Τρίτη, 13 Ιουλίου 2021 23:47

Για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού

 

 

Εισαγωγή e la libertà: Οι αντιπαραθέσεις μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα (Ιανουάριος-Μάιος 1918) και η περίπτωση του Νικολάι Οσίνσκι

Τρεις μήνες περίπου μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση το σοβιετικό καθεστώς ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις για την υπογραφή μιας συνθήκης ειρήνης, παρόλο που οι αρχικές προσπάθειες αποσκοπούσαν να εμπλέξουν σε αυτές τις διαπραγματεύσεις (για μια ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και χωρίς ανταλλάγματα και αποζημιώσεις) και τις δυνάμεις της Αντάντ. Πολύ γρήγορα όμως, το σοβιετικό καθεστώς, υποχρεώθηκε να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μόνο με τη μια πλευρά (διαπραγματεύσεις στο Μπρεστ-Λιτόφσκ), καθώς έπρεπε άμεσα να ικανοποιηθεί η λαϊκή απαίτηση που το έφερε στην εξουσία: το ζήτημα της ειρήνης. Οι διαπραγματεύσεις ήταν ιδιαιτέρα οδυνηρές για τους σοβιετικούς, καθώς ο αντίπαλος, κυρίως το Γερμανικό Επιτελείο Στρατού που καθόριζε τις διαπραγματεύσεις, είχε μια αδιάλλακτη στάση. Πολύ πιο έντονες όμως ήταν οι συζητήσεις, σχετικά με τις διαπραγματεύσεις στο Μπρεστ-Λιτόφσκ, στο εσωτερικό του Μπολσεβίκικου Κόμματος*, το οποίο εκείνη την περίοδο συγκυβερνούσε ακόμα μαζί με τους Αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες. Διαμορφώθηκαν τρεις τάσεις μέσα στο ΚΚΡ(μπ).

1) Μια μειοψηφική τάση, γύρω από τον Λένιν, που υποστήριζε την άμεση υπογραφή μιας συνθήκης ειρήνης με τις Κεντρικές Δυνάμεις, κάνοντας αποδεκτούς τους ληστρικούς όρους που έθετε το γερμανικό ΓΕΣ. Σύμφωνα με την άποψη του Λένιν, η δυνατότητα επέκτασης της επανάστασης στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης (στη Γερμανία κυρίως) είχε προς το παρόν εξασθενίσει. Έτσι, το μέλλον της ευρωπαϊκής επανάστασης εξαρτιόταν από την επιβίωση του σοβιετικού εργατικού κράτους. Η συνέχιση του πολέμου με τις Κεντρικές Δυνάμεις, θα οδηγούσε στην κατάρρευσή του.

2) Μια ακόμα πιο μειοψηφική τάση, γύρω από τον Τρότσκι –τον βασικό διαπραγματευτή στο Μπρστ-Λιτόφσκ– ο οποίος υποστήριζε τον τερματισμό του πολέμου από την πλευρά των σοβιετικών, χωρίς όμως να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης («ούτε πόλεμος, ούτε ειρήνη»). Ο Τρότσκι πίστευε ότι μια συνθήκη ειρήνης θα έδινε μια νέα δυναμική στις ετοιμόρροπες Κεντρικές Δυνάμεις, οι οποίες θα μπορούσαν να μεταφέρουν ανενόχλητες τις στρατιωτικές τους δυνάμεις στο δυτικό μέτωπο και να παρατείνουν τον πόλεμο (όπως κι έγινε). Οι εργάτες και οι στρατιώτες και των δυο πλευρών θα έβλεπαν το σοβιετικό κράτος σαν συναυτουργό σε μια αναζωπύρωση της πολεμικής σύγκρουσης. Θεωρούσε επίσης, ότι ο γερμανικός και ο αυστροουγγρικός στρατός θα κατέρρεαν εκ των έσω, στην περίπτωση που αποφασιζόταν μια προέλαση εντός των σοβιετικών εδαφών και η κατοχή τους.

3) Η τρίτη τάση, των «Αριστερών Κομμουνιστών» (Μπουχάριν, Ράντεκ, Κολοντάι κτλ), είχε υιοθετήσει μια πιο επιθετική προσέγγιση του προβλήματος. Υποστήριζε ότι το σοβιετικό καθεστώς δεν έπρεπε να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με καμιά πλευρά και ότι έπρεπε να εξαπολύσει έναν επαναστατικό πόλεμο, ο οποίος θα πυροδοτούσε επαναστάσεις στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών χωρών. Αντίθετα, η υπογραφή μιας συνθήκες με τους ιμπεριαλιστές, θα υπονόμευε, όχι μόνο τις προοπτικές μια ευρωπαϊκής επανάστασης, αλλά και την επαναστατική δυναμική του ίδιου του σοβιετικού συστήματος. Η θέση αυτή ήταν πλειοψηφική μέσα στα όργανα του μπολσεβίκικου κόμματος, αλλά μάλλον και μέσα στα όργανα του σοβιετικού καθεστώτος, τουλάχιστον στις περιπτώσεις εκείνες όπου συζητήθηκε σε τέτοια όργανα (σοβιέτ κτλ). Και επί πλέον, μια παρόμοια θέση είχε και το δεύτερο κόμμα της σοβιετικής συγκυβέρνησης, οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες. Αξίζει επίσης να επισημανθεί, ότι ο ίδιος ο Λένιν, παρόλο που συγκρούστηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα με τις θέσεις των αριστερών Κομμουνιστών, αποδεχόταν την θεωρία του «επαναστατικού πολέμου», επιχειρηματολογώντας όμως ότι δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για να διεξαχθεί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Τελικά, όπως είναι γνωστό, μέσα στην κεντρική επιτροπή επικράτησε η άποψη του Λένιν, επειδή στις τελικές ψηφοφορίες, ο Τρότσκι υποχώρησε και υποστήριξε κι αυτός τη θέση του Λένιν.

Στις έντονες συζητήσεις σχετικά με τις διαπραγματεύσεις στο Μπρεστ-Λιτόφσκ κυριαρχούσαν τα πολιτικά και στρατιωτικά επιχειρήματα. Οι αναφορές στις οικονομικές συνέπειες από την αποδοχή για τους σοβιετικούς μιας συνθήκης με προσαρτήσεις από τη Γερμανία, είναι μάλλον σπάνιες, παρ’ όλο που η συνθήκη που υπογράφτηκε τελικά ισοδυναμούσε με μια ολοκληρωτική καταστροφή για την σοβιετική οικονομία. Όμως αμέσως μετά την υπογραφή της συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, η σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα στην τάση του Λένιν και τους Αριστερούς Κομμουνιστές, μεταφέρθηκε στο πεδίο της οικονομίας, ή πιο συγκεκριμένα, στο ζήτημα της οργάνωσης της παραγωγής σε ένα εργατικό κράτος με προοπτική τον σοσιαλισμό**.

Ήταν σαφές (ο ίδιος ο Λένιν το διατύπωσε) ότι η υποχώρηση στο ζήτημα της γεωγραφικής επέκτασης της επανάστασης σηματοδοτούσε και μια υποχώρηση στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και στην οικοδόμηση της εργατικής εξουσίας μέσα στους χώρους δουλειάς και στην οργάνωση της παραγωγής. Ο Λένιν ήταν πεπεισμένος (και συμφωνούσε ένα μεγάλο μέρος του μπολσεβίκικου κόμματος) ότι η κατάσταση επέβαλε ένα συμβιβασμό με τους Ρώσους καπιταλιστές και με το διεθνές κεφάλαιο, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι επενδύσεις που ήταν αναγκαίες για την οικονομική/βιομηχανική ανασυγκρότηση. Το μοντέλο του Λένιν (ο ίδιος το είχε ονομάσει «κρατικό καπιταλισμό») προέβλεπε συνεργασία του κράτους με ιδιώτες καπιταλιστές, με το κράτος να διατηρεί τον έλεγχο αυτής της διαδικασίας. Όμως για να πειστούν οι Ρώσοι και οι ξένοι καπιταλιστές να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους, θα έπρεπε το σοβιετικό καθεστώς να αναλάβει να διαμορφώσει το κατάλληλο εργασιακό περιβάλλον, μέσα στο οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτή η συνεργασία κρατικού και ιδιωτικού τομέα. Κι αυτό σήμαινε περιορισμό του ρόλου των εργοστασιακών επιτροπών και των συνδικάτων μέσα στους χώρους δουλειάς. Οι μορφές εργατικού ελέγχου που είχαν κατακτηθεί την περίοδο πριν και μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, θα έπρεπε να τεθούν υπό κρατικό έλεγχο, να συρρικνωθούν, ή ακόμα και να εξαλειφθούν. Ίσως έχει κάτι περισσότερο από συμβολική σημασία, το γεγονός ότι την ημέρα που υπογράφτηκε η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (3 Μάρτη 1918) εκδόθηκε και το διάταγμα της Βέσενχα (Ανώτατο Συμβούλιο Λαϊκής Οικονομίας), με το οποίο περιοριζόταν οι αρμοδιότητες των εργατικών επιτροπών και επιβάλλονταν ο διορισμός διοικήσεων στις βιομηχανίες, οι οποίες δεν ελέγχονταν από την εργοστασιακή επιτροπή.

Στους επόμενους δυο-τρεις μήνες οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση εντάθηκαν. Υπήρξε προσπάθεια να σταματήσουν οι κρατικοποιήσεις (στην πραγματικότητα απαλλοτριώσεις βιομηχανιών από τους εργάτες τους), να περιοριστεί ακόμα και ο ρόλος των συνδικάτων (τα οποία σε μια πρώτη φάση είχαν ξεκινήσει να ενσωματώνουν τις εργοστασιακές επιτροπές) και να επιβληθεί αυστηρή πειθαρχία στην εργασία για να αυξηθεί η παραγωγικότητά της, ακόμα και με την εφαρμογή του Τεϊλορικού μοντέλου (το οποίο όμως το 1914 ο ίδιος ο Λένιν το είχε χαρακτηρίσει «υποταγή του εργάτη στη μηχανή»).

Η πιο έντονη αντίδραση απέναντι στην προσπάθεια του Λένιν και του τμήματος του μπολσεβίκικου κόμματος που συμφωνούσε μαζί του, ήρθε από την ομάδα των «Αριστερών Κομμουνιστών», η οποία συνέχισε και μετά τις συζητήσεις για το Μπρεστ-Λιτόφσκ να διατηρεί μια οργανωτική συνοχή. Μάλιστα, από τον Απρίλη του 1918 άρχισε να εκδίδει το δικό της θεωρητικό περιοδικό, το Κομουνίστ (Κομμουνιστής. Εβδομαδιαίο περιοδικό για οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Όργανο του περιφερειακού γραφείου Μόσχας του ΚΚΡμπ.) Όπως ήταν φυσικό, οι συζητήσεις στο περιοδικό περιστράφηκαν πια γύρω από αυτά τα ζητήματα. Η ομάδα αυτή, αποτελούνταν από κορυφαία στελέχη του μπολσεβίκικου κόμματος: τον Μπουχάριν, τον Ράντεκ, την Κολοντάι, τον Σαπρόνοφ, τον Σμυρνόφ, τον Σλιάπνκοφ, τον Μεντβέντεφ, τον Πιατακόφ, τον Κριλένκο και βέβαια και τον Οσίνσκι, πρόεδρο του Ανώτατου Σοβιέτ της Λαϊκής Οικονομίας (Βέσενχα / VSNKh), μέχρι τον Μάρτη του 1918.

Η υψηλή θεωρητική κατάρτιση των «Αριστερών Κομμουνιστών» υποχρέωσε τον Λένιν να αφιερώσει πολλά κείμενα (και πολλές περισσότερες ομιλίες) για να αντικρούσει τα επιχειρήματά τους, ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με κέντρο τον κυρίαρχο ρόλο των οργανώσεων της εργατικής τάξης στην παραγωγική διαδικασία. Βέβαια, η μεγαλύτερη δυσκολία του Λένιν δεν ήταν πιθανόν η θεωρητική κατάρτιση των αντιπάλων του μοντέλου που πρότεινε, αλλά οι ίδιες οι αντικειμενικές συνθήκες που καθιστούσαν αυτό το μοντέλο ανεφάρμοστο. Ούτε οι ντόπιοι ούτε οι ξένοι καπιταλιστές ήθελαν να επενδύσουν σε μια οικονομία την οποία δεν θα μπορούσαν να ελέγχουν απόλυτα, όταν μάλιστα είχαν πολλούς λόγους να πιστεύουν ότι θα μπορούσαν πολύ γρήγορα να γίνουν τα αφεντικά της χώρας μέσα από έναν εμφύλιο πόλεμο, με την υποστήριξη όλων των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι λοιπόν, το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου στα τέλη του Μάη του 1918, σηματοδότησε και το τέλος αυτών των συζητήσεων. Αυτοί που είχαν δεχτεί το μοντέλο του Λένιν –και ο ίδιος ο Λένιν– καταλάβαιναν ότι δεν υπήρχε κανένας καπιταλιστής διατεθειμένος να συζητήσει μαζί τους για επενδύσεις και αποδέχτηκαν τις προτάσεις των Αριστερών Κομμουνιστών για την πλήρη σχεδόν εθνικοποίηση της βιομηχανίας (η οποία και πάλι σε πολύ μεγάλο βαθμό έγινε από τα κάτω από τους ίδιους τους εργάτες, πριν εκδοθούν σχετικά κρατικά διατάγματα). Για τους Αριστερούς Κομμουνιστές (ή τουλάχιστον την πλειοψηφία τους), δεν υπήρχε πια κανένας λόγος να διατηρούν την φράξιά τους και να κάνουν αντιπολίτευση, αφού ολόκληρο το κόμμα είχε δεχτεί κάποιες από τις βασικές τους θέσεις.

Βέβαια, μέσα στις συνθήκες του εμφυλίου πολέμου και της ακόμα μεγαλύτερης καταστροφής που επακολούθησε, κάποια από τα άλλα ζητήματα που είχαν αναδείξει οι Αριστεροί Κομμουνιστές (όπως για παράδειγμα ο ρόλος της ίδιας της εργατικής τάξης στον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας), μάλλον θεωρήθηκαν δευτερεύοντα σε σχέση με τον τιτάνιο αγώνα, της επιβίωσης του σοβιετικού καθεστώτος κατά τη διάρκεια του εμφυλίου. Παρ’ όλ’ αυτά, κάποια από τα στελέχη των Αριστερών Κομμουνιστών συνέχισαν –και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και αμέσως μόλις τέλειωσε– τις θεωρητικές και οργανωτικές προσπάθειες υπεράσπισης της εργατικής δημοκρατίας μέσα στο κόμμα, τους σοβιετικούς οργανισμούς και τους χώρους δουλειάς. Ο Οσίνσκι ήταν ένας από αυτούς.

Ο Νικολάι Οσίνσκι (Βαλέριαν Βαλεριάνοβιτς Ομπολένσκι) γεννήθηκε το 1887. Πείρε μέρος την επανάσταση του 1905. Προσχώρησε στους Μπολσεβίκους το 1907. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, έγινε διευθυντής της Κρατικής Τράπεζας και πρώτος πρόεδρος του Ανώτατου Συμβουλίου (Σοβιέτ) της Λαϊκής Οικονομίας. Το 1918 εντάχθηκε στην τάση των «Αριστερών Κομμουνιστών». Το 1919-21 ηγήθηκε της τάσης «Ομάδα του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού» μαζί με τον Βλαντιμίρ Σμυρνόφ και τον Τιμοτέι Σαπρόνοφ. Το 1923 υποστήριξε τον Τρότσκι υπογράφοντας την διακήρυξη των 46. Το επόμενο έτος διορίστηκε πρεσβευτής στη Σουηδία και συνθηκολόγησε με τον Στάλιν. Το 1937 συνελήφθη και εμφανίστηκε μαζί με τον Μπουχάριν ως κατηγορούμενος στη δίκη-παρωδία του 1938. Καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1938. Αποκαταστάθηκε το 1957.

Η κόρη του Σβετλάνα Βαλεριάνοβνα Ομπολένσκαγια (1925-2012) ήταν Ρωσίδα ιστορικός.

 

 

Νικολάι Οσίνσκι

Για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού 1

 

Ι

1

Πρόσφατα, η πλειοψηφία του κόμματός μας αποδέχθηκε έναν «νέο προσανατολισμό» και νέους τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων. Δεν μιλάμε για την εξωτερική πολιτική, αλλά για την εσωτερική πολιτική και κυρίως για την οικονομική πολιτική2.

Αυτός ο νέος προσανατολισμός, ο οποίος μπορεί να αποδοθεί στο μεγαλύτερο μέρος του στον σύντροφο Λένιν, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής. Μέχρι το τέλος του Γενάρη του 1918 υπομείναμε μια σκληρή περίοδο εμφυλίου πολέμου, μια εποχή απότομης πτώσης των δυνάμεων και της πολιτικής και οικονομικής τάξης που υπερασπίζονταν αυτές οι δυνάμεις. Τώρα που αυτή η περίοδος είναι πίσω μας, έχει αρχίσει μια περίοδος συγκεκριμένης και θετικής εργασίας, η περίοδος της «οργανικής οικοδόμησης» μιας νέας κοινωνίας. Από τη μία πλευρά, πρέπει να οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό. Από την άλλη, πρέπει πάνω απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα να δημιουργήσουμε τις ομαλές συνθήκες για τις οποίες όλοι φωνάζουν, και πρέπει να βάλουμε τέλος στην αποσύνθεση, την απειθαρχία και τη διαφθορά. Επειδή είμαστε πλέον ισχυροί, αφού οι εχθροί μας έχουν εξοντωθεί, δεν χρειάζεται να φοβόμαστε να κάνουμε χρήση των κοινωνικών δυνάμεων που προηγουμένως μας αντιτάσσονταν. Πρέπει επομένως να επιτρέψουμε στη «διανόηση» [«Ιντελιγκέντσια»], που προηγουμένως σαμποτάριζε τις προσπάθειές μας, να εργαστεί για εμάς. Δούλεψαν για το κεφάλαιο με αντάλλαγμα το χρήμα. Και εμείς θα τους αγοράσουμε με χρήματα και θα τους κάνουμε να δουλέψουν για μας. Ανάμεσα στη διανόηση θα βρούμε εκείνους τους οργανωτές της παραγωγής, εκείνους τους «καπετάνιους της βιομηχανίας» που οργάνωσαν την οικονομία για το κεφάλαιο, και εκείνους που έπαιξαν σημαντικούς ρόλους σε αυτή την οργάνωση. Ακριβώς όπως αναγκάσαμε τους τσαρικούς στρατηγούς να μας βοηθήσουν να οικοδομήσουμε τον Κόκκινο Στρατό, έτσι θα αναγκάσουμε τους οργανωτές των τραστ να εργαστούν για καλές αμοιβές και για την οργάνωση του σοσιαλισμού.

«Να διδάξουμε την οργάνωση του σοσιαλισμού στους οργανωτές των τραστ», αυτό είναι το σύνθημα του συντρόφου Λένιν. Ένα άλλο σύνθημά του έχει ως εξής: «Κάτω η αμέλεια». Στους οργανισμούς που είναι υπεύθυνοι για τη λειτουργία των διαφόρων τομέων της οικονομίας, από την κορυφή μέχρι τη βάση, η καθημερινή τάξη πραγμάτων είναι η αμέλεια, η απραξία και η κλοπή, τα οποία ευδοκιμούν στο εθνικό μας έδαφος. «Μην κλέβετε, μην τεμπελιάζετε, πάνω απ’ όλα να τηρείτε ακριβείς λογαριασμούς», αυτές οι απλές μικροαστικές εκκλήσεις πρέπει να είναι τα πιο σημαντικά μας συνθήματα.3 Όλοι πρέπει να πειστούν (υπάλληλοι, εργάτες, προσωπικό γραφείων) ότι πρέπει όχι μόνο να καταναλώνουν, αλλά και να εργάζονται σωστά. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η αυτοπειθαρχία και η συντροφικότητα, η ενίσχυση της κατευθυντήριας δύναμης των κομισάριων που έχουν εκλεγεί από τα σοβιέτ και, με λίγα λόγια, θα πρέπει να στρωθούν στη δουλειά, όχι μόνο να μιλάνε, αλλά και να δουλεύουν. Η ένταση της εργασίας πρέπει να αυξηθεί στα εργοστάσια μέσω της εισαγωγής μισθών με το κομμάτι και μπόνους παραγωγικότητας, και οι ίδιες πολιτικές πρέπει επίσης να εφαρμοστούν στους σιδηροδρόμους κ.λπ. Ίσως θα πρέπει ακόμη και να υιοθετήσουμε το αμερικανικό σύστημα Τέιλορ4, το οποίο συνδυάζει ωρομίσθια και αμοιβές με το κομμάτι: κάποιος πληρώνεται όχι μόνο για την ποσότητα που έχει παράγει, αλλά και για την παραγωγή της στο συντομότερο δυνατό χρόνο.

Οι υπεύθυνοι της «νέας οργάνωσης» ισχυρίζονται ότι όλα αυτά τα μέτρα θα οδηγήσουν γρήγορα στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και ότι η νέα τους αντίληψη για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που θέτει η οικοδόμηση του σοσιαλισμού καθορίζεται μόνο από το γεγονός ότι η χώρα έχει εισέλθει σε μια νέα οργανική περίοδο. Όλες αυτές οι νέες απαιτήσεις που συνεπάγεται αυτή η νέα οργανική περίοδος, ωστόσο, προέκυψαν παραδόξως την ίδια στιγμή που υπογράφηκε η συνθήκη ειρήνης5, με αφορμή αυτή την υποχώρηση ενώπιον του παγκόσμιου κεφαλαίου- έγιναν δεκτές ως βασικός όρος της επιβαλλόμενης ειρήνης, μαζί με τις άφθονες παραχωρήσεις προς τον ξένο ιμπεριαλισμό που διακηρύσσονται στη συνθήκη. Ο πόλεμος διεξήχθη όχι μόνο για την κατάκτηση της χώρας και του εδάφους της, αλλά και για να δεσμεύσει οικονομικά τα εδάφη της στη μέγγενη των πλοκαμιών του κεφαλαίου. Οι ιμπεριαλιστές αναθέτουν αυτή την αποστολή σε αυτές τις ειρηνικές κατακτήσεις προκειμένου να αποκομίσουν τα κέρδη της οικονομίας της ηττημένης χώρας. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η νέα οργανική «σοσιαλιστική» περίοδος, σύμφωνα με τον ίδιο τον σύντροφο Λένιν, ολοκληρώνεται με τη συμμαχία, και τη δημιουργία σχέσεων, με το ξένο κεφάλαιο, από το οποίο θέλει να αποκτήσει χρήματα, μηχανικούς, όπλα, στρατιωτικούς εμπειρογνώμονες και ίσως ακόμη και στρατεύματα. Τώρα η Ρωσία οικοδομεί το δικό της «κόκκινο στρατό», ο οποίος όμως είναι στενά (πολύ στενά και πολύ επικίνδυνα) σχεδιασμένος σε συνεργασία με τσαρικούς αξιωματικούς και υψηλόβαθμους στρατιωτικούς διοικητές.

 

2

Θα μας επιπλήξουν (από τον Λένιν): Δεν έχετε μόλις βγει από τη δύσκολη εποχή της καταστροφής της αστικής κοινωνίας; Θα αντισταθείτε τώρα στην ανάγκη να κάνετε το βασικό έργο της εγκαθίδρυσης της τάξης στη «σοσιαλιστική μας πατρίδα»;

Δεν απορρίπτουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αλλά δεν εννοούμε αυτό όταν λέμε ότι η δύσκολη περίοδος έχει τελειώσει. Διότι είμαστε της γνώμης ότι αυτό που είναι απαραίτητο είναι μια πολύ διαφορετική «τάξη» από αυτή που υποστηρίζει η πλειοψηφία του κόμματός μας.

Οι δύσκολες εποχές που οι ένοπλες δυνάμεις της αστικής τάξης (οι Λευκοφρουροί, οι υποστηρικτές του Καλέντιν6 και άλλοι) συντρίφτηκαν, έφτασαν στο τέλος τους. Έτσι, επίσης, έχει τελειώσει και η άλλη δύσκολη εποχή, αυτή του σαμποτάζ της αστικής τάξης και της διανόησης. Και έτσι, επίσης, έχει τελειώσει και εκείνη η δύσκολη περίοδος κατά την οποία εκμηδενίστηκε η αστική οικονομική και κρατική τάξη (η παλιά δικαιοσύνη, τα Ζέμστβο7 και οι δήμοι, οι τράπεζες, οι καπιταλιστές) και η οικονομία των ιδιοκτητών κ.λπ. Αλλά η περίοδος της οξείας ταξικής αντιπαράθεσης μεταξύ του προλεταριάτου και της αστικής τάξης δεν έχει σε καμία περίπτωση τελειώσει: δεν υπάρχει περίπτωση να έχει ήδη τελειώσει. Μετά τη νίκη τους επί της αστικής τάξης, οι εργάτες δεν μπορούν να εγκαθιδρύσουν κανενός είδους ειρήνη σε αυτή τη βάση, αλλά πρέπει να διαλύσουν εντελώς την αστική τάξη ως τάξη. Μετά την καταστροφή των στρατιωτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης και των προπυργίων της αστικής τάξης, δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε το έργο να προχωρήσουμε μπροστά με τα συντρίμμια των οργανωμένων δυνάμεών τους και να οικοδομήσουμε τις κοινωνικές μας σχέσεις πάνω στα απομεινάρια του αστικού κοινωνικού καθεστώτος- δεν μπορούμε να υπογράψουμε καμία συνθήκη με την αστική τάξη ως τάξη. Πρέπει να επωφεληθούμε από τις γνώσεις και την εμπειρία των πρώην μισθοφόρων της αστικής τάξης, των οργανωτών, των τεχνικών, των επιστημόνων και πολλών άλλων (η αστική τάξη, οι καπιταλιστές μάλιστα, κατέχουν μόνο ένα μικρό μέρος αυτών των γνώσεων και της εμπειρίας). Αλλά πρέπει να τους χρησιμοποιήσουμε όλους με αυτόν τον τρόπο, αφού πρώτα καταστρέψουμε το σύνολο της οργανωμένης δύναμής τους ως τάξης, καθώς και τη σύνδεσή τους με την αστική τάξη και την αστική τάξη πραγμάτων.

Πρέπει να τους επιτρέψουμε να εργαστούν σε μια νέα τάξη πραγμάτων, σε ένα νέο κοινωνικό πλαίσιο, ως δημιουργοί που εργάζονται προς όφελος όλης της κοινωνίας- θα φέρουν την κάρτα μέλους των εργατών και των χωρικών και θα εγγραφούν στις τάξεις τους.

Πρέπει επίσης να αλλάξουμε την πρακτική μας δουλειά και την «οργανική οικοδόμηση» του σοσιαλισμού. Οι οργανωτές των τραστ δεν είναι ούτε πρόθυμοι ούτε ικανοί να οικοδομήσουν το σοσιαλισμό. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της δημιουργικής δραστηριότητας της ίδιας της προλεταριακής τάξης, με τις προσπάθειες των μαζών, και μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με την ταυτόχρονη τεχνική βοήθεια της «διανόησης».

Είναι εξίσου παράλογο να φανταστεί κανείς μια οργανική και ειρηνική ανάπτυξη σύμφωνα με το μικροαστικό μοντέλο. Κυρίως επειδή η εξωτερική κατάσταση δεν θα επιτρέψει μια τέτοια ανάπτυξη, τώρα που ο ιμπεριαλισμός μας επιτίθεται από παντού. Από τη στιγμή που θα οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό, το οικοδόμημα αυτό θα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον αγώνα για την απόκρουση των επιθέσεων του ξένου ιμπεριαλισμού. Και αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί απλά με μικροαστικές εκκλήσεις και τη μηχανιστική ένταξη εξωτερικών στοιχείων. Όχι, οι πρώην υπηρέτες του κεφαλαίου θα θέσουν τους εργάτες σε κίνηση σαν να ήταν άψυχες μαριονέτες- αντίθετα, οι ίδιες οι μάζες των εργατών πρέπει να αναπτύξουν στο μέγιστο βαθμό τη δική τους πρωτοβουλία και δραστηριότητα. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας οικοδόμησης οι εργάτες θα αναπτύξουν την εξουσία τους και θα την οργανώσουν. Μόνο τότε ο σοσιαλισμός θα στηριχθεί σε στέρεες βάσεις και μόνο τότε θα μπορέσουμε να αποτρέψουμε το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε στη γωνία, όταν η νέα οικονομία οργανώνεται από το ίδιο το προλεταριάτου και το προλεταριάτο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη, όταν το προλεταριάτο θα έχει πίστη στον εαυτό του και όταν η οργάνωση αυτής της οικονομίας θα οργανωθεί από τους ίδιους τους εργάτες. Η αφετηρία μας δεν είναι η παθητική υλική εργασία, υπό τη διεύθυνση των πρώην υπηρετών του κεφαλαίου, ούτε η οργάνωση του «σοσιαλισμού» που γεννά αυτή η παθητική εργασία, σύμφωνα με τις οργανωτικές μεθόδους των τραστ, αλλά η ενεργητική οικοδόμηση του σοσιαλισμού, που αναλαμβάνουν οι εργάτες υπό την τεχνική συνεργασία της διανόησης, και ο αγώνας του προλεταριάτου για το σοσιαλισμό και ενάντια στους εχθρούς, τόσο τους εξωτερικούς όσο και τους εσωτερικούς (ανάλογα με τις περιστάσεις, με τη μορφή της ενεργητικής άμυνας ή της επίθεσης).

 

3

Πριν συνεχίσουμε τη συζήτησή μας, θα θέλαμε να διατυπώσουμε μερικές γενικές διευκρινίσεις σχετικά με την οργάνωση της παραγωγής, ιδίως σχετικά με την οργάνωση της παραγωγής στην καπιταλιστική κοινωνία.

Ένα από τα χαρακτηριστικά σημάδια που μαρτυρούν την εισβολή του κεφαλαίου στον τομέα της παραγωγής συνίσταται στο γεγονός ότι όλα τα στοιχεία, όλα τα συστατικά της παραγωγικής διαδικασίας, υιοθετούν τη μορφή αξιών, οι οποίες όλες μαζί αποτελούν το πλαίσιο και το κεφάλαιο που παράγει υπεραξία.

Αυτό ισχύει, κυρίως, για την εργατική δύναμη, η οποία αγοράζεται ως εμπόρευμα, πέφτει στα νύχια του κεφαλαίου και στη συνέχεια, όσο αυτή η εργατική δύναμη εκμεταλλεύεται και χρησιμοποιείται, δημιουργεί μια νέα, αυξημένη αξία, η οποία διατηρεί την παλιά αξία (την αξία των μέσων παραγωγής, όπως οι μηχανές, τα υλικά κ.λπ.), η οποία «μεταφέρεται» στο παραγόμενο εμπόρευμα. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αυτός ο χαρακτήρας της εργατικής δύναμης αποτελεί τη βάση της λεγόμενης οικονομικής πρωτοκαθεδρίας του καπιταλισμού, της ισχυρότερης δύναμής του (η εξουσία του κεφαλαίου – Μαρξ8).

Σε ένα καπιταλιστικό εργοστάσιο ο εργάτης χρησιμεύει λιγότερο ως μέσο παραγωγής ενός προϊόντος και περισσότερο ως μέσο με το οποίο τα μέσα παραγωγής μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον εργάτη, για να τον κάνουν εργαλείο, να του ρουφήξουν το αίμα, ενώ οι καπιταλιστές αποκτούν την υπεραξία. Γι’ αυτό, στον καπιταλισμό, οι φορείς του κεφαλαίου σε ένα μεγάλο εργοστάσιο αφιερώνουν τον εαυτό τους πάνω απ’ όλα στην οργάνωση των ματιών και των αυτιών τους (οι εργοδηγοί, οι μηχανικοί, οι τμηματάρχες κ.λπ.), δεν οργανώνουν μόνο την τεχνική διαδικασία της παραγωγής, δεν οργανώνουν την εργασία μόνο ως «συγκεκριμένη» εργασία, παραγωγό αξιών χρήσης, αλλά και τη χρήση της εργατικής δύναμης, το κέρδος από την «αφηρημένη» εργασία, από μία φυσική δαπάνη ενέργειας μεταξύ των εργατών, η οποία παράγει ανταλλακτική αξία. Το τελευταίο είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Και σε αυτή τη σχέση, όσον αφορά τον καπιταλισμό, δεν υπάρχει ούτε ένας ελεύθερος άνθρωπος με δική του βούληση. Για τον καπιταλισμό το μόνο που μετράει είναι ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα που αγοράζεται με χρήμα, ένα ζωντανό πράγμα, μια πηγή ανταλλακτικής αξίας, η χήνα που γεννάει τα χρυσά αυγά. Από τη στιγμή που αυτό το εμπόρευμα (ο εργάτης) πωλείται έναντι χρημάτων, δεν έχει τίποτα άλλο να «πει». Γι’ αυτό και το κύριο καθήκον όλων αυτών των μηχανικών, των τεχνικών και των χαφιέδων, συνίσταται στο να εκμεταλλευτούν αυτό το ανθρώπινο εμπόρευμα με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο και να ξεζουμίσουν στο έπακρο, προς όφελός τους, τη χήνα που γεννάει τα χρυσά αυγά. Για να επιτευχθεί αυτό, το γενικό επιτελείο που απασχολείται στην υπηρεσία του καπιταλισμού πρέπει να έχει απεριόριστη εξουσία πάνω στην εργατική δύναμη του εργάτη.

Η διοίκηση ενός μεγάλου εργοστασιακού συγκροτήματος είναι πάντα συγκεντρωτική, πηγάζει από ένα και μόνο σημείο, και αυτό συμβαίνει κυρίως λόγω της τεχνικής συγκέντρωσης που έχει επιφέρει ο καπιταλισμός· επιπλέον, είναι πάντα αυταρχική (σαμοντερζάβνο), επειδή κατευθύνεται προς την απόκτηση υπεραξίας.

Μια πτυχή γενικότερης σημασίας συνοδεύει επίσης αυτή τη φιλοδοξία της καπιταλιστικής παραγωγής. Για τους καπιταλιστές, αυτό που έχει σημασία δεν είναι μόνο η ολοκληρωτική εκμετάλλευση του αγορασμένου εμπορεύματος (εργατική δύναμη)· είναι εξίσου σημαντικό να κατέχουν τον κάτοχο αυτού του εμπορεύματος. Ο εργάτης είναι ένας κάτοχος εμπορευμάτων, ένας κάτοχος εμπορευμάτων, του οποίου η φύση είναι τέτοια ώστε να παίρνει πάντα τα εμπορεύματά του όπου πηγαίνει (την εργατική του δύναμη) και να τα έχει πάντα στη διάθεσή του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο καπιταλιστής επιδιώκει να οργανώσει τις σχέσεις του με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να διατηρεί τον έλεγχο του κεφαλαίου του και να συνεχίζει να ασκεί το απεριόριστο δικαίωμα της εκμετάλλευσης που υποβιβάζει τον εργάτη σε instrumentum vocale, ενώ ταυτόχρονα αναγκάζει τον εργάτη, ως ιδιοκτήτη ενός εμπορεύματος και ως άνθρωπο που έχει τον έλεγχο της εργατικής του δύναμης, να χρησιμεύει όλο και περισσότερο ως χήνα που γεννά όλο και μεγαλύτερη ποσότητα χρυσών αυγών για να τα μαζέψει ο καπιταλιστής. Το πετυχαίνει αυτό, για να μιλήσουμε με τα λόγια του Μαρξ, μέσω της αντιστροφής κατά την οποία ο μισθός ως τιμή της εργατικής δύναμης γίνεται μισθός ως τιμή της εργασίας. Ο εργάτης δεν παίρνει τα χρήματά του για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (ένα μήνα, δύο εβδομάδες), πληρώνεται ώρα με την ώρα, λεπτό με λεπτό, του δίνουν μπόνους κ.λπ.

Ως άνθρωπος που δεν διαθέτει κεφάλαιο και δεν ενδιαφέρεται για την παραγωγή υπεραξίας (η οποία αποκτάται εις βάρος του και όχι γι’ αυτόν), ο προλετάριος αντιλαμβάνεται την παραγωγή και την εργασία του, πάνω απ’ όλα, από κοινωνική άποψη. Στο βαθμό που ο συγκεκριμένος προλετάριος έχει ταξική συνείδηση ως μέλος της τάξης του, της τάξης των παραγωγικών εργατών, αντιλαμβάνεται το εργοστάσιο ως μια κοινωνική δύναμη παραγωγής, η οποία παράγει αξίες χρήσης και η οποία πρέπει ανά πάσα στιγμή να τεθεί σε αποκλειστική υπηρεσία της κοινωνίας. Αντιλαμβάνεται επίσης την εργασία του ως την κοινωνική λειτουργία της παραγωγής χρήσιμων αγαθών. Διακατέχεται από την αδυναμία να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ζωντανό άνθρωπο και ως μέλος της κοινωνίας. Και ως ιδιοκτήτης εμπορευμάτων δεν ενδιαφέρεται σε καμία περίπτωση να επιφέρει μια κατάσταση στην οποία η εργατική του δύναμη να καταναλώνεται υπερβολικά και να εξαντλείται πρόωρα.

Μια τέτοια προλεταριακή συνείδηση, ωστόσο, είναι τελείως ανεπιθύμητη στον καπιταλιστή. Γι’ αυτόν είναι σημαντικό να διαιρέσει τους εργάτες, να τους μετατρέψει σε απομονωμένους ιδιοκτήτες εμπορευμάτων, οι οποίοι πωλούν την εργατική τους δύναμη σε χαμηλή τιμή και παίρνουν δεκάρες γι’ αυτό. Αυτό θωρακίζει την απεριόριστη εξουσία του κεφαλαίου και διευκολύνει την εκμετάλλευση της υπεραξίας του σε βάρος του εργάτη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το αυταρχικό και ιεραρχικό σύστημα διοίκησης των καπιταλιστικών επιχειρήσεων είναι τόσο στενά συνδεδεμένο με το σύστημα των μεροκάματων, των μπόνους, του «διαμοιρασμού των κερδών» και, τέλος, με την κορυφαία σύνθεση όλων αυτών των μεθόδων: το σύστημα Τέιλορ (αφού η ύψιστη προτεραιότητα είναι ένα σύστημα εκμετάλλευσης του ιδρώτα κάποιου άλλου).

 

4

Τώρα θα εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι σύντροφοι της κομματικής πλειοψηφίας αντιλαμβάνονται την «οικοδόμηση» του σοσιαλισμού. Γι’ αυτούς ξεχώρισε σαφώς ως μοντέλο η ακόλουθη μορφή οργάνωσης της παραγωγής: εφαρμόζεται στη βιομηχανία που παράγει ατμομηχανές και σιδηροδρομικό υλικό9, για παράδειγμα. Προκειμένου να υλοποιήσουν την πολιτική τους, όλες οι βιομηχανίες που συνδέονται με την κατασκευή σιδηροδρομικού υλικού και μηχανών θα γίνουν κρατική ιδιοκτησία. Δημιουργείται μια ενιαία επιχείρηση, ένα κρατικό τραστ. Εξωτερικά, η επιχείρηση αυτή δίνει την εντύπωση μιας επιχειρηματικής εταιρείας της οποίας τα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στο σύνολό τους (ή τουλάχιστον κατά πλειοψηφία) στο κράτος. Προκειμένου να «αγοράσει» τη συμμετοχή των «καπετάνιων της βιομηχανίας» και των οργανωτών του σχεδιασμού των τραστ, το κράτος τους δίνει μετοχές ή ομόλογα, δηλαδή το κράτος χρησιμοποιεί δημόσιο χρέος για το οποίο το κράτος πληρώνει ένα σταθερό ποσοστό (σε αντίθεση με τις μετοχές που πληρώνονται με μεταβαλλόμενα ποσοστά με τη μορφή μερισμάτων, τα οποία με τη σειρά τους εξαρτώνται από τη συνολική ποσότητα κέρδους που επιτυγχάνεται ετησίως). Με αυτά τα ομόλογα αγοράζονται αυτή τη στιγμή οι καπιταλιστές διοργανωτές. Μπορεί να παρατηρηθεί, από την άλλη πλευρά, ότι δεν αγοράζονται μόνο αυτοί με αυτά, αλλά και οι εθνικοποιημένες βιομηχανίες συμπεριλαμβάνονται επίσης σε αυτή τη διαδικασία. Επομένως, η διαδικασία αυτή δεν οδηγεί στην εξαφάνιση και τη διάλυση του παλιού ανώνυμου κεφαλαίου, αλλά μάλλον το κεφάλαιο αυτό μετατρέπεται σε ομόλογα μέσω αυτής της αλλαγής. Οι μέτοχοι μετατρέπονται σε πιστωτές τους, σε πηγές πίστωσης, αφού προηγουμένως είχαν επιτελέσει το ρόλο του συνιδιοκτήτη των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης. Το αν αποζημιώνονται για το σύνολο του κεφαλαίου τους ή μόνο για μέρος αυτού, είναι ένα άλλο ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, αυτοί οι μέτοχοι αποκτούν μερίδιο του κεφαλαίου και μέσω αυτής της μετάβασης από τις κεφαλαιακές μετοχές στα ομόλογα, οι διοργανωτές των τραστ μπορούν να γεμίσουν τις τσέπες τους για λίγο ακόμη, διότι τότε θα έχουν κερδίσει τα «χρήματα της διαφθοράς».

Πώς είναι δομημένη η διαχείριση ενός τέτοιου τραστ; Πρώτα απ’ όλα, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι θα πρόκειται για έναν απόλυτα οργανωμένο οργανισμό. Θα συγκεντρωθεί γύρω από ένα κέντρο, έναν πυρήνα, ο οποίος θα αποτελείται από τους εκπροσώπους του κράτους, τους «κυρίους καπετάνιους της βιομηχανίας» (είναι επίσης οι εκπρόσωποι των πιστωτών, των κατόχων του κρατικού χρέους) και τους εκπροσώπους των συνδικάτων. Η πλήρης πρωτοβουλία για την οργάνωση και τη διοίκηση της επιχείρησης θα βρίσκεται στα χέρια των «οργανωτών των τραστ»: δεν θέλουμε να τους διδάξουμε και να τους αφήσουμε να εκτελέσουν τις συνήθεις δουλειές τους, αλλά μάλλον θέλουμε να μάθουμε από αυτούς. Φυσικά, σε κάθε εργοστάσιο η διοίκηση θα είναι αυταρχική και συγκεντρωτική από πάνω μέχρι κάτω. Οι διευθυντές θα διορίζονται μέσω των επαφών τους με το κέντρο, δίπλα στους οποίους ίσως βρούμε τους «αρχάγγελους», όπως τους αποκαλεί ο σύντροφος Κριλένκο, τους κομισάριους του ελέγχου, οι οποίοι θα έχουν τις θέσεις που τους αξίζουν. Η εξουσία τους δεν θα περιορίζεται από την παρέμβαση των εργατών στα εν λόγω εργοστάσια: οι επιτροπές των εργατών θα έχουν στην καλύτερη περίπτωση το δικαίωμα να διαμαρτύρονται προς το κέντρο για τα μέτρα που εφαρμόζουν οι διευθυντές και οι κομισάριοι ελέγχου. Οι έλεγχοι επί των εργατών στις οργανικές τους μορφές δεν είναι πλέον απαραίτητοι: ο έλεγχος μπορεί να ασκείται από το κέντρο. Εκεί, οι εκπρόσωποι των προλεταριακών και αγροτικών δυνάμεων καθώς και εκείνοι των υψηλότερων κλιμακίων των συνδικάτων θα έχουν τη θέση τους στο στρογγυλό τραπέζι. Θα επιτρέψουν στον εαυτό τους να διδάσκεται, σίγουρα και πάνω απ’ όλα, από τους καπιταλιστές κυρίους, αλλά αυτό δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, επειδή οι μαθητές μπορούν να ελέγχουν τους δασκάλους τους.

Είναι επίσης πολύ σημαντικό να διερευνήσουμε τι είδους οργάνωση της βιομηχανικής εργασίας δημιουργείται εδώ. Από εδώ και πέρα, τέρμα οι συνελεύσεις και η «επίλυση συγκρούσεων». Πάνω απ’ όλα, δουλειά! Κανείς δεν θα ασχολείται με την οργάνωση της παραγωγής εκτός από το κέντρο- ο απλός εργάτης, ωστόσο, πρέπει να σκέφτεται, πάνω απ’ όλα, ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά εργατική δύναμη, η οποία πρέπει να αξιοποιηθεί, όσο το δυνατόν πιο εντατικά. Οι εργάτες δεν έχουν περάσει τη δοκιμασία της κοινωνικής ωριμότητας, δεν έχουν μάθει πώς να οργανώνουν την παραγωγή, ούτε πώς να συνδυάζουν την πώληση των εμπορευμάτων χωρίς να ξεφορτωθούν τους καπιταλιστές με υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας: και γι’ αυτό πρέπει να τους αφαιρεθεί η διαχείριση της παραγωγής και να αναγκαστούν να εργαστούν με τη βοήθεια υλικών κινήτρων: πρέπει να εισαχθούν οι μισθοί με το κομμάτι, ακόμη και το σύστημα Τέιλορ. Αν δεν υπάρχουν καπιταλιστές δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Επιπλέον, πρέπει να διεξαχθεί και να ενισχυθεί η αγκιτάτσια ανάμεσα στους εργάτες για να καλλιεργηθεί η αυτοπειθαρχία, πρέπει να εισαχθούν δικαστήρια για την τιμωρία της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, να επιβληθούν ποσοστώσεις παραγωγής κ.λπ. Τα χαλινάρια πρέπει να ελέγχονται από πάνω προς τα κάτω και οι εργαζόμενοι, από κάτω προς τα πάνω, πρέπει να αφήνουν τους εαυτούς τους να καθοδηγούνται από αυτά τα χαλινάρια και να δένουν ακόμη και τους ιμάντες του χαλιναριού τους με τη δική τους ελεύθερη βούληση. Όλες αυτές οι προοπτικές είναι απρόσβλητες από κινδύνους, αφού η εργατική τάξη είναι αυτή που έχει την εξουσία και οι οργανωτές των τραστ θα διδάξουν μόνο όσους είναι επιμελείς μαθητές.

 

5

Αλλά είναι πράγματι αλήθεια ότι αυτή η πολιτική (που προωθεί ο σύντροφος Λένιν) δεν είναι επικίνδυνη; Τι συμβαίνει σήμερα με αυτού του είδους την «οικοδόμηση του σοσιαλισμού» και τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον; Πιστεύουμε ότι αυτός είναι ένας πολύ επικίνδυνος δρόμος και ότι αυτό δεν είναι καθόλου μια σύντομη διαδρομή προς οποιοδήποτε είδος σοσιαλισμού.

Πάνω απ’ όλα, απαντώντας σε όσους πιστεύουν ότι η μετάβαση στο σοσιαλισμό είναι ένα απλό θέμα εθνικοποίησης της βιομηχανίας, πρέπει να πούμε ότι μια τέτοια εθνικοποίηση θεωρούμενη από μόνη της, ως μετάβαση μιας βιομηχανίας στο καθεστώς της κρατικής ιδιοκτησίας, δεν είναι ακόμα κανένα είδος σοσιαλισμού. Στην Πρωσία, οι σιδηρόδρομοι στο σύνολό τους έχουν περάσει στα χέρια του κράτους, αλλά κανείς δεν πιστεύει πως αυτό σημαίνει ότι ένα μέτρο αυτού του είδους σηματοδοτεί τη μετάβαση προς το σοσιαλισμό.

Για να αποκτήσει η εθνικοποίηση μια τέτοια σημασία για το σοσιαλισμό, για να γίνει κοινωνικοποίηση, είναι πρώτα απ’ όλα απαραίτητο η οργάνωση της οικονομίας στις εθνικοποιημένες βιομηχανίες να είναι σύμφωνη με τις σοσιαλιστικές αρχές, να βάζει τέλος στην εξουσία του γενικού επιτελείου του κεφαλαίου και να φροντίζει ώστε η οικοδόμηση μιας νέας δομής να μην προσφέρει καμία απολύτως δυνατότητα για την αναβίωση της εξουσίας αυτού του γενικού επιτελείου- δεύτερον, είναι απαραίτητο η κοινωνική εξουσία στα χέρια της οποίας περνά η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής να είναι προλεταριακή εξουσία. Αλλά πώς μπορούμε να διατηρήσουμε και τις δύο αυτές παραδοχές ή αφετηρίες;

Όσον αφορά το δεύτερο σημείο εκκίνησης, το έχουμε στα χέρια μας. Μέχρι τώρα είχαμε μια δικτατορία του προλεταριάτου και των φτωχών αγροτών. Θα παραμείνουν σε αυτή τη θέση στο κράτος; Αν το ερώτημα διατυπωνόταν με όρους «απειλής που μας θέτει ο κίνδυνος η συμμορία της διανόησης να καταλήξει σε κάποιου είδους συμφωνία με την αστική τάξη του Καντέτων10 ώστε να μας αποσπάσουν την εξουσία», τότε η απάντηση θα ήταν αρνητική. Αν, ωστόσο, αναρωτηθούμε κατά πόσο οι εκφυλιστικές τάσεις της προλεταριακής-ημιπρολεταριακής δικτατορίας δεν αποτελούν πολιτική κληρονομιά των ημιπρολεταριακών-μικροαστικών μαζών, τότε το ερώτημα πρέπει να απαντηθεί καταφατικά. Ένας τέτοιος κίνδυνος πράγματι μας απειλεί, όπως έχει εξηγηθεί στις «Θέσεις για την σημερινή κατάσταση»11 που επίσης τυπώνονται σε αυτό το τεύχος: οι οικονομικές και διεθνείς συνέπειες της συνθήκης ειρήνης προκάλεσαν μια τάση αυτού του είδους, και ο κίνδυνος θα αποτραπεί μόνο μέσω μιας αποφασιστικής ταξικής πολιτικής και της εξίσου αποφασιστικής οικοδόμησης ενός καθαρού σοσιαλισμού. Η εργατική τάξη θα ενισχύσει έτσι την κοινωνική της βάση, τα θεμέλιά της, τα οποία τώρα έχουν υποστεί σημαντική ζημιά· με αυτόν τον τρόπο θα οργανωθεί και θα αυξήσει τη δύναμή της. Αν όμως δεν ακολουθήσει τη συμβουλή μας, αν επιτρέψει στον εαυτό της να καθοδηγηθεί από την άλλη παράταξη (τη φράξια του Λένιν), τότε ο εκφυλισμός της κυρίαρχης πολιτικής εξουσίας στη Ρωσία, καθώς και της εξουσίας των σοβιέτ, είναι αναπόφευκτος. Γι’ αυτό η απάντηση στο ερώτημα αν θα έχουμε μια κυβέρνηση (Βλαστ) στην οποία η εθνικοποίηση θα είναι ένα βήμα προς το σοσιαλισμό, θα εξαρτηθεί από τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής: αν θα χρησιμοποιηθούν σοσιαλιστικές αρχές στην οργάνωση της παραγωγής και αν αυτή η οργάνωση της παραγωγής θα εκπαιδεύσει και θα οργανώσει το προλεταριάτο με σοσιαλιστικό τρόπο. Πρέπει επομένως να εκφράσουμε τη διαφωνία μας με τη γνώμη σχετικά με τη μορφή οργάνωσης της παραγωγής που προτείνει η πλειοψηφία του κόμματος. Η εξωτερική, νομική μεταμφίεσή της είναι η εθνικοποίηση. Θα δηλώσουμε ανοιχτά ότι, από μόνη της, αυτή εξακολουθεί να μην συνεπάγεται κανενός είδους σοσιαλισμό. Η μορφή της επιχειρηματικής εταιρείας, κάτω από την οποία πρέπει να καλυφθεί το κρατικό τραστ σύμφωνα με τις προτάσεις που συζητά η πλειοψηφία, είναι στη μορφή της ένα τέκνο της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου και του κρατικού καπιταλισμού. Η εταιρεία είναι η πιο κατάλληλη μορφή για τη συγχώνευση των τραπεζών και της βιομηχανίας που ανέλαβε το χρηματιστικό κεφάλαιο.

Υπό μια ορισμένη έννοια, αυτή η μορφή θα μπορούσε να είναι ακόμη και μια συγκυριακή τακτική (αν και κατά την άποψή μας δεν είναι καθόλου συγκυριακή). Δεν είναι σε καμία περίπτωση συγκυριακή τακτική το γεγονός ότι τα «χρήματα της διαφθοράς» θα πρέπει να δοθούν στους οργανωτές των τραστ με τη μορφή αξιώσεων επί του κρατικού χρέους12. Αν το χρέος αυτό προέκυπτε ως χρήματα που θα καταβάλλονταν σε ανθρώπους που είχαν εμπειρία σε τέτοιου είδους πιστωτικές συναλλαγές ή είχαν εμπειρία ως οργανωτές και επιχειρηματίες, τότε η δαπάνη θα έπαιρνε τη μορφή κερδοφόρας προσωπικής αποζημίωσης. Οι μετοχές της εταιρείας, ωστόσο, αγοράζονται από μια συγκεκριμένη τάξη και τα χρήματα της διαφθοράς (ακριβέστερα, το τίμημα της διάσωσης) δίνονται σε αυτή την τάξη στο σύνολό της. Αυτή η τάξη λαμβάνει έτσι μια παραχώρηση που αυξάνει αφενός την κοινωνική της επιρροή· αφετέρου, ενισχύεται η σχέση της με εκείνους που εκπαιδεύονται από την τάξη της, την αστική τάξη. Δεν εμφανίζονται πλέον μόνο ως υπάλληλοι της σοβιετικής δημοκρατίας, αλλά και ως εκπρόσωποι του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Σχεδόν αναπόφευκτα η δραστηριότητά τους ως επίσημοι εκπρόσωποι των κατόχων του κρατικού χρέους συνδέεται με τα τραστ του μέλλοντος. Επειδή όμως αυτοί οι κάτοχοι του κρατικού χρέους θα είναι στην πραγματικότητα οι ξένοι τραπεζίτες που ήταν ήδη προηγουμένως μεγαλομέτοχοι στις ρωσικές επιχειρήσεις, και με τη βοήθεια των οποίων οι Μεστσέρσκι13 και οι άλλοι «οργανωτές των τραστ» έφτασαν στην κορυφή, είναι σαφές ότι, λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά τα γεγονότα, πρέπει να υπάρχει πολύ στενή σχέση με το ξένο χρηματιστικό κεφάλαιο (ιδιαίτερα με το γερμανικό χρηματιστικό κεφάλαιο). Γι’ αυτό το λόγο το σύστημα έκδοσης κρατικού χρέους και η ίδρυση εταιρειών δεν είναι ούτε συγκυριακή τακτική ούτε τυχαία. Όχι: αντίθετα, για τους οργανωτές των τραστ είναι απαραίτητα στοιχεία μιας επιχείρησης που συνδέεται στενά με το διεθνές κεφάλαιο, ένα μικρό στήριγμα από το οποίο ένα ανανεωμένο διεθνές κεφάλαιο θα αρχίσει να εισβάλλει στην «κοινωνικοποιημένη» βιομηχανία. Υπάρχει ήδη ο κίνδυνος στη Ρωσία, να μη μας βοηθήσουν οι «δάσκαλοί» να οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό, αλλά, αντίθετα, να μας προετοιμάσουν κρυφά για ένα καθαρά καπιταλιστικό τραστ που θα εκπροσωπεί τα συμφέροντα της δικής τους τάξης.

Αλλά όλα αυτά είναι απλώς το εξωτερικό περίβλημα της σύνδεσης με τον καπιταλιστικό «έξω κόσμο». Είναι γεγονός ότι η πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση είναι στην ημερήσια διάταξη, αφού τα πλοκάμια των ξένων τραπεζιτών και οι ξιφολόγχες των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών που βρίσκονται στην υπηρεσία αυτών των τραπεζιτών μας απειλούν από κάθε κατεύθυνση, από τη στιγμή που κάθε σύνδεση με το ξένο κεφάλαιο μπορεί να καταλήξει σε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη παραχώρηση-παράδοση. Όπως είπαμε, ωστόσο, αυτή είναι μόνο μια εξωτερική πτυχή, η πραγματικά σημαντική πτυχή του προβλήματος είναι ότι, στην εσωτερική οργάνωση της παραγωγής, η δικτατορία πρέπει να παραμείνει στα χέρια του γενικού επιτελείου του προλεταριάτου και όχι στα χέρια των καπιταλιστών.

Τι είδους κατάσταση θα προκύψει από αυτές τις προϋποθέσεις; Μια πολύ επιβλαβής. Θα προταθεί στις προλεταριακές μάζες ότι πρέπει πάνω απ’ όλα να γίνουν εργάτες που θα υποτάσσονται στα επαγγέλματά τους, τεχνικοί με την τεχνοκρατική έννοια του όρου. «Αφιερώστε την προσοχή σας πρώτα απ’ όλα στη δουλειά σας, αφήστε τον εαυτό σας να πειστεί από τις μικροαστικές προσταγές»: αυτό είναι που θα σας συστήσουν να κάνετε από τώρα και στο εξής. Μην ασχολείστε με τον έλεγχο της εργασίας σας ή με το νόημα της δραστηριότητάς σας. Γι’ αυτό υπάρχουν οι οργανωτές του κλάδου σας. Το κοινωνικό σας καθήκον θα περιοριστεί στη συμμετοχή σας στις εκλογές για την ανάδειξη των οργάνων που θα υπερασπιστούν τα συμφέροντά σας και που θα βοηθήσουν στη διατήρηση της «εργασιακής πειθαρχίας» και της τάξης στους χώρους εργασίας, ενώ οι εργάτες θα παραμείνουν παθητικοί. Επομένως, είναι επίσης σαφές ότι ο αυταρχικός χαρακτήρας των διευθυντικών λειτουργιών συμβαδίζει με τον συγκεντρωτισμό τους. Οι διευθυντές έχουν πλήρεις εξουσίες και κάθε δικαίωμα να απαιτούν πλήρη υπακοή. Με αυτόν τον τρόπο πρέπει να επιτευχθεί η αυτοπειθαρχία και η τάξη (βλ. το διάταγμα για τη διαχείριση των σιδηροδρόμων).

Τα μειοψηφικά τμήματα των εργατών, που βρίσκονται δίπλα στους καπιταλιστές επιχειρηματίες στις διευθυντικές θέσεις των τραστ, θα είναι έτοιμα να εξασφαλίσουν στο προλεταριάτο την πραγματική εξουσία να συγκροτήσει το γενικό επιτελείο που θα διοικεί την παραγωγή; Αμφιβάλλουμε σοβαρά ότι αυτό θα συμβεί, καθώς το προλεταριάτο ως τάξη έχει υποβαθμιστεί σε ένα παθητικό στοιχείο, σε ένα αντικείμενο και όχι σε ένα υποκείμενο της οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας. Το διευθυντικό προσωπικό της εργατικής τάξης μπορεί να είναι ισχυρό μόνο μέσω της άμεσης ενότητάς του με τις ενεργές μάζες. Η γραφειοκρατία της εργατικής τάξης, ωστόσο, θα παίξει μόνο το ρόλο του παθητικού μαθητή των κυρίων εκπροσώπων του κεφαλαίου και το πολύ-πολύ να φιλοδοξεί να είναι δεκτική στα «συγκεκριμένα» διαβήματα τύπου Σμάιλς14 Και εδώ, επίσης, υπάρχει ένα πολύ αποτελεσματικό στήριγμα που μπορεί να χρησιμοποιήσει το χρηματιστικό κεφάλαιο στην προσπάθειά του να ανακτήσει τις παλιές του θέσεις (ιδιαίτερα με την ισχυρή πίεση που ασκεί από το εξωτερικό).

Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε και ένα τρίτο παρόμοιο στήριγμα. Προκειμένου να τονιστεί ο ζήλος των εργατών για σκληρή δουλειά, εισάγεται η μέτρηση του χρόνου (ένα μέσο με το οποίο μετριέται η πιθανή απόδοση του εργάτη ανά ώρα, δηλαδή το σύστημα Τέιλορ)15 Έχουμε ήδη αναφερθεί στις επιπτώσεις αυτών των μορφών καταβολής των μισθών στη συνείδηση των εργατών και στην ταξική τους ενότητα. Αυτές οι μορφές μισθοδοσίας δημιουργήθηκαν από το κεφάλαιο προκειμένου να καταστρέψει την προλεταριακή αλληλεγγύη. Οδηγούν στον ανταγωνισμό και στη διαίρεση στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Οδηγούν σε υπερτονισμό των προσωπικών και εγωιστικών συμφερόντων σε αντίθεση με τα γενικά ταξικά συμφέροντα. Μετατρέπουν τους εργάτες σε μικροκαταστηματάρχες που πωλούν την εργατική τους δύναμη σε χαμηλή τιμή –είναι το καλύτερο μέσο για να εισαχθεί μια μικροαστική νοοτροπία και να διαδοθεί αυτή η νοοτροπία στις μάζες της εργατικής τάξης– και, τέλος, είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να μετατραπούν οι πιο προσεκτικοί και έξυπνοι εργάτες σε απλούς μικροεπιχειρηματίες. Αυτές οι καπιταλιστικές μορφές μισθοδοσίας αναγκάζουν τους εργάτες να αφιερώνουν όλη τους την προσοχή στη δουλειά τους, στην εργασία τους στα εργοστάσια, και τους απομακρύνουν από κάθε σκέψη για τα κοινωνικά τους καθήκοντα. Ο εργάτης είναι υποχρεωμένος να «αποκομίσει» όσο το δυνατόν περισσότερα από την ημερήσια εργασία του – αφού δουλέψει όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες κάνοντας μεροκάματα, δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε τη διάθεση να ασχοληθεί με τα ευρύτερα ζητήματα των κοινωνικών υποθέσεων. Αν λάβει κανείς υπόψη του πόσο εξαντλητικές και εξουθενωτικές είναι σήμερα οι δουλειές των εργατών, πρέπει να πει ότι η εισαγωγή όλων αυτών των καπιταλιστικών κινήτρων θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παθητικότητας και της αδράνειας του ρωσικού προλεταριάτου ως τάξης. Αυτό θα επιφέρει πολύ γρήγορα αποτελέσματα, επειδή, αφενός, ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός ασκεί όλη του την πίεση πάνω μας και, αφετέρου, επειδή βρισκόμαστε υπό πίεση λόγω του γεγονότος ότι βρισκόμαστε στο κατώφλι της αποφασιστικής μάχης για την οποία πρέπει να προετοιμαζόμαστε διαρκώς.

Δεν θέλουμε καν να συζητήσουμε πώς θα εξελιχθούν όλα αυτά: από τη μία πλευρά, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση των ανέργων εργατών και, από την άλλη, λαμβάνοντας υπόψη τις σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων και των ανέργων. Όπου κι αν κοιτάξεις αντικρίζεις ένα ζοφερό πανόραμα: το προλεταριάτο όχι μόνο είναι διχασμένο, ένα μέρος του έχει αποσχιστεί –η εργατική αριστοκρατία στο έδαφος της πολιτικής και όσοι ζηλεύουν τη θέση της– αλλά χαρακτηρίζεται επίσης από γενική παθητικότητα. Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, οι λεγόμενες υπηρεσίες που επιτελούν οι καπιταλιστές σε σχέση με την οργάνωση της παραγωγής υπόσχονται να αποδώσουν ελάχιστα καλά.

 

6

Ποια είναι, γενικά, τα υποτιθέμενα οφέλη που υπόσχεται αυτή η νέα πολιτική; Ας υποθέσουμε ότι οι εργάτες την αποδέχονται (αν και η είσοδος στα εργοστάσια των πρώην διευθυντών, των παλαιών καταπιεστών και σαμποτέρ, υπό τον έλεγχο της σοβιετικής εξουσίας, είναι εξαιρετικά απίθανη). Θα σας εξασφαλίσει, πάνω απ’ όλα, την ενίσχυση των θέσεων των καπιταλιστών. Το τέλος της «δύσκολης περιόδου» της καταστροφής της αστικής τάξης θα σημαίνει ουσιαστικά την έναρξη των παραχωρήσεων στα χτυπημένα απομεινάρια της ηττημένης αστικής τάξης. Και ακόμα και αν αυτό δεν ενισχύει τις θέσεις της ρωσικής αστικής τάξης, σημαίνει ότι ανοίγει κρυφά την πίσω πόρτα στο διεθνές κεφάλαιο. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός επιχειρεί σήμερα ανοιχτά να ανοίξει αυτές τις πόρτες και για το σκοπό αυτό έχει αγοράσει εκατοντάδες υπαλλήλους και «επιστήμονες». Θα προσπαθήσουμε άμεσα να αποτρέψουμε την επιτυχία των προσπαθειών τους. Αν το ξένο κεφάλαιο καταφέρει να διεισδύσει στη χώρα μας από αυτή την πίσω πόρτα, έστω και μια φορά, εκμεταλλευόμενο την παθητικότητα της εργατικής τάξης εκπαιδευμένης στην «οργανική εργασία» σύμφωνα με το αμιγώς μπολσεβίκικο μοντέλο, τότε θα είναι ώριμες οι συνθήκες για να συγκροτήσει και να γενικεύσει το γενικό επιτελείο της εξουσίας του και να το παγιώσει ακόμα περισσότερο.

Η μορφή οργάνωσης των κρατικών βιομηχανιών μέσω της συγχώνευσής τους σε ένα τραστ, η έκδοση κρατικού χρέους, ο γραφειοκρατικός συγκεντρωτισμός, η μεταμφίεση της εταιρείας, όλες αυτές οι πολιτικές διευκολύνουν τη διείσδυση του ξένου χρηματιστικού κεφαλαίου, είτε με τη μορφή του «κακού» γερμανικού κεφαλαίου είτε του «καλού» αμερικανικού κεφαλαίου. Η απόλυτη εξουσία των ανώτατων κλιμακίων αυτού του γενικού επιτελείου, το πενήντα τοις εκατό των οποίων είναι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, θα μετατραπεί σταδιακά σε εξουσία του γενικού επιτελείου του κεφαλαίου. Αν λάβει κανείς υπόψη του τις άλλες συνθήκες που συνεπάγεται μια τέτοια πολιτική γραμμή, θα καταλάβει ότι το όλο σύστημα μπορεί να περάσει ένα στάδιο που θα οδηγήσει στην αναβίωση του κρατικού καπιταλισμού στη Ρωσία, ο οποίος ήταν ανίκανος να βλαστήσει στο σάπιο έδαφος της τσαρικής απολυταρχίας (έστω και αν υπήρξε μια ισχυρή τάση αποσύνθεσης κατά τη Ρωσική Επανάσταση, ένα θέμα για το οποίο δεν θέλουμε να πάρουμε θέση), αλλά ο οποίος μπορεί τώρα να αναβιώσει σε έδαφος που έχει απολυμανθεί με τη σύγχρονη μορφή υποδούλωσής μας (στο ξένο κεφάλαιο).

Το ρωσικό προλεταριάτο πρέπει να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, τον δρόμο που ενισχύει την ενεργό δύναμή του ως τάξη, την ικανότητά του να καταφέρει ισχυρά χτυπήματα ενάντια στους διεθνείς κλέφτες και την επίδρασή του στην ανάπτυξη και την επιτυχία της διεθνούς επανάστασης, της μεγάλης και οριστικής απελευθέρωσης από τον ζυγό του κεφαλαίου. Αυτός ο δρόμος ονομάζεται οικοδόμηση του πραγματικού σοσιαλισμού με τις δυνάμεις του ίδιου του προλεταριάτου, χωρίς την κηδεμονία των καπιταλιστών δασκάλων.

Θα συζητήσουμε γι’ αυτόν τον δρόμο σε επόμενο άρθρο.

 

 

ΙΙ

1

Δεν υποστηρίζουμε την άποψη της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού υπό τη διεύθυνση των οργανωτών των τραστ». Υποστηρίζουμε την άποψη της οικοδόμησης της προλεταριακής κοινωνίας από την ταξική δημιουργικότητα των ίδιων των εργατών, όχι από τις επιταγές των «καπεταναίων της βιομηχανίας». Πώς θα χαρακτηρίζαμε τα καθήκοντα και τις μεθόδους αυτού του είδους της οικοδόμησης;

Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται μια διευκρίνιση: το προλεταριάτο πρέπει να δημιουργήσει το σοσιαλισμό. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη έλλειψη τεχνικών γνώσεων και εκπαιδευμένων εργατών για την οικοδόμηση μιας κοινωνικοποιημένης οικονομίας, όχι μόνο στο ρωσικό προλεταριάτο, αλλά και στο προλεταριάτο της Δυτικής Ευρώπης. Ο εργάτης στην καπιταλιστική κοινωνία (και εμείς προερχόμαστε από αυτή την κοινωνία) είναι ένας εργάτης, ένας απλός ιδιωτικός στρατιώτης στον βιομηχανικό στρατό. Οι αξιωματικοί αυτού του στρατού είναι οι μηχανικοί. Επιπλέον, ο «μεγάλος στρατός της εργασίας» φέρνει ευδιάκριτα στο νου (για να συνεχίσουμε την αναλογία μας με τη στρατιωτική οργάνωση) τους στρατιωτικούς λόχους των μηχανικών, των σκαπανέων και των κατασκευαστών γεφυρών, καθώς και τις ειδικές μονάδες των ηλεκτρολόγων, μέσα στις οποίες οι αξιωματικοί δεν είναι απλώς αρχές που δίνουν διαταγές, αλλά και εξειδικευμένοι ειδικοί στους δικούς τους τομείς εξειδίκευσης. Χωρίς μηχανικούς και άλλους καταρτισμένους ειδικούς, δεν μπορεί να οργανωθεί σοσιαλιστική βιομηχανία μεγάλης κλίμακας. Σε μια ανεπτυγμένη σοσιαλιστική κοινωνία, οι εργάτες, ενώ δεν γίνονται όλοι μηχανικοί, είναι «τεχνικοί μεσαίας τάξης». Ωστόσο, αυτό θα έρθει αργότερα – προς το παρόν, έχουμε ακόμα να αντιμετωπίσουμε την παλιά κοινωνία και τον καταμερισμό της εργασίας, καθώς και τη διόγκωση των γραμμών των ειδικευμένων εργατών που αποτελούν τώρα μια ειδική, προνομιούχα ομάδα.

Γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε αυτή την τελευταία ομάδα να λειτουργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε το «γενικό επιτελείο» της παραγωγής να τεθεί στα χέρια της εργατικής τάξης. Η οργάνωση της παραγωγής πρέπει να εγγυάται την υπεροχή της εργατικής τάξης. Η οργάνωση της εργασίας πρέπει να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της ταξικής αυτονομίας και δραστηριότητας του προλεταριάτου. Κάθε άτομο που έχει οποιαδήποτε σχέση με την παραγωγή πρέπει να παραμένει υπό την επιρροή της προλεταριακής τάξης και να διαποτίζεται από την ατμόσφαιρα της σοσιαλιστικής οικονομίας.

Οι μηχανικοί πρέπει από υπηρέτες του κεφαλαίου, άνθρωποι που εκμεταλλεύονται την υπεραξία και μέλη της μασονίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, να γίνουν μηχανικοί που εργάζονται για το συμφέρον όλης της κοινωνίας. Αυτό το είδος μηχανικού υπάρχει ακόμη και σε ορισμένα τμήματα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Επί του παρόντος, λόγω της υπανάπτυξής μας, υπάρχει το τέλειο περιβάλλον στη Ρωσία για αυτό το είδος ύπαρξης. Οι μηχανικοί των μεγάλων κρατικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι μηχανικοί των δρόμων, των καναλιών, των ορυχείων και των μεταποιητικών βιομηχανιών, θυμίζουν αυτό το είδος μηχανικού. Οι γεωπόνοι μηχανικοί των Ζέμστβο είναι ακόμη πιο κοντά σε αυτόν τον τύπο: αποτελούν ένα στοιχείο που ταιριάζει πολύ καλά στην οργάνωση της σοσιαλιστικής οικονομίας. Ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς, αν τοποθετηθούν στο έδαφος της νέας κοινωνικής τάξης, θα διακόψουν γρήγορα τις σχέσεις τους με την ταξική νοοτροπία των πρώην κυρίαρχων της παραγωγής. Για το λόγο αυτό (πάντα σε μικρότερο βαθμό) μπορεί επίσης να ειπωθεί για τους μηχανικούς ότι η νεότερη γενιά, η οποία δεν έχει γίνει ακόμη «άνθρωποι της τάξης» και είναι λιγότερο συνηθισμένη στη συμμετοχή στο κέρδος, θα μπορέσει να συμμετάσχει στην τεχνική οργάνωση της σοσιαλιστικής οικονομίας, αν εισαχθεί στη νέα κοινωνική τάξη και παραμείνει κάτω από τα νέα αφεντικά. Και ανάμεσα στους «νεοσύλλεκτους», ανάμεσα στους νέους μηχανικούς που μέχρι τώρα επιδίδονταν σε σαμποτάζ της νέας τάξης, θα βρούμε επίσης χρήσιμους τεχνικούς και δραστήριους οργανωτές, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να ευημερήσουν κάτω από την κυριαρχία της καπιταλιστικής ιεραρχίας. Η «διανόηση» αρχίζει να αποκηρύσσει το σαμποτάζ με τον πιο αποφασιστικό τρόπο. Και αποκηρύσσει το σαμποτάζ όχι μόνο για να επικεντρωθεί στην αναδιοργάνωση της νέας τάξης πραγμάτων. Μια νέα διάσταση αναδύεται στην ιδεολογία της: ως κοινωνική ομάδα, η «διανόηση» αρχίζει να καταλαβαίνει ότι το προλεταριάτο θα πρέπει να την πληρώσει, στο ορατό μέλλον, ίσως και περισσότερο απ’ ό,τι θα την πλήρωνε η αστική τάξη. Η νέα τάξη πραγμάτων είναι κάτι που προσφέρει ορισμένα πλεονεκτήματα για τη διανόηση. Γι’ αυτό και η νέα τάξη πραγμάτων θα προσφέρει σε όλους εκείνους που είναι εξειδικευμένοι τεχνικοί περαιτέρω δυνατότητες εξέλιξης: η «διαφοροποιημένη αμοιβή των δεξιοτήτων» ήταν πάντα ένας καλός τρόπος για να βγάζει χρήματα η «διανόηση». Η δημιουργική σκέψη, καθώς και οι οργανωτικές ικανότητες, θα καταλάβουν ότι οι πόρτες είναι ανοιχτές γι’ αυτές, και αυτό ικανοποιεί τις επαγγελματικές ανάγκες της «διανόησης» ως παραγωγικής ομάδας.

Το προλεταριάτο πρέπει να αγοράσει τις δυνάμεις της διανόησης χωρίς το ίδιο να επιδιώκει προσωπικό κέρδος. Πρέπει να το κάνει ως λογικό αφεντικό. Σε κάθε περίπτωση, ο μισθός πρέπει να είναι αυστηρά προσωπικός, στο πλαίσιο της έννοιας της εξειδικευμένης εργατικής δύναμης, αλλά δεν πρέπει ποτέ να πάρει τη μορφή μετοχών και αξιώσεων επί του κρατικού χρέους που παραδίδονται στους μηχανικούς με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελούν «μερίσματα που καταβάλλονται επί των κερδών», με την επακόλουθη δημιουργία ενός ημικρατικού, ημικαπιταλιστικού τραστ. Διαφορετικά, θα έχει δημιουργηθεί ένα στήριγμα εισόδου για τον κρατικό καπιταλισμό και –αυτό είναι πολύ πιο σοβαρό– θα καταστήσει δυνατή την υλική και ψυχολογική σύγκλιση της «διανόησης» με το χρηματιστικό κεφάλαιο. Αντίθετα, ο μηχανικός κατά τη μετάβαση στο σοσιαλισμό πρέπει να είναι ένα πρόσωπο που δραστηριοποιείται για τα συμφέροντα της κοινωνίας, και ενώ λαμβάνει υψηλό προσωπικό μισθό, δεν έχει απαραίτητα μόνιμη αξίωση σε αυτόν λόγω του ανταγωνισμού οποιουδήποτε επαρκώς εκπαιδευμένου συναδέλφου.

Τι γίνεται με τη γενική κατάσταση του εργάτη; Σε τι πρέπει να συνίσταται αυτή η κατάσταση; Δεν μας ενδιαφέρει εδώ η υλική πτυχή, λόγω του γεγονότος ότι μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση το προλεταριάτο έφτασε σε ένα φυσιολογικό επίπεδο ανθρώπινης ύπαρξης (όπου αυτό δεν εμποδίστηκε από την αποδιοργάνωση του συστήματος εφοδιασμού τροφίμων και την έλλειψη εμπορευμάτων)- αυτή η φυσιολογική ανθρώπινη ύπαρξη θα υπάρχει επίσης και στο μέλλον. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι η επιρροή και ο ρόλος του προλεταριάτου στην οργάνωση της παραγωγής.

Η εργατική τάξη στο σύνολό της πρέπει να είναι ο κάτοχος της παραγωγής. Φυσικά, οι εργαζόμενοι σε κάθε μεμονωμένη επιχείρηση δεν μπορούν να είναι οι ιδιοκτήτες αυτής της επιχείρησης. Όσον αφορά αυτή την τελευταία θέση, υπάρχει απόλυτη συμφωνία τόσο στην κομμουνιστική δεξιά όσο και στην αριστερά. Θα κρατήσουμε τη συζήτηση για την οργάνωση της διαχείρισης των επιχειρήσεων16 για αργότερα. Θα ξεκινήσουμε τονίζοντας, πάνω απ’ όλα, ότι η οργάνωση της εργασίας δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μετατρέψει τον εργάτη σε έναν απλό υπηρέτη της μηχανής, σε μια μηχανική δύναμη, της οποίας το κύριο καθήκον θα συνίσταται περισσότερο από ποτέ άλλοτε στην παραγωγή. Η σοσιαλιστική οργάνωση της εργασίας θέτει τη «συγκεκριμένη» εργασία, τη συνειδητή εργασία της δημιουργίας, στην υπηρεσία της κοινωνίας για την παραγωγή χρήσιμων αγαθών. Δεν πρέπει μόνο να εξασφαλίζεται στον εργάτη η δυνατότητα να ασκεί όλα τα «αστικοδημοκρατικά» του δικαιώματα και καθήκοντα- πρέπει επίσης, και πάνω απ’ όλα, να μετατρέπεται σε ειδικό με υψηλό επαγγελματικό ήθος, πρέπει να του δίνεται κάθε ευκαιρία να προοδεύει στην κατάκτηση της τεχνικής πλευράς της εργασίας του και πρέπει επομένως να υποχρεώνεται να αυξάνει την παραγωγή της μηχανικής και φυσικής του δύναμης, αφού οι προσπάθειες αυτές είναι προς το συμφέρον της κοινωνικά παραγωγικής εργασίας και δεν εξαρτώνται από το φόβο της υπερπαραγωγής και των διογκωμένων αποθεμάτων ή από την επιθυμία για ατομικό κέρδος.

Από τη σκοπιά της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας, οι μισθοί με το κομμάτι και οι χρονομετρήσεις φαίνονται να είναι εντελώς ανεπαρκείς. Στον αντίποδα αυτών των πολιτικών, πρέπει να επισημανθεί ότι η καθιέρωση ποσοστώσεων παραγωγής σε συνδυασμό με ένα ωρομίσθιο (μισθός που εξασφαλίζει μια κανονική διαβίωση) όχι μόνο είναι επαρκής, αλλά επηρεάζει και την αξιοπρέπεια του εργάτη που εργάζεται στην υπηρεσία της κοινωνίας – και τώρα κάθε προλετάριος θα βρίσκεται στην υπηρεσία της κοινωνίας. Μια προσεκτικά μελετημένη διαχείριση της παραγωγής που προσαρμόζεται στις δυνάμεις ενός μέσου ανθρώπου είναι, για τον εργάτη, ζήτημα επαγγελματικής αξιοπρέπειας και καθήκοντος ως πολίτη. Η εργασία που εκτελείται με οργανωμένο τρόπο, χωρίς ολιγωρία, χωρίς απροσεξία, είναι από τώρα και στο εξής επίσης ζήτημα τιμής. Όποιος δεν υποτάσσεται με αυτή την έννοια στις ποσοστώσεις που καθορίζουν οι οργανώσεις των εργαζομένων, διαπράττει συνειδητά ή ασυνείδητα σαμποτάζ κατά του σοσιαλισμού, το οποίο πρέπει να τιμωρείται από τα εργατικά πειθαρχικά συμβούλια με τη μεγαλύτερη δυνατή αυστηρότητα. Για τους ανθρώπους χωρίς συναίσθημα συντροφικότητας και για τους απεργούς δεν υπάρχει θέση ανάμεσα στους συναδέλφους τους εργάτες.

Προχωράμε από την εμπιστοσύνη στο ταξικό ένστικτο, στην ενεργή ταξική πρωτοβουλία του προλεταριάτου. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Αν το ίδιο το προλεταριάτο δεν ξέρει πώς να δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική οργάνωση της εργασίας - κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό για αυτό και κανείς δεν μπορεί να το υποχρεώσει να το κάνει. Το ραβδί, αν υψωθεί ενάντια στους εργάτες, θα βρεθεί στα χέρια μιας κοινωνικής δύναμης που είτε βρίσκεται υπό την επιρροή μιας άλλης κοινωνικής τάξης, είτε βρίσκεται στα χέρια της σοβιετικής εξουσίας – τότε η σοβιετική εξουσία θα αναγκαστεί να αναζητήσει υποστήριξη ενάντια στο προλεταριάτο από μια άλλη τάξη (π.χ. την αγροτιά), και με αυτό θα καταστραφεί η ίδια ως δικτατορία του προλεταριάτου. Ο σοσιαλισμός και η σοσιαλιστική οργάνωση πρέπει να εγκαθιδρυθούν από το ίδιο το προλεταριάτο, αλλιώς δεν θα εγκαθιδρυθούν καθόλου, θα εγκαθιδρυθεί κάτι άλλο – ο κρατικός καπιταλισμός.

 

2

Οι σύντροφοι που πρόσφατα (στις σελίδες των Izvestia CIK και Izvestia Moskovskago SRD)17 εξέφρασαν με τόσο πάθος τη διαφωνία τους με τον ισχυρισμό ότι υπάρχει ανάγκη για αύξηση της «παραγωγικότητας της εργασίας» έχουν πέσει θύματα ενός πολύ σοβαρού λάθους και έχουν παραβλέψει μια πολύ σημαντική διάσταση.

Το σφάλμα όσων προτείνουν να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας μέσω της καθιέρωσης μισθών με το κομμάτι, της επιμήκυνσης της εργάσιμης ημέρας και άλλων τέτοιων καπιταλιστικών μέτρων, συνίσταται στο γεγονός ότι συγχέουν την παραγωγικότητα της εργασίας με την ένταση της εργασίας. Η παραγωγικότητα της εργασίας, δηλαδή η ικανότητά της να παράγει περισσότερα ή λιγότερα προϊόντα σε μια ορισμένη μονάδα χρόνου, εξαρτάται από τρεις κύριους παράγοντες: τα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής που χρησιμοποιεί ο εργάτης, την ικανότητά του και, τέλος, την ένταση της εργασίας του. Οι μισθοί με το κομμάτι θα αυξήσουν πάνω απ’ όλα την ένταση της εργασίας. Η επιμήκυνση της εργάσιμης ημέρας δεν θα αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας, αλλά την παραγωγικότητα της επιχείρησης ως τεχνικό σύνολο, και θα μειώσει την ένταση της εργασίας (και για τον ίδιο λόγο θα αυξήσει τον αριθμό των «ανέργων» ή τουλάχιστον θα εμποδίσει την απασχόλησή τους στα εργοστάσια). Σε έναν ελάχιστα σημαντικό βαθμό, οι μισθοί με το κομμάτι θα μπορούσαν να αυξήσουν το επίπεδο δεξιοτήτων των εργατών, το οποίο, πάνω απ’ όλα, αυξάνεται με την εκτενέστερη επαγγελματική εμπειρία από την πλευρά του εργάτη (προφεσιονάλ’νοϊ Κουλ’τουρνόστιι), με τη σωστή οργάνωση της παραγωγής και με την ανύψωση της κοινωνικής συνείδησης.

Το πιο σημαντικό σημείο που οι συντάκτες της Izvestia έχουν παραβλέψει, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι οι σημαντικότερες προϋποθέσεις για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας είναι η καλή κατάσταση των εργαλείων και των μέσων παραγωγής, η σωστή λειτουργία καλών μηχανών που αντιμετωπίζονται με προσοχή και συντηρούνται με τα κατάλληλα υλικά. Όλες αυτές οι αντικειμενικές συνθήκες έχουν άμεση επίδραση στους συντελεστές της παραγωγικότητας της εργασίας ή, όπως λέει ο Μαρξ, η λειτουργία των μηχανημάτων παρασύρει μαζί της και τον εργάτη. Η ταχεία και τακτική λειτουργία των μηχανών επιβάλλει να αυξηθεί τόσο το επίπεδο των δεξιοτήτων όσο και η ένταση της εργασίας και να βελτιωθεί η εργασιακή διαδικασία τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Για τους καπιταλιστές, αυτός είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους αποκτούν υπεραξία.

Και έχοντας φτάσει σε αυτό το σημείο, μας έρχεται στο μυαλό το εξής ερώτημα (το οποίο σε καμία περίπτωση δεν αναφέρουμε απλώς σε μια προσπάθεια να «δικαιολογήσουμε ό,τι κάνουν οι εργάτες»): είναι ο μηχανισμός παραγωγής σε καλή κατάσταση στη Ρωσία; Είναι οι μηχανές μας πλήρως λειτουργικές και ικανές να κάνουν αυτό για το οποίο φτιάχτηκαν; Λειτουργούν και συντηρούνται σωστά όσον αφορά τις πρώτες ύλες, τα καύσιμα, τα λιπαντικά κ.λπ. Δεν είναι η έλλειψη όλων αυτών των πραγμάτων, η φθορά και η εξάντληση των μηχανών, η αταξία στον μηχανισμό του εργοστασίου, οι συνεχείς διακοπές της παραγωγής λόγω ελλείψεων πρώτων υλών και παρόμοιων προβλημάτων, μια από τις σημαντικότερες αιτίες, ή ίσως η σημαντικότερη αιτία, της πτώσης της παραγωγής στη βιομηχανία και της εργασίας γενικότερα;

Πρέπει να απαντήσουμε καταφατικά σε όλα αυτά τα ερωτήματα. Αρκεί να ρίξει κανείς μια πρόχειρη ματιά για να διαπιστώσει τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που επιδεικνύουν οι επιτροπές εργασίας στα κλωστοϋφαντουργεία στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν βαμβάκι –στον τομέα της μεταλλουργίας, στα μέταλλα και στον άνθρακα, στα ορυχεία, στη βιομηχανία ξυλείας και στα διυλιστήρια βενζίνης, σε όλους τους τομείς και σε όλες τις βιομηχανίες που παράγουν μέσα διαβίωσης– γι’ αυτό το λόγο το θεμελιώδες ζήτημα της εποχής μας είναι η οργάνωση της παραγωγής και της ανταλλαγής μέσα στην κοινωνία.

Όλα αυτά τα ελαττώματα στον τομέα των υλικών προϋποθέσεων της παραγωγής οδηγούν όχι μόνο σε μείωση της παραγωγικότητας, αλλά και σε μείωση των επιπέδων δεξιοτήτων και της έντασης της εργασίας των εργατών. Οι συνθήκες αυτές φέρνουν τον εργάτη στην τραγική θέση «να μην εργάζεται πραγματικά, αλλά και να μην επιτρέπεται να μην εργάζεται», και αυτό συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην αποδιοργάνωση των εργατών ως επαγγελματικής ομάδας, τους συνηθίζει σε έναν τεμπέλικο ρυθμό εργασίας, τους φέρνει σε μια θέση όπου είναι αναγκασμένοι να εργάζονται με «μειωμένο ωράριο», και αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στο βαθμό που το μειωμένο ωράριο είναι το σύνηθες σε πολλά εργοστάσια και για σημαντικά χρονικά διαστήματα. Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αυτές οι διακοπές της εργασιακής διαδικασίας και αυτές οι άδειες απουσίας που διαρκούν ενάμιση ή δύο μήνες, επαγγελματικά επωφελείς για τον εργαζόμενο; Υπάρχουν σίγουρα λόγοι για να αμφισβητηθεί ότι είναι επωφελείς.

Είναι απαραίτητο να οργανωθεί η παραγωγή. Είναι απαραίτητο να οργανωθεί η ανταλλαγή μέσα στην κοινωνία, να εποπτεύεται και να κατανέμεται. Η οργάνωση της παραγωγής είναι η υλική βάση της οργάνωσης της εργασίας. Το τεχνικό «είναι» καθορίζει την επαγγελματική συνείδηση. Και παρόλο που οι υποκειμενικοί παράγοντες έχουν αυτόνομο ρόλο στον προσδιορισμό της παραγωγικότητας της εργασίας, οι ίδιοι καθορίζονται πάνω απ’ όλα από την αντικειμενική πραγματικότητα (από την κατάσταση του «νεκρού» μέρους των παραγωγικών δυνάμεων). Επιπλέον, αυτοί οι αντικειμενικοί παράγοντες, αυτή η λειτουργία του νεκρού μέρους της βιομηχανικής διαδικασίας, συνθέτει τα δύο τρίτα ή τα τρία τέταρτα της παραγωγικότητας της εργασίας.

Αν το κήρυγμα στους εργάτες είναι οι εκκλήσεις για σκληρότερη εργασία και άσκηση «αυτοπειθαρχίας», ως πρωταρχικά καθήκοντα, τότε αυτό είναι επιζήμιο, διότι συνεπάγεται τη μηχανοποίηση του προλεταριάτου, ενός προλεταριάτου του οποίου το σημαντικότερο καθήκον τώρα, ωστόσο, είναι να χρησιμοποιήσει όλες τις ζωτικές, κοινωνικές και οργανωτικές18 δυνάμεις του. Τέτοιες εκκλήσεις και κηρύγματα αποσπούν την προσοχή από το πιο σημαντικό ζήτημα, δηλαδή την οργάνωση των καθοριστικών παραγόντων της παραγωγικότητας της εργασίας.

 

3

Αλλά τι στοιχεία αυτής της οργάνωσης βρίσκουμε σήμερα; Γραφειοκρατικές παρελκυστικές τακτικές, διατάγματα που δεν λένε τίποτα, πολλαπλασιασμός των επιτρόπων με πλήρεις έκτακτες εξουσίες, σπατάλες χωρίς δημοσιονομικούς ελέγχους από τη μια πλευρά, και αχαλίνωτη απληστία και ένα σύστημα τυπικής εξαπάτησης όσον αφορά την παραχώρηση μέσων. Και τι χρειαζόμαστε; Ζωτική και οργανωτική εποικοδομητική εργασία, που κατευθύνεται και εμπνέεται από το προλεταριάτο και διαπνέεται από το αναζωογονητικό πνεύμα του σοσιαλισμού. Αυτό το πνεύμα είναι απαραίτητο στις επαρχίες, στα εργοστάσια (οργάνωση της διοίκησης των επιχειρήσεων) και στα κεντρικά όργανα (οργάνωση των επιτροπών καθοδήγησης). Πρέπει επίσης να απλοποιήσουμε και να ρυθμίσουμε τη χρηματοδότηση, και αυτό μπορεί να επιτευχθεί ακολουθώντας δύο δρόμους: ο ένας οδηγεί σίγουρα προς την εθνικοποίηση των τραπεζών και ο άλλος, εξίσου ξεκάθαρα, οδηγεί προς την εθνικοποίηση της βιομηχανίας. Τέλος, θα χρειαστεί ένα σχέδιο εργασίας για την οικονομία, ένα σχέδιο που πρέπει να εφαρμοστεί αποφασιστικά και συνειδητά σύμφωνα με έναν καθορισμένο στόχο.

Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα συνίσταται στην οργάνωση ενός πολλαπλά αρθρωμένου δικτύου ρυθμιστικών θεσμών – σε απλή γλώσσα, ένα δίκτυο τοπικών σοβιέτ, κυρίως περιφερειακών σοβιέτ, τα οποία πρέπει να είναι υπεύθυνα για τη δημιουργία στην περιοχή τους μεγάλων δικτύων μικρών οργανώσεων που πηγάζουν από αυτά ως τμήματα.

Το ανώτατο οικονομικό συμβούλιο αποτέλεσε στο παρελθόν στόχο μιας σκληρής και συστηματικής εκστρατείας διώξεων από έναν τομέα συντρόφων του κόμματος, οι οποίοι, εφιστώντας την προσοχή στην ελλιπή οργάνωση αυτών των συμβουλίων και την ανικανότητά τους, επιτέθηκαν σε αυτή τη μορφή οργάνωσης. Και πριν από λίγο καιρό, ο σύντροφος Λάτσις, ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του καθηγητή της «γενικής επιστήμης της οργάνωσης», στην Izvestia CiK ζήτησε τον περιορισμό των δικαιωμάτων του ανώτατου οικονομικού συμβουλίου, προκειμένου να αποκατασταθούν στις διάφορες αρχές οι ξεχωριστές οικονομικές λειτουργίες τους, οι οποίες προηγουμένως είχαν υποστεί μια προσπάθεια συγκέντρωσής τους στο ανώτατο οικονομικό συμβούλιο.

Βεβαίως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι, στα τέλη Ιανουαρίου, αυτό το ανώτατο οικονομικό συμβούλιο ήταν πολύ κακοσχεδιασμένο, γεγονός που επιδεινώθηκε περαιτέρω με την αποχώρηση ορισμένων από τα σημαντικότερα μέλη του. Υπήρχαν, επιπλέον, τοπικές αιτίες αποδιοργάνωσης, και γι’ αυτό η κατάσταση ήταν τότε ιδιαίτερα δυσχερής. Αλλά η κύρια αιτία της αδυναμίας του συνίστατο στο γεγονός ότι το συμβούλιο είναι αποσυνδεδεμένο από τις επαρχίες, δεν διαθέτει τοπικούς θεσμούς και, επιπλέον, δεν αποκεντρώνει εργασίες του στις τελευταίες.

Ήταν (και εξακολουθεί να είναι) μια αμιγώς ελιτίστικη επαγγελματική κλίκα: σε αυτήν συμμετέχουν οι εκπρόσωποι των διαφόρων κεντρικών επιτροπών των πανρωσικών συνδικάτων, δηλαδή η συνδικαλιστική γραφειοκρατία που είχε αναδειχθεί από την προηγούμενη ταξική της θέση στις κατώτερες θέσεις και οι εκπρόσωποι των αρχών. Δεν υπάρχει όμως καμία εκπροσώπηση των τοπικών οικονομικών οργανώσεων, καμία εσωτερική οργάνωση και δεν υπάρχουν κανενός είδους οδηγίες για τη δημιουργία τους. Και ως αποτέλεσμα αυτών των ελλείψεων, το ανώτατο οικονομικό συμβούλιο μένει να αιωρείται στον αέρα, απομονωμένο από τις τοπικές δυνάμεις και ανάγκες, και ως εκ τούτου μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε μια γραφειοκρατία των ευνοούμενων και όσων έχουν διασυνδέσεις.

Τα περιφερειακά σοβιέτ δεν είναι καθόλου έτσι. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τους δοθεί κάποια κατεύθυνση (η οποία ουσιαστικά δίνεται με την αποστολή ενός εκπαιδευτή από το κέντρο), και από εκείνη ακριβώς τη στιγμή αρχίζει η εργασία σε μια ομάδα με ένα μεγάλο δίκτυο τοπικών οργανώσεων, και επίσης αρχίζει ταυτόχρονα να εκτελεί ζωτικά και πολύ συγκεκριμένα καθήκοντα. Ως παράδειγμα μπορεί να χρησιμεύσει το σοβιέτ της περιφέρειας του Χάρκοβο, το οποίο εν τω μεταξύ καταστράφηκε από τη γερμανική εισβολή, στο οποίο, μέσα σε ένα μήνα, μετά το περιφερειακό συνέδριο που ήταν αφιερωμένο στην εκπαίδευση, συνεργάστηκε με δεκαοκτώ τοπικά σοβιέτ και το έργο του εκτελέστηκε με σοβαρό και σωστό τρόπο.

Η οργάνωση του σοβιέτ του Χάρκοβο θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για τη δημιουργία παρόμοιων θεσμών και γι’ αυτό θα θέλαμε να την περιγράψουμε εν συντομία. Πάνω απ’ όλα, ο μηχανισμός του σοβιέτ περιλαμβάνει, μετά από μια ορισμένη τροποποίηση, όχι μόνο τα ειδικά όργανα και τις επιτροπές που ασχολούνται με τη ρύθμιση της οικονομίας, αλλά και όλες τις «οικονομικές» αρχές μιας περιφέρειας. Οι περιφερειακοί κομισάριοι που είναι υπεύθυνοι για την προμήθεια τροφίμων, την κυκλοφορία, τα οικονομικά συμβούλια, τα οικονομικά και την εργασία, είναι επίσης αναγκαστικά οι εκπρόσωποι του αντίστοιχου τμήματος του σοβιέτ. Τα εξαρτημένα όργανα του τελευταίου περιλαμβάνουν τον τεχνικό μηχανισμό των τμημάτων. Ο εκπρόσωπος που είναι υπεύθυνος για το σύνολο της οικονομίας του σοβιέτ είναι ο περιφερειακός κομισάριος για την οικονομία, ο οποίος διευθύνει επίσης το «γενικό» τμήμα του σοβιέτ, δηλαδή το τμήμα σχεδιασμού και γενικής πολιτικής.

Με τον τρόπο αυτό, όλοι οι θεσμοί που ρυθμίζουν την οικονομία συγκεντρώνονται σε ένα σημείο και επιτυγχάνεται έτσι πλήρης ενότητα όσον αφορά την οργάνωση της οικονομίας. Δεν χρειάζεται να τονίσουμε πόσο σημαντικό είναι αυτό.

Εκτός από το «γενικό» τμήμα, μεταξύ των τμημάτων που είναι επίσης επιτροπές [κομισαριάτα] και μεταξύ ορισμένων που ήταν ταυτόχρονα δύο άλλες επιτροπές [άλλα κομισαριάτα], υπάρχουν επίσης τρία τμήματα με κοινά καθήκοντα: τεχνικό προσωπικό˙ στατιστικές, οικονομικά και επιθεώρηση˙ και νομικές υποθέσεις. Στο σοβιέτ ανήκει επίσης μια σειρά από τμήματα παραγωγής: το τμήμα για τον άνθρακα, για τα ορυχεία σιδήρου, για το αλάτι, για τα χημικά, για τη μεταλλουργία κ.λπ. Η σύνθεση αυτών των τμημάτων είναι κατά δύο τρίτα ειδικευμένοι εργάτες από κάθε τομέα παραγωγής και κατά ένα τρίτο μηχανικοί. Αυτοί οι εργάτες και υπάλληλοι εκλέγονται από το περιφερειακό συνέδριο των συνδικάτων και την επιτροπή έργων19 και αποτελούν στο σύνολό τους την ολομέλεια του σοβιέτ. Οι πρόεδροι των τμημάτων παραγωγής εκλέγονται από την ολομέλεια. Η κοινή συνεδρίαση των εκπροσώπων όλων των τμημάτων αποτελεί το προεδρείο του σοβιέτ, το οποίο κατευθύνει με πολύ άμεσο τρόπο ολόκληρη την οικονομία της περιφέρειας. Αυτό το Προεδρείο ενώνει έτσι όλους τους κομισάριους της «οικονομίας» και όλους τους ηγέτες των διαφόρων τομέων παραγωγής.

Έτσι, τα σοβιέτ είναι υποχρεωμένα, και στην πραγματικότητα είναι αδύνατο να κάνουν οτιδήποτε άλλο, να εκτελούν αποτελεσματικά τα καθήκοντά τους και να συγκροτούν μια δημιουργική και γενική οργανωτική δύναμη για το σύνολο των επιτροπών και των ομάδων από τις οποίες αποτελούνται. Και αυτό συμβαίνει εξαιτίας των ακόλουθων λόγων: 1) Συγκεντρώνουν στα χέρια τους όλη την εργασία για την οικοδόμηση της οικονομίας. 2) Παραμένουν σε άμεση επαφή με την πράξη και δρουν σύμφωνα με τις τοπικές πραγματικότητες μέσω των παραγωγικών συμβουλίων και των εργατών κάθε επαγγέλματος και των μηχανικών (οι οποίοι με τη σειρά τους είναι επίσης μέλη των συνδικάτων). 3) Οργανώνονται σύμφωνα με τις αρχές του καθαρά «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» και της συλλογικής διαχείρισης και όχι σύμφωνα με τις αρχές του γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού (δηλαδή [σύμφωνα με τις αρχές] του συγκεντρωτισμού που βασίζεται στα συνδικάτα, τα οποία εκλέγουν τους πυρήνες από τις οργανώσεις του κατώτερου επιπέδου και όχι από τις οργανώσεις ανώτερου επιπέδου).

Τα Σοβιέτ αυτού του είδους πρέπει να δημιουργήσουν (και αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα τώρα) μια καλή οργάνωση των ειδικών: μια στατιστική οργάνωση των βιομηχανιών για την προετοιμασία των προϋπολογισμών όσον αφορά το κόστος, τις θέσεις και το χρονοδιάγραμμα της συνεργασίας τους με το κεντρικό όργανο, την κατανομή των προϊόντων, την τεχνική οργάνωση της παραγωγής κ.λπ.

Μόνο όταν δημιουργηθούν τέτοιοι θεσμοί στους σημαντικούς τομείς της Σοβιετικής Ρωσίας που παραμένουν ακόμη άθικτοι, μόνο όταν επιτραπεί σε αυτούς τους θεσμούς να αναλάβουν τις δικές τους πρωτοβουλίες, μόνο όταν το ανώτατο οικονομικό συμβούλιο εκλεγεί από τα συνέδρια αυτών των θεσμών και τα μέλη των ολομελειών τους εκλεγούν από σώματα που αποτελούνται τουλάχιστον κατά δύο τρίτα από εκπροσώπους της τοπικής εργατικής τάξης, μόνο τότε θα αρχίσουν να εξαφανίζονται οι σημερινές αδυναμίες των κατευθυντήριων θεσμών μας. Τότε το ανώτατο οικονομικό συμβούλιο δεν θα αιωρείται πλέον στον αέρα, θα ενωθεί με τις τοπικές οργανώσεις, παύοντας να είναι μια κλειστή κλίκα. Τότε δεν θα αναλώνεται πια σε ασήμαντες λεπτομέρειες. Το έργο του θα συνίσταται στη σύνταξη γενικών κατευθύνσεων, γενικών σχεδίων παραγωγής, προτάσεων σχετικά με το κόστος και τις παραγγελίες, και θα στερηθεί σε μεγάλο βαθμό την εξουσία του να κάνει κουμάντο. Κατά συνέπεια, οι εργαζόμενοι θα αρχίσουν να παρατηρούν πόσο η τάξη και η οργάνωση κάνουν την εμφάνισή τους, πόσο λογικές είναι οι αποφάσεις των κεντρικών οργάνων. Ο «αυτονομισμός» και ο «συνδικαλισμός» θα εξαφανιστούν και οι δύο, καθώς ευδοκιμούν σε ένα περιβάλλον κατάρρευσης των οργανωτικών δικτύων και ως αποτέλεσμα της πικρής εμπειρίας τόσων πολλών αιτημάτων που πετάχτηκαν στο καλάθι των αχρήστων στα ανώτερα γραφεία της γραφειοκρατίας.

Το αποτέλεσμα θα είναι, να μην υπάρχουν πια άνετες θέσεις εργασίας σε ένα κλειστό σύστημα σοσιαλιστικής ρύθμισης της οικονομίας και να μην υπάρχουν πλέον εξουσίες διανομής για ορισμένες ανεξάρτητες (και επομένως γραφειοκρατικές) «αρχές». Αντίθετα, η οικοδόμηση του συστήματος από κάτω προς τα πάνω και η ανάθεση καθηκόντων από πάνω προς τα κάτω.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονίσουμε ότι όλο αυτό το σύστημα μπορεί να εφαρμοστεί με σαφή τρόπο μόνο εάν οι τράπεζες και η βιομηχανία εθνικοποιηθούν με επιθετικό τρόπο. Μόνο μια πολιτική σχεδιασμένη με αυτούς τους όρους μας δίνει την ευκαιρία: 1) να απαλλαγούμε από το οργανωτικό κουβάρι των επιτροπών εργατικού ελέγχου, οι οποίες δεν προσφέρουν καμία απολύτως δυνατότητα στην οργάνωση της διεύθυνσης των βιομηχανιών σε ένα τοπικό επίπεδο ούτε χρησιμεύουν με κανένα τρόπο στην προετοιμασία ενιαίων προϋπολογισμών κόστους και σχεδίων20, 2) να απαλλαγούμε από τις διπλές μεθόδους χρηματοδότησης, οι οποίες οδηγούν σε σύγχυση στα σοβιέτ, 3) να απομακρυνθούμε περισσότερο από τις εντελώς περιττές καπιταλιστικές μορφές, μορφές «συγκάλυψης» που εμποδίζουν τη γόνιμη εργασία, και μορφές παραχώρησης δανείων με ανταλλάγματα, ενεχυρίασης εμπορευμάτων κ.λπ., 4) να αποτρέψουμε τα δυο παραπάνω και τη σύγχυση, μέσω της καταγραφής των εμπορευμάτων, της τεχνικής οργάνωσης κ.λπ.

 

4

Το σύστημα των οικονομικών συμβουλίων πρέπει να ριζώσει σε μια σωστά οργανωμένη εργοστασιακή διοίκηση. Μόλις είπαμε ότι αυτό προϋποθέτει την πλήρη εθνικοποίηση (ή, πιο σωστά, την κοινωνικοποίηση) της παραγωγής. Όλες οι μεγάλες βιομηχανίες πρέπει να εθνικοποιηθούν. Όλες οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, ανάλογα με τις τοπικές σχέσεις και τη γνώμη των οικονομικών συμβουλίων, πρέπει είτε να «εκχωρηθούν» στις μεγάλες επιχειρήσεις και να διοικούνται από τα αντίστοιχα διοικητικά όργανα είτε όλες τους να συγχωνευθούν σε μεγαλύτερες μονάδες, ώστε να διασφαλιστεί η σωστή διαχείριση της παραγωγής, των εκτιμήσεων παραγωγής, του προγραμματισμού, της διανομής και του ελέγχου. Στην τελευταία περίπτωση τα κέρδη της επιχείρησης περιορίζονται, εισάγονται αυστηροί έλεγχοι μέσω των συνδικάτων και των οικονομικών συμβουλίων και η διοίκηση μπορεί να λάβει πίστωση μόνο υπό τον όρο ότι όλα τα εμπορεύματα προσφέρονται ως εγγύηση.

Η διαχείριση των κοινωνικοποιημένων εργοστασίων πρέπει να οργανωθεί σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές: 1) Η εργατική τάξη κατέχει την οριστική πλειοψηφία στη διοίκηση κάθε βιομηχανίας, οριστική όχι σε σχέση με τους καπιταλιστές αλλά σε σχέση με το εργοστάσιο[;], και το ίδιο ισχύει και με τους υπαλλήλους. 2) Οι εργαζόμενοι των εργοστασίων δεν μπορούν να έχουν την πλειοψηφία στη διοίκηση του δικού τους εργοστασίου, αφού ο ιδιοκτήτης της βιομηχανίας είναι η εργατική τάξη στο σύνολό της. Επομένως, προκύπτει ότι ενώ τα δύο τρίτα της διοίκησης πρέπει να αποτελούνται από εκπροσώπους της εργατικής τάξης, το πολύ το ήμισυ των εκπροσώπων αυτών, ωστόσο, πρέπει να είναι εργαζόμενοι του συγκεκριμένου εργοστασίου. Το άλλο μισό θα αποτελείται από κοινού από εκπροσώπους των οικονομικών συμβουλίων της περιφέρειας (ή της περιφερειακής κυβέρνησης), των σοβιέτ των εργατικών αντιπροσώπων και των συνδικάτων. 3) Οι τεχνικοί, και γενικότερα οι υπάλληλοι των εργοστασίων, πρέπει όχι μόνο να συνεργάζονται στη διοίκηση των εργοστασίων, αλλά και να διαθέτουν αυτονομία στις «εκτελεστικές» τους λειτουργίες (οι οποίες διαχωρίζονται από τις «νομοθετικές» και τις διοικητικές λειτουργίες) σε σημαντικό βαθμό. Οι τεχνικοί και οι εμπορικοί διευθυντές πρέπει να αναγνωρίζονται από τους διευθυντές των επιχειρήσεων και να επιβεβαιώνονται από τα οικονομικά συμβούλια της περιφέρειας, χωρίς την έγκριση των οποίων δεν μπορεί να απολυθεί ένας μηχανικός ή ένας λογιστής. Είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση των λογιστικών υπηρεσιών, η διεύθυνση του εργοστασίου μπορεί να τους κάνει υποδείξεις και γενικά να καθοδηγεί τη δραστηριότητά τους, αλλά την άμεση εξουσία πάνω τους έχουν μόνο η διεύθυνση του βιομηχανικού κλάδου και το περιφερειακό σοβιέτ· καθώς και οι δύο οργανώσεις των εργαζομένων είναι υπεύθυνες γι’ αυτούς, πρέπει να στηρίζουν τους εργαζόμενους και να τους καθοδηγούν. Αυτό πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε οι μηχανικοί να συνηθίσουν να συνεργάζονται και να εισαχθεί η τάξη στην εργασιακή διαδικασία, μια τάξη που να είναι εγγυημένη, επιπλέον, όσον αφορά τυχόν καταχρήσεις εκ μέρους των μηχανικών και του υπαλληλικού προσωπικού. 4) Οι οδηγίες της βιομηχανίας πρέπει να διαθέτουν αρκετή αυτονομία, αλλά παρ’ όλα αυτά πρέπει να υπάγονται αυστηρά στο οικονομικό συμβούλιο της περιφέρειας, το οποίο εγκρίνει τα σχέδια παραγωγής και τις προτάσεις προϋπολογισμού που καταρτίζονται από το προσωπικό της βιομηχανίας και είναι επίσης υπεύθυνο να διασφαλίζει ότι η διοίκηση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων ενεργεί στο πλαίσιο των σωστών σχεδιασμών.

Είναι ακόμη απαραίτητοι οι κομισάριοι στα εργοστάσια; Όσοι σύντροφοι τείνουν υπέρ της «αυστηρής πειθαρχίας» πιστεύουν ότι ένας κομισάριος είναι απαραίτητος και ότι χωρίς την έγκρισή του καμία απόφαση δεν μπορεί να είναι έγκυρη. Εμείς όμως δεν πιστεύουμε ότι αυτό είναι απαραίτητο. Ο διορισμός ενός ειδικού εκπροσώπου του οικονομικού συμβουλίου της περιφέρειας με τα προνόμια της ατομικής απόφασης είναι δυνατός κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου, αλλά όχι απαραίτητος. Είναι απαραίτητο μόνο σε εκείνα τα εργοστάσια όπου η εργατική τάξη είναι εξαιρετικά καθυστερημένη. Και ακόμη και εκεί, αυτό που είναι πραγματικά απαραίτητο είναι ένας εκπαιδευτής, αλλά όχι ένας πρόεδρος ή ένας κομισάριος. «Η απελευθέρωση του εργάτη είναι υπόθεση του ίδιου του εργάτη», και αν το προλεταριάτο δεν είναι σε θέση να απελευθερωθεί και να εγκαθιδρύσει τη δική του τάξη, κανένας κομισάριος δεν μπορεί να το κάνει αυτό γι’ αυτό.

 

5

Λίγες σελίδες πριν αναφερθήκαμε σε μια κριτική αυτού του σχεδίου, μια κριτική που στρέφεται κατά της βάσης αυτού του σχεδίου που βασίζεται στην πλήρη εθνικοποίηση της παραγωγής. Η κριτική αυτή συνίσταται στον ισχυρισμό ότι από οικονομικής άποψης το σχέδιο αυτό είναι αδύνατο λόγω έλλειψης μέσων για την υλοποίησή του.

Αλλά ποια μέσα είναι αυτά που αναφέρονται εδώ; Είναι απαραίτητα χρήματα (είτε με τη μορφή τραπεζικών επιταγών, είτε με τη μορφή λογιστικού χρήματος είτε με τη μορφή χρυσού είτε με τη μορφή νομίσματος), με τη νομισματική μορφή κεφαλαίου ή με τη μορφή υλικών μέσων παραγωγής και καταναλωτικών αγαθών, για την πλήρη υλοποίηση του σχεδίου;

Εάν μιλάμε για τραπεζικά σχέδια, πρέπει να πούμε ότι μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (και σωστά, ακόμη και πριν), σχεδόν όλοι οι νομισματικοί διακανονισμοί που έγιναν από την ιδιωτική βιομηχανία (πάνω από όλα οι μισθοί των εργαζομένων) έγιναν με τη βοήθεια χρηματοδότησης (δάνεια, κ.λπ.) από την κρατική τράπεζα, ή με τη βοήθεια προκαταβολών από διάφορα κρατικά ιδρύματα. Αυτό είναι ένα αποδεδειγμένο γεγονός, αναγνωρισμένο από όλους όσοι είναι εξοικειωμένοι με τέτοια θέματα. Όσον αφορά αυτό το ζήτημα, τίποτα δεν θα αλλάξει με τη μεταβίβαση των βιομηχανιών στα χέρια του κράτους. Το μόνο πράγμα που θα αλλάξει είναι ότι τα κωλύματα που κάποτε εμπόδιζαν την κυκλοφορία του κοινωνικού κεφαλαίου θα εξαφανιστούν.

Αν μιλάμε για κεφάλαιο με τη μορφή χρυσού, του οποίου το ποσό είναι πάντα σημαντικά μεγαλύτερο από τις πληρωμές του τρεχούμενου λογαριασμού (αφού ένα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου που προορίζεται για την παραγωγή και που προκύπτει από την παραγωγή παίρνει τη μορφή υπολοίπου λογαριασμών και δεν παίρνει τη μορφή χρυσού ή των διαφορετικών μορφών των επιταγών που εκδίδονται από διάφορες τράπεζες), τότε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το κράτος μπορεί να εισαγάγει το σύστημα των τρεχούμενων λογαριασμών και της εκκαθάρισης των λογιστικών λογαριασμών μεταξύ των βιομηχανιών του και θα είναι έτσι σε θέση να εξοφλήσει την πίστωση των καπιταλιστικών τραπεζών. Σήμερα, ως αποτέλεσμα της αποσύνθεσης της αστικής πίστωσης (μετά την εθνικοποίηση των τραπεζών), καθώς και της πτώσης του νομίσματος, σχεδόν όλες οι συναλλαγές πραγματοποιούνται σε μεγάλο βαθμό επί πιστώσει. Η πιθανή διαχείριση της εθνικοποιημένης οικονομίας θα είναι πραγματικά εκπληκτική σε μέγεθος και θα προωθηθεί σαφώς μέσω των πράξεων των κρατικών ταμείων, αν υποθέσουμε ότι θα συνεχιστούν οι προκαταβολές για τα μέσα παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι με τη δημιουργία ενός κεντρικού λογιστηρίου (στη βάση των ήδη υπαρχουσών καπιταλιστικών τραπεζών) και με την οργάνωση ενός μηχανισμού διανομής που θα επιστρέφει το πλεόνασμα των απούλητων εμπορευμάτων στη χώρα και θα εξασφαλίζει έτσι την πώλησή τους,21 η έλλειψη λογιστικού χρήματος και τυπωμένων τραπεζικών επιταγών θα αμβλυνθεί και η εθνικοποιημένη βιομηχανία θα αρχίσει αμέσως να παράγει η ίδια το κεφάλαιό της σε νομισματική μορφή.

Αν, τέλος, αυτό για το οποίο μιλάμε είναι τα υλικά μέσα παραγωγής και τα καταναλωτικά αγαθά, τότε πρέπει να πούμε ότι αν αυτά τα αγαθά είναι σπάνια, είναι επίσης σπάνια για τους καπιταλιστές, οι οποίοι δεν μπορούν να τα δημιουργήσουν από το τίποτα. Αν μπορούμε να εισάγουμε λίγες μηχανές και λίγες πρώτες ύλες από ξένες χώρες, αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ύπαρξη της ιδιωτικής οικονομίας. Επιπλέον, είναι πολύ σημαντικό να αναρωτηθούμε αν, εν μέσω μιας γενικής μείωσης της παραγωγικότητας (που πλήττει ακόμη και την Αμερική), η οποία επηρεάζει φυσικά και τα μέσα επικοινωνίας, είναι δυνατόν να προμηθευτούμε όλα όσα είναι απαραίτητα από το εξωτερικό για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Και αν αυτό ήταν ακόμα δυνατό, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη όλα όσα είπαμε παραπάνω, τότε δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα να προμηθευτούμε αυτά που χρειαζόμαστε από τους Αμερικανούς καπιταλιστές, πληρώνοντάς τους, φυσικά, μια καλή τιμή.

Δύο ερωτήματα μπορούν να τεθούν σε σχέση με όλα όσα μόλις είπαμε. Το πρώτο ερώτημα είναι: δεχόμαστε ότι η καπιταλιστική πίστωση αντικαθίσταται από την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων μεταξύ των βιομηχανιών. Αυτό σημαίνει ότι θα μάθουμε πώς να τα οργανώνουμε; Δεν θα ήταν καλύτερα να επιστρέψουμε στις πρακτικές της καπιταλιστικής οργάνωσης και να αποεθνικοποιήσουμε τις τράπεζες; Σε αυτό απαντάμε: το έργο που πρέπει να επιτελέσουμε είναι τρομακτικό, αλλά είναι καθήκον μας να εκπληρώσουμε τα δύσκολα καθήκοντα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αντί να κάνουμε μια γρήγορη και βολική στροφή προς τον καπιταλισμό. Γιατί η αποεθνικοποίηση των τραπεζών είναι ένα αποφασιστικό βήμα προς την επιστροφή στον καπιταλισμό, η οποία θα παρέδιδε στην αστική τάξη όλες τις εξουσίες για την παραγωγή και όλη την εξουσία της πάνω στην οικονομία. Επιπλέον, καθώς το σαμποτάζ φτάνει στο τέλος του, οι τράπεζες αναδιοργανώνονται και απελευθερώνονται από όλες τις λειτουργίες που προσανατολίζονται στη διατήρηση της αξίας του πλασματικού κεφαλαίου και του νομίσματος των πλασματικών αξιών· ο μηχανισμός των ιδιωτικών τραπεζών αποτελεί ένα θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί με συγκεντρωτικό τρόπο μια συνολική οικονομική λογοδοσία.

Η δεύτερη ένσταση που θα μπορούσε να διατυπωθεί είναι η εξής: όλα αυτά ακούγονται πολύ καλά, αλλά το πρόβλημα δεν συνίσταται τόσο στην οργάνωση ενός μηχανισμού παραγωγής και κοινωνικής ανταλλαγής, όσο στο κατά πόσον ένα τέτοιο σύστημα θα καλύψει τα λειτουργικά του έξοδα. Επί του παρόντος, το κράτος στηρίζει στην πραγματικότητα όλη τη βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού τομέα της βιομηχανίας. Αν όμως το κράτος έπαιρνε άμεσα όλη τη βιομηχανία στα χέρια του, τότε η βοήθεια που θα έπρεπε να δώσει θα ήταν πολύ μεγαλύτερη, γιατί 1) οι εργαζόμενοι θα χρειαστούν υψηλότερους μισθούς για να εγγυηθούν το καθεστώς της σωστής λειτουργίας της. 2) Η «ιδιωτική πρωτοβουλία» του επιχειρηματία, το «ιδιωτικό οικονομικό συμφέρον», θα λάβει τέλος – το συμφέρον που προηγουμένως τον οδηγούσε να εξισορροπεί τουλάχιστον τα έσοδα με τα έξοδα.

Σε αυτό πρέπει να απαντήσουμε: πρώτα απ’ όλα, δεν έχει αποδειχθεί καθόλου ότι οι εργαζόμενοι θα έχουν περισσότερες ανάγκες στην εθνικοποιημένη βιομηχανία απ’ ό,τι στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό θα ήταν πιο αναμενόμενο, αντίθετα, στον ιδιωτικό τομέα· δεύτερον, πρέπει να πούμε ότι μια αύξηση των πραγματικών μισθών είναι ελάχιστα πιθανή, επειδή η εργατική τάξη έχει ήδη γενικά φτάσει σε ένα φυσιολογικό επίπεδο όσον αφορά την οικονομική της κατάσταση. Τρίτον, λέμε ότι ένα υψηλότερο επίπεδο οργανωτικής ικανότητας της εργατικής τάξης, που θα επιτευχθεί με την εθνικοποίηση, έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την απλή αύξηση των μισθών και του βιοτικού επιπέδου, και ότι επιπλέον θα τείνει να αυξήσει την εμπιστοσύνη του προλεταριάτου στο σοσιαλιστικό σύστημα και τη δύναμή του ως τάξη. Τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι οι εργαζόμενοι στις εθνικοποιημένες βιομηχανίες (ιδίως οι εργαζόμενοι του Νότου) περιμένουν υπομονετικά μια ευκαιρία να συμβάλουν στην αντιστάθμιση των μειώσεων των μισθών τους, θυσιάζοντας τα δικά τους υλικά συμφέροντα υπέρ της ασφάλειας της υπεροχής τους ως τάξης, ακόμη και όταν αυτό τους προκαλεί δυσκολίες όσον αφορά τα προς το ζην. Αυτή η αυτοπεποίθηση δεν έχει ακόμη εξαντληθεί πλήρως και θα συνεχίσει να ενισχύεται με την επίκληση της ταξικής της πρωτοβουλίας και με την εθνικοποίηση.

Όσον αφορά το κίνητρο πίσω από την «ιδιωτική πρωτοβουλία του επιχειρηματία», αυτό που καθιστά τις επιχειρηματικές ευκαιρίες που οδηγούν στο κέρδος το κύριο κίνητρο είναι η εκμετάλλευση του εργαζομένου. Ο τελευταίος είναι το θήραμα των ιδιοκτητών. Η εθνικοποίηση, η οποία έχει σα συνέπεια όλα τα πλεονεκτήματα της σοσιαλιστικής συγκέντρωσης της παραγωγής, του εφοδιασμού και της διανομής, την ίδια στιγμή που διευκολύνει την έναρξη μιας πραγματικής οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας, πρέπει να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας και των βιομηχανικών τομέων και να αντισταθμίσει με επιτυχία τα διαχειριστικά πλεονεκτήματα των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Για να καλυφθούν τα έξοδα μιας κοινωνικοποιημένης βιομηχανίας από τα έσοδά της, δεν αρκεί η πλήρης εθνικοποίηση των τραπεζών και η κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας. Είναι εξίσου απαραίτητο η κυκλοφορία του κεφαλαίου-εμπορεύματος να προχωράει άμεσα και ομαλά μέσω του κράτους και η ανταλλαγή να γίνεται μέσα στην κοινωνία, πάνω απ’ όλα η ανταλλαγή μεταξύ του κράτους και των αγροτικών περιοχών. Εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το μεγάλο καθήκον της δημιουργίας ενός κατάλληλου τεχνικού μηχανισμού που θα λειτουργεί σωστά, ενός μηχανισμού που θα διαχειρίζονται από κοινού τα τοπικά οικονομικά συμβούλια και οι κοινοτικοί θεσμοί που είναι υπεύθυνοι για την αγορά και την πώληση. Σε αυτό το διαχειριστικό έργο μέχρι σήμερα, έχουν γίνει μόνο τα πιο στοιχειώδη βήματα.

Το ζήτημα των τιμών είναι υψίστης σημασίας. Αν δεχτούμε το λογιστικό σύστημα της κοινωνικοποιημένης βιομηχανίας που βασίζεται στα εμπορεύματα ή στο χρήμα, η κάλυψη των δαπανών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την περίπτωση από την αποδοχή αυτών των τιμών, σύμφωνα με τις οποίες θα διεξάγεται η ανταλλαγή μεταξύ των εμπορευμάτων της πόλης και των πρώτων υλών και των δημητριακών της υπαίθρου. Εδώ είναι επίσης απαραίτητο να εγκαταλειφθούν οι παλιές σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ αυτών των εμπορευμάτων (που επικρατούσαν πριν από τον πόλεμο). Οι σταθερές τιμές πρέπει να αναθεωρηθούν και να συστηματοποιηθούν. Για να αναγκαστούν οι κουλάκοι των αγροτικών περιοχών να βάλουν τέλος στην κερδοσκοπία τους με τα αγροτικά προϊόντα, στην οποία επιδίδονται εις βάρος της διαδικασίας αναπαραγωγής και της δυσαναλογίας μεταξύ βιομηχανίας και γεωργίας (η οποία είναι η ίδια προϊόν του πολέμου), πρέπει να διεξαχθεί στην ύπαιθρο ένας ενιαίος αγώνας των φτωχών ενάντια στους πλούσιους και, ακόμη πιο σημαντικό, ο λαός πρέπει πραγματικά να εφοδιαστεί με εμπορεύματα για να ξεπεραστεί αυτή η ανώμαλη κατάσταση.

 

6

Ο ισχυρισμός ότι η εθνικοποιημένη βιομηχανία στερείται μέσων είναι αληθής. Υπάρχει έλλειψη μέσων παραγωγής σε υλική μορφή, όπως αντικατοπτρίζεται εν μέρει με την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση.

Μεταξύ της παραγωγής πρώτων υλών και καταναλωτικών αγαθών, από τη μια πλευρά, και της παραγωγής βιομηχανικών αγαθών, από την άλλη, υπάρχει μια σοβαρή δυσαναλογία, η οποία συνδέεται με την έλλειψη παραγωγής γενικά. Ως αποτέλεσμα της καταστροφής της γεωργίας (με βάση την έλλειψη εργατικού δυναμικού, το οποίο είχε επιστρατευτεί στο στρατό, και επίσης με βάση την έλλειψη μηχανημάτων, σιδήρου και καρφιών, αντί των οποίων η βιομηχανία παρήγαγε σφαίρες, πυροβολικό και τεχνικό υλικό για τον πόλεμο), η απόδοση του εδάφους και της επιφάνειας του κράτους έχει μειωθεί και οι βιομηχανικές καλλιέργειες έχουν αντικατασταθεί εν μέρει από δημητριακά. Η παραγωγή της βιομηχανίας πρώτων υλών έχει επίσης υποχωρήσει για τους ίδιους λόγους. Από την άλλη πλευρά, σε συνδυασμό με την έλλειψη πρώτων υλών, μέσων εργασίας και εργατικής δύναμης, η βιομηχανία έχει περικόψει την παραγωγή της, και ως αποτέλεσμα της υποβάθμισης του δικτύου μεταφορών έχει παρεμποδιστεί η κοινωνική αναπαραγωγή στο σύνολό της.

Κατά συνέπεια, ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου και τα πρώτα στάδια της αποστράτευσης της βιομηχανίας και του στρατού, όχι μόνο μειώθηκε η προσφορά γεωργικών και βιομηχανικών πρώτων υλών και προμηθειών για τις ανάγκες της βιομηχανίας, αλλά και η προσφορά εμπορευμάτων που παράγονται στις πόλεις για την εθνική αγορά (ακόμη και στο πλαίσιο της παλιάς ανταλλακτικής αξίας) δεν κάλυψε τις κανονικές ανάγκες της χώρας για αυτά τα απαραίτητα αγαθά. Η οικονομική κρίση της βιομηχανίας, επαναλαμβάνουμε, αντανακλά εν μέρει αυτά τα δύο προβλήματα, και το πρώτο από αυτά γίνεται πραγματικά οξύ. Η βιομηχανία δεν βαδίζει σε καλούς δρόμους: 1) επειδή οι τιμές των αγαθών που παράγουν οι αγρότες έχουν αυξηθεί ως συνέπεια της μείωσης της παραγωγής τους, και 2) επειδή η παραγωγικότητα της βιομηχανίας έχει μειωθεί και δεν έχει ακόμη επανέλθει στο προπολεμικό της επίπεδο.

Προκειμένου να ξεπεραστεί αυτή η κληρονομιά που μας κληροδότησαν ο Νικόλαος και ο Κερένσκι, η οποία εξακολουθεί να επιδεινώνεται από το σαμποτάζ της διανόησης, είναι απαραίτητο, εκτός από τα προαναφερθέντα οργανωτικά μέτρα, να πραγματοποιηθεί μια πραγματική αξιοποίηση των υλικών μέσων παραγωγής που διαθέτει η χώρα. Ένα οικονομικό-τεχνικό σχέδιο εργασίας είναι απαραίτητο και πρέπει να εφαρμοστεί γρήγορα και με αποφασιστικότητα. Υπάρχουν λίγα αποθέματα μέσων παραγωγής και καταναλωτικών αγαθών και ακόμη λιγότερα αποθέματα αγαθών που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία των μηχανημάτων στα εργοστάσια και σε κάθε είδους εργασία. Γι’ αυτό πρέπει να προωθήσουμε πάνω απ’ όλα εκείνους τους τομείς της παραγωγής, των οποίων ο πλήρης κορεσμός θα αύξανε γρήγορα τον εφοδιασμό της χώρας με μέσα παραγωγής. Σε γενικές γραμμές, πρέπει να ενισχύσουμε εκείνους τους τομείς που παράγουν μέσα παραγωγής ή που προμηθεύουν τις πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για αυτούς τους παραγωγικούς τομείς, καθώς και εκείνους τους τομείς των οποίων τα προϊόντα θα συμβάλουν στην «εξαγωγή» από την ύπαιθρο προϊόντων της αγροτικής οικονομίας.

Πάνω απ’ όλα, πρέπει να προωθηθεί με κάθε δυνατό μέσο η «βαριά βιομηχανία», η οποία παράγει τα βασικά υλικά για την κατασκευή μηχανών και μέσων παραγωγής. Οι βιομηχανίες άνθρακα, εξόρυξης, σιδήρου και χάλυβα και οι κατασκευαστικές βιομηχανίες (παραγωγή τσιμέντου και τούβλων) είναι από τις πιο σημαντικές. Οι βιομηχανίες που κατασκευάζουν μηχανές, ατμομηχανές και σιδηροδρομικό υλικό απαιτούν επίσης ιδιαίτερη προσοχή και μάλιστα της πιο επείγουσας μορφής. Άφθονες και γενναιόδωρες προμήθειες υλικών χρειάζεται επίσης η βιομηχανία που παράγει σιδηροτροχιές για τους σιδηροδρόμους, ιδίως εκείνους που μεταφέρουν τον άνθρακα εκεί όπου χρειάζεται για την τήξη των μεταλλικών μεταλλευμάτων και εκείνους που διευκολύνουν τη μεταφορά πρώτων υλών και δημητριακών από την αγροτική οικονομία στις πόλεις. Οι βιομηχανίες που φροντίζουν για τον εφοδιασμό των ανθρώπων με μέσα παραγωγής (μηχανές, μέταλλα, λιπάσματα) αξίζουν επίσης μεγαλύτερη οικονομική στήριξη. Όλοι εκείνοι οι τομείς της βιομηχανίας που καθιστούν δυνατή την απόκτηση προϊόντων από το λαό πρέπει επίσης να αναπτυχθούν περαιτέρω, όπου έχουν συσσωρευτεί μεγάλες ποσότητες προμηθειών και αποθεμάτων που προορίζονται για ορισμένους βιομηχανικούς τομείς και περιμένουν την αποστολή τους. Και οι διάφορες πτυχές της αγροτικής οικονομίας πρέπει επίσης να αναπτυχθούν.

Για την υλοποίηση όλων αυτών των προτάσεων απαιτείται ένα σχέδιο εργασίας. Όχι αφηρημένες και ιδεαλιστικές γενικότητες για την «αναζωογόνηση της χώρας» ή λεπτομερείς εκθέσεις από κάποιο γραφείο που θα επιχειρήσει να εξαντλήσει όλα τα μέσα και τις δυνατότητες. Αντιθέτως, αυτό που χρειάζεται είναι ένα σχέδιο εργασίας που θα περιγράφει το γενικό περίγραμμα της κατάστασης, αλλά με σαφώς συγκεκριμένο τρόπο, και το σχέδιο αυτό θα αφορά: 1) τις δυνατότητες εφαρμογής του· 2) τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν· 3) την αναγκαία χωροχρονική κατανομή αυτών των μέσων· και 4) τη σωστή σχέση μεταξύ της εφαρμογής τους μεταξύ των διαφόρων τομέων της βιομηχανίας (εάν λείπουν τα μέσα, τότε τα μέτρα αυτά δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη στιγμή σε δυσανάλογα μεγάλες ποσότητες, γεγονός που θα οδηγούσε σε μια κατάσταση κατά την οποία ένα μέρος τους δεν θα χρησιμοποιούνταν· επιπλέον, το θεμελιώδες καθήκον συνίσταται στην αποκατάσταση της αναλογικότητας μεταξύ των διαφόρων τομέων της παραγωγής).

Τόσο το ίδιο το σχέδιο όσο και η υλοποίησή του πρέπει να βασίζονται στην αρχή ότι οι ισχυρότεροι τομείς της οικονομίας πρέπει να λαμβάνουν όλα τα μέσα που χρειάζονται σε όποιες ποσότητες απαιτούνται. Αυτό ισχύει τόσο για τα υλικά όσο και για τα οικονομικά μέσα. Μέχρι τώρα, τα μέσα που διανέμονταν ήταν γενικά σπάνια μέσα και για κάθε τομέα της κοινωνικοποιημένης οικονομίας επικρατούσε η αρχή της υποκατανάλωσης, η οποία επηρέαζε όλους τους άλλους τομείς της οικονομίας σε ίσο βαθμό. Πρέπει να ξεφύγουμε ριζικά από αυτή την αρχή για να αρχίσουμε να διακρίνουμε μεταξύ των τομέων της παραγωγής που αποτελούν τους τομείς ύψιστης προτεραιότητας και των τομέων που είναι δευτερεύουσας σημασίας, και αυτή η διάκριση πρέπει να εφαρμοστεί σχολαστικά. Ακριβώς όπως ο εργαζόμενος σε μια πόλη αποκτά μεγαλύτερη ποσότητα μέσων διαβίωσης από τον μη εργαζόμενο κάτοικο της πόλης αυτής, έτσι και οι σημαντικότεροι τομείς παραγωγής πρέπει να έχουν την υψηλότερη προτεραιότητα όσον αφορά τη διανομή των μέσων.

Αυτό θα οδηγήσει φυσικά στην περαιτέρω επιδείνωση της «υποκατανάλωσης» των άλλων τομέων και ίσως ακόμη και στην παρακμή των τομέων «δεύτερης τάξης». Αλλά αυτό το ρίσκο πρέπει να αναληφθεί, αν πρόκειται να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των εργατών και να χρησιμοποιηθούν οι δυνάμεις τους σύμφωνα με ένα σχέδιο. Αυτή τη στιγμή περίπου το ήμισυ του συνόλου του βιομηχανικού δυναμικού είναι σε μεγάλο βαθμό αδρανοποιημένο. Αυτές οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις θα ήταν πιο ορθολογικά οργανωμένες με βάση ένα λογικό και αποτελεσματικό σχέδιο, και οι μερίδες των αγαθών διαβίωσης θα διανέμονταν πιο αποτελεσματικά απευθείας στους άνεργους εργάτες, όταν η οικονομία δεν θα επιβαρυνόταν με την επιδότηση βιομηχανιών που είναι σε μεγάλο βαθμό άχρηστες και που αντλούν από την παραγωγή άλλων τομέων παραγωγής. Η αναζωογόνηση και η επέκταση των ισχυρών τομέων, καθώς και η ενίσχυση των θεμελίων τους, θα αυξήσουν τη ζήτηση εργατικής δύναμης και θα συμβάλουν στο να μπει τέλος στην επιβλαβή επίδραση της αδρανούς κατάστασης πολλών εργαζομένων. Τέλος, η προγραμματισμένη αναζωογόνηση των πιο σημαντικών τομέων θα εμπλέξει πολύ γρήγορα ολόκληρη τη βιομηχανία και ολόκληρη την εργατική τάξη σε μια νέα ζωή.

Για εμάς, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού και των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής είναι εγγενώς συνδεδεμένη με την οικονομοτεχνική οικοδόμηση, με την ανασυγκρότηση των κατεστραμμένων βιομηχανιών μας. Φαίνεται ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί ο σοσιαλισμός, γιατί η σοσιαλιστική επανάσταση απορρέει από την καταστροφή της καπιταλιστικής οικονομίας που προκάλεσε η κρίση του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Και για το λόγο αυτό το καθήκον που έχουμε θέσει στους εαυτούς μας είναι διπλά δύσκολο. Η «οργανική εργασία» είναι απαραίτητη. Αλλά αυτή η οργανική εργασία δεν μπορεί και δεν πρέπει ποτέ να εμπνέεται από τη νοοτροπία του καταστηματάρχη της μικροαστικής τάξης. Με την οικοδόμηση της βιομηχανίας πρέπει να δημιουργήσουμε εμείς οι ίδιοι μια νέα κοινωνική τάξη και να παραμερίσουμε την παλιά. Ενώ σταθεροποιούμε το έδαφος κάτω από τα πόδια του προλεταριάτου, πρέπει πάντα να είμαστε έτοιμοι να κινητοποιήσουμε τις δυνάμεις μας και να τις μετατοπίσουμε από το έδαφος της οργανικής εργασίας στο έδαφος του ένοπλου αγώνα, σύμφωνα με την έννοια του διεθνούς εξεγερμένου προλεταριάτου.

Η «οργανική εργασία» δεν μπορεί να είναι οποιοδήποτε είδος εργασίας που θα διεκδικούσε την αυτάρκεια. Υπό τις σημερινές συνθήκες αυτή η εργασία είναι, πάνω απ’ όλα, ένα μέσο για την εδραίωση της ρωσικής και της διεθνούς επανάστασης. Μόνο μετά την πλήρη νίκη του προλεταριάτου, σε διεθνή κλίμακα, το πρωταρχικό καθήκον θα είναι τότε η υλική οικοδόμηση της ζωής.

 

 

Μετάφραση: e la libertà

Αρχική δημοσίευση:

N. Osinsky, «O stroitelstve sotsializma», Kommunist. Ezenedel’nyi zurnal ekonomiki, politiki i obsenstvennosti. Organ Moskovskago Oblastnogo Byuro RKP (bol’sevikov) [Κομμουνιστής. Εβδομαδιαίο περιοδικό για οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Όργανο του περιφερειακού γραφείου Μόσχας του ΚΚΡ(μπ).], τεύχος 1, 20 Απριλίου 1918, σσ. 5-11 – τεύχος 2, Απρίλιος 1918.

Η ελληνική μετάφραση έγινε από τα αγγλικά:

Nikolai Osinsky, «On the Construction of Socialism», libcom.org., 14 Αυγούστου 2014, https://libcom.org/library/construction-socialism-nikolai-osinsky-valerian-v-obolensky. Αναδημοσίευση: Marxist Internet Archive, 2021, https://www.marxists.org/archive/osinsky/1918/construction-socialism.htm

Μεταφράστηκε στα αγγλικά τον Αύγουστο του 2014 από την ισπανική μετάφραση του βιβλίου των Kool y Oberländer:

Frits Kool y Erwin Oberländer (επιμέλεια), Documentos de la revolución mundial. I. Democracía de trabajadores o dictadura de partido, Μαδρίτη, 1971, σελ. 81-114. Μετάφραση στα ισπανικά από τα γερμανικά: Carlos Díaz, Zero-Zyx.

Το γερμανικό πρωτότυπο:

Frits Kool und Erwin Oberländer (επιμέλεια), Arbeiterdemokratie oder Parteidiktatur, Walter-Verlag, Ζυρίχη, 1968.

Μια άλλη μετάφραση στα αγγλικά, μόνο του πρώτου μέρους του άρθρου του Οσίνσκι:

«N. Ossinsky’s Critique of State Capitalism in Russia», libcom.org., 8 Σεπτεμβρίου 2017, https://libcom.org/blog/n-ossinsky-s-critique-state-capitalism-russia-08092017

Στα ελληνικά, ένα μικρό και αποσπασματικό μέρος του άρθρου του Οσίνσκι υπάρχει στο: Ερνέστ Μαντέλ (επιμέλεια), Εργατικός έλεγχος, εργατικά συμβούλια, αυτοδιαχείριση, Καστανιώτης, Αθήνα 1975, σσ. 166-170 (μετάφραση: Κώστας Νικολόπουλος.). Ηλεκτρονική αναδημοσίευση: Νικολάι Οσίνσκι, «Για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού», e la libertà, 19 Σεπτεμβρίου 2017, https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/3487-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%BF%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D

Σημειώσεις

* Για τις διαπραγματεύσεις στο Μπρεστ-Λιτόφσκ και τις συζητήσεις μέσα στο μπολσεβίκικο κόμμα, η καλύτερη παρουσίαση στα ελληνικά είναι στο: Τόνυ Κλιφ, Τρότσκι, 2. 1917-1923. Το ξίφος της επανάστασης, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2010, μετάφραση Λέανδρος Μπόλαρης, σσ. 45-74. Χρήσιμα επίσης και τα: Victor Serge, Έτος Ένα της Ρωσικής Επανάστασης, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2017, μετάφραση Παρασκευάς Ψάνης, σσ. 223-279. Λέον Τρότσκι, Η ζωή μου, μέρος Β΄, Αλήθεια, Αθήνα 1981, μετάφραση Μαρία-Λουίζα Κωνσταντινίδη, σσ. 7-36. Λέον Τρότσκι, Ο Λένιν, Θεωρία, Αθήνα 1983 (επανέκδοση), μετάφραση Πέτρος Πικρός, σσ. 93-106. Giusepp Boffa (επιμ.), Οι Μπολσεβίκοι στην Οκτωβριανή Επανάσταση, Εξάντας, Αθήνα 1975, μετάφραση Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, σσ. 265-354.

** Βλ. σχετικά: Ε. Χ. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, 1917-1923, τόμος 2, Υποδομή, Αθήνα 1978, μετάφραση Πάνος Γκαργκάνας, Φοίβος Αρβανίτης, σσ. 110-137 και 143-156. Τόνι Κλιφ, Λένιν 1917-1923. Πολιορκημένη Επανάσταση, Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 2000, σσ. 87-100. Σαρλ Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, 1η περίοδος. 1917-1923, Κέδρος, 1974, μετάφραση Κώστας Μαλεβός, σσ. 145-160 και 371-375 (η χοντροκομμένη και αφελής ΜΛ οπτική του συγγραφέα περιορίζει την όποια αξία του βιβλίου). Πολύ σημαντικό για το θέμα που διαπραγματεύεται είναι το: Maurice Brinton, Οι Μπολσεβίκοι και ο εργατικός έλεγχος. Το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών 1917-21, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1977, μετάφραση Θέμης Μιχαήλ, σσ. 90-128 (ο μάλλον εμπαθής αντιμπολσεβικισμός του συγγραφέα δεν μειώνει καθόλου τη σημασία του βιβλίου).

1 Ν. Osinsky, «O stroitelstve sotsializma», in Kommunist. Ezenedel’nyi zurnal ekonomiki, politiki i obsenstvennosti. Organ Moskovskago Oblastnogo Byuro RKP (bol’sevikov) [Το περιοδικό αυτό ήταν ένα θεωρητικό όργανο της λεγόμενης κομμουνιστικής αριστεράς, το οποίο η τελευταία είχε εκδοσεί με την υποστήριξη της Περιφερειακής Επιτροπής της Μόσχας, στην οποία κυριαρχούσε, «για να δώσει μεγαλύτερη απήχηση στις εκστρατείες της κατά της εσωτερικής πολιτικής του Λένιν». Εκδότες και κύριοι συνεργάτες του ήταν οι Μπουχάριν, Οσίνσκι, Ράντεκ και Σμιρνόφ. Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1918, εκδόθηκαν συνολικά τέσσερα τεύχη. Βλέπε R. V. Daniels, The Conscience of the Revolution, Simon and Schuster, Νέα Υόρκη, 1969, σ. 85.]

2 Αυτή η πολεμική με τον Λένιν ήταν πολύ έντονη. Αυτό που συνοψίζει ο Οσίνσκι σε αυτό το πρώτο τμήμα του κειμένου του είναι το δόγμα του Λένιν, δηλαδή η εσωτερική ενίσχυση της Ρωσίας και ο συγκεντρωτισμός, καθώς και η ad hoc συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, προκειμένου να αποφύγει να αντιμετωπίσει τις χιτλερικές [sic] δυνάμεις τόσο σύντομα μετά τη Ρωσική Επανάσταση του 1917. Ο Λένιν υποστήριζε ότι ήταν προτιμότερο να υπογραφεί μια συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία, ακόμη και αν αυτό σήμαινε την άρνηση επίθεσης στον γερμανικό ιμπεριαλισμό και την παράδοση στον τελευταίο, επιπλέον, εδαφών στη βορειοδυτική Ρωσία, επειδή αυτή η ταπείνωση ήταν προτιμότερη από την εμπλοκή σε έναν νέο πόλεμο και τη διακινδύνευση των επαναστατικών κατακτήσεων της Ρωσίας του 1917. Ο Οσίνσκι αντιτάχθηκε σε αυτή τη θέση και υποστήριξε μια αντίθετη πολιτική (όπως εκτίθεται στις επόμενες ενότητες), που ήταν φιλελευθεροποίηση ή διεθνισμός. [Σημείωση του Ισπανού Μεταφραστή.]

3 Όλα αυτά τα συνθήματα και οι αρχές, καθώς και το πρόγραμμα που απορρέει από αυτά, υποτίθεται ότι είχαν διατυπωθεί στις θέσεις του συντρόφου Λένιν, τις οποίες υποσχέθηκε να δημοσιεύσει το συντομότερο δυνατό μετά από μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 4 Απριλίου μεταξύ των ηγετικών μελών της Κεντρικής Επιτροπής και μιας ομάδας αριστερών κομμουνιστών. Γιατί αυτές οι θέσεις δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί; [(Σ.τ.Μ.:) Οι θέσεις του Λένιν δημοσιεύτηκαν τελικά στις 28 Απριλίου 1918 στην εφημερίδα Ιζβέστια, με τον τίτλο: «Τα τρέχοντα καθήκοντα της Σοβιετικής Εξουσίας», όπως αναφέρει ο Καρ, «αφού πρώτα εγκρίθηκαν από την κεντρική επιτροπή, πράγμα που αποτελούσε ασυνήθιστα επίσημη διαδικασία.» Ε. Χ. Καρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης 1917-1923, τόμος 2, σσ. 123, 124. Στα ελληνικά το άρθρο με τίτλο «Τα άμεσα καθήκοντα της Σοβιετικής Εξουσίας» στο: Λένιν, Άπαντα, τόμος 36, σσ. 165-208].

4 Το σύστημα Τέιλορ: επινοήθηκε από τον Αμερικανό μηχανικό F. W. Taylor (1856-1915) με βάση την ακριβή καταμέτρηση του χρόνου που απαιτείται για κάθε χειρονομία που χρειάζεται για κάθε συγκεκριμένη εργασία στο χώρο εργασίας.

5 Ο Οσίνσκι αναφέρεται στην ειρηνευτική συνθήκη που συνήφθη με τις Κεντρικές Δυνάμεις στις 3 Μαρτίου 1918 στο Μπρεστ-Λιτόφσκ, στην οποία οι αριστεροί κομμουνιστές αντιτάχθηκαν μέχρι τη στιγμή που υπογράφηκε.

6 Ο Αταμάνος των Κοζάκων του Ντον, Α. Μ. Καλέντιν (1861-1920), τον Ιανουάριο του 1918, ανακήρυξε την ανεξάρτητη Δημοκρατία του Ντον, η οποία, ωστόσο, διήρκεσε μόνο μερικές εβδομάδες.

7 Το Ζέμστβο ήταν ένα είδος ειδικής τοπικής αυτοδιοίκησης που χαρακτηριζόταν από αυτόνομη και εταιρική διοίκηση και εισήχθη στη Ρωσία την 1η Ιανουαρίου 1864. Βλ. Victor Leontovitch, History of Liberalism in Russia, Φρανκφούρτη, 1957.

8 [Σ.τ.Μ.:] Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 1ος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2002, σελ. 551. Διατηρούμε τον όρο «εξουσία» της ελληνικής μετάφρασης του Κεφαλαίου.

9 Γνωρίζουμε «από καλές πηγές» ότι τα παραδείγματα που έχουμε αναφέρει δεν είναι απλά προϊόντα της φαντασίας μας, αλλά αντιστοιχούν σε πραγματικά σχέδια που έχουν συζητηθεί στα αρμόδια όργανα. Στο παρελθόν (όταν γράφτηκε για πρώτη φορά αυτό το κείμενο), τα εν λόγω σχέδια είχαν μπει στο ράφι στην αρχική τους μορφή. Και η απόφαση να τεθεί ο σοσιαλισμός υπό τη διαχείριση των οργανωτών των τραστ έχει επίσης «μαραθεί στ’ αμπέλι» για να μην προκαλέσει αντιδράσεις. Αλλά αυτό δεν αλλάζει την κατάσταση. Θα αναλύσουμε τη συνολική πορεία της πολιτικής στην πιο ευδιάκριτη εκδήλωσή της. Τα σχέδια αυτά μπορεί να αναδυθούν και πάλι ανά πάσα στιγμή. Οι δηλώσεις του «κομμουνιστή» Γκουκόφσκι καταδεικνύουν ότι οι ιδέες του Σμάιλς [Smiles] ακολουθούνται εκτενώς στον στίβο της οικονομικής πολιτικής και ότι είναι κυρίαρχες. (Βλέπε σημείωση 13, παρακάτω).

10 Τα μέλη του «Συνταγματικού Δημοκρατικού» Κόμματος.

11 «Tezisy o Tekuscem momente», που δημοσιεύθηκε στο ίδιο τεύχος του Κομμουνίστ, μαζί με αυτό το άρθρο, σελ. 4-9. [(Σ.τ.Μ.:) στα αγγλικά: «Theses on the Current Situation», libcom.org, 28 Αυγούστου 2016, https://libcom.org/library/theses-left-communists-russia-1918. Αναδημοσίευση: Marxist Internet Archive, 2021, https://www.marxists.org/history/ussr/publications/kommunist/april01/theses.htm].

12 Αυτό υποδηλώνεται με την παράδοση μέρους των μετοχών στους κορυφαίους τραπεζίτες και άλλους όρους αυτού του είδους.

13 Ο Μεστσέρσκι [Meshchersky] ήταν διάσημος μεγιστάνας του σιδήρου και του χάλυβα. Τον Μάρτιο του 1918 υπέβαλε πρόταση στην κυβέρνηση των Μπολσεβίκων να σχηματίσει και να ελέγξει, μαζί με άλλους μεγιστάνες, το τραστ της βιομηχανίας των εργατών μετάλλου στη βάση του πενήντα-πενήντα. Η πρόταση αυτή και η θερμή υποδοχή της από την κυβέρνηση προκάλεσαν τη σφοδρή αντίδραση των αριστερών κομμουνιστών. Βλ. Edward Hallett Carr, The Bolshevik Revolution 1917-1923, τόμος ΙΙ, Λονδίνο, 1952, σσ. 88-89 [(Σ.τ.Μ.:) Ε. Χ. Καρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης 1917-1923, τόμος 2, σσ. 122, 123 σημ. 161, σελ. 125 σημ. 167 και σελ. 126. Όπως αναφέρει ο Καρ, «η απόφαση αποδοχής της πρότασης του Μεστσερέσκι πάρθηκε με πλειοψηφία μόνο μιας ψήφου, σε συνεδρίαση του προεδρείου της Βεσενκά “μαζί με ορισμένα μέλη του Σοβναρκόμ”», σελ. 123 σημ. 161. Τελικά η πρόταση του Μεστσερέσκι απορρίφθηκε, ίσως επειδή αποκαλύφθηκε ότι «η πλειοψηφία των μετοχών του ομίλου Μεστσερέσκυ είχε περάσει σε γερμανικά χέρια», Καρ, σελ. 126].

14 Ο Samuel Smiles (1812-1902), ήταν Σκωτσέζος δημοσιογράφος και επενδυτής.

15 Προς το παρόν αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει εκείνους που είναι υπεύθυνοι για αυτόν τον «νέο προσανατολισμό» είναι η καθαρά οικονομική πτυχή του συστήματος Τέιλορ, παρά οι θετικές και οργανωτικές του πτυχές.

16 Χρησιμοποιούμε πάντα τη λέξη «πρεντπριβάτιε» (επιχείρηση) για να προσδιορίσουμε μια μονάδα παραγωγής (εργοστάσιο, βιομηχανικό συγκρότημα, ορυχείο κ.λπ.). Και χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη επειδή δεν υπάρχει καμία ρωσική λέξη που να αντιστοιχεί στη γερμανική λέξη «Betrieb», η οποία αναφέρεται αποκλειστικά σε μια τεχνική μονάδα παραγωγής και δεν έχει το ευρύτερο πεδίο εφαρμογής της καπιταλιστικής «επιχείρησης».

17 «Η εφημερίδα της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής» και «Η εφημερίδα του Σοβιέτ των Εργατικών Αντιπροσώπων της Μόσχας».

18 Έχει ενδιαφέρον, σε σχέση με αυτό το σημείο, να σημειωθεί ότι όπου αυτές οι ζωτικές δυνάμεις διαρρηγνύουν το κέλυφος της υλικής και οργανωτικής αταξίας, η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται από μόνη της και επιτυγχάνεται «αυτοπειθαρχία», χωρίς διατάγματα. Στο βιομηχανικό συγκρότημα Γκάρτμαν, στο Λουγκάνσκ, όπου το τοπικό οικονομικό συμβούλιο οργανώθηκε γρήγορα και αποτελεσματικά, όπου οι μηχανικοί συνεργάστηκαν με τους εργάτες, όπου οι τελευταίοι διδάχτηκαν να κατανοήσουν (μετά από απίστευτες προσπάθειες) την ανάγκη υλικών για παραγωγικότητα, η διαχείριση της εργασιακής διαδικασίας σε αυτό το εθνικοποιημένο εργοστασιακό συγκρότημα πέτυχε τον Μάρτιο παραγωγή δεκατριών μηχανών, σε σύγκριση με τις τρεις μηχανές το μήνα που ήταν ο μέσος όρος του προηγούμενου φθινοπώρου.

19 Αργότερα προτάθηκε να εκλεγεί η ολομέλεια του συνεδρίου από τα οικονομικά συμβούλια κάθε τομέα (συμπεριλαμβανομένων φυσικά των εκπροσώπων των συνδικάτων).

20 Οι επιτροπές ελέγχου αποτελούν στην εποχή της απόλυτης επικράτησης της εργατικής τάξης ένα κατάλοιπο που δεν ενθαρρύνει την ανάπτυξη της προσωπικής και οργανωτικής πρωτοβουλίας του προλεταριάτου, αλλά μάλλον την εμποδίζει. Το μόνο που θα μείνει από τις σημερινές μας επιτροπές ελέγχου θα είναι οι λειτουργίες επιθεώρησης που ασκούνται από αυτές τις επιτροπές ελέγχου. Οι εργάτες των εργοστασίων πρέπει να συμμετέχουν άμεσα στις λειτουργίες αυτών των επιτροπών (αλλά δεν πρέπει να έχουν την πλειοψηφία στις ηγετικές επιτροπές των επιχειρήσεων).

21 Στην περιοχή της Μόσχας υπάρχουν επί του παρόντος περισσότερα από 700 εκατομμύρια ρούβλια υφάσματα αποθηκευμένα σε αποθήκες εν αναμονή αποστολής, τα οποία μέχρι τώρα δεν μπορούσαν να διανεμηθούν από τα υφιστάμενα δίκτυα διανομής.

Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2021 00:41

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.