε βαμβάκι, χωρίς το βαμβάκι δεν θα υπήρχε η σύγχρονη βιομηχανία. Η δουλεία είναι αυτή που έδωσε αξία στις αποικίες, οι αποικίες είναι αυτές που δημιούργησαν το παγκόσμιο εμπόριο, και το παγκόσμιο εμπόριο είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεγάλης κλίμακας μηχανοποιημένη βιομηχανία... Η δουλεία είναι επομένως μια οικονομική κατηγορία υψίστης σημασίας.» (MECW 38: 101-2)
Ο Μαρξ θεωρούσε επίσης τους Αφροαμερικανούς σημαντικούς επαναστάτες. Στις 11 Ιανουαρίου 1860, μετά την επιδρομή του Τζον Μπράουν στο Χάρπερς Φέρι, γράφει στον Ένγκελς σχετικά με αυτό και την απελευθέρωση των Ρώσων δουλοπάροικων:
«Κατά τη γνώμη μου, το πιο σημαντικό γεγονός που συμβαίνει σήμερα στον κόσμο είναι, αφενός, το κίνημα των σκλάβων στην Αμερική, που ξεκίνησε με το θάνατο του Μπράουν, και, αφετέρου, το κίνημα των σκλάβων στη Ρωσία... Μόλις διάβασα στην Tribune ότι υπήρξε μια νέα εξέγερση σκλάβων στο Μιζούρι, η οποία φυσικά καταστάλθηκε. Αλλά το μήνυμα έχει πλέον δοθεί.» (MECW 41: 4)[5]
Την επόμενη χρονιά, αρχίζει να καλύπτει τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, τον οποίο θεωρεί ότι ενέχει το ενδεχόμενο της συνέχισης αυτών των εξεγέρσεων των σκλάβων.
Σε γενικές γραμμές, ο Μαρξ υποστήριζε την άποψη ότι οι φτωχοί και οι λευκοί της εργατικής τάξης είχαν στρεβλή ταξική συνείδηση λόγω της δουλείας και του ρατσισμού. Μετά το τέλος του πολέμου, ο Μαρξ υποστήριξε ότι η κατάργηση της δουλείας είχε καταστρέψει ένα σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης των ΗΠΑ, αναφέροντας στο Το Κεφάλαιο, Τόμος 1ος:
«Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, κάθε ανεξάρτητο εργατικό κίνημα παρέμενε παράλυτο όσο η δουλεία παραμόρφωνε ένα μέρος της δημοκρατίας. Οι λευκοί εργάτες δεν μπορούν να απελευθερωθούν όσο οι μαύροι εργάτες παραμένουν υποδουλωμένοι. Ωστόσο, από τον θάνατο της δουλείας αναδύθηκε αμέσως μια νέα ζωή.» (1976: 414)
Λιγότερο γνωστή είναι η επιστολή της Πρώτης Διεθνούς προς τον διαβόητο ρατσιστή πρόεδρο Άντριου Τζόνσον, τον Σεπτέμβριο του 1865, η οποία περιείχε την ακόλουθη προφητική προειδοποίηση: «Αφήστε τους σημερινούς πολίτες σας να κηρυχθούν ελεύθεροι και ίσοι, χωρίς επιφυλάξεις. Αν δεν τους παραχωρήσετε τα δικαιώματα των πολιτών, ενώ απαιτείτε από αυτούς τα καθήκοντα των πολιτών, θα παραμείνει μια μάχη για το μέλλον που μπορεί να λερώσει ξανά τη χώρα σας με το αίμα του λαού σας» (General Council of the First International. Minutes. 1864-1866: 311-12).
Στη Βρετανία, κατά τα πρώτα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου, 1861-62, ξέσπασε έντονη συζήτηση σχετικά με το αν θα έπρεπε να ταχθεί υπέρ του Νότου στο όνομα της «ελευθερίας των θαλασσών», ως απάντηση στον αποκλεισμό των νότιων λιμανιών από την Ένωση. Μερικές φορές το ζήτημα τέθηκε λιγότερο ιδεολογικά και πιο ανοιχτά ως ανάγκη διατήρησης της προμήθειας φθηνού βαμβακιού για το βρετανικό κεφάλαιο. Το 1861-62, το βρετανικό κατεστημένο κατήγγειλε επίσης ότι ο πόλεμος δεν αφορούσε πραγματικά τη δουλεία, σημειώνοντας ότι ο Λίνκολν δεν είχε ακόμη διακηρύξει την κατάργησή της ως στόχο. Σε απάντηση, ο Μαρξ σημείωσε επανειλημμένα ότι ο Νότος είχε καταστήσει τη δουλεία βασική αρχή του συντάγματός του.
Όπως ανέφερε εκτενώς ο Μαρξ, στις μεγάλες συγκεντρώσεις που διοργάνωσαν οι Βρετανοί εργάτες αντιτάχθηκαν με πάθος στην επέμβαση, συντασσόμενοι με τον Βορρά παρά τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες που τους επέβαλαν οι απολύσεις που προκλήθηκαν από τον περιορισμό του εμπορίου βαμβακιού. Τέτοια συναισθήματα αντηχούσαν σε όλη τη Δυτική Ευρώπη επειδή, όπως έγραψε, η αναδυόμενη εργατική τάξη έβλεπε τις ΗΠΑ ως την πιο δημοκρατική κοινωνία της εποχής, ουσιαστικά τη μόνη χώρα όπου ακόμη και οι λευκοί άνδρες εργάτες απολάμβαναν πλήρη εκλογικά δικαιώματα:
«Ο αληθινός λαός της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ευρώπης, θεωρεί την υπόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών ως δική του υπόθεση, ως υπόθεση ελευθερίας, και... ενάντια σε κάθε πληρωμένη σοφιστεία, θεωρεί το έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών ως το ελεύθερο έδαφος των εκατομμυρίων ακτημόνων της Ευρώπης, ως τη γη της επαγγελίας τους,[6] που τώρα πρέπει να υπερασπιστούν με το σπαθί στο χέρι, από τα βρώμικα νύχια των δουλοκτητών... Σε αυτόν τον αγώνα, η υψηλότερη μορφή λαϊκής αυτοδιακυβέρνησης που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα μάχεται την πιο άθλια και αναιδή μορφή υποδούλωσης του ανθρώπου που έχει καταγραφεί στα χρονικά της ιστορίας.» (MECW 19: 29-30)
Αναφέροντας αυτό ως ένα βασικό παράδειγμα του προλεταριακού διεθνισμού, ο Μαρξ ταυτόχρονα επέκρινε έντονα τον Λίνκολν για την αργοπορία του να δράσει ενάντια στη δουλεία και για την αρχική του απροθυμία να επιτρέψει στους Μαύρους στρατιώτες να αγωνιστούν στον πόλεμο.[7] Ταυτόχρονα, ο Μαρξ διαφωνούσε με εκείνους τους αριστερούς που δεν έβλεπαν καμία ουσιαστική διαφορά μεταξύ του καπιταλιστικού Βορρά με την εκμετάλλευση της εργασίας και των σκλάβων στις φυτείες του Νότου.
Όπως και τα κείμενά τους για τον Εμφύλιο Πόλεμο, τα κείμενα του Μαρξ και του Ένγκελς για την Ιρλανδία είναι από καιρό εύκολα προσβάσιμα μέσω του τόμου Ireland and the Irish Question, που εκδόθηκε το 1972 ως συνέχεια προηγούμενων, λιγότερο ολοκληρωμένων εκδόσεων. Ήδη από το έργο Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία (1845), ο Ένγκελς επεσήμανε την ιδιαίτερη καταπίεση των Ιρλανδών μεταναστών εργατών στη Βρετανία.
Κατά τη δεκαετία του 1850, ο Μαρξ έγραφε περιστασιακά για την Ιρλανδία, αλλά ήταν λίγο μετά την ίδρυση της Διεθνούς που η άνοδος του εξεγερτικού κινήματος των Φενιανών έφερε το ζήτημα της Ιρλανδίας στο προσκήνιο. Σε μια επιστολή προς τον Ένγκελς στις 10 Δεκεμβρίου 1869, ο Μαρξ έγραψε την περίφημη φράση ότι είχε αλλάξει τη θέση του για την Ιρλανδία, αναθεωρώντας την προηγούμενη άποψή του ότι η βρετανική εργατική τάξη θα αποτελούσε την εμπροσθοφυλακή της κοινωνικής επανάστασης στη Βρετανία και την Ιρλανδία:
«Για πολύ καιρό πίστευα ότι θα ήταν δυνατό να ανατραπεί το καθεστώς της Ιρλανδίας με την επικράτηση της αγγλικής εργατικής τάξης... Μια πιο βαθιά μελέτη με έπεισε τώρα για το αντίθετο. Η αγγλική εργατική τάξη δεν θα καταφέρει ποτέ τίποτα πριν απαλλαγεί από την Ιρλανδία. Ο μοχλός πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην Ιρλανδία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ιρλανδικό ζήτημα είναι τόσο σημαντικό για το κοινωνικό κίνημα γενικά.» (MECW 43: 398)
Εδώ, η ανατροπή των προηγούμενων θέσεων του Μαρξ γίνεται αρκετά σαφής, αλλά όπως έχω υποστηρίξει, μια παρόμοια εξέλιξη της σκέψης του συνέβαινε και σε σχέση με την Ινδία και άλλες μη δυτικές κοινωνίες.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, είχε εμβαθύνει στην ιρλανδική ιστορία, γράφοντας εκτεταμένες σημειώσεις για τις ιρλανδοβρετανικές σχέσεις, για την ιρλανδική αγροτιά και για την προϊστορική ιρλανδική κοινωνία και τις κοινοτικές κοινωνικές της μορφές. Αυτά τα σημειωματάρια θα δημοσιευτούν τελικά στα MEGA. Μια ένδειξη του περιεχομένου τους σε σχέση με τις πρώιμες κοινοτικές μορφές της Ιρλανδίας μπορεί να βρεθεί σε μια επιστολή προς τον Ένγκελς της 11ης Μαΐου 1870, όπου ο Μαρξ παραθέτει τον Γερμανό ιστορικό Ερνστ Βάχσμουτ:
«Η κοινοκτημοσύνη των αγαθών συνοδευόταν από την κελτική χαλαρότητα στον γάμο, ήδη γνωστή στην αρχαιότητα, αλλά ταυτόχρονα και από το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στη φυλετική συνέλευση... Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου για το εθιμικό δίκαιο ασχολείται με τις γυναίκες: “Αν η γυναίκα του κοιμηθεί με άλλον άνδρα και αυτός την χτυπήσει, παραιτείται από το δικαίωμα αποζημίωσης... Επαρκείς λόγοι για διαζύγιο για μια γυναίκα ήταν η ανικανότητα του άνδρα, η ψώρα και η κακοσμία του στόματος”» (MECW 43: 515∙ η έμφαση στο πρωτότυπο).
Ο Μαρξ προσθέτει με χιούμορ: «Τι ανδρείοι νεαροί, αυτοί οι Κέλτες!» (MECW 43: 516).
Τα γραπτά του Μαρξ για την Ιρλανδία, ειδικά αυτά που χρονολογούνται γύρω στο 1870, αποτελούν την πιο θεωρητικά ανεπτυγμένη συζήτησή του για την αλληλεπίδραση της τάξης με τον εθνικισμό, τη φυλή και την εθνικότητα – μια συζήτηση που ξεκίνησε με τα γραπτά του για την Πολωνία και τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Μέσα στην Διεθνή, η Ιρλανδία ήταν ένας σημαντικός λόγος πίσω από τη ρήξη του με τον αναρχικό Μιχαήλ Μπακούνιν, ο οποίος δεν ήθελε η Διεθνής να εμπλακεί σε μη ταξικά ζητήματα όπως η υπεράσπιση των Ιρλανδών πολιτικών κρατουμένων. Από την πλευρά του, ο Μαρξ θεωρούσε ότι το ζήτημα αυτό ήταν στενά συνδεδεμένο με την ταξική πάλη στη Βρετανία. Όλα αυτά τον οδήγησαν σε μερικές σημαντικές θεωρητικές σκέψεις.
Ο Μαρξ έβλεπε πλέον τον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας ως άρρηκτα συνδεδεμένο με τους αγώνες των Βρετανών εργατών ενάντια στο κεφάλαιο, όπως έγραψε σε επιστολή του στις 29 Νοεμβρίου 1869 προς τον Γερμανό σοσιαλιστή Λούντβιχ Κούγκελμαν:
«Είμαι όλο και πιο πεπεισμένος –και τώρα το θέμα είναι να μεταδώσω αυτή την πεποίθηση στην αγγλική εργατική τάξη– ότι δεν θα κάνουν ποτέ τίποτα αποφασιστικό εδώ στην Αγγλία πριν διαχωρίσουν την στάση τους απέναντι στην Ιρλανδία από αυτή των κυρίαρχων τάξεων και… συνενωθούν με τους Ιρλανδούς… Κάθε κίνημα στην ίδια την Αγγλία παραλύει από τη διαφωνία με τους Ιρλανδούς, οι οποίοι αποτελούν ένα πολύ σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης στην ίδια την Αγγλία» (MECW 43: 390).
Ο Μαρξ επανήλθε σε αυτά τα ζητήματα στην «Εμπιστευτική Ανακοίνωση» του Μαρτίου 1870, μια δήλωση κατά του Μπακούνιν που συνέταξε εξ ονόματος του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς. Η συνείδηση της αγγλικής εργατικής τάξης, έγραψε, είχε εξασθενήσει από τις αντι-ιρλανδικές προκαταλήψεις, σε μια δυναμική παρόμοια με εκείνη του λευκού ρατσισμού στις ΗΠΑ:
«Ο μέσος Άγγλος εργάτης μισεί τον Ιρλανδό εργάτη ως ανταγωνιστή που μειώνει τους μισθούς και το βιοτικό επίπεδο... Τον βλέπει με τον ίδιο τρόπο που οι φτωχοί λευκοί των νότιων πολιτειών της Βόρειας Αμερικής έβλεπαν τους μαύρους σκλάβους. Αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ των προλετάριων της Αγγλίας τροφοδοτείται τεχνητά και συντηρείται από την αστική τάξη. Γνωρίζει ότι αυτή η διαίρεση είναι το πραγματικό μυστικό της διατήρησης της εξουσίας της.» (MECW 21: 120∙ η έμφαση στο πρωτότυπο).
Επιπλέον, ο αγώνας για την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας θα μπορούσε να αποτελέσει, όπως έγραψε σε αυτή την πολεμική του με τον Μπακούνιν, το «μοχλό» που θα μπορούσε να διαλύσει τον βρετανικό και, κατά συνέπεια, τον παγκόσμιο καπιταλισμό, ως μέρος ενός διεθνούς επαναστατικού αγώνα:
«Αν και η επαναστατική πρωτοβουλία θα προέλθει πιθανώς από τη Γαλλία, μόνο η Αγγλία μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για μια σοβαρή οικονομική Επανάσταση... Είναι η μόνη χώρα όπου η καπιταλιστική μορφή, δηλαδή η συνδυασμένη εργασία σε μεγάλη κλίμακα υπό την εξουσία των καπιταλιστών, έχει καταλάβει σχεδόν το σύνολο της παραγωγής... Οι Άγγλοι διαθέτουν όλες τις υλικές προϋποθέσεις για μια κοινωνική επανάσταση. Αυτό που τους λείπει είναι μια αίσθηση της γενίκευσης και του επαναστατικού πάθους. Μόνο το Γενικό Συμβούλιο [της Διεθνούς] μπορεί να τους τα προσφέρει, να επιταχύνει έτσι το πραγματικά επαναστατικό κίνημα σε αυτή τη χώρα και, κατά συνέπεια, παντού... Αν η Αγγλία είναι το προπύργιο της γαιοκτησίας και του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, το μόνο σημείο όπου μπορεί να δοθεί ένα μεγάλο πλήγμα στην επίσημη Αγγλία είναι η Ιρλανδία.» (MECW 21: 118-19∙ η έμφαση στο πρωτότυπο).
Τα παραπάνω αναφέρονται στους αγρότες της Ιρλανδίας, των οποίων η αντίθεση στο σύστημα ενισχύθηκε από έναν εθνικό παράγοντα, δηλαδή το γεγονός ότι η τάξη των γαιοκτημόνων στην Ιρλανδία ήταν σε μεγάλο βαθμό βρετανική και όχι ιρλανδική. Η Ιρλανδία ήταν επίσης ο τόπος όπου η γαιοκτητική αριστοκρατία, μέρος της βρετανικής άρχουσας τάξης παράλληλα με τους βιομηχανικούς καπιταλιστές, είχε σημαντικές εκτάσεις γης.
III. Επιπτώσεις στο σήμερα
Έχω υποστηρίξει ότι η κριτική του Μαρξ για το κεφάλαιο ήταν πολύ ευρύτερη από ό,τι συνήθως πιστεύεται. Βεβαίως, επικεντρώθηκε στη σχέση εργασίας-κεφαλαίου στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Ταυτόχρονα όμως, αφιέρωσε σημαντικό χρόνο και ενέργεια στην ανάλυση των μη δυτικών κοινωνιών, καθώς και σε θέματα φυλής, εθνικότητας και εθνικισμού στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Αυτά είναι προβλήματα της εποχής μας και οφείλουμε να σταματήσουμε να επιτιμούμε τον Μαρξ για το ότι υποτίθεται ότι τα αγνόησε. Επιπλέον, οφείλουμε επίσης να δούμε τι μπορούμε να μάθουμε από τον τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ δεν διαχώρισε ποτέ αυτά τα ζητήματα από την κριτική του κεφαλαίου και, ταυτόχρονα, τα έλαβε όλα σοβαρά υπόψη ως κοινωνικούς παράγοντες.
Ας κλείσουμε με μερικές γενικές παρατηρήσεις για το πώς τα κείμενα που εξετάζουμε εδώ φωτίζουν γενικότερα ζητήματα στο έργο του Μαρξ. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ξεκίνησε με μια κάπως μονόπλευρη εκτίμηση της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, της προοδευτικότητάς της. Τα κείμενά του για τις μη δυτικές κοινωνίες, ιδίως την Ινδία και την Κίνα, μας βοηθούν να προβληματιστούμε σχετικά με αυτή την πτυχή του έργου του. Ταυτόχρονα, αυτά τα κείμενα μας βοηθούν να διακρίνουμε ένα ευρύτερο ζήτημα, την αυξανόμενη εχθρότητά του προς την καπιταλιστική νεωτερικότητα, καθώς πέρασε από τον υπερβολικό έπαινο της καπιταλιστικής νεωτερικότητας στις πρώτες σελίδες του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, στην εκτίμηση του ρόλου του κεφαλαίου στην οικοδόμηση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας στα Grundrisse, και στην πολύ πιο σκληρή κριτική της νεωτερικότητας που αναπτύσσεται στο Κεφάλαιο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη συζήτηση σχετικά με τον φετιχισμό του εμπορεύματος στο Κεφάλαιο, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις θεωρούνται σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, επειδή αυτό είναι «αυτό είναι που είναι» στον καπιταλισμό (Marx 1976: 166 [Μαρξ 2002: 86]). Ισχύει επίσης για το κεφάλαιο σχετικά με τα μηχανήματα, όπου υποστηρίζει ότι οι πιο σύγχρονες μορφές τεχνολογίας (της δεκαετίας του 1870) συνέβαλαν μόνο στην ενίσχυση της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης των εργατών.
Θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη ορισμένες πιο συγκεκριμένες επιπτώσεις των γραπτών του Μαρξ που συζητήθηκαν εδώ για τη σύγχρονη εποχή: (1) Η γενική διαλεκτική του Μαρξ δεν είναι μια διαλεκτική αφηρημένου οικουμενισμού, αλλά αφήνει αρκετό χώρο για τις ιδιαιτερότητες του έθνους, της εθνικότητας και της φυλής, θέματα στα οποία ο Μαρξ έχει συμβάλει με σημαντικές και πρωτότυπες ιδέες. (2) Ειδικά στα μεταγενέστερα γραπτά του, ο Μαρξ θεωρητικοποιεί τις ιθαγενικές μορφές αντίστασης στο κεφάλαιο και την ανάγκη τους να συνδεθούν με τις εργατικές τάξεις των πιο τεχνολογικά ανεπτυγμένων τομέων (και αντίστροφα). Η επιμονή αυτών των ζητημάτων είναι πιο εμφανής σε ορισμένες περιοχές της Λατινικής Αμερικής σήμερα. (3) Η θεωρητικοποίηση του Μαρξ σχετικά με τη φυλή, την εθνικότητα και τον εθνικισμό σε σχέση με την τάξη και την επανάσταση παραμένει πολύ επίκαιρη σήμερα, όπως φαίνεται από τους αγώνες μέσα στα αστικά γκέτο και τις φυλακές των ΗΠΑ και της Δυτικής Ευρώπης.
Μετάφραση: elaliberta.gr
Kevin B. Anderson, “Not Just Capital and Class: Marx on Non-Western Societies, Nationalism and Ethnicity”, International Marxist-Humanist, 15 Δεκεμβρίου 2010, https://imhojournal.org/articles/not-just-capital-and-class-marx-on-non-western-societies-nationalism-and-ethnicity-by-kevin-anderson/.
Σημειώσεις
[1] Για λόγους χώρου, έχω αποφύγει σε μεγάλο βαθμό τις αναφορές στα εκτενή σχόλια του Μαρξ σχετικά με τα θέματα που συζητούνται εδώ. Αυτά και άλλα συναφή θέματα συζητούνται στο βιβλίο μου Marx at the Margins (2010).
[2] Αν και επρόκειτο για μια πολυγραμμική θεωρία της ιστορίας, δεν αναφερόταν καθόλου στις σύγχρονες κοινωνίες όπως η Ινδία και η Κίνα, που βρισκόταν υπό την επίδραση του καπιταλισμού και της αποικιοκρατίας.
[3] Λίγες εκδόσεις του Κεφαλαίου –και καμία στα αγγλικά– λαμβάνουν σοβαρά υπόψη αυτές τις παραλλαγές του κειμένου.
Μια εξαίρεση αποτελεί η πρόσφατη περσική μετάφραση, η οποία περιλαμβάνει τα εναλλακτικά κείμενα της γαλλικής έκδοσης ως σημειώσεις στο περιθώριο (Marx 2008). Η εισαγωγή του βασικού μεταφραστή Hassan Mortazavi είναι διαθέσιμη στα αγγλικά: https://iranianprogressives.org/the-new-persian-translation-of-marxs-capital-and-the-iranian-economy/.
[4] Βλέπε επίσης τη συλλογή του μη μαρξιστή Saul Padover, η οποία συχνά μεταφράζεται με μεγαλύτερη ευχέρεια (Marx 1972).
[5] Αν και αναφέρομαι στην τυπική έκδοση αυτής της επιστολής στα MECW, έχω τροποποιήσει τη μετάφραση μετά από εξέταση του γερμανικού πρωτότυπου. Θα το κάνω περιστασιακά παρακάτω σε σχέση με κείμενα που γράφτηκαν αρχικά στα γερμανικά ή τα γαλλικά.
[6] Αλλού, ειδικά στο Κεφάλαιο, ασχολήθηκε με την άγρια σφαγή του ιθαγενούς πληθυσμού από τους Αμερικανούς αποίκους, ένα θέμα που δεν εξετάζεται εδώ.
[7] Σε μια επιστολή προς τον Ένγκελς στις 7 Αυγούστου 1862, η οποία αμαυρώθηκε από τη χρήση της λέξης «n» (στα αγγλικά, μέσα σε μια γερμανική πρόταση [η λέξη «n» «n-word» είναι συντομογραφία της υποτιμητικής λέξης «nigger» που στα ελληνικά αντιστοιχεί στις λέξεις αράπης ή νέγρος]), ο Μαρξ επέκρινε έντονα αυτό το σημείο: «Ένα μόνο σύνταγμα νέγρων θα είχε αξιοσημείωτη επίδραση στα νεύρα του Νότου» (MECW 41: 400). Αυτό είναι ένα παράδειγμα όπου ο Μαρξ χρησιμοποιεί μια ρατσιστική φράση για να εκφράσει μια αντιρατσιστική άποψη. Η χρήση της λέξης «n» αποκαλύφθηκε στους αγγλόφωνους αναγνώστες στην έκδοση του Padover (Marx 1972) και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στο MECW. Στην έκδοση Marx and Engels (1937) είχε μεταφραστεί ως «Negro».
Βιβλιογραφικές αναφορές
Anderson, Kevin, 2010, Marx at the Margins: On Nationalism, Ethnicity, and Non-Western Societies, Σικάγο, University of Chicago Press.
Derrida, Jacques, 1994, Specters of Marx, μετάφραση Peggy Kamuf, Νέα Υόρκη, Routledge [Ντεριντά Ζακ, Φαντάσματα του Μαρξ, Εκκρεμές, Αθήνα 2000, μετάφραση Παπαγιώργης Κωστής].
General Council of the First International. Minutes. 1864-1866, 1962. Μόσχα, Progress Publishers.
Genovese, Eugene, 1971 [1968], “Marxian Interpretations of the Slave South”, στο In Red and Black: Marxian Explorations in Southern and Afro-American History, Νέα Υόρκη, Pantheon, 315-53.
Krader, Lawrence, 1975, The Asiatic Mode of Production: Sources, Development and Critique in the Writings of Karl Marx, Άσεν, Van Gorcum.
Marx, Karl. 1960, Notes on Indian History (664-1858), Μόσχα, Progress Publishers.
_______, 1972, On America and the Civil War, τόμος II του Karl Marx Library, επιμ. και μετάφρ. Saul K. Padover, Νέα Υόρκη, McGraw-Hill.
_______, 1973, Grundrisse, μετάφρ. στα αγγλικά Martin Nicolaus, Νέα Υόρκη, Penguin [Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Στοχαστής, τόμος Α΄, 1989, τόμος Β΄, 1990, τόμος Γ΄, 1992, μετάφραση Διονύσης Διβάρης].
_______, 1963, Oeuvres, τόμος I, επιμ. Maximilien Rubel, Παρίσι, Gallimard.
_______, 1976, Capital, τόμος I, μετάφρ. Ben Fowkes. Λονδίνο, Penguin [Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1ος, Σύγχρονη Εποχή Αθήνα 2002, μετάφραση Παναγιώτης Μαυρομάτης. Μετάφραση της γερμανικής και όχι της γαλλικής έκδοσης].
_______, 2008, Capital, τόμος 1, μετάφρ. στα περσικά Hassan Mortazavi και Kaveh Boveiri, Τεχεράνη, Ιράν, Agah Publishing.
Marx, Karl and Friedrich Engels, 1937, The Civil War in the United States, επιμ. και εισαγωγή Richard Enmale [Richard Morais], Νέα Υόρκη, International Publishers.
_______, 1972, Ireland and the Irish Question, Μόσχα, Progress Publishers.
MECW: Marx, Karl and Friedrich Engels, 1975-2004, Collected Works, πέντε τόμοι. Νέα Υόρκη, International Publishers.
Said, Edward, 1978, Orientalism, Νέα Υόρκη, Vintage [Said Edward, Οριενταλισμός, Σάλτο, Θεσσαλονίκη 2024, μετάφραση Φώτης Τερζάκης].
Sewell, Robert, 1870, Analytical History of India, Λονδίνο, W. H. Allen & Co.
Shanin, Teodor, επιμ. 1983, Late Marx and the Russian Road: Marx and the “Peripheries” of Capitalism, Νέα Υόρκη, Monthly Review Press.

