Τρίτη, 25 Μαϊος 2021 10:19

Κρονστάνδη ’21

Ναύτες της Κρονστάνδης το 1921, πριν την εξέγερση.

 

 

Βικτόρ Σερζ

 

Κρονστάνδη ’21

(1945)

 

 

Τη νύχτα της 28ης προς 29η Φεβρουαρίου, με ξύπνησε ένα τηλεφώνημα. «Οι λευκοί κατέλαβαν την Κρονστάνδη», μου είπε μια γεμάτη ανησυχία φωνή. «Είμαστε σε πλήρη κινητοποίηση». Ήταν ο Ιλία Γιόνοφ, ο γαμπρός του Ζινόβιεφ. Αυτή ήταν μια τρομακτική είδηση. Αν ήταν αλήθεια, σήμαινε ότι η ίδια η Πετρούπολη θα χανόταν σύντομα.

«Ποιοι λευκοί; Από πού ήρθαν; Δεν μπορώ να το πιστέψω!»

«Ένας στρατηγός με το όνομα Κοζλόφσκι…»

«Αλλά τι γίνεται με τους ναύτες μας; Και το Σόβιετ; Η Τσεκά; Οι εργάτες στο Άρσεναλ;»

«Σας είπα όλα όσα ξέρω.»

Ο Ζινόβιεφ βρισκόταν σε σύσκεψη με το Επαναστατικό Συμβούλιο του Στρατού, οπότε έτρεξα στην έδρα της Τρίτης Περιφερειακής Επιτροπής. Όλοι έδειχναν πολύ βλοσυροί. «Είναι απίστευτο. Αλλά είναι αλήθεια». «Λοιπόν», είπα, «πρέπει να κινητοποιήσουμε όλους όσους μπορούν να περπατήσουν. Αμέσως!» Κάποιος απάντησε, υπεκφεύγοντας: «Ναι, πρέπει να κινητοποιηθούμε». Αλλά τίποτα δεν μπορούσε να γίνει χωρίς οδηγίες από την Επιτροπή της Πετρούπολης. Αρκετοί σύντροφοι και εγώ περάσαμε το υπόλοιπο της νύχτας μελετώντας έναν χάρτη του Φινλανδικού Κόλπου. Πληροφορηθήκαμε ότι απεργίες μικρής κλίμακας εξαπλώνονταν στα προάστια. Λευκοί μπροστά μας, πείνα και απεργίες πίσω μας! Έφυγα τα ξημερώματα, και βγαίνοντας από το ξενοδοχείο έπεσα πάνω σε μια από τις καμαριέρες, που έφευγε αθόρυβα από το κτίριο με πακέτα κάτω από τη μασχάλη της.

«Πού να πηγαίνετε τόσο νωρίς το πρωί, γιαγιά; Και με τέτοιο βάρος;»

Η γριά αναστέναξε:

«Θα γίνουν φασαρίες. Μπορείς να το νιώσεις στον αέρα. Θα σου κόψουν το λαιμό, καημένο μου παιδί, το δικό σου και των άλλων επίσης. Θα κλέψουν ό,τι δεν είναι καρφωμένο στο έδαφος, όπως έκαναν και την προηγούμενη φορά. Γι’ αυτό μαζεύω τα πράγματά μου».

Κατά διαστήματα κατά μήκος των έρημων δρόμων υπήρχαν μικρές αφίσες που ανακοίνωναν την προδοτική κατάληψη της Κρονστάνδης από τον αντεπαναστάτη στρατηγό Κοζλόφσκι και τους συνεργάτες του και καλούσαν τους εργάτες στα όπλα. Αλλά πριν ακόμα φτάσω στο αρχηγείο της Περιφερειακής Επιτροπής έπεσα πάνω σε αρκετούς συντρόφους που είχαν ήδη βγει έξω, με το Μάουζερ στο χέρι, και μου είπαν ότι η υπόθεση Κοζλόφσκι ήταν ένα κατάπτυστο ψέμα: οι ναύτες της Κρονστάνδης είχαν στασιάσει, και αυτό που είχαμε να αντιμετωπίσουμε ήταν μια ναυτική εξέγερση υπό την ηγεσία του Σοβιέτ της Κρονστάνδης. Αν μη τι άλλο, αυτό ήταν ακόμα πιο σοβαρό- και το χειρότερο ήταν η παραλυτική επίδραση του επίσημου ψέματος πάνω μας. Το να μας λέει ψέματα το κόμμα με αυτόν τον τρόπο ήταν κάτι καινούργιο. «Έπρεπε να το κάνουν εξαιτίας της διάθεσης του λαού», μου εξήγησαν κάποιοι γνωστοί μου. Αλλά και αυτοί ήταν φοβισμένοι. Η απεργία είχε γίνει σχεδόν γενική. Κανείς δεν ήξερε καν αν θα κυκλοφορούσαν τα τραμ.

Αργότερα εκείνη την ημέρα είχα μια συζήτηση με τους φίλους μου στη γαλλόφωνη κομμουνιστική ομάδα (θυμάμαι ότι ήταν παρόντες ο Μαρσέλ Μποντί και ο Ζορζ Ελφέρ). Αποφασίσαμε να μην πάρουμε τα όπλα – να μην πολεμήσουμε ούτε τους πεινασμένους απεργούς ούτε τους εξοργισμένους ναύτες. Στη Βασίλι-Οστρόφ, σε έναν δρόμο λευκό από το χιόνι, είδα ένα πλήθος να συγκεντρώνεται, κυρίως γυναίκες. Το παρακολουθούσα να προχωράει σιγά σιγά προς τα εμπρός για να αναμειχθεί με τους δόκιμους της στρατιωτικής σχολής που είχαν σταλεί εκεί για να ανοίξουν τις διόδους προς τα εργοστάσια. Υπομονετικά, με θλίψη, το πλήθος έλεγε στους στρατιώτες πόσο πεινασμένοι ήταν οι άνθρωποι, τους αποκαλούσε αδέρφια, τους ζητούσε βοήθεια. Οι δόκιμοι έβγαλαν ψωμί από τα σακίδιά τους και το μοίρασαν. Εν τω μεταξύ, οι μενσεβίκοι και οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες κατηγορήθηκαν για την απεργία.

Τα φυλλάδια που διανεμήθηκαν στα προάστια προέβαλαν τα αιτήματα του Σοβιέτ της Κρονστάνδης. Αποτελούσαν ένα πρόγραμμα για την ανανέωση της επανάστασης. Συνοπτικά: νέες εκλογές για τα Σοβιέτ, με μυστική ψηφοφορία, ελευθερία του λόγου και ελευθερία του τύπου για όλες τις επαναστατικές ομάδες και κόμματα, ελευθερία για τα συνδικάτα, απελευθέρωση όλων των επαναστατών που κρατούνται ως πολιτικοί κρατούμενοι, όχι άλλη επίσημη προπαγάνδα, όχι άλλες επιτάξεις στις αγροτικές περιοχές, ελευθερία απασχόλησης για τους τεχνίτες, άμεση απόσυρση των περιπολιών στους δρόμους που εμπόδιζαν την ελεύθερη αγορά τροφίμων από τον πληθυσμό. Το Σοβιέτ της Κρονστάνδης, η φρουρά της Κρονστάνδης και οι ναύτες της πρώτης και της δεύτερης μοίρας είχαν εξεγερθεί για να γίνει αποδεκτό αυτό το πρόγραμμα.

Τα κομματικά αντανακλαστικά: ψέματα και απειλές

Σιγά-σιγά, η αλήθεια έσπασε το παραπέτασμα καπνού που είχε στήσει ο Τύπος, του οποίου η ψευδολογία δεν είχε πλέον όρια. Και αυτός ήταν ο δικός μας Τύπος, ο Τύπος της επανάστασής μας, ο πρώτος σοσιαλιστικός Τύπος στην ιστορία, επομένως ο πρώτος αδιάφθορος, αμερόληπτος Τύπος στην ιστορία. Ακόμα και στο παρελθόν, είναι βέβαιο ότι κατά καιρούς είχε εκτεθεί, σε ένα βαθμό, στην κατηγορία της δημαγωγίας (ενός θερμού, ειλικρινούς είδους, ωστόσο) και είχε χρησιμοποιήσει βίαιες εκφράσεις για τους αντιπάλους της (επανάστασης). Αλλά με αυτόν τον τρόπο είχε παραμείνει εντός των κανόνων του παιχνιδιού και, σε κάθε περίπτωση, είχε ενεργήσει κατανοητά. Τώρα, όμως, το ψέμα ήταν η πάγια πολιτική του. Η Πράβντα της Πετρούπολης ενημέρωνε τους αναγνώστες της ότι ο Κουζμίν, ο κομισάριος του ναυτικού και του στρατού, είχε κακοποιηθεί κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του στην Κρονστάνδη και είχε γλιτώσει οριακά την εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες –με γραπτές εντολές των αντεπαναστατών. Γνώριζα τον Κουζμίν, έναν δραστήριο, σκληρά εργαζόμενο στρατιώτη, καθηγητή στρατιωτικών επιστημών, γκρίζο από την κορυφή ως τα νύχια– η στολή του, ακόμη και το ρυτιδιασμένο πρόσωπό του ήταν γκρίζα. «Δραπέτευσε» από την Κρονστάνδη και εμφανίστηκε στο Σμόλνι.

«Είναι δύσκολο να το πιστέψω,» του είπα, «ότι σκόπευαν να σε πυροβολήσουν. Είδατε πραγματικά κάποια τέτοια εντολή;»

Έδειχνε αμήχανος και δεν απάντησε για μια στιγμή.

«Ω, ο καθένας μπορεί πάντα να υπερβάλλει λίγο. Υπήρχε ένα απειλητικό σημείωμα».

Εν ολίγοις, είχε αφήσει τη γλώσσα του να τον παρασύρει. Αυτή ήταν όλη η ιστορία. Οι επαναστάτες της Κρονστάνδης δεν είχαν χύσει ούτε μια σταγόνα αίμα, δεν είχαν προχωρήσει παραπέρα από τη σύλληψη μερικών κομμουνιστών αξιωματούχων, στους οποίους είχαν φερθεί καλά. Οι περισσότεροι κομμουνιστές, μερικές εκατοντάδες συνολικά, είχαν περάσει με τους εξεγερμένους, πράγμα που έδειχνε αρκετά καθαρά πόσο αδύναμο είχε γίνει το κόμμα στη βάση του. Παρ’ όλα αυτά, κάποιος είχε σκαρφιστεί αυτή την ιστορία για την παρά τρίχα απόδραση από το εκτελεστικό απόσπασμα!

Οι φήμες έπαιζαν άσχημο ρόλο στην όλη υπόθεση. Με τον επίσημο Τύπο να μην μεταδίδει τίποτα άλλο παρά εγκωμιαστικά σχόλια για τις επιτυχίες του καθεστώτος, με την Τσεκά να λειτουργεί στη σκιά, κάθε στιγμή έφερνε μια νέα θανατηφόρα φήμη. Μόλις κυκλοφόρησαν τα νέα για τις απεργίες της Πετρούπολης, έφτασε στην Κρονστάνδη η είδηση ότι οι απεργοί συλλαμβάνονταν μαζικά και ότι τα στρατεύματα καταλάμβαναν τα εργοστάσια. Αυτό ήταν αναληθές, ή τουλάχιστον υπερβολικό, αν και η Τσεκά, πιστή στη συνήθειά της, είχε αναμφίβολα προχωρήσει σε ανόητες συλλήψεις. (Οι περισσότερες από αυτές τις συλλήψεις ήταν για μικρά χρονικά διαστήματα.) Δεν πέρασε σχεδόν ούτε μια μέρα χωρίς να δω τον Σερζ Ζόριν, τον γραμματέα της Επιτροπής της Πετρούπολης. Ήξερα, λοιπόν, πόσες ανησυχίες είχε στο μυαλό του και πόσο αποφασισμένος ήταν να μην υιοθετήσει κατασταλτικά μέτρα κατά των εργατών. Γνώριζα επίσης ότι, κατά τη γνώμη του, η πειθώ ήταν το μόνο όπλο που θα αποδεικνυόταν αποτελεσματικό σε μια τέτοια κατάσταση, και πως, για να υποστηρίξει τη γνώμη του, έφερνε βαγόνια με τρόφιμα. Μου είπε, γελώντας, ότι κάποτε είχε βρεθεί σε μια περιοχή όπου οι Αριστεροί Σοσιαλεπαναστάτες είχαν εκλαϊκεύσει το σύνθημα: «Ζήτω η Συντακτική Συνέλευση!» – το οποίο ήταν σαφώς ένας άλλος τρόπος για να πει «Κάτω ο Μπολσεβικισμός!». «Ανακοίνωσα», συνέχισε, «την άφιξη αρκετών βαγονιών γεμάτων τρόφιμα. Η κατάσταση αντιστράφηκε εν ριπή οφθαλμού.

Σε κάθε περίπτωση, η εξέγερση της Κρονστάνδης ξεκίνησε ως πράξη αλληλεγγύης στις απεργίες της Πετρούπολης και ως αποτέλεσμα φημών (σχετικά με κατασταλτικά μέτρα) που ήταν ως επί το πλείστον αβάσιμες.

Ο Καλίνιν και ο Κουζμίν, των οποίων η ηλίθια γκάφα προκάλεσε την εξέγερση, ήταν οι κύριοι υπεύθυνοι. Ο Καλίνιν, ως πρόεδρος της Εκτελεστικής Εξουσίας της Δημοκρατίας, επισκέφθηκε την Κρονστάνδη και η φρουρά τον υποδέχτηκε με μουσική και φωνές καλωσορίσματος. Όταν όμως οι ναύτες εξέθεσαν τα αιτήματά τους, τους αποκάλεσε προδότες, τους κατηγόρησε ότι σκέφτονταν μόνο τα δικά τους συμφέροντα και απείλησε με ανελέητη τιμωρία. Ο Κουζμίν τους φώναξε: το σιδερένιο χέρι της δικτατορίας του προλεταριάτου θα χτυπήσει όλες τις παραβάσεις της πειθαρχίας, κάθε πράξη προδοσίας! Οι δύο τους αποδοκιμάστηκαν και εκδιώχθηκαν – και η ζημιά είχε γίνει. Πιθανότατα ο Καλίνιν ήταν αυτός που, πίσω στην Πετρούπολη, επινόησε τον «λευκό στρατηγό Κοζλόφσκι». Από την πρώτη στιγμή, όταν θα ήταν εύκολο να εξομαλυνθούν οι διαμάχες, οι μπολσεβίκοι ηγέτες επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν το μαστίγιο. Αργότερα μάθαμε ότι η αντιπροσωπεία που στάλθηκε από την Κρονστάνδη για να εξηγήσει τα ζητήματα που διακυβεύονταν στο Σοβιέτ και στο λαό της Πετρούπολης δεν είχε φτάσει πιο μακριά από μια φυλακή της Τσεκά.

Κάποιοι Αμερικανοί αναρχικοί –η Έμμα Γκόλντμαν, ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν και ένας νεαρός άνδρας που ονομάζεται Πέρκους, γραμματέας της Ρωσικής Εργατικής Ένωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες– είχαν φτάσει λίγο πριν. Ένα σχέδιο διαμεσολάβησης διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια ορισμένων συνομιλιών που είχα μαζί τους πολλά διαδοχικά βράδια. Όταν το είπα σε μερικούς συντρόφους του κόμματος, αντέδρασαν:

«Αυτό δεν θα κάνει τίποτα καλό. Δεσμευόμαστε από την κομματική πειθαρχία, το ίδιο και εσείς».

Διαμαρτυρήθηκα: «Μπορεί κανείς να φύγει από ένα κόμμα».

Ψυχρά, χωρίς χαμόγελο, μου απάντησαν: «Κανένας μπολσεβίκος δεν εγκαταλείπει το κόμμα του. Και, εν πάση περιπτώσει, πού θα πάτε; Το δικό μας είναι το μοναδικό κόμμα, για να το θέσω ευγενικά».

Η αναρχική ομάδα διαμεσολάβησης συνήθιζε να συναντιέται στο σπίτι του πεθερού μου, Αλεξάντερ Ρουσάκοφ. Δεδομένου ότι οι Αναρχικοί έχαιραν σεβασμού από το Σοβιέτ της Κρονστάνδης, είχε αποφασιστεί ότι μόνο Αναρχικοί θα έπαιρναν μέρος στις διαπραγματεύσεις και ότι μόνο οι Αμερικανοί αναρχικοί θα αναλάμβαναν την ευθύνη απέναντι στη σοβιετική κυβέρνηση· έτσι δεν ήμουν παρών. Η Έμμα Γκόλντμαν και ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν είχαν συνάντηση με τον Ζινόβιεφ. Έγιναν δεκτοί με εγκαρδιότητα, γιατί ήταν ακόμα σε θέση να μιλήσουν με κύρος στο όνομα ενός τμήματος του διεθνούς προλεταριάτου. Το σχέδιο διαμεσολάβησής τους, ωστόσο, ήταν μια πλήρης αποτυχία. Ως ανταπόδοση, ο Ζινόβιεφ τους πρόσφερε κάθε διευκόλυνση για να δουν τη Ρωσία με ένα ιδιωτικό σιδηροδρομικό βαγόνι. «Σκεφτείτε το και θα καταλάβετε». Οι περισσότεροι από τους Ρώσους μέλη της ομάδας διαμεσολάβησης συνελήφθησαν. Εμένα δεν με συνέλαβαν – μια παραχώρηση που οφειλόταν στην καλή γνώμη που είχαν για μένα ο Ζινόβιεφ, ο Ζόριν και μερικοί άλλοι, καθώς και στη θέση μου ως αγωνιστή στο γαλλικό εργατικό κίνημα.

Γιατί υποστήριξα τους Μπολσεβίκους

Μετά από πολλούς δισταγμούς, οι κομμουνιστές φίλοι μου και εγώ πήραμε τελικά το μέρος του κόμματος. Ήταν ένα επώδυνο βήμα και αυτός είναι ο λόγος που το κάναμε: οι ναύτες της Κρονστάνδης, σκεφτήκαμε, είχαν δίκιο. Είχαν ξεκινήσει μια νέα επανάσταση που θα έδινε ελευθερία και θα οδηγούσε στη λαϊκή δημοκρατία. Ορισμένοι αναρχικοί που δεν είχαν ξεπεράσει τις αυταπάτες της παιδικής ηλικίας της έδωσαν ένα όνομα: «Τρίτη Επανάσταση». Η χώρα, εκείνη την εποχή, ήταν σε κακή κατάσταση. Η παραγωγή είχε σχεδόν σταματήσει. Τα αποθέματα όλων των ειδών είχαν εξαντληθεί, ακόμη και τα αποθέματα ψυχικής ενέργειας που στηρίζουν το ηθικό του λαού. Η «αφρόκρεμα» των εργατών, που είχε διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια των αγώνων υπό το παλιό καθεστώς, είχε κυριολεκτικά αποδεκατιστεί. Το κόμμα, με τα μέλη του να έχουν διογκωθεί από την εισροή παρατρεχάμενων, ενέπνεε ελάχιστη εμπιστοσύνη. Και από τα άλλα κόμματα δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο παρά ελάχιστα στελέχη, αμφίβολης ικανότητας. Κάποια από αυτά, σίγουρα, θα μπορούσαν σε λίγες εβδομάδες να πάρουν σάρκα και οστά, αλλά μόνο με τη μαζική είσοδο των απογοητευμένων, των πικραμένων, των εξοργισμένων – πολύ διαφορετικών τύπων από τους ενθουσιώδεις της νεαρής επανάστασης του 1917. Η σοβιετική δημοκρατία είχε χάσει τη ζωτικότητά της. Της έλειπε η ηγεσία. Δεν είχε οργανωτικό υπόβαθρο. Και δεν είχε υπερασπιστές, εκτός από τις πεινασμένες και απελπισμένες λαϊκές μάζες.

Η λαϊκή αντεπανάσταση μετέφρασε το αίτημα για ελεύθερα εκλεγμένα Σοβιέτ στο σύνθημα «Σοβιέτ χωρίς κομμουνιστές»! Αν η δικτατορία των Μπολσεβίκων έπεφτε, πιστεύαμε, το αποτέλεσμα θα ήταν χάος: αγροτικά πραξικοπήματα, σφαγή των κομμουνιστών, επιστροφή των εμιγκρέδων και, τελικά, μια άλλη δικτατορία, αναγκαστικά αντιπρολεταριακή. Τα μηνύματα από τη Στοκχόλμη και το Ταλίν έδειχναν ότι οι εμιγκρέδες σκέφτονταν ακριβώς με αυτούς τους όρους. (Αυτά τα μηνύματα, παρεμπιπτόντως, ενίσχυσαν την αποφασιστικότητα των ηγετών να καταπνίξουν την εξέγερση της Κρονστάνδης γρήγορα και χωρίς να υπολογίσουν το κόστος). Η σκέψη μας για όλα αυτά είχε, επιπλέον, μια πραγματική βάση. Γνωρίζαμε πενήντα σημεία συγκέντρωσης για αγροτικές εξεγέρσεις μόνο στην ευρωπαϊκή Ρωσία. Γνωρίζαμε ότι ο Αντόνοφ, ο υποστηρικτής των Σοσιαλεπαναστατών της Δεξιάς, δραστηριοποιούνταν στην περιοχή νότια της Μόσχας και ότι διακήρυττε τόσο την καταστροφή του σοβιετικού καθεστώτος όσο και την επαναφορά της Συντακτικής Συνέλευσης. Είχε υπό τις διαταγές του, μέσα και γύρω από το Ταμπόφ, έναν άρτια οργανωμένο στρατό αποτελούμενο από μερικές δεκάδες χιλιάδες αγρότες, και είχε διαπραγματευτεί με τους Λευκούς. (Ο Τουχατσέφσκι εκκαθάρισε αυτήν την Βανδέα1 προς τα μέσα του 1921).

Υπό αυτές τις συνθήκες, το κόμμα θα έπρεπε να είχε υποχωρήσει παραδεχόμενο ότι το υπάρχον οικονομικό σύστημα ήταν απαράδεκτο. Δεν θα έπρεπε, ωστόσο, να παραιτηθεί από την εξουσία. «Παρά τα ελαττώματά του, παρά τις καταχρήσεις του, παρά τα πάντα», έγραφα τότε, «το μπολσεβίκικο κόμμα, λόγω του μεγέθους του, της διορατικότητάς του, της σταθερότητάς του, είναι η οργανωμένη δύναμη στην οποία πρέπει να στηρίξουμε την πίστη μας. Η Επανάσταση δεν έχει στη διάθεσή της κανένα άλλο όπλο και δεν είναι πλέον ικανή για πραγματική ανανέωση από μέσα».

Σύντροφος ενάντια σε σύντροφο

Το Πολιτικό Γραφείο αποφάσισε τελικά να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Κρονστάνδη, να θέσει τελεσίγραφο και, ως έσχατη λύση, να επιτεθεί στο φρούριο και στα καθηλωμένα θωρηκτά. Όπως αποδείχτηκε, καμία διαπραγμάτευση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αλλά ένα τελεσίγραφο, διατυπωμένο σε αποκρουστική γλώσσα, εμφανίστηκε στις αφίσες πάνω από την υπογραφή του Λένιν και του Τρότσκι: «Παραδοθείτε γιατί αλλιώς θα πυροβοληθείτε σαν κουνέλια!» Ο Τρότσκι, περιορίζοντας τις δραστηριότητές του στο Πολιτικό Γραφείο, έμεινε μακριά από την Πετρούπολη.

Εν τω μεταξύ, η Τσεκά είχε κηρύξει τον πόλεμο στους μενσεβίκους σοσιαλδημοκράτες δημοσιεύοντας ένα εξωφρενικό επίσημο έγγραφο που τους κατηγορούσε ότι «συνωμοτούν με τον εχθρό, σχεδιάζουν σαμποτάζ στους σιδηροδρόμους» κ.λπ. Οι ίδιοι οι μπολσεβίκοι ηγέτες βρέθηκαν σε αμηχανία· απέρριψαν τις κατηγορίες: «Κι άλλα παραληρήματα της Τσεκά»! Όμως άφησαν τις κατηγορίες να υπάρχουν και υποσχέθηκαν μόνο ότι δεν θα γίνονταν συλλήψεις και ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Όμως, οι ηγέτες των μενσεβίκων Νταν και Αμπράμοβιτς συνελήφθησαν (στην Πετρούπολη): και η Τσεκά (με επικεφαλής εκείνη την εποχή, όπως θυμάμαι, έναν κοκκινομάλλη εργάτη ονόματι Σεμιόνοφ, έναν σκληρό, αδαή ανθρωπάκο) ήθελε να τους εκτελέσει, με το αιτιολογικό ότι είχαν οργανώσει την απεργία, η οποία ήταν πλέον σχεδόν γενική (και τουλάχιστον κατά 75% αυθόρμητη). Είχα μόλις συγκρουστεί με τον Σεμιόνοφ για δύο φοιτητές που είχε συλλάβει αυθαίρετα η Τσεκά. Ενημέρωσα τον Λένιν μέσω του Γκόρκι (ο οποίος παρενέβαινε επίσης εκείνη τη στιγμή για να σώσει τους ηγέτες των μενσεβίκων). Μόλις ενημερώθηκε ο Λένιν, ξέραμε ότι οι φίλοι μας ήταν εκτός κινδύνου.

Στις αρχές Μαρτίου, τα στρατεύματα του Κόκκινου Στρατού προχώρησαν μέσω του πάγου εναντίον του φρουρίου και του στόλου της Κρονστάνδης. Το πυροβολικό των εξεγερμένων άνοιξε πυρ κατά των επιτιθέμενων. Οι πεζικάριοι που φορούσαν μακριά λευκά πανωφόρια προωθήθηκαν κατά κύματα και σε ορισμένα σημεία ο πάγος έσπασε από κάτω τους. Εδώ και εκεί ένας τεράστιος όγκος πάγου ξεκολλούσε και, αναποδογυρίζοντας αργά, παρέσυρε το ανθρώπινο φορτίο του στα μαύρα βάθη του νερού. Και τότε, σύντροφος εναντίον συντρόφου, άρχισε η ντροπιαστική σφαγή...

«Θα γίνουμε το δικό μας Θερμιδόρ»

Εν τω μεταξύ, στη Μόσχα, το Δέκατο Συνέδριο του κόμματος, με πρόταση του Λένιν, είχε καταργήσει το σύστημα επιτάξεων («πολεμικός κομμουνισμός») και είχε θέσει σε εφαρμογή τη ΝΕΠ. Όλα τα οικονομικά αιτήματα της Κρονστάνδης είχαν ικανοποιηθεί! Το συνέδριο ταυτόχρονα, έκανε τα πάντα για να εκτοξεύσει ύβρεις εναντίον όλων των ομάδων της αντιπολίτευσης. Η Εργατική Αντιπολίτευση, για παράδειγμα, είχε περιγραφεί ως «αναρχοσυνδικαλιστική παρέκκλιση με την οποία το κόμμα δεν μπορεί να συμβιβαστεί», αν και δεν ήταν αναρχική με καμία έννοια, και δεν είχε υποστηρίξει τίποτα άλλο παρά τη συνδικαλιστική διαχείριση της παραγωγής (η οποία, παρεμπιπτόντως, θα ήταν ένα μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση της εργατικής δημοκρατίας). Τέλος, το Συνέδριο είχε επιστρατεύσει τα μέλη του, πολλά από τα οποία ανήκαν σε ομάδες της αντιπολίτευσης, για τη μάχη κατά της Κρονστάνδης. Ο ακροαριστερός Ντιμπένκο, ο ίδιος κάποτε ναύτης της Κρονστάνδης, και ο συγγραφέας και στρατιώτης Μπουμπνόφ, ηγέτης της ομάδας υπέρ του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού», πήγαν να δώσουν μάχη στον πάγο – ενάντια σε εξεγερμένους με τους οποίους, βαθιά μέσα τους, δεν είχαν καμιά διαφωνία. Ο Τουχατσέφσκι προετοίμαζε τώρα την τελική επίθεση.

Σε μια από αυτές τις μαύρες μέρες, ο Λένιν είπε σε έναν φίλο μου (χρησιμοποιώ τα ακριβή του λόγια): «Αυτό είναι το Θερμιδόρ. Αλλά δεν θα αφήσουμε να μας οδηγήσουν στην γκιλοτίνα. Θα κάνουμε το δικό μας Θερμιδόρ».

Το περιστατικό του Οριανιενμπάουμ δεν αναφέρεται ποτέ, αλλά κατά τη γνώμη μου έφερε τους εξεγερμένους της Κρονστάνδης σε απόσταση αναπνοής από μια νίκη που δεν ήθελαν – και που θα μπορούσε εύκολα να έχει οδηγήσει στην πτώση της Πετρούπολης. Ο Σερζ Ζόριν, ο ξανθός Βίκινγκ που ήταν γραμματέας της Επιτροπής της Πετρούπολης, παρατήρησε κάτι περίεργο στις διαταγές που έδινε ένας από τους διοικητές του πεζικού. Για παράδειγμα, ορισμένοι αυθαίρετα επιλεγμένοι δόκιμοι κρατούσαν σκοπιά κοντά στα πυροβολεία και γίνονταν ανακατατάξεις για τις οποίες δεν υπήρχε προφανής λόγος. Μετά από μερικές ημέρες δεν υπήρχε πλέον καμία αμφιβολία ότι υπήρχε συνωμοσία. Ως πράξη αλληλεγγύης προς την Κρονστάνδη, ένα ολόκληρο σύνταγμα επρόκειτο να αλλάξει στρατόπεδο και να καλέσει τον στρατό να επαναστατήσει. Ο Ζόριν παρέταξε αμέσως στο σύνταγμα άνδρες στους οποίους μπορούσε να βασιστεί, διπλασίασε τον αριθμό των φυλακίων και τον αριθμό των στρατιωτών που είχαν τοποθετηθεί σε κάθε ένα από αυτά και συνέλαβε τον διοικητή του συντάγματος, έναν άνδρα που είχε περάσει πολλά χρόνια ως αξιωματικός στον αυτοκρατορικό στρατό. Ήταν ωμά ειλικρινής: «Για χρόνια περίμενα με ανυπομονησία εκείνη την ώρα. Σας μισώ, δολοφόνοι της Ρωσίας. Τώρα που έχασα, η ζωή δεν σημαίνει τίποτα για μένα». Μαζί με έναν σημαντικό αριθμό συνεργατών του, εκτελέστηκε. Το σύνταγμά του, παρεμπιπτόντως, είχε ανακληθεί από το μέτωπο στην Πολωνία.

Η Τσεκά αναλαμβάνει

Η εξέγερση έπρεπε να κατασταλεί πριν από το λιώσιμο των πάγων. Η τελική επίθεση εξαπολύθηκε από τον Τουχατσέφσκι στις 17 Μαρτίου και κατέληξε σε μια παράτολμη νίκη. Οι ναύτες της Κρονστάνδης, που πολεμούσαν χωρίς κατάλληλους αξιωματικούς (ένας από αυτούς, βέβαια, ήταν ένας πρώην αξιωματικός ονόματι Κοζλόφσκι, αλλά έπαιζε ασήμαντο ρόλο και δεν είχε καμία εξουσία), χρησιμοποίησαν ανεπαρκώς το πυροβολικό τους. Κάποιοι διέφυγαν στη Φινλανδία, κάποιοι έδωσαν μια άγρια αμυντική μάχη, από φρούριο σε φρούριο και από δρόμο σε δρόμο, και πέθαναν φωνάζοντας. «Ζήτω η Παγκόσμια Επανάσταση!» Κάποιοι πέθαναν ακόμη και με την κραυγή: «Ζήτω η Κομμουνιστική Διεθνής!» Αρκετές εκατοντάδες μεταφέρθηκαν στην Πετρούπολη και παραδόθηκαν στην Τσεκά, η οποία μήνες αργότερα –εγκληματικά, ανόητα– εξακολουθούσε να τους εκτελεί ανά μικρές ομάδες. Αυτοί οι κρατούμενοι ανήκαν ψυχή τε και σώματι στην επανάσταση, είχαν εκφράσει τα βάσανα και τη θέληση του ρωσικού λαού και υπήρχε η ΝΕΠ για να δείξει ότι είχαν δίκιο! Επιπλέον, είχαν συλληφθεί σε έναν εμφύλιο πόλεμο και από μια κυβέρνηση που για μεγάλο χρονικό διάστημα υποσχόταν αμνηστία σε όσους από τους αντιπάλους της ήταν πρόθυμοι να γίνουν υποστηρικτές της. Ο Ντζερζίνσκι προήδρευε αυτής της ατελείωτης σφαγής – ή τουλάχιστον την άφηνε να συμβεί.

Οι ηγέτες της Κρονστάνδης, άνδρες άγνωστοι μέχρι την εξέγερση, προέρχονταν από τις τάξεις της. Ένας από αυτούς, ο Πετριτσένκο, διέφυγε στη Φινλανδία και μπορεί να είναι ακόμη ζωντανός. Ένας άλλος, ο Περεπέλκιν, εμφανίστηκε αργότερα ανάμεσα σε κάποιους φίλους που συνήθιζα να επισκέπτομαι στην παλιά φυλακή στην οδό Σπαλνέρναγια – από την οποία είχαν περάσει τόσοι επαναστάτες, ο Λένιν και ο Τρότσκι, μεταξύ άλλων, τις προηγούμενες εποχές. Από τα βάθη του κελιού του, πριν εξαφανιστεί οριστικά από τα μάτια μας, ο Περεπέλκιν μας είπε όλη την ιστορία της Κρονστάνδης.

Εκείνη η θλιβερή 18η Μαρτίου! Οι πρωινές εφημερίδες είχαν μεγάλα πρωτοσέλιδα προς τιμήν της προλεταριακής επετείου της Παρισινής Κομμούνας. Και κάθε φορά που τα κανόνια έριχναν στην Κρονστάνδη, τα τζάμια των παραθύρων κροτάλιζαν στα κουφώματά τους. Στα γραφεία του Σμόλνι, όλοι ένιωθαν ανήσυχοι. Οι συζητήσεις αποφεύγονταν, εκτός από τις συνομιλίες μεταξύ στενών φίλων και ακόμη και αυτοί μιλούσαν απότομα μεταξύ τους. Το απέραντο τοπίο του Νέβα δεν μου είχε φανεί ποτέ άλλοτε τόσο ζοφερό και έρημο. (Κατά μια αξιοσημείωτη σύμπτωση, εκείνη την ίδια 18η Μαρτίου έγινε μια κομμουνιστική εξέγερση στο Βερολίνο, η ήττα της οποίας σηματοδότησε μια καμπή στη στρατηγική της Διεθνούς, από την επίθεση στην άμυνα).

Οι μεγάλες ιδέες πεθαίνουν

Η Κρονστάνδη εγκαινίασε μια περίοδο αμφιβολιών και απογοήτευσης στο εσωτερικό του κόμματος. Στη Μόσχα, ένας μπολσεβίκος ονόματι Πενιούτσκιν, ο οποίος είχε διακριθεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, παραιτήθηκε από το κόμμα για να ιδρύσει ένα νέο πολιτικό κίνημα που θα ονομαζόταν, αν θυμάμαι καλά, Σοβιετικό Κόμμα. Έστησε τα κεντρικά γραφεία του κόμματός του σε έναν δρόμο με εργατικά σπίτια, και για ένα διάστημα δεν έγινε τίποτα. Στη συνέχεια συνελήφθη. Αρκετοί σύντροφοι ήρθαν σε μένα και μου ζήτησαν να παρέμβω υπέρ της γυναίκας και του παιδιού του, που είχαν εκδιωχθεί από το σπίτι τους και κοιμόντουσαν κάπου σε μια αίθουσα. Δεν ήμουν σε θέση να κάνω τίποτα γι’ αυτούς. Ο εργάτης Μιάσνικοφ, ένας άλλος παλιός μπολσεβίκος –είχε πάρει μέρος στην εξέγερση στον Άνω Βόλγα το 1905, και υπήρχε στενός προσωπικός δεσμός μεταξύ αυτού και του Λένιν– μίλησε υπέρ της ελευθερίας του Τύπου «για όλους, από τους αναρχικούς στο ένα άκρο μέχρι τους μοναρχικούς στο άλλο». Έπειτα από μια έντονη ανταλλαγή επιστολών ήρθε σε ρήξη με τον Λένιν και σε λίγο καιρό απελάθηκε στο Ερεβάν, στην Αρμενία. Από εκεί πήγε στην Τουρκία. Θα τον συναντούσα στο Παρίσι περίπου είκοσι χρόνια αργότερα. Η «Εργατική Αντιπολίτευση» φαινόταν να οδεύει προς μια οριστική ρήξη με το Κόμμα.

Για την ακρίβεια, ήμασταν ήδη σε καλό δρόμο προς το να μας κατακλύσει ένας αναδυόμενος ολοκληρωτισμός. Η ίδια η λέξη «ολοκληρωτισμός» δεν είχε ακόμη εμφανιστεί, αλλά αυτό που αντιπροσωπεύει γινόταν αδίστακτα κυρίαρχο, χωρίς να το γνωρίζουμε. Ανήκα στη γελοιωδώς μικρή μειοψηφία που το γνώριζε. Αλλά η πλειοψηφία, τόσο των ηγετών του κόμματος όσο και των αγωνιστών του, είχε καταλήξει να θεωρεί τον «πολεμικό κομμουνισμό» ως μια απλώς προσωρινή οικονομική προσαρμογή ανάλογη με τις εξαιρετικά συγκεντρωτικές παραγωγικές ρυθμίσεις που είχαν εκπονήσει η Γερμανία, η Γαλλία και η Αγγλία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αυτά τα συστήματα συγκεντρωτισμού είχαν ονομαστεί «Πολεμικός Καπιταλισμός». Έτσι, η πλειοψηφία πίστευε ότι μόλις αποκατασταθεί η ειρήνη η κατάσταση πολιορκίας θα διαλυόταν αυτόματα και ότι τότε θα επιστρέφαμε σε κάποιο είδος σοβιετικής δημοκρατίας – τι είδους δεν ήταν πλέον δυνατόν να πούμε.

Οι μεγάλες ιδέες του 1917, οι ιδέες που είχαν κάνει εφικτό, το μπολσεβίκικο κόμμα να παρασύρει μαζί του τις αγροτικές μάζες, το στρατό, την εργατική τάξη και τη μαρξιστική διανόηση, ήταν σίγουρα νεκρές. Δεν είχε ταχθεί ο Λένιν, το 1917, υπέρ ενός σοβιετικού Τύπου τόσο ελεύθερου, ώστε κάθε ομάδα που θα μπορούσε να συγκεντρώσει 10.000 υποστηρικτές θα μπορούσε να εκδώσει τη δική της εφημερίδα, και μάλιστα με δημόσια δαπάνη; Δεν είχε γράψει ότι η μεταβίβαση της εξουσίας από το ένα κόμμα στο άλλο μέσα στα Σοβιέτ θα μπορούσε να γίνει ειρηνικά, χωρίς έντονες συγκρούσεις; Δεν είχε κρατήσει, στη θεωρία του για το Σοβιετικό Κράτος, την υπόσχεση μιας μορφής πολιτικής οργάνωσης εντελώς διαφορετικής από τα παλιά αστικά κράτη, «χωρίς αξιωματούχους και χωρίς αστυνομικούς, εκτός από τον ίδιο το λαό;» – ένα κράτος στο οποίο οι εργάτες θα ασκούσαν την εξουσία απευθείας μέσω του δικού τους συστήματος πολιτοφυλακών; Με το μονοπώλιο της εξουσίας, την Τσεκά και τον Κόκκινο Στρατό, το μόνο που απέμεινε από αυτό το όνειρο ενός «Κράτους-Κομμούνας» ήταν ένας μύθος, που ενδιαφέρει μόνο τους θεολόγους. Ο πόλεμος, τα μέτρα εσωτερικής άμυνας κατά της αντεπανάστασης και η πείνα (που οδήγησε στη δημιουργία ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού για να φροντίσει για το δελτίο τροφίμων) είχαν βάλει τέλος στη σοβιετική δημοκρατία. Πώς και πότε θα ξαναγεννιόταν; Το κόμμα έτρεφε τον εαυτό του ακριβώς με την πεποίθηση ότι η παραμικρή χαλάρωση της λαβής του στην εξουσία θα έδινε στην αντίδραση την ευκαιρία που περίμενε.

Το ολοκληρωτικό δυναμικό

Εκτός από αυτούς τους ιστορικούς παράγοντες, υπήρχαν και σημαντικοί ψυχολογικοί παράγοντες. Ο μαρξισμός σήμαινε διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικές περιόδους. Παιδί της αστικής επιστήμης και φιλοσοφίας από τη μια πλευρά και των επαναστατικών προσδοκιών του προλεταριάτου από την άλλη, κάνει την εμφάνισή του σε μια εποχή που ο καπιταλισμός εισέρχεται στην παρακμή του. Προβάλλεται ως ο φυσικός κληρονόμος της κοινωνίας που τον γέννησε. Όπως ακριβώς η καπιταλιστική-βιομηχανική κοινωνία τείνει να τραβήξει ολόκληρο τον κόσμο στην τροχιά της και να φέρει κάθε πτυχή της ζωής σε συμφωνία με την αξία της, έτσι και ο μαρξισμός των αρχών του εικοστού αιώνα επιδιώκει να ξαναφτιάξει τα πάντα – το σύστημα κατοχής της ιδιοκτησίας, τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, τον χάρτη του κόσμου (κατάργηση των συνόρων), ακόμη και την εσωτερική ζωή του ανθρώπου (εκτόπιση της θρησκείας). Εφόσον ο στόχος του ήταν ο συνολικός μετασχηματισμός, ήταν, ετυμολογικά μιλώντας, ολοκληρωτικός. Περιελάμβανε μέσα του και τις δύο όψεις της κοινωνίας που ερχόταν στο προσκήνιο: τη δημοκρατική και την αυταρχική. Το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, το μεγαλύτερο από τα μαρξιστικά κόμματα κατά την περίοδο 1880-1920, υιοθέτησε μια γραφειοκρατική μορφή οργάνωσης που είχε ως πρότυπο το ίδιο το κράτος. Αφιερώθηκε στην κατάκτηση της εξουσίας μέσα στο αστικό κράτος και κατέληξε να σκέφτεται με όρους κρατικού σοσιαλισμού.

Η μπολσεβίκικη σκέψη θεωρεί δεδομένο ότι η αλήθεια είναι το ιδιαίτερο κτήμα της. Για τον Λένιν, για τον Μπουχάριν, για τον Τρότσκι, για τον Πρεομπραζένσκι, για πολλούς άλλους στοχαστές που θα μπορούσα να αναφέρω, η υλιστική διαλεκτική του Μαρξ και του Ένγκελς ήταν ταυτόχρονα ο νόμος της ανθρώπινης σκέψης και ο νόμος της φυσικής ανάπτυξης των κοινωνιών. Το κόμμα, πολύ απλά, είναι ο θεματοφύλακας της αλήθειας· κάθε ιδέα που διαφέρει από το κομματικό δόγμα είναι είτε ολέθριο σφάλμα είτε οπισθοδρόμηση. Εδώ, λοιπόν, βρίσκεται η πηγή της αδιαλλαξίας του κόμματος. Εξαιτίας της ακλόνητης πεποίθησής του για την υψηλή αποστολή του, αναπτύσσει εκπληκτικά αποθέματα ηθικής ενέργειας – και μια θεολογική μεταστροφή του μυαλού που εύκολα γίνεται ιεροεξεταστική. Ο «προλεταριακός γιακωβινισμός» του Λένιν, με την ανιδιοτέλειά του, την πειθαρχία του τόσο στη σκέψη όσο και στη δράση, εμφυτεύτηκε στην ψυχολογία των στελεχών των οποίων ο χαρακτήρας είχε διαμορφωθεί υπό το παλιό καθεστώς – δηλαδή, κατά τη διάρκεια του αγώνα κατά του δεσποτισμού. Φαίνεται να είναι αναμφισβήτητο ότι ο Λένιν επέλεξε ως συνεργάτες του άνδρες των οποίων η ιδιοσυγκρασία ήταν αυταρχική. Ο τελικός θρίαμβος της επανάστασης ελάφρυνε το σύμπλεγμα κατωτερότητας των μαζών – των πάντα τρομοκρατημένων και πάντα καταπιεσμένων μαζών. Ταυτόχρονα, όμως, ξύπνησε μέσα τους την επιθυμία για αντεκδίκηση και αυτή η επιθυμία έτεινε να κάνει τους νέους θεσμούς δεσποτικούς. Έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια πώς ένας άνθρωπος που μόλις χθες ήταν εργάτης ή ναύτης μεθάει από την άσκηση της εξουσίας – πώς απολαμβάνει να υπενθυμίζει στους άλλους ότι από τώρα και στο εξής αυτός δίνει τις εντολές.

«Ο κίνδυνος ήταν μέσα»

Αυτές οι ίδιες εκτιμήσεις εξηγούν ορισμένες από τις αντιφάσεις με τις οποίες οι ίδιοι οι ηγέτες (παρά τις φραστικές και μερικές φορές δημαγωγικές λύσεις που η διαλεκτική τους επιτρέπει να προβάλλουν) πάλεψαν μάταια. Σε εκατό διαφορετικές περιπτώσεις ο Λένιν έπλεξε το εγκώμιο της δημοκρατίας και επέμεινε ότι η δικτατορία του προλεταριάτου είναι ταυτόχρονα «μια δικτατορία ενάντια στους απαλλοτριωμένους απαλλοτριωτές» και «η ευρύτερη εργατική δημοκρατία». Το πίστευε, ήθελε να είναι αληθινό. Πήγε στα εργοστάσια για να κάνει απολογισμό της διαχείρισής του. Ήθελε να αντιμετωπίσει την ολομέτωπη κριτική των εργατών... Αλλά έγραψε το 1918 ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν ήταν καθόλου ασυμβίβαστη με την προσωπική εξουσία, και με αυτόν τον τρόπο δικαιολόγησε εκ των προτέρων ένα είδος βοναπαρτισμού. Όταν ο παλιός του φίλος και συνεργάτης Μπογκντάνοφ εμφανίστηκε με ενοχλητικές αντιρρήσεις, ο Λένιν τον έκλεισε μέσα. Έθεσε εκτός νόμου τους μενσεβίκους με την αιτιολογία ότι ήταν «μικροαστοί» σοσιαλιστές που γίνονταν ενοχλητικοί με το να κάνουν πάντα λάθος. Καλωσόρισε τον εκπρόσωπο των Αναρχικών Μάχνο και προσπάθησε να τον πείσει για την εγκυρότητα του μαρξιστικού δόγματος· παρ’ όλα αυτά, ο Αναρχισμός τέθηκε επίσης εκτός νόμου – αν όχι με πρωτοβουλία του Λένιν, τουλάχιστον με τη συγκατάθεσή του. Διέταξε μια πολιτική αποχής από τις εκκλησίες και υποσχέθηκε στους πιστούς ανακωχή – αλλά συνέχισε να λέει ότι «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Προχωρούσαμε προς μια αταξική κοινωνία, μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων – αλλά το κόμμα δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να υπενθυμίζει στους ανθρώπους ότι «η βασιλεία των εργατών δεν θα τελειώσει ποτέ». Πάνω σε ποιον θα βασίλευαν τότε οι εργάτες; Και αυτή η λέξη «βασιλεία» – τι σημαίνει τέλος πάντων; Ολοκληρωτισμό – και μάλιστα μέσα μας!

 

Victor Serge, «Kronstadt ‘21», στο: Dwight and Nancy MacDonald, Politics, 1945. Αναδημοσίευση: Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/serge/1945/memoirs/ch04x.htm.

Το κείμενο περιλαμβάνεται και στο βιβλίο: Mémoires d’un révolutionnaire, 1901–1941, Παρίσι 1951 (στα ελληνικά: Σερζ Βικτόρ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, Scripta, Αθήνα 2008, σσ. 188-202).

 

 

Βικτόρ Σερζ

 

Η αλήθεια για την Κρονστάνδη

(1937)

 

Απαντώντας σε έναν Γερμανό δημοσιογράφο που τον είχε ρωτήσει σχετικά με αυτά τα ζητήματα, ο Λέων Ντ. Τρότσκι δημοσίευσε στη ρωσική έκδοση του Δελτίου της Μπολσεβικικής-Λενινιστικής Αντιπολίτευσης (Ιούλιος 1937) μια μάλλον σύντομη επιστολή στην οποία συζητά για την εξέγερση της Κρονστάνδης και τον Μάχνο. Η Ίντα Μεττ του απάντησε σε αυτό το περιοδικό θέτοντας αρκετά νέα ερωτήματα σημαντικής σημασίας2. Κανείς άλλος εκτός από τον Τρότσκι δεν είναι ικανός να γράψει τη μεγάλη ιστορία των πιο δύσκολων και αξιομνημόνευτων χρόνων της επανάστασης, μια ιστορία που είναι απαραίτητη για όποιον θέλει να συντάξει τον απολογισμό αυτής της μεγάλης εμπειρίας. Υπάρχουν πολλοί από εμάς που την περιμένουμε και ελπίζουμε ότι θα σχεδιαστεί με κριτικό, ακόμη και αυτοκριτικό πνεύμα... και γι’ αυτό οι λίγες γραμμές που δημοσιεύονται από το Δελτίο της Αντιπολίτευσης μου φαίνονται σήμερα ανεπαρκείς και άδικες από πολλές απόψεις. «Παρέμεινε» (στην Κρονστάνδη), γράφει ο Τρότσκι, «η γκρίζα μάζα, με μεγάλη επιτήδευση που δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει θυσίες για την Επανάσταση. Η χώρα λιμοκτονούσε, οι ναύτες της Κρονστάνδης απαιτούσαν προνόμια... το κίνημα είχε επομένως αντεπαναστατικό χαρακτήρα. Και αφού οι ναύτες είχαν καταλάβει το φρούριο, ήμασταν αναγκασμένοι να τους συντρίψουμε με τη βία...»3. Ήμουν στην Πετρούπολη εκείνη την εποχή, δούλευα μαζί με τον Ζινόβιεφ, είδα αυτά τα γεγονότα από πρώτο χέρι. Διάβασα πολύ προσεκτικά, στη συνέχεια, όλα τα τεύχη της Ιζβέστια [επίσημο όργανο – σ.επ.] του επαναστατημένου Σοβιέτ της Κρονστάνδης. Είναι αλήθεια ότι η χώρα λιμοκτονούσε· θα ήταν μάλιστα αλήθεια να πούμε ότι η χώρα βρισκόταν στο τέλος των αποθεμάτων της, ότι κυριολεκτικά πεθαίνανε από την πείνα παντού. Είναι ανακριβές να πούμε ότι οι ναύτες της Κρονστάνδης είχαν απαιτήσει προνόμια – απαίτησαν για τις πόλεις γενικά την καταστολή της ειδικής αστυνομίας (ζαγκραντιτέλνιε οτριάντι) που περικύκλωνε την πόλη για να εμποδίσει τον πληθυσμό να προμηθεύεται τρόφιμα από τη χώρα με δικά του μέσα· αργότερα, όταν είδαν ότι είχαν εμπλακεί σε μια θανάσιμη μάχη, διατύπωσαν μια σειρά από πολιτικά αιτήματα που ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα για εκείνη τη στιγμή, αλλά τα οποία υποκινούνταν από ένα ειλικρινές επαναστατικό πνεύμα. Αυτά ήταν τα αιτήματα των ελεύθερα εκλεγμένων Σοβιέτ.

Θα ήταν εύκολο να αποφευχθούν τα γεγονότα ακούγοντας τα παράπονα της Κρονστάνδης και συζητώντας τα, ακόμη και δίνοντας κάποια ικανοποίηση στους ναύτες (θα το αποδείξουμε αυτό αργότερα). Η Κεντρική Επιτροπή διέπραξε το τεράστιο λάθος να στείλει τον Καλίνιν, ο οποίος είχε ήδη συμπεριφερθεί ως σκληρός και ανίκανος γραφειοκράτης. Τον αποδοκίμασαν.

Θα ήταν εύκολο, ακόμη και μετά την έναρξη των μαχών, να αποφευχθούν τα χειρότερα: θα αρκούσε να δεχτούμε τις προτάσεις διαμεσολάβησης των Αναρχικών (κυρίως της Έμμα Γκόλντμαν και του Αλεξάντερ Μπέρκμαν) που είχαν ισχυρούς δεσμούς με τους εξεγερμένους. Για λόγους γοήτρου, και λόγω ενός υπερφίαλου αυταρχικού πνεύματος, η Κεντρική Επιτροπή αρνήθηκε. Η κύρια ευθύνη για όλα αυτά πρέπει να αποδοθεί στον Ζινόβιεφ, πρόεδρο του Σοβιέτ της Πετρούπολης, ο οποίος μόλις είχε εξαπατήσει ολόκληρο το Κόμμα, όλο το προλεταριάτο του τμήματος αυτού και όλο τον πληθυσμό λέγοντας ότι «ο στρατηγός της Λευκής Φρουράς Κοζλόφσκι είχε καταλάβει προδοτικά την Κρονστάνδη». Θα ήταν πιο εύκολο, πιο ανθρώπινο, πιο πολιτικό και πιο σύμφωνο με το πνεύμα του σοσιαλισμού, μετά τη στρατιωτική νίκη επί της Κρονστάνδης από τους Βοροσίλοφ, Ντιμπένκο, Τουχατσέφσκι, να μην έχει γίνει μια τέτοια σφαγή... Η σφαγή που ακολούθησε ήταν αποτρόπαια.

Τα οικονομικά αιτήματα της Κρονστάνδης ήταν τόσο δίκαια, τόσο πολύ μακριά από το να είναι αντεπαναστατικά, τόσο εύκολα να ικανοποιηθούν ώστε, την ίδια στιγμή που πυροβολούσαν τους τελευταίους στασιαστές, ο Λένιν ικανοποίησε αυτά τα αιτήματα υιοθετώντας τη Νέα Οικονομική Πολιτική. Η Ν.Ε.Π. επιβλήθηκε από τα γεγονότα της Κρονστάνδης, του Ταμπόφ και άλλων περιοχών. Γιατί πρέπει να το πούμε ξεκάθαρα: Η διορατικότητα του Λένιν και η διορατικότητα της Κεντρικής Επιτροπής δεν ήθελαν να δουν αυτό που αισθανόταν όλη η χώρα: ότι ο πολεμικός κομμουνισμός είχε φτάσει σε ένα αδιέξοδο στο οποίο δεν μπορούσε πλέον να ζήσει κανείς.

 

Vangard , τόμος 4, τεύχος 1, Νοέμβριος 1937, σελ. 6.

Το παραπάνω άρθρο του Victor Serge αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου άρθρου με τίτλο «Λόγια και πράξεις», το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος της 25ης Σεπτεμβρίου του περιοδικού La Révolution Prolétarienne.

Victor Serge, «The Truth about Krondstadt», Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/serge/1937/11/truth-kronstadt.htm

 

 

Βικτόρ Σερζ

 

Άλλη μια φορά: Κρονστάνδη

(1938)

 

Λαμβάνω το περιοδικό σας με μεγάλη ευχαρίστηση. Είναι προφανώς το καλύτερο επαναστατικό μαρξικό όργανο σήμερα. Πιστέψτε με ότι όλη μου η συμπάθεια είναι μαζί σας και ότι αν είναι δυνατόν να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου, θα το κάνω με τη μεγαλύτερη προθυμία.

Κάποια μέρα θα απαντήσω στα άρθρα του Ράιτ και του Λ. Ντ. Τρότσκι για την Κρονστάνδη. Αυτό το σημαντικό ζήτημα αξίζει να ξανασυζητηθεί διεξοδικά και οι δύο μελέτες που έχετε δημοσιεύσει απέχουν πολύ, πάρα πολύ, από το να το εξαντλήσουν. Καταρχήν, εκπλήσσομαι που βλέπω τους συντρόφους μας Ράιτ4 και Λ. Ντ. Τρότσκι να χρησιμοποιούν μια συλλογιστική από την οποία, μου φαίνεται ότι πρέπει να προσέχουμε και να απέχουμε. Διαπιστώνουν ότι το δράμα της Κρονστάνδης, το 1921, προκαλεί σχόλια ταυτόχρονα από τους σοσιαλεπαναστάτες, τους μενσεβίκους, τους αναρχικούς και άλλους· και από αυτό το γεγονός, φυσικό σε μια εποχή ιδεολογικής σύγχυσης, αναθεώρησης των αξιών, συγκρούσεων των σεκτών, οδηγούνται σε ένα είδος αμαλγάματος. Ας είμαστε δύσπιστοι απέναντι στα αμαλγάματα και σε τέτοιους μηχανικούς συλλογισμούς. Τους έχει γίνει πάρα πολύ κατάχρηση στη ρωσική επανάσταση και βλέπουμε πού οδηγεί αυτό. Οι αστοί φιλελεύθεροι, οι μενσεβίκοι, οι αναρχικοί, οι επαναστάτες μαρξιστές εξετάζουν το δράμα της Κρονστάνδης από διαφορετικές θέσεις και για διαφορετικούς λόγους, τους οποίους είναι καλό και αναγκαίο να έχουμε υπόψη μας, αντί να βάζουμε όλα τα κριτικά πνεύματα κάτω από έναν ενιαίο χαρακτηρισμό και να καταλογίζουμε σε όλους την ίδια εχθρότητα απέναντι στον μπολσεβικισμό.

Το πρόβλημα είναι, στην πραγματικότητα, πολύ μεγαλύτερο από το γεγονός της Κρονστάνδης, το οποίο ήταν μόνο ένα επεισόδιο. Ο Ράιτ και ο Λ. Ντ. Τρότσκι υποστηρίζουν μια εξαιρετικά απλή θέση: ότι η εξέγερση της Κρονστάνδης ήταν αντικειμενικά αντεπαναστατική και ότι η πολιτική της Κεντρικής Επιτροπής του Λένιν και του Τρότσκι εκείνη την εποχή ήταν σωστή πριν, κατά τη διάρκεια και μετά. Σωστή αυτή η πολιτική ήταν, σε μια ιστορική και επιπλέον μεγαλειώδη κλίμακα, που της επέτρεπε να είναι τραγικά και επικίνδυνα εσφαλμένη, λανθασμένη, σε διάφορες συγκεκριμένες περιστάσεις. Αυτό θα ήταν χρήσιμο και θαρραλέο να το αναγνωρίσουμε σήμερα, αντί να επιβεβαιώνουμε το αλάθητο μιας γενικής γραμμής του 1917-1923. Παραμένει σε γενικές γραμμές το γεγονός ότι οι εξεγέρσεις της Κρονστάνδης και άλλων περιοχών σηματοδότησαν για το κόμμα την απόλυτη αδυναμία επιμονής στο δρόμο του πολεμικού κομμουνισμού. Η χώρα πέθαινε από την οδυνηρή κρατικοποίηση. Ποιος λοιπόν είχε δίκιο; Η Κεντρική Επιτροπή που επέμενε σε έναν δρόμο χωρίς προοπτική ή οι μάζες που οδηγήθηκαν στα άκρα από την πείνα; Μου φαίνεται αναμφισβήτητο ότι ο Λένιν διέπραξε εκείνη την εποχή το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του. Χρειάζεται να θυμηθούμε ότι λίγες εβδομάδες πριν από την καθιέρωση της ΝΕΠ, ο Μπουχάριν δημοσίευσε ένα οικονομοτεχνικό έργο που έδειχνε ότι το σύστημα που λειτουργούσε ήταν πράγματι η πρώτη φάση του σοσιαλισμού; Επειδή είχε υποστηρίξει, στις επιστολές του προς τον Λένιν, μέτρα συμφιλίωσης με τους αγρότες, ο ιστορικός Ροζχόφ είχε μόλις απελαθεί στο Πσκοφ. Έφόσον η Κρονστάνδη εξεγέρθηκε, έπρεπε να υποταχθεί, χωρίς αμφιβολία. Αλλά τι έγινε για να προληφθεί η εξέγερση; Γιατί απορρίφθηκε η μεσολάβηση των αναρχικών της Πετρούπολης; Μπορεί κανείς, τέλος, να δικαιολογήσει την αναίσθητη και, επαναλαμβάνω, αποτρόπαια σφαγή των ηττημένων της Κρονστάνδης που εξακολουθούσαν να εκτελούνται κατά συρροή στις φυλακές της Πετρούπολης τρεις μήνες μετά το τέλος της εξέγερσης;

Ήταν άνδρες του ρωσικού λαού, καθυστερημένοι ίσως, αλλά ανήκαν στις μάζες της ίδιας της επανάστασης.

Ο Λ. Ντ. Τρότσκι τονίζει ότι οι ναύτες και οι στρατιώτες της Κρονστάνδης του 1921 δεν ήταν πλέον οι ίδιοι, όσον αφορά την επαναστατική συνείδηση, με εκείνους του 1918. Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά το κόμμα του 1921 – ήταν το ίδιο με εκείνο του 1918; Δεν έπασχε ήδη από μια γραφειοκρατική μόλυνση που συχνά το απομάκρυνε από τις μάζες και το καθιστούσε απάνθρωπο απέναντί τους; Θα ήταν καλό να ξαναδιαβάσουμε σε αυτό το πλαίσιο τις επικρίσεις κατά του γραφειοκρατικού καθεστώτος που διατυπώθηκαν πριν από πολύ καιρό από την Εργατική Αντιπολίτευση· και επίσης να θυμηθούμε τις κακές πρακτικές που έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τα συνδικάτα το 1920. Από την πλευρά μου, εξοργίστηκα βλέποντας τους ελιγμούς που χρησιμοποίησε η πλειοψηφία στην Πετρούπολη για να καταπνίξει τη φωνή των τροτσκιστών και της Εργατικής Αντιπολίτευσης (που υπεράσπιζαν διαμετρικά αντίθετες θέσεις).

Το ερώτημα που κυριαρχεί σήμερα στην όλη συζήτηση είναι, επί της ουσίας, το εξής: Πότε και πώς άρχισε να εκφυλίζεται ο μπολσεβικισμός;

Πότε και πώς άρχισε να χρησιμοποιεί απέναντι στις εργαζόμενες μάζες, την ενέργεια και την υψηλότερη συνείδηση των οποίων εξέφραζε, μη σοσιαλιστικές μεθόδους που πρέπει να καταδικαστούν, επειδή κατέληγαν στην εξασφάλιση της νίκης της γραφειοκρατίας επί του προλεταριάτου;

Το ερώτημα αυτό τέθηκε, μπορεί να φανεί ότι τα πρώτα συμπτώματα του κακού χρονολογούνται πολύ πίσω. Το 1920, οι Μενσεβίκοι σοσιαλδημοκράτες κατηγορήθηκαν ψευδώς, σε μια ανακοίνωση της Τσεκά, για κατασκοπεία υπέρ του εχθρού, για σαμποτάζ κ.λπ. Αυτή η ανακοίνωση, τερατωδώς ψευδής, χρησίμευσε για να τους θέσει εκτός νόμου. Την ίδια χρονιά, οι αναρχικοί συνελήφθησαν σε όλη τη Ρωσία, μετά από μια επίσημη υπόσχεση για τη νομιμοποίηση του κινήματος και αφού η συνθήκη ειρήνης που είχε υπογραφεί με τον Μάχνο είχε σκόπιμα σκιστεί από την Κεντρική Επιτροπή, η οποία δεν χρειαζόταν πλέον τον Μαύρο Στρατό. Η επαναστατική ορθότητα του συνόλου μιας πολιτικής δεν μπορεί να δικαιολογήσει, στα μάτια μου, αυτές τις βλαβερές πρακτικές. Και τα γεγονότα που αναφέρω δεν είναι δυστυχώς καθόλου τα μόνα.

Ας πάμε ακόμη πιο πίσω. Δεν ήρθε η στιγμή να δηλώσουμε ότι η ημέρα του ένδοξου έτους 1918, όταν η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος αποφάσισε να επιτρέψει στις Έκτακτες Επιτροπές να εφαρμόζουν τη θανατική ποινή με βάση τη μυστική διαδικασία, χωρίς να ακούσουν τους κατηγορούμενους που δεν μπορούσαν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, είναι μια μαύρη ημέρα; Εκείνη την ημέρα η Κεντρική Επιτροπή ήταν σε θέση να επαναφέρει ή να μην επαναφέρει μια διαδικασία της Ιεράς Εξέτασης ξεχασμένη από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Σε κάθε περίπτωση, διέπραξε ένα λάθος. Δεν ήταν απαραίτητο για ένα νικηφόρο σοσιαλιστικό κόμμα να διαπράξει αυτό το λάθος. Η επανάσταση θα μπορούσε να αμυνθεί καλύτερα χωρίς αυτό.

Θα ήταν πράγματι λάθος να κρύψουμε από τους εαυτούς μας ότι σήμερα αμφισβητείται ολόκληρο το ιστορικό κεκτημένο της ρωσικής επανάστασης. Από την τεράστια εμπειρία του μπολσεβικισμού, οι επαναστάτες μαρξιστές θα σώσουν ό,τι είναι ουσιαστικό, ανθεκτικό, μόνο αν ξαναπιάσουν όλα τα προβλήματα από τη βάση, με μια γνήσια ελευθερία πνεύματος, χωρίς κομματική έπαρση, χωρίς ακατάσχετη εχθρότητα (κυρίως στο πεδίο της ιστορικής έρευνας) απέναντι στις άλλες τάσεις του εργατικού κινήματος. Αντίθετα, με το να μην αναγνωρίζονται τα παλιά λάθη, των οποίων η ιστορική βαρύτητα δεν έχει πάψει να αναδεικνύεται ανάγλυφα, υπάρχει ο κίνδυνος να υπονομευτούν όλες οι κατακτήσεις του μπολσεβικισμού. Το επεισόδιο της Κρονστάνδης θέτει ταυτόχρονα τα ζητήματα των σχέσεων μεταξύ του κόμματος του προλεταριάτου και των μαζών, του εσωτερικού καθεστώτος του κόμματος (η Εργατική Αντιπολίτευση καταστάλθηκε), της σοσιαλιστικής ηθικής (όλη η Πετρούπολη εξαπατήθηκε από την ανακοίνωση για ένα Λευκό κίνημα στην Κρονστάνδη), της ανθρωπιάς στην ταξική πάλη και κυρίως στην πάλη μέσα στις γραμμές μας. Τέλος, μας θέτει σήμερα σε δοκιμασία ως προς την αυτοκριτική μας ικανότητα.

Μη μπορώντας να απαντήσω διεξοδικότερα προς το παρόν στους συντρόφους Ράιτ και Λ. Ντ. Τρότσκι, ελπίζω ότι θα έχετε την καλοσύνη να υποβάλλετε αυτή την επιστολή στους αναγνώστες του The New International. Ίσως θα συμβάλει στην προετοιμασία μιας συζήτησης που πρέπει να ξέρουμε πώς να την οδηγήσουμε σε ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα μέσα από ένα πνεύμα υγιούς επαναστατικής συντροφικότητας.

Παρίσι, 28 Απριλίου 1938.

 

New International, τομος 4, τεύχος 7, Ιούλιος 1938, σελ. 211-212.

Victor Serge, «Once More: Kronstadt», Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/serge/1938/04/kronstadt.htm

 

 

Βικτόρ Σερζ

 

Κρονστάνδη 1921

Η υπεράσπιση του Τρότσκι. Απάντηση στον Τρότσκι

 

Σε ένα σημείωμα που δημοσιεύτηκε στην Αμερική στα τέλη Ιουλίου, ο Λέων Τρότσκι διευκρίνισε τελικά τις ευθύνες του στο επεισόδιο της Κρονστάνδης. Η πολιτική ευθύνη, όπως πάντα διαβεβαίωσε, ανήκει στην Κεντρική Επιτροπή του Ρωσικού ΚΚ, η οποία πήρε την απόφαση να «αναχαιτίσει την εξέγερση με τη βία των όπλων, αν το φρούριο δεν μπορούσε να οδηγηθεί σε παράδοση πρώτα με ειρηνικές διαπραγματεύσεις και αργότερα με τελεσίγραφο». Ο Τρότσκι προσθέτει: «Ποτέ δεν μίλησα γι’ αυτό το ζήτημα [της Κρονστάνδης του 1921], όχι επειδή έχω κάτι να κρύψω, αλλά, αντίθετα, ακριβώς επειδή δεν έχω τίποτα να πω... Προσωπικά δεν συμμετείχα καθόλου στη συντριβή της εξέγερσης, ούτε στην καταστολή που ακολούθησε»5.

Ο Τρότσκι θυμάται τις διαφορές που τον χώριζαν από τότε με τον Ζινόβιεφ, τον πρόεδρο του Σοβιέτ της Πετρούπολης. «Παρέμεινα», γράφει, «εντελώς και αποδεδειγμένα μακριά από αυτή την υπόθεση».

Θα ήταν δίκαιο να σταθούμε σε αυτή την εξήγηση, μετά από ορισμένες προσωπικές επιθέσεις που έχουν στόχο τον Τρότσκι από κακεντρέχεια, άγνοια ή σεχταριστικό πνεύμα. Διότι στην ιστορία υπάρχει περιθώριο διάκρισης μεταξύ της γενικής πολιτικής ευθύνης και της άμεσης προσωπικής ευθύνης6.

«Δεν ξέρω», γράφει πάλι ο Τρότσκι, «αν υπήρξαν περιττά θύματα. Πιστεύω τον Ντζερζίνσκι περισσότερο από τους εκ των υστέρων επικριτές του... Τα συμπεράσματα του Βίκτορ Σερζ πάνω σ’ αυτό το θέμα –από τρίτο χέρι– είναι απογυμνωμένα από κάθε αξία στα μάτια μου...». Αυτά του Ντζερζίνσκι είναι, από την πλευρά τους, από έβδομο ή ένατο χέρι, γιατί ο αρχηγός της Τσεκά δεν πήγε στην Πετρούπολη εκείνη την εποχή και ενημερώθηκε μόνο μέσω ιεραρχικών διαύλων, για τους οποίους θα υπήρχαν πολλά να πούμε (και ο Τρότσκι το ξέρει αυτό καλύτερα από τον καθένα.) Όσο για μένα, ζώντας στην Πετρούπολη, έζησα ανάμεσα στους ηγέτες της πόλης. Γνωρίζω από αυτόπτες μάρτυρες ποια ήταν η καταστολή. Επισκέφτηκα αναρχικούς συντρόφους στη φυλακή Σπαλνέρναγια, φυλακισμένους, παρεμπιπτόντως, ενάντια σε κάθε λογική, που κάθε βράδυ έβλεπαν να φεύγουν για το πολύγωνο οι ηττημένοι της Κρονστάνδης. Επαναλαμβάνω, η καταστολή ήταν φρικτή. Σύμφωνα με σοβιετικούς ιστορικούς, η εξεγερμένη Κρονστάνδη είχε στη διάθεσή της περίπου 16.000 μαχητές. Μερικές χιλιάδες κατάφεραν να φτάσουν στη Φινλανδία πάνω από τον πάγο. Οι υπόλοιποι σφαγιάστηκαν κατά εκατοντάδες, και μάλλον κατά χιλιάδες, στο τέλος της μάχης ή αργότερα. Πού είναι τα στατιστικά στοιχεία του Ντζερζίνσκι, και τι αξία έχουν αν υπάρχουν; Το μοναδικό γεγονός ότι ένας Τρότσκι, στο απόγειο της εξουσίας, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να ενημερωθεί με ακρίβεια για αυτή την καταστολή ενός εξεγερμένου εργατικού κινήματος, το μοναδικό γεγονός ότι ο Τρότσκι δεν γνώριζε αυτό που όλοι οι κομμουνιστές της ιεραρχίας γνώριζαν: ότι μόλις είχαν διαπράξει με απανθρωπιά ένα άσκοπο έγκλημα ενάντια στο προλεταριάτο και τους αγρότες – αυτό το μοναδικό γεγονός, λέω, είναι σοβαρά σημαντικό. Είναι στην πραγματικότητα στον τομέα της καταστολής που η Κεντρική Επιτροπή του Μπολσεβίκικου Κόμματος διέπραξε, από την αρχή της επανάστασης, τα σοβαρότερα λάθη, εκείνα που επρόκειτο να συμβάλουν πιο επικίνδυνα αφενός στη γραφειοκρατικοποίηση του κόμματος και του κράτους και αφετέρου στον αφοπλισμό των μαζών και, πιο συγκεκριμένα, των επαναστατών. Είναι καιρός να το συνειδητοποιήσουμε αυτό.

 

La Révolution Prolétarienne, 25 Οκτωβρίου 1938. Αναδημοσιεύτηκε στο: Victor Serge & Leon Trotsky, La Lutte Contre le Stalinisme, Maspero, Παρίσι 1977.

Victor Serge, «Trotsky’s Defense. Response to Trotsky», Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/serge/1938/10/25.htm

 

Μετάφραση κειμένων: e la libertà

 

Παράρτημα του e la libertà:

Τα αιτήματα των ναυτών της Κρονστάνδης 7

Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης των Πληρωμάτων της Πρώτης και της Δεύτερης Μοίρας του Στόλου της Βαλτικής, που συγκλήθηκε την 1η Μαρτίου 1921

Αφού ακούσαμε την έκθεση των αντιπροσώπων που στάλθηκαν από τη γενική συνέλευση των πληρωμάτων των πλοίων στην Πετρούπολη για να διερευνήσουν την κατάσταση εκεί, αποφασίζουμε:

1. Δεδομένου ότι τα σημερινά Σοβιέτ δεν εκφράζουν τις επιθυμίες των εργατών και των αγροτών, να οργανωθούν άμεσα νέες εκλογές στα Σοβιέτ με μυστική ψηφοφορία και με μέριμνα να οργανωθεί ελεύθερη εκλογική προπαγάνδα για όλους τους εργάτες και τους αγρότες.

2. Να δοθεί ελευθερία λόγου και τύπου στους εργάτες και τους αγρότες, στους αναρχικούς και στα αριστερά σοσιαλιστικά κόμματα.

3. Να εξασφαλιστεί η ελευθερία του συνέρχεσθαι για τα εργατικά συνδικάτα και τις αγροτικές οργανώσεις.

4. Να συγκληθεί μη κομματική Συνδιάσκεψη των εργατών, των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού και των ναυτών της Πετρούπολης, της Κρονστάνδης και της περιφέρειας της Πετρούπολης, το αργότερο μέχρι τις 10 Μαρτίου 1921.

5. Να απελευθερωθούν όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι των σοσιαλιστικών κομμάτων καθώς και όλοι οι εργάτες, αγρότες, στρατιώτες και ναύτες που είναι φυλακισμένοι για πράξεις που συνδέονται με το εργατικό και αγροτικό κίνημα.

6. Να εκλεγεί μια Επιτροπή για να επανεξετάσει τις υποθέσεις όσων κρατούνται στις φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

7. Να καταργηθούν όλα τα πολιτοντέλι [τμήματα πολιτικής προπαγάνδας του ΚΚΡ(μπ)], γιατί κανένα κόμμα δεν πρέπει να έχει ειδικά προνόμια για τη διάδοση των ιδεών του ή να λαμβάνει οικονομική υποστήριξη από την κυβέρνηση για τέτοιους σκοπούς. Αντ’ αυτού θα πρέπει να συσταθούν εκπαιδευτικές και πολιτιστικές επιτροπές, εκλεγμένες σε τοπικό επίπεδο και χρηματοδοτούμενες από την κυβέρνηση.

8. Να καταργηθούν αμέσως όλες οι ζαριγιαντιτέλνιγιε οτριάντι [ένοπλες μονάδες που επιτάσσουν σιτηρά από τους αγρότες].

9. Να εξισωθούν όλες οι μερίδες όλων όσων εργάζονται, με εξαίρεση όσους απασχολούνται σε επαγγέλματα επιβλαβή για την υγεία.

10. Να καταργηθούν τα κομμουνιστικά πολεμικά αποσπάσματα σε όλους τους κλάδους του στρατού, καθώς και οι κομμουνιστικές φρουρές που διατηρούνταν σε υπηρεσία σε μύλους και εργοστάσια. Εάν τέτοιες φρουρές ή πολεμικά αποσπάσματα κριθούν απαραίτητα, θα διορίζονται στο στρατό από τη βάση και στα εργοστάσια σύμφωνα με τις αποφάσεις των εργατών.

11. Να δοθεί στους αγρότες πλήρης ελευθερία στη διαχείριση της γης τους, καθώς και το δικαίωμα να διατηρούν βοοειδή, υπό τον όρο ότι οι αγρότες θα τα διαχειρίζονται με δικά τους μέσα, δηλαδή χωρίς να προσλαμβάνουν μισθωτούς εργάτες.

12. Να ζητηθεί από όλα τα τμήματα του στρατού, καθώς και από τους συντρόφους μας τους στρατιωτικούς κουρσάντι [δόκιμους] να συνταχθούν με τις αποφάσεις μας.

13. Να απαιτηθεί από τον Τύπο να δώσει την πληρέστερη δυνατή δημοσιότητα στα ψηφίσματά μας.

14. Να οριστεί μια περιοδεύουσα Επιτροπή Ελέγχου.

15. Να επιτραπεί η ελεύθερη βιοτεχνική παραγωγή [κουσταρνόγιε] που δεν χρησιμοποιεί μισθωτή εργασία.

Πετριτσένκο, Πρόεδρος της συνέλευσης

Περεπέλκιν, Γραμματέας

Το ψήφισμα εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία από τη φρουρά της Κρονστάνδης.

Βασίλιεφ, Πρόεδρος

Μαζί με τον σύντροφο Καλίνιν ο Βασίλιεφ καταψηφίζει το ψήφισμα.

 

 

Σημειώσεις

1 [Σ.τ.Μ.:] Βανδέα και Ταμπόφ:

Η Βανδέα είναι νομός της δυτικής Γαλλίας, στις ακτές του Ατλαντικού. Το 1793, ύστερα από το διάταγμα για την επιστράτευση 300 χιλιάδων αντρών που εξέδωσε η κυβέρνηση των Γιακωβίνων, οι χωρικοί της Βανδέας ξεσηκώθηκαν μαζικά ενάντια στην επαναστατική κυβέρνηση. Σχημάτισαν έναν στρατό δεκάδων χιλιάδων, ο οποίος, υπό την ηγεσία αριστοκρατών, με την στήριξη των βασιλοφρόνων, αλλά και των μεγαλοαστών και με τη βοήθεια του Πάπα και των Άγγλων, άρχισε να καταλαμβάνει τις πόλεις της περιοχής, να εξοντώνει τους δημοκρατικούς και να προετοιμάζεται να βαδίσει εναντίον του Παρισιού. Οι δημοκρατικοί της Γαλλίας ερμήνευσαν την εξέγερση των χωρικών της Βανδέας (μιας περιοχής στην οποία η επιρροή της καθολικής εκκλησίας ήταν πολύ έντονη), ως αποτέλεσμα της δυσαρέσκειάς τους για τις διώξεις των ιερέων, οι οποίοι αρνήθηκαν να δηλώσουν πίστη στο δημοκρατικό καθεστώς. Στην πραγματικότητα, η δυσαρέσκεια των χωρικών πήγαζε (εκτός από τη στρατολόγηση) και από το γεγονός, ότι η συγκεκριμένη επαρχία δεν υπέφερε όσο οι άλλες γαλλικές επαρχίες από τα φεουδαρχικά βάρη που κατάργησε η επανάσταση και, ταυτόχρονα, αυτοί που επωφελήθηκαν στη Βανδέα από την αγροτική μεταρρύθμιση που εφάρμοσαν οι επαναστατικές κυβερνήσεις, ήταν κυρίως οι καπιταλιστές που μπορούσαν να αγοράσουν τη γη, στερώντας την από τους φτωχούς αγρότες. Η κυβέρνηση των Γιακοβίνων κατάφερε να καταστείλει αυτό το φιλομοναρχικό αγροτικό κίνημα το φθινόπωρο του 1793.

Έτσι λοιπόν, η Βανδέα έγινε στην πολιτική ορολογία το συνώνυμο της αγροτικής αντεπανάστασης. Μέσα από αυτό το πρίσμα έβλεπαν και οι Μπολσεβίκοι τα αγροτικά κινήματα που ξεσπούσαν ενάντια στην πολιτική των επιτάξεων (αναγκαστική κατάσχεση των σιτηρών) που εφαρμοζόταν στην ύπαιθρο.

Η αγροτική εξέγερση του Ταμπόφ (1920-1921), ήταν το πιο μεγάλο από αυτά τα κινήματα. Ξεκίνησε ύστερα από συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και της ομάδας επίταξης των σιτηρών και πήρε πολύ γρήγορα μεγάλες διαστάσεις. Ο ηγέτης αυτού του αγροτικού στρατού, ο οποίος έφτασε μέχρι και τους 70 χιλιάδες άντρες, ήταν ο Αλεξάντερ Αντόνοφ (γι’ αυτό και η εξέγερση ονομάστηκε Αντονοφτσίνα), στέλεχος των Εσέρων (Σοσιαλιστές Επαναστάτες). Μερικά από τα αιτήματα του αντάρτικου αγροτικού στρατού, έτσι όπως διατυπώθηκαν από την “Ένωση Εργαζομένων Αγροτών” (οργάνωση που ιδρύθηκε από τους Εσέρους της περιοχής), ήταν: εκλογές για Συντακτική Συνέλευση· μέχρι τη σύγκλησή της συγκρότηση προσωρινών αρχών αποτελούμενων από κόμματα που συμμετέχουν στον αγώνα κατά των κομμουνιστών· εφαρμογή του νόμου για την κοινωνικοποίηση της γης, που είχε εγκριθεί από την προηγούμενη Συντακτική Συνέλευση· ανταλλαγή βασικών αγαθών μεταξύ των πόλεων και της υπαίθρου, μέσω συνεταιρισμών· μερική αποεθνικοποίηση βιομηχανιών και μύλων, εκτός της βαριάς βιομηχανίας, των ανθρακωρυχείων και της μεταλλουργίας· εργατικός έλεγχος και κρατική εποπτεία της παραγωγής· κρατικές πιστώσεις σε ιδιώτες· ενθάρρυνση για τα ρωσικά και για τα ξένα κεφάλαια να αποκαταστήσουν την οικονομική ζωή της χώρας· άμεση αποκατάσταση πολιτικών, εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με ξένες δυνάμεις· αυτοδιάθεση για τις εθνότητες που κατοικούν στην πρώην ρωσική αυτοκρατορία.

Οι δυνάμεις του Κόκκινου Στρατού κατάφεραν ύστερα από πολλές δυσκολίες να καταστείλουν αυτό το αγροτικό κίνημα, με ιδιαίτερη σφοδρότητα.

2 [Σ.τ.Μ.:] Ίντα Μεττ, Η Κομμούνα της Κρονστάνδης, Διεθνής Βιβλιοθήκη, χ.χ.έ.

3 [Σ.τ.Μ:] Το άρθρο του Τρότσκι στα ελληνικά: «Τα ερωτήματα του Βαλεντίν Τόμας», στο: Λεόν Τρότσκι, Για τον αναρχισμό, Αλλαγή, Αθήνα 1985. Το παράθεμα στις σσ. 54, 55. Δεν ακολουθήσαμε την ελληνική μετάφραση.

4 [Σ.τ.Μ.:] John G. Wright, «The Truth about Kronstadt», The New International, τόμος. IV, τεύχος 2, Φεβρουάριος 1938, σσ. 47–53. Ηλεκτρονική αναδημοσίευση: Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/history/etol/writers/wright/1938/02/kronstadt.htm.

5 [Σ.τ.Μ.:] Λεόν Τρότσκι, «Συμπληρωματικά για την καταστολή της Κρονστάνδης», στο Λεόν Τρότσκι, Για τον αναρχισμό, Αλλαγή, Αθήνα 1985, σσ 70-72. Από το ίδιο και τα υπόλοιπα παραθέματα από τον Τρότσκι.

6 [Σ. του Βίκτορ Σερζ:] Δεδομένου ότι ορισμένες από τις επιθέσεις στις οποίες αναφέρομαι προέρχονται από τον αναρχικό Τύπο, επιτρέψτε μου εδώ να διευκρινίσω τις ιδέες μου με τη βοήθεια ενός πρόσφατου παραδείγματος. Αφού οι σύντροφοι του POUM και της CNT διώχθηκαν και δολοφονήθηκαν ατιμώρητα στην Ισπανική Δημοκρατία, σε μια εποχή που η CNT συμμετείχε με διάφορους τρόπους σε μια αστική κυβέρνηση, η CNT φέρει προφανώς ένα μέρος της πολιτικής ευθύνης για αυτά τα εγκλήματα ενάντια στο κίνημα της εργατικής τάξης, για τα οποία θα ήταν ωστόσο άδικο να θεωρήσουμε τους ηγέτες της προσωπικά υπεύθυνους.

7 [Σ.τ.Μ.:] Για τα αιτήματα των ναυτών της Κρονστάνδης, βλ.:

Αλεξάνδρου Άρης, Η εξέγερση της Κρονστάνδης. Μάρτιος 1921, Φυτράκης, Αθήνα, χχ., σσ. 48, 49.

Avrich Paul, Kronstadt 1921, Norton Library, Νέα Υόρκη 1974, σσ. 73, 74.

Berkman Alexander, «The Kronstadt Rebellion», Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/reference/archive/berkman/1922/kronstadt-rebellion/index.htm (από το: Alexander Berkman, The Bolshevik Myth (Diary 1920–1922), Boni and Liveright, Νέα Υόρκη 1925).

Γκόλντμαν Έμμα, Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία. Δυο χρόνια στη Ρωσία (1920-1921), Απόπειρα, Αθήνα 2009, σσ. 207, 208.

Ciliga Ante, «L’Insurrection de Cronstadt et la destinée de la révolution russe», La Révolution prolétarienne, φ. 278, Παρίσι, 10 Σεπτεμβρίου 1938 (ηλεκτρονική αναδημοσίευση: http://kropot.free.fr/Ciliga-Cronstadt.htm)· στα αγγλικά: Ciliga Ante, «The Kronstadt Revolt», Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/ciliga/1938/kronstadt.htm.

Getzler Israel, Kronstadt 1917–1921. The Fate of a Soviet Democracy, Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 1983, σσ. 213, 214.

«Kronstadt Izvestia», Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/history/ussr/events/kronstadt/izvestia/01.htm.

Μεττ Ίντα, Η Κομμούνα της Κρονστάνδης, Διεθνής Βιβλιοθήκη, χ.χ.έ., σσ. 33, 34.

Οι «Ιζβέστιες» της Κρονστάνδης, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 2001 [β΄ έκδοση], σσ. 8-10.

«The Petropavlovsk Resolution», Marxists’ Internet Archive, https://www.marxists.org/history/ussr/events/kronstadt/1921/02/28.htm.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 25 Μαϊος 2021 10:45

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.