Τρίτη, 10 Μαϊος 2022 13:35

Μπάμπιν Γιαρ: Φασισμός, σταλινισμός και μνήμη του Ολοκαυτώματος

Στο δρόμο προς το Μπάμπιν Γιαρ τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη του 1941

 

 

Christopher Ford

 

Μπάμπιν Γιαρ: Φασισμός, σταλινισμός και μνήμη του Ολοκαυτώματος

 

 

Η ναζιστική Γερμανία και η Ρουμανία εισέβαλαν στην Ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία (Ουκρανική ΣΣΔ) στις 22 Ιουνίου 1941, και μέχρι τον Νοέμβριο σχεδόν ολόκληρη η Ουκρανία ήταν υπό γερμανική κατοχή. Το έδαφος της Ουκρανίας διαιρέθηκε σε πέντε διοικητικές περιοχές, η εμπειρία των Ουκρανών θα διέφερε σημαντικά μεταξύ των περιοχών κατοχής. Η περιοχή της Γαλικίας προσαρτήθηκε στο Generalgouvernement, η βόρεια Μπουκόβινα και η Υπερδνειστερία στη Ρουμανία. Αυτές οι περιοχές επρόκειτο να βιώσουν διαφορετικούς βαθμούς βαρβαρότητας σε σύγκριση με τα δεκαέξι εκατομμύρια ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένου του Κιέβου, που διοικούνταν από το Reichskommissariat Ukraine, επικεφαλής του οποίου ήταν ο Reichskommissar Έριχ Κοχ.

Διορισμένος από τον Χίτλερ, ο Κοχ θεωρούσε τους Ουκρανούς κατώτερη φυλή και επέβλεψε τη λεηλασία της γεωργίας και της βιομηχανίας που πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα βασίλειο τρόμου που κόστισε εκατομμύρια ζωές. Υπολογίζεται ότι 3 έως 5 εκατομμύρια εργάτες Ostarbeiter μεταφέρθηκαν στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία, εκ των οποίων πάνω από το πενήντα τοις εκατό ήταν από την Ουκρανία. Όσοι παρέμειναν, έγιναν θύματα εκμετάλλευσης κάτω από ένα δρακόντειο εργασιακό καθεστώς, κυρίως για την προμήθεια τροφίμων που θα συντηρούσαν τη γερμανική πολεμική οικονομία. Ο Κοχ δήλωσε ότι «ενόψει αυτού του καθήκοντος η σίτιση του ουκρανικού άμαχου πληθυσμού δεν έχει καμία απολύτως σημασία». Οι Ναζί έθεσαν ως στόχο τους την «καταστροφή των περιττών στομάτων (Εβραίων) και των κατοίκων των μεγάλων ουκρανικών πόλεων, όπως το Κίεβο», έβαλαν στόχο να το επιτύχουν αυτό με μερίδες πείνας και πράξεις μαζικής δολοφονίας. Ο John-Paul Himka στη μελέτη του Ukrainian Nationalists and the Holocaust σημειώνει ότι «το ένα τέταρτο όλων των θυμάτων του Ολοκαυτώματος ζούσε στο έδαφος που σήμερα αποτελεί την Ουκρανία», η δολοφονία των Ουκρανών Εβραίων άρχισε σχεδόν αμέσως με την εισβολή. Η πιο διαβόητη θα γίνει στο Κίεβο – η πόλη θα χάσει το εξήντα τοις εκατό του πληθυσμού της κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κυριαρχίας.

 

Η γερμανική κατοχή του Κιέβου το 1941

Η γερμανική κατοχή του Κιέβου άρχισε στις 19 Σεπτεμβρίου 1941, όταν μονάδες της Βέρμαχτ και των SS μπήκαν στην πόλη. Σύντομα προστέθηκαν σ’ αυτούς οι Sonderkommando από τις διαβόητες ομάδες δολοφονίας Einsatzgruppe, οι οποίες άρχισαν να επιχειρούν με την άδεια της γερμανικής 6ης Στρατιάς, καθώς και ένα τάγμα της γερμανικής αστυνομίας (Schutzspolizei).

 

1 Bild 183 L20213

Άρματα μάχης της Βέρμαχτ εισέρχονται στο Κίεβο, 19 Σεπτεμβρίου 1941.

 

Μια μικρή μειοψηφία του πληθυσμού, αυτοί οι «πολιτικά αξιόπιστοι» υποστηρικτές παρείχαν σημαντική βοήθεια στην κατοχή, σχηματίζοντας μια διοίκηση της πόλης του Κιέβου με μια πολυεθνική ουκρανική αστυνομική δύναμη υπό γερμανική εποπτεία. Βασικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η Οργάνωση Ουκρανών Εθνικιστών με έδρα τη Δυτική Ουκρανία, ιδίως η πτέρυγα που ευθυγραμμίστηκε με τον Άντριι Μέλνικ, η OUN-M, η οποία ανταγωνιζόταν την OUN-B με επικεφαλής τον Στέπαν Μπαντέρα. Ωστόσο, και οι δύο παρατάξεις της OUN συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, γράφτηκαν στην Ουκρανική Βοηθητική Αστυνομία και συμμετείχαν στη διάπραξη των ναζιστικών εγκλημάτων στην Ουκρανία.

Ο διακεκριμένος Ουκρανός ιστορικός Ivan Rudnytsky σημείωσε ότι κατά τη διάρκεια της κατοχής: «Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι οι παράνομοι Ουκρανοί εθνικιστές δεν ύψωσαν ποτέ τη φωνή τους κατά της σφαγής των Εβραίων. Υπάρχουν καταστάσεις όπου η σιωπή είναι ηθικά αδικαιολόγητη, όταν ισοδυναμεί με συνενοχή».

Κορυφαίοι ακτιβιστές της OUN-M, όπως ο Βοχντάν Ονούφρικ (Κόνικ) και ο Ιβάν Κεντούλιτς, καθώς και μέλη της OUN-B, όπως ο Ντμίτρο Μίρον (Όρλικ), και άλλοι επίσης από εθνικιστικές πολιτοφυλακές της Δυτικής Ουκρανίας ταξίδεψαν στο Κίεβο και βοήθησαν στο σχηματισμό της γερμανικής διοίκησης και της ουκρανικής αστυνομίας στην πόλη. Η δύναμη δεν περιλάμβανε μόνο Ουκρανούς, αλλά και Ρώσους, πολλά κακοποιά στοιχεία, εγκληματίες, τυχοδιώκτες και πρώην αιχμαλώτους πολέμου. Συμμετείχε σε συλλήψεις, στη φύλαξη στρατοπέδων συγκέντρωσης, σε εκτελέσεις και σε μεταφορές εργατών για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία. Όσοι εθνικιστές συνεργάστηκαν παρείχαν μεταφραστές και υποστήριξη στα Sonderkommando κατά τις μαζικές δολοφονίες στο Μπάμπιν Γιαρ, μάρτυρες θυμήθηκαν τη γαλαζοκίτρινη σημαία τους να κυματίζει από ένα κτίριο στην οδό Γιαροσλάβιβ Βαλ, καθώς συγκεντρώνονταν οι Εβραίοι. Υπάρχουν αντικρουόμενα στοιχεία σχετικά με το αν η ουκρανική αστυνομία συμμετείχε στις πραγματικές εκτελέσεις στο Μπάμπιν Γιαρ, ο συγγραφέας Ανατόλι Κούζνετσοφ που βρισκόταν στο Κίεβο εκείνη την εποχή επιμένει ότι η αστυνομία συμμετείχε.

 

2 The Ukrainian Police of the German Administration

Η Ουκρανική Αστυνομία της Γερμανικής Διοίκησης

 

Υπήρχαν 200.000 Εβραίοι που κατοικούσαν στο Κίεβο όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί, πολλοί είχαν εγκαταλείψει την πόλη πριν από την κατάληψή της, οι περισσότεροι Εβραίοι ήταν στις ένοπλες δυνάμεις ή εκκενώθηκαν πριν από την προέλαση των Γερμανών. Αυτοί που έμειναν πίσω ήταν κυρίως ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά. Εκείνη την εποχή οι γνώσεις για τους Ναζί ήταν ελάχιστες, κατά την περίοδο του συμφώνου Χίτλερ-Στάλιν οι διώξεις τους κατά των Εβραίων δεν δημοσιοποιούνταν από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον, υπήρχε έλλειψη εμπιστοσύνης στη σταλινική προπαγάνδα. Ως εκ τούτου, πριν από την άφιξη των Γερμανών οι Εβραίοι του Κιέβου δεν ήταν καλά προετοιμασμένοι για το τι θα τους συνέβαινε. Για αυτό οι σταλινικές αρχές φέρουν σημαντική ευθύνη.

Ό,τι απέμεινε από τον εβραϊκό πληθυσμό υπέστη γρήγορα διώξεις από τη Βέρμαχτ, η οποία ανάγκασε τους Εβραίους να αρχίσουν να καθαρίζουν την κατεστραμμένη από τη μάχη πόλη, ενώ όσοι ήταν σε «στρατολογική ηλικία» κρατούνταν σε στρατόπεδα εργασίας.

Η δίωξη μετατράπηκε σε γενοκτονία όταν στις 23 και 24 Σεπτεμβρίου εξερράγησαν νάρκες κρυμμένες από τα υποχωρούντα στρατεύματα του Κόκκινου Στρατού στον κεντρικό δρόμο Χρεστσάτικ και σε τμήματα του κέντρου της πόλης. Το σαμποτάζ σκότωσε εκατοντάδες Γερμανούς στρατιώτες και αξιωματικούς· χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα από τους Γερμανούς για να ξεκινήσουν τη μαζική δολοφονία όλων των Εβραίων στο Κίεβο.

Η απόφαση ελήφθη σε σύσκεψη στην οποία συμμετείχαν ο SS-Obergruppenführer Φρίντριχ Γέκελν, διοικητής της Einsatzgruppe C, ο SS-Brigadeführer Dr. Ότο Ρας, διοικητής της Sonderkommando 4a και ο SS-Standartenführer Πάουλ Μπλόμπελ. Πιστεύεται ότι συμμετείχαν επίσης ο SS-Brigadfuhrer Κουρτ Έμπερχαρντ με διοίκηση στο Κίεβο και ο στρατηγός της Βέρμαχτ Χανς Φον Όμπστφελντερ. Είναι πολύ πιθανό ότι ο διοικητής της 6ης γερμανικής στρατιάς Στρατάρχης Βάλτερ φον Ράιχενάου ήταν αυτός που ενέκρινε τη μαζική δολοφονία στο Μπάμπιν Γιαρ στις 25 Σεπτεμβρίου. Την ίδια ημέρα οι μονάδες της Βέρμαχτ διατάχθηκαν να εμποδίσουν όλους τους Εβραίους να φύγουν από το Κίεβο.

Η μαζική δολοφονία δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς τη βοήθεια της γερμανικής Έκτης Στρατιάς, η οποία μυθοποιήθηκε από ορισμένους ιστορικούς για το ρόλο της στη μάχη του Στάλινγκραντ. Τα εγκλήματά τους στο Κίεβο και σε άλλα μέρη της Ουκρανίας παραβλέπονται πολύ συχνά επειδή ορισμένοι αξιωματικοί εντάχθηκαν αργότερα στην Εθνική Επιτροπή για μια Ελεύθερη Γερμανία που υποστήριζε η Μόσχα. Η ίδια Έκτη Στρατιά είχε διαθέσει 100.000 σφαίρες στα SS και την Αστυνομία για τη δολοφονία των Εβραίων στο Μπάμπιν Γιαρ.

Οι πρώτες δολοφονίες ξεκίνησαν στις 27-28 Σεπτεμβρίου, όταν Εβραίοι πολίτες που συνελήφθησαν από τις περιπολίες της Βέρμαχτ και των Sonderkommando εκτελέστηκαν μαζί με Εβραίους αιχμαλώτους πολέμου στο στρατόπεδο κρατουμένων Ντουλάγκ 201 στο Κίεβο.

Στις 27 Σεπτεμβρίου η Έκτη Στρατιά τύπωσε δύο χιλιάδες ανακοινώσεις οι οποίες αναρτήθηκαν από την Ουκρανική Αστυνομία γύρω από το Κίεβο και διέταζαν τους Εβραίους να συγκεντρωθούν στις 29 Σεπτεμβρίου, ταυτόχρονα διαδόθηκε η φήμη ότι επρόκειτο να μετεγκατασταθούν.

Η ανακοίνωση στα ρωσικά, ουκρανικά και γερμανικά ανέφερε:

«Όλοι οι Εβραίοι της πόλης του Κιέβου και των περιχώρων της πρέπει να εμφανιστούν τη Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 1941 μέχρι τις 8 π.μ. στη γωνία των οδών Μελνίκοβα και Ντοχτερίφσκαγια (δίπλα στο νεκροταφείο). Φέρτε έγγραφα, χρήματα και τιμαλφή, καθώς και ζεστά ρούχα, κλινοσκεπάσματα κ.λπ. Όσοι Εβραίοι δεν ακολουθήσουν αυτή τη διαταγή και βρεθούν αλλού θα εκτελεστούν. Όποιος πολίτης εισέλθει στις κατοικίες που έχουν αφήσει οι Εβραίοι και ιδιοποιηθεί τα πράγματα που βρίσκονται μέσα σε αυτές θα εκτελεστεί».

 

3 Dead bodies on the road of death in Kyiv in 1941

Πτώματα στο «δρόμο του θανάτου» στο Κίεβο το 1941

 

Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να πορευτούν κατά μήκος της «οδού του θανάτου » προς το Μπάμπιν Γιαρ, εκεί τους ανάγκασαν να γδυθούν και τους έκλεψαν τα υπάρχοντά τους. Η βαρβαρότητα που ακολούθησε περιγράφηκε από τον Κούνο Κάλσεν, πρώην μέλος το Sonderkommando 4a, στη δίκη του το 1967:

«Οι Εβραίοι αναγκάστηκαν να κατέβουν την πλαγιά προς το βάθος της χαράδρας. Έπρεπε να ξαπλώσουν εκεί. Εμείς οι σκοπευτές στεκόμασταν πίσω από τους Εβραίους και έπρεπε να τους πυροβολούμε με υποπολυβόλα από πίσω. Δεν υπήρχαν ομοβροντίες αλλά συνεχείς μεμονωμένες βολές από υποπολυβόλα. Όταν ένα στρώμα είχε γεμίσει το [πλάτος του] λάκκου, οι επόμενοι Εβραίοι έπρεπε να ξαπλώσουν πάνω στο πρώτο στρώμα. Έπρεπε να πυροβολώ για ορισμένο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια για ορισμένο χρονικό διάστημα να γεμίζω τις γεμιστήρες μου. Έφερνα επίσης τους Εβραίους. Όταν οι Εβραίοι στάθηκαν στην άκρη του λάκκου, είδαν τι συνέβαινε στο λάκκο. Φώναξαν δυνατά και έπεσαν με ευκολία στο λάκκο για να βρουν το θάνατο.

...Θυμάμαι τις μητέρες να ξαπλώνουν πάνω στα μικρά παιδιά τους για να τα προστατέψουν από το θάνατο. Αυτό που έπρεπε να βιώσουμε ήταν υπερβολικό για κάθε ανθρώπινο ον. Όταν τα στρώματα ανέβαιναν ψηλότερα, έπρεπε να ποδοπατήσουμε τα πτώματα. Οι μπότες μας ήταν πασαλειμμένες με αίμα- ήταν φρικτό να νιώθουμε τα σώματα κάτω από τις μπότες μας. Έσπαγα το κεφάλι μου και αναρωτιόμουν πώς ήμουν ικανός γι’ αυτό, να υπομείνω όλη αυτή τη διαδικασία. Σήμερα δεν έχω καμία εξήγηση γι’ αυτό.

Κούνο Κάλσεν πρώην μέλος του Sonderkommando 4a.»

 

4 A mass grave at Babyn Yar of the murdered

Ένας ομαδικός τάφος των δολοφονημένων στο Μπάμπιν Γιαρ

 

Την πρώτη ημέρα της σφαγής, 22.000 άνθρωποι δολοφονήθηκαν. Οι τρομοκρατημένοι άνθρωποι που δεν εκτελέστηκαν εκείνη την ημέρα κλειδώθηκαν σε κοντινά γκαράζ, την επόμενη ημέρα θανατώθηκαν άλλοι 12.000 άνθρωποι. Συνολικά, οι Γερμανοί δολοφόνησαν 33.771 ανθρώπους μέσα σε δύο ημέρες. Οι άκρες της χαράδρας ανατινάχτηκαν στη συνέχεια για να καλύψουν τα πτώματα, οι αιχμάλωτοι του Κόκκινου Στρατού υποχρεώθηκαν να ισοπεδώσουν την επιφάνεια του ομαδικού τάφου.

 

5 Soviet POWs covering the mass graves at Baby Yar after the massacre

Σοβιετικοί αιχμάλωτοι πολέμου καλύπτουν τους ομαδικούς τάφους στο Μπάμπιν Γιαρ μετά τη σφαγή

 

Μετά τη σφαγή, η διοίκηση της πόλης δημοσίευσε μια εντολή στη μοναδική εφημερίδα του Κιέβου Ουκράινσκε Σλόβο (Ουκρανικός Λόγος), την οποία εξέδιδε ο Ιβάν Ρόχατς, μέλος της OUN-M, για τη σύνταξη καταλόγων με τα υπάρχοντα που είχαν απομείνει στα διαμερίσματα των Εβραίων που είχαν «φύγει» από την πόλη. Η ίδια εφημερίδα είχε χαρακτηρίσει τους Εβραίους «τον μεγαλύτερο εχθρό» που δεν άξιζε κανένα έλεος. Είναι γνωστό ότι η ουκρανική αστυνομία είχε εμπλακεί σε εκτεταμένες κλοπές από τα άδεια διαμερίσματα.

 

6 The belongings of the dead searched and pillaged after the massacre

Τα υπάρχοντα των νεκρών ερευνήθηκαν και λεηλατήθηκαν μετά τη σφαγή

 

 

Μετά τη σφαγή – αλληλεγγύη και συνεργασία

Ο πληθυσμός του Κιέβου, όπως και τα ίδια τα θύματα, δεν γνώριζε αμέσως ότι επρόκειτο να συμβεί μια σφαγή. Αλλά η αλήθεια έγινε γρήγορα φανερή. Πράγματι, ορισμένα άτομα είχαν πάει στο Μπάμπιν Γιαρ για να αποχαιρετήσουν φίλους και γείτονες, ανακαλύπτοντας την πραγματικότητα και γλίτωσαν με δυσκολία. Τη σφαγή ακολούθησε μια εκστρατεία για να προκαλέσει φόβο σε όποιον θα βοηθούσε τους επιζώντες Εβραίους. Η ουκρανική αστυνομία εξέδωσε διάταγμα ότι η απόκρυψη Εβραίων τιμωρείται με θάνατο, οι διαχειριστές κατοικιών υποχρεώθηκαν να ενημερώνουν για τυχόν Εβραίους κατοίκους. Ο Γερμανός διοικητής και η Ουκράινσκε Σλόβο απαίτησαν από τους κατοίκους να καταγγείλουν τους Εβραίους που κρύβονταν και επαίνεσαν εκείνους τους «αληθινούς πατριώτες» που ενημέρωναν την Γκεστάπο.

Υπήρχαν πολλοί που βοήθησαν τους επιζώντες και άλλοι είτε από φόβο, είτε από καιροσκοπισμό, είτε από φανατισμό έγιναν πληροφοριοδότες. Μετά τον πόλεμο ο υψηλόβαθμος Ναζί Έριχ Έρλινγκε δήλωσε ότι συνεχίστηκαν οι εκτελέσεις εκατοντάδων Εβραίων που εξακολουθούσαν να κρύβονται, ο «αριθμός των καταγγελιών ήταν τόσο μεγάλος που το γραφείο δεν ήταν σε θέση να τις επεξεργαστεί όλες λόγω έλλειψης προσωπικού».

Η Ουκρανή συγγραφέας Ντόκια Χουμέννα που ζούσε τότε στην πόλη υποστήριξε: «Δεν υπήρχε άνθρωπος στο Κίεβο που να μην αισθάνεται απέχθεια, που να μην ανατριχιάζει εσωτερικά με τη σφαγή των Εβραίων από τον Χίτλερ». Σίγουρα υπάρχει ένας βαθμός υπερβολής στην ανάμνησή της, αλλά δεν είναι τελείως αναληθής, υπάρχουν πολλές μαρτυρίες ακόμη και για όσους είχαν φανατικές απόψεις που τρομοκρατήθηκαν από την πραγματικότητα της μαζικής δολοφονίας.

Στο Κίεβο, όπως και σε άλλα μέρη της Σοβιετικής Ουκρανίας, οι Ναζί δεν είχαν τόση επιτυχία στο να ξεσηκώνουν τμήματα του πληθυσμού σε αντισημιτική βία, σε αντίθεση με τα πρώην πολωνοκρατούμενα ουκρανικά εδάφη στα δυτικά. (Στα οποία η OUN διαδραμάτισε τον δικό της ρόλο). Διάφορες μαρτυρίες καταγράφουν μια βαθιά αλλαγή της στάσης απέναντι στους Γερμανούς μετά το Μπάμπιν Γιαρ, οι άνθρωποι άρχισαν να προβλέπουν ότι τώρα θα αντιμετώπιζαν παρόμοια μοίρα με τους Εβραίους. Ο Γερμανός αξιωματικός Τέοντορ Ομπερλάντερ, ο ίδιος σφοδρός αντισημίτης, παραπονέθηκε τον Οκτώβριο του 1941 ότι η Βέρμαχτ έχανε τη συμπάθεια των κατοίκων.

 

7 Residents of Kyiv being transported to Germany to work as force labour Ostarbeiter 1942

Κάτοικοι του Κιέβου μεταφέρονται στη Γερμανία για να εργαστούν σε καταναγκαστικά έργα, ως Ostarbeiter

 

 

Η μαζική δολοφονία συνεχίζεται

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Οκτωβρίου 1941 οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν, Εβραίοι που είχαν κρυφτεί δολοφονήθηκαν, στις 18 Οκτωβρίου 300 Εβραίοι ασθενείς του ψυχιατρικού νοσοκομείου Άγιος Κύριλλος εκτελέστηκαν, συνολικά 785 ασθενείς δολοφονήθηκαν μέχρι το 1942. Πάνω από 900 άμαχοι όμηροι δολοφονήθηκαν τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1941 σε αντίποινα για υποτιθέμενη δολιοφθορά. Από τα μέσα Οκτωβρίου οι Ναζί άρχισαν να δολοφονούν τους Ρομά, τους αιχμάλωτους ναύτες του στολίσκου του Δνείπερου και τα μέλη της κομμουνιστικής αντίστασης.

Οι αιχμάλωτοι πολέμου που κρατούνταν σε φρικτές συνθήκες στη Νταρνίτσια υπέστησαν επίσης συστηματικές εκτελέσεις, από τον Οκτώβριο του 1941- Μάρτιο του 1942, πάνω από 500 Εβραίοι αιχμάλωτοι πολέμου και 1.500 διοικητές και εργαζόμενοι σε πολιτικές υπηρεσίες εκτελέστηκαν. Στο ίδιο το στρατόπεδο υπολογίζεται ότι πέθαναν συνολικά 20.000 άνθρωποι.

 

8 Prisoners of Darnytskyi camp in Kyiv

Φυλακισμένοι του στρατοπέδου Νταρνίτσκιι στο Κίεβο

 

Το δεύτερο στάδιο των μαζικών εκτελέσεων πραγματοποιήθηκε στα τέλη του χειμώνα του 1942 έως τα μέσα Αυγούστου 1943. Οι δολοφονίες περιελάμβαναν πολλούς από τους τρεις χιλιάδες κρατούμενους του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Σιρέτς, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τη χαράδρα του Μπάμπιν Γιαρ, κυρίως αιχμαλώτους πολέμου, ύποπτους για δράση στην αντίσταση και τους αντάρτες, επιζώντες Εβραίους και Ουκρανούς εθνικιστές. Τα πτώματά τους θάφτηκαν σε λάκκους στο Μπάμπιν Γιαρ και κοντά στο στρατόπεδο. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι Ναζί είναι γνωστό ότι σκότωσαν 617 μέλη της κομμουνιστικής αντίστασης, ανάμεσά τους 129 γυναίκες, που επίσης θάφτηκαν στο Μπάμπιν Γιαρ.

 

9 Exhumed bodies of the Syrets concentration camp near Babyn Yar

Εκταφθέντα πτώματα του στρατοπέδου συγκέντρωσης Σιρέτς κοντά στο Μπάμπιν Γιαρ

 

Σε μια τελευταία πράξη βαρβαρότητας, το τελευταίο στάδιο των δολοφονιών έλαβε χώρα τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 1943, όταν ξεκίνησε η «Επιχείρηση 1005» στο Κίεβο. Οι κρατούμενοι από την Πολτάβα που είχαν εγκλειστεί στο στρατόπεδο Σιρέτσκ μαζί με τους 100 εναπομείναντες Εβραίους κρατούμενους αλυσοδέθηκαν με χειροπέδες και αναγκάστηκαν να ξεθάψουν χιλιάδες πτώματα, ενώ ξύλα από φράχτες και ταφόπλακες από το κοντινό εβραϊκό νεκροταφείο χρησιμοποιήθηκαν για να φτιάξουν πυρές για να τα κάψουν.

Οι κρατούμενοι εξεγέρθηκαν και προσπάθησαν να δραπετεύσουν, μόνο δεκαοκτώ τα κατάφεραν και επέζησαν για να καταθέσουν όσα είδαν, ανάμεσά τους ήταν και ο Ζαχάρ Τρουμπάκοφ, ο οποίος θυμόταν:

«Μόνο όταν βρέθηκα πέρα από τον φράχτη, σε σχετική ασφάλεια, σκέφτηκα ότι αν ήθελα να μείνω ζωντανός, έπρεπε να θυμάμαι την ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 1943. Πολύ αργότερα, μετά τον πόλεμο, με έκπληξη θυμήθηκα ότι ακριβώς δύο χρόνια πριν από την παράτολμη απόδρασή μας –στις 29 Σεπτεμβρίου 1941– είχαν αρχίσει οι δολοφονίες των Εβραίων στο Μπάμπιν Γιαρ».

Οι υπόλοιποι κρατούμενοι εκτελέστηκαν και κάηκαν. Στις 6 Νοεμβρίου 1943 τα στρατεύματα του 1ου Ουκρανικού Μετώπου και οι κόκκινοι αντάρτες απελευθέρωσαν το Κίεβο από τους Ναζί, τερματίζοντας τις δολοφονίες στο Μπάμπιν Γιαρ.

 

10 The Day of Liberation Kyiv 6 November 1943

Η Ημέρα της Απελευθέρωσης – Κίεβο 6 Νοεμβρίου 1943

 

Η γερμανική κατοχή του Κιέβου είχε διαρκέσει λίγο περισσότερο από δύο χρόνια, σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις στο διάστημα αυτό δολοφόνησαν μεταξύ 100.000 - 150.000 ανθρώπους στο Μπάμπιν Γιαρ. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν Εβραίοι, Ουκρανοί, Ρομά, Ρώσοι, Καραΐτες και πολλοί άλλοι. Ο Βιτάλι Ναχμάνοβιτς του Μουσείου Ιστορίας του Κιέβου εκτιμά ότι έως και 70.000 από τα θύματα ήταν Εβραίοι.

Από τη σημερινή οπτική γωνία, όταν αναλογιστούμε πόσοι χρειάστηκαν για να πραγματοποιηθεί μια τέτοιας κλίμακας δολοφονία, είναι δύσκολο να δεχτούμε ότι τα θύματα έλαβαν επαρκή δικαιοσύνη ή ιστορική αναγνώριση.

 

11 Justice Nazis executed on Boulevard of Taras Shevchenko Kyiv after liberation in 1943

Δικαιοσύνη – Ναζί που εκτελέστηκαν στη λεωφόρο Τάρας, Σεβτσένκο, Κίεβο μετά την απελευθέρωση το 1943

 

Σύμφωνα με την ιστορικό Franziska Davies, 700 άνδρες συμμετείχαν άμεσα στην πραγματική δολοφονία τον Σεπτέμβριο του 1941 – μόλις 10 έχουν καταδικαστεί.

Μετά τον πόλεμο κανείς από τη Βέρμαχτ δεν δικάστηκε ποτέ για τη σφαγή του Μπάμπιν Γιαρ, παρά την παράδοση της Έκτης Στρατιάς στο Στάλινγκραντ (σε έναν Ουκρανό στρατηγό) και την αιχμαλωσία άλλων πρώην διοικητών της στη Δύση.

Στις δίκες της Νυρεμβέργης μόνο ο Standartenführer των SS Πάουλ Μπλόμπελ, ο οποίος ήταν επικεφαλής των Sonderkommando, καταδικάστηκε σε θάνατο και απαγχονίστηκε για τα εγκλήματα στο Μπάμπιν Γιαρ. Ο Όττο Ρας που διοικούσε την Einsatzgruppe C πέθανε υπό κράτηση. Το 1967 πέντε μέλη των Sonderkommando καταδικάστηκαν στη Γερμανία σε διάφορες ποινές φυλάκισης.

Υποστηρίζεται ότι η βρετανική κυβέρνηση αρνήθηκε να εκδώσει τον Reichskommissar Έριχ Κοχ, στην ΕΣΣΔ. Είτε αληθεύει είτε όχι, απελάθηκε στην Πολωνία το 1950, τελικά το 1959 καταδικάστηκε σε θάνατο για εγκλήματα στην κατεχόμενη Πολωνία. Ο Κοχ δεν κατηγορήθηκε ποτέ για τα εγκλήματά του στην Ουκρανία. Συγκλονιστικό είναι ότι λόγω της κακής υγείας του Κοχ η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, το 1986 πέθανε αμετανόητος στη φυλακή. Κατά ανεξήγητο τρόπο η ΕΣΣΔ δεν επέμεινε να εφαρμοστεί η θανατική ποινή ή να εκδοθεί για να δικαστεί στην Ουκρανική ΣΣΔ.

Ο Διοικητής της Ουκρανικής Αστυνομίας στο Κίεβο, Ιβάν Κεντιούλιτς, έφυγε όταν οι Ναζί στράφηκαν εναντίον των συνεργατών της OUN, διέφυγε από την Γκεστάπο και έγινε διοικητής του Ουκρανικού Επαναστατικού Στρατού (UPA) στη Δυτική Ουκρανία. Σήμερα ο Κεντιούλιτς έχει δρόμους στο Περετσίν και στο Χουστ που έχουν ονομαστεί προς τιμήν του και τιμάται ως «ήρωας» του UPA.

Ο Βολοντίμιρ Μπαγκάζιι, μέλος της OUN-M, ήταν αντιδήμαρχος (Buergermeister) του Κιέβου και από τον Οκτώβριο του 1941 ήταν δήμαρχος. Παρών στη σφαγή του Μπάμπιν Γιαρ, ο ίδιος ο Μπαγκάζιι συνελήφθη το 1942 και εκτελέστηκε στο Μπάμπιν Γιαρ. Παρά το γεγονός ότι ήταν συνεργάτης των Ναζί, τον Ιούλιο του 2021 πραγματοποιήθηκε μνημόσυνο προς τιμήν του, καθώς και του Ρόχατς και άλλων 621 γνωστών μελών της OUN που θάφτηκαν στο Μπάμπιν Γιαρ. Μια ΜΚΟ που συνδέεται με τη γερμανική πρεσβεία πρότεινε να τοποθετηθεί ένα πέτρινο οδόφραγμα (Stolperstein) στη μνήμη του – ευτυχώς αυτό δεν έγινε.

Στις 17-28 Ιανουαρίου 1946 η σφαγή στο Μπάμπιν Γιαρ έγινε γνωστή κατά τη διάρκεια της δημόσιας δίκης στο Κίεβο ατόμων που συμμετείχαν στη Βέρμαχτ και στην Αστυνομία για τις «φρικαλεότητες που διέπραξαν οι φασίστες εισβολείς στο έδαφος της Ουκρανικής ΣΣΔ». Το Στρατιωτικό Δικαστήριο καταδίκασε δεκαπέντε εγκληματίες πολέμου, μεταξύ των οποίων ο Πάουλ Σέερ διοικητής της Αστυνομίας στο Κίεβο και ο Φρίντριχ Γέκελν Ανώτερος Διοικητής των SS και της Αστυνομίας στην Ουκρανία. Οι κατηγορίες εναντίον και των δύο περιελάμβαναν συγκεκριμένα την οργάνωση της δολοφονίας των Εβραίων στις περιοχές που υπάγονταν στη δικαιοδοσία τους.

Μάρτυρες έδωσαν συγκλονιστικές μαρτυρίες στο Δικαστήριο για τη σφαγή, με σημαντικότερη τη Ντίνα Πρόνιτσεβα, μια Ουκρανοεβραία θεατρική ηθοποιό που γλίτωσε από θαύμα από το Μπάμπιν Γιαρ προσποιούμενη τη νεκρή.

Στις 29 Ιανουαρίου 1946, χιλιάδες άνθρωποι προσήλθαν για να δουν τους εγκληματίες πολέμου, συμπεριλαμβανομένων τριών στρατηγών, να απαγχονίζονται στη σημερινή Μαϊντάν Νεζαλέζνοστι στο κέντρο του Κιέβου. Όμως, παρά την επιθυμία του κοινού για δικαιοσύνη, κανένα μνημείο δεν είχε ακόμη χτιστεί για τα θύματα στο Μπάμπιν Γιαρ.

Η προσέγγιση της σταλινικής γραφειοκρατίας στη μνήμη του Μπάμπιν Γιαρ ήταν αρχικά αντιφατική, συνδυάζοντας την ειλικρινή αναγνώριση και τη συσκότιση του Ολοκαυτώματος, η οπισθοδρόμηση μεγάλωσε καθώς ο κρατικά χρηματοδοτούμενος αντισημιτισμός ενισχύθηκε.

Αρχικά ο κεντρικός σοβιετικός Τύπος ανέφερε τη δολοφονία των Εβραίων στο Μπάμπιν Γιαρ και δεν έκρυψε τον αντισημιτικό χαρακτήρα της σφαγής. Στις 19 Νοεμβρίου 1941 η Ιζβέστια δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Οι θηριωδίες των Γερμανών στο Κίεβο», αναφέροντας ότι «οι Γερμανοί σκότωσαν 52.000 Εβραίους στο Κίεβο – άνδρες, γυναίκες και παιδιά», ενώ στις 29 Νοεμβρίου η Πράβντα το περιέγραψε ως «πογκρόμ» στο οποίο σκοτώθηκαν 52.000, συμπεριλαμβανομένων Ουκρανών και Ρώσων.

Μια επίσημη έκθεση του Βιατσεσλάβ Μολότοφ, Κομισάριου Εξωτερικών Υποθέσεων, περιγράφει λεπτομερώς τη σφαγή και αναγνωρίζει ότι οι Εβραίοι επιλέχθηκαν για θανατηφόρα ειδική μεταχείριση στο Κίεβο. Αλλά όταν το «Σημείωμα του Μολότοφ» αναφέρθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1942 στην Ιζβέστια, υποβαθμίστηκε ο αντιεβραϊκός χαρακτήρας της σφαγής αναφερόμενος στη δολοφονία «Ουκρανών, Ρώσων και Εβραίων που έδωσαν οποιοδήποτε σημάδι πίστης στη σοβιετική κυριαρχία». Μετά την απελευθέρωση του Κιέβου το 1943, νέες μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων για το Μπάμπιν Γιαρ δημοσιεύτηκαν στη Ιζβέστια και στην εφημερίδα του Κόκκινου Στρατού Κράσναγια Ζβέζντα. Πολυάριθμα άρθρα εμφανίστηκαν στην Εϊνικάιτ, την εφημερίδα στα γίντις της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής (ΕΑΕ), μεταξύ άλλων από διακεκριμένους συγγραφείς όπως ο Ίλια Έρενμπουργκ.

Τον Νοέμβριο του 1943 ξεκίνησε τις εργασίες της στην Ουκρανική Σ.Σ.Δ. μια επίσημη «Έκτακτη Κρατική Επιτροπή για τη Διαπίστωση και Διερεύνηση των Φρικαλεοτήτων των Γερμανών Φασιστών Εισβολέων» (ChGK). Η έρευνα της ChGK παρείχε όντως μια ακριβή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο οι Ναζί «συγκέντρωσαν τους Εβραίους που είχαν συγκεντρωθεί στο Μπάμπιν Γιαρ, κατέσχεσαν όλα τα τιμαλφή τους και στη συνέχεια τους εκτέλεσαν». Αλλά μόλις η αφελής έκθεσή τους στάλθηκε στη Μόσχα για έγκριση από την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος, επιβλήθηκαν αλλαγές από ανώτερα στελέχη. Ο Γκεόργκι Αλεξαντρόφ επικεφαλής του Τμήματος Προπαγάνδας και Αγκιτάτσιας της Κεντρικής Επιτροπής αφαίρεσε κάθε αναφορά στους Εβραίους ως θύματα∙ τόσο ο Μολότοφ όσο και ο Νικίτα Κρουστσόφ έβαλαν το χεράκι τους σε αυτή την επεξεργασία. Όταν η τελική έκθεση δημοσιεύθηκε το 1944, η γλώσσα άλλαξε, από «ληστές του Χίτλερ» που είχαν πραγματοποιήσει «μαζική και βάναυση εξόντωση του εβραϊκού πληθυσμού», σε αυτούς που «οδήγησαν χιλιάδες ειρηνικούς σοβιετικούς πολίτες» στο Μπάμπιν Γιαρ.

Αυτή ήταν η εικόνα των πραγμάτων που θα ακολουθούσαν όσον αφορά την απόκρυψη της αντισημιτικής φύσης του μεγαλύτερου στοιχείου της σφαγής του Μπάμπιν Γιαρ.

Παρόλα αυτά υπήρξαν θαρραλέες προσπάθειες από Εβραίους, Ουκρανούς και Ρώσους συγγραφείς να σεβαστούν με ακρίβεια τη μνήμη της σφαγής. Ιδιαίτερα δραστήρια ήταν τα μέλη της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής (ΕΑΕ) και της Ένωσης Συγγραφέων της Ουκρανίας. Στο περιοδικό Eynikayt της ΕΑΕ εμφανίστηκαν πολλά άρθρα για το Μπάμπιν Γιαρ, ενώ στην επέτειο του 1944 εμφανίστηκε στα γίντις και στα ρωσικά ένα αξιοσημείωτο έργο του Ίτσικ Κίπνις με τίτλο «Μπάμπιν Γιαρ, στην τρίτη επέτειο». Έγραφε για την οδύνη που ένιωθαν οι Εβραίοι, η οποία επιδεινωνόταν από την αδιαφορία των Ουκρανών.

Τον Αύγουστο του 1944 η ΕΑΕ επεδίωξε να εκδώσει τη Μαύρη Βίβλο, μια έκθεση για τις ναζιστικές θηριωδίες στην ΕΣΣΔ και τα στρατόπεδα στην Πολωνία, που συνέταξαν οι Ουκρανοί Εβραίοι Ίλια Έρενμπουργκ και Βασίλι Γκρόσμαν με πρόλογο του Άλμπερτ Αϊνστάιν. Βαθιά συγκινημένος από το Μπάμπιν Γιαρ, ο Έρενμπουργκ ήταν με τον Κόκκινο Στρατό όταν απελευθερώθηκε η πόλη και είδε με τα μάτια του τους λάκκους ταφής. Ενώ εκδόθηκε διεθνώς, συνάντησε εμπόδια στη Σοβιετική Ένωση, στην αρχή δημοσιεύτηκαν τμήματα στα γίντις, στη συνέχεια λογοκρίθηκε για να αποκρύψει τη θέση των Εβραίων στη σφαγή, και στη συνέχεια, το 1948, αποσύρθηκε τελείως. Δεν δημοσιεύθηκε στην Ουκρανία μέχρι το 1991.

Τον Σεπτέμβριο του 1944 ένα άλλο μέλος της ΕΑΕ, ο ποιητής Ντάβιντ Χόφσταϊν, επέστρεψε στο Κίεβο και προσπάθησε να οργανώσει μια διαδήλωση του εβραϊκού πληθυσμού με αφορμή την τρίτη επέτειο της σφαγής του Μπάμπιν Γιαρ. Το αίτημα του Χόφσταϊν απορρίφθηκε, καθώς οι αρχές θεώρησαν ότι θα ήταν «επιβλαβές» και θα προκαλούσε αντισημιτισμό. Αυτή η διεστραμμένη συλλογιστική, που έκανε τις σταλινικές αρχές να καταφεύγουν στον αντισημιτισμό με το πρόσχημα της καταπολέμησής του, ήταν κοινή για τμήματα της γραφειοκρατίας που δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν ότι οι Εβραίοι είχαν υποφέρει περισσότερο από τους άλλους. Ο Χρουστσόφ, ο διορισμένος από το Κρεμλίνο, Πρώτος Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκων) της Ουκρανίας [ΚΚ(μπ)Ου], ήταν γνωστό ότι υποστήριζε ότι οι Εβραίοι δεν θα έπρεπε να διορίζονται σε ηγετικές θέσεις, καθώς αυτό θα προσέλκυε εχθρότητα που θα μπορούσε να μετατραπεί σε αντισημιτισμό.

Παρ’ όλα αυτά, χωρίς επίσημη έγκριση πραγματοποιήθηκε μια αυθόρμητη εκδήλωση μνήμης για τη σφαγή το 1944 και «από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, μάζες ανθρώπων... άνδρες του στρατού, εργάτες, δημόσιοι υπάλληλοι, γυναίκες με παιδιά, νέοι και ηλικιωμένοι» πήγαν στο Μπάμπιν Γιαρ. Πολλοί εργασιακοί χώροι αποφάσισαν να επιτρέψουν στους Εβραίους εργαζόμενους να πάρουν άδεια για να επισκεφθούν τον τόπο, ενώ μια επιζήσασα, η Νέσια Έλγκορτ, θυμάται ότι της επετράπη να πάρει ρεπό «για να επισκεφθεί την “κοιλάδα των δακρύων” και να δώσει διέξοδο στη θλίψη της...».

Έπειτα από αυτό συνέχισαν να ακούγονται εξέχουσες φωνές υπέρ της αναγνώρισης της σφαγής του Μπάμπιν Γιαρ. Στις 9 Ιανουαρίου 1945, η Ραντιάνσκα Ουκρανϊίνα, η κεντρική εφημερίδα της Ουκρανικής ΣΣΔ, δημοσίευσε ένα δοκίμιο του συγγραφέα Ραφαήλ Σκομορόφσκι με τίτλο «Δεν θα ξεχάσουμε, δεν θα συγχωρήσουμε! Το ποτισμένο με αίμα φαράγγι». Το άρθρο παρέθετε τη μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα μιας Ουκρανής, της Ταμάρα Μιχάσεβα, η οποία είχε Εβραίο σύζυγο, όπου υπογράμμιζε την ιδιαίτερη στάση των Ναζί απέναντι στους Εβραίους, όπως αυτή παρατηρήθηκε στο Μπάμπιν Γιαρ.

Ακόμη και πριν από την τελική ήττα των Γερμανών υπήρχαν εκκλήσεις για την κατασκευή ενός μνημείου στο Μπάμπιν Γιαρ. Στις 13 Μαρτίου 1945, η κυβέρνηση της Ουκρανικής ΣΣΔ και η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ(μπ)Ου συμφώνησαν να κατασκευάσουν ένα μνημείο. Τον Ιούλιο του 1945 η εφημερίδα του ΕΑΚ Εϊνικάιτ δημοσίευσε μια έκθεση σχετικά με το μνημείο και την κατανομή των κρατικών κονδυλίων. Κατά τη διάρκεια του 1945 - 1947 ο σχεδιασμός για το μνημείο βρισκόταν σε εξέλιξη, τα μισά από τα τρία εκατομμύρια ρούβλια που απαιτούνταν διατέθηκαν μέχρι το 1946, το Δημοτικό Συμβούλιο διέταξε τον αρχιτέκτονα Αλεξάντερ Βλάσοφ να σχεδιάσει τη νέα περιοχή του Μπάμπιν Γιαρ. Οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες διορίστηκαν όλοι για να εργαστούν πάνω στα σχέδια.

Το σχεδιαζόμενο μνημείο ήταν μια πυραμίδα από μαύρο γρανίτη, με δύο γλυπτά στην είσοδο, που περιβαλλόταν από δενδροστοιχίες μονοπάτια και κήπους. Θα χτιζόταν κατά τη διάρκεια των ετών 1945-1947, αλλά η κατασκευή του καθυστέρησε, καθώς το 1946 είχε διατεθεί μόνο ο μισός προϋπολογισμός. Το Υπουργείο Πολιτισμού επέκρινε το σχέδιο για την «αξιοθρήνητη εμφάνισή» του, αλλά το πρόβλημα δεν ήταν το σχέδιο, το έργο αναβλήθηκε οριστικά λόγω της αναπροσαρμογής της σταλινικής πολιτικής. Τα μεταπολεμικά χρόνια στην ΕΣΣΔ χαρακτηρίστηκαν από μια κρατική εκστρατεία αντισημιτισμού, υπήρξε εκτεταμένος εκτοπισμός των Εβραίων από τον σοβιετικό κρατικό μηχανισμό, όπως η διπλωματική υπηρεσία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το στρατιωτικό αρχηγείο και οι δομές ασφαλείας.

Το 1947 στην Πολτάβα, το Τσερνίχοφ και σε άλλες περιοχές της Ουκρανικής Σ.Σ.Δ. δεν δόθηκε άδεια για την τοποθέτηση μνημείων για τους Εβραίους θύματα των Ναζί. Στο Καμιάνετς-Ποντίλσκιι οι αρχές της πόλης αρνήθηκαν μια εκδήλωση μνήμης για τη δολοφονία της εβραϊκής κοινότητας, ενώ παρόμοια εμπόδια υπήρξαν και σε μια εκστρατεία για την αποξήλωση των πεζοδρομίων από εβραϊκές ταφόπλακες.

Γιατί ένα κράτος που μόλις είχε απελευθερώσει το Άουσβιτς και είχε νικήσει τον Χίτλερ προχώρησε σε τέτοιες διακρίσεις και από-αναγνώριση του Ολοκαυτώματος; Η εξήγηση μπορεί να βρεθεί όχι στην έναρξη του Ψυχρού Πολέμου ή στην εγκατάλειψη της υποστήριξης του Κρεμλίνου προς το Ισραήλ, αλλά ως απάντηση στην εσωτερική αντιπολίτευση και ως πιθανή πρόκληση για τους σταλινικούς ηγέτες.

Ο πόλεμος είχε αλλάξει ριζικά την πολιτική κατάσταση στην Ουκρανική Σ.Σ.Δ., όταν ξεκίνησε η εισβολή η επίσημη ιδεολογία ήταν χρεοκοπημένη, η αγροτιά και οι εργάτες δεν πίστευαν στον σταλινικό κρατικό σοσιαλισμό, υπήρχε σημαντική ηττοπάθεια. Στη Δυτική Ουκρανία, η οποία ενσωματώθηκε στην ΕΣΣΔ το 1939, ο Λέον Τρότσκι παρατήρησε μια «κατάσταση σύγχυσης» με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αυταπάτες για τους Γερμανούς. Αλλά η κλίμακα του φαινομένου αυτού σε ολόκληρη την Ουκρανία έχει διογκωθεί υπερβολικά. Από τους πολίτες της ΕΣΣΔ που πολέμησαν με τους Γερμανούς μόλις το 16% προερχόταν από την Ουκρανία. Οι προσπάθειες των Ναζί να εκμεταλλευτούν τις εμπειρίες του σταλινισμού στην προ του 1939 σοβιετική Ουκρανία κατέληξαν σε αποτυχία, μέσα σε ένα χρόνο ο Reichskommissar Κοχ παραπονέθηκε: «Η παθητική αντίσταση του πληθυσμού έχει κλιμακωθεί σημαντικά».

 

12 Ukrainian Red Partisans march past the statue of Bohdan Khmelnytsky during the liberation of Kyiv 1943jpg

Ουκρανοί Κόκκινοι Παρτιζάνοι παρελαύνουν μπροστά από το άγαλμα του Μποχντάν Χμελνίτσκι, κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης του Κιέβου, 1943

 

Κατά τη διάρκεια του πολέμου υπήρξε μια έξαρση της εθνικής αυτοσυνείδησης, μια μορφή σοβιετικού ουκρανικού πατριωτισμού εκφράστηκε στον «λαϊκό πόλεμο» με τον πληθυσμό να καλείται να υπερασπιστεί την «ουκρανική μας κρατική υπόσταση», τη γλώσσα και τον πολιτισμό. Το σταλινικό καθεστώς έπρεπε να κάνει παραχωρήσεις σε αυτή την ουκρανική εθνική συνείδηση προκειμένου να την αξιοποιήσει για τον πόλεμο. Επί του πεδίου οι Ουκρανοί διανοούμενοι και κομμουνιστές άρπαξαν την ευκαιρία με μια μαζική εκστρατεία που επικαλέστηκε τις παραδόσεις των απελευθερωτικών αγώνων της Ουκρανίας στον αγώνα κατά του Χίτλερ.

Υπολογίζεται ότι 357.000 εντάχθηκαν στους κόκκινους αντάρτες στην Ουκρανία, ορισμένοι προσπάθησαν να είναι ανεξάρτητοι από τη ρωσική διοίκηση. Έως και επτά εκατομμύρια Ουκρανοί πολέμησαν στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού και του Κόκκινου Στόλου. Αυτό το κίνημα είναι η αληθινή ιστορία της Ουκρανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πρέπει να τιμάται. Ενθαρρυμένοι από τη νίκη προσέβλεπαν σε μια διαφορετική μεταπολεμική ζωή, οι Ουκρανοί κομμουνιστές και η διανόηση με τη σχετική αυτονομία τους, προσπάθησαν να συνεχίσουν τη δυναμική του αγώνα κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Για τη γραφειοκρατική ελίτ που επεδίωκε να αποκαταστήσει την εξουσία της, αυτή ήταν μια δυνητική αντιπολίτευση που έπρεπε να καταπνιγεί και να τερματιστούν οι παραχωρήσεις. Τον Αύγουστο του 1946 εισήχθη μια σκληρή ιδεολογική πολιτική, η οποία περιγράφηκε από το πρωτοπαλίκαρο του Στάλιν, τον Αντρέι Ζντάνοφ, και δικαιολογήθηκε από τον πιθανό κίνδυνο που συνιστούσαν οι κάτοικοι των εδαφών που «είχαν καταληφθεί από τον εχθρό», οι «εκτοπισμένοι στη Γερμανία», οι αιχμάλωτοι πολέμου και τα στρατεύματα που είχαν προωθηθεί στο «έδαφος των καπιταλιστικών κρατών». Καθώς η Ουκρανία είχε καταληφθεί πλήρως, η καταστολή ήταν εκτεταμένη, πολλοί διανοούμενοι διώχθηκαν για «εθνικές αποκλίσεις», μεγάλος αριθμός διαγράφηκε από θέσεις και μέλη του κόμματος.

Η Ζντανοφτσίνα συνεχίστηκε μέχρι το θάνατο του Στάλιν το Μάρτιο του 1953 και συνοδεύτηκε από ένα κύμα ρωσικού σοβινισμού, το οποίο είχε ξεκινήσει με την ιστορική πρόποση του Στάλιν στο συμπόσιο του Κρεμλίνου το Μάιο του 1945, όπου τίμησε τη Ρωσία ως το «εξέχον έθνος της ΕΣΣΔ». Προηγουμένως ο ρωσικός τσαρισμός είχε καλλιεργήσει τον αντισημιτισμό ως μέσο καταπολέμησης του επαναστατικού κινήματος και εκτροπής των δυσαρεσκειών. Με τον σταλινισμό να εξυμνεί την εποχή της τσαρικής αυτοκρατορίας, ο αντισημιτισμός αυτός ακολούθησε λογικά αυτόν τον ρωσικό σοβινισμό. Σε αυτό οι σοβιετικές αρχές έβλεπαν μια άμεση σύνδεση μεταξύ της μνήμης του ολοκαυτώματος και της εν δυνάμει αντιπολίτευσης.

Από το 1946 και έπειτα, μια ισχυρή κρατική εκστρατεία ενισχύθηκε με προτροπές κατά του «ουκρανικού αστικού εθνικισμού και των κοσμοπολιτών χωρίς ρίζες» που απευθύνονταν σαφώς στους Εβραίους. Υπήρξαν εκτεταμένες επιθέσεις κατά των «Εβραίων αστών εθνικιστών και σιωνιστών», με εκκαθαρίσεις των υποτιθέμενων «σιωνιστών» και την ενοχοποίηση των Ουκρανών Εβραίων.

 

13 Antisemitic cartoon by Konstantin Yeliseyevs The Wandering Tramp on the cover of the March 20 1949 issue of Krokodil duri

Αντισημιτική γελοιογραφία του Κονσταντίν Γελισέγιεφ «Ο περιπλανώμενος αλήτης» στο εξώφυλλο του τεύχους Κρόκοντιλ της 20ης Μαρτίου 1949 κατά τη διάρκεια της εκστρατείας κατά του «κοσμοπολιτισμού χωρίς ρίζες».

 

Το εβραϊκό τμήμα της Ένωσης Συγγραφέων της Ουκρανίας διαλύθηκε τον Ιανουάριο του 1949 και το Γραφείο Μελέτης της Εβραϊκής Λογοτεχνίας στην Ουκρανική Ακαδημία Επιστημών, το οποίο είχε συλλέξει μαρτυρίες για το Ολοκαύτωμα, έκλεισε το 1950.

Η Εβραϊκή Αντιφασιστική Επιτροπή, η οποία είχε πρωτοστατήσει στην προσπάθεια αναγνώρισης του Μπάμπιν Γιαρ, έκλεισε τον Οκτώβριο του 1948. Κατηγορούμενοι από το Πολιτικό Γραφείο ως «κέντρο αντισοβιετικής προπαγάνδας» συνελήφθησαν 110 άτομα που συνδέονταν με την ΕΑΕ, και μετά από εξαναγκαστικές ομολογίες δεκατρείς εξέχοντες Εβραίοι λογοτέχνες αντιμετώπισαν μια σκηνοθετημένη δίκη το 1952, πέντε από αυτούς από την Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένων των Χόφσταϊν και Φέφερ. Όλοι τους εκτελέστηκαν στη Μόσχα στις 12 Αυγούστου 1952.

Αυτός ο αντισημιτισμός δεν προέκυψε από τα κάτω, με την γραφειοκρατική ελίτ να προσαρμόζεται στις υπάρχουσες προκαταλήψεις για να τη βοηθήσουν να αποκαταστήσει την εξουσία της. Ήταν μια συνειδητή επιλογή και ενορχηστρωμένη από τα πάνω.

Στο Κίεβο το 1947 ο πληθυσμός ήταν 700.000 κάτοικοι, 60% Ουκρανοί και πάλι 20% Εβραίοι. Αλλά δεν υπήρχε μια εγγενής εχθρότητα που να έχει γίνει κυρίαρχη∙ ήταν οι αρχές του Δήμου που προκαλούσαν δυσκολίες, όπως στη στέγαση. Υπήρχε επαρκές στεγαστικό απόθεμα, αλλά οι αρχές της πόλης αγνοούσαν τους νόμους που εξασφάλιζαν σπίτια, όπως για τα θύματα των Ναζί, τους στρατιώτες και τις οικογένειές τους. Αντ’ αυτού, υιοθέτησαν μια πολιτική της προτεραιότητας που ωφέλησε τον ευρύτερο ουκρανικό πληθυσμό. (40.000 παράπονα από τους κατοίκους του Κιέβου δεν εξετάστηκαν). Ορισμένοι Εβραίοι που επέστρεφαν βρήκαν τα διαμερίσματά τους κατειλημμένα, με γραφειοκρατικά εμπόδια στο δρόμο τους. Οι αρχές της πόλης προσπάθησαν να εκτονώσουν τα παράπονα τονίζοντας τα εγκλήματα των Ναζί κατά των Ουκρανών και του πολιτισμού τους, αγνοώντας όμως το αντιεβραϊκό στοιχείο των εγκλημάτων.

Τον Σεπτέμβριο του 1945 υπήρξαν αντιεβραϊκές βιαιοπραγίες στο Κίεβο που συνδέονταν με το πρόβλημα της στέγασης. Ένας υπολοχαγός ο Ρόζενσταϊν δέχτηκε αντισημιτικές ύβρεις και δέχτηκε επίθεση από δύο στρατιώτες που θίχτηκαν από μια στεγαστική διαφορά – οι κάτοικοι της περιοχής βοήθησαν τον Ρόζενσταϊν, ο οποίος στη συνέχεια βρήκε και πυροβόλησε τους επιτιθέμενους. Την ημέρα της κηδείας τους 300 παρευρέθηκαν και οι πενθούντες επιτέθηκαν σε αρκετούς Εβραίους στο χώρο της πομπής. Οι αρχές επενέβησαν για να αποτρέψουν περαιτέρω επιθέσεις.

Οι φήμες διαδόθηκαν ευρέως ότι είχε σημειωθεί πογκρόμ, μια επιστολή σχετικά με τη βία στάλθηκε στον Στάλιν και άλλους ηγέτες από πρώην Εβραίους στρατιώτες, που έγραφαν ότι: «Η λέξη “Εβραίος” ή “χτυπήστε τους Εβραίους” –αγαπημένο σύνθημα των Γερμανών φασιστών, των Ουκρανών εθνικιστών και των τσαρικών Μαυροεκατονταρχιτών– ακούγεται στους δρόμους της πρωτεύουσας της Ουκρανίας, στα τραμ και τα τρόλεϊ, στα καταστήματα, στα παζάρια, ακόμη και σε ορισμένα σοβιετικά ιδρύματα». Όλοι οι κομμουνιστές που υπέγραψαν την επιστολή συνελήφθησαν.

 

14 A group of Red Partisans in Ukraine

Μια γυναικεία ομάδα Κόκκινων Παρτιζάνων στην Ουκρανία

 

Μετά την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας υπήρχε μια ιστορική ευκαιρία να αντιμετωπιστούν τα κατάλοιπα του αντισημιτισμού στην Ουκρανία, η οποία θα περιελάμβανε την ειλικρινή αναγνώριση του Μπάμπιν Γιαρ και του Ολοκαυτώματος. Ένα παράδειγμα του τι ήταν δυνατό να γίνει είναι η εμπειρία των κόκκινων παρτιζάνων∙ οι Εβραίοι είχαν διαφορετικές εμπειρίες από τους σοβιετικούς παρτιζάνους, που κυμαίνονταν από την αλληλεγγύη μέχρι την ανάλγητη αδιαφορία και τη βία. Κρίσιμο είναι ότι, ιδίως από το 1942, υπήρξαν προσπάθειες για την καταπολέμηση του αντισημιτισμού, την πειθάρχηση των παραβατών και τον εξοπλισμό των επιζώντων. Οι παρτιζάνοι βοηθούσαν τους Εβραίους, για παράδειγμα μια μονάδα του Τσερνίχιβ-Βολίν τον Αύγουστο του 1942 σταμάτησε μια επίθεση εναντίον Εβραίων που κρύβονταν σε δάση, σκοτώνοντας επτά και τραυματίζοντας πέντε Γερμανούς.

Αν αυτό μπορούσε να γίνει από τους παρτιζάνους, μπορούμε να αναρωτηθούμε τι θα μπορούσε να είχε κάνει το σοβιετικό κράτος με όλους τους πόρους που είχε στη διάθεσή του. Ο Στάλιν, όμως, επέλεξε το αντίθετο.

Με τον θάνατο του Στάλιν τον Μάρτιο του 1953 απετράπη μια ακόμη μεγαλύτερη εκκαθάριση και απέλαση των Εβραίων, αλλά ενώ την περίοδο του «ξεπαγώματος» ο επιθετικός αντισημιτισμός υποχώρησε, παρέμεινε παρών στο πλαίσιο της εκστρατείας κατά του «διεθνούς σιωνισμού». Τα επόμενα χρόνια ανεγέρθηκαν πολλά μνημεία σε τόπους ναζιστικών θηριωδιών σε όλη την ΕΣΣΔ, το Μπάμπιν Γιαρ όμως έγινε σκηνικό βεβήλωσης.

Τον Μάρτιο του 1950, οι αρχές του Κιέβου και της Ουκρανικής ΣΣΔ, με επίκεντρο τα μεταπολεμικά κατασκευαστικά τους σχέδια, αποφάσισαν μια νέα χρήση για το Μπάμπιν Γιαρ. Με την ανάγκη να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγή τούβλων αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν τη χαράδρα για τα απόβλητα που παρήγαγαν τα κοντινά εργοστάσια τούβλων Πετρόφσκι. Επί Χρουστσόφ τα σχέδια ταχείας κατασκευής κατοικιών έκαναν τα εργοστάσια να εργάζονται συνεχώς με τα απόβλητα να συγκεντρώνονται στους μαζικούς τάφους πίσω από ένα κακοφτιαγμένο φράγμα.

 

15 Antisemitic caricature published in the Ukrainian SSR links American money Jews Fascism and Ukrainian Nationalism together as warmongering and anti Soviet

Αντισημιτική γελοιογραφία που δημοσιεύθηκε στην Ουκρανική ΣΣΔ συνδέει το αμερικανικό χρήμα, τους Εβραίους, τον φασισμό και τον ουκρανικό εθνικισμό ως πολεμοκάπηλους και αντισοβιετικούς

 

Το 1957 η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΟυ συζήτησε ξανά το Μπάμπιν Γιαρ και αποφάσισε να μην ανεγείρει μνημείο. Αντιθέτως, εξετάστηκαν σχέδια για την ανέγερση ενός αθλητικού σταδίου και περαιτέρω οικιστικές αναπτύξεις. Όταν τα σχέδια έγιναν γνωστά προκάλεσαν οργή, ο διακεκριμένος συγγραφέας Βίκτορ Νεκράσοφ, γεννημένος στο Κίεβο, έγραψε στη Λιτερατούρναγια Γκαζέτα τον Οκτώβριο του 1959 ότι σχεδόν καμία οικογένεια στο Κίεβο δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τη σφαγή στο Μπάμπιν Γιαρ, διερωτήθηκε τι συνέβη με τα προηγούμενα σχέδια για ένα μνημείο, ενώ όσον αφορά τα τελευταία σχέδια αναρωτήθηκε αν αυτό είναι πραγματικά δυνατό.

«Όχι, αυτό δεν μπορεί να επιτραπεί! Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, θάβεται και ο τάφος σηματοδοτείται. Μπορεί κανείς να πιστέψει ότι αυτή η απόδοση σεβασμού δεν άξιζε στους 195.000 ανθρώπους που εκτελέστηκαν άγρια στο Μπάμπιν Γιαρ, στο Σιρέτσκι, στη Νταρνίτα, στο νοσοκομείο Κιρίλοφ, στο μοναστήρι στο νεκροταφείο Λουκιανόφσκι;

Βίκτορ Νεκράσοφ»

Τον Δεκέμβριο δημοσιεύθηκε στη Λιτερατούρναγια Γκαζέτα μια ακόμη επιστολή από ορισμένους κατοίκους του Κιέβου που υποστήριζαν τον Νεκράσοφ. Τον Μάρτιο του 1960 υπήρξε επίσημη απάντηση από την Εκτελεστική Επιτροπή του Δημοτικού Συμβουλίου του Κιέβου, με τη δικαιολογία ότι δεν είχε κατασκευαστεί μνημείο στο Μπάμπιν Γιαρ λόγω της κατάστασης της χαράδρας, αλλά η σοβιετική ουκρανική κυβέρνηση είχε αποφασίσει να κατασκευάσει ένα πάρκο με οβελίσκο στο κέντρο στη μνήμη των δολοφονημένων σοβιετικών πολιτών.

Η απόφαση, αν αληθεύει, και πάλι δεν εφαρμόστηκε. Όμως το Μπάμπιν Γιαρ έγινε τώρα ο τόπος μιας ακόμη τραγωδίας – που έγινε γνωστή ως η τραγωδία της Κουρένιφκα. Οι προειδοποιήσεις των κατοίκων της περιοχής για διαρροή νερού μέσα από το φράγμα αγνοήθηκαν, και στη συνέχεια, μετά από έντονες βροχοπτώσεις, τα απόβλητα δέκα ετών έσπασαν το φράγμα στις 13 Μαρτίου 1961. Ένας χείμαρρος λάσπης και ανθρώπινων λειψάνων πλημμύρισε την κοντινή περιοχή Κουρένιφκα του Κιέβου. Επισήμως 145 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ πρόσφατες μελέτες εκτιμούν ότι 1.500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ο κόσμος το αποκάλεσε «η εκδίκηση του Μπάμπιν Γιαρ».

 

16 The Kurenivka tragedy March 1961

Η τραγωδία της Κουρένιβκα – Μάρτιος 1961

 

Ακούγοντας για την καταστροφή, ο σοβιετικός ποιητής Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο ταξίδεψε στο Κίεβο συνοδευόμενος από τον Ανατόλι Κούζνετσοφ, ο οποίος εργαζόταν πάνω σε ένα μυθιστόρημα για το Μπαμπίν Γιαρ. Ο Γιεφτουσένκο θυμόταν: «Ήξερα ότι δεν υπήρχε μνημείο εκεί, αλλά περίμενα να δω κάποια αναμνηστική επιγραφή ή κάποιο καλοδιατηρημένο μέρος.» Μπροστά στα μάτια μας, φορτηγά οδηγούσαν και έριχναν όλο και περισσότερους σωρούς σκουπιδιών στον τόπο όπου κείτονταν αυτά τα θύματα. Κατά την άποψή του, ο κύριος λόγος που δεν υπήρχε μνημείο ήταν το γεγονός ότι στο Μπάμπιν Γιαρ δολοφονήθηκαν ως επί το πλείστον Εβραίοι.

Σύντομα μετά την επίσκεψή του ο Γιεφτουσένκο διάβασε δημόσια το ποίημά του «Μπάμπιν Γιαρ» στο Παλάτι του Οκτώβρη στο Κίεβο και στη συνέχεια το δημοσίευσε στη Λιτερατούρναγια Γκαζέτα, στις 19 Σεπτεμβρίου 1961 για να τιμήσει την 20ή επέτειο της σφαγής. Ο εναρκτήριος στίχος δήλωνε: «Κανένα μνημείο δεν έχει στηθεί πάνω από το Μπάμπιν Γιαρ», έλαβε πολλές θετικές αντιδράσεις από τους αναγνώστες. Όμως μέσα σε λίγες μέρες ο Γιεφτουσένκο δέχτηκε μια σειρά επιθέσεων στο περιοδικό Λογοτεχνία και Ζωή, όπου ο Ρώσος ποιητής Αλεξέι Μάρκοφ κατηγόρησε τον Γιεφτουσένκο ότι βεβήλωσε τη μνήμη των Ρώσων στρατιωτών και χρησιμοποιώντας τον καθιερωμένο αντισημιτικό κώδικα έγραψε: «Όσο τα νεκροταφεία καταπατούνται από έστω και έναν κοσμοπολίτη, λέω : Λαέ, είμαι Ρώσος!». Ένα άλλο άρθρο του Ντ. Σταρίκοφ τον κατήγγειλε για «υποχώρηση από την κομμουνιστική ιδεολογία σε μια αστική ιδεολογία», θεωρώντας ότι στις σφαγές υπήρχε μόνο αντισημιτισμός και ισχυριζόταν ότι ο Έρενμπουργκ δεν ταξινόμησε τους νεκρούς με βάση την εθνικότητα. Ο ίδιος ο Έρενμπουργκ έγραψε στη Λιτερατούρναγια Γκαζέτα τον Οκτώβριο του 1961 και αποστασιοποιήθηκε από τον Σταρίκοφ.

Η διαμάχη συνεχίστηκε όταν ο συνθέτης Σοστακόβιτς μελοποίησε το ποίημα Μπάμπιν Γιαρ του Γιεφτουσένκο στη Δέκατη Τρίτη Συμφωνία του. Στις 17 Δεκεμβρίου 1962, μια μέρα πριν από την πρεμιέρα του, ο σοβιετικός ηγέτης Χρουστσόφ συγκάλεσε συνάντηση 400 μελών της διανόησης. Στη συνάντηση αυτή ο Ίλια Έρενμπουργκ κατηγορήθηκε ότι είχε προδώσει τους πρώην συντρόφους του στην Εβραϊκή Αντιφασιστική Επιτροπή, ο Γιεφτουσένκο έκλεισε τη δική του ομιλία παραθέτοντας το ποίημά του Μπάμπιν Γιαρ. Με τη σειρά του δέχτηκε επίθεση από τον Χρουστσόφ, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο αντισημιτισμός δεν αποτελούσε πρόβλημα στην ΕΣΣΔ, επανέλαβε τη γνώμη του ότι οι Εβραίοι δεν θα έπρεπε να κατέχουν ανώτερες θέσεις καθώς προκαλούσαν δυσαρέσκεια, υποστηρίζοντας ότι αυτό ήταν η αιτία της επανάστασης του 1956 στην Ουγγαρία. Με θάρρος ο Γιεφτουσένκο αντέτεινε και είπε ότι ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα που απαιτούσε μέτρα για την αντιμετώπισή του.

Στη συνέχεια ασκήθηκε πίεση στον Σοστακόβιτς να ακυρώσει την πρεμιέρα της δέκατης τρίτης συμφωνίας του, ο ίδιος και ο Γιεφτουσένκο αρνήθηκαν. Προχώρησε, αλλά την τρίτη ημέρα ακυρώθηκε αφού τους προειδοποίησαν ότι θα απαγορευόταν εντελώς. Στη συνέχεια επιβλήθηκαν αλλαγές στο κείμενο όπως «Σκέφτομαι το κατόρθωμα της Ρωσίας», Στη συνέχεια «εμπόδισε το δρόμο προς το φασισμό με το σώμα της...». Δεν υπήρξε ειδική αναγνώριση των Εβραίων μαζί με τα ουκρανικά και ρωσικά θύματα.

Στις 8 Μαρτίου 1963, σε μια συνάντηση 600 Σοβιετικών συγγραφέων ο Χρουστσόφ επιτέθηκε ξανά στον Γιεφτουσένκο για το Μπάμπιν Γιαρ. Ήταν ψέμα, είπε, να ισχυρίζεται κανείς ότι υπήρχαν διακρίσεις εις βάρος των Εβραίων στην ΕΣΣΔ. Το ποίημα «Μπάμπιν Γιαρ», «αναπαριστά τα πράγματα σαν να ήταν μόνο οι Εβραίοι τα θύματα των φασιστικών θηριωδιών, ενώ, φυσικά, οι χιτλερικοί χασάπηδες δολοφόνησαν πολλούς Ρώσους, Ουκρανούς και Σοβιετικούς άλλων εθνικοτήτων».

Ενώ η σοβιετική ηγεσία επιτίθετο στον Γιεφτουσένκο επί τόπου στο Μπάμπιν Γιαρ, η βεβήλωση συνεχιζόταν. Η περιοχή ισοπεδωνόταν για νέα οικοδομικά έργα· το εβραϊκό νεκροταφείο ισοπεδωνόταν για την κατασκευή.

Τον Οκτώβριο του 1964 ο Χρουστσόφ απομακρύνθηκε και αντικαταστάθηκε από τον Κοσίγκιν ως πρωθυπουργό και ο Μπρέζνιεφ έγινε πρώτος γραμματέας του ΚΚΣΕ. Ωστόσο, το μεταπολεμικό ξεπάγωμα δεν τελείωσε αμέσως. Ίσως για να διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχό του, ο Κοσίγκιν έκανε αρκετές ομιλίες επιτιθέμενος στον αντισημιτισμό και η συμφωνία του Σοστακόβιτς επιτράπηκε να παιχτεί ξανά. Στη συνέχεια, στις 30 Νοεμβρίου 1965, η Λιτερατούρναγια Γκαζέτα ανακοίνωσε ότι η κυβέρνηση της Ουκρανικής Ε.Σ.Σ.Δ. είχε αποφασίσει, και πάλι, να χτίσει μνημεία στο Μπάμπιν Γιαρ. Ένα για να τιμηθούν τα θύματα της σφαγής και ένα άλλο, για τους έγκλειστους του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Οι αρχιτέκτονες κλήθηκαν να υποβάλουν προτεινόμενα σχέδια προς εξέταση, ανεξάρτητα από το ότι οι μπουλντόζες συνέχισαν να εργάζονται στο Μπάμπιν Γιαρ.

Με την ευκαιρία αυτή, εξήντα μοντέλα προτεινόμενων μνημείων παρουσιάστηκαν σε έκθεση στο Σπίτι της Αρχιτεκτονικής το 1965. Η επιτροπή επιλογής απέρριψε όλες τις προτάσεις, χαρακτηρίζοντας εκείνη των Γιόσιφ Καράκις και Άμπα Μελέτσκι για ένα μνημειακό πάρκο ως σιωνιστική. Προκηρύχθηκε δεύτερος διαγωνισμός, αυτή τη φορά με πιο κομφορμιστικές προτάσεις - και αυτές απορρίφθηκαν από τον Πρώτο Γραμματέα του ΚΚΟυ Πέτρο Σέλεστ.

Το 1966 εμφανίστηκε ένα άλλο έργο που προσπάθησε να αμφισβητήσει την κατάσταση, αυτή τη φορά από τον Αλεξάντερ Κούζνετσοφ, ο οποίος, όπως και ο φίλος του Γιεφτουσένκο, δεν ήταν ο ίδιος Εβραίος. Είχε μεγαλώσει κοντά στο Μπάμπιν Γιαρ και από τα παιδικά του χρόνια κρατούσε ένα σημειωματάριο με όσα έζησε κατά τη διάρκεια της κατοχής. Το έργο του Μπάμπιν Γιαρ, Ένα ντοκουμέντο με τη μορφή μυθιστορήματος, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γιουνόστ το φθινόπωρο του 1966. Αν και λογοκρίθηκε, έτυχε ευρείας αποδοχής, αλλά και έθεσε στη δημοσιότητα αυτό που όλοι γνώριζαν ότι ίσχυε – ότι τα θύματα ήταν στην πλειοψηφία τους Εβραίοι. Το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε εγκαίρως για την 25η επέτειο της σφαγής και δημιούργησε το κλίμα για να πάρουν οι άνθρωποι την κατάσταση στα χέρια τους σε πείσμα της επίσημης αμέλειας.

Λίγο πριν από την επέτειο, το 1966, ο Εβραίος μηχανικός και ακτιβιστής Εμανουέλ (Αμίκ) Ντιαμάντ επισκέφθηκε τον τόπο της σφαγής μαζί με τον Ανατόλι Κούζνετσοφ. Συγκλονίστηκε και τράβηξε φωτογραφίες για την ιστορική καταγραφή της έλλειψης σεβασμού και αξιοπρέπειας για τα θύματα που ήταν θαμμένα εκεί - ένα σκηνικό αποβλήτων, οικοδομικών εργασιών και ανθρώπινων λειψάνων που εξακολουθούσαν να είναι ορατά μετά από ένα τέταρτο του αιώνα.

Στις 24 Σεπτεμβρίου ορισμένοι νεαροί Εβραίοι ακτιβιστές με επικεφαλής τον Ντιαμάντ πήγαν στο παλιό εβραϊκό νεκροταφείο και ύψωσαν ένα πανό με επιγραφές στα ρωσικά και τα εβραϊκά «Μπάμπιν Γιαρ. 1941 Σεπτέμβριος 1966. Θυμηθείτε τα 6 εκατομμύρια». Λίγες ημέρες αργότερα, με αφορμή την 25η επέτειο από την έναρξη της σφαγής στο Μπάμπιν Γιαρ, ο συγγραφέας Βίκτορ Νεκράσοφ πρωτοστάτησε στη διοργάνωση μιας δημόσιας διαδήλωσης στο σημείο, σε πείσμα της επίσημης σιωπής – θα αποδεικνυόταν σημείο καμπής.

 

17 Babyn Yar

«Μπάμπιν Γιαρ. 1941 Σεπτέμβριος 1966 – Θυμηθείτε τα 6 εκατομμύρια».

 

Η 25η επέτειος του Μπάμπιν Γιαρ έγινε σε μια περίοδο σημαντικών ζυμώσεων στην Ουκρανία. Ένα ευρύ ρεύμα ριζοσπαστικής νεολαίας, γνωστό ως σεστιντεσιάτνικι – «γενιά της δεκαετίας του ’60», αναζητούσε ενεργά πολιτιστικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Το 1965 οι αρχές απάντησαν με κατ’ οίκον έρευνες και συλλήψεις εκατό ατόμων, ενώ μεταξύ Ιανουαρίου-Απριλίου 1966 είκοσι από αυτούς δικάστηκαν και δεκαέξι φυλακίστηκαν. Υπήρξαν πολυάριθμες δημόσιες διαμαρτυρίες, με πρωτοστάτη τον μαρξιστή αντιφρονούντα Ιβάν Ντζιούμπα, κορυφαίο Ουκρανό λογοτέχνη. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας ο Ντζιούμπα υπέβαλε στους ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος και της Κυβέρνησης της Ουκρανικής Σ.Σ.Δ. μια μακροσκελή αναφορά – το βιβλίο, Διεθνισμός ή Εκρωσισμός. Κυκλοφόρησε ευρέως, εντός του Κόμματος, στην παρανομία και δημοσιεύθηκε στο εξωτερικό από το δυτικό σοσιαλιστικό κίνημα.

Στο βιβλίο του Διεθνισμός ή Εκρωσισμός ο Ντζιούμπα καλούσε σε έναν «αποφασιστικό αγώνα κατά του σοβινισμού της Ρωσικής Μεγάλης Δύναμης ως την κύρια απειλή για τον κομμουνισμό και τον διεθνισμό» και σε μια «αποκατάσταση της λενινιστικής πολιτικής για τις εθνικότητες», η οποία είχε οδηγήσει στην ουκρανική πολιτιστική αναγέννηση της δεκαετίας του 1920. Ο Ντζιούμπα αμφισβήτησε επίσης τον αντισημιτισμό, σημειώνοντας ότι όπως ακριβώς και ο ρωσικός σοβινισμός:

«Μέχρι πρόσφατα η ύπαρξη του αντισημιτισμού στην ΕΣΣΔ αμφισβητούνταν με τον ίδιο τρόπο. Ουρανοί, τι θανάσιμο αμάρτημα και απρέπεια, τι πολιτική αγραμματοσύνη ήταν να αναφερθεί κανείς στον αντισημιτισμό! Ο Χρουστσόφ έβγαζε αφρούς από το στόμα προσπαθώντας να αποδείξει ότι τέτοια ζητήματα πληρώνονταν με αμερικανικά δολάρια. ... Και τώρα, μετά από τόσες Κικερονιάδες, Ιερεμιάδες, Λαζαριάδες και Νικιτιάδες, φαίνεται ότι αποφασίστηκε να επιστρέψουμε στον Λένιν: Η Πράβντα στο κύριο άρθρο της της 5ης Σεπτεμβρίου 1965 καλεί, με τα λόγια του Λένιν, για έναν “ακούραστο ‘αγώνα ενάντια στον αντισημιτισμό’”. Λοιπόν, είναι καλό που αυτό ειπώθηκε έστω και καθυστερημένα, αν και θα μπορούσε να είχε ειπωθεί πολύ νωρίτερα! Το είπαν και ... το κατέθεσε η εφημερίδα. Αλλά πότε και πώς θα αρχίσει αυτός ο “ακούραστος αγώνας”;»

Ιβάν Ντζιούμπα, Διεθνισμός ή Εκρωσισμός.

Στην αρχή δεν υπήρξε καμία επίσημη απάντηση στον Ντζιούμπα, στη συνέχεια, τον Ιούνιο του 1966 στην εφημερίδα Κομουνίστ Ουκραΐνι ο Γραμματέας του ΚΚΟυ του Κιέβου επιτέθηκε στις «ιδεολογικά επιζήμιες δηλώσεις» του, για να ακολουθήσει τον Σεπτέμβριο μια επίθεση στο σατιρικό περιοδικό Πέρετς.

Αυτή ήταν η κατάσταση όταν, σύμφωνα με τα λόγια του Ντιαμάντ, το 1966 έγινε «στη μνήμη των λαών η χρονιά της πρώτης μαζικής εξέγερσης ενάντια στη βία που διαπράχθηκε στο Μπάμπιν Γιαρ». Ήταν φυσιολογικό για τα άτομα να πηγαίνουν στο Μπάμπιν Γιαρ και να καταθέτουν λουλούδια, μετά από ένα τέταρτο του αιώνα έγινε μια ανεπίσημη συγκέντρωση πάνω από χιλίων ανθρώπων.

Εβραίοι ακτιβιστές και επιζώντες ενώθηκαν σε ένδειξη αλληλεγγύης με Ρώσους και Ουκρανούς. Μίλησαν ο Βίκτορ Νεκράσοφ και ο παλιός Ουκρανός κομμουνιστής από την επανάσταση Μπόρις Αντονένκο-Νταβίντοβιτς, ο πιο εξέχων από τους ομιλητές ήταν ο Ντζιούμπα. Θυμήθηκε πώς ο κόσμος σιωπούσε, το πλήθος τους περικύκλωσε και «απαιτούσε “Πείτε κάτι, τουλάχιστον κάτι!”. Έπρεπε κανείς να αυτοσχεδιάσει, αν και μιλούσαμε για αυτό που γνωρίζαμε καλά και πονάγαμε μέσα μας».

 

18 People assemble for the rally at Babyn Yar 29 September 1966. Archive of Amika Diamant

Ο κόσμος συγκεντρώνεται για το συλλαλητήριο στο Μπάμπιν Γιαρ στις 29 Σεπτεμβρίου 1966. Αρχείο της Amika Diamant

 

Σε μια εντυπωσιακή ομιλία στη συγκέντρωση ο Τζιούμπα είπε: «Το Μπάμπιν Γιαρ είναι μια τραγωδία όλης της ανθρωπότητας, αλλά συνέβη σε ουκρανικό έδαφος. Και ως εκ τούτου, ένας Ουκρανός δεν έχει το δικαίωμα να την ξεχάσει περισσότερο από έναν Εβραίο. Το Μπάμπιν Γιαρ είναι η κοινή μας τραγωδία, μια τραγωδία τόσο για το εβραϊκό όσο και για το ουκρανικό έθνος». Το προκάλεσε ο φασισμός και συγκεντρωθήκαμε για να «τιμήσουμε τις θυσίες και τις προσπάθειες εκατομμυρίων Σοβιετικών πολιτών όλων των εθνικοτήτων που ανιδιοτελώς συνέβαλαν στη νίκη επί του φασισμού. Πρέπει να το θυμόμαστε αυτό, ώστε να είμαστε αντάξιοι της μνήμης τους και του καθήκοντος που μας επέβαλαν οι αμέτρητες ανθρώπινες θυσίες, οι ελπίδες και οι προσδοκίες που δημιουργήθηκαν».

Ο Τζιούμπα καταδίκασε έντονα τον αντισημιτισμό και τις αποτυχίες της σοβιετικής κυβέρνησης: «Όμως, αυτό που είναι περίεργο είναι το γεγονός ότι εδώ δεν δόθηκε κανένας αγώνας εναντίον του κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών∙ επιπλέον, συχνά τροφοδοτήθηκε τεχνητά. Φαίνεται ότι οι οδηγίες του Λένιν σχετικά με τον «αγώνα κατά του αντισημιτισμού έχουν ξεχαστεί με τον ίδιο τρόπο που ξεχάστηκαν και οι εντολές του σχετικά με την εθνική ανάπτυξη της Ουκρανίας».

Ο Τζιούμπα υπενθύμισε πώς ο Στάλιν είχε προσπαθήσει «να χρησιμοποιήσει τις προκαταλήψεις ως μέσο για να στρέψει τους Ουκρανούς και τους Εβραίους τον έναν εναντίον του άλλου – να περιορίσει την εβραϊκή εθνική κουλτούρα με το πρόσχημα του εβραϊκού αστικού εθνικισμού, του σιωνισμού και ούτω καθεξής, και να καταστείλει την ουκρανική εθνική κουλτούρα με το πρόσχημα του ουκρανικού αστικού εθνικισμού». Δηλώνοντας ότι: «Ως Ουκρανός, ντρέπομαι που, όπως και σε άλλα έθνη, υπάρχει αντισημιτισμός εδώ∙ ότι αυτά τα επαίσχυντα φαινόμενα που αποκαλούμε αντισημιτισμό –[και τα οποία είναι] ανάξια της ανθρωπότητας– υπάρχουν εδώ». Κάλεσε τους Ουκρανούς να πολεμήσουν ενάντια σε όλες τις εκδηλώσεις τέτοιου μίσους: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό για εμάς αυτή τη στιγμή, γιατί χωρίς μια τέτοια αντίθεση όλα τα κοινωνικά μας ιδανικά θα χάσουν το νόημά τους».

Ο Ντζιούμπα απηύθυνε έκκληση προς τους Εβραίους και τους Ουκρανούς να αναγνωρίσουν ότι το κοινό τους παρελθόν δεν αποτελείτο «μόνο από τυφλή εχθρότητα και πικρή παρεξήγηση», αλλά ότι «δείχνει επίσης παραδείγματα θαρραλέας αλληλεγγύης και συνεργασίας στον αγώνα για τα κοινά μας ιδανικά της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, για την ευημερία των εθνών μας».

Οι ομιλίες κυκλοφόρησαν ανεπίσημα σε μορφή Σαμιζντάτ, η KGB κατέσχεσε το φιλμ της συγκέντρωσης, η ομιλία του Ντζιούμπα θα αναφερόταν αργότερα ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του – φυλακίστηκε το 1973.

Παρά την καταστολή, το συλλαλητήριο αποτέλεσε σημείο καμπής για τη μνήμη του Μπάμπιν Γιαρ. Τον Οκτώβριο του 1966 το Κόμμα και οι αρχές του Κιέβου αποφάσισαν να εγκαταστήσουν εδώ μια αναμνηστική πέτρα με την επιγραφή «Ένα μνημείο για τον σοβιετικό λαό - θύματα των φασιστικών θηριωδιών κατά την προσωρινή κατοχή του Κιέβου το 1941-1943».

Κάθε χρόνο οι Σοβιετικές Αρχές πραγματοποιούσαν πλέον επίσημο μνημόσυνο στην επέτειο της σφαγής του Μπάμπιν Γιαρ. Αυτές οι γραφειοκρατικές συγκεντρώσεις των «εργατών υπέρ των θυμάτων του φασισμού», αν και δεν είχαν συγκεκριμένη αναφορά στα εβραϊκά θύματα. Παράλληλα με τις επίσημες εκδηλώσεις μνήμης λάμβαναν χώρα ανεπίσημες εκδηλώσεις μνήμης. Το 1971 αρκετές εκατοντάδες Εβραίοι συγκεντρώθηκαν στο Μπάμπιν Γιαρ, το οποίο έγινε τόπος μνήμης της σφαγής και διαμαρτυρίας για τον κρατικό αντισημιτισμό.

Ένα μνημείο κατασκευάστηκε τελικά από τη σοβιετική ουκρανική κυβέρνηση στις 2 Ιουλίου 1976, το οποίο δήλωνε: «Εδώ το 1941-1943, περισσότεροι από εκατό χιλιάδες πολίτες της πόλης του Κιέβου και αιχμάλωτοι πολέμου εκτελέστηκαν από τους Γερμανοφασίστες εισβολείς». Ήταν η τελική αναγνώριση των νεκρών, αλλά όχι του αντισημιτικού χαρακτήρα της μαζικής δολοφονίας. Επιπλέον, οι δεκαετίες του αγώνα είχαν αποτρέψει την πλήρη βεβήλωση του χώρου – όπως η μετατροπή του σε αθλητικό συγκρότημα.

Ένα Δημόσιο Κέντρο Ιστορικής Εκπαίδευσης δεν άνοιξε στο Μπάμπιν Γιαρ μέχρι το 1980, ακόμη και τότε, μέχρι την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, υπήρχε αναγνώριση της σφαγής αλλά όχι της πλήρους φύσης της. Μόλις στις 19 Σεπτεμβρίου 1991, πενήντα χρόνια μετά τη σφαγή, ο Λεονίντ Κράβτσουκ, επικεφαλής του Κοινοβουλίου της νέας ανεξάρτητης Ουκρανίας, αναγνώρισε ότι η πλειοψηφία των δολοφονηθέντων ήταν Εβραίοι, που δολοφονήθηκαν μόνο επειδή ήταν Εβραίοι, και ζήτησε συγγνώμη από την εβραϊκή κοινότητα για την πολυετή απόκρυψη της αλήθειας για το Μπάμπιν Γιαρ.

Κάνοντας μια ανασκόπηση των ογδόντα χρόνων από τη σφαγή μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι υπάρχει πλέον η μεγαλύτερη αναγνώριση όχι μόνο της διαφορετικότητας των θυμάτων στο Μπάμπιν Γιαρ, αλλά και του ειδικού αντισημιτικού χαρακτήρα των μεγαλύτερων σφαγών. Πράγματι, πάνω από τριάντα μνημεία και πλάκες έχουν πλέον ανεγερθεί. Σήμερα στην Ουκρανία υπάρχει μεγαλύτερη επίσημη αναγνώριση, μνημόνευση και εκπαίδευση σχετικά με το Μπάμπιν Γιαρ και το Ολοκαύτωμα γενικότερα. Το έργο φορέων της κοινωνίας των πολιτών όπως το «Ουκρανικό Κέντρο Μελετών για το Ολοκαύτωμα» έχει σημαντική αξία, όπως και η σειρά τοπικών πρωτοβουλιών βάσης για την αποκατάσταση παραμελημένων χώρων ιστορικής μνήμης από αυτή την τραγική περίοδο.

Ωστόσο, η πρόοδος που επιτεύχθηκε συνδυάζεται με βαθιά οπισθοδρόμηση στη σύγχρονη Ουκρανία, εξακολουθεί να υπάρχει μια τάση, όπως και στη σοβιετική εποχή, για μια δυσανάλογη μετατόπιση της έμφασης ότι και άλλοι πέθαναν στο Μπάμπιν Γιαρ.

Υπάρχουν δύο πτυχές της σημερινής οπισθοδρόμησης που αφορούν τη μνήμη του Μπάμπιν Γιαρ. Η μία συνδέεται με τη συνεχιζόμενη επιθετικότητα του ρωσικού ιμπεριαλισμού προς την Ουκρανία. Αυτή η επιθετικότητα έχει προσπαθήσει να καμουφλαριστεί με τη γλώσσα του «αντιφασισμού» και συνοδεύεται από τους υποστηρικτές του Πούτιν διεθνώς που παρουσιάζουν την Ουκρανία ως ένα «οιονεί φασιστικό» ή «ημιφασιστικό» κράτος. Αυτό είναι μια χυδαία προσβολή στη μνήμη των θυμάτων της πραγματικής φασιστικής περιόδου του Reichskommissariat της Ουκρανίας, με την οποία η σύγχρονη Ουκρανία δεν έχει καμία ομοιότητα.

Ο δεύτερος τομέας οπισθοδρόμησης προκύπτει από τη φύση της Ουκρανίας. Από την εποχή της ανεξαρτησίας η μεγάλη επιχειρηματική δύναμη των ολιγαρχών ασκεί κυρίαρχη επιρροή στην πολιτική και την οικονομία της Ουκρανίας. Στο πλαίσιο της προσπάθειας των ηγετών να νομιμοποιήσουν αυτό το σύστημα, κατασκεύασαν μια επίσημη ιστορία η οποία προσπάθησε να δοξάσει τις πιο συντηρητικές μορφές του αγώνα της Ουκρανίας για μεγαλύτερη ελευθερία και ανεξαρτησία. Ενώ αποψιλώνει την ιστορία αυτή από τα ριζοσπαστικά και σοσιαλιστικά στοιχεία της. Με τον τρόπο αυτό έχουν επίσης δοξάσει τους εθνικιστές του πολέμου, ενώ τους παρουσιάζουν ως αντιπάλους του Χίτλερ, ξεπλένοντας επίσης τον ρόλο τους ως συνεργάτες.

Συμπτωματικό είναι ότι στις 13 Ιουνίου 2021 πραγματοποιήθηκε στο Κίεβο η κηδεία ενός μέλους των SS, του Όρεστ Βασκούλ, στον οποίο αποδόθηκαν στρατιωτικές τιμές από το Προεδρικό Σύνταγμα. Ογδόντα χρόνια νωρίτερα τα ίδια SS ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν το δολοφονικό τους ταξίδι στο Κίεβο, το οποίο θα κατέληγε στη σφαγή του Μπάμπιν Γιαρ. Δεν μπορεί να υπάρξει συμφιλίωση με την απόδοση τιμής στη μνήμη των θυμάτων και των δραστών του εγκλήματος – υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα θύματα του Μπάμπιν Γιαρ έχουν ακόμη εξασφαλίσει ιστορική δικαιοσύνη.

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Christopher Ford, “Babyn Yar: Fascism, Stalinism and Holocaust memory”, Кампанія Солідарності з Україною / Ukraine Solidarity Campaign, 31 Ιανουαρίου 2022, https://ukrainesolidaritycampaign.org/2022/01/31/babyn-yar-fascism-stalinism-and-holocaust-memory/.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 13 Μαϊος 2022 16:07

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.