Παρασκευή, 02 Σεπτεμβρίου 2022 15:14

Η Ουκρανία και οι κίνδυνοι του πυρηνικού πολέμου- του Stephen R. Shalom

Stephen R. Shalom

Η Ουκρανία και οι κίνδυνοι του πυρηνικού πολέμου

Μετάφραση: elaliberta.gr

Με δεδομένο τον κίνδυνο πυρηνικής ανάφλεξης, θα πρέπει το κίνημα ειρήνης να απαιτήσει –όπως κάποιοι έχουν προτείνει– οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ να σταματήσουν να παρέχουν όπλα στην Ουκρανία ως έναν τρόπο για να αποφύγουν να προκαλέσουν τη Ρωσία;

Ο πυρηνικός πόλεμος –μαζί με την κλιματική αλλαγή και τις πανδημίες– αποτελεί μία από τις υπαρξιακές απειλές που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Το ίδιο το μέλλον του είδους μας θα μπορούσε να τερματιστεί σε περίπτωση ενός ενός ολοκληρωτικού πυρηνικού πολέμου.

Δεδομένου του διακυβεύματος, είναι απολύτως απαραίτητο να αποτραπεί μια γενικευμένη πυρηνική σύγκρουση. Επιπλέον, επειδή μια περιορισμένη πυρηνική αντιπαράθεση μεταξύ υπερδυνάμεων έχει τη δυνατότητα να κλιμακωθεί σε ολοκληρωτικό πόλεμο, η αποφυγή ακόμη και μιας περιορισμένης αντιπαράθεσης πρέπει να αποτελεί μείζονα προτεραιότητα.

Όταν ο Πούτιν ξεκίνησε την εισβολή του στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022, κυκλοφόρησε ένα προηχογραφημένο μήνυμα που προειδοποιούσε:

«Όποιος προσπαθεί να μας εμποδίσει, και ακόμη περισσότερο να δημιουργήσει απειλές για τη χώρα μας, για το λαό μας, θα πρέπει να γνωρίζει ότι η απάντηση της Ρωσίας θα είναι άμεση και θα σας οδηγήσει σε συνέπειες που δεν έχετε ξαναζήσει στην ιστορία σας.»

Και στη συνέχεια, τρεις ημέρες αργότερα, ο Πούτιν έκανε την απειλή του πιο σαφή, δηλώνοντας:

«Διατάζω τον υπουργό Άμυνας και τον αρχηγό του γενικού επιτελείου των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων να θέσουν τις αποτρεπτικές δυνάμεις του ρωσικού στρατού σε ειδική κατάσταση πολεμικής διαθεσιμότητας.»

«Οι δυτικές χώρες δεν αναλαμβάνουν μόνο μη φιλικές οικονομικές δράσεις εναντίον της χώρας μας, αλλά οι ηγέτες των μεγάλων χωρών του ΝΑΤΟ κάνουν επιθετικές δηλώσεις για τη χώρα μας», δήλωσε ο Πούτιν. «Έτσι διατάζω να τεθούν οι αποτρεπτικές δυνάμεις της Ρωσίας σε ειδικό καθεστώς λειτουργίας».

Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι δεν είδαν ενδείξεις ότι η Μόσχα σχεδίαζε πράγματι να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα και ότι δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή στη στάση των αμερικανικών πυρηνικών δυνάμεων. Αλλά σίγουρα μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί 141 έθνη στη Γενική Συνέλευση, έναντι μόνο πέντε αρνητικών ψήφων, όχι μόνο εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αλλά καταδίκασαν συγκεκριμένα «την απόφαση της Ρωσικής Ομοσπονδίας να αυξήσει την ετοιμότητα των πυρηνικών της δυνάμεων».

Μια εβδομάδα πριν από την εισβολή, την ώρα που η Μόσχα εξακολουθούσε να επιμένει ότι δεν σχεδίαζε να εισβάλει στην Ουκρανία, το Κρεμλίνο ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιούσε ασκήσεις των πυρηνικών του δυνάμεων και ότι ο Πούτιν θα επέβλεπε ο ίδιος τις δοκιμαστικές εκτοξεύσεις πυραύλων. Δύο μήνες αργότερα, στις 20 Απριλίου, η Ρωσία δοκίμασε έναν νέο πύραυλο μεγάλου βεληνεκούς, με την ανάλογη ειδοποίηση, αλλά και με την προειδοποίηση του Πούτιν ότι αυτό θα πρέπει να κάνει «εκείνους, οι οποίοι στον παροξυσμό μιας ξέφρενης επιθετικής ρητορικής προσπαθούν να απειλήσουν τη χώρα μας, να το σκεφτούν διπλά».

Η Ρωσία είχε εκδώσει νέες κατευθυντήριες γραμμές για τη χρήση πυρηνικών όπλων ήδη από τον Ιούνιο του 2020. Οι βασικές αρχές της κρατικής πολιτικής της Ρωσικής Ομοσπονδίας στον τομέα της πυρηνικής αποτροπής δήλωναν ότι η Μόσχα θα χρησιμοποιούσε πυρηνικά όπλα μόνο σε περιπτώσεις όπου η Ρωσία ή οι σύμμαχοί της δέχονταν επίθεση με όπλα μαζικής καταστροφής ή όπου γινόταν συμβατική επίθεση κατά της Ρωσίας κατά την οποία «απειλούνταν η ίδια η ύπαρξη του κράτους». Αυτό φαίνεται αρκετά περιοριστικό, αλλά όταν ο Πούτιν κατήγγειλε την παραμονή της εισβολής του στην Ουκρανία ότι η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους «δεν είναι μόνο μια πολύ πραγματική απειλή για τα συμφέροντά μας, αλλά για την ίδια την ύπαρξη του κράτους μας και την κυριαρχία του» –μία από τις περιπτώσεις που επιτρέπουν τη χρήση πυρηνικών όπλων– οι συνέπειες ήταν ανησυχητικές.

Διάφοροι Ρώσοι αξιωματούχοι δήλωσαν έκτοτε ότι η Μόσχα δεν είχε καμία πρόθεση να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα στην Ουκρανία και ότι τα πυρηνικά όπλα δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην κατάσταση στην Ουκρανία. Στις 5 Αυγούστου, ένας Ρώσος αντιπρόσωπος στα Ηνωμένα Έθνη κατήγγειλε ως αβάσιμους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ότι η Ρωσία απειλούσε να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα στην Ουκρανία. Είπε ότι ήταν αδύνατο να το πράξει η Ρωσία, διότι καμία από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι κατευθυντήριες γραμμές του ρωσικού δόγματος επιτρέπουν τη χρήση πυρηνικών όπλων δεν ίσχυε στην περίπτωση της Ουκρανίας. Εξήγησε επίσης ότι η ανακοίνωση του Πούτιν στις 27 Φεβρουαρίου ότι έθεσε τις ρωσικές πυρηνικές δυνάμεις σε «ειδική ετοιμότητα» δεν σήμαινε ότι τις έθεσε σε κατάσταση ύψιστου συναγερμού, αλλά μόνο ότι θα υπήρχε «αυξημένη επαγρύπνηση». Όλες αυτές ήταν ευπρόσδεκτες δηλώσεις, αν και με δεδομένες τις συνεχείς υπεκφυγές της Μόσχας σχετικά με τις δράσεις της στην Ουκρανία, η απειλή και οι ανησυχίες σίγουρα παραμένουν.

Εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας

Το παρόν άρθρο θα επικεντρωθεί στην απειλή του πυρηνικού πολέμου, αλλά θα πρέπει να γίνει εδώ μια σύντομη αναφορά σχετικά με τον κίνδυνο που προέρχεται από τους πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. (Υπενθυμίζεται ότι το χειρότερο ατύχημα σε πυρηνικό σταθμό στον κόσμο συνέβη στο Τσερνομπίλ της Ουκρανίας το 1986). Η σημερινή ρωσική εισβολή αποτελεί την πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία που διεξάγεται πόλεμος γύρω από πυρηνικούς σταθμούς παραγωγής ενέργειας, την πρώτη φορά που ένας πυρηνικός σταθμός παραγωγής ενέργειας καταλαμβάνεται με τη βία και την πρώτη φορά που οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να λειτουργήσουν ένα καταληφθέν εργοστάσιο υπό την απειλή όπλων.

Στις 24 Φεβρουαρίου, οι Ρώσοι πήραν υπό τον έλεγχό τους το Τσέρνομπιλ και τη ζώνη αποκλεισμού που το περιβάλλει. Το Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας καταδίκασε την κατάληψη και απαίτησε από τη Ρωσία να αποχωρήσει αμέσως. Στις 4 Μαρτίου, οι Ρώσοι επιτέθηκαν και κατέλαβαν το συγκρότημα του πυρηνικού σταθμού της Ζαπορίζια, έκτασης μισού τετραγωνικού μιλίου, με έναν πύραυλο να χτυπά ένα κτίριο του χώρου και να προκαλεί πυρκαγιά, χωρίς όμως να βλάψει τους αντιδραστήρες. Οι ρωσικές δυνάμεις αποσύρθηκαν από το Τσέρνομπιλ στις 31 Μαρτίου, στο πλαίσιο της γενικής υποχώρησής τους από την περιοχή του Κιέβου, αλλά παρέμειναν στο εργοστάσιο της Ζαπορίζια.

Τον Ιούλιο, τα ρωσικά στρατεύματα μετέτρεψαν το εργοστάσιο σε στρατιωτική βάση και το χρησιμοποίησαν ως ασπίδα καθώς έβαλαν με πυροβολικό και ρουκέτες πέρα από τον ποταμό εναντίον της Νικόπολης που βρίσκεται υπό ουκρανικό έλεγχο. Έχουν γίνει κάποιες επιθέσεις με πυρά στο συγκρότημα του εργοστασίου –για παράδειγμα, μια επίθεση με drone εναντίον ρωσικών στρατευμάτων από την Ουκρανία– και με κάποιες ρουκέτες.

Η Ρωσία κατηγορεί για τις τελευταίες την Ουκρανία, αλλά οι εργαζόμενοι του εργοστασίου και διάφοροι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες πιστεύουν ότι τα πυρά προήλθαν από τους Ρώσους, με προσεκτικό στόχο να κόψουν τις γραμμές μεταφοράς ενέργειας του εργοστασίου προς το ουκρανικό έδαφος, μέρος μιας εξαιρετικά επικίνδυνης ρωσικής στρατηγικής. Η Ουκρανία, οι ΗΠΑ, η ΕΕ και ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ έχουν όλοι ζητήσει τη δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης γύρω από το εργοστάσιο. Η Ρωσία έχει απορρίψει την έκκληση. Αλλά ο αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, ο πρώην πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ, δεν έχασε την ευκαιρία να εκτοξεύσει άλλη μια απειλή: «Ας μην ξεχνάμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει επίσης πυρηνικά εργοστάσια. Και ατυχήματα μπορούν να συμβούν και εκεί».

Ένα πυρηνικό ατύχημα στη Ζαπορίζια θα ήταν τρομερό, αν και όχι τόσο καταστροφικό όσο η τραγωδία του Τσέρνομπιλ, λόγω του πιο σύγχρονου σχεδιασμού της Ζαπορίζια. Κανένα από τα δύο, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τη ζημιά που θα προκαλούσε ακόμη και μια μικρή έκρηξη πυρηνικού όπλου, στην οποία επιστρέφουμε τώρα.

Η ιστορία των πυρηνικών απειλών

Οι πυρηνικές απειλές έχουν μια μακρά, άθλια ιστορία στον Ψυχρό Πόλεμο. Όπως συνοψίζεται σε μια μελέτη για το μη κυβερνητικό Αρχείο Εθνικής Ασφάλειας,

«Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, υπήρξε ένας αξιοσημείωτος αριθμός κρίσεων κατά τη διάρκεια των οποίων οι ηγέτες των ΗΠΑ απείλησαν, εξουσιοδότησαν τη χρήση πυρηνικών όπλων και έθεσαν τις στρατηγικές δυνάμεις σε ύψιστη κατάσταση ετοιμότητας. Ενώ οι Σοβιετικοί διατύπωσαν επίσης απειλές, π.χ. στο Σουέζ, το 1956, η απειλητική στάση των ΗΠΑ ήταν συγκριτικά συντριπτική.»

Το 1953, μια άκρως απόρρητη οδηγία του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας δήλωνε ότι «Σε περίπτωση εχθροπραξιών, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα θεωρούν ότι τα πυρηνικά όπλα είναι εξίσου διαθέσιμα για χρήση με άλλα πολεμικά μέσα». Το 1955, ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ, εν μέρει για να ενθαρρύνει το αμερικανικό κοινό να ξεπεράσει την επιφυλακτικότητά του όσον αφορά τα πυρηνικά όπλα, δήλωσε δημοσίως ότι δεν έβλεπε κανένα λόγο «για τον οποίο δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ακριβώς όπως θα χρησιμοποιούσαμε μια σφαίρα ή οτιδήποτε άλλο».

Τελικά, ωστόσο, και ιδίως μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962, αφού ο κόσμος είχε κοιτάξει στην άβυσσο, οι πρόεδροι των ΗΠΑ άρχισαν να εκτιμούν ότι τα πυρηνικά όπλα ανήκαν σε μια εντελώς διαφορετική κατηγορία από τα συμβατικά όπλα και ότι η χρήση τους θα άνοιγε, σύμφωνα με τα λόγια του Τζον Κένεντι, «έναν εντελώς νέο κόσμο». Τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Σοβιετικοί ηγέτες έγιναν πολύ πιο συγκρατημένοι στις πυρηνικές τους απειλές και επιδίωξαν συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών για τη μείωση των κινδύνων πυρηνικού πολέμου. Τα τελευταία χρόνια, ήταν πολύ σπάνιο για έναν εθνικό ηγέτη να απειλήσει με χρήση πυρηνικών όπλων. Ναι, η Βόρεια Κορέα έχει προειδοποιήσει για προληπτικά πυρηνικά πλήγματα κατά των Ηνωμένων Πολιτειών (με βίντεο που δείχνουν την Ουάσινγκτον ή το Μανχάταν να τυλίγονται στις φλόγες). Και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ξεσπαθώσει ότι: «Η Βόρεια Κορέα καλύτερα να μην διατυπώσει άλλες απειλές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα αντιμετωπιστούν με φωτιά και οργή που ο κόσμος δεν έχει ξαναδεί». Αλλά η παιδιάστικη συμπεριφορά τους με τον Τραμπ να τουιτάρει ότι το δικό του πυρηνικό κουμπί είναι «πολύ μεγαλύτερο και ισχυρότερο» από αυτό του Κιμ Γιονγκ Ουν, αν και παιδαριώδης και απερίσκεπτη, δεν ήταν τόσο ανησυχητική όσο οι απειλές του Πούτιν, οι οποίες διατυπώνονται στο πλαίσιο του μεγαλύτερου πολέμου της Ευρώπης τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, όταν η απρόβλεπτη κλιμάκωση αποτελεί πραγματικό κίνδυνο.

Πολλοί εμπειρογνώμονες έχουν εκφράσει την ανησυχία τους ότι σήμερα βρισκόμαστε πιο κοντά σε πυρηνικό πόλεμο από ποτέ άλλοτε μετά την κρίση των πυραύλων της Κούβας.

Απαντώντας στις πυρηνικές απειλές

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα, θα πρέπει το κίνημα ειρήνης να απαιτήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ να σταματήσουν να εξοπλίζουν την Ουκρανία για να μην προκαλέσουν τη Ρωσία; Μερικές φορές έχει νόημα να ενδώσουμε σε έναν άδικο επιτιθέμενο, αν οι συνέπειες του να μην το κάνουμε είναι η πιθανή εξόντωση. Αν ένας κακοποιός μας σημαδεύει με ένα όπλο στο κεφάλι και απαιτεί να ρίξουμε τα όπλα μας, το κάνουμε απρόθυμα.

Φυσικά, ο Πούτιν –σε αντίθεση με τον υποθετικό κακοποιό– γνωρίζει ότι δεν είναι μόνο ο αντίπαλός του που θα υποστεί τις συνέπειες αν τραβήξει τη σκανδάλη. Τον Ιούνιο του 2021, ο Πούτιν μαζί με τον Μπάιντεν επαναβεβαίωσαν «την αρχή ότι ένας πυρηνικός πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί και δεν πρέπει ποτέ να διεξαχθεί». Μπορεί όμως ο Πούτιν να είναι αρκετά τρελός ώστε να ξεκινήσει έναν πυρηνικό πόλεμο που θα καταστρέψει και τη Ρωσία; Και σημαίνει αυτό, ότι ακόμη και η απομακρυσμένη πιθανότητα πυρηνικού πολέμου απαιτεί να υποκύψουμε στις απαιτήσεις του Πούτιν να σταματήσουμε να εξοπλίζουμε την Ουκρανία ή να επιβάλλουμε κυρώσεις;

Το πρόβλημα με το να υποκύψουμε στις απαιτήσεις του Πούτιν είναι ότι αυτό δεν είναι απαραίτητα ο καλύτερος τρόπος για να ελαχιστοποιήσουμε τους κινδύνους ενός πυρηνικού πολέμου. Επειδή ένας ορθολογικός ηγέτης δεν θα αναλάμβανε μια πολιτική της οποίας το κόστος υπερτερεί των ωφελειών, μερικές φορές οι ηγέτες μπλοφάρουν, προσποιούμενοι ότι είναι πρόθυμοι να αντιμετωπίσουν κόστος πολύ μεγαλύτερο από αυτό που δικαιολογείται, προκειμένου να εκφοβίσουν τους αντιπάλους τους και να τους αναγκάσουν να παραδοθούν. Η παράδοση εδώ, ωστόσο, μπορεί να αυξήσει τις προοπτικές πυρηνικού πολέμου στο μέλλον.

Ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές αυτής της στρατηγικής πυρηνικής μπλόφας ήταν ο Ρίτσαρντ Νίξον. Όπως εξήγησε την προσέγγισή του στον προσωπάρχη του Λευκού Οίκου Χ. Ρ. Χάλντεμαν:

«Την ονομάζω θεωρία του τρελού, Μπομπ. Θέλω οι Βορειοβιετναμέζοι να πιστέψουν ότι έχω φτάσει στο σημείο να κάνω τα πάντα για να σταματήσω τον πόλεμο. Θα τους περάσουμε την πληροφορία ότι, “για όνομα του Θεού, ξέρετε ότι ο Νίξον έχει εμμονή με τον κομμουνισμό. Δεν μπορούμε να τον συγκρατήσουμε όταν είναι θυμωμένος – και έχει το χέρι του στο κουμπί των πυρηνικών” και ο ίδιος ο Χο Τσι Μινχ θα είναι στο Παρίσι σε δύο μέρες και θα ικετεύει για ειρήνη.»

Ο Νίξον και ο σύμβουλός του σε θέματα εθνικής ασφάλειας Χένρι Κίσινγκερ προσπάθησαν να υλοποιήσουν αυτή τη στρατηγική τον Οκτώβριο του 1969, ελπίζοντας να τρομάξουν τη Σοβιετική Ένωση ώστε να πιέσει το Βόρειο Βιετνάμ να αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους. Στις 6 Οκτωβρίου, ο Κίσινγκερ διέταξε τον υπουργό Άμυνας να διενεργήσει μια «σειρά από μέτρα αυξημένης επιφυλακής με σκοπό να μεταδώσει στους Σοβιετικούς μια αυξανόμενη ετοιμότητα των στρατηγικών δυνάμεων των ΗΠΑ». Την επόμενη εβδομάδα, η Στρατηγική Διοίκηση Αεροπορίας έθεσε σε επιφυλακή 176 βομβαρδιστικά και 189 τάνκερ ανεφοδιασμού. Ο Νίξον συναντήθηκε με τον Σοβιετικό πρέσβη, επιδεικνύοντας, σύμφωνα με τον εντυπωσιασμένο Κίσινγκερ, «τα κότσια ενός τζογαδόρου ». Στις 26 Οκτωβρίου, η Διοίκηση Στρατηγικής Αεροπορίας πραγματοποίησε πτήση έξι οπλισμένων βομβαρδιστικών B-52 πάνω από την Αλάσκα. Αλλά, παρά τον εκφοβισμό, η Μόσχα δεν υποχρέωσε το Ανόι να παραδοθεί – και (ευτυχώς) ούτε οι Σοβιετικοί ηγέτες πανικοβλήθηκαν για να εξαπολύσουν προληπτικό χτύπημα κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η βιβλιογραφία της πολιτικής επιστήμης δείχνει ότι η στρατηγική του τρελού γενικά δεν αποδίδει. Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τη στρατηγική αυτή είναι, σύμφωνα με τα λόγια του Στίβεν Γουόλτ, ενός υποστηρικτή του ρεαλισμού στις διεθνείς σχέσεις:

«Όταν τα άλλα κράτη αντιμετωπίζουν έναν ισχυρό αλλά απρόβλεπτο ηγέτη, μπορεί να βαδίζουν προσεκτικά, αλλά δεν πρόκειται να κάνουν μεγάλες παραχωρήσεις.

Εξάλλου, αν ένας τρελός είναι επικίνδυνος τώρα, κάνοντας οτιδήποτε που τον κάνει πιο ισχυρό, απλώς τον κάνει πιο επικίνδυνο αργότερα. Ο κατευνασμός είναι μερικές φορές μια έξυπνη διπλωματική στρατηγική, αλλά μόνο αν πιστεύει κανείς ότι οι παραχωρήσεις θα εξαλείψουν τις αιτιάσεις, θα μειώσουν τις καχυποψίες, θα κάνουν την άλλη πλευρά πιο καλοπροαίρετη και θα επιτρέψουν την ανάδειξη αμοιβαία επωφελών σχέσεων.»

Φανταστείτε τι θα συνέβαινε αν η Ουάσινγκτον απαντούσε στο πυρηνικό νταηλίκι του Πούτιν σταματώντας τις προμήθειες όπλων στην Ουκρανία ή αίροντας τις κυρώσεις της.

Το Κρεμλίνο, έχοντας πλέον μια αποδεδειγμένη μέθοδο για να πετύχει το δικό του, θα μπορούσε στη συνέχεια να απαιτήσει την παράδοση της Γεωργίας και της Μολδαβίας, δύο πρώην σοβιετικών δημοκρατιών όπου τα ρωσικά στρατεύματα κατέχουν επί του παρόντος αμφισβητούμενα εδάφη. Και όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ θα αρνούνταν να παράσχουν όπλα σε αυτές τις κυβερνήσεις (επειδή, άλλωστε, κανείς δεν θέλει να διακινδυνεύσει πυρηνικό πόλεμο), οι δύο χώρες δεν θα είχαν άλλη επιλογή από το να υποταχθούν. Αλλά γιατί να σταματήσουν εκεί; Αν η Ρωσία απαιτούσε στη συνέχεια (με την κατάλληλη ρητορική και πυραυλικές δοκιμές) να απομακρυνθούν τα στρατεύματα του ΝΑΤΟ από τις χώρες της Βαλτικής, θα άξιζε τον κόπο να ρισκάρει να προκαλέσει τον τρελό Πούτιν να κλιμακώσει σε πυρηνικό πόλεμο; Οπότε καλύτερα να συναινέσει. Και αν στη συνέχεια απαιτούσε επιπλέον να μην παρέχονται όπλα του ΝΑΤΟ σε αυτά τα πρώην τμήματα της Σοβιετικής Ένωσης, και πάλι, γιατί να προκαλέσει την Αρκούδα; Αλλά κάποια στιγμή, είτε η Μόσχα είτε η Ουάσιγκτον θα κάνουν λάθος υπολογισμό – θα υποχωρήσει το ΝΑΤΟ; Η Ρωσία μπλοφάρει; – και θα βρεθούμε στη μέση ενός πυρηνικού πολέμου.

Και ο Πούτιν δεν θα είναι ο μόνος που θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί αυτή τη στρατηγική. Η επιτυχία του θα ενθάρρυνε άλλους πυρηνικούς νταήδες; Μήπως το Ισραήλ θα μπορούσε τότε να προβάλει απαιτήσεις από το Ιράν, στις οποίες η Τεχεράνη θα έπρεπε να ενδώσει για να μην αντιμετωπίσει τον Αρμαγεδδώνα; Θα μπορούσε η Κίνα να απαιτήσει από τις Ηνωμένες Πολιτείες να σταματήσουν να εξοπλίζουν και να εμπορεύονται ακόμη και με την Ταϊβάν, διευκολύνοντας μια αναίμακτη κατάκτηση; Θα μπορούσε η Βόρεια Κορέα να απαιτήσει από τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία να επιδοτήσουν την οικονομία της;

Αλλά υποκύπτοντας στις απειλές του Πούτιν δεν θα ενθάρρυνε έτσι τη συνέχιση των ενεργειών πυρηνικού εκβιασμού. Θα προκαλούσε επίσης τα δυνητικά θύματα αυτού του εκβιασμού να σπεύσουν να αποκτήσουν τα δικά τους πυρηνικά όπλα ως μέσο αυτοπροστασίας. Η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, η Ιαπωνία, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, η Αίγυπτος και άλλοι θα προσπαθούσαν αναπόφευκτα να γίνουν κράτη με πυρηνικά όπλα (αν δεν το κάνουν ήδη). Ορισμένοι ειδικοί έχουν υποστηρίξει ότι η ευρεία διάδοση των πυρηνικών όπλων θα ήταν μεγάλη, επειδή κανείς δεν θα ξαναπήγαινε σε πόλεμο φοβούμενος πυρηνικά αντίποινα. Όμως, όπως καταλαβαίνουν οι περισσότεροι αναλυτές, οι κίνδυνοι, τυχαίου απρόβλεπτου ή κλιμακούμενου πολέμου, τρομοκρατίας ή δολιοφθοράς αυξάνονται εκθετικά με τον αριθμό των κρατών με πυρηνικά όπλα.

Σίγουρα, το ιστορικό παρελθόν δείχνει ότι τα πυρηνικά όπλα δεν ήταν πολύ επιτυχημένα ως εργαλείο εξαναγκασμού. (Σκεφτείτε ότι η κατοχή πυρηνικών όπλων δεν επέτρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες να επικρατήσουν στο Βιετνάμ ούτε και στη στη Σοβιετική Ένωση στο Αφγανιστάν). Αλλά αν οι πυρηνικές απειλές έδιναν στους Ρώσους μια νίκη στην Ουκρανία (γιατί αυτό θα σήμαινε η διακοπή των δυτικών στρατιωτικών προμηθειών), ο υπολογισμός θα άλλαζε δραματικά. Ο ειδικός στα πυρηνικά όπλα Τοντ Σέτσερ έχει παρατηρήσει:

«Η Ρωσία μας υπενθύμισε ότι τα πυρηνικά όπλα δεν είναι μαγικό ραβδί. Καθώς ξεκίνησε ο πόλεμος, ο Βλαντιμίρ Πούτιν προέβη σε αρκετές πυρηνικές απειλές - τόσο ρητές όσο και υπονοούμενες. Αλλά ο φόβος της πυρηνικής κλιμάκωσης δεν εκφόβισε την Ουκρανία για να υποκύψει. Ούτε οι απειλές αυτές απέτρεψαν τη Δύση από το να επιβάλει εξοντωτικές κυρώσεις στη Ρωσία και να παράσχει στρατιωτική βοήθεια στην Ουκρανία. Αν μη τι άλλο, η πυρηνική πολεμοχαρής συμπεριφορά του Πούτιν έχει απλώς τροφοδοτήσει τη διεθνή αντίδραση κατά της Ρωσίας. Ο πόλεμος έριξε τα φώτα της δημοσιότητας στα πολιτικά όρια των πυρηνικών όπλων και οι δικτάτορες με πυρηνικές φιλοδοξίες θα πρέπει να το λάβουν υπόψη τους.»

Αν, αντίθετα, το ΝΑΤΟ είχε υποχωρήσει ή υποκύψει στις απαιτήσεις του Πούτιν, τα διδάγματα για τους ηγέτες με πυρηνικές φιλοδοξίες θα ήταν μάλλον διαφορετικά.

Ο κατευνασμός, λοιπόν, έχει τους κινδύνους του, πυροδοτώντας δυναμικές που μπορεί να αυξήσουν αντί να μειώσουν τους κινδύνους πυρηνικού πολέμου. Αλλά η στρατιωτική ανάπτυξη και η λογική της αποτροπής έχουν επίσης τους κινδύνους τους, όπως γνωρίζουμε από πολλά ιστορικά παραδείγματα. Οι μελετητές των διεθνών σχέσεων και οι ερευνητές της ειρηνικής προοπτικής έχουν από καιρό εντοπίσει το «δίλημμα της ασφάλειας» ως μια σημαντική αιτία πολέμου: όταν μια χώρα λαμβάνει μέτρα για να αυξήσει τη δική της ασφάλεια που με τη σειρά τους μειώνουν την ασφάλεια των αντιπάλων της, οι επακόλουθες αντιδράσεις καταλήγουν να μειώνουν την ασφάλεια όλων. (Η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς ήταν ένα κλασικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής). Έτσι, ενώ θα ήταν λογικό να ζητηθεί η μείωση της βοήθειας προς την Ουκρανία αν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος πυρηνικού πολέμου, το να υποχωρήσει κανείς στις ρωσικές απαιτήσεις αν αυτές ήταν μπλόφα μπορεί στην πραγματικότητα να αυξήσει τους κινδύνους πυρηνικού πολέμου.

Οι πυρηνικές απειλές πρέπει πάντα να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να δίνεται μεγάλη προσοχή στην αντιμετώπισή τους. Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετοί λόγοι για να θεωρήσουμε τις απειλές του Πούτιν ως επίδειξη δύναμης και να τις αντιμετωπίσουμε ως τέτοιες.

Πρώτον, οι απειλές του περιλαμβάνουν υπαινιγμούς και τυμπανοκρουσίες, αλλά δεν περιλαμβάνουν στην πραγματικότητα αντίστοιχες στρατιωτικές κινήσεις. Αυτό μπορεί να κάνει τον Πούτιν να φαίνεται σκληρός στο εσωτερικό ακροατήριό του, μπορεί να τρομάξει την κοινή γνώμη στην Ουκρανία και στη Δύση, χωρίς όμως να διακινδυνεύει πραγματικά τις συνέπειες της στρατιωτικής κλιμάκωσης. Εάν ο Πούτιν έθετε πράγματι τις πυρηνικές του δυνάμεις σε κατάσταση συναγερμού, αυτό θα μπορούσε να έχει πραγματικές συνέπειες. Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να αυξήσει την κατάσταση συναγερμού των δικών της δυνάμεων και, στη χειρότερη περίπτωση, θα υπήρχε ο κίνδυνος ενός προληπτικού χτυπήματος των ΗΠΑ. Όμως, επιδιδόμενος σε δραματική ρητορική, ενώ διασφαλίζει ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών μπορούν να δουν ότι δεν έχει μετακινήσει τα τακτικά πυρηνικά του όπλα από τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης σε στρατιωτικές βάσεις, ο Πούτιν δείχνει ότι εκτιμά τους κινδύνους των πυρηνικών όπλων. Πράγματι, τον Μάρτιο του 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία δημιούργησαν μια «τηλεφωνική γραμμή αποκλιμάκωσης» για να αποφύγουν οποιαδήποτε ακούσια κλιμάκωση στην Ουκρανία. Τον Μάιο, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ και ο πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου Στρατού αποκατέστησαν την επικοινωνία με τους Ρώσους ομολόγους τους για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου.

Δεύτερον, ο Πούτιν είχε ιστορικό προσπάθειας πυρηνικού εκβιασμού. Είπε ότι ήταν έτοιμος να θέσει τις πυρηνικές του δυνάμεις σε κατάσταση συναγερμού κατά τη διάρκεια της προσάρτησης της Κριμαίας το 2014. Ωστόσο, όπως και το 2022, η ρητορική δεν συνοδεύτηκε από πράξεις.

Τρίτον, το εσωτερικό κόστος. Μερικές φορές υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχουν δυνάμεις ή θεσμοί στη ρωσική κοινωνία που να περιορίζουν τον Πούτιν -το αντιπολεμικό κίνημα είναι πολύ αδύναμο- και έτσι ο κίνδυνος να πατήσει το κουμπί είναι πάρα πολύ πραγματικός. Αλλά η Ρωσία δεν χρειάζεται να είναι μια καλά λειτουργούσα δημοκρατία για να υπάρχουν εσωτερικοί περιορισμοί στον Πούτιν. Σκεφτείτε ότι οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις δεν διαθέτουν τον αριθμό στρατευμάτων που χρειάζονται (η Ρωσία διεξάγει έναν μεγάλο συμβατικό πόλεμο» «με ισχύ ειρηνικής περιόδου», σύμφωνα με τα λόγια του Αμερικανού στρατιωτικού αναλυτή Μάικλ Κόφμαν)- το έλλειμμα αυτό θα μπορούσε να επιλυθεί με τη διαταγή γενικής επιστράτευσης, αλλά ο Πούτιν προφανώς κρίνει ότι το εσωτερικό πολιτικό κόστος που θα είχε κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ μεγάλο. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η κλιμάκωση μιας «ειδιμκής στρατιωτικής επιχείρησης» σε πυρηνικό πόλεμο θα αύξανε επίσης σημαντικά το εσωτερικό πολιτικό κόστος για τον Πούτιν και τους ολιγάρχες που τον υποστηρίζουν.

Τέταρτο είναι το διεθνές κόστος. Είδαμε τη ρωσική διπλωματία να ασχολείται με όλες τις δυνάμεις προσπαθώντας να κερδίσει ξένες χώρες. Η Ευρώπη είναι ενωμένη ενάντια στην εισβολή του Πούτιν, αλλά σε άλλα μέρη του κόσμου, πολλές χώρες προσπαθούν να αποφύγουν να πάρουν θέση. Η χρήση πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία θα επέφερε τεράστιο πλήγμα στη διεθνή θέση της Μόσχας, ιδίως στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική, όπου υπάρχουν ζώνες χωρίς πυρηνικά. Ακόμη και η Κίνα, η οποία έχει παράσχει σιωπηρή υποστήριξη στη Ρωσία, θα ήταν δύσκολο να υποστηρίξει μια πρώτη χρήση πυρηνικών όπλων, σε αντίθεση με τη δική της διακηρυγμένη πολιτική. (Η στρατιωτική συνεργασία της Κίνας με τη Ρωσία μετά την εισβολή ήταν αρκετά περιορισμένη και η Κίνα απείχε από το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης που καταδίκασε τη ρωσική επίθεση). Η πρόβλεψη ότι η Κίνα θα υποστηρίξει κυρώσεις κατά της Μόσχας σε περίπτωση που χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα δεν φαίνεται παράλογη.

Και πέμπτον, η Ρωσία φαίνεται να είναι αρκετά προσεκτική στο να δηλώσει ότι οι κόκκινες γραμμές έχουν ξεπεραστεί. Για παράδειγμα, τον Απρίλιο, όταν ένας ουκρανικός πύραυλος έπληξε τη ναυαρχίδα του ρωσικού Στόλου της Μαύρης Θάλασσας, με τη βοήθεια των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, η Ρωσία επέμεινε ότι δεν υπήρχε κανένας πύραυλος, παρά μόνο μια πυρκαγιά πάνω στο πλοίο. Και τον Αύγουστο, όταν οι ουκρανικές δυνάμεις προκάλεσαν εκρήξεις σε μια ρωσική αεροπορική βάση στην Κριμαία, «το υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας κινήθηκε γρήγορα για να υποβαθμίσει την έκταση των ζημιών, λέγοντας ότι δεν καταστράφηκε εξοπλισμός και ότι δεν αναφέρθηκαν θύματα», ισχυρισμοί που «διαψεύστηκαν από ένα βίντεο από το σημείο και από μια καταμέτρηση των ζημιών από αξιωματούχους στην Κριμαία». Το ενδιαφέρον του Κρεμλίνου να κρύψει τις στρατιωτικές του αποτυχίες από τον ρωσικό λαό καθιστά δυσκολότερη την κινητοποίηση της ρωσικής κοινής γνώμης για να υποστηρίξει οποιαδήποτε κλιμάκωση.

Κόκκινες γραμμές

Παρόλο που υπάρχουν αυτοί οι λόγοι για να πιστεύουμε ότι οι πυρηνικές απειλές του Πούτιν είναι περισσότερο γαβγίσματα παρά δαγκώματα, η σύνεση απαιτεί να σκεφτούμε τα διάφορα επίπεδα και τύπους βοήθειας που θα μπορούσαν να δώσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ στην Ουκρανία και πότε αυτές μπορεί να είναι πολύ επικίνδυνες.

Οι πολιτικές εκείνες που θα έθεταν στρατιωτικό προσωπικό των ΗΠΑ σε άμεση μάχη με τα ρωσικά στρατεύματα είναι προφανώς εξαιρετικά επικίνδυνες. Ναι, είναι πιθανό η Ρωσία να υποχωρήσει μπροστά σε μια άμεση πρόκληση από τις δυτικές στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά αυτό φαίνεται να είναι ένα ρίσκο πολύ σοβαρό για να το αναλάβουμε. Μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων - όπως υποστηρίζεται από τον Ζελένσκι και διάφορους Αμερικανούς ειδήμονες - θα συνεπαγόταν παρόμοιους κινδύνους, επειδή η κατάρριψη ρωσικών αεροσκαφών ή η καταστροφή των αντιαεροπορικών όπλων που θα μπορούσαν να απειλήσουν τα αμερικανικά αεροπλάνα αυξάνει την προοπτική άμεσης σύγκρουσης ΗΠΑ-Ρωσίας.

Ο Μπάιντεν έχει δηλώσει πολύ ξεκάθαρα: «Όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες ή οι σύμμαχοί μας δεν δέχονται επίθεση, δεν θα εμπλακούμε άμεσα σε αυτή τη σύγκρουση, είτε στέλνοντας αμερικανικά στρατεύματα να πολεμήσουν στην Ουκρανία είτε επιτιθέμενοι στις ρωσικές δυνάμεις». Αλλά πού είναι η κόκκινη γραμμή όσον αφορά την έμμεση εμπλοκή των ΗΠΑ; Αυτό δεν είναι θέμα του τι λέει ο Πούτιν –δεδομένου του κινήτρου και της τάσης του να μπλοφάρει– αλλά θέμα του ποιες ενέργειες των ΗΠΑ θα μπορούσαν να προκαλέσουν τη Ρωσία να καταφύγει στα πυρηνικά όπλα.

Ένας τρόπος για να αποκτήσουμε μια αίσθηση των πραγματικών κόκκινων γραμμών θα ήταν να εξετάσουμε το ιστορικό προηγούμενο: άλλες περιπτώσεις όπου μια μεγάλη δύναμη με πυρηνικά όπλα πολεμούσε έναν μη πυρηνικά εξοπλισμένο αντίπαλο που υποστηριζόταν από μια άλλη μεγάλη δύναμη. Πόσο μακριά έφτασαν; Ποιες ήταν οι κόκκινες γραμμές;

Σκεφτείτε τον πόλεμο της Κορέας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πολεμούσαν εναντίον της (μη πυρηνικής) Βόρειας Κορέας. Η Κίνα, η οποία επίσης δεν διέθετε ακόμη πυρηνικά όπλα, επενέβη άμεσα στις μάχες από την πλευρά της Βόρειας Κορέας, στέλνοντας δύο εκατομμύρια «εθελοντές» - χωρίς να επισπεύσει αμερικανικές επιθέσεις σε κινεζικό έδαφος, πυρηνικές ή άλλες. (Ο επικεφαλής στρατηγός των ΗΠΑ, ο Ντάγκλας ΜακΆρθουρ, ζήτησε πλήγματα κατά της Κίνας, αλλά ο Τρούμαν τον απέλυσε). Η Σοβιετική Ένωση είχε βοηθήσει στην προετοιμασία της αρχικής επίθεσης της Πιονγκγιάνγκ στο Νότο και δεκαπλασίασε τη στρατιωτική της βοήθεια προς τη Βόρεια Κορέα από το 1949 έως το 1951. Έδωσε στην Κίνα αρκετά όπλα για 64 μεραρχίες πεζικού και 22 αεροπορικές μεραρχίες και παρείχε το 90% των πυρομαχικών της. Επιπλέον, σοβιετικοί πιλότοι συμμετείχαν άμεσα στον πόλεμο, πετώντας με το πιο πρόσφατο σοβιετικό μαχητικό, το MIG-15 (αν και με κινεζικά ή βορειοκορεατικά σήματα και μόνο πάνω από κομμουνιστοκρατούμενα εδάφη), καταρρίπτοντας πολλά αμερικανικά αεροσκάφη. Περίπου 5.000 σοβιετικοί πιλότοι υπηρέτησαν στη σύγκρουση. Παρόλο που η Μόσχα κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να συγκαλύψει την άμεση εμπλοκή της, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ενήμερες γι’ αυτό και αποφάσισαν να το κρατήσουν μυστικό, ώστε να μην οδηγήσει σε ευρύτερο πόλεμο.

Στον πόλεμο του Βιετνάμ, η Κίνα έστειλε περίπου 100.000 στρατεύματα μηχανικού στο Βόρειο Βιετνάμ, όπου έχτισαν και επισκεύασαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις και σιδηροδρομικές γραμμές, και 150.000 στρατιώτες αντιαεροπορικού πυροβολικού, για να υπερασπιστούν στρατηγικούς στόχους βόρεια του Ανόι από τα αμερικανικά αεροπλάνα. Κατά τα έτη που οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν μεγάλη εμπλοκή, 1965-1972, το Πεκίνο παρείχε στο Ανόι 1,3 εκατομμύρια όπλα, σχεδόν ένα δισεκατομμύριο σφαίρες, 43.000 πυροβόλα, 12 εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού, 344 άρματα μάχης, 141 στρατιωτικά σκάφη και 82 αεροπλάνα. (Να έχουμε υπόψη μας ότι η Κίνα εκείνη την εποχή ήταν μια πολύ φτωχή χώρα, εν μέσω της δικής της βίαιης και χαοτικής Πολιτιστικής Επανάστασης).

Η σοβιετική βοήθεια προς το Βόρειο Βιετνάμ ήταν πολύ πιο σημαντική. Από το 1965 έως το 1972, η Μόσχα παρείχε πάνω από 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια, τα οποία θα ήταν 12 δισεκατομμύρια δολάρια σε δολάρια του 2022. Για μια χώρα με περίπου το ένα τρίτο του ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών εκείνη την εποχή, αυτό ήταν ένα εξαιρετικό επίπεδο υποστήριξης. (Για σύγκριση, η στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ προς την Ουκρανία υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν είναι περίπου 10 δισεκατομμύρια δολάρια). Η σοβιετική βοήθεια περιελάμβανε πυραύλους επιφανείας-αέρος (SAM), αεροσκάφη και τεχνικούς συμβούλους. Οι πρώτοι SAM που εκτοξεύθηκαν εναντίον αμερικανικών αεροσκαφών το 1965 εκτοξεύθηκαν από σοβιετικά πληρώματα. Η CIA ανέφερε το 1968 ότι δεν φαινόταν να υπάρχει όριο στο είδος της βοήθειας που παρείχε η Μόσχα «με την πιθανή εξαίρεση των επιθετικών όπλων που θα οδηγούσαν σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ».

Η κρίση των πυραύλων της Κούβας είναι ένα άλλο ενδιαφέρον παράδειγμα. Ο Κένεντι δήλωσε δημοσίως ότι οι σοβιετικοί αντιαεροπορικοί πύραυλοι στην Κούβα δεν αποτελούσαν απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Προφανώς, αυτοί θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον αμερικανικών αεροσκαφών που επιτίθονταν στο νησί, αλλά αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα. Αν, ωστόσο, οι Ρώσοι τοποθετούσαν επιθετικούς πυραύλους που θα μπορούσαν να πλήξουν την αμερικανική πατρίδα, τότε «θα προέκυπταν τα σοβαρότερα ζητήματα». Ο Κένεντι ήταν υποκριτής εδώ, δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν πυρηνικούς πυραύλους στην Τουρκία που θα μπορούσαν να πλήξουν τη Σοβιετική Ένωση∙ για τον Κένεντι, η Μόσχα απαγορευόταν να κάνει ό,τι επιτρεπόταν στην Ουάσινγκτον. Παρ’ όλα αυτά, η διάκριση μεταξύ ενός όπλου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για αυτοάμυνα και ενός όπλου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την πρόκληση σημαντικών ζημιών στο εσωτερικό έδαφος μιας άλλης χώρας είναι πραγματική.

Και είναι μια διάκριση που ισχύει και στην Ουκρανία. Η παροχή στην Ουκρανία όπλων που θα μπορούσαν να χτυπήσουν βαθιά μέσα στη Ρωσία θα ήταν πολύ πιο προκλητική από την παροχή όπλων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον των Ρώσων μέσα στην Ουκρανία.

Αυτά τα ιστορικά παραδείγματα δείχνουν ότι η βοήθεια του ΝΑΤΟ προς την Ουκρανία δεν είναι πιο απερίσκεπτη από τη συμπεριφορά των υπερδυνάμεων του παρελθόντος.

Οι αναλυτές Σάμιουελ Τσάραπ και Τζέρεμι Σαπίρο υποστηρίζουν ότι η αναζήτηση μιας συγκεκριμένης κόκκινης γραμμής είναι λανθασμένη. Ενώ δηλώνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα πρέπει να συνεχίσουν να παρέχουν στην Ουκρανία τους εξοπλισμούς που χρειάζεται, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη κόκκινη γραμμή, η υπέρβαση της οποίας θα προκαλούσε ρωσική κλιμάκωση. Αντίθετα, ο κίνδυνος κλιμάκωσης προέρχεται από το γεγονός ότι η Ρωσία βλέπει τους στόχους της να ματαιώνονται.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο εφοδιασμός της Ουκρανίας με κάποιο συγκεκριμένο όπλο θα μπορούσε να προκαλέσει κλιμάκωση, αλλά μάλλον ότι αν η υποστήριξη της Δύσης προς την Ουκρανία κατάφερνε να ανακόψει την προέλαση της Ρωσίας, αυτό θα αποτελούσε μια απαράδεκτη ήττα για το Κρεμλίνο.

Έχουν βεβαίως δίκιο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να συμβάλουν σε μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων, διευκρινίζοντας στους Ρώσους ποιες από τις οικονομικές κυρώσεις τους είναι διατεθειμένες να άρουν εάν και εφόσον καταλήξουν σε μια διευθέτηση αποδεκτή από τους Ουκρανούς. Και η Ουάσινγκτον πρέπει να καταστήσει πολύ σαφή στην Ουκρανία τα όρια της βοήθειάς της, ώστε το Κίεβο να μπορεί να λάβει αποφάσεις με πλήρη ενημέρωση. Και το ΝΑΤΟ οφείλει οπωσδήποτε να δηλώσει την ετοιμότητά του να συνάψει μια νέα, επαληθεύσιμη συνθήκη για την εξάλειψη των πυρηνικών δυνάμεων μεσαίου βεληνεκούς από την Ευρώπη, αυξάνοντας έτσι την ασφάλεια για όλους. Αλλά αν η Ρωσία εξακολουθεί να ελπίζει να «προχωρήσει», είναι δύσκολο να δούμε πώς η Δύση θα μπορούσε να αποφύγει την ανατροπή των στόχων της Ρωσίας.

Επιπλέον, δεν είναι πλέον δυνατό για τη Μόσχα να αποφύγει μια «απαράδεκτη ήττα» επειδή έχει ήδη χάσει περισσότερα από όσα θα μπορούσε να κερδίσει στην Ουκρανία. Η κινητοποίηση του ΝΑΤΟ και η προσχώρηση της Φινλανδίας και της Σουηδίας έχουν αποδυναμώσει την ασφάλεια της Ρωσίας πολύ περισσότερο από ό,τι θα μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε υποθετική ένταξη της Ουκρανίας- και οι οικονομικές απώλειες που θα υποστεί από τη φυγή κεφαλαίων και εξειδικευμένων εργαζομένων και την απώλεια πρόσβασης σε εισαγωγές υψηλής τεχνολογίας θα υπερκαλύψουν την αξία όσων μπορεί να λεηλατήσει από την Ουκρανία.

Η πολιτική των ΗΠΑ

Δεδομένων των διακυβευμάτων που υπάρχουν, η απάντηση των ΗΠΑ στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία πρέπει να είναι πολύ προσεκτικά διαβαθμισμένη. Μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει επιδείξει αξιέπαινη σύνεση, καθώς δεν απάντησε στις πυρηνικές προκλήσεις του Πούτιν με δικές της επιθέσεις και χωρίς να αυξήσει την κατάσταση συναγερμού των δικών της πυρηνικών δυνάμεων. Η Ουάσινγκτον μάλιστα καθυστέρησε και στη συνέχεια ακύρωσε μια προγραμματισμένη δοκιμή ICBM για να αποφύγει την κλιμάκωση της έντασης. Επιπλέον, ο Μπάιντεν δήλωσε ρητά ότι:

«Όσο κι αν διαφωνώ με τον κ. Πούτιν και θεωρώ τις ενέργειές του εξοργιστικές, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα προσπαθήσουν να επιτύχουν την απομάκρυνσή του από τη Μόσχα. Όσο δεν δέχονται επίθεση οι Ηνωμένες Πολιτείες ή οι σύμμαχοί μας, δεν θα εμπλακούμε άμεσα σε αυτή τη σύγκρουση, είτε στέλνοντας αμερικανικά στρατεύματα να πολεμήσουν στην Ουκρανία είτε επιτιθέμενοι στις ρωσικές δυνάμεις. Δεν ενθαρρύνουμε ούτε δίνουμε τη δυνατότητα στην Ουκρανία να χτυπήσει πέρα από τα σύνορά της. Δεν θέλουμε να παρατείνουμε τον πόλεμο μόνο και μόνο για να προκαλέσουμε πόνο στη Ρωσία.»

(Υπάρχουν κάποιες δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων που φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με την τελευταία πρόταση, αλλά είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν πιστεύει ότι τα συμφέροντα των ΗΠΑ εξυπηρετούνται με την παράταση ενός πολέμου που έχει τόσο μεγάλο οικονομικό κόστος για τα δυτικά έθνη και καθυστερεί τη στρατηγική στροφή της Ουάσιγκτον προς την Ασία).

Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει επαρκώς τους κινδύνους πυρηνικού πολέμου; Καθόλου. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους η αμερικανική πολιτική συμβάλλει στον συνεχιζόμενο κίνδυνο πυρηνικού ολοκαυτώματος και υπάρχουν διαφορετικές πολιτικές που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σήμερα για να μας κάνουν όλους ασφαλέστερους.

1. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να υιοθετούν επισήμως τη θέση ότι είναι πρόθυμες να χρησιμοποιήσουν πρώτες τα πυρηνικά όπλα. Δηλώνουν ότι «δεν θα χρησιμοποιήσουν ή θα απειλήσουν να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά όπλα εναντίον κρατών που δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα, τα οποία είναι συμβαλλόμενα μέρη της NPT [Συνθήκη για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων] και συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων», η οποία καλύπτει περίπου 180 χώρες. Αυτός ο περιορισμός στη χρήση πυρηνικών όπλων από την Ουάσινγκτον είναι ευπρόσδεκτος, αλλά εξακολουθεί να σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επιτεθούν με πυρηνικά όπλα στη Ρωσία, την Κίνα, τη Βόρεια Κορέα ή το Ιράν, παρά την μη προηγούμενη χρήση πυρηνικών όπλων. Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, παρά κάποιες απερίσκεπτες εκφράσεις στα κομματικά μέσα ενημέρωσης, έχει δηλώσει ότι δεν θα είναι ποτέ η πρώτη που θα χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα. Η Σοβιετική Ένωση είχε μια πολιτική μη πρώτης χρήσης πυρηνικών όπλων από το 1982-93, αλλά την εγκατέλειψε για μια λιγότερο περιοριστική πολιτική μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η Βρετανία, η Γαλλία και το Πακιστάν επίσης δεν έχουν πολιτική μη πρώτης χρήσης. Πρώτον, η χώρα που κάνει τη δήλωση θα είναι λιγότερο πιθανό να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα. Και, δεύτερον, οι νευρικοί αντίπαλοι της χώρας που κάνει τη δήλωση θα είναι λιγότερο πιθανό να το κάνουν πρώτοι από το φόβο ότι σε μια κρίση θα χτυπηθούν πρώτοι, γεγονός που με τη σειρά του κάνει τη χώρα που κάνει τη δήλωση πιο διατεθειμένη να τηρήσει τη δέσμευσή της.

Έτσι, το πρώτο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση Μπάιντεν για να μειώσει τους κινδύνους πυρηνικού πολέμου είναι να εκδώσει μια δήλωση περί μη πρώτης χρήσης.

2. Υπάρχει διαφωνία μεταξύ των αναλυτών σχετικά με το αν ο Πούτιν έχει την εξουσία από μόνος του να διατάξει ένα πυρηνικό πλήγμα. Η καλύτερη εικασία είναι ότι δεν έχει αυτή την εξουσία στα χαρτιά, αλλά στην πράξη μπορεί να διασφαλίσει ότι μόνο οι λακέδες του κατέχουν τις σχετικές θέσεις ελέγχου. Αυτό μοιάζει άκρως απερίσκεπτο, να θέτει κανείς τη μοίρα του κόσμου στα χέρια τριών ή ίσως και ενός ατόμου. Αλλά όποια ασάφεια κι αν υπάρχει όσον αφορά τις ρωσικές δομές εξουσίας, είναι ξεκάθαρο ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πρόεδρος έχει την αποκλειστική εξουσία να εξαπολύσει πυρηνικό πόλεμο. Σκεφτείτε, είχαμε τη μοίρα του είδους μας στα αποκλειστικά χέρια του Ντόναλντ Τραμπ για τέσσερα χρόνια. Είναι απολύτως απαραίτητο να ανακληθεί η αποκλειστική προεδρική εξουσία.

3. Πολλοί παραπονέθηκαν για την αδυναμία των Ηνωμένων Εθνών να αντιμετωπίσουν την επιθετικότητα μιας μεγάλης δύναμης. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο σύμφωνα με τον Χάρτη του ΟΗΕ έχει την πρωταρχική ευθύνη για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, συχνά μπλοκάρεται από το βέτο, όπως όταν η Ρωσία έδωσε τη μοναδική αρνητική ψήφο σε ένα ψήφισμα που καταδίκαζε την επιθετικότητά της στην Ουκρανία. Αλλά η Ουάσιγκτον δεν είναι σε θέση να καταδικάσει την αντιδημοκρατική δύναμη του βέτο, δεδομένης της δικής της συχνής χρήσης του βέτο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνυπέγραψαν το πρόσφατο ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης, που εγκρίθηκε με συναίνεση, το οποίο καλεί τη Γενική Συνέλευση να συνεδριάζει κάθε φορά που ασκείται βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Αλλά δεν έχουν συνταχθεί με τη Βρετανία και τη Γαλλία και 120 άλλα κράτη μέλη για την υποστήριξη ενός κώδικα συμπεριφοράς βάσει του οποίου τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας δεσμεύονται να μην χρησιμοποιούν το βέτο τους σε θέματα που αφορούν γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή εγκλήματα πολέμου.

4. Υπάρχει μια χώρα πέραν των πέντε αρχικών πυρηνικών δυνάμεων που απέκτησε το πυρηνικό της οπλοστάσιο με κλοπή και εξαπάτηση, το Ισραήλ. (Το Ισραήλ συνεργάστηκε επίσης στην ανάπτυξη πυρηνικών όπλων με τη Νότια Αφρική, πριν η τελευταία εγκαταλείψει οικειοθελώς το πυρηνικό της πρόγραμμα). Οι πιέσεις για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων στο Ιράν και στη συνέχεια σε άλλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής έλκουν την καταγωγή τους από το ισραηλινό πρόγραμμα. Η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια και η διπλωματική υποστήριξη προς αυτή την «κακοποιό» πυρηνική δύναμη συνεχίζει να υπονομεύει τις παγκόσμιες προσπάθειες για τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων.

Είναι επείγον να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Εκτός από τις φρικτές καταστροφές στην Ουκρανία, οι κίνδυνοι ατυχημάτων και ακούσιας κλιμάκωσης είναι αρκετά σοβαροί. Αλλά η διακοπή των δυτικών προμηθειών όπλων στο Κίεβο ως απάντηση σε αυτούς τους κινδύνους μπορεί να οδηγήσει μόνο σε στρατιωτική ήττα της Ουκρανίας και περισσότερα δεινά για τον λαό της, μαζί με τη νίκη ενός διεθνούς επιτιθέμενου και πυρηνικού νταή. Αυτό θα σήμαινε τη δημιουργία ενός πολύ πιο επικίνδυνου κόσμου.

Stephen R. Shalom, “Ukraine and the Dangers of Nuclear War”, New Politics, 23 Αυγούστου 2022,

https://newpol.org/ukraine-and-the-dangers-of-nuclear-war/.

Αναδημοσίευση: International Viewpoint, 25 Αυγούστου 2022, https://internationalviewpoint.org/spip.php?article7787.

Europe Solidaire Sans Frontières, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article63783.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 02 Σεπτεμβρίου 2022 20:55

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.