Τρίτη, 06 Σεπτεμβρίου 2022 22:59

Μιχαήλ Γκορμπατσόφ: δύο πορτρέτα ενός αποτυχημένου μεταρρυθμιστή - γράφει ο Gareth Dale

Photo: Flickr, Creative Commons

Μιχαήλ Γκορμπατσόφ: δύο πορτρέτα ενός αποτυχημένου μεταρρυθμιστή

γράφει ο Gareth Dale

https://www.rs21.org.uk

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: elaliberta.gr

Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ μνημονεύεται στη Δύση ως ένας φιλελεύθερος άνθρωπος της ειρήνης, ενώ στη Ρωσία κατηγορείται για την καταστροφική εθνική παρακμή. Ο Gareth Dale τοποθετεί τον Γκορμπατσόφ στο ιστορικό του πλαίσιο και απορρίπτει και τις δύο εκτιμήσεις, ξεκινώντας από μια προσωπική νότα.

Με μια άμεση, προσωπική έννοια, είμαι ευγνώμων που ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ήταν Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ στις αρχές του φθινοπώρου του 1989. Ζώντας στην Ανατολική Γερμανία, συμμετείχα ενεργά στο κύμα συγκρότησης της αντιπολίτευσης και στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας που έμελλε αργότερα να ανατρέψουν το καθεστώς. Φοβόμασταν μια ανελέητη καταστολή. Το ερώτημα "Θα υπάρξει μια ‘λύση τύπου Τιενανμέν’;" ήταν στα χείλη όλων. Παρακολουθούσαμε με προσοχή για σημάδια ασυνήθιστων κινήσεων στρατευμάτων στη σοβιετική στρατιωτική βάση που βρισκόταν κοντά.

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης (ή, για να δώσουμε στους ιστορικούς το δικαίωμα που τους αναλογεί, της αρχειακής έρευνας), γνωρίζουμε ότι μια σημαντική παράταξη του καθεστώτος της ΛΔΓ ανυπομονούσε για ένα λουτρό αίματος. Καταρτίστηκαν λίστες με χιλιάδες αντιπολιτευόμενους που θα "απομονώνονταν" σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο υπουργός Εσωτερικών, Φρίντριχ Ντίκελ, διέταξε την αστυνομία να "χρησιμοποιήσει κάθε αναγκαίο μέσο" για τη συντριβή της αντίστασης. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί εμφυλιοπολεμική ατμόσφαιρα, ώστε να δοθεί η αφορμή για στρατιωτική καταστολή. Η μεγαλύτερη επιθυμία του, αποκάλυψε ο Ντίκελ σε ένα παραλήρημα με μεγάλη δόση τεστοστερόνης προς τους συναδέλφους του στην Κεντρική Επιτροπή, ήταν να μπει στις διαδηλώσεις "και να δείρει αυτά τα καθάρματα, ώστε να μην τους αναγνωρίζουν οι ίδιες οι μητέρες τους. Ήμουν επικεφαλής εδώ στο Βερολίνο το 1953. Κανείς δεν χρειάζεται να μου πει τι σκαρώνουν αυτά τα αντεπαναστατικά αποβράσματα".

Ο υπαινιγμός για το 1953 ήταν σχετικά με την εξέγερση των εργατών που, σε ολόκληρη τη χώρα, νίκησε τις δυνάμεις ασφαλείας της Ανατολικής Γερμανίας. Το καθεστώς σώθηκε μόνο χάρη στην επέμβαση των σοβιετικών τανκς και στρατευμάτων, με κόστος δεκάδες ζωές. Το γεγονός ότι αυτό δεν επαναλήφθηκε το 1989 οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην εξάντληση του σοβιετικού μοντέλου κρατικού καπιταλισμού και στον αριθμό και την αποφασιστικότητα των διαδηλωτών στους δρόμους, και όχι στους πολιτικούς ηγέτες. Παρ' όλα αυτά, ήμασταν τυχεροί που ένας μεταρρυθμιστής ήταν επικεφαλής στο Κρεμλίνο.

Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ πέθανε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα. Το γεγονός ότι ο θάνατός του χρωματίζεται με αντίθετους τόνους στη Ρωσία και στη Δύση έχει επισημανθεί ευρέως. Για πολλούς Ρώσους, ήταν ο ηγέτης που ευθύνεται για την κατάρρευση της αυτοκρατορίας και για την κατακόρυφη πτώση του βιοτικού επιπέδου και του προσδόκιμου ζωής. Για το δυτικό κατεστημένο, ο Γκορμπατσόφ ήταν τίμιος και φιλελεύθερος, φίλος της Θάτσερ και του Ρέιγκαν και πάνω απ' όλα ειρηνοποιός - το ακριβώς αντίθετο του σημερινού επικεφαλής του Κρεμλίνου.

Και τα δύο πορτρέτα είναι καρικατούρες.

Η δεύτερη μπορεί να είναι ακριβής στην εκτίμησή της για την προσωπικότητα του Γκορμπατσόφ. Σε αντίθεση με πολλούς ομοϊδεάτες του, ήταν ειλικρινής, συμπαθής και ειρωνικός. Ψάχνοντας τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες με τον Ανατολικογερμανό ομόλογό του, τον Έρικ Χόνεκερ, εντυπωσιάζομαι από την αντίθεση στην ουσία και τον τόνο. Τα λόγια του Χόνεκερ είναι ξύλινα. Πηγαίνουν από τη μια κουρασμένη κοινοτοπία στην άλλη, ενώ ο Σοβιετικός πρωθυπουργός μιλάει με επιτακτικότητα, αν και συχνά υπαινικτικά, έχοντας πάντα επίγνωση της σοβαρότητας των προβλημάτων που αντιμετώπιζε το κράτος του και της ανάγκης να ακούσει τα παράπονα των πολιτών. Ο Χόνεκερ, θα σημείωνε αργότερα ο Γκορμπατσόφ, ήταν ανίκανος να επικοινωνήσει- ήταν σαν να βλέπεις κάποιον "να μιλά σε τοίχο".( throwing peas against a wall: στμ - ρώσικη ιδιωματική φράση για την απόλυτη έλλειψη επικοινωνίας και συνεννόησης, το αντίστοιχο του «σαν να μιλάς σε τοίχο»)

Στην ουσία του, ωστόσο, το δυτικό πορτρέτο είναι ανακριβές. Μέχρι το μεδούλι του, ο Γκορμπατσόφ ήταν ένα πλάσμα της νομενκλατούρας - της σοβιετικής άρχουσας τάξης. Η άνοδός του στην εξουσία κατά τη δεκαετία του 1970 και του 1980 οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην προστασία του επικεφαλής της KGB. Υποστήριξε την αποστολή τανκς για τη συντριβή της ουγγρικής επανάστασης το 1956 και της Άνοιξης της Πράγας το 1968. Αναμφισβήτητα, αυτό που τον διέκρινε στη συνέχεια ήταν η ικανότητά του ως προς την ερμηνεία των χρησμών. Όταν ξέσπασε εξέγερση στο επόμενο υποτελές κράτος, την Πολωνία το 1980-81, ο Γκορμπατσόφ συμβούλευσε να μην σταλούν τανκς. Αυτό, ωστόσο, δεν σήμαινε μεταστροφή στον ειρηνισμό ή έστω σεβασμό στη θέληση των καταπιεσμένων λαών. Μόλις μια δεκαετία αργότερα έστειλε μια δύναμη εισβολής εναντίον της νεοσύστατης Λιθουανίας - ένα επεισόδιο που παραμελείται στις νεκρολογίες που τονίζουν τις μη πουτινικές του ιδιότητες. Την ίδια χρονιά προσχώρησε στον πόλεμο στο Ιράκ υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.

Ποντάροντας στην αδελφοσύνη από τη Δύση, η διορατικότητα του Γκορμπατσόφ τον εγκατέλειψε. Οι δυτικοί ηγέτες, όπως παρατηρεί ο βιογράφος του, αρχικά "αμφισβήτησαν τον Γκορμπατσόφ, στη συνέχεια τον αγκάλιασαν και τελικά τον εγκατέλειψαν, αρνούμενοι την οικονομική βοήθεια που είχε απεγνωσμένα ανάγκη". Τα χειρότερα θα ακολουθούσαν, όταν η νεοφιλελεύθερη στροφή που είχε αρχίσει να ακολουθεί η κυβέρνησή του, ενθαρρυμένη από δυτικούς συμβούλους, κορυφώθηκε στην καταστροφική δεκαετία του 1990 - μια "χαμένη δεκαετία" στην οποία μπορεί να βρεθούν οι ρίζες πολλών από τα σημερινά προβλήματα της Ρωσίας. Οι υποσχέσεις της Δύσης να αποφύγει την επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, τις οποίες φαίνεται να πίστευε ο Γκορμπατσόφ, διαψεύστηκαν απότομα.

Η άλλη, "ρωσική" ανάγνωση της πρωθυπουργίας του Γκορμπατσόφ είναι εξίσου παραπλανητική. Διότι, ακόμη και πριν αναλάβει το τιμόνι, η βύθιση της ΕΣΣΔ ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Ο κρατικός καπιταλισμός σοβιετικού τύπου είχε ευδοκιμήσει ως μοντέλο ανάπτυξης κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης εποχής αποπαγκοσμιοποίησης και πολέμου: στα μέσα του εικοστού αιώνα, όταν οι σχετικά αυτόνομες και "σχεδιασμένες" οικονομίες ήταν ο κανόνας παγκοσμίως. Το μοντέλο δεν ήταν επαρκώς εξοπλισμένο για να επωφεληθεί από την παγκοσμιοποίηση και υπέφερε από τον οικονομικό πόλεμο που διεξήγαγε η κατά πολύ πλουσιότερη Δύση.

Το γεγονός ότι η τιμή του πετρελαίου έπεσε κατά τη διάρκεια της θητείας του Γκορμπατσόφ ήταν ένα επιπλέον πλήγμα, δεδομένης της αυξανόμενης εξάρτησης της ΕΣΣΔ από τα ορυκτά καύσιμα.

Επιδιώκοντας να αναζωογονήσει τη σοβιετική οικονομική ισχύ, ο Γκορμπατσόφ αναζήτησε μεταρρυθμίσεις της αγοράς που εφαρμόστηκαν στην Ανατολική Ευρώπη και την Κίνα, αλλά καμία από τις δύο οδούς δεν ήταν ελπιδοφόρα. Τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης είχαν χρεωθεί σε μεγάλο βαθμό στις δυτικές τράπεζες και το ΔΝΤ και δεν έδειχναν σημάδια νέας αναπτυξιακής ώθησης. Όπως και η Ρωσία, έτσι και αυτά έζησαν τη δεκαετία του 1990 ως μια χαμένη δεκαετία - με τη μερική εξαίρεση της Πολωνίας, η οποία επωφελήθηκε από τη διαγραφή του δυτικού χρέους που δεν προτάθηκε ποτέ στη Μόσχα.

Όσον αφορά την Κίνα, ο Γκορμπατσόφ και οι σύμβουλοί του γοητεύτηκαν από την πορεία της και πειραματίστηκαν με επιχειρηματικές μεταρρυθμίσεις κινεζικού τύπου. Το γεγονός ότι αυτές δεν πέρασαν στο ρωσικό έδαφος δεν οφειλόταν στην έλλειψη δεξιοτήτων αλλά σε διαρθρωτικές διαφορές. Στην κινεζική ύπαιθρο, οι νέες ευκαιρίες για οιονεί ιδιωτική γεωργία στη δεκαετία του 1970 βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση, ενώ ο διοικητικός αναδασμός κατά τη διάρκεια της "πολιτιστικής επανάστασης" επέτρεψε στις τοπικές αρχές να γίνουν ισχυροί διαχειριστές της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Για το κινεζικό κεφάλαιο, ακολούθησαν θετικοί κύκλοι ανάπτυξης, μεταρρυθμίσεων και πολιτικής σταθερότητας. Η Σοβιετική Ένωση, αντίθετα, είχε εγκλωβιστεί στον κεντρικά ελεγχόμενο διοικητικό τρόπο λειτουργίας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Τα χαρακτηριστικά του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος και της κολεκτιβοποιημένης γεωργίας ήταν σταθερά καθορισμένα. Η αντίσταση στις μεταρρυθμίσεις ήταν επομένως πολύ μεγαλύτερη, και αυτό ήταν που ώθησε τον Γκορμπατσόφ να υιοθετήσει τη στρατηγική υψηλού κινδύνου της γκλάσνοστ - απελευθέρωση των μέσων ενημέρωσης και μερικός εκδημοκρατισμός. Η γκλάσνοστ όχι μόνο προκάλεσε την αντίδραση των συντηρητικών, αλλά και μια πολιτικοποίηση που εκδηλώθηκε με κινηματικές καμπάνιες, απεργιακά κύματα και εθνικές εξεγέρσεις. Ο Γκορμπατσόφ αναγκάστηκε να κινείται μπρος-πίσω, να καθυστερεί ή να συμβιβάζεται σε ένα στάδιο, για να τραβηχτεί μπροστά σε ένα άλλο. Ο κίνδυνος απώλειας του κεντρικού ελέγχου παραμόνευε σε κάθε στροφή. Καθώς η δεκαετία του 1980 πλησίαζε στο τέλος της, η γκλάσνοστ διασταυρωνόταν με μια αποικιοκρατική γεωγραφία εντελώς διαφορετική από εκείνη του Πεκίνου. Ενώ η αποικιοκρατία της Κίνας, κυρίως στο Θιβέτ και το Σιντζιάνγκ, υπήρξε βίαιη, οι πληθυσμοί αυτοί είναι συγκριτικά μικροί.

Η Σοβιετική Ένωση, αντίθετα, είχε ανασυγκροτηθεί υπό τον Στάλιν ως μεγαλορωσική ηγεμονία πάνω σε μια πληθώρα καταπιεσμένων εθνικοτήτων και σε μια άτυπη αυτοκρατορία που εκτεινόταν σε μεγάλο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης.

Η γκλάσνοστ αντλούσε και υποκινούσε επίσης ομοειδή μεταρρυθμιστικά σχέδια στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτά στη συνέχεια έδωσαν το έναυσμα για να χτυπηθεί ολόκληρο το οικοδόμημα της κυριαρχίας. Το 1989, οι καθεστωτικές αλλαγές και οι εθνικές εξεγέρσεις στην Ανατολική Ευρώπη επέστρεψαν στην ΕΣΣΔ, υποκινώντας την κατάληψη της εξουσίας από τους περιφερειακούς ηγέτες και έναν καταιγισμό κινήσεων απόσχισης που διαδόθηκαν σε ολόκληρο τον πλέον θανάσιμα διαλυμένο σοβιετικό χώρο.

Με την αποχώρηση του Γκορμπατσόφ μπορούμε να μελετήσουμε την ιστορική μετάβαση από τον "κομμουνισμό". Η κεντρικά διοικούμενη οικονομία στην οποία προΐστατο εκδήλωσε ένα ταξικό σχέδιο - όχι των εργατών και των αγροτών που κοσμούσαν τα λάβαρά της, αλλά της νομενκλατούρας. Όπως τα περισσότερα κράτη, η Σοβιετική Ένωση γνώρισε κάποια σταθερά και ακμάζοντα χρόνια, κυρίως από τη δεκαετία του 1950 έως τη δεκαετία του 1970, και κάποια με λιγότερη ευημερία, όπως θα μπορούσαν να βεβαιώσουν οι ίδιοι οι παππούδες του Γκορμπατσόφ που είχαν κατακρεουργηθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ουκρανία της δεκαετίας του 1930. Το κράτος που, μετά τον Γκορμπατσόφ, εξελίχθηκε στην καπιταλιστική Ρωσία σήμερα δεν είναι ούτε πιο ελεύθερο, ούτε πιο ισότιμο ή χειραφετητικό από ό,τι ήταν κατά τη διάρκεια της κεντρικά διοικούμενης οικονομίας της εποχής του Γκορμπατσόφ - αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που ο δυτικός φιλελευθερισμός βλέπει με καθυστέρηση, αλλά θα το κατανοήσει;

Ο Γκορμπατσόφ έχει περιγράψει τον εαυτό του ως ταυτόχρονα "προϊόν της νομενκλατούρας [και] τον νεκροθάφτη της". Με μια τυπική έννοια αυτό είναι αναμφισβήτητο, και όμως οι μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε σχεδιάστηκαν για να διατηρήσουν την εξουσία αυτών των ίδιων λειτουργών, σε μια αλχημεία που μετέτρεψε το σίδερο της γραφειοκρατίας σε χρυσό της πλουτοκρατίας. Συμβάλλοντας σε μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα και ανασφάλεια, η διαδικασία μεταρρύθμισης της αγοράς που ξεκίνησε ο ίδιος εισήλθε στην ταραχώδη δεκαετία του 1990 και προκάλεσε μια αντιδραστική απάντηση, του αυταρχικού συγκεντρωτισμού, που καθόρισε την επόμενη περίοδο. Αν και πολύ διαφορετικές προσωπικότητες, υπάρχει μεγαλύτερη συνέχεια από τον Γκορμπατσόφ στον Πούτιν από ό,τι θεωρείται ευρέως, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 06 Σεπτεμβρίου 2022 23:23

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.