Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021 11:21

Η μπολσεβίκικη αριστερή αντιπολίτευση, 1919-1928

Μέλη του ΚΚΡ(μπ.) του Περμ. Στο κέντρο ο Μιάσνικοφ, ηγετικό στέλεχος της Εργατικής Αντιπολίτευσης

 

 

Michel Olivier

 

Η ομάδα του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού, η Εργατική Αντιπολίτευση, τα παράνομα κινήματα της αντιπολίτευσης, η κρίση του κόμματος, η Κρονστάνδη και το τέλος της επαναστατικής περιόδου στη Ρωσία 1

 

Ο Leonard Schapiro ξεκινά το βιβλίο του, “Η προέλευση της κομμουνιστικής απολυταρχίας”,2 με την ακόλουθη δήλωση: «Είναι παράξενο ότι η ιστορία της πολιτικής αντιπολίτευσης στον Λένιν δεν έχει ποτέ πριν, απ’ όσο γνωρίζω, ειπωθεί λεπτομερώς ή συνολικά...»3 Και έχει δίκιο. Ξεκίνησε να εργάζεται πάνω σε αυτό το θέμα, αλλά γιατί τελείωσε την αφήγησή του το 1922; Στην πραγματικότητα, σταμάτησε όταν πίστεψε ότι η κεντρική εξουσία δεν απειλούνταν πλέον από τα κινήματα της αντιπολίτευσης, ειδικά μετά από ένα μέτρο που είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο από οποιοδήποτε άλλο, την απαγόρευση των εσωτερικών φραξιών που ανακοινώθηκε στο 10ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μάρτιος 1921), το οποίο πραγματοποιήθηκε την ίδια στιγμή που η εξέγερση της Κρονστάνδης πνιγόταν στο αίμα. Πρόκειται για ένα είδος θεσμικής προσέγγισης της ιστορίας, δηλαδή για εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία και έχουν επιβάλει με επιτυχία τη θέλησή τους στους άλλους. Επιπλέον, γράφει στο συμπέρασμά του: «Πολλοί από αυτούς [τους μπολσεβίκους ηγέτες] επρόκειτο να επαναστατήσουν για άλλη μια φορά, το 1923,4 όταν ανακάλυψαν ότι αυτό που πραγματικά είχε συμβεί ήταν η εδραίωση στην εξουσία του κεντρικού κομματικού μηχανισμού. Αλλά τότε ήταν πολύ αργά».5 Από τη δική μας σκοπιά, η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους νικητές. Υπάρχουν νίκες που αποδεικνύονται ήττες. Για το εργατικό κίνημα, το οποίο έχει γνωρίσει μόνο μια μακρά σειρά από ήττες, αυτό που ακολούθησε την επανάσταση στη Ρωσία, δηλαδή η εγκαθίδρυση ενός ιμπεριαλιστικού κράτους, που γενικά θεωρείται νίκη, αναλύεται ως μια τρομερή ήττα. Από την άλλη πλευρά, ο αγώνας της μπολσεβίκικης αριστεράς, καθώς και οι ιδέες της, αποκαλύπτεται σήμερα ότι ήταν αρκετά γόνιμος παρά τη διαδοχή των ηττών εκείνης της εποχής: την αποτυχία της επανάστασης στη Γερμανία και την Ουγγαρία, τη σφαγή των εργατών που συμμετείχαν στην εξέγερση της Κρονστάνδης, κ.λπ. Αυτή η ιστορία επομένως δεν έχει ακόμη γραφτεί.

Έτσι, αυτό το κενό στις γνώσεις μας δεν περιορίζεται στην περίοδο που ζούσε ακόμη ο Λένιν. Για πολλούς από τους κομμουνιστές πρωταγωνιστές της εποχής, οι συζητήσεις στο ρωσικό κόμμα άρχισαν με την «Πλατφόρμα των σαράντα έξι» «παλαιών μπολσεβίκων» της 15ης Οκτωβρίου 1923, η οποία παραδόθηκε στο Πολιτικό Γραφείο του κόμματος. Σ’ αυτό το κείμενο οι παλιοί μπολσεβίκοι ασκούσαν αυστηρή κριτική στην οικονομική πολιτική του κόμματος, αλλά ασκούσαν ακόμη πιο σκληρή κριτική στο εσωτερικό καθεστώς του κόμματος.

«Το Κόμμα έχει σε σημαντικό βαθμό πάψει να είναι μια ανεξάρτητη, ζωντανή συλλογικότητα... Είναι εμφανής μια αυξανόμενη διαίρεση μεταξύ μιας ιεραρχίας γραμματέων... των στελεχών του κόμματος που στρατολογούνται από τα πάνω, και των μαζών του κόμματος που δεν συμμετέχουν στην κοινή ζωή του». (Κομμουνιστικό Δελτίο, αρ. 32-33, 1933).

Η έλλειψη πληροφόρησης, σε διεθνή κλίμακα, από την πλευρά των μελών των εθνικών κομμουνιστικών κομμάτων, είναι εντυπωσιακή εκείνη την εποχή – δεν ήταν συνηθισμένο να συζητείται η κατάσταση του ρωσικού κόμματος στο πλαίσιο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ). Τι περίεργοι διεθνιστές! Οι ρωσικές υποθέσεις είναι εσωτερική υπόθεση των Ρώσων! Έτσι, ο Μπορντίγκα6 εξέφρασε την έντονη διαφωνία του με αυτόν τον κανόνα κατά τη διάρκεια μιας πολύ σοβαρής πολιτικής διαμάχης με τον Στάλιν στις 22 Φεβρουαρίου 1926 (στην «Έκτη Διευρυμένη Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς«), στην οποία υποστήριξε το δικαίωμα της Διεθνούς να συζητά τα ρωσικά ζητήματα. Σε αυτή τη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, ο Μπορντίγκα εξέφρασε την αντίθεσή του στη θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» και την υπέβαλε σε σκληρή κριτική.

Ως συνέπεια αυτού του κανόνα που όριζε ότι τα ρώσικα ζητήματα δεν αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης, θα γίνει εύκολα κατανοητό ότι τα μέλη της Διεθνούς παρέμειναν σε άγνοια για τη διαφωνία εντός του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, μέχρι που ο Τρότσκι ξεκίνησε την ανοιχτή εκστρατεία διαμαρτυρίας του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, ακόμη και σήμερα, οι φράξιες και τα ρεύματα μέσα στο ρωσικό κόμμα εξακολουθούν να είναι μια υπόθεση που περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στην τροτσκιστική αντιπολίτευση για πολλούς ερευνητές και ιστορικούς της Ρωσίας.

Ο ίδιος ο Τρότσκι συνέβαλε στην εδραίωση αυτής της ερμηνείας ορίζοντας την Πλατφόρμα των Σαράντα Έξι «παλαιών μπολσεβίκων» της 15ης Οκτωβρίου ως την Πλατφόρμα της «Αντιπολίτευσης του 1923». Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο απλοϊκό. Αυτή η Πλατφόρμα ήταν ανεξάρτητη από την επιστολή που έγραψε ο Τρότσκι στις 8 Οκτωβρίου 1923 προς το Πολιτικό Γραφείο, αν και ένας μεγάλος αριθμός πολιτικών υποστηρικτών του Τρότσκι υπέγραψε επίσης την Πλατφόρμα. Εν τω μεταξύ, οι περισσότεροι από τους σαράντα έξι υπογράφοντες ήταν αριστεροί κομμουνιστές βετεράνοι της φράξιας του 1919, οι οποίοι, ως επί το πλείστον, είχαν ξαναρχίσει τον πολιτικό τους αγώνα μετά το Δεκέμβριο του 1919 στο πλαίσιο της ομάδας «Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός», δηλαδή τουλάχιστον δεκαέξι από αυτούς που γνωρίζουμε και, αρκετά συχνά, είχαν αγωνιστεί το 1919 ενάντια στις θέσεις που υποστήριζε τότε ο Τρότσκι.

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί συνέχεια του βιβλίου που δημοσίευσαν οι συντάκτες της Συλλογικότητας Σμόλνι σχετικά με την αριστερή κομμουνιστική φράξια στη Ρωσία το 1918 και, ειδικότερα, με τη συζήτηση σχετικά με τα οικονομικά και κοινωνικά μέτρα της μεταβατικής περιόδου. Με την έκδοση αυτή των κειμένων των αριστερών κομμουνιστών της περιόδου 1921-1929 παρέχουμε στον αναγνώστη πρωτογενές υλικό για τα διαφορετικά ρεύματα και τους αγώνες στο εσωτερικό του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος που μέχρι σήμερα ήταν ελάχιστα γνωστά ή εντελώς άγνωστά.

Έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι το έργο μας είναι ακόμη ατελές και ελπίζουμε ότι θα χρησιμεύσει ως έμπνευση για όσους θα το βελτιώσουν και θα το ολοκληρώσουν. Επιδιώξαμε να συγκεντρώσουμε τα σημαντικά κείμενα που έχουν δημοσιευθεί στα γαλλικά, τα περισσότερα από τα οποία έχουν δημοσιευθεί σε διάφορες εκδόσεις ή βιβλία και σε διάφορες χρονικές περιόδους, πολλά από αυτά σε εκδόσεις που διανέμονται ιδιωτικά.

Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός (1919-1921)

Υπάρχει μια προφανής και άμεση σύνδεση μεταξύ της φράξιας των αριστερών κομμουνιστών του 1918 και της ομάδας των Δημοκρατικών Συγκεντρωτιστών7 ή «Ντεσίστ»,8 η οποία σχηματίστηκε τον Δεκέμβριο του 1919, τόσο όσον αφορά τα πρόσωπα όσο και τις ιδέες που υποστήριζαν αυτές οι ομάδες. Οι διαφωνίες που είχαν προσωρινά ανασταλεί λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου αναδύθηκαν και πάλι όταν ο εμφύλιος πόλεμος έφτασε στο τέλος του. Ολόκληρο το έτος 1918 χαρακτηρίστηκε από διαφωνίες που έβραζαν. Τον Μάιο-Ιούνιο του 1918, στο Πρώτο Συνέδριο των Οικονομικών Συμβουλίων, ο Λένιν είχε εκφραστεί υπέρ της «εργατικής πειθαρχίας» και της «μονοπρόσωπης διοίκησης» και της ανάγκης να προσλαμβάνονται αστοί ειδικοί στις επιχειρήσεις. Ο Οσίνσκι και ο Σμιρνόφ, υποστηριζόμενοι από πολυάριθμους επαρχιακούς αντιπροσώπους, απαίτησαν «μια εργατική διοίκηση ... όχι μόνο από πάνω, αλλά και από κάτω». Μια υποεπιτροπή του Συνεδρίου ενέκρινε ένα ψήφισμα που επέβαλε ότι τα δύο τρίτα των αντιπροσώπων που θα απαρτίζουν τα διοικητικά συμβούλια των βιομηχανικών επιχειρήσεων θα πρέπει να εκλέγονται από τους εργάτες9, γεγονός που εξόργισε τον Λένιν. Στην Ολομέλεια προκάλεσε την τροποποίηση του ψηφίσματος, έτσι ώστε, το πολύ, το ένα τρίτο του διευθυντικού προσωπικού να εκλέγεται από τους εργάτες. Αυτό οδήγησε σε διάσπαση μεταξύ των αριστερών κομμουνιστών. Ο Ράντεκ ήταν πρόθυμος να δεχτεί τη «μονοπρόσωπη διοίκηση» με αντάλλαγμα τα διατάγματα εθνικοποίησης του Ιουνίου του 1918, τα οποία εγκαινίασαν την εποχή του «πολεμικού κομμουνισμού» και, κατά την άποψη του Ράντεκ, παγίωσαν τα θεμέλια του καθεστώτος. Εκείνη την εποχή, ο Μπουχάριν διαχώρισε επίσης το δρόμο του από την αριστερά. Οι ιδέες αυτής της ομάδας εξακολουθούσαν να βρίσκουν απήχηση και θα επανεμφανίζονταν στη νέα ομάδα, τους Δημοκρατικούς Συγκεντρωτιστές. Ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός δημιουργήθηκε από τους Οσίνσκι, Σαπρόνοφ, Σμιρνόφ, Μασιμόφσκι, Κόσσιορ κ.ά., ως απάντηση στις ίδιες ανησυχίες για την υπεράσπιση της εργατικής δημοκρατίας απέναντι στην αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση του καθεστώτος. Συνέχισαν επίσης να διαμαρτύρονται ενάντια στην αρχή της «μονοπρόσωπης διοίκησης» στη βιομηχανία και να υπερασπίζονται τη συλλογική ή συναδελφική αρχή ως «το πιο αποτελεσματικό όπλο ενάντια στον κατατεμαχισμό των επιχειρήσεων και τη γραφειοκρατική ασφυξία του κρατικού μηχανισμού». («Θέσεις για τη συλλογική αρχή και τη μονοπρόσωπη διοίκηση».) Ενώ αναγνώριζαν, όπως είχαν ήδη κάνει στο περιοδικό τους, Κομμουνιστής (1918), την ανάγκη να χρησιμοποιηθούν αστοί ειδικοί στη βιομηχανία και το στρατό, έδιναν έμφαση πάνω απ’ όλα στην ανάγκη να διατηρηθούν αυτοί οι ειδικοί υπό τον έλεγχο της βάσης: «Κανείς δεν αμφισβητεί την αναγκαιότητα της χρήσης των ειδικών – η διαφωνία αφορά τον τρόπο χρήσης τους». (Σαπρόνοφ, όπως αναφέρεται από τον Daniels, The Conscience of the Revolution, σ. 109).

Τόνισαν επίσης για άλλη μια φορά την ανάγκη να αναζωογονηθούν τα εργατικά συμβούλια (σοβιέτ), όπως διακήρυτταν από το 1918. Είχαν θορυβηθεί από την απώλεια πρωτοβουλίας εκ μέρους των τοπικών συμβουλίων και πρότειναν μεταρρυθμιστικά μέτρα με σκοπό να τα αναζωογονήσουν ως αποτελεσματικούς θεσμούς της εργατικής δημοκρατίας. Έτσι, κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου του Κομμουνιστικού Κόμματος τον Δεκέμβριο του 1919, το οποίο ήταν αφιερωμένο στο ζήτημα της δομής του κράτους, το προτεινόμενο ψήφισμα του Σαπρόνοφ, το οποίο ζητούσε τροποποιήσεις στη σύνθεση της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής προκειμένου να γίνει πιο αντιπροσωπευτική, καθώς και μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν την επιστροφή ενός βαθμού πραγματικής εξουσίας στις εκτελεστικές επιτροπές των τοπικών σοβιέτ, εγκρίθηκε παρά την αντίθεση του Βλαντιμίρσκι10, ο οποίος ήταν ο επίσημος εκπρόσωπος του Κόμματος. Μια επιτροπή του Έβδομου Συνεδρίου των Σοβιέτ, που συνήλθε αμέσως μετά το Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος, διεξήγαγε επίσης παρατεταμένη συζήτηση σχετικά με τις αντίστοιχες προτάσεις του Βλαντιμίρσκι και του Σαπρόνοφ – το ψήφισμα που εγκρίθηκε από την επιτροπή αυτή βασίστηκε στο προτεινόμενο ψήφισμα του Σαπρόνοφ και περιείχε τα περισσότερα από τα μέτρα που πρότεινε. Τελικά, ωστόσο, το ψήφισμα αυτό παρέμεινε νεκρό γράμμα.

Το Όγδοο Συνέδριο του Κόμματος που συνήλθε τον Μάρτιο του 1919 αναδιοργάνωσε τις κομματικές λειτουργίες, με ένα πολιτικό γραφείο και μια κεντρική επιτροπή, καθώς και με τη δημιουργία ενός οργανωτικού γραφείου, σε μια εποχή που η πολιτική του «πολεμικού κομμουνισμού» συνεπαγόταν την κινητοποίηση και τον έλεγχο όλων των πόρων της χώρας. Τον Δεκέμβριο του 1919 ο Τρότσκι ζήτησε τη στρατιωτικοποίηση της εργασίας, και εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε για πρώτη φορά ο αγώνας των Δημοκρατικών Συγκεντρωτιστών.

Τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1920, το 9ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος διακρίθηκε ιδιαίτερα από τη συζήτηση που πυροδότησε ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός.11 Οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές κατήγγειλαν τον συγκεντρωτισμό και τις αυταρχικές μεθόδους της Κεντρικής Επιτροπής, τις οποίες όριζαν ως «γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό» και «αυταρχικό συγκεντρωτισμό» και τις οποίες συνέδεαν με τη διοικητική και οικονομική διαχείριση του κράτους.12 Οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές καταδίκαζαν επίσης την «τεχνοκρατική» οργάνωση της εργασίας σύμφωνα με την αρχή, που διακήρυξε ο Λένιν, της «μονοπρόσωπης διοίκησης», γνωστής ως εντινονατσάλιε. Κατηγόρησαν τον Λένιν ότι διαστρέβλωσε το νόημα της φόρμουλας, δημοκρατικός-κεντρωτισμός, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση του εμφυλίου πολέμου και τους νέους θεσμούς που δημιουργήθηκαν για την αντιμετώπιση του εμφυλίου πολέμου, προκειμένου να αναπτύξει έναν ιεραρχικό αυταρχισμό. Το ένατο συνέδριο ψήφισε κατά των Δημοκρατικών Συγκεντρωτιστών προκειμένου να διατηρήσει την ανώτερη αρχή της ενότητας, ενώ ψήφισε επίσης υπέρ της δημιουργίας μιας Επιτροπής Ελέγχου για την προστασία από την κατάχρηση εξουσίας και τον γραφειοκρατισμό.

Τον Σεπτέμβριο του 1920 οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές κατήγγειλαν τη γραφειοκρατικοποίηση του Κόμματος και την αυξανόμενη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας. Το συνέδριο κατέληξε να ψηφίσει υπέρ ενός μανιφέστου που ζητούσε «γενικότερη κριτική των θεσμών του κόμματος, τόσο των κεντρικών όσο και των τοπικών» και την απόρριψη της «καταστολής κάθε μορφής κατά των συντρόφων επειδή έχουν διαφορετικές ιδέες». Αυτό αποδεικνύει ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το κόμμα εξακολουθούσε να χαρακτηρίζεται από μια ατμόσφαιρα ζωηρής συζήτησης και ότι τέτοιου είδους κριτικές εξακολουθούσαν να έχουν κάποια επιρροή στις τάξεις του. («Ψήφισμα του ένατου συνεδρίου του κόμματος σχετικά με τα νέα καθήκοντα της οικοδόμησης του κόμματος»).

Έτσι, κατά τα έτη 1919 και 1920, οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές ζήτησαν εγγυήσεις για την ελευθερία στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Δεν ήθελαν η Κεντρική Επιτροπή να ηγείται του κόμματος, αλλά να το καθοδηγεί σύμφωνα με μια γενική γραμμή χωρίς να μπλέκεται σε λεπτομέρειες. Επέμεναν ότι οι «απλοί αγωνιστές» θα έπρεπε να συζητούν τα ζητήματα πριν από τη λήψη σημαντικών αποφάσεων, ότι οι μειοψηφικές απόψεις θα έπρεπε να εκπροσωπούνται στα ψηφοδέλτια σε όλες τις εκλογές του Κόμματος και ότι θα έπρεπε επίσης να τους παρέχονται τα μέσα για να δημοσιοποιούν τις απόψεις τους. Η στάση αυτών των αγωνιστών απέναντι στα μέτρα που εφάρμοσε το καθεστώς κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου μπορεί να συνοψιστεί στα ακόλουθα λόγια του Οσίνσκι, ο οποίος δήλωσε τον Μάρτιο του 1920, στο 9ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος: «Ο σύντροφος Λένιν αποκάλυψε εδώ σήμερα μια πολύ πρωτότυπη αντίληψη του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού... Ο σύντροφος Λένιν λέει ότι το μόνο στο οποίο συνίσταται ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι ότι το συνέδριο εκλέγει την Κεντρική Επιτροπή και η Κεντρική Επιτροπή κυβερνά... Με έναν τόσο πρωτότυπο ορισμό δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Θεωρούμε ότι ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ... συνίσταται στην εκτέλεση των οδηγιών της Κεντρικής Επιτροπής μέσω των τοπικών οργανώσεων, στην αυτονομία των τελευταίων και στην ευθύνη τους για τους επιμέρους τομείς εργασίας»13.

Αργότερα στην ίδια τοποθέτηση, ο Οσίνσκι είπε: «...το βασικό σύνθημα που πρέπει να διακηρύξουμε αυτή τη στιγμή είναι η ενοποίηση της στρατιωτικής εργασίας, των στρατιωτικών μορφών οργάνωσης και μεθόδων διοίκησης, με τη δημιουργική πρωτοβουλία των συνειδητοποιημένων εργατών. Αν, κάτω από τη σημαία της στρατιωτικής εργασίας, αρχίσετε στην πραγματικότητα να εμφυτεύετε τον γραφειοκρατισμό, θα διασκορπίσουμε τις δικές μας δυνάμεις και θα αποτύχουμε να εκπληρώσουμε τα καθήκοντά μας»14.

Αυτές οι ίδιες πολιτικές θέσεις υπεράσπισης της πρωτοβουλίας των εργατών εμφανίζονταν ακόμα και το 1927, όπως βλέπουμε στο κείμενο «Την παραμονή του Θερμιδόρ» και σε όλη την ιστορία των αριστερών κομμουνιστών. Ορισμένα μέλη των Δημοκρατικών Συγκεντρωτιστών είχαν ήδη συμμετάσχει στη «Στρατιωτική Αντιπολίτευση», ένα βραχύβιο κίνημα που προέκυψε τον Μάρτιο του 1919. Οι ανάγκες του εμφυλίου πολέμου επέβαλαν τότε τη συγκρότηση μιας συγκεντρωτικής πολεμικής δύναμης, του Κόκκινου Στρατού, που θα αποτελούνταν όχι μόνο από εργάτες αλλά και από νεοσύλλεκτους από την αγροτιά και άλλα κοινωνικά στρώματα. Αυτός ο στρατός πήρε γρήγορα το περίγραμμα της ιεραρχικής δομής που είχε καθιερωθεί στον υπόλοιπο κρατικό μηχανισμό. Η εκλογή αξιωματικών σύντομα καταργήθηκε ως «πολιτικά περιττή και από τεχνικής άποψης μη πρακτική» (Τρότσκι, Εργασία, πειθαρχία και τάξη, 1920 [το κείμενο μιας ομιλίας που εκφωνήθηκε στη Μόσχα στις 28 Μαρτίου 1918 – σημείωση του Αμερικανού μεταφραστή]. Η θανατική ποινή για την άρνηση συμπλοκής με τον εχθρό, ο χαιρετισμός και τα ειδικά πρωτόκολλα για τις σχέσεις με τους αξιωματικούς επανήλθαν και τα μέτρα αυτά ενίσχυσαν περαιτέρω τις ιεραρχικές διακρίσεις, ιδίως στο Γενικό Επιτελείο Στρατού, καθώς και στην πρόσληψη πρώην αξιωματικών που είχαν υπηρετήσει σε κάθε επίπεδο του αυτοκρατορικού στρατού.

Ο κύριος εκπρόσωπος αυτής της αντιπολίτευσης ήταν ο Βλαντιμίρ Σμιρνόφ, ο οποίος αντιτάχθηκε στην τάση να διαμορφωθεί ο Κόκκινος Στρατός στα πρότυπα του κλασικού αστικού στρατού. Δεν ήταν αντίθετος ούτε με τη συγκρότηση του Κόκκινου Στρατού –το περιοδικό Κομμουνιστής είχε υποστηρίξει σθεναρά έναν τέτοιο στρατό από τον Ιανουάριο του 1918– ούτε με την πρόσληψη στρατιωτικών «ειδικών», αλλά ήταν αντίθετος με την υπερβολική πειθαρχία και ιεραρχία και απαιτούσε να μην αποσυνδεθεί ο γενικός πολιτικός προσανατολισμός του στρατού από τις κομμουνιστικές αρχές. Η ηγεσία του κόμματος κατηγόρησε τα μέλη της στρατιωτικής αντιπολίτευσης (σε μια προσπάθεια να τους στιγματίσει χρησιμοποιώντας την συζήτηση του Μπρεστ-Λιτόφσκ) ότι ήθελαν να διαλύσουν το στρατό και να τον αντικαταστήσουν με ένα σύστημα ανταρτικών αποσπασμάτων που θα ήταν περισσότερο προσαρμοσμένο στον αγροτικό ή τον αντάρτικο πόλεμο – η κατηγορία αυτή ήταν, ωστόσο, αβάσιμη. Στην πραγματικότητα, τα περισσότερα μέλη του Κόμματος δεν έκαναν διάκριση ανάμεσα στις αστικές μορφές ιεραρχικού συγκεντρωτισμού και τον συγκεντρωτισμό και την αυτοπειθαρχία που προέρχονται από τη βάση, και είναι το βασικό γνώρισμα που χαρακτηρίζει το προλεταριάτο. Οι προτάσεις της Στρατιωτικής Αντιπολίτευσης θα απορρίπτονταν.

Η Εργατική Αντιπολίτευση

Η Εργατική Αντιπολίτευση, ως επί το πλείστον, δεν είχε καμία σχέση με τους προσανατολισμούς των Δημοκρατικών Συγκεντρωτιστών, παρόλο που στις τάξεις της βρίσκονται ορισμένα μέλη της κομμουνιστικής αριστεράς του 1918, όπως η Αλεξάνδρα Κολλόνταϊ και ο Μιάσνικοφ. Το πολιτικό υπόβαθρο του Γαβριήλ Μιάσνικοφ και των συντρόφων του από την εργατική τάξη είναι πιο δύσκολο να προσδιοριστεί. Ο Μιάσνικοφ ήταν μέλος της κομμουνιστικής αριστεράς το 1918, αλλά αν βρέθηκε στο κίνημα της Εργατικής Αντιπολίτευσης αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η φράξια του Κομμουνιστικού Κόμματος αποτελούνταν ως επί το πλείστον από εργάτες, ενώ οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές ήταν σε μεγάλο βαθμό μέλη της Κεντρικής Επιτροπής και των ηγετικών οργάνων του Κόμματος.

Από την άλλη πλευρά, ένας ορισμένος αριθμός άλλων προσώπων, των οποίων την ιστορία μπορούμε να εντοπίσουμε και οι οποίοι αργότερα εντάχθηκαν στην Εργατική Αντιπολίτευση, προέρχονταν από ένα άλλο αριστερό ρεύμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Από την περίοδο πριν από την επιστροφή του Λένιν στη Ρωσία τον Απρίλιο του 1917, η φράξια των εργατών μετάλλου της Πετρούπολης, επηρεασμένη από τον Σλιάπνικοφ και την Κολλοντάι, υποστήριζε την ιδέα ότι τα εργατικά συμβούλια ήταν τα απαραίτητα στοιχεία για την επαναστατική εξουσία, και στην προώθηση αυτής της θέσης τους, αντιτάχθηκε η δεξιά πτέρυγα των Μπολσεβίκων, η οποία, όπως και οι Μενσεβίκοι, υποστήριζε την ύπαρξη των εργατικών συμβουλίων με μοναδικό σκοπό την υποστήριξη και την εδραίωση της κυβερνητικής εξουσίας της αστικής τάξης που είχε ανατρέψει τον Τσαρισμό. Η επιμονή τους σε αυτόν τον παράγοντα, ωστόσο, ήταν αυτή που, χάρη στις εργοστασιακές επιτροπές που τροφοδοτούσαν τις εφεδρείες της Κόκκινης Φρουράς υπό τις παροτρύνσεις του Σλιάπνικοφ και του Ερεμέεφ, επέτρεψε στους Μπολσεβίκους να νικήσουν τον Οκτώβρη. Έτσι, στη συνέχεια, η Εργατική Αντιπολίτευση εκπροσωπούσε τους εργάτες που ήταν ως επί το πλείστον εγγεγραμμένοι στα συνδικάτα και απολάμβανε πάντα την υποστήριξη της πλειοψηφίας στο συνδικάτο των εργατών μετάλλου.

Τον Μάρτιο του 1921, στο Δέκατο Συνέδριο του Κόμματος, κορυφώθηκε στο εσωτερικό του Μπολσεβίκικου Κόμματος, η διαμάχη η οποία είχε πάρει διαστάσεις μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου: το συνδικαλιστικό ζήτημα. Επιφανειακά, επρόκειτο για μια συζήτηση σχετικά με το ρόλο των συνδικάτων κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά στην πραγματικότητα ήταν η έκφραση πολύ πιο βαθιών προβλημάτων που αφορούσαν το μέλλον της κρατικής εξουσίας και τις σχέσεις της με την εργατική τάξη. Για λόγους τακτικής, ο Λένιν περιόρισε τη συζήτηση στο συνδικαλιστικό ζήτημα και έτσι τα άλλα ζητήματα βγήκαν από το προσκήνιο.

Συνοπτικά, υπήρχαν τρεις θέσεις στο Κόμμα για το συνδικαλιστικό ζήτημα:

– Του Τρότσκι, του Μπουχάριν κ.λπ., υπέρ της πλήρους ενσωμάτωσης των συνδικάτων στο «εργατικό κράτος», στο οποίο θα είχαν ως καθήκον την τόνωση της παραγωγικότητας της εργασίας (από αυτή την άποψη, ο Τρότσκι προσπάθησε να επιβάλει την αντιγραφή του προγράμματος που προώθησε για την οργάνωση του Κόκκινου Στρατού),

– Του Λένιν, για τον οποίο τα συνδικάτα θα έπρεπε πάντα να λειτουργούν ως θεσμοί για την υπεράσπιση της τάξης, ακόμη και ενάντια στο «εργατικό κράτος». Υπερασπίστηκε την ιδέα ότι και τα συνδικάτα υπέφεραν από «γραφειοκρατικές παραμορφώσεις» («Πλατφόρμα των Δέκα«15), μια θέση που παρουσίασε ως ενδιάμεση,

– Της Εργατικής Αντιπολίτευσης, υπέρ της διαχείρισης της παραγωγής από τα βιομηχανικά συνδικάτα, τα οποία θα έπρεπε να παραμείνουν ανεξάρτητα από το σοβιετικό κράτος16.

Στην πραγματικότητα, ολόκληρο το πλαίσιο αυτής της συζήτησης ήταν εντελώς ανεπαρκές και απέτυχε να αντιμετωπίσει τα πραγματικά προβλήματα: την κατάσταση της εργατικής τάξης και της εξουσίας της. Η Εργατική Αντιπολίτευση εξέφρασε, με συγκεχυμένο και αβέβαιο τρόπο, την αντιπάθεια του προλεταριάτου προς τις γραφειοκρατικές και στρατιωτικές μεθόδους που γίνονταν όλο και περισσότερο τα κύρια χαρακτηριστικά του καθεστώτος. Η εργατική τάξη ήθελε να αλλάξει αυτά τα πράγματα τώρα που η βιαιότητα του εμφυλίου πολέμου αποτελούσε παρελθόν.

Οι ηγέτες της Εργατικής Αντιπολίτευσης προέρχονταν ως επί το πλείστον από τον συνδικαλιστικό μηχανισμό και φαίνεται ότι απολάμβαναν μεγάλη υποστήριξη από την εργατική τάξη στη νοτιοανατολική ευρωπαϊκή Ρωσία και στη Μόσχα, ιδίως μεταξύ των εργατών μετάλλου. Ο Σλιάπνικοφ και ο Μεντβέντεφ17, δύο από τους ηγέτες της ομάδας, ήταν και οι δύο εργάτες μετάλλου. Ήταν επίσης η Αλεξάνδρα Κολλόνταϊ, το πιο διακεκριμένο μέλος της ομάδας, η οποία συνέταξε το προγραμματικό της κείμενο: την «Πλατφόρμα για το συνδικαλιστικό ζήτημα», που παρουσιάστηκε από την ομάδα στο δέκατο συνέδριο του κόμματος (8-16 Μαρτίου 1921).

«Η Εργατική Αντιπολίτευση γεννήθηκε στα πιο βαθιά στρώματα του βιομηχανικού προλεταριάτου της σοβιετικής Ρωσίας και άντλησε τη δύναμή της όχι μόνο από τις τραγικές συνθήκες διαβίωσης και εργασίας επτά εκατομμυρίων βιομηχανικών προλετάριων, αλλά και από τις πολλαπλές παρεκκλίσεις, ανατροπές και αντιφάσεις της κυβερνητικής μας πολιτικής, ακόμη και από τις σαφείς αποκλίσεις από την ξεκάθαρη ταξική και συνεπή γραμμή του κομμουνιστικού προγράμματος». (Κολλοντάι, Η Εργατική Αντιπολίτευση).

Η Κολλοντάι προχώρησε στην ανάδειξη των συγκλονιστικών οικονομικών συνθηκών που είχε να αντιμετωπίσει η νέα σοβιετική εξουσία μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Επέστησε επίσης την προσοχή στην επέκταση του γραφειοκρατικού στρώματος, η προέλευση του οποίου βρισκόταν εκτός της εργατικής τάξης: μεταξύ των διανοουμένων, της αγροτιάς, των υπολειμμάτων της πρώην αστικής τάξης κ.λπ. Αυτό το στρώμα γινόταν όλο και πιο κυρίαρχο στον σοβιετικό μηχανισμό και στο ίδιο το Κόμμα και ενθάρρυνε την ανέλιξη κοινωνικών τυχοδιωκτών και καριεριστών που δεν έδειχναν τίποτα άλλο παρά περιφρόνηση για τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Για τα μέλη της Εργατικής Αντιπολίτευσης, όπως είχαν εξηγήσει οι αριστεροί κομμουνιστές πριν από αυτούς, το ίδιο το σοβιετικό κράτος δεν ήταν ένα αμιγώς προλεταριακό κράτος, αλλά ένας ετερογενής θεσμός που ήταν υποχρεωμένος να διατηρεί μια ισορροπία μεταξύ των διαφόρων τάξεων και στρωμάτων της κοινωνίας. Η Εργατική Αντιπολίτευση επέμενε στο γεγονός ότι ο καλύτερος τρόπος για να διασφαλιστεί ότι η επανάσταση θα συνεχίσει να είναι πιστή στους αρχικούς της στόχους, δεν ήταν να ανατεθεί η διαχείρισή της σε μη προλεταριακούς τεχνοκράτες και σε κοινωνικά διφορούμενους κρατικούς θεσμούς, αλλά να στηριχθεί στην ανεξάρτητη δραστηριότητα και τη δημιουργική δύναμη των ίδιων των μαζών της εργατικής τάξης:

«Αυτή η αλήθεια, η οποία είναι σαφής και απλή για κάθε εργαζόμενο, έχει αγνοηθεί από τα υψηλότερα κλιμάκια του Κόμματός μας: ο κομμουνισμός δεν μπορεί να διαταχθεί. Πρέπει να δημιουργηθεί από την αγανάκτηση των ζωντανών ανθρώπων, μερικές φορές με κόστος τα λάθη, αλλά από τη δημιουργική ώθηση της ίδιας της εργατικής τάξης». (Κολλοντάι, Η Εργατική Αντιπολίτευση).

Η Εργατική Αντιπολίτευση είχε σημαντικούς περιορισμούς, καθώς αντιλαμβανόταν τη δικτατορία του προλεταριάτου ως δικτατορία του Κόμματος. Όπως συνέβαινε με πολλούς αριστερούς κομμουνιστές, αυτή η άποψη οδήγησε τα μέλη της να συμμετέχουν σε περιστασιακές εκδηλώσεις πίστης προς το Κόμμα, αυτή τη φορά κατά τη διάρκεια του Δέκατου Συνεδρίου του Κόμματος. Όταν ξέσπασε η εξέγερση της Κρονστάνδης, οι ηγέτες της Εργατικής Αντιπολίτευσης θα αποδείξουν την πίστη τους στο Κόμμα με το να καταταγούν εθελοντικά στο μέτωπο.18 Δεν ήταν οι μόνοι. Καμία από τις άλλες αριστερές φράξιες στη Ρωσία δεν κατανόησε τη σημασία της εξέγερσης της Κρονστάνδης ως τον τελευταίο μεγάλο αγώνα των εργατών για την αποκατάσταση της εξουσίας των συμβουλίων.

Κατά την ολοκλήρωση του Συνεδρίου, η Εργατική Αντιπολίτευση καταδικάστηκε ωστόσο ως «αναρχική, μικροαστική παρέκκλιση» και ως «αντικειμενικά αντεπαναστατικό στοιχείο».

Η απαγόρευση των «φραξιών» στο Δέκατο Συνέδριο του Κόμματος επέφερε ένα μοιραίο πλήγμα στην Εργατική Αντιπολίτευση, αλλά ήταν επίσης ένα μοιραίο πλήγμα για το ίδιο το Κόμμα, παρόλο που το μέτρο υποτίθεται ότι θα εφαρμοζόταν σε έκτακτη περίπτωση για την αντιμετώπιση μιας έκτακτης κατάστασης.19

Το 1921, ένας άλλος λόγος για την αδυναμία της κριτικής που ασκούσε η Εργατική Αντιπολίτευση στο καθεστώς ήταν η σχεδόν παντελής έλλειψη διεθνών προσανατολισμών.

Ο Δημοκρατικός Συγκεντρωτισμός είχε πιο παγκόσμιους και διεθνιστικούς προσανατολισμούς, γι’ αυτό και το ρεύμα αυτό ήταν ικανό να επιβιώσει και να γεννήσει ακόμη και ένα άλλο κίνημα, όπως θα δούμε.

Τα παράνομα κινήματα της αντιπολίτευσης

Η Εργατική Αντιπολίτευση, ωστόσο, δεν εξαφανίστηκε μετά το Δέκατο Συνέδριο του Κόμματος. Τον Φεβρουάριο του 1922 τα μέλη της συμμετείχαν στο Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (βλ. «Επιστολή των είκοσι δύο μελών της Αντιπολίτευσης προς τους αντιπροσώπους στο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς»). Αργότερα, στο Ενδέκατο Συνέδριο του Κόμματος, οι Σλιάπνικοφ και Μεντβέντεφ απηύθυναν και πάλι έκκληση προς τα μέλη του Κόμματος. Επιτέθηκαν στην πολιτική του Κόμματος, ιδιαίτερα στην πρότασή του να τους αποκλείσει, επειδή δεν είχαν σταματήσει τις πολιτικές τους δραστηριότητες παρά την καταδίκη των φραξιών. Ωστόσο, δεν αποκλείστηκαν, αν και αποκλείστηκαν δύο άλλα μέλη της αντιπολίτευσης: Ο Μιτίνε ως «κακοήθης αποδιοργανωτής» και ο Κούζνετσοφ «ως ξένος προς το προλεταριάτο».

Φαίνεται ότι ορισμένα μέλη της Εργατικής Αντιπολίτευσης ήταν ακόμη ενεργά το 1924, όπως μπορεί κανείς να διαβάσει στην επιστολή του Μεντβέντεφ που δημοσιεύτηκε από το Bulletin Communiste το 1927. Το 1924, η Εργατική Αντιπολίτευση διένειμε μια κριτική των ενεργειών του Κόμματος σε ξένους συντρόφους – το κείμενο αυτό είναι ενδιαφέρον γιατί καταρρίπτει όλα όσα γενικά θεωρούνται δεδομένα σχετικά με την Εργατική Αντιπολίτευση, ότι δηλαδή είχε εξαφανιστεί γρήγορα μετά το 1922.

Έχοντας αποδεκατιστεί, ωστόσο, η Αντιπολίτευση σύντομα ξεπεράστηκε από τα αριστερά από παράνομες ομάδες εντός του Κόμματος, όπως η «Εργατική Αλήθεια» και η «Εργατική Ομάδα». Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Εργατική Αλήθεια εξέφρασε την εχθρότητά της προς την Εργατική Αντιπολίτευση, την οποία θεωρούσε «αντικειμενικά αντιδραστική ομάδα»20, τα μέλη της οποίας δεν ήταν παρά «λύκοι με προβιά προβάτου». Η Εργατική Ομάδα, αποτελούμενη από εκείνους που υποστήριζαν τις θέσεις του Μιάσνικοφ, ο οποίος ήταν ο πιο γνωστός εκπρόσωπός τους, θα είχε μέλλον και θα αποτελούσε το πιο γόνιμο αντιπολιτευτικό κίνημα στο πλαίσιο της δικτατορίας.

Η κρίση του κόμματος, η Κρονστάνδη και το τέλος της επαναστατικής περιόδου στη Ρωσία...

Οι αντιφάσεις του καθεστώτος, που συγκρατήθηκαν από τον εμφύλιο πόλεμο, βγήκαν στην επιφάνεια το 1921. Οι εξεγέρσεις των αγροτών, που ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 1920, εξαπλώθηκαν και απέκτησαν μεγαλύτερη ένταση. Τον Φεβρουάριο του 1921 η Τσεκά μετρούσε όχι λιγότερες από 118 εξεγέρσεις, η πιο βίαιη από τις οποίες ξέσπασε στην επαρχία του Ταμπόφ. Αυτές οι εξεγέρσεις κινητοποιούσαν μερικές φορές μέχρι και 50.000 αντάρτες. Στις πόλεις η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη – το 1920 η βιομηχανική παραγωγή έπεσε στο ένα πέμπτο περίπου των επιπέδων του 1913. Οι πόλεις συνέχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα με την προμήθεια τροφίμων και καυσίμων. Η επισφάλεια των συνθηκών διαβίωσής τους οδήγησε πολλούς κατοίκους των πόλεων να επιστρέψουν στην ύπαιθρο – ο πληθυσμός της Πετρούπολης μειώθηκε από 2.000.000 το 1917 σε 750.000 το 1920. Ο αριθμός των βιομηχανικών εργατών μειώθηκε κατά 50%. Σε αυτό το πλαίσιο ξέσπασε η εξέγερση της Κρονστάνδης.

Ήταν μια συγκλονιστική δοκιμασία για την επανάσταση και το εργατικό κίνημα. Πολλοί Μπολσεβίκοι στοιχειώθηκαν από αυτό το γεγονός για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως είπε ο Μπουχάριν στους αντιπροσώπους στο Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1921: «Ποιος λέει ότι η εξέγερση της Κρονστάνδης ήταν λευκή; Όχι. Για χάρη της ιδέας, για χάρη του καθήκοντός μας, αναγκαστήκαμε να καταστείλουμε την εξέγερση των παραστρατημένων αδελφών μας. Δεν μπορούμε να βλέπουμε τους ναύτες της Κρονστάνδης σαν εχθρούς μας. Τους αγαπάμε σαν αληθινούς αδελφούς μας, σαν σάρκα και αίμα μας...»21.

Το Δέκατο Συνέδριο του Κόμματος πραγματοποιήθηκε σε αυτό το περιβάλλον και αποκάλυψε ένα διχασμένο κόμμα, που βρισκόταν σε σοβαρή κρίση. Ο Λένιν δήλωσε με την ευκαιρία αυτής της συζήτησης ότι υπήρχαν όχι λιγότερες από οκτώ πλατφόρμες, οι οποίες τελικά μειώθηκαν σε τρεις πριν από την έναρξη του Συνεδρίου. Όμως αυτή η ακραία ασυμφωνία οδήγησε τον Λένιν να γράψει ένα άρθρο: Η κρίση στο κόμμα.22 Η κρίση αυτή δεν μπορούσε πλέον να εξαλειφθεί παρά τα γραφειοκρατικά μέτρα που απαγόρευαν τις φράξιες, όπως είδαμε παραπάνω. Τίποτα δεν μπορούσε να επιλύσει αυτό το πολιτικό πρόβλημα – ειδικά τα διοικητικά μέτρα.

Η ασθένεια, της οποίας τα βαθιά αίτια προσπάθησε να διαγνώσει ο Λένιν, θα αποδεικνυόταν μια γενική κρίση του καθεστώτος, η οποία συνεπαγόταν μια κρίση στο εσωτερικό του Κόμματος και στις σχέσεις μεταξύ του Κόμματος, του κράτους και των μαζών. Το γεγονός ότι η κρίση θα εκδηλώνονταν στο συνδικαλιστικό ζήτημα δεν είναι τυχαίο – αποτελεί τον πυρήνα αυτών των σχέσεων και των αντιφάσεων εξουσίας για την εργατική τάξη. Ο Λένιν έφτασε πιο κοντά στην καρδιά του ζητήματος όταν είπε: «Η πραγματική διαφωνία... δεν βρίσκεται καθόλου εκεί που την αντιλαμβάνεται ο ς. Τρότσκι, αλλά στο ζήτημα πώς θα κατακτήσουμε τη μάζα, στο ζήτημα πώς θα την πλησιάσουμε, πώς θα συνδεθούμε μαζί της»23.

Μετά το δέκατο συνέδριο και τα διοικητικά του μέτρα, η κρίση του κόμματος θα γίνει μόνιμη.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εμφανίστηκε απροσδόκητα η «Πλατφόρμα των Σαράντα Έξι» παλαιών μπολσεβίκων. Η κρίση είχε εισέλθει σε ένα νέο στάδιο, διότι ήταν εκείνη η στιγμή που διαλύθηκε η ηγετική κλίκα, σηματοδοτώντας την έναρξη της αρπαγής της εξουσίας από τον Στάλιν. Στην αρχή, το αριστερό κομμουνιστικό ρεύμα συνεργάστηκε με την αντιπολίτευση του Τρότσκι, πριν οι αριστεροί κομμουνιστές εξελιχθούν προς τη δική τους κατεύθυνση και γίνουν πιο ριζοσπαστικοί.

Οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές συμμετείχαν στην Ενιαία Αντιπολίτευση (Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ κ.λπ.), που σχηματίστηκε την άνοιξη του 1926. Πολύ σύντομα, ωστόσο, οι προσπάθειες να συμμετάσχουν σε συζητήσεις εντός του Κόμματος αποδείχθηκαν μάταιες και οι πρώην Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές εξέλαβαν αυτή την αποτυχία ως επιβεβαίωση αυτού που είχαν αρχίσει τότε να διαβλέπουν: το Μπολσεβίκικο Κόμμα είχε γίνει το κόμμα της γραφειοκρατίας και έπρεπε να αφοσιωθούν στη δημιουργία μιας ανεξάρτητης οργάνωσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έσπασαν από την Ενιαία Αντιπολίτευση μετά τη «διακήρυξη ειρήνης» που υπέγραψαν 6 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής στις 16 Οκτωβρίου 1926. (Οι υπογράφοντες ήταν οι Τρότσκι, Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Σοκόλνικοφ, Πιατάκοφ και Εβντοκίμοφ). Αντιλήφθηκαν αυτή τη δήλωση ως συνθηκολόγηση της Ενιαίας Αντιπολίτευσης.

Το 1926, η Ομάδα των Δεκαπέντε σχηματίστηκε από πρώην Δημοκρατικούς Συγκεντρωτιστές. Αυτό αναφέρει ο Μιάσνικοφ για την ομάδα αυτή: «Ο σύντροφος Σαπρόνοφ [πρώην Δημοκρατικός Συγκεντρωτιστής] ... επανεμφανίστηκε και πάλι το 1926-27 με την Πλατφόρμα του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού. Πρόκειται για μια εντελώς νέα Πλατφόρμα24 μιας ομάδας που κατά συνέπεια είναι εντελώς νέα, χωρίς καμία άλλη σχέση με το παρελθόν του “Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού” εκτός από το γεγονός ότι ο εκπρόσωπός της είναι ο Σαπρόνοφ»25, όπως πίστευε ο Μιάσνικοφ. Και συνεχίζει: «Η ομάδα των δεκαπέντε ονομάστηκε έτσι από το γεγονός ότι η πλατφόρμα υπογράφηκε από δεκαπέντε συντρόφους. Στα κύρια σημεία του, στην αξιολόγηση της φύσης του κράτους της ΕΣΣΔ, στις ιδέες του σχετικά με το εργατικό κράτος, το Πρόγραμμα των δεκαπέντε είναι πολύ κοντά στην ιδεολογία της Ομάδας των Εργατών».

Οι δύο ομάδες θα πλησίαζαν πιο κοντά πολιτικά κατά την περίοδο αυτή.

Τον Αύγουστο του 1928, στο Συνέδριο της Ομάδας των Εργατών στη Μόσχα, ανακοινώθηκε ότι «η Ομάδα των Εργατών ψήφισε να εγκρίνει το κείμενο μιας έκκλησης προς την Ομάδα των Δεκαπέντε και τα απομεινάρια της Εργατικής Αντιπολίτευσης, καλώντας τα να ενωθούν στη βάση ενός κοινού προγράμματος, στη βάση της Επανάστασης του Νοέμβρη [της Οκτωβριανής Επανάστασης, σύμφωνα με το ημερολόγιό μας26].»

Ο Μιάσνικοφ συνέχισε να λέει, στο ίδιο άρθρο στο L’Ouvrier communiste:27 «Στην ίδια συνάντηση προτάθηκε ένα ψήφισμα για τη δημιουργία καταστατικού για τα κομμουνιστικά-εργατικά κόμματα της ΕΣΣΔ. Επειδή διαβάστηκε μόνο στους παρευρισκόμενους, χωρίς να έχει προηγηθεί σοβαρή συζήτηση, η πρόταση δεν θεωρήθηκε επίσημη δήλωση του Συμβουλίου, αλλά απλώς η άποψη ενός μέλους του Κεντρικού Γραφείου.»28 Στην έκκλησή της, η Ομάδα Εργατών ανέφερε την πρόταση αυτή ως θέμα προς συζήτηση, ώστε να υιοθετηθεί οριστικά η βάση πάνω στην οποία θα έπρεπε να ενωθούν οι εν λόγω ομάδες για να σχηματίσουν το ρωσικό κομμουνιστικό-εργατικό κόμμα.

«Για το σκοπό αυτό, υιοθετήθηκε το ψήφισμα για τη συγκρότηση του Κεντρικού Γραφείου της Ομάδας Εργατών ως Κεντρικού Οργανωτικού Γραφείου των Κομμουνιστικών-Εργατικών Κομμάτων της ΕΣΣΔ.»

«Όλα τα μέλη της Ομάδας των Δεκαπέντε ήταν, κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, διασκορπισμένα στην εξορία – γι’ αυτό και δεν μπορέσαμε να οργανώσουμε Ολομέλεια. Όμως, ένα μέλος της Ομάδας των Δεκαπέντε συμμετείχε στη συνεδρίαση, με δικαίωμα ψήφου».

Στα Στρατόπεδα Φυλακών και Συγκέντρωσης (1933-1937)

Ο Τσιλίγκα29 περιγράφει πώς η ομάδα που σχηματίστηκε έτσι ουσιαστικά σε μια νέα βάση (σε εκείνη του Μανιφέστου των Δεκαπέντε ή σε εκείνη του Παραμονές του Θερμιδόρ) κέρδιζε συνεχώς τους αγωνιστές της «ασυμβίβαστης» μπολσεβικικής-λενινιστικής πτέρυγας και τελικά έγινε η πλειοψηφούσα ομάδα της αντιπολίτευσης στη φυλακή της Βορκούτα. Αλλά ήταν ο προσανατολισμός εντός της εργατικής τάξης της Ομάδας Εργατών, η οποία ήταν μακράν η πιο αποφασιστική πολιτικά, αυτός που της επέτρεψε να συσπειρώσει γύρω της άλλα στοιχεία.

«Η ομάδα του Μιάσνικοφ, οι Ντεσίστ, μερικοί πρώην τροτσκιστές, συνολικά περίπου είκοσι έως είκοσι πέντε κρατούμενοι, δημιούργησαν μια “Ομοσπονδία Αριστερών Κομμουνιστών”».30

 

 

Μετάφραση: e la libertà

Michel Olivier, «Democratic centralism, the Workers Opposition, clandestine opposition movements, the crisis in the party, Kronstadt and the end of the revolutionary period in Russia», libcom.org, 15 Σεπτεμβρίου 2014, https://libcom.org/history/democratic-centralism-workers-opposition-clandestine-opposition-movements-crisis-party-k (μεταφράστηκε από τα ισπανικά).

Το κείμενο αποτελεί «Εισαγωγή» στο: Michel Olivier, La Gauche bolchevik et le pouvoir ouvrier (1919-1927), Paris, 2009.

Η αγγλική μετάφραση έγινε από την ισπανική έκδοση: Michel Olivier, La Izquierda bolchevique y el poder obrero 1919-1927, μτφρ. Emilio Madrid Expósito, Ediciones Espartaco Internacional, 2011. (http://leftcommunism.org/IMG/pdf/izquierdabolquevique.pdf)

 

 

Σημειώσεις

1 Δημοσιεύθηκε ως «Εισαγωγή» στο πρώτο μέρος του Michel Olivier, La Gauche bolchevik et le pouvoir ouvrier (1919-1927), Παρίσι, 2009.

2 Leonard Schapiro, The Origin of the Communist Autocracy: Political Opposition in the Soviet State—First Phase, 1917-1922, Harvard University Press, Κέμπριτζ, 1977.

3 Ό.π.

4 Βλ. την Πλατφόρμα των Σαράντα έξι, 15 Οκτωβρίου 1923, που δημοσιεύτηκε στο Παράρτημα αυτού του βιβλίου. [ https://www.marxists.org/history/etol/document/ilo/1923-lo/ch02.htm]

5 L. Schapiro, σελ. 359.

6 Ο ιδρυτής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας.

7 Το Κέντρο Εκπαίδευσης και Έρευνας «Praxis» (Μόσχα) βρίσκεται επί του παρόντος στη διαδικασία προετοιμασίας για δημοσίευση μιας επιλογής κειμένων και υλικού των «Δημοκρατικών Συγκεντρωτιστών» («Ντεσίστ») που περιέχει συνολικά περίπου 50 έγγραφα με περίπου 500 σελίδες αναλύσεων, πολιτικών κειμένων των «Sapronovtsy» κ.λπ.

8 Από τα αρχικά στα ρωσικά του «Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού»: «DC».

9 Βλ. Socialisme ou Barbarie , αρ. 35, Μάρτιος 1964, σελ. 107.

10 Μιχαήλ Βλαντιμίρσκι (1874-1951). Μέλος της Κεντρικής Επιτροπής από τον Μάρτιο του 1918 έως τον Μάρτιο του 1919.

11 Βλ. την απάντηση του Λένιν στους Δημοκρατικούς Συγκεντρωτιστές στα συμπεράσματά του σχετικά με την πολιτική έκθεση στο Oeuvres, τόμος 30, σελ. 475 κ.ε. [(Σ.τ.Μ.) Β. Ι. Λένιν, «Τελικός Λόγος πάνω στην έκθεση της Κεντρικής Επιτροπής 30 του Μάρτη», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ., σς. 258-267.]

12 Βλέπε το ψήφισμα του ένατου Συνεδρίου, τον Απρίλιο του 1920: «Σε τελική ανάλυση, η διαχείριση από ένα μόνο άτομο, ακόμη και όταν αυτός ο διευθυντής είναι ειδικός, αποτελεί έκφραση της δικτατορίας του προλεταριάτου».

13 Osinsky, «Minority Report on Building the Economy», που αναφέρεται στο Robert V. Daniels (επιμ.), A Documentary History of Communism in Russia: From Lenin to Gorbachev, University Press of New England, Lebanon, NH, 1993, σ. 98.

14 Ό.π.

15 Λένιν, Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Στάλιν κ.λπ.

16 Δείτε και τις τρεις προτάσεις στο Alexandra Kollontai, The Workers Opposition [στα ελληνικά: Αλεξάνδρα Κολλοντάι, Η Εργατική Αντιπολίτευση, Βέργος, Αθήνα 1975. Περιέχει επίσης σε παραρτήματα, τις τρεις πλατφόρμες για τα συνδικάτα (των Λένιν, Ζηνόβιεφ κτλ, των Τρότσκι, Μπουχάριν κτλ, καθώς και της Εργατικής Αντιπολίτευσης) που παρουσιάστηκαν στο 10 Συνέδριο. Παρατίθεται επίσης και η επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλε η Εργατική Αντιπολίτευση στα μέλη της Διεθνούς Συνδιάσκεψης της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το Φλεβάρη του 1922. Ηλεκτρονική αναδημοσίευση: Αλεξάντρα Κολλοντάι, Η Εργατική Αντιπολίτευση, e la libertà, 21 Ιουνίου 2021,  https://www.elaliberta.gr/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B1/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1/7478-%CE%B7-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7.]

17 Σεργκέι Μεντβέντεφ (1885-1937), μέλος του ΡΣΔΕΚ από το 1900 και Μπολσεβίκος από το 1903. Ήταν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Πανρωσικής Ομοσπονδίας Συνδικάτων Μεταλλουργών. Εκδιώχθηκε από το κόμμα το 1933. Εκτελέστηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1937.

18 Ο Μιάσνικοφ ήταν ο μόνος που αντιτάχθηκε στην επίθεση στην Κρονστάνδη.

19 Ο Ράντεκ δήλωσε: «Ψηφίζοντας υπέρ αυτού του ψηφίσματος, αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί κάλλιστα να στραφεί εναντίον μας, και παρ’ όλα αυτά το υποστηρίζω.... Ας λάβει η Κεντρική Επιτροπή σε μια στιγμή κινδύνου τα πιο αυστηρά μέτρα εναντίον των καλύτερων συντρόφων του Κόμματος, αν το κρίνει απαραίτητο.... Ας κάνει η Κεντρική Επιτροπή ακόμα και λάθος! Αυτό είναι λιγότερο επικίνδυνο από τις παλινωδίες που παρατηρούνται τώρα» (Παρατίθεται από Schapiro, ό.π., σελ. 320).

20 Βλ. The Workers Opposition. [Η Εργατική Αντιποίτευση, ό.π.].

21 Stephen F. Cohen, Bukharin and the Bolshevik Revolution: A Political Biography 1888-1938, Vintage Books, Νέα Υόρκη, 1975, σελ. 418 (σημ. 68), από τον Raphael Abramovitch, The Soviet Revolution 1917-1939 , Νέα Υόρκη, 1962.

22 Oeuvres, τόμος. 32, σελ. 36-47. [(Σ.τ.Μ.) Β. Ι. Λένιν, «Η κρίση του Κόμματος», σε Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 42, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ. σσ. 234-244.]

23 Oeuvres, τόμος. 32, σελ. 15-16. [(Σ.τ.Μ.) Β. Ι. Λένιν, «Για τα συνδικάτα», σε Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 42, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, χχέ. Σελ. 207.]

24 Η πλατφόρμα της αντιπολίτευσης των δεκαπέντε (27 Ιουνίου 1927), από την ομάδα Sapronov-Smirnov, δημοσιεύθηκε στη Γαλλία τον Ιανουάριο του 1928 από τις ομάδες της κομμουνιστικής πρωτοπορίας με τον τίτλο, A la veille de Thermidor [Την παραμονή του Θερμιδόρ]. Μεταφράστρια του κειμένου ήταν η Hedda Korsch, σύζυγος του Karl Korsch.

25 L’Ouvrier communiste, τεύχος 6-7, Μάρτιος 1930.

26 Ο Μιάσνικοφ χρησιμοποιεί το παλιό Ιουλιανό ημερολόγιο. Μιλά για την Οκτωβριανή Επανάσταση, γιατί ξεκίνησε στις 25 Οκτωβρίου 1917 σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο. Για τον υπόλοιπο κόσμο, αυτή η ημέρα αντιστοιχεί στις 7 Νοεμβρίου 1917 του Γρηγοριανού ημερολογίου. Υπάρχει διαφορά 13 ημερών.

27 L’Ouvrier communiste, τεύχος 6-7, Μάρτιος 1930.

28 Αυτό το κείμενο συντάχθηκε από τον Μιάσνικοφ. Δημοσιεύθηκε στη Γαλλία για πρώτη φορά από τον Albert Treint στις 15 Μαΐου 1933.

29 Anton Ciliga, The Russian Enigma [1940], Hyperion Press, Westport, Conn., 1973.

30 Ό.π., σελ. 289.

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021 12:32

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.