Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2021 14:44

Οι ξεχασμένοι σοσιαλιστές της πλατείας Τιενανμέν

 

 

Yueran Zhang

 

Οι ξεχασμένοι σοσιαλιστές της πλατείας Τιενανμέν

 

 

Ο δημόσιος διάλογος για το δημοκρατικό κίνημα της Τιενανμέν του 1989 κυριαρχείται από δύο αφηγήσεις. Η επικρατέστερη ερμηνεύει το κίνημα στο πλαίσιο «δημοκρατία εναντίον αυταρχισμού». Η «δημοκρατία» σε αυτή την αφήγηση παραπέμπει σχεδόν πάντα στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, διανοούμενοι και φοιτητές βαθιά επηρεασμένοι από τον δυτικό φιλελευθερισμό ήλπιζαν να ωθήσουν το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) να επιταχύνει την πολιτική φιλελευθεροποίηση, η οποία είχε ξεκινήσει μόνο αποσπασματικά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980. Ο στόχος του κινήματος ήταν να συνεχίσει ο εκδημοκρατισμός να προχωράει παράλληλα με την επέκταση της αγοράς.

Η δεύτερη αφήγηση, με πολύ μικρότερη επιρροή από την πρώτη, αλλά παρ’ όλα αυτά ευρέως διαδεδομένη μεταξύ τμημάτων της κινεζικής και της διεθνούς αριστεράς, ερμηνεύει το κίνημα στο πλαίσιο του «σοσιαλισμού εναντίον του καπιταλισμού». Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, οι μεταρρυθμίσεις για την προώθηση της αγοράς στην Κίνα στη δεκαετία του 1980 δημιούργησαν σοβαρό πληθωρισμό και αυξανόμενη ανισότητα, που έπληξαν τα μέσα διαβίωσης των πληθυσμών των πόλεων και ενέτειναν σοβαρά τη δυσαρέσκεια. Ως εκ τούτου, το δημοκρατικό κίνημα της Τιενανμέν το 1989 ήταν στην πραγματικότητα ένα αντικαπιταλιστικό κίνημα κατά της αγοράς που πυροδοτήθηκε από υλικές δυσαρέσκειες.

Και οι δύο αυτές αφηγήσεις είναι λανθασμένες. Στην αφήγηση «δημοκρατία εναντίον αυταρχισμού», οι πρωταγωνιστές ήταν πάντα διανοούμενοι και φοιτητές. Παραβλέπονται σχεδόν εντελώς οι εργάτες και οι απλοί κάτοικοι του Πεκίνου, οι οποίοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο κίνημα. Στην πραγματικότητα, μετρώντας τόσο τον εκτιμώμενο αριθμό των νεκρών κατά τη διάρκεια της τελικής σφαγής το βράδυ της 3ης Ιουνίου και νωρίς το πρωί της 4ης Ιουνίου όσο και την ένταση της καταστολής στη συνέχεια, οι εργάτες πλήρωσαν πολύ υψηλότερο τίμημα από τους φοιτητές και τους διανοούμενους, κατά τρόπο παρόμοιο με την εξέγερση της Γκουανγκτζού το 1980 στη Νότια Κορέα. Ωστόσο, στη φιλελεύθερη αφήγηση, οι εργάτες απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό.

Η αφήγηση «σοσιαλισμός εναντίον καπιταλισμού» αναγνωρίζει το ρόλο των εργατών στο κίνημα, αλλά συσκοτίζει το γεγονός ότι οι δημοκρατικές φιλοδοξίες ήταν πράγματι το κυρίαρχο ζήτημα. Αυτές οι προσδοκίες δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές μέσα από την οικονομική διάσταση του «αντικαπιταλισμού». Επιπλέον, παρόλο που η δυσαρέσκεια για την επέκταση της αγοράς αποδείχθηκε καθοριστική για τη συμμετοχή των εργατών, οι εργάτες του κινήματος δεν εξέφρασαν την επιθυμία να επιστρέψουν στην εποχή πριν από την επέκταση της αγοράς. Σχεδόν απούσα ήταν επίσης οποιαδήποτε νοσταλγία για τη μαοϊκή εποχή ή τον ίδιο τον Μάο.

Πρέπει ταυτόχρονα να ξεφύγουμε και από τις δύο αυτές αφηγήσεις, απορρίπτοντας την αποκλειστική εστίαση στους φοιτητές και τους διανοούμενους, παίρνοντας στα σοβαρά τους εργάτες και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η «δημοκρατία» ήταν το βασικό αίτημα και των εργατών. Το πιο σημαντικό είναι ότι η «δημοκρατία», όπως την αντιλαμβάνονται οι εργάτες, ήταν διαφορετική από τη φιλελεύθερη έννοια που ενστερνίζονταν οι φοιτητές και οι διανοούμενοι· ήταν ένα καθαρά σοσιαλιστικό όραμα της δημοκρατίας που βασιζόταν στη δράση της εργατικής τάξης. Αυτή η διάσταση του δημοκρατικού κινήματος της Τιενανμέν του 1989, ως εργατικού κινήματος που αγωνίστηκε για τη σοσιαλιστική δημοκρατία, είναι σημαντική τόσο για τη συγγραφή της ιστορίας όσο και πολιτικά, αλλά έχει ξεχαστεί σε μεγάλο βαθμό.

Ένα εργατικό κίνημα

Μια εργασία που δημοσιεύθηκε το 1993 από τον Andrew Walder και τον Gong Xiaoxia διερευνά την πορεία της συμμετοχής των εργατών στο κίνημα μέσα από την άνοδο και την πτώση της Αυτόνομης Εργατικής Ομοσπονδίας του Πεκίνου (WAF). Μετά τον θάνατο του Χου Γιαομπάνγκ, ενός πολύ καταξιωμένου ηγέτη του ΚΚΚ υπέρ των μεταρρυθμίσεων, στις 15 Απριλίου 1989, οι φοιτητές στα πανεπιστήμια του Πεκίνου άρχισαν να στήνουν μνημεία στις πανεπιστημιουπόλεις τους. Ταυτόχρονα, θύλακες εργατών άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία Τιενανμέν για να ανταλλάσσουν απόψεις για τις τρέχουσες υποθέσεις. Τις επόμενες ημέρες, ο αριθμός των εργατών που συγκεντρώνονταν στην πλατεία αυξήθηκε, φτάνοντας κατά καιρούς τους εκατό και πλέον. Στις 20 Απριλίου, μετά την καταστολή από την αστυνομία μιας καθιστικής διαμαρτυρίας φοιτητών μπροστά από το Ζονγκνανχάι, το συγκρότημα κατοικιών των ηγετών του ΚΚΚ, μερικοί οργισμένοι εργάτες αποφάσισαν να σχηματίσουν μια οργάνωση, η οποία τελικά εξελίχθηκε σε εμβρυακή μορφή της WAF. Η εργατική οργάνωση ιδρύθηκε πολύ νωρίτερα από την Αυτόνομη Φοιτητική Ομοσπονδία του Πεκίνου.

Ωστόσο, η WAF εκείνη την εποχή ήταν απλώς ένα άτυπο, χαλαρό δίκτυο δεκάδων ατόμων. Δεν λειτουργούσε δημόσια ούτε είχε καθορισμένες οργανωτικές δομές. Τα μέλη ελάχιστα γνώριζαν το ένα το άλλο. Τον Απρίλιο, οι φοιτητές παρέμειναν στο επίκεντρο του κινήματος. Από την πρώτη μεγάλη πορεία στις 17 Απριλίου, μέχρι την καθιστική διαμαρτυρία στο Ζονγκνανχάι, τη συγκέντρωση στις 22 Απριλίου έξω από την επίσημη τελετή μνήμης του Χου Γιαομπάνγκ, την πορεία στις 27 Απριλίου ενάντια σε ένα επιθετικό κύριο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο επίσημο όργανο του ΚΚΚ, την Λαϊκή Ημερησία, στην οποία συμμετείχαν δεκάδες χιλιάδες, και τέλος μια ακόμη μεγαλύτερη πορεία στις 4 Μαΐου – οι συμμετέχοντες ήταν σχεδόν αποκλειστικά φοιτητές πανεπιστημίων.

Αλλά μετά τις 4 Μαΐου, το φοιτητικό κίνημα μένει στάσιμο και παρακμάζει. Οι φοιτητές δεν ήξεραν τι να κάνουν στη συνέχεια και δίσταζαν να κλιμακώσουν περισσότερο. Οι περισσότεροι από αυτούς επέστρεψαν στις πανεπιστημιακές αίθουσες. Μπροστά σε ένα τέτοιο αδιέξοδο, μια ομάδα ριζοσπαστών φοιτητών άρχισε να σχεδιάζει απεργία πείνας για να αναζωογονήσει το κίνημα. Υπό αυτή την έννοια, οι απεργοί πείνας πέτυχαν τον στόχο τους. Στις 13 Μαΐου, την πρώτη μέρα της, 300.000 άτομα, αριθμός ρεκόρ, διαδήλωσαν στην πλατεία Τιενανμέν και κατέλαβαν την πλατεία.

Η έναρξη της απεργίας πείνας αποτέλεσε σημείο καμπής για το κίνημα. Παρά την προσωρινή αναζωπύρωση του ενθουσιασμού των φοιτητών, το κίνημα αναπόφευκτα υποχώρησε και πάλι. Μετά τις 13 Μαΐου, ο αριθμός των φοιτητών που συμμετείχαν στην κατάληψη της πλατείας Τιενανμέν μειώθηκε, με όλο και περισσότερους φοιτητές να επιστρέφουν στις πανεπιστημιουπόλεις. Ωστόσο, η απεργία πείνας των φοιτητών σηματοδότησε την έναρξη της μαζικής συμμετοχής των εργατών. Ο ενθουσιασμός των εργατών φάνηκε όχι μόνο σε αριθμούς, αλλά και στο γεγονός ότι άρχισαν να οργανώνουν τις δικές τους συγκεντρώσεις και πορείες και να προβάλλουν τα δικά τους πανό και συνθήματα. Οι εργάτες έγιναν μια σημαντική δύναμη στο κίνημα από εκείνο το σημείο και μετά.

Πολλοί εργάτες αποφάσισαν να συμμετάσχουν, τόσο λόγω συμπάθειας με τους απεργούς πείνας φοιτητές, όσο και από ένα αίσθημα ηθικής αγανάκτησης απέναντι στην αδιαφορία του ΚΚΚ. Ένας εργάτης από τον οποίο πήρα συνέντευξη μου είπε ότι αποφάσισε να συμμετάσχει «απλώς και μόνο επειδή το κράτος συμπεριφερόταν πολύ άσχημα στους φοιτητές». Καθώς ο αριθμός των εργατών που συμμετείχαν στο κίνημα διογκώθηκε, η WAF άρχισε να εμφανίζεται δημόσια και να στρατολογεί μέλη σε μεγάλη κλίμακα.

Αυτό που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη συμμετοχή των εργατών ήταν η κήρυξη του στρατιωτικού νόμου στις 20 Μαΐου. Καθώς στρατιωτικά συντάγματα βάδιζαν προς το Πεκίνο από όλες τις πλευρές, ένας τεράστιος αριθμός εργατών και κατοίκων της εργατικής τάξης βγήκε αυθόρμητα στους δρόμους στα περίχωρα του Πεκίνου, προσπαθώντας να εμποδίσει τον στρατό. Οι εργάτες έστησαν οδοφράγματα και συγκρότησαν ανθρώπινα τείχη. Έφεραν νερό και φαγητό στους στρατιώτες για να συναδελφωθούν μαζί τους και να τους πείσουν να εγκαταλείψουν τα όπλα τους και να σταματήσουν την πορεία τους. Με άλλα λόγια, ήταν οι εργάτες, όχι οι φοιτητές, που αντιμετώπισαν άμεσα τον πιο ισχυρό, κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους. Και οι εργάτες κέρδισαν προσωρινά: ο στρατός εμποδίστηκε να εισέλθει στο εσωτερικό του Πεκίνου για δύο εβδομάδες.

Όπως υποστήριξε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η ριζοσπαστική συνείδηση των εργατών αναπτύσσεται μέσα από την ίδια τη διαδικασία του αγώνα. Το 1989 το απέδειξε αυτό. Κατά τη διάρκεια του αγώνα για να εμποδίσουν τον στρατό, οι εργάτες άρχισαν να συνειδητοποιούν τη δύναμη της αυθόρμητης οργάνωσης και δράσης τους. Αυτό ήταν αυτοαπελευθέρωση σε πρωτοφανές επίπεδο. Ακολούθησε ένα τεράστιο κύμα αυτοοργάνωσης. Τα μέλη της WAF αυξήθηκαν με γεωμετρική πρόοδο και άλλες εργατικές οργανώσεις, τόσο εντός όσο και εκτός των χώρων εργασίας, ξεφύτρωσαν σαν μανιτάρια.

Η ανάπτυξη της οργάνωσης οδήγησε σε ριζοσπαστικοποίηση της δράσης. Οι εργάτες άρχισαν να οργανώνουν αυτοεξοπλισμένες οιονεί πολιτοφυλακές, όπως «σώματα περιφρούρησης» και «ταξιαρχίες που διακινδυνεύουν να πεθάνουν», για να παρακολουθούν και να ενημερώνουν που βρίσκεται ο στρατός. Αυτές οι οιονεί πολιτοφυλακές ήταν επίσης υπεύθυνες για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, ώστε να μην παρέχουν καμία αφορμή για στρατιωτική επέμβαση. Κατά μία έννοια, το Πεκίνο έγινε μια πόλη αυτοδιαχειριζόμενη από τους εργάτες. Θύμιζε τους αυτοεξοπλισμένους εργάτες της Πετρούπολης που οργανώθηκαν στα σοβιέτ κατά τους μήνες που μεσολάβησαν μεταξύ της επανάστασης του Φεβρουαρίου και του Οκτωβρίου στη Ρωσία. Ταυτόχρονα, οι εργάτες του Πεκίνου έφτιαξαν πολλά περισσότερα οδοφράγματα και οχυρώσεις στους δρόμους. Σε πολλά εργοστάσια οργάνωσαν απεργίες και στάσεις εργασίας. Στο τραπέζι μπήκε και μια πιθανή γενική απεργία. Πολλοί εργάτες άρχισαν να δημιουργούν συνδέσεις μεταξύ των εργοστασίων, για να προετοιμαστούν για μια γενική απεργία.

Ο αυτοεξοπλισμός, η αυτοοργάνωση και η απεργία είχαν εντελώς διαφορετικό νόημα από την πορεία, τη συγκέντρωση και την κατάληψη. Οι τελευταίες ήταν πράξεις αυτοέκφρασης, ενώ οι πρώτες ήταν αυτοενίσχυση, ένας τρόπος για να οικοδομηθεί συγκεκριμένα η εξουσία πάνω στην παραγωγική διαδικασία και τη διαχείριση της κοινωνίας στο σύνολό της. Ο ριζοσπαστισμός δεν βρισκόταν στα λόγια που διακήρυτταν οι εργάτες, αλλά στις ίδιες τις πράξεις. Σε αυτό το σημείο βρισκόταν το κίνημα προς τα τέλη Μαΐου και τις αρχές Ιουνίου: το φοιτητικό κίνημα πάλευε με μειωμένο ενθουσιασμό, μειωμένη συμμετοχή και συνεχείς εσωτερικές διαμάχες, αλλά το εργατικό κίνημα, μέσω της αυτοοργάνωσης και της αυτοκινητοποίησης, γινόταν κάθε ώρα όλο και πιο ισχυρό και πιο ριζοσπαστικό.

Δεν υπάρχει τρόπος να εξακριβωθεί γιατί οι ηγέτες του ΚΚΚ αποφάσισαν τελικά να διατάξουν τον στρατό να μπει στο Πεκίνο «ό,τι κι αν γίνει» και να συντρίψει το κίνημα. Αλλά μια εύλογη εικασία είναι ότι αυτό που τρομοκρατούσε τους ηγέτες του κόμματος δεν ήταν το φθίνον φοιτητικό κίνημα, αλλά το ραγδαία αναπτυσσόμενο και ριζοσπαστικοποιούμενο εργατικό κίνημα. Αυτό συνάδει με το γεγονός ότι οι εργάτες αντιμετώπισαν πολύ πιο σοβαρή καταστολή από ό,τι οι φοιτητές τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τη σφαγή.

Τι είδους δημοκρατία;

Καθ’ όλη τη διάρκεια του κινήματος, ο δημόσιος διάλογος και η προσοχή των διεθνών μέσων ενημέρωσης μονοπωλούνταν σε μεγάλο βαθμό από φοιτητές και διανοούμενους, εν μέρει επειδή ήταν έμπειροι στα μέσα ενημέρωσης και μιλούσαν αγγλικά. Οι εργάτες παρέμειναν σχετικά σιωπηλοί. Όπως σημειώθηκε παραπάνω, το όραμα των εργατών για τη δημοκρατία αντικατοπτριζόταν πρώτα και κύρια σε αυτά που έκαναν, όχι σε αυτά που διακήρυτταν. Μέσα από ένα πλήθος διαφορετικών μορφών δράσεων για τη χειροπιαστή οικοδόμηση της εξουσίας για τον έλεγχο της παραγωγής και τη διαχείριση της κοινωνίας, οι εργάτες έκαναν πράξη το σύνθημα ότι «οι εργάτες είναι οι κύριοι της κοινωνίας», κάτι που το ΚΚΚ το είχε υποσχεθεί εδώ και καιρό, αλλά ποτέ δεν πραγματοποίησε. Η εξάπλωση του αυτοεξοπλισμού, της αυτοοργάνωσης και της απεργίας εξέφραζε πολλά για το ριζοσπαστικό δημοκρατικό ιδεώδες των εργατών.

Ταυτόχρονα, αν και οι εργάτες έβγαλαν λιγότερες ομιλίες και δημοσίευσαν λιγότερα γραπτά από τους φοιτητές, οι λόγοι τους, όταν εξετάστηκαν προσεκτικά, έδειξαν μια κατανόηση της δημοκρατίας πολύ διαφορετική από εκείνη των φοιτητών.

Σύμφωνα με την ανάλυση των Walder και Gong των φυλλαδίων που δημοσίευσε η WAF, οι εργάτες ασχολήθηκαν πρώτα και κύρια με οικονομικά ζητήματα που επηρέαζαν άμεσα τα προς το ζην, όπως ο πληθωρισμός και η ανισότητα. Αυτά τα προβλήματα, τα οποία προέκυψαν κατά τη διάρκεια των μεταρρυθμίσεων προώθησης της αγοράς, δημιούργησαν έντονα αρνητικά συναισθήματα απέναντι στις μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, οι εργάτες δεν επικεντρώθηκαν αποκλειστικά στην οικονομική διάσταση, αλλά παρείχαν μια ξεκάθαρα πολιτική κατανόηση αυτών των οικονομικών προβλημάτων και διατύπωσαν αντίστοιχα ένα όραμα για τη δημοκρατία. Οι εργάτες κατανόησαν ότι ο πληθωρισμός και η ανισότητα είχαν μια κοινή, θεμελιώδη πολιτική πηγή: «τη σταλινική δικτατορική γραφειοκρατία».

Η ανάλυση του πληθωρισμού από τη WAF απέδιδε την άνοδο των τιμών στους γραφειοκράτες που έλεγχαν την τιμολόγηση των εγχώριων και εισαγόμενων αγαθών και καθόριζαν σκόπιμα τις τιμές σε υψηλά επίπεδα για να δημιουργήσουν έδαφος για τη δική τους αποθησαύριση και κερδοσκοπία. Επομένως, ο μόνος τρόπος για να εξαλειφθεί ο πληθωρισμός και η ανισότητα ήταν να ανατραπεί η γραφειοκρατία στο σύνολό της και να επανέλθει στους εργάτες η εξουσία να ελέγχουν την παραγωγή και την κυκλοφορία των αγαθών. Αυτό το δημοκρατικό όραμα που βασίζεται στον αντιγραφειοκρατισμό θυμίζει τις εργατικές εξεγέρσεις του 1966 και του 1967, τα πρώτα χρόνια της Πολιτιστικής Επανάστασης.

Η άμεση εμπειρία των εργαζομένων όσον αφορά την καταπίεση της γραφειοκρατίας δεν προέκυψε από την απουσία της ελευθερίας του λόγου ή του δικαιώματος ψήφου στην επίσημη πολιτική σφαίρα, αλλά από την έλλειψη εξουσίας στο χώρο εργασίας. Για τους εργάτες, η πιο ωμή εκδήλωση της «δικτατορικής γραφειοκρατίας» ήταν η μονομερής εξουσία στα εργοστάσια. Ένας εργάτης που έδωσε συνέντευξη στους Walder και Gong ανέφερε:

«Στο εργαστήριο, μετράει αυτό που λένε οι εργάτες ή αυτό που λέει ο επικεφαλής; Το συζητήσαμε αργότερα. Στο εργοστάσιο ο διευθυντής είναι δικτάτορας – ό,τι λέει ένας άνθρωπος ισχύει. Αν δεις το κράτος μέσα από το εργοστάσιο, είναι περίπου το ίδιο: κυριαρχία ενός ανθρώπου... Ο στόχος μας δεν ήταν πολύ υψηλός – θέλαμε απλώς οι εργάτες να έχουν τη δική τους ανεξάρτητη οργάνωση.»

Με άλλα λόγια, ενώ οι εργάτες που συμμετείχαν στο κίνημα αγωνίζονταν αναμφίβολα για τη δημοκρατία, η «δημοκρατία» στα μάτια των εργατών σήμαινε πρώτα απ’ όλα δημοκρατία στο χώρο εργασίας. Η διατύπωση του δημοκρατικού ιδεώδους από τη WAF ήταν συνυφασμένη με την έντονη κριτική του επίσημου συνδικαλιστικού συστήματος της Κίνας, το οποίο δεν εκπροσωπούσε πραγματικά τους εργάτες, και με το όραμα οι εργάτες να έχουν το δικαίωμα να οργανώνουν ανεξάρτητα συνδικάτα, να εποπτεύουν τους διευθυντές και να διαπραγματεύονται συλλογικά.

Αυτό το ιδεώδες υπερέβαινε κατά πολύ την αντίθεση στην προώθηση της αγοράς καθεαυτή, προσβάλλοντας ευθέως το πολιτικό θεμέλιο των μεταρρυθμίσεων της προώθησης της αγοράς: τη γραφειοκρατική δικτατορία. Η δημοκρατία, όπως την όριζαν οι εργαζόμενοι, σήμαινε την αντικατάσταση της γραφειοκρατίας με την αυτοδιαχείριση των εργαζομένων, και το πρώτο βήμα προς αυτόν τον στόχο ήταν η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας και της ανεξάρτητης οργάνωσης στους χώρους εργασίας.

Αυτό το όραμα της δημοκρατίας είχε σαφώς ταξικό χαρακτήρα. Βασιζόταν στη δράση της εργατικής τάξης. Σε πλήρη αντίθεση, το δημοκρατικό ιδεώδες που διατύπωσαν οι διανοούμενοι και οι φοιτητές αποτελούνταν από ένα σύνολο υποτιθέμενων οικουμενικών φιλελεύθερων αξιών. Παρόλο που οι φοιτητές ήταν επίσης βαθιά δυσαρεστημένοι με τη διαφθορά και την επίσημη αποθησαύριση, η δυσαρέσκειά τους παρέπεμπε σε μια αφηρημένη έννοια των δημοκρατικών δικαιωμάτων και της ελευθερίας, σε αντίθεση με την πεποίθηση των εργατών ότι η δημοκρατία έπρεπε πρώτα να εγκαθιδρυθεί στον χώρο εργασίας, πάνω στην παραγωγική διαδικασία. Με άλλα λόγια, το δημοκρατικό ιδεώδες που αγκάλιασαν οι φοιτητές ήταν απαλλαγμένο από ταξικό περιεχόμενο – αν και τα αιτήματα των φοιτητών κατέληγαν να αποκαλύπτουν τα ταξικά τους συμφέροντα: μεταξύ των επτά αιτημάτων που διατύπωσαν οι φοιτητές κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσής τους στις 17 Απριλίου, ένα από αυτά ήταν η αύξηση των κρατικών δαπανών για την εκπαίδευση και η βελτίωση της υλικής ευημερίας των διανοουμένων.

Για τους εργάτες, η δημοκρατία και η προώθηση της αγοράς ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες. Η προώθηση της αγοράς ενίσχυε τους ίδιους γραφειοκράτες που ήδη μονοπωλούσαν την πολιτική εξουσία. Εφόσον η γραφειοκρατία και η προώθηση της αγοράς ήταν αλληλοσυμπληρούμενες, έπρεπε να ανατραπούν μαζί. Αλλά για τους φοιτητές, ήταν η δημοκρατία και η προώθηση της αγοράς που αλληλοσυμπληρώνονταν. Η διαφθορά και η επίσημη αποθησαύριση κατά τη διάρκεια των μεταρρυθμίσεων της προώθησης της αγοράς αντανακλούσαν, όχι τα ελαττώματα, αλλά την ατέλεια της προώθησης της αγοράς, καθώς και το γεγονός ότι ο εκδημοκρατισμός υστερούσε σε σχέση με την οικονομική μεταρρύθμιση. Ως εκ τούτου, οι φοιτητές υποστήριξαν ότι ο εκδημοκρατισμός και η προώθηση της αγοράς θα πρέπει να συμβαδίζουν. Στην πραγματικότητα, η «περαιτέρω επέκταση της οικονομικής φιλελευθεροποίησης» είχε ήδη αποτελέσει βασικό αίτημα που είχαν διατυπώσει οι φοιτητές κατά τη διάρκεια του κύματος διαμαρτυρίας τους το 1986-1987, το οποίο θεωρείται ευρέως ως πρόδρομος του κινήματος του 1989.

Συνοψίζοντας, οι βασικές διαφορές μεταξύ της εργατικής δημοκρατίας και της φοιτητικής δημοκρατίας ήταν οι εξής: η πρώτη βασιζόταν σε έναν ταξικό λόγο, η δεύτερη ήταν υποτίθεται ταξικά ουδέτερη· η πρώτη στόχευε πρώτα τον εργασιακό χώρο, η δεύτερη βασιζόταν σε μια αφηρημένη έννοια της ατομικής ελευθερίας· η πρώτη απέρριπτε σταθερά την προώθηση της αγοράς, η δεύτερη την αγκάλιαζε. Υπό αυτή την έννοια, οι εργάτες είχαν ένα σοσιαλιστικό δημοκρατικό όραμα, ενώ οι φοιτητές ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό.

Η διάσταση μεταξύ φοιτητών και εργατών

Οι εργαζόμενοι και οι φοιτητές παρουσίασαν διαφορετικές διαδρομές συμμετοχής και είχαν διαφορετικές αντιλήψεις για τη δημοκρατία. Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι υπήρχε μια αξιοσημείωτη διάσταση μεταξύ φοιτητών και εργατών καθ’ όλη τη διάρκεια του κινήματος. Οι φοιτητές προσπαθούσαν συνεχώς να αποκλείουν τους εργάτες, θεωρώντας το κίνημα «δικό τους» και προσπαθούσαν να διατηρήσουν την «καθαρότητά» του. Οι Walder και Gong επεσήμαναν ότι μέχρι τα τέλη Μαΐου, οι φοιτητές ήταν ανένδοτοι στο να μην επιτραπεί στις εργατικές οργανώσεις να εισέλθουν στην ίδια την πλατεία Τιενανμέν. Οι φοιτητές είχαν ελάχιστο ενδιαφέρον να επικοινωνήσουν ή να συντονιστούν με τις εργατικές οργανώσεις, ειδικά με την οργάνωση που είχαν σχηματίσει εργάτες οικοδομών, οι οποίοι ήταν κυρίως χωρικοί από τα αγροτικά προάστια του Πεκίνου. Ο ιστορικός Maurice Meisner υποστήριξε ότι «τις πρώτες εβδομάδες του κινήματος, οι φοιτητές διαδηλωτές συχνά διαδήλωναν με τα χέρια ενωμένα για να αποκλείσουν εργάτες και άλλους πολίτες». Ένας φοιτητής που συμμετείχε στο κίνημα αφηγήθηκε επίσης ότι οι φοιτητές φρόντιζαν να διασφαλίσουν ότι οι υλικοτεχνικές προμήθειες που προσέφεραν οι υποστηρικτές από το Χονγκ Κονγκ πήγαιναν στους ίδιους και όχι στους εργάτες.

Εδώ έγκειται η ειρωνεία του κινήματος. Οι ηγέτες των φοιτητών δήλωσαν επανειλημμένα ότι σκόπευαν να αξιοποιήσουν τις δράσεις τους για να «αφυπνίσουν» τις μάζες. Αλλά στην πραγματικότητα, ένα σημαντικό μέρος των μαζών ήταν ήδη «αφυπνισμένο» και συμμετείχε ενεργά στο κίνημα, όμως οι φοιτητές έδειξαν ελάχιστο ενδιαφέρον να μιλήσουν μαζί του. Η διογκωμένη αίσθηση ανωτερότητας και αυτοπεποίθησης των φοιτητών τρέφονταν εν μέρει από τον ελιτισμό των κορυφαίων πανεπιστημίων της Κίνας, και επίσης θύμιζε εν μέρει την παραδοσιακή αριστοκρατική ιντελιγκέντσια της Κίνας, η οποία θεωρούσε τον εαυτό της ως τον ηθικό στυλοβάτη της κοινωνίας, τη συνείδηση του λαού, υπεύθυνη για την άρθρωση τού τι είναι σωστό και τι λάθος εκ μέρους των μαζών. Πράγματι, ο κοινωνιολόγος Zhao Dingxin έχει επισημάνει ότι οι φοιτητές του κινήματος χρησιμοποιούσαν έναν συνδυασμό του δυτικού φιλελεύθερου λεξιλογίου και της παραδοσιακής ηθικιστικής γλώσσας της Κίνας.1

Αποκλεισμένοι από τους φοιτητές, πολλοί εργάτες άρχισαν να χάνουν την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτούς. Για τους εργάτες, οι φοιτητές είχαν πολύ μεγάλη ιδέα για τους εαυτούς τους, δεν σέβονταν τους εργάτες και ήταν πολύ καλύτεροι στο να μιλούν παρά να δρουν ουσιαστικά. Αυτό που ανησύχησε περισσότερο τους εργάτες ήταν ότι μέσα στις οργανώσεις των φοιτητών άρχισαν να εμφανίζονται ίχνη γραφειοκρατικού ελιτισμού, τον οποίο απεχθάνονταν βαθιά. Όπως σημείωσαν οι Walder και Gong, οι ηγέτες των φοιτητών «είχαν τίτλους όπως “Γενικός Διοικητής”, “Πρόεδρος” και ούτω καθεξής», και το εσωτερικό τους κυνήγι για εξουσία, θέσεις και προνόμια έκανε τους εργάτες να αηδιάσουν. Αντίθετα, η WAF και άλλες εργατικές οργανώσεις είχαν πολύ πιο οριζόντια δομή, με την ατομική ηγεσία να παίζει πολύ μικρότερο ρόλο.

Αυτό που οι εργάτες έβρισκαν ακόμη πιο ανυπόφορο ήταν τα υλικά προνόμια που απολάμβαναν οι φοιτητικοί ηγέτες. Σύμφωνα με τους Walder και Gong,

«Μεταξύ των εργατών στην πλατεία φημολογούνταν ευρέως ότι οι δύο κορυφαίοι ηγέτες μεταξύ των φοιτητών διαδηλωτών (ήταν παντρεμένοι) όχι μόνο είχαν τη μεγαλύτερη σκηνή από όλους, αλλά και κοιμόντουσαν σε στρώμα Simmons· ότι το μέγεθος και η ποιότητα των σκηνών και των στρωμάτων ύπνου κατανέμονταν μεταξύ των φοιτητών ηγετών ανάλογα με τη σχετική τους θέση· ότι πολλοί από τους φοιτητές ηγέτες είχαν ηλεκτρικούς ανεμιστήρες στις σκηνές τους.»

Αν και οι φήμες αυτές δεν μπορούν να επαληθευτούν, δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι εργάτες ήταν εξαιρετικά ευαίσθητοι σε κάθε ίχνος ιεραρχίας και γραφειοκρατίας.

Ταυτόχρονα, οι εργάτες και οι φοιτητές διαφωνούσαν και ως προς τη στρατηγική. Από την αρχή, οι φοιτητές υιοθέτησαν μια στάση υποβολής αιτημάτων προς το κόμμα, επιδιώκοντας να πείσουν τους ηγέτες του κόμματος να κάνουν παραχωρήσεις. Για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του κόμματος, οι φοιτητές κρατούσαν ακόμη και πανό με συνθήματα όπως «Υποστηρίζουμε το ΚΚΚ» κατά τη διάρκεια πορειών. Αντίθετα, οι εργάτες ήταν πολύ πιο εχθρικοί προς το κόμμα και υποστήριζαν μια εξεγερτική στρατηγική. Τα φυλλάδια της WAF καλούσαν πάντα τον λαό να ξεσηκωθεί και να ανατρέψει τους καταπιεστές.

Όταν τον Μάιο προέκυψαν διαφωνίες μεταξύ της ανώτατης ηγεσίας του ΚΚΚ σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του κινήματος, ορισμένοι φοιτητές έτειναν να συνεργαστούν με την «μετριοπαθή» ηγετική ομάδα υπό τον Ζάο Ζιγιάνγκ, τον τότε γενικό γραμματέα του ΚΚΚ, ενάντια στη «σκληροπυρηνική» ομάδα υπό τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ, τον de facto ανώτατο ηγέτη, και τον Λι Πενγκ, τον πρωθυπουργό. Για τους φοιτητές, οι διαμάχες των φατριών μεταξύ της ηγεσίας του ΚΚΚ πρόσφεραν μοχλό πίεσης στο κίνημα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι φοιτητές αντιτάχθηκαν σθεναρά στο κάλεσμα των εργατών για γενική απεργία, θεωρώντας τέτοιες πρωτοβουλίες ως «υποκίνηση σε χάος».

Ωστόσο, για τους εργάτες, η στρατηγική των φοιτητών δεν είχε κανένα νόημα. Είδαν τον Ζάο Ζιγιάνγκ ως το χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός δικτάτορα γραφειοκράτη που χρησιμοποίησε την εξουσία του για να βγάλει εκατομμύρια για την οικογένειά του κατά τη διάρκεια των μεταρρυθμίσεων για την προώθηση της αγοράς. Δεν έβλεπαν καμία διαφορά μεταξύ της μετριοπαθούς και της σκληροπυρηνικής φράξιας. Η WAF υποστήριξε ότι αν το κίνημα επεδίωκε τη συνεργασία με τους κομματικούς γραφειοκράτες, θα προέκυπτε ένα μόνο πράγμα: το κίνημα θα κατέληγε να το οικειοποιηθούν οι κομματικοί γραφειοκράτες για να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα, με τρόπο παρόμοιο με τον τρόπο που ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ χρησιμοποίησε το κίνημα της «5ης Απριλίου» το 1976 για να ενισχύσει την εξουσία του. Η WAF πίστευε ότι ο μόνος τρόπος για να νικήσει το κίνημα ήταν να οικοδομήσει εξουσία μέσω της αυτοοργάνωσης και του αυτοεξοπλισμού μέχρι να ανατραπεί η κομματική γραφειοκρατία. Για το λόγο αυτό τα φυλλάδια της WAF καλούσαν τις μάζες να «εισβάλουν στη Βαστίλη του εικοστού αιώνα», αναφερόμενοι στη Γαλλική Επανάσταση του 1789.

Με αυτή την έννοια, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό που συνέβη το 1989 δεν ήταν ένα κίνημα, αλλά δύο κινήματα. Το φοιτητικό κίνημα και το εργατικό κίνημα, αν και συμπίπτουν χρονικά και τοπικά και σχετίζονται κάπως μεταξύ τους (όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι εργάτες παρακινήθηκαν αρχικά να συμμετάσχουν μαζικά στα μέσα Μαΐου προκειμένου να υποστηρίξουν και να προστατεύσουν τους φοιτητές), δεν έγιναν ένα. Μεταξύ φοιτητών και εργαζομένων υπήρχε ελάχιστη εμπιστοσύνη, ανεπαρκής επικοινωνία, σχεδόν κανένας στρατηγικός συντονισμός και μόνο μια πολύ αδύναμη αίσθηση αμοιβαίας αλληλεγγύης.

Το δημοκρατικό κίνημα της Τιενανμέν του 1989 βρισκόταν σε έντονη αντίθεση με το κίνημα της 4ης Μαΐου του 1919 εβδομήντα χρόνια νωρίτερα. Κατά τη διάρκεια του Κινήματος της 4ης Μαΐου, μετά από ένα αρχικό κύμα φοιτητικών διαδηλώσεων τον Μάιο, πολλοί φοιτητές μετατοπίστηκαν εστιάζοντας στην προπαγάνδα, την οργάνωση και την αγκιτάτσια μεταξύ των εργατών και των απλών κατοίκων, οδηγώντας τελικά σε μια γενική απεργία στη Σαγκάη τον Ιούνιο, η οποία ήταν κρίσιμη για να αναγκαστεί η κυβέρνηση του Πεκίνου να υποχωρήσει στα αιτήματα των φοιτητών. Σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση του ΚΚΚ, η σημασία του Κινήματος της 4ης Μαΐου έγκειται στο γεγονός ότι οι φοιτητές έμαθαν από τη γενική απεργία πόση δύναμη μπορούσαν δυνητικά να έχουν οι εργάτες. Αυτοί οι φοιτητές στη συνέχεια αφοσιώθηκαν στην οργάνωση των εργατών και στην παρακίνηση εργατικών δράσεων. Αυτές οι συνδέσεις φοιτητών-εργατών παρείχαν αργότερα υποδομές για το εκκολαπτόμενο ΚΚΚ.

Δυστυχώς, αυτό που έκανε το 1919 σημαντικό στην επίσημη ιστορία του ΚΚΚ ήταν ακριβώς αυτό που έλειπε από το 1989.

Η άνοδος και η πτώση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας

Στην πραγματικότητα, αν θέλουμε να εντοπίσουμε παραδείγματα αλληλεγγύης μεταξύ φοιτητών και εργατών στην Κίνα πριν από το 1989, δεν χρειάζεται να πάμε τόσο πίσω όσο το 1919. Όπως επισημαίνει ο Joel Andreas σε ένα υπό έκδοση βιβλίο του2, το 1966 και το 1967, τα πρώτα χρόνια της Πολιτιστικής Επανάστασης, οι δεσμοί που σφυρηλατήθηκαν μεταξύ φοιτητών και εργατών ήταν κρίσιμοι για την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος. Οι εργάτες επισκέπτονταν τα πανεπιστήμια για να μάθουν πώς οι φοιτητές διεξήγαγαν συζητήσεις και οργανώνονταν, και οι φοιτητές πήγαιναν στα εργοστάσια και βοηθούσαν τους εργάτες να σχηματίσουν τις δικές τους επαναστατικές οργανώσεις και να διατυπώσουν αιτήματα.

Κατά τη διάρκεια των είκοσι τριών ετών μεταξύ 1966 και 1989, αυτή η αίσθηση αλληλεγγύης μεταξύ φοιτητών και εργαζομένων εξαφανίστηκε. Για να καταλάβουμε το γιατί, πρέπει να εξετάσουμε την ιστορία αυτών των δύο δεκαετιών.

Ο Μάο Τσετούνγκ ξεκίνησε την Πολιτιστική Επανάσταση το 1966 επειδή πίστευε ότι πολλοί γραφειοκράτες μέσα στο κόμμα (αυτοί που, όπως λεγόταν, «ακολουθούσαν τον καπιταλιστικό δρόμο») είχαν μολυνθεί τόσο πολύ από τον γραφειοκρατισμό που προσπαθούσαν εκ των πραγμάτων να εγκαθιδρύσουν μια μορφή γραφειοκρατικού καπιταλισμού. Κινητοποιώντας μαζικά κινήματα από τα κάτω, ο Μάο ήλπιζε να εξαλείψει αυτούς που «ακολουθούσαν τον καπιταλιστικό δρόμο» και ταυτόχρονα να συγκεντρώσει την εξουσία. Όπως υποστηρίζει ο Andreas, ο Μάο πίστευε ότι το νόημα των μαζικών κινημάτων ήταν να «μεταρρυθμίσουν το κόμμα, όχι να ανατρέψουν το κόμμα». Αυτό που ήταν προβληματικό για τον Μάο δεν ήταν ο ίδιος ο κομματικός μηχανισμός, αλλά ορισμένα στελέχη μέσα στο κόμμα. Ως εκ τούτου, το κόμμα θα επέστρεφε στην κανονική του λειτουργία μόλις απομακρύνονταν αυτοί που «ακολουθούσαν τον καπιταλιστικό δρόμο», σαν καρκινικός όγκος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Μάο ισχυριζόταν επανειλημμένα ότι η πλειοψηφία των στελεχών του κόμματος ήταν καλά και αυτοί «ακολουθούσαν τον καπιταλιστικό δρόμο» ήταν μειοψηφία.

Αλλά αυτό που δεν προέβλεψε ο Μάο ήταν ότι μόλις καλούσε τις μάζες να «μορφωθούν» και να «απελευθερωθούν», τα μαζικά επαναστατικά κινήματα θα αναπτύσσονταν και θα ριζοσπαστικοποιούνταν ξεφεύγοντας από τον έλεγχό του, ξεπερνώντας τα όρια που επέβαλε η ατζέντα του. Ο Μάο σκόπευε να ανοίξει μόνο μια μικρή ρωγμή για τις μάζες, αλλά αυτή η ρωγμή απροσδόκητα διευρύνθηκε, απελευθερώνοντας μια μαζική ριζοσπαστική δυναμική μεταξύ των εργατών και των φοιτητών, η οποία, για ένα χρονικό διάστημα, φαινόταν ότι ήταν έτοιμη να γκρεμίσει ολόκληρη την πρόσοψη.

Όπως επισημαίνει ο Wu Yiching3, αμέσως μετά την έκκληση του Μάο προς τους εργάτες να αυτοοργανωθούν στα τέλη του 1966, οι συμβασιούχοι και οι άτυποι εργάτες –οι οποίοι ήταν «πολίτες δεύτερης κατηγορίας» στα αστικά εργοστάσια– άρχισαν να δημιουργούν τις δικές τους οργανώσεις. Αυτές οι οργανώσεις δεν στόχευαν αυτούς που «ακολουθούσαν τον καπιταλιστικό δρόμο», όπως ήθελε ο Μάο, αλλά επιτέθηκαν στο άδικο και με διακρίσεις εργασιακό σύστημα δύο ταχυτήτων της Κίνας. Τα κινήματα αυτά δέχτηκαν επίθεση ως «οικονομιστικά» και διαλύθηκαν από τον Μάο και άλλους ηγέτες της Πολιτιστικής Επανάστασης.

Μετά την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Κομμούνας της Σαγκάης (ΛΚΣ) τον Ιανουάριο του 1967, την οποία ο Μάο χαιρέτισε ως ένα εμπνευσμένο παράδειγμα κατάληψης της εξουσίας από τις μάζες χωρίς τα κομματικά στελέχη, ορισμένες ριζοσπαστικές οργανώσεις επαναστατημένων εργατών ανέπτυξαν μια αρκετά διαφορετική αντίληψη για την ΛΚΣ. Για αυτούς τους ριζοσπάστες εργάτες, οι «Επαναστατικές Επιτροπές» που ιδρύθηκαν στο όνομα της «κατάληψης της εξουσίας από τις μάζες» ελέγχονταν στην πραγματικότητα από τον στρατό και χρησίμευαν ως εργαλείο για τον Μάο και το κόμμα για την καταστολή του επαναστατικού κινήματος και την αποκατάσταση του status quo. Αυτές οι ριζοσπαστικές οργανώσεις επεδίωκν να εγκαθιδρύσουν ένα γνήσιο σύστημα εργατικής αυτοδιαχείρισης, παρόμοιο με αυτό της Παρισινής Κομμούνας, και ενεπλάκησαν σε ένοπλο αγώνα με τις «Επαναστατικές Επιτροπές» για μήνες.

Ταυτόχρονα, πολλοί εργάτες και φοιτητές επέκτειναν και εμβάθυναν την κριτική του Μάο για τον γραφειοκρατισμό και αυτούς που «ακολουθούσαν τον καπιταλιστικό δρόμο», καταλήγοντας σε πολιτικά συμπεράσματα πολύ πιο ριζοσπαστικά και ουσιαστικά από αυτά του Μάο. Για αυτούς τους εργάτες και φοιτητές, οι παρατηρήσεις του Μάο για τον γραφειοκρατισμό ήταν οξυδερκείς, αλλά η διάγνωσή του ήταν λανθασμένη. Ο γραφειοκρατισμός δεν ήταν αποτέλεσμα μεμονωμένων γραφειοκρατών, αλλά του μονοκομματικού δικτατορικού καθεστώτος, το οποίο ήταν εγγενώς καπιταλιστικό. Για αυτούς τους εργάτες, ο μόνος τρόπος για να καταργηθεί ο γραφειοκρατισμός ήταν να καταργηθεί το μονοκομματικό καθεστώς και να καθιερωθεί στη θέση του ο εργατικός αυτοέλεγχος. Αυτά τα επιχειρήματα διατυπώθηκαν με τον πιο λεπτομερή τρόπο από μια ριζοσπαστική εργατική οργάνωση που ονομαζόταν Συμμαχία Προλεταρίων Επαναστατών στην επαρχία Χουνάν. Τα ιδανικά αυτά ανέδειξαν μια αντίληψη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας που ήταν παρόμοια με την αντίληψη του ίδιου του Μαρξ.

Ο Μάο και άλλοι ηγέτες της Πολιτιστικής Επανάστασης είχαν ανησυχήσει πάρα πολύ από αυτά τα κινήματα, τα οποία υπερέβαιναν την ατζέντα του ίδιου του Μάο, αμφισβητώντας σαφώς την εξουσία των ηγετών και ζητώντας συστηματική αλλαγή και θεσμοθετημένη σοσιαλιστική δημοκρατία. Από το 1968, ο Μάο κάλεσε τον στρατό να επέμβει μαζικά, εξαπολύοντας ένα τρομακτικό κύμα καταστολής κατά των εξεγερμένων εργατών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Walder4, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρωποκτονιών κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης διαπράχθηκαν από το ΚΚΚ και τον στρατό που κατέστειλε τους επαναστατημένους εργάτες μετά το 1968. Παραμένει μέχρι σήμερα η πιο αιματηρή και μαζική κρατική καταστολή στην ιστορία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Σε ορισμένες πόλεις, οργανώσεις επαναστατημένων εργατών διεξήγαγαν εμφύλιους πολέμους με τον στρατό και καταστάλθηκαν βάναυσα. Εν τω μεταξύ, ο Μάο και η ηγεσία του κόμματος εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον της έκφρασης του σοσιαλιστικού δημοκρατικού οράματος των εργατών, κατηγορώντας τους ότι ήταν αναρχικοί και τροτσκιστές.

Εν ολίγοις, το μαζικό κίνημα που ξεκίνησε ο ίδιος ο Μάο εξελίχθηκε ανεξάρτητα σε ένα σοσιαλιστικό δημοκρατικό κίνημα, το οποίο απείλησε τον Μάο και στη συνέχεια καταστάλθηκε από αυτόν. Σύμφωνα με τα λόγια του Wu Yiching, η Πολιτιστική Επανάσταση καταβρόχθισε τα ίδια της τα παιδιά. Η καταστολή μεταξύ 1968 και 1971 είχε βαθύτατες επιπτώσεις. Από τη μία πλευρά, τα τμήματα των επαναστατημένων εργατών που ήταν πιο μαχητικά, ριζοσπαστικά και οργανωμένα αποδεκατίστηκαν φυσικά. Από την άλλη πλευρά, η πλήρης μεταστροφή του Μάο άφησε πολλούς εργάτες και φοιτητές απογοητευμένους· ένιωσαν προδομένοι από τον Μάο και πίστεψαν ότι άλλοι ηγέτες της Πολιτιστικής Επανάστασης, όπως η Τζιανγκ Τσινγκ (η σύζυγος του Μάο) και ο Τσεν Μπόντα, εκμεταλλεύονταν καιροσκοπικά και χειραγωγούσαν το μαζικό κίνημα για την άνοδό τους στην εξουσία.

Το 1974, η εκστρατεία «Κριτική στον Λιν Μπιάο, κριτική στον Κομφούκιο» προσέφερε αναπάντεχα μια πλατφόρμα στους δυσαρεστημένους επαναστάτες για να εκφράσουν την απογοήτευσή τους για το κύμα καταστολής της περιόδου 1968-1971. Αυτή η αδέξια από πάνω προς τα κάτω εκστρατεία, η οποία στόχευε δύο εντελώς άσχετες μεταξύ τους μορφές, ξεκίνησε από τους ηγέτες της Πολιτιστικής Επανάστασης για να βοηθήσει τον αγώνα των φραξιών τους μέσα στο κόμμα. Αλλά οι επαναστάτες εργάτες είχαν μια εντελώς διαφορετική πηγή δυσαρέσκειας απέναντι στον Λιν Μπιάο, τον διάδοχο του Μάο πριν πεθάνει μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος το 1971. Το 1968-1971, ως ηγέτης του στρατού, ο Λιν έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καταστολή των εξεγερμένων. Ως εκ τούτου, πολλοί εξεγερμένοι συμμετείχαν στην εκστρατεία «Κριτική στον Λιν Μπιάο, κριτική στον Κομφούκιο», χρησιμοποιώντας τον Λιν ως στόχο για να επικρίνουν την περίοδο καταστολής και να ζητήσουν την επιστροφή του μαζικού επαναστατικού κινήματος του 1966-1967. Οι πιο τεκμηριωμένες και με μεγαλύτερη επιρροή κριτικές προς αυτή την κατεύθυνση διατυπώθηκαν σε μια σειρά από αφίσες με μεγάλους χαρακτήρες που εκδόθηκαν με το όνομα «Λι-Γι-Ζε», το οποίο αναφέρεται σε τρεις συν-συγγραφείς που συμμετείχαν ενεργά στο επαναστατικό κίνημα του 1966-1967 και αργότερα τιμωρήθηκαν αυστηρά.

Προς απογοήτευση των επαναστατών, το κάλεσμα του Λι-Γι-Ζε δεν έγινε δεκτό με ιδιαίτερη ικανοποίηση από τον Μάο, με άλλους ηγέτες της Πολιτιστικής Επανάστασης να ζητούν την απαγόρευση αυτών των αφισών. Η δυσαρέσκεια των εξεγερμένων απέναντι στον Μάο και τους ηγέτες της Πολιτιστικής Επανάστασης οδήγησε στο κίνημα της 5ης Απριλίου το 1976. Κατά τη διάρκεια αυτού του κινήματος, δεκάδες χιλιάδες συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Τιενανμέν, φαινομενικά σε ένδειξη πένθους για τον πρόσφατο θάνατο του πρωθυπουργού Τσου Εν Λάι, αλλά στην πραγματικότητα για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους προς τους ηγέτες της Πολιτιστικής Επανάστασης. Συνθήματα και πανό όπως, «Κάτω η αυτοκρατορική χήρα Τσι Σι» και «Κάτω η Ίντιρα Γκάντι», εμφανίστηκαν παντού στην πλατεία, όλα αναφερόμενα στην Τζιανγκ Τσινγκ. Επιπλέον, εμφανίστηκαν και συνθήματα όπως «Κάτω ο πρώτος αυτοκράτορας της δυναστείας Τσιν», που αναφέρονταν στον ίδιο τον Μάο.

Το κίνημα της 5ης Απριλίου το 1976 τροφοδότησε ακόμα περισσότερο την πλατιά δυσαρέσκεια απέναντι στον Μάο και τους ηγέτες της Πολιτιστικής Επανάστασης. Αυτό το λαϊκό συναίσθημα παρείχε υποστήριξη σε τμήμα της ηγεσίας του κόμματος να αφαιρέσει την εξουσία από τους ηγέτες της Πολιτιστικής Επανάστασης με ένα παλατιανό πραξικόπημα μετά το θάνατο του Μάο το ίδιο έτος. Με τη σειρά της, η πτώση των ηγετών της Πολιτιστικής Επανάστασης πυροδότησε την ελπίδα και την αισιοδοξία μεταξύ των καταπιεσμένων επαναστατών. Ήλπιζαν ότι το κόμμα θα μπορούσε να διορθώσει τις αδικίες που τους έγιναν κατά τη διάρκεια της καταστολής του 1968-1971 και να ανοίξει και πάλι χώρο για μαζικά κινήματα από τα κάτω προς τα πάνω. Ταυτόχρονα, μεταξύ 1976 και 1978, οι ελπίδες των επαναστατών διογκώθηκαν από τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ, ο οποίος ενεπλάκη σε σφοδρές φραξιονιστικές διαμάχες με άλλους ηγέτες του κόμματος και εξέφρασε κάποιες φιλοδημοκρατικές απόψεις προκειμένου να εδραιώσει τη λαϊκή του υποστήριξη.

Η αισιοδοξία των επαναστατών κορυφώθηκε με το Κίνημα της Δημοκρατίας του Τοίχου το 1979. Όπως επισημαίνει ο Meisner, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες σε αυτό το κίνημα δεν ήταν διανοούμενοι, αλλά επαναστάτες που δραστηριοποιήθηκαν το 1966-1967 και αργότερα καταστάλθησαν. Δημιούργησαν πολιτικές οργανώσεις, οργάνωσαν δημόσιες συζητήσεις, διένειμαν τις δικές τους εκδόσεις και ανήρτησαν αφίσες με μεγάλα γράμματα. Η επιρροή του κινήματος εξαπλώθηκε γρήγορα από το Πεκίνο σε άλλες μεγάλες πόλεις. Ο λόγος του κινήματος αναβίωσε το σοσιαλιστικό δημοκρατικό όραμα που διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 1966-1967 και εστίασε την κριτική στη μονοκομματική διακυβέρνηση, την οποία οι επαναστάτες θεωρούσαν πηγή του γραφειοκρατισμού. Για όσους συμμετείχαν, το Κίνημα της Δημοκρατίας του Τοίχου του 1979 συνέχιζε από εκεί που είχε σταματήσει το κίνημα των εξεγερμένων της Πολιτιστικής Επανάστασης. Ήταν το δεύτερο σοσιαλιστικό δημοκρατικό κίνημα, μετά το πρώτο του 1966-1967.

Όπως το κίνημα του 1966-1967 τρόμαξε τον Μάο, έτσι και το Κίνημα της Δημοκρατίας του Τοίχου του 1979 τρόμαξε τον Ντενγκ. Όπως είχε κάνει και ο Μάο, ο Ντενγκ κατηγόρησε τους συμμετέχοντες στο κίνημα του 1979 ότι ήταν «αναρχικοί» και εξαπέλυσε σκληρή καταστολή. Αυτό το κύμα καταστολής ενίσχυσε την πολιτική απογοήτευση των μαζών. Στη συνέχεια, ο σοσιαλιστικός δημοκρατικός λόγος εξαφανίστηκε σχεδόν εντελώς από τη δημόσια συζήτηση. Αυτό σήμαινε επίσης την περιθωριοποίηση της ταξικής πολιτικής στο σύνολό της – άλλωστε, ο σοσιαλιστικός δημοκρατικός λόγος στηριζόταν στην ταξική πολιτική.

Αυτή η θεμελιώδης μετατόπιση ήταν απολύτως συνεπής με τη συνολική προώθηση του πραγματισμού της πολιτικής του Ντενγκ και την υποχώρηση από το λόγο της ταξικής πάλης. Καθώς οι αγωνιστές της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν εργάτες, φιμώθηκαν, η δημόσια πολιτική συζήτηση μονοπωλήθηκε όλο και περισσότερο από φιλελεύθερα σκεπτόμενους διανοούμενους και φοιτητές, και η συζήτηση για τη δημοκρατία έχανε όλο και περισσότερο το ταξικό της περιεχόμενο και εντάσσονταν σε ένα φιλελεύθερο πλαίσιο. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και οι δύο πλευρές στη συζήτηση «δημοκρατία ή αυταρχισμός» αναγνώριζαν τη νομιμότητα των μεταρρυθμίσεων για την προώθηση της αγοράς και δεν έλαβαν υπόψη τους τις επιπτώσεις της για τους εργαζόμενους. Η έρευνα της Anita Chan επισημαίνει ότι «αν κάποιος ψάξει προσεκτικά τα γραπτά των Κινέζων διανοουμένων όλων των πεποιθήσεων [στα τέλη της δεκαετίας του 1980], είναι δύσκολο να βρει οποιαδήποτε αναφορά στα παράπονα της εργατικής τάξης».5

Πολλοί σχολιαστές έχουν ρομαντικοποιήσει τη δεκαετία του 1980 στην Κίνα ως μια δεκαετία ελευθερίας, ελπίδας, πλουραλισμού και ιδεαλισμού. Ωστόσο, μια ισορροπημένη αξιολόγηση της δεκαετίας απαιτεί να εξετάσει κανείς όχι μόνο τι ήταν παρόν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας, αλλά και τι απουσίαζε. Πολλά από αυτά που αρέσουν σ’ αυτούς τους σχολιαστές από τη δεκαετία –η εκρηκτική επιρροή του δυτικού φιλελευθερισμού, η αυξημένη ελευθερία του λόγου και της έκφρασης και η ζωτικότητα των πνευματικών ομάδων– συνοδεύτηκαν από την υποχώρηση της εργατικής τάξης από την πολιτική και την εξαφάνιση των σοσιαλιστικών δημοκρατικών ιδεωδών, που ήταν αποτέλεσμα της καταστολής στον απόηχο του Κινήματος της Δημοκρατίας του Τοίχου το 1979. Κατά μία έννοια, η «ελευθερία» στην Κίνα της δεκαετίας του 1980 γεννήθηκε στη σκιά της καταστολής.

Κάθε συζήτηση για την «ελευθερία» πρέπει να αντιμετωπίσει το ερώτημα: ελευθερία για ποιον; Τα οφέλη της πολιτικής φιλελευθεροποίησης στην Κίνα της δεκαετίας του 1980 –από τη δημιουργία χώρου για την προβολή ενός ευρύτερου φάσματος πολιτικών απόψεων μέχρι τον πλουραλισμό της πνευματικής ζωής και τη διαφοροποίηση του τρόπου ζωής– τα καρπώθηκαν σχεδόν αποκλειστικά οι διανοούμενοι και οι πανεπιστημιακοί φοιτητές. Προκειμένου να εδραιώσει την υποστήριξη και να αποκτήσει νομιμοποίηση για την προώθηση της αγοράς, ο Ντενγκ βελτίωσε σημαντικά την υλική ευημερία και την κοινωνική θέση των διανοουμένων και έκανε το σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πολύ πιο ελιτίστικο6. Κατά συνέπεια, η συμμετοχή των διανοουμένων και των φοιτητών στην πολιτική συζήτηση συνέβαλε στην ενίσχυση της ελιτίστικης αυτογνωσίας τους. Το κινεζικό ντοκιμαντέρ River Elegy, που είχε μεγάλη επιρροή και προβλήθηκε ευρέως στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αποτελεί παράδειγμα αυτού του ελιτίστικου φιλελευθερισμού.

Εν τω μεταξύ, τι είδους «ελευθερία» απολάμβανε η εργατική τάξη των πόλεων; Αυτό που επηρέασε περισσότερο τη ζωή των εργατών των πόλεων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 δεν ήταν μάλλον η απελευθέρωση των τιμών, αλλά η ουσιαστική επέκταση της εξουσίας των διευθυντών στη λειτουργία των κρατικών εργοστασίων εις βάρος των εργατών. Οι διευθυντές απέκτησαν σχεδόν ανενόχλητοι την εξουσία να διαθέτουν τα μέσα παραγωγής κατά το δοκούν, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί κατά πολύ η κυριαρχία του ενός ατόμου στους χώρους εργασίας των πόλεων και να υπάρξει de facto ιδιωτική ιδιοκτησία.

Καθώς τα εργατικά συνέδρια αδρανοποιήθηκαν, οι εργάτες έχασαν την περιορισμένη εξουσία τους στη λήψη αποφάσεων στα εργοστάσια και βίωσαν άμεσα τη «γραφειοκρατική δικτατορία» στον χώρο παραγωγής. Με τους εργάτες να αισθάνονται καταπιεσμένοι, κακομεταχειρισμένοι, στερημένοι από την αξιοπρέπειά τους και αντιμέτωποι με αυξανόμενες ανισότητες εξουσίας, οι διευθυντές δεν είχαν άλλη επιλογή από το να καταφύγουν σε υλικά κίνητρα και μπόνους για να επιτύχουν εργασιακή πειθαρχία. Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ήταν επομένως αποτέλεσμα της συστηματικής αποδυνάμωσης της εξουσίας τους στο χώρο εργασίας. Και στα τέλη της δεκαετίας του 1980, καθώς τα υλικά κέρδη των εργαζομένων εξανεμίστηκαν από τον πληθωρισμό, η δυσαρέσκειά τους αυξήθηκε.

Σε ολόκληρη η δεκαετία του 1980, λοιπόν, εξελίσσονταν η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των διανοουμένων και των φοιτητών, από τη μια πλευρά, και των εργατλων από την άλλη. Αυτό που δημιούργησε αυτό το χάσμα ήταν η καταστολή των δύο σοσιαλιστικών δημοκρατικών κινημάτων –το πρώτο από τον Μάο Τσετούνγκ, το δεύτερο υπό τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ– και η συνακόλουθη υποχώρηση του ταξικού λόγου από την πολιτική. Το 1989, τα συσσωρευμένα παράπονα των εργατών μεταφράστηκαν τελικά σε δράσεις μεγάλης κλίμακας, καθώς οι εργάτες ανακάλυψαν εκ νέου τον σοσιαλιστικό δημοκρατικό λόγο που είχε εμφανιστεί το 1966 και το 1979. Αλλά το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ φοιτητών και εργατών σήμαινε ότι οι φοιτητές ούτε κατανοούσαν ούτε νοιάζονταν για τα σοσιαλιστικά δημοκρατικά ιδεώδη των εργατών.

Μετά το 1989

Στη δεκαετία του 1990, η απόκλιση μεταξύ των διανοουμένων και της εργατικής τάξης διευρύνθηκε. Οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους το κόμμα αντιμετώπιζε τους φοιτητές και τους εργάτες έγιναν φανερή μετά το 1989: οι φοιτητές αφέθηκαν ελεύθεροι εκτός από μερικούς ηγέτες, ενώ οι εργάτες διώχθηκαν βίαια σε πολύ ευρύτερη κλίμακα. Η διαφορά αυτή παρέμεινε έντονη κατά τη δεκαετία του 1990.

Η δραματική επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων για την προώθηση της αγοράς στη δεκαετία του 1990 παρείχε άφθονες οικονομικές ευκαιρίες στους φοιτητές που αποφοίτησαν από κορυφαία πανεπιστήμια στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ορισμένοι Κινέζοι παρατηρητές σημείωσαν ότι μέσω της μεγάλης παλίρροιας της προώθησης της αγοράς, πολλοί φοιτητές που συμμετείχαν στο κίνημα του 1989 μετατράπηκαν στη νέα αστική μεσαία τάξη η οποία έχει πια συμφέρον να υποστηρίζει το καθεστώς του ΚΚΚ. Κατά μία έννοια, οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας τρόπος για το ΚΚΚ να απορροφήσει και να ενσωματώσει τη γενιά των φοιτητών που συμμετείχαν στο 1989. Έχω μιλήσει με δεκάδες ανθρώπους που σπούδασαν στα κορυφαία πανεπιστήμια του Πεκίνου στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι οποίοι σχεδόν όλοι συμμετείχαν στο κίνημα. Σήμερα, είναι κάτοικοι του Πεκίνου που ανήκουν στην μεσαία τάξη και πιστεύουν ότι «η πολιτική σταθερότητα έρχεται πάνω απ’ όλα». Θυμούνται τη συμμετοχή τους στο 1989 ως αφελή και υποκινούμενη.

Ενώ οι μεταρρυθμίσεις για την προώθηση της αγοράς τη δεκαετία του 1990 ωφέλησαν σε μεγάλο βαθμό τους διανοούμενους και τους φοιτητές, κατέστρεψαν σχεδόν ολοκληρωτικά την εργατική τάξη των πόλεων. Καθώς η πλειονότητα των κρατικών επιχειρήσεων αναδιαρθρώθηκε, συρρικνώθηκε και ιδιωτικοποιήθηκε, οι εργάτες έχασαν τις δουλειές τους ή αντιμετώπισαν πολύ χειρότερες συνθήκες εργασίας και πενιχρά οφέλη και μέτρα προστασίας. Οι ερευνητές έχουν γενικά αποδώσει αυτό το κύμα βιομηχανικής αναδιάρθρωσης σε οικονομικούς παράγοντες, αλλά αν λάβουμε υπόψη το 1989, φάνηκε να παίζουν ρόλο και πολιτικές παράμετροι. Η δύναμη και ο ριζοσπαστισμός των εργατών της πόλης, όπως εκδηλώθηκε το 1989, τρόμαξε τους κομματικούς ηγέτες και τους έκανε αποφασισμένους να τσακίσουν την εργατική τάξη της πόλης.

Η αντίθεση της τύχης των διανοουμένων που μεταμορφώθηκαν στη νέα μεσαία τάξη της Κίνας και της τύχης της εργατικής τάξης της πόλης παρέμεινε βασικό χαρακτηριστικό της κινεζικής κοινωνίας μετά το 1989. Υπάρχει ακόμα και σήμερα. Αυτή η ταξική στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε», μια από τις σημαντικότερες κληρονομιές του 1989, παραμένει ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση του καθεστώτος του ΚΚΚ.

4 Ιουνίου 2020

 

 

Μετάφραση: e la libertà

Yueran Zhang, «The Forgotten Socialists of Tiananmen Square», Jacobin, 4 Ιουνίου 2021, https://www.jacobinmag.com/2019/06/tiananmen-square-worker-organization-socialist-democracy· αναδημοσίευση: International Viewpoint, 15 Ιουνίου 2020, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article6673.

 

Σε ένα άρθρο που δημοσίευσε ο συγγραφέας στα κινεζικά, στο Initium Media, ανέπτυξε τα ίδια επιχειρήματα.

 

Σημειώσεις

1 Dingxin Zhao, The Power of Tiananmen. State-Society Relations and the 1989 Beijing Student Movement, University of Chicago Press, 2001.

2 Joel Andrea, Disenfranchised. The Rise and Fall of Industrial Citizenship in China, Oxford University Press, 2019.

3 Yiching Wu, The Cultural Revolution at the Margins. Chinese Socialism in Crisis, Harvard University Press, 2014.

4 Andrew G. Walder, “Rebellion and Repression in China, 1966–1971”, Social Science History, Τόμος 38, αριθ. 3-4, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014, σσ. 513-539.

5 Anita Chan, “China’s long winter”, Monthly Review, τόμος 41, τεύχος 8.

6 Joel Andreas, Rise of the Red Engineers. The Cultural Revolution and the Origins of China's New Class, Contemporary Issues in Asia and the Pacific, 2009.

Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2021 15:00

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.