Κώστας Κούσιαντας
Παντελής Αυθίνος
Το POUM και η Επανάσταση του ‘36 στην Ισπανία
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία εισαγωγή (ή έναν επίλογο) στις τρεις προηγούμενες αναρτήσεις στο e la libertà: το άρθρο του Pierre Broué, «Ο Τρότσκι και η Ισπανική Επανάσταση», το άρθρο του Andy Durgan «Ο Τρότσκι και το POUM», και το κείμενο του Andrés Nin, «Οι Ημέρες Του Μάη Στη Βαρκελώνη» (εισήγηση προς την ΚΕ του POUM).
Τέτοιες μέρες, ακριβώς πριν από 80 χρόνια, στην Ισπανία εξελισσόταν ένας από τους αγριότερους εμφύλιους πολέμους ανάμεσα στις ακροδεξιές/φασιστικές στρατιωτικές δυνάμεις του Φράνκο και στις δημοκρατικές δυνάμεις, όπως συνήθως χαρακτηρίζεται η άλλη πλευρά. Ο χαρακτηρισμός δημοκρατικές δυνάμεις είναι οπωσδήποτε ανακριβής, ακόμα και παραπλανητικός. Γιατί ενάντια στο πραξικόπημα του στρατηγού Φράνκο τον Ιούλιο του 1936 δεν αντέδρασαν οι οργανωμένες δυνάμεις και ο μηχανισμός της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αλλά μια αυθόρμητη εργατική επανάσταση, η οποία παρέσυρε στη δυναμική της τεράστιους αριθμούς απλών στρατιωτών και τους φτωχούς αγρότες, την πλειοψηφία δηλαδή του αγροτικού πληθυσμού, καθώς και την πλειοψηφία των φτωχών λαϊκών στρωμάτων των πόλεων.
Η Ισπανία βρισκόταν σε κατάσταση επαναστατικού αναβρασμού ήδη από το 1931, με την πτώση της μοναρχίας. Μέσα σ’ αυτές τις επαναστατικές συνθήκες στάθηκε δυνατή η εκλογική επιτυχία του Λαϊκού Μετώπου της Ισπανίας, την κυβέρνηση του οποίου προσπάθησε να ανατρέψει η στρατηγός Φράνκο, εκφράζοντας με την ενέργειά του αυτή την πολιτική βούληση ολόκληρου του αστικού κόσμου: του συνόλου της αστικής τάξης αλλά και των εύπορων κοινωνικών στρωμάτων, των δεξιών «κοινοβουλευτικών» κομμάτων, του στρατού, της αστυνομίας, της εκκλησίας.
Το Λαϊκό Μέτωπο, πριν και μετά την εκλογική του νίκη, είχε εφαρμόσει μια πολιτική καθησυχασμού του αστικού κόσμου και, ταυτόχρονα, περιορισμού των διεκδικήσεων των λαϊκών μαζών που το είχαν στηρίξει, όμως αυτές οι λαϊκές μάζες ερμήνευσαν τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου ως μια ευκαιρία για να διεκδικήσουν με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και πιο οργανωμένα, μια ουσιαστική βελτίωση των άθλιων οικονομικών και πολιτικών συνθηκών διαβίωσής τους. Ο βασικός εχθρός του πραξικοπήματος του Φράνκο ήταν λοιπόν αυτές οι λαϊκές μάζες, τις οποίες κατέσφαζε στις περιοχές που καταλάμβανε.
Η επανάσταση ενάντια στο πραξικόπημα, διαμόρφωσε τη δυνατότητα για να ξεκινήσουν άμεσα να οργανώνουν οι ίδιες οι λαϊκές μάζες, όχι μόνο την άμυνά τους ενάντια στους πραξικοπηματίες, αλλά και τον τρόπο λειτουργίας της παραγωγής και της κοινωνίας. Δομές αυτοοργάνωσης και κολεκτίβες ξεπήδησαν, ταυτόχρονα με την κινητοποίηση για την αποτροπή του πραξικοπήματος, στα εργοστάσια, τους χώρους δουλειάς και τις γειτονιές. Στην ύπαιθρο συντελέστηκε το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα πείραμα κολεκτιβοποίησης, από τους ίδιους τους αγρότες, οι οποίοι καταλάμβαναν τα κτήματα των γαιοκτημόνων και της εκκλησίας και τα μετέτρεπαν σε συλλογικές ιδιοκτησίες.
Μέσα σε λίγες ώρες από την εκδήλωση του πραξικοπήματος του Φράνκο, έγινε σαφές ότι η μόνη δύναμη που μπορούσε να το αποτρέψει, ήταν η κοινωνική επανάσταση.
Για τις πολιτικές δυνάμεις όμως του Λαϊκού Μετώπου, αυτή η προοπτική υπερέβαινε τα όρια της δικής τους πολιτικής προοπτικής. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κομουνιστικό Κόμμα και οι Ρεπουμπλικάνοι (οι βασικές πολιτικές δυνάμεις της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου) συμφωνούσαν σε κάποια βασικά σημεία: στην Ισπανία δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να γίνει αντικαπιταλιστική επανάσταση, επειδή οι «αντικειμενικές» συνθήκες δεν ήταν ώριμες, δηλαδή, η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν είχε φτάσει στα επίπεδα που θα επέτρεπαν προσπάθειες κοινωνικού μετασχηματισμού. Ο στόχος του Λαϊκού Μετώπου (για τα δύο αριστερά κόμματα) ήταν να διαμορφώσει αυτές τις συνθήκες, ξεκαθαρίζοντας την κοινωνία από πραγματικά ή φανταστικά προκαπιταλιστικά εμπόδια, αλλά και περιορίζοντας τις διεκδικήσεις των εργατών και των αγροτών μέσα σε εκείνα τα πλαίσια, που δεν θα δημιουργούσαν προβλήματα στην επιδιωκόμενη καπιταλιστική ανάπτυξη και επίσης, δεν θα κλόνιζαν την -φανταστική κι αυτή- υποστήριξη της αστικής τάξης (ή τμημάτων της) στην κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Ως εκ τούτου λοιπόν, μέσα σε αυτό που χαρακτηρίζεται συχνά ως στρατόπεδο των δημοκρατικών δυνάμεων, άρχισε αμέσως να εκδηλώνεται μία αντιπαράθεση, η οποία ένα χρόνο αργότερα πήρε τη μορφή της ένοπλης σύγκρουσης, ανάμεσα στις αυτοοργανωμένες λαϊκές μάζες και τις κατασταλτικές δυνάμεις του αστικοδημοκρατικού κράτους, αναδιοργανωμένες από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου.
Η συντριβή της επαναστατικής δυναμικής και η καταστολή του εργατικού επαναστατικού κινήματος από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, την οποία υποστήριζαν οι δύο εργατικές ομοσπονδίες στις οποίες ήταν οργανωμένη η μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης (CNT και UGT), οδήγησε τελικά και στη στρατιωτική συντριβή των αντιφασιστικών δυνάμεων.

Το κοινωνικό βάθος της ισπανικής επανάστασης είναι πολύ μεγαλύτερο από κάθε άλλη επαναστατική εμπειρία – πιθανόν, από ορισμένες απόψεις, ακόμα κι αν συγκριθεί με την Οκτωβριανή Επανάσταση (ο ίδιος ο Τρότσκι το αναγνωρίζει αυτό). Ας σκεφτούμε μόνο την περίπτωση των αγροτών. Η ισπανική επανάσταση αρχίζει με την αγροτική κολεκτιβοποίηση, από τους ίδιους τους αγρότες, ενώ μια από τις αιτίες της συντριβής της είναι η αναχαίτιση (ή και καταστολή) της αγροτικής κολεκτιβοποίησης (και κάθε μορφής αυτοοργάνωσης) από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Αντίθετα, το μεγαλύτερο πρόβλημα για την εδραίωση της ρωσικής επανάστασης ήταν η αδυναμία της αγροτικής κολεκτιβοποίησης, ενώ η σταλινική αντεπαναστατική διαδικασία στη Ρωσία εξελίσσεται παράλληλα με την βίαιη κολεκτιβοποίηση.
Εξίσου σημαντικές είναι οι επιπτώσεις των δύο επαναστάσεων σε διεθνές επίπεδο: η ρωσική επανάσταση κλείνει με την επιτυχία της τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η αποτυχία της Ισπανικής Επανάστασης συνιστά ταυτόχρονα την άτυπη έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.
Εντούτοις, κάποια στοιχεία της ισπανικής επανάστασης την καθιστούν μοναδικής σημασίας και όσον αφορά σε συμπεράσματα και διδάγματα χρήσιμα για το δικό μας πολιτικό παρόν.
Στην Ισπανία στις αρχές της δεκαετίας ‘30, υπάρχουν σε πλήρη ανάπτυξη και δυναμική όλα τα ρεύματα του εργατικού κινήματος που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη από την εποχή του Μαρξ: υπάρχουν οι αναρχοσυνδικαλιστές της CNT και της FAI, με απευθείας καταγωγή από την Πρώτη Διεθνή. Υπάρχει ένα από τα πιο ριζοσπαστικά και μαζικά κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς, το PSOE. Υπάρχει βέβαια το PCE (Κομουνιστικό Κόμμα) της Τρίτης Διεθνούς, αλλά και τα κόμματα που προέκυψαν ως αντιπολίτευση μέσα στη Τρίτη Διεθνή, πριν εκδιωχθούν απ’ τους σταλινικούς: υπάρχει η ICE, μια μαζική επαναστατική οργάνωση που συνδέεται με τη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση (του Τρότσκι), αλλά και το BOC, μια πολύ πιο μαζική οργάνωση, που συνδεόταν με μια άλλη διεθνή αντιπολιτευτική τάση και η οποία υποστήριζε τις θέσεις του Μπουχάριν. Οι δύο τελευταίες ενοποιήθηκαν το 1935 δημιουργώντας το POUM, ένα κόμμα το οποίο συναγωνιζόταν σε επιρροή το PCE σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά το ξεπερνούσε στον αριθμό των οργανωμένων εργατών στην Καταλονία, τη βιομηχανική περιοχή δηλαδή της Ισπανίας.
Στην πραγματικότητα το POUM αποτελούσε μια πρωτότυπη για την εποχή εκείνη προσπάθεια συγκρότησης επαναστατικού κόμματος, συνενώνοντας τα τμήματα των αριστερών αντιπολιτεύσεων της Κομιντέρν στην Ισπανία.
Οι σταλινικοί το χαρακτήρισαν τροτσκιστικό και, κατά συνέπεια, το αντιμετώπισαν με τις μεθόδους που αντιμετώπισαν τα μέλη και τις ομάδες της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης (και της Τέταρτης Διεθνούς), δηλαδή με ένα όργιο συκοφαντίας και λασπολογίας αλλά και με φυσική εξόντωση. Οι ηγέτες και τα μέλη του POUM δολοφονήθηκαν με την κατηγορία της συνεργασίας με τον Φράνκο.
Και ο ίδιος όμως ο Τρότσκι εξαπέλυσε μια πολύ σκληρή κριτική εναντίον του POUM και πιο συγκεκριμένα εναντίον των ηγετών του, οι οποίοι υπήρξαν πιο πριν στενοί πολιτικοί συνεργάτες του. Για τους τροτσκιστές, σύμφωνα με τον σκληρό χαρακτηρισμό του Τρότσκι: «παρά τις προθέσεις του, το POUM ήταν, σε τελευταία ανάλυση, το κύριο εμπόδιο στο δρόμο για την οικοδόμηση ενός επαναστατικού κόμματος».
Τα δύο άρθρα που μεταφράζουμε και δημοσιεύουμε εξετάζουν λοιπόν ακριβώς αυτό το ζήτημα, τις σχέσεις του POUM και του Τρότσκι, ή μάλλον την αντιπαράθεσή τους σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα της ισπανικής επανάστασης. Το κείμενο του Αντρές Νιν (του σημαντικότερου ηγέτη του POUM) μας βοηθάει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε το ζήτημα της επανάστασης η ηγεσία του POUM.

Το πρώτο άρθρο, του Pierre Broué, συμπυκνώνει θα λέγαμε και αναπαράγει ολόκληρη την κριτική του Τρότσκι εναντίον του POUM. Ο Pierre Broué υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους ιστορικούς του εργατικού κινήματος και τροτσκιστής. Έχει επίσης γράψει ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της ιστορίας της ισπανικής επανάστασης. Ως εκ τούτου, παρουσιάζει με ιδιαίτερα διεισδυτικό τρόπο τα σημεία της κριτικής του Τρότσκι για το POUM, μια κριτική, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα μια από τις οξυδερκέστερες αναλύσεις των δυναμικών της ισπανικής επανάστασης και των προοπτικών της.
Ο Τρότσκι κατάφερε να αντιληφθεί το γενικό πλαίσιο της επαναστατικής διαδικασίας στην Ισπανία, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ‘30 και να προβλέψει με αρκετή ακρίβεια την εξέλιξή της, αναλύοντας την επενέργεια των πολιτικών δυναμικών (των πολιτικών κομμάτων) επάνω στις κοινωνικές δυναμικές. Παρ’ όλο που ασχολήθηκε με την Ισπανία με τρόπο πολύ πιο αποσπασματικό απ’ ό,τι για παράδειγμα με τη Γερμανία ή με τη Γαλλία αυτής της περιόδου, η ανάλυσή του, έτσι όπως διατυπώνεται σε άρθρα και επιστολές, είναι οπωσδήποτε η πληρέστερη μαρξιστική ανάλυση ή ενδεχομένως και η μοναδική μαρξιστική ανάλυση αυτής της περιόδου για την ισπανική επανάσταση.
Παρ’ όλ’ αυτά, ο Τρότσκι δεν κατάφερε να πείσει την μεγαλύτερη μάλλον οργάνωση της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης, την ισπανική ICE, να ακολουθήσει τα βήματα τακτικής που της πρότεινε από τις αρχές της συγκρότησής της. Ο Pierre Broué περιγράφει αυτές τις προσπάθειες και τις σχετικές συζητήσεις ανάμεσα στον Τρότσκι και τον βασικότερο ηγέτη της ICE, τον Αντρές (ή Αντρέου) Νιν, μέχρι τη ρήξη τους, όταν η ICE μαζί με το BOC του Χοακίν Μαουρίν ίδρυσαν το POUM. Οι συζητήσεις αυτές είναι πολύ σημαντικές, όμως ο Pierre Broué αναπαράγοντας χωρίς κριτική διάθεση τις θέσεις του Τρότσκι, εκθειάζει ταυτόχρονα και τα αδύναμα σημεία της κριτικής προς την ICE, τον Αντρές Νιν και το POUM.
Το δεύτερο άρθρο, του Andy Durgan, επικεντρώνει περισσότερο σε αυτά τη σημεία, στα οποία η κριτική του Τρότσκι απέναντι στο POUM και τον Αντρές Νιν γίνεται άδικη ή και λανθασμένη. Ο Andy Durgan, χωρίς να εγκαταλείπει τα κυριότερα στοιχεία της ανάλυσης του Τρότσκι για την ισπανική επανάσταση, εστιάζει σε εκείνες τις προτάσεις του προς τον Αντρές Νιν, οι οποίες αφορούσαν στον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να σχεδιαστεί η τακτική των επαναστατικών δυνάμεων για να μπορέσουν να συμβάλουν καθοριστικά στον ταξικό συσχετισμό. Αυτές οι προτάσεις για την τακτική που έκανε ο Τρότσκι, δεν ήταν πάντοτε ανάλογες της θεωρητικής δύναμης της ανάλυσής του για την ισπανική επανάσταση.
Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η διαπραγμάτευση αυτού του θέματος στα δύο άρθρα, θα πρέπει να προστεθούν κάποια στοιχεία για το POUM και για τον τρόπο με τον οποίο το προσέγγισε ο Τρότσκι, ο οποίος μετά τη ρήξη του με τον Αντρές Νιν, αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για ένα «κεντριστικό» κόμμα (που παραμένει δηλαδή αναποφάσιστο ανάμεσα στην επανάσταση και στο ρεφορμισμό) και ως εκ τούτου, ένα από τα εμπόδια της ισπανικής επανάστασης.

Στην προσπάθεια του Τρότσκι να κατανοήσει την πολιτική φυσιογνωμία του POUM, υπήρχε μια εγγενής θεωρητική αδυναμία, η οποία μάλιστα δεν αφορούσε μόνο την ισπανική περίπτωση αλλά κυρίως τις πολιτικές συγκρούσεις μέσα στην ΕΣΣΔ από τα μέσα της δεκαετίας του ‘20.
Μέσα στο Κομουνιστικό Κόμμα της ΕΣΣΔ είχαν διαμορφωθεί τρεις πολιτικές τάσεις: η αριστερή αντιπολίτευση του Τρότσκι, η οποία υποστήριζε μια πολιτική άμεσης εφαρμογής σοσιαλιστικών μέτρων στην οικονομία και εκδημοκρατισμό της πολιτικής ζωής· η δεξιά αντιπολίτευση του Μπουχάριν, ο οποία ήταν υπέρ της αργής διαδικασίας του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού και ενάντια στη σύγκρουση με τις καπιταλιστικές μορφές που είχαν αναπτυχθεί στην οικονομία (κυρίως ενάντια στην αύξηση της οικονομικής και φορολογικής πίεσης στους εύπορους χωρικούς που αναδείχθηκαν από την ΝΕΠ)· και υπήρχε επίσης και ένα «κέντρο», η πολιτική ομάδα δηλαδή η οποία είχε συγκροτηθεί γύρω από τον Στάλιν και η οποία ταυτόχρονα αποτελούσε την πολιτική έκφραση του κοινωνικού στρώματος της κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας. Ο Τρότσκι θεωρούσε ότι ο βασικός κίνδυνος προερχόταν από τη δεξιά τάση. Αυτό το οποίο δεν μπορούσε να εκτιμήσει ήταν ότι η τάση του Μπουχάριν αποτελούσε τη δεξιά τάση ενός επαναστατικού κόμματος μέσα σε μια επαναστατική κατάσταση σε διαδικασία εκφυλισμού, ενώ το «κέντρο» του Στάλιν αποτελούσε την πολιτική έκφραση μιας υπό διαμόρφωση αστικής τάξης με άξονα την κομματική και κρατική γραφειοκρατία και ως εκ τούτου, το σταλινικό «κέντρο» συνιστούσε τον κύριο βραχίονα της αντεπαναστατικής επίθεσης, η οποία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ‘20 και παγιώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ‘30.
Αυτή η λανθασμένη ανάλυση για την ταξική φύση της ΕΣΣΔ ώθησε τον Τρότσκι στο επόμενο λάθος του σε σχέση με την εκτίμηση του ρόλου των σταλινικών Κομουνιστικών Κομμάτων και των υπόλοιπων αντιπολιτευτικών ομάδων στις άλλες χώρες. Ο Τρότσκι επέμενε μέχρι την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ότι οι ομάδες και οι οργανώσεις της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης δεν θα έπρεπε να προχωρήσουν στη συγκρότηση επαναστατικών οργανώσεων, αλλά να λειτουργούν ως ομάδες πίεσης και διόρθωσης της γραμμής των Κομουνιστικών Κομμάτων (στα οποία, υποτίθεται, κάποτε θα επέστρεφαν). Αυτή η τακτική δεν σημείωσε σε καμιά χώρα επιτυχία, στην Ισπανία όμως ήταν ακόμα περισσότερο προβληματική, καθώς η δυναμική και η επιρροή της ICE ήταν από ορισμένες απόψεις συγκρίσιμη με αυτήν του σταλινικού PCE. Το ισπανικό Κομουνιστικό Κόμμα ήταν από τα πιο αδύναμα, χωρίς επιρροή στην εργατική τάξη. Η ICE ήταν μια μαζική εργατική και νεολαιίστικη οργάνωση (ενώ στις περισσότερες χώρες η Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση είχε μόνο μικρές ομάδες, ή ελάχιστους οπαδούς). Ο Αντρές Νιν και άλλοι ηγέτες της ICE ορθά εκτίμησαν ότι η τακτική που πρότεινε ο Τρότσκι θα ήταν καταστροφική για την ισπανική οργάνωση.

Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ο Τρότσκι κατανόησε ότι τα Κόμματα της σταλινικής Κομιντέρν δεν μπορούσαν να μεταρρυθμιστούν και να αποτελέσουν ξανά οργανώσεις της επαναστατικής πρωτοπορίας. Ταυτόχρονα όμως αυτή την περίοδο, προέκυψαν και άλλες οργανώσεις στα αριστερά των Κομουνιστικών Κομμάτων, κάποιες εκ των οποίων σχετίζονταν με την τάση του Μπουχάριν. Για τον Τρότσκι οι οργανώσεις αυτές ήταν δεξιότερες των Κομουνιστικών Κομμάτων (σύμφωνα με το ιδεολογικό σχήμα με το οποίο ανέλυε την κατάσταση στην ΕΣΣΔ) και ως εκ τούτου θεωρούσε ότι δεν υπήρχαν και δεν έπρεπε να υπάρξουν περιθώρια συνεργασίας με τις οργανώσεις/ομάδες της Τέταρτης Διεθνούς (της εξέλιξης της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης). Όμως σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι οργανώσεις αυτές («μπουχαρινικές» ή απλά αριστερές αντιπολιτεύσεις στα ΚΚ), αποτελούσαν μαζικές αντικαπιταλιστικές συσπειρώσεις, παρά τα διάφορα προβλήματα που υπήρχαν στις τακτικές τους ή ακόμα και στους στρατηγικούς τους προσανατολισμούς. Και επιπλέον, ο ασφυκτικός έλεγχος της εργατικής τάξης από τη Σοσιαλδημοκρατία και τα σταλινικά κόμματα, καθιστούσαν πιεστική την ανάγκη συνεργασιών μεταξύ αυτών των αντιπολιτευτικών δυνάμεων, στα αριστερά των δύο ρεφορμισμών.
Ο Τρότσκι, αν και ταλαντεύτηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, κατέληξε τελικά στο συμπέρασμα, ότι η πραγματική ανάπτυξη των δυνάμεων της επαναστατικής αριστεράς, δηλαδή των οργανώσεων της Τέταρτης Διεθνούς, θα επέλθει μέσα από την οικοδόμηση σχέσεων με τις αριστερές και μαχητικές τάσεις της Σοσιαλδημοκρατίας, οι οποίες φαινόταν να αποκτούν μια σημαντική δυναμική μέσα στις συνθήκες ανάκαμψης του εργατικού κινήματος σε διάφορες χώρες στις αρχές της δεκαετίας του ‘30. Κι αυτή όμως η τακτική δεν είχε αξιοσημείωτη επιτυχία και το γαλλικό τμήμα που ακολούθησε με μεγαλύτερη συνέπεια την πρόταση του Τρότσκι, απλώς διαλύθηκε.
Στην Ισπανία η κατάσταση ήταν ακόμα πιο περίπλοκη. Υπήρχε αυτή την περίοδο ένα Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (PSOE) το οποίο έκανε μια θεαματική αριστερή στροφή και το οποίο έλεγχε μια τεράστια συνδικαλιστική οργάνωση, την UGT με 2 εκατομμύρια περίπου μέλη. Για τον Τρότσκι, η ICE θα έπρεπε να μπει στο PSOE, κάτι το οποίο της ζητούσε άλλωστε και η αριστερή πτέρυγα του Σοσιαλιστικού Κόματος. Στην Ισπανία όμως, εκτός από την UGT υπήρχε και η αναρχοσυνδικαλιστική ομοσπονδία, η CNT, με σχεδόν 2,5 εκατομμύρια μέλη και μάλλον αρκετά πιο ριζοσπαστική από την UGT. Εξάλλου, στις αρχές της δεκαετίας του ‘20 η CNT είχε προσκληθεί να γίνει μέλος της Συνδικαλιστικής Διεθνούς (Προφιντέρν) και επιπλέον, κάποια από τα στελέχη της ICE προέρχονταν από την CNT, με βασικότερο τον Αντρές Νιν. Ο Αντρές Νιν έκρινε, μάλλον δικαιολογημένα, ότι αν ακολουθούσε τη συμβουλή του Τρότσκι η ICE θα έχανε τη δυνατότητα επικοινωνίας με τους εργάτες και των δύο μαζικών ομοσπονδιών, της σοσιαλιστικής UGT και της αναρχοσυνδικαλιστικής CNT, ενώ ταυτόχρονα θα περιορίζονταν οι δυνατότητες μιας ανεξάρτητης πολιτικής δράσης.
Ταυτόχρονα όμως ο Αντρές Νιν και η πλειοψηφία της ICE αποφάσισαν να προχωρήσουν στην ενοποίηση με το BOC, το κόμμα του Χοακίν Μαουρίν, το οποίο ήταν πολύ μεγαλύτερο από την ICE και το οποίο ο Τρότσκι το θεωρούσε δεξιότερο από το σταλινικό PCE (επειδή ήταν «μπουχαρινικό»). Το POUM που προέκυψε από αυτή την ενοποίηση ήταν η μεγαλύτερη οργάνωση που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας και των σταλινικών κομμάτων και για την Ισπανία αντιπροσώπευε μια αρκετά υπολογίσιμη πολιτική δύναμη μέσα στην εργατική τάξη. Το πρόγραμμά του και τα πολιτικά του χαρακτηριστικά ήταν σαφώς επαναστατικά, όπως εξηγεί ο Andy Durgan στο άρθρο που δημοσιεύουμε. Στην πραγματικότητα ο χαρακτηρισμός του από τον Τρότσκι ως «κεντριστικό» κόμμα, είναι κάτι περισσότερο από άδικος, εάν σκεφτούμε ότι το POUM δεν κράτησε περισσότερο επαμφοτερίζουσα στάση απέναντι στην επανάσταση, απ’ ό,τι το γερμανικό Κομουνιστικό Κόμμα την πενταετία 1918-1923, αλλά και το μπολσεβίκικο κόμμα την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 1917 μέχρι τον Απρίλιο-Μάιο του 1917, δηλαδή σε μια εξαιρετικά κρίσιμη φάση της ρώσικης επανάστασης (στην πραγματικότητα το POUM κράτησε μάλλον πιο συνεπή επαναστατική στάση απ’ ο,τι το μπολσεβίκικο κόμμα πριν φτάσει ο Λένιν στη Ρωσία). Να θυμίσουμε απλώς, ότι το μπολσεβίκικο κόμμα στην αρχή της επανάστασης είχε υιοθετήσει μια πολιτική υποστήριξης της προσωρινής κυβέρνησης, αποδοχής του περιορισμού του ρόλου των σοβιέτ, αναβολής της αγροτικής μεταρρύθμισης και υποστήριξης του ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπιζε το POUM -και οι τακτικές του αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος- ήταν η σχέση του με το Λαϊκό Μέτωπο, πριν και μετά την επανάσταση που ξέσπασε ως αντίδραση στο πραξικόπημα. Για την εργατική τάξη της Ισπανίας η προοπτική της εκλογικής νίκης του Λαϊκού Μετώπου αποτελούσε ένα κομβικό ζήτημα στη μάχη της με τις αστικές δυνάμεις. Το πόσο σημαντικό ήταν αυτό μπορούμε να το κατανοήσουμε από το γεγονός, ότι η CNT και η FAI δεν έδωσαν γραμμή στα μέλη τους και στους οπαδούς τους για εκλογική αποχή (στην πραγματικότητα σε αποχή από τις εκλογές παρότρυναν τους εργάτες τα αφεντικά τους). Το ζήτημα λοιπόν για το POUM ήταν να μην βρεθεί απομονωμένο ή και ενάντια σε μια πραγματική κινητοποίηση που έκανε η εργατική τάξη για να κερδίσει το Λαϊκό Μέτωπο στις εκλογές.
Έτσι λοιπόν το POUM υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με τις δυνάμεις του Λαϊκού Μετώπου, κάτι για το οποίο ο Τρότσκι του άσκησε σκληρή κριτική. Αξίζει όμως να αναφερθεί, ότι την ίδια περίπου περίοδο ο Τρότσκι συμβούλευε τα μέλη της Τέταρτης Διεθνούς στη Γαλλία να δουλέψουν μέσα στις επιτροπές του γαλλικού Λαϊκού Μετώπου, για να συμβάλουν στην μετατροπή τους σε ταξικά όργανα μάχης.
Παρ’ όλ’ αυτά, στο συγκεκριμένο ζήτημα (της πολιτικής συνεργασίας του POUM με το Λαϊκό Μέτωπο) ο Τρότσκι είχε δίκιο. Πιθανόν να ήταν πολιτικά δύσκολο και να οδηγούσε στον καταποντισμό του, ένα ξεχωριστό εκλογικό κατέβασμα του POUM, προσπαθώντας να «κόψει ψήφους» δηλαδή από το Λαϊκό Μέτωπο. Κάτι τέτοιο δύσκολα θα γινόταν κατανοητό στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, στις εκλογές του 1936, ακόμα και από τα πρωτοπόρα τμήματα της εργατικής τάξης. Όμως η συμφωνία που υπέγραψε το POUM με τις άλλες δυνάμεις του Λαϊκού Μετώπου περιόριζε τη δυνατότητά του να ασκήσει μια κατανοητή κριτική στην συντηρητική πολιτική του Λαϊκού Μετώπου και να προβάλει το επαναστατικό του πρόγραμμα, αν και η αλήθεια είναι ότι το POUM προσπάθησε να το κάνει αυτό. Το βέβαιο όμως είναι, ότι αυτή συμφωνία διαμόρφωσε διαρκέστερες δεσμεύσεις απέναντι στην πολιτική του Λαϊκού Μετώπου και καθιστούσε δυσδιάκριτη την κριτική του.
Ήταν όμως πολύ πιο καταστροφικό το γεγονός ότι μετά το ξέσπασμα της επανάστασης το POUM μπήκε στην καταλανική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Παρά το γεγονός ότι το POUM παρέμεινε η άκρα αριστερά του Λαϊκού Μετώπου και προσπάθησε να αντιταχθεί στις αποφάσεις της κυβέρνησης που περιόριζαν την εξάπλωση και την ανάπτυξη των επαναστατικών δομών αυτοοργάνωσης, σε αντίθεση με τους αρχηγούς των αναρχικών οι οποίοι τις αποδέχτηκαν, η πολιτική του δεν μπορούσε να υπερβεί την πολιτική του Λαϊκού Μετώπου.
Όπως είχε προβλέψει ο Τρότσκι, αυτός ο εγκλωβισμός του POUM στην αστική πολιτική της κυβέρνησης στην οποία συμμετείχε, είχε ως αποτέλεσμα, όταν η κυβέρνηση αυτή ήρθε σε σύγκρουση με τις επαναστατικές δομές, οι λαϊκές μάζες να έχουν στερηθεί τη δυνατότητα να αμυνθούν αποτελεσματικά και να περάσουν στην αντεπίθεση προβάλλοντας μια συνεκτική επαναστατική πολιτική προοπτική. Όταν οι Ρεπουμπλικάνοι, οι σταλινικοί και οι σοσιαλιστές διέλυαν τις δομές αυτοοργάνωσης, με την ανοχή των αρχηγών των αναρχικών, το POUM έκανε έντονη κριτική, αλλά εξακολουθούσε να προσπαθεί να συναθροίζει τις δυνάμεις του όχι μόνο με την πλευρά των λαϊκών μαζών που αντιστέκονταν, αλλά και με την πλευρά της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου.
Το POUM αιτιολόγησε αυτές τις επιλογές του και η αιτιολόγηση δεν είναι αβάσιμη. Και επιπλέον, ο Τρότσκι, ενώ κάνει μια σωστή κριτική σ’ αυτές τις επιλογές, αδυνατεί να διαμορφώσει μια ρεαλιστική επαναστατική τακτική, κάνοντας αρκετές φορές προτάσεις χωρίς να παίρνει υπόψη του τους πραγματικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Οι προτάσεις αυτές δεν βοηθούσαν το POUM να διορθώσει τη δικιά του γραμμή, στο βαθμό φυσικά που η κριτική του Τρότσκι μπορούσε να έχει κάποιο αποτέλεσμα στη σκέψη των ηγετών του POUM (φαίνεται όμως ότι είχε κάποιο αποτέλεσμα).
Ενώ το POUM διακήρυσσε πολύ πιο ξεκάθαρα απ’ ό,τι η ηγεσία των αναρχικών, ότι η μοναδική δυνατότητα για να αντιμετωπιστεί η επίθεση του Φράνκο ήταν η εξάπλωση της επανάστασης, δεν έκανε το αποφασιστικό βήμα, να εγκαταλείψει τον πολιτικό συνασπισμό που ήταν ο βασικός παράγοντας ανάσχεσης της επανάστασης. Το ίδιο το POUM δικαιολογούσε αυτή τη στάση του με την ανυπαρξία οργάνων εργατικής εξουσίας, όπως ήταν τα σοβιέτ στη ρωσική επανάσταση, με τα οποία θα μπορούσε να ασκηθεί άμεσα η εργατική εξουσία. Αντίθετα, το σύνολο των δομών αυτοοργάνωσης της ισπανικής επανάστασης ήταν άμεσα συνδεδεμένες κυρίως με τις δύο βασικές εργατικές ομοσπονδίες, την CNT και την UGT (ακόμα και το POUM είχε τις δικές του τέτοιες δομές, τις πολιτοφυλακές του POUM). Η ηγεσία του POUM είχε ως εκ τούτου καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, στην οποία μετά τον Σεπτέμβριο συμμετείχαν και οι αναρχικοί, θα μπορούσε να μετασχηματιστεί σε μια κυβέρνηση έκφρασης της εργατικής εξουσίας, απομακρύνοντας τους αστούς Ρεπουμπλικάνους πολιτικούς. Για να περιγράψουμε με κάπως σχηματικό τρόπο το λάθος που υπήρχε σ’ αυτή την προσέγγιση, το POUM προσπαθούσε να διατηρήσει την επαφή του με τις μαζικές οργανώσεις της CNT και της UGT καθώς και με τις επαναστατικές δομές που ελέγχονταν απ’ αυτές τις οργανώσεις, μέσα από μια στενή πολιτική συνεργασία με τους αρχηγούς των σοσιαλιστών και των αναρχικών, η οποία όμως συνεργασία εμπόδιζε στην πραγματικότητα την ανεξάρτητη επαφή με τη μαζική τους βάση, και μάλιστα τη στιγμή που η μαζική τους βάση αγανακτούσε με τους συμβιβασμούς των ηγεσιών της. Η ηγεσία των αναρχικών και των σοσιαλιστών πήγαινε προς τα δεξιά, συμπαρασύροντας και το POUM, τη στιγμή που οι εργάτες της CNT και της UGT κινούνταν όλο και πιο αριστερά, αναζητώντας την κατάλληλη πολιτική έκφραση της κίνησής τους.
Το βασικό πρόβλημα λοιπόν από το οποίο πηγάζει το λάθος του POUM, είναι το ερώτημα ποιος θα πάρει την εξουσία μετά την ανατροπή της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Γι’ αυτό και η τακτική την οποία προσπαθεί να επεξεργαστεί είναι μια συστηματική πίεση επάνω στην CNT -την ηγεσία και τη βάση της- να κάνει το αποφασιστικό βήμα της κατάληψης της εξουσίας. Η τακτική αυτή δεν είχε τίποτε το παράλογο - εκτός από το γεγονός ότι η πίεση αυτή δεν μπορούσε να έχει αποτελεσματικότητα όσο το ίδιο το POUM συνέχιζε να παραμένει στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου.
Ο Τρότσκι δεν παίρνει καθόλου υπόψη του αυτό το υπαρκτό πρόβλημα και σε πολλά σημεία ασκεί κριτική στο POUM επειδή απευθύνεται στη CNT. Όμως, όπως αναφέρει ο Andy Durgan, η τακτική αυτή έφερε κάποιο αποτέλεσμα. Στην πραγματικότητα, η απεύθυνση του POUM στη CNT ήταν μια τακτική η οποία θα μπορούσε να βρει το ανάλογό της στη ρωσική επανάσταση και στην τακτική των μπολσεβίκων. Το μπολσεβίκικο κόμμα μετά την επιστροφή του Λένιν τον Απρίλιο του ‘17 απευθυνόταν με συστηματικό και επίμονο τρόπο στην αριστερή πτέρυγα των Σοσιαλεπαναστατών, καλώντας τους να διαχωριστούν από τη δεξιά πτέρυγα και να προχωρήσουν μαζί στη συγκρότηση μιας σοβιετικής εξουσίας, όπως και έγινε τελικά: η πρώτη σοβιετική κυβέρνηση ήταν κυβέρνηση συνεργασίας Μπολσεβίκων και αριστερών Σοσιαλεπαναστατών (το κόμμα των οποίων ήταν πολύ μεγαλύτερο από το μπολσεβίκικο κόμμα). Η διαφορά -και το λάθος του POUM- ήταν ότι οι Μπολσεβίκοι δεν μπήκαν στην προσωρινή κυβέρνηση του Κερένσκι (η οποία και αυτή ήταν το ανάλογο των Λαϊκών Μετώπων), έχοντας έτσι πλήρη ελευθερία πολιτικής δράσης και κριτικής και κυρίως, δίνοντας πολιτική έκφραση στη δυσαρέσκεια των λαϊκών μαζών απέναντι στην προσωρινή κυβέρνηση.
Το λάθος και η αποτυχία του POUM το μετέτρεψαν στον αποδιοπομπαίο τράγο για τις παταγώδεις στρατιωτικές αποτυχίες της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Τον Μάιο του 1937 οι σταλινικοί, στους οποίους οι σοσιαλιστές και οι αναρχικοί είχαν παραχωρήσει τον έλεγχο των κατασταλτικών μηχανισμών, προχώρησαν σε μία ένοπλη επίθεση εναντίον των εργατικών πολιτοφυλακών της Βαρκελώνης. Για τον Τρότσκι, αυτή ήταν μια καθοριστική στιγμή για να γίνει το αποφασιστικό επαναστατικό βήμα. Για τον Αντρές Νιν επρόκειτο για μια φάση υποχώρησης και άμυνας της εργατικής τάξης. Η εκτίμηση του Αντρές Νιν είναι μάλλον η σωστότερη, με την προϋπόθεση όμως ότι η επίθεση αυτή εναντίον της εργατικής τάξης οφείλονταν και στο γεγονός ότι το POUM δεν είχε καταφέρει να εκμεταλλευτεί προηγούμενες φάσεις, ανόδου της επανάστασης.
Ο κύριος στόχος αυτής της επίθεσης ήταν να δοθεί ένα σκληρό χτύπημα στην επαναστατική αυτοπεποίθηση της εργατικής τάξης – της βάσης κατά κύριο λόγο της CNT και της UGT. Όμως στο στόχαστρο της καταστολής βρέθηκε το POUM, το οποίο εκδιώχθηκε από την κυβέρνηση και τα στελέχη του συνελήφθησαν και δολοφονήθηκαν απ’ τους σταλινικούς. Η νέα κυβέρνηση που προέκυψε ήταν μια συνεργασία της δεξιάς πτέρυγας του αποδυναμωμένου πια PSOE, των σταλινικών και των αστικών ρεπουμπλικανικών κομμάτων.
Το γεγονός ότι το POUM έγινε ο άμεσος στόχος της αιματηρής καταστολής που εξαπολύθηκε απ’ τους σταλινικούς ενάντια στις επαναστατικές κατακτήσεις της επανάστασης του Ιούλη του ‘36 καταδεικνύει ότι στο πλαίσιο των κοινωνικών και πολιτικών συσχετισμών της περιόδου 1936-1937 η πορεία του POUM ήταν άμεσα συνδεδεμένη και παράλληλη με την πορεία της ίδιας της επανάστασης. Από αυτή την άποψη, η αδιέξοδη πολιτική του αποτελούσε την πολιτική έκφραση των αδιεξόδων της επανάστασης, τα οποία το POUM τα είχε εγκαίρως εντοπίσει, δεν είχε όμως την αποφασιστικότητα να επιχειρήσει να τα επιλύσει.
Απ’ αυτή την άποψη, η τελική αποτίμηση του πολιτικού ρόλου του POUM από τον Τρότσκι, ότι ήταν «το κύριο εμπόδιο στο δρόμο για την οικοδόμηση ενός επαναστατικού κόμματος», είναι εξαιρετικά λανθασμένη. Το POUM ήταν ένα γνήσιο επαναστατικό κόμμα, που είχε συνενώσει τα πιο επαναστατικά τμήματα της εργατικής τάξης στην Ισπανία, ήταν όμως ένα επαναστατικό κόμμα, το οποίο στις καθοριστικές φάσεις της ταξικής πάλης έκανε μια σειρά από εγκληματικά λάθη. Τέτοια λάθη που είχαν ξαναγίνει από επαναστατικά κόμματα και που δυστυχώς, τίποτε δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα ξαναγίνουν. Τίποτε ίσως, εκτός από μια συστηματική και έγκαιρη προσπάθεια κατανόησης και αντιμετώπισης προβλημάτων, ανάλογων με αυτά που αντιμετώπισε χωρίς να καταφέρει να επιλύσει το POUM, αλλά και μια συστηματική μελέτη της πολιτικής εμπειρίας και των πολιτικών λαθών κομμάτων σαν το POUM, αλλά ακόμα και σαν το μπολσεβίκικο κόμμα που λειτουργούσε ως πρότυπο στη σκέψη τόσο του Τρότσκι, όσο και των ηγετών του POUM.
Παράρτημα
Κόμματα και οργανώσεις
BOC: Bloque Obrero y Campesino - Μπλοκ Εργατών και Αγροτών
CNT: Confederación Nacional del Trabajo - Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας
FAI: Federación Anarquista Ibérica - Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία
ICE: Izquierda Comunista de España - Κομμουνιστική Αριστερά
PCE: Partido Comunista de España - Κομουνιστικό Κόμμα Ισπανίας
POUM: Partido Obrero de Unificación Marxista - Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενότητας
PSOE:Partido Socialista Obrero Español - Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα
UGT: Unión General de Trabajadores - Γενική Ένωση Εργατών
Στο Λαϊκό Μέτωπο (Frente Popular) συμμετείχαν, από την αριστερά:
το PSOE:Partido Socialista Obrero Español - Ισπανικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα
το PCE: Partido Comunista de España - Κομουνιστικό Κόμμα Ισπανίας
η UGT: Unión General de Trabajadores - Γενική Ένωση Εργατών
το POUM: Partido Obrero de Unificación Marxista - Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενότητας
το Partido Sindicalista – Συνδικαλιστικό Κόμμα του Ángel Pestaña (διάσπαση από τη CNT)
και από το φθινόπωρο του 1936 και η αναρχοσυνδικαλιστική CNT: Confederación Nacional del Trabajo - Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας
από τα αστικά κόμματα:
η Izquierda Republicana – Δημοκρατική Αριστερά, του Manuel Azaña
η Unión Republicana – Ρεπουμπλικανική Ένωση, του Diego Martinez Barrio
η Esquerra Republicana de Catalunya Δημοκρατική Αριστερά της Καταλονίας
και το Partido Galeguista – Γαλικιανό Κόμμα
Andrés Nin και Joaquín Maurin
Ο Andrés Nin (1892-1937) υπήρξε αρχικά μέλος του PSOE το οποίο εγκατέλειψε το 1921 για να προσχωρήσει στη CNT, απ’ την οποία επίσης αποχώρησε για να συμμετάσχει στην ίδρυση του Κομουνιστικού κόμματος Ισπανίας. Έζησε αρκετά χρόνια στη Μόσχα όπου εργάστηκε στην Κομουνιστική Διεθνή και στην Προφιντέρν (Συνδικαλιστική Διεθνής) και συνδέθηκε με την Αριστερή Αντιπολίτευση του Τρότσκι. Επέστρεψε στην Ισπανία στις αρχές του ‘30 και ίδρυσε την ICE, την ισπανική οργάνωση της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης. Το 1935 η ICE μαζί με το BOC ίδρυσαν το POUM. Ο Αντρές Νιν συνελήφθη από σταλινικούς τον Ιούνιο του 1937, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε. Παράλληλα οι σταλινικοί διέδιδαν ότι ο Νιν είχε εξαφανιστεί επειδή κατέφυγε στην περιοχή που έλεγχε ο Φράνκο.
Ο Joaquín Maurin (1896-1973) εντάχθηκε αρχικά στη CNT και έγινε γραμματέας του τοπικού της τμήματος στη Lleida (της Καταλονίας). Το 1921 εκπροσώπησε τη CNT στο συνέδριο της Profintern στη Μόσχα. Το 1922 ίδρυσε μέσα στην CNT μία μαρξιστική ομάδα (Comités Sindicalistas Revolucionarios). Το 1924 η ομάδα αυτή εντάχτηκε στο Κομουνιστικό Κόμμα Ισπανίας. Αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του ‘30 ο Μαουρίν διαφώνησε με τη σταλινική πολιτική στην ΕΣΣΔ και με την πολιτική της Κομιντέρν. Το 1932 ίδρυσε μαζί με άλλους το BOC, το οποίο το 1935 ενώθηκε με την ICE για να ιδρύσουν το POUM. Ο Μαουρίν συνελήφθη πολλές φορές και έμεινε χρόνια στη φυλακή. Όταν έγινε το πραξικόπημα του Φράνκο ο Μαουρίν βρέθηκε αποκλεισμένος στην Γαλικία, η οποία είχε καταληφθεί απ’ τους εθνικιστές. Προσπάθησε να διαφύγει αλλά συνελήφθη και για κάποια χρόνια η τύχη του αγνοούνταν. Έμεινε στη φυλακή μέχρι το 1944. Όταν απελευθερώθηκε πήγε στην Αμερική όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του.

