Michael Pröbsting
Η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, γνωστή και ως «Συμφωνία της Μέκκας». Πρόκειται για μια πολιτικοστρατιωτική συμφωνία μεταξύ των τριών περιφερειακών δυνάμεων. Αν και το πλήρες κείμενο της συμφωνίας δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον οποιουδήποτε από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων». Με την πρώτη ματιά, η Συμφωνία της Μέκκας φαίνεται εντυπωσιακή, καθώς περιλαμβάνει τρεις περιφερειακές δυνάμεις με διαφορετικά πλεονεκτήματα. Η Τουρκία, με πληθυσμό 86 εκατομμυρίων ανθρώπων, διαθέτει ισχυρό στρατό (τον δεύτερο μεγαλύτερο στο ΝΑΤΟ μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες) και μια σχετικά ανεπτυγμένη βιομηχανία όπλων (συμπεριλαμβανομένων ισχυρών οπλισμένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών, όπως το TB-2 Bayraktar, και του μαχητικού αεροσκάφους πέμπτης γενιάς TAI TF Kaan). Το Πακιστάν έχει πληθυσμό 242 εκατομμυρίων ανθρώπων και είναι η μόνη μουσουλμανική χώρα που διαθέτει πυρηνικά όπλα (περίπου 170 πυρηνικές κεφαλές). Η Σαουδική Αραβία, το μεγαλύτερο αραβικό κράτος του Κόλπου με 33 εκατομμύρια κατοίκους, είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο –μια «ενεργειακή υπερδύναμη»– και διαθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους. Για να κατανοήσουμε τη σημασία της Συμφωνίας της Μέκκας, πρέπει να εξετάσουμε το ιστορικό πλαίσιο της σύναψής της.

