Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2022 13:56

Ο Λένιν δημιούργησε την Ουκρανία; Για το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση και τον μαρξισμό

 

 

Grusha Gilayeva

 

Ο Λένιν δημιούργησε την Ουκρανία; Για το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση και τον μαρξισμό

 

 

Γιατί οι μαρξιστές υπερασπίζονται το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση; Τι σχέση έχει ο αγώνας για εθνική απελευθέρωση με τον αγώνα των εργαζομένων; Η κοινωνική ερευνήτρια Γκρούσα Γκιλάγεβα αναλύει τις θέσεις του Μαρξ και του Λένιν για το εθνικό ζήτημα και εξηγεί γιατί το αριστερό κίνημα πρέπει να υποστηρίξει τον αντιαποικιακό αγώνα της Ουκρανίας.

 

 

Σε συνέντευξη Τύπου στα τέλη του 2021, ο Πούτιν δήλωσε ότι η σύγχρονη Ουκρανία δημιουργήθηκε από τον Λένιν[1]. Το βασικό του άρθρο, γραμμένο το καλοκαίρι του ίδιου έτους, ανέφερε ότι το δικαίωμα της ελεύθερης απόσχισης των δημοκρατιών από την Ένωση, που κατοχυρώθηκε στη Διακήρυξη για τη δημιουργία της ΕΣΣΔ, είχε δημιουργήσει «μια πολύ επικίνδυνη ωρολογιακή βόμβα»[2]. Το συμπέρασμα ήταν ότι ο Λένιν είχε φλερτάρει φαινομενικά με το εθνικό συναίσθημα σε μια συνειδητή προσπάθεια να ενισχύσει τη δημοτικότητα των Μπολσεβίκων. Ως εκ τούτου, ακόμη και η πολιτική της «κορενιζάτσια» –της συμμετοχής των εθνικών στελεχών στη διοίκηση των δημοκρατιών και η προώθηση των τοπικών γλωσσών και πολιτισμών– ήταν ένα είδος προσωρινού μέτρου και ένα πονηρό τέχνασμα. Παραδόξως, οι επικριτές της ρωσικής προπαγάνδας στον μετασοβιετικό χώρο, ιδίως στην Ουκρανία, τη Γεωργία και τις χώρες της Βαλτικής, επαναλαμβάνουν την ίδια μομφή. Η εθνική πολιτική των Μπολσεβίκων φαίνεται να είναι αποτέλεσμα είτε πολιτικού καιροσκοπισμού είτε προϊόν λανθάνουσας αυτοκρατορικής φιλοδοξίας, είτε και τα δύο.

Ποιο είναι λοιπόν το πραγματικό νόημα της αυτοδιάθεσης των εθνών για τον μαρξισμό; Αν προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, θα δούμε ότι ο ιμπεριαλισμός και η μαρξιστική κατανόηση του δικαιώματος ενός έθνους στην αυτοδιάθεση δεν έχουν τίποτα κοινό. Επιπλέον, τα κλασικά μαρξιστικά κείμενα δίνουν μια άμεση και ξεκάθαρη απάντηση στην πρόκληση των σημερινών γεγονότων: ο πόλεμος που διεξάγει σήμερα η Ρωσία στην Ουκρανία είναι ξεκάθαρα ιμπεριαλιστικός, επομένως η αριστερά στη Ρωσία και σε άλλες χώρες θα πρέπει, αν δεν ενδιαφέρεται για τα δικά της προνόμια αλλά για τον αγώνα ενάντια στην καταπίεση και τον σοβινισμό, να κάνει τα πάντα για να υποστηρίξει την Ουκρανία. Συνοψίζοντας, τα βασικά στοιχεία της προσέγγισης των Μπολσεβίκων ήταν, πρώτον, η σύνδεση μεταξύ ταξικού και αντιαποικιακού αγώνα και, δεύτερον, η στρατηγική κατανόηση ότι δεν μπορεί να υπάρξει ισότιμη «σχέση συνεργασίας» μεταξύ ενός καταπιεσμένου και ενός καταπιεστικού έθνους και ότι η αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών της μητρόπολης και της αποικίας θα είναι πάντα επισφαλής. Είναι σημαντικό ότι αυτή η κατανόηση απορρίπτει το πρωτόγονο ντετερμινιστικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο η ιστορία, ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες ενέργειες, πρέπει να καταλήξει σε μια παγκόσμια νίκη του προλεταριάτου. Αντίθετα, βασίζεται στη στρατηγική και τις πολιτικές αρχές που είναι απαραίτητες για την καταπολέμηση των καταπιεστών στο εδώ και τώρα.

 

Οι πρώτες συζητήσεις για το εθνικό ζήτημα στον μαρξισμό

Αν και η σχέση μεταξύ μαρξιστικής θεωρίας και εθνικισμού δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρη, η αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά ήδη από τη Συνδιάσκεψη της Πρώτης Διεθνούς στο Λονδίνο το 1865 σε σχέση με την υποστήριξη του πολωνικού απελευθερωτικού κινήματος. Έτσι, η Διακήρυξη για το Πολωνικό Ζήτημα[3] μιλάει για «την ανάγκη ακύρωσης της ρωσικής επιρροής στην Ευρώπη μέσω της επιβολής του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση και μέσω της ανασυγκρότησης της Πολωνίας πάνω σε δημοκρατικές και κοινωνικές βάσεις». Πώς γίνεται παρά την περίφημη φράση από το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος ότι «ο εργάτης δεν έχει πατρίδα», το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα να είναι αυτό που πρώτο διατύπωσε την αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης, η οποία στη συνέχεια έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου διεθνούς δικαίου;

Όπως είναι γνωστό, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα αποτελούσαν ένα νέο φαινόμενο στην εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς, με την «άνοιξη των εθνών» –τις εθνικές επαναστάσεις του 1848-1849, που αποκάλυψαν την πρωτοφανή πολιτική σημασία των εθνικών ιδεών, να αφήνει ιδιαίτερα έντονη εντύπωση σε όλους τους Ευρωπαίους. Δεν έχει νόημα να απαριθμήσουμε όλες τις δηλώσεις των κλασικών μαρξιστών για το εθνικό ζήτημα, καθώς τέτοιες προσπάθειες έχουν γίνει επανειλημμένα εξυπηρετώντας είτε την αποκάλυψη της έλλειψης συστηματικής θεωρίας για το θέμα (αυτό δεν ισχύει μόνο για το εθνικό ζήτημα αλλά και για τον φεμινισμό, την έννοια της ιστορίας, την επανάσταση, τον σοσιαλισμό κ.λπ.), είτε τον κρυφό ρατσισμό, τον σοβινισμό και τις δήθεν ολοκληρωτικές τάσεις του Μαρξ και του Ένγκελς. Ωστόσο, οι αντικομμουνιστές συχνά αποτυγχάνουν να εξηγήσουν πώς να διακρίνουν μια αληθινή τοποθέτηση από ένα «στρατηγικό τέχνασμα».

Η θέση του Μαρξ εξελίχθηκε με την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, τη μεταβαλλόμενη πολιτική κατάσταση και την επεξεργασία της θεωρίας του κεφαλαίου. Επομένως, τα πράγματα θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερη σαφήνεια αν εξετάζαμε τα επιχειρήματα υπέρ ή κατά των εθνικών κινημάτων, αντί να παράγουμε ατελείωτες συλλογές αυθαίρετα επιλεγμένων αποσπασμάτων. Για παράδειγμα, ο Μαρξ αναθεώρησε σοβαρά τις απόψεις του για το ιρλανδικό ζήτημα, και μια τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στη συγκυρία, καθώς οδήγησε σε μια νέα κατανόηση της επαναστατικής διαδικασίας και της σχέσης της με τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Με αυτή την έννοια, το ιρλανδικό ζήτημα στη σκέψη του Μαρξ μπορεί να χρησιμεύσει ως μια ζωντανή απεικόνιση και αφετηρία για μια πραγματική επαναδιατύπωση της μαρξιστικής προσέγγισης του εθνικού ζητήματος στο σύνολό του.

 

Ο Μαρξ και το ιρλανδικό ζήτημα πριν από το 1867

Έχοντας ζήσει στο Λονδίνο για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Μαρξ παρακολούθησε από κοντά τον αγώνα της Ιρλανδίας για ανεξαρτησία και αντιλήφθηκε ξεκάθαρα τη δύσκολη σχέση μεταξύ των Άγγλων και των Ιρλανδών εργατών. Η προσέγγιση του Μαρξ μπορεί να χωριστεί χονδρικά σε δύο περιόδους, πριν και μετά το 1867[4]. Η πρωτοφανής εισροή μεταναστών από την Ιρλανδία στην Αγγλία, που προκλήθηκε από τον Μεγάλο Λιμό του 1845-1849, οδήγησε τον Μαρξ να παρατηρήσει το οικονομικό παράδοξο που θα περιγραφόταν αργότερα στο Κεφάλαιο (τόμος Ι, κεφάλαιο XXIII). Παρόλο που ο λιμός μείωσε τον πληθυσμό της Ιρλανδίας των οκτώ εκατομμυρίων κατά δυόμισι εκατομμύρια (ενάμισι εκατομμύριο πέθανε από την πείνα, άλλο ένα εκατομμύριο μετανάστευσε), το βιοτικό επίπεδο της χώρας δεν αναπτύχθηκε. Η περίπτωση της Ιρλανδίας διέψευσε τη μαλθουσιανή θεωρία που ήταν δημοφιλής τον 19ο αιώνα, η οποία συνέδεε την επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης με τον υπερπληθυσμό. Η περίπτωση της Ιρλανδίας ήταν αυτή που ώθησε τον Μαρξ να εισαγάγει την έννοια του «σχετικού υπερπληθυσμού», ο οποίος είναι απαραίτητος για την αναπλήρωση της φτηνής εργασίας και προκαλείται όχι από «φυσικές» δημογραφικές διαδικασίες, αλλά από τους δομικούς μηχανισμούς του κεφαλαίου.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ωστόσο, ο Μαρξ θεωρεί ότι οι Άγγλοι εργάτες είναι η κύρια επαναστατική δύναμη, διότι στην Αγγλία οι καπιταλιστικές σχέσεις παίρνουν την πιο ανεπτυγμένη τους μορφή, ενώ οι Ιρλανδοί εργάτες, πρώην αγρότες, είναι πολύ λιγότερο οργανωμένοι και οι διαθέσεις τους είναι πιο «αγροίκες» από εκείνες των Άγγλων. Έτσι, στο πρώιμο έργο του Ένγκελς, H κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία (1845) αναφέρεται ότι οι Ιρλανδοί συμβάλλουν στην ηθική υποβάθμιση των Άγγλων εργατών: «Αυτοί οι άνθρωποι έχοντας μεγαλώσει σχεδόν χωρίς πολιτισμό, συνηθισμένοι από τη νεότητα σε κάθε είδους στέρηση, αγροίκοι, ασυγκράτητοι και απρόσεκτοι, φέρνουν μαζί τους όλες τις βάναυσες συνήθειές τους σε μια τάξη του αγγλικού πληθυσμού που έχει, στην πραγματικότητα, ελάχιστα κίνητρα για να καλλιεργήσει την παιδεία και την ηθική...»[5]. Ωστόσο, ο Ένγκελς δεν έκρυβε το θαυμασμό του για το απερίσκεπτο θάρρος των Ιρλανδών εργατών: «Δώστε μου διακόσιες χιλιάδες Ιρλανδούς και θα ανατρέψω ολόκληρη τη βρετανική μοναρχία», έγραφε σε μια ελβετική εφημερίδα ήδη από το 1843.

Έτσι, πριν από το 1867 η Ιρλανδία εμφανίζεται μόνο παρεμπιπτόντως στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς και η προσέγγισή τους για τη χειραφέτηση των Ιρλανδών μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αγγλοκεντρική»[6]. Αν και το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος μιλάει για τον εθνικό αγώνα του προλεταριάτου, υπονοεί έναν αγώνα εντός των υφιστάμενων κρατικών ορίων: «Αν και όχι στην ουσία, αλλά στη μορφή, ο αγώνας του προλεταριάτου με την αστική τάξη είναι αρχικά ένας εθνικός αγώνας». Σε αυτή τη λογική, οι Ιρλανδοί εργάτες στην Αγγλία δεν έπρεπε να υπερασπιστούν την ιρλανδική ανεξαρτησία, αλλά να ενώσουν τις δυνάμεις τους με το αγγλικό προλεταριάτο στον αγώνα ενάντια στην αγγλική αστική τάξη.

 

«Η υπόθεση Φένιαν»: Γιατί οι Άγγλοι εργάτες χρειάζονται την ιρλανδική απελευθέρωση;

Μετά το 1867 ο Μαρξ αλλάζει τη θέση του για το ιρλανδικό ζήτημα λόγω της «υπόθεσης Φένιαν». Η Ιρλανδική Ρεπουμπλικανική Αδελφότητα, γνωστή και ως Αδελφότητα Φένιαν (το όνομα παραπέμπει στην αρχαία ιρλανδική μυθολογία) ιδρύθηκε το 1858 τόσο στο Δουβλίνο όσο και στη Νέα Υόρκη. Στόχος της μυστικής αυτής οργάνωσης ήταν η απελευθέρωση της Ιρλανδίας από τη βρετανική κυριαρχία με κάθε μέσο. Αυτό που διέκρινε τους Φένιανς από άλλους ριζοσπάστες ήταν η μετριοπαθής στάση τους απέναντι στην Καθολική Εκκλησία και η μεγάλη τους δημοτικότητα μεταξύ των εργατών.

Το 1867, μετά από ανεπιτυχείς εξεγέρσεις στο Δουβλίνο και το Κορκ, οι ηγέτες του κινήματος, ο συνταγματάρχης Τόμας Κέλι και ο λοχαγός Τίμοθι Ντίσι, συνελήφθησαν. Ενώ οι δύο κρατούμενοι μεταφέρονταν, μια ομάδα συνωμοτών επιτέθηκε στο φορτηγάκι της αστυνομίας και απελευθέρωσε τους δύο ηγέτες, σκοτώνοντας κατά λάθος έναν αστυνομικό. Σε απάντηση, οι βρετανικές αρχές πραγματοποίησαν έφοδο στην ιρλανδική συνοικία του Μάντσεστερ, συνέλαβαν πέντε μέλη της Αδελφότητας που δεν είχαν σχέση με την υπόθεση και τους καταδίκασαν σε θάνατο. Η Πρώτη Διεθνής ξεκίνησε μια δυναμική εκστρατεία για την ανατροπή της θανατικής καταδίκης, η οποία, ωστόσο, απέτυχε, καθώς οι τρεις καταδικασθέντες –ο Μάικλ Ο’Μπράιαν, ο Γουίλιαμ Φίλιπ Άλεν και ο Μάικλ Λάρκιν, που αναφέρονται ως «Μάρτυρες του Μάντσεστερ» στην ιστορία της ιρλανδικής απελευθέρωσης– απαγχονίστηκαν στις 22 Νοεμβρίου 1867[7].

Η εκστρατεία αμνηστίας των Φένιαν ανάγκασε τον Μαρξ να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στη σχέση μεταξύ της βρετανικής αποικιακής πολιτικής και της ταξικής καταπίεσης. Στις 2 Νοεμβρίου 1867, ο Μαρξ γράφει στον Ένγκελς ότι η θέση του στο ζήτημα της ιρλανδικής ανεξαρτησίας άλλαξε: «Η δίκη των Φένιαν στο Μάντσεστερ ακριβώς όπως ήταν αναμενόμενο. Θα είδατε τι σκάνδαλο προκάλεσαν οι “δικοί μας” στη Μεταρρυθμιστική Λίγκα. Προσπάθησα με κάθε μέσο που είχα στη διάθεσή μου να υποκινήσω τους Άγγλους εργάτες να διαδηλώσουν υπέρ του Φενιανισμού. Κάποτε πίστευα ότι ο διαχωρισμός της Ιρλανδίας από την Αγγλία ήταν αδύνατος. Τώρα τον θεωρώ αναπόφευκτο, αν και η Ομοσπονδία μπορεί να ακολουθήσει τον διαχωρισμό»[8]. Και σε μια επιστολή προς τους Μέγιερ και Βόγκτ στις 9 Απριλίου 1870, ο Μαρξ εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η εργατική αλληλεγγύη στην Αγγλία απειλείται από τις σοβινιστικές συμπεριφορές των ίδιων των Άγγλων εργατών και όχι από τα ιρλανδικά ήθη και την προθυμία τους να εργαστούν σε λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες (όπως φαινόταν να συμβαίνει πριν από το 1867). «Κάθε βιομηχανικό και εμπορικό κέντρο της Αγγλίας διαθέτει τώρα μια εργατική τάξη διαιρεμένη σε δύο εχθρικά στρατόπεδα, τους Άγγλους προλετάριους και τους Ιρλανδούς προλετάριους. Ο απλός Άγγλος εργάτης μισεί τον Ιρλανδό εργάτη ως ανταγωνιστή που μειώνει το βιοτικό του επίπεδο. Σε σχέση με τον Ιρλανδό εργάτη θεωρεί τον εαυτό του μέλος του κυρίαρχου έθνους και κατά συνέπεια γίνεται εργαλείο των Άγγλων αριστοκρατών και καπιταλιστών ενάντια στην Ιρλανδία, ενισχύοντας έτσι την κυριαρχία τους πάνω του»[9].

Έτσι, το αποικιακό καθεστώς της Ιρλανδίας ήταν αυτό που έθεσε υπό αμφισβήτηση την αλληλεγγύη μεταξύ Ιρλανδών και Άγγλων εργατών. Ο Μαρξ συνεχίζει: «Αυτός ο ανταγωνισμός διατηρείται τεχνητά ζωντανός και εντείνεται από τον Τύπο, τον άμβωνα, τις κωμικές εφημερίδες, εν ολίγοις από όλα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους οι κυρίαρχες τάξεις. Αυτός ο ανταγωνισμός είναι το μυστικό της ανικανότητας της αγγλικής εργατικής τάξης, παρά την οργάνωσή της». Στην ίδια επιστολή, ο Μαρξ επιμένει ότι το κύριο καθήκον των Σοσιαλδημοκρατών ήταν «να θέσουν τη σύγκρουση μεταξύ Αγγλίας και Ιρλανδίας στο προσκήνιο και παντού να ταχθούν ανοιχτά στο πλευρό της Ιρλανδίας... να κάνουν τους Άγγλους εργάτες να συνειδητοποιήσουν ότι γι’ αυτούς η εθνική χειραφέτηση της Ιρλανδίας δεν είναι ζήτημα αφηρημένης δικαιοσύνης ή ανθρωπιστικού συναισθήματος, αλλά η πρώτη προϋπόθεση της δικής τους κοινωνικής χειραφέτησης». Με άλλα λόγια, η αίσθηση της αυτοκρατορικής ανωτερότητας που ένωνε την αγγλική εργατική τάξη με τις αστικές και αριστοκρατικές ελίτ, σύμφωνα με τον Μαρξ, αποδυνάμωνε το εργατικό κίνημα όχι μόνο στην Αγγλία αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Διότι στην πιο βιομηχανοποιημένη χώρα με το πιο οργανωμένο προλεταριάτο το τελευταίο πήρε το μέρος των καταπιεστών και όχι των καταπιεσμένων. Έτσι, στην περίπτωση της Ιρλανδίας, για τον Μαρξ, το δικαίωμα ενός έθνους στην αυτοδιάθεση δεν ήταν μια αφηρημένη αρχή, αλλά μια απάντηση στις αποικιοκρατικές φιλοδοξίες και τον σοβινισμό που χαρακτηρίζουν τις ιμπεριαλιστικές χώρες.

 

Ο Λένιν στη συζήτηση για το εθνικό ζήτημα: το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και το δικαίωμα στο διαζύγιο

Στο γύρισμα του 19ου αιώνα, το κέντρο της επαναστατικής δραστηριότητας μετακινήθηκε από τη Βρετανία και τη Γαλλία στη Ρωσία, την Αυστροουγγαρία και την Πρωσία. Το εθνικό ζήτημα σε αυτές τις αυτοκρατορίες ήταν ακόμη πιο μπερδεμένο από ό,τι στη Βρετανία, καθώς η χάραξη ενός σαφούς ορίου μεταξύ των αποικιών και της μητρόπολης ήταν αδύνατη. Σε αυτό το πλαίσιο, το «δικαίωμα αυτοδιάθεσης για όλα τα έθνη», το οποίο εγκρίθηκε στη Συνδιάσκεψη της Δεύτερης Διεθνούς στο Λονδίνο το 1896 και στη συνέχεια κατοχυρώθηκε στο άρθρο 9 του Προγράμματος του ΡΣΔΕΚ [Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα][10] που υιοθετήθηκε στο Δεύτερο Συνέδριο το 1903, προκάλεσε μια έντονη συζήτηση στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Κατά τη διάρκεια αυτής της συζήτησης, αναδύθηκαν διάφορα ανταγωνιστικά σχέδια. Για παράδειγμα, οι Αυστριακοί σοσιαλιστές Καρλ Ρένερ και Όττο Μπάουερ πρότειναν να παραχωρηθεί εθνική εξωεδαφική αυτονομία στους διάφορους λαούς, διατηρώντας την ενότητα των κρατικών συνόρων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ, από την πλευρά της, ήταν επικριτική απέναντι στην ίδια την ιδέα της εθνικής αυτοδιάθεσης, βλέποντας σε αυτήν μια απειλή για την ενότητα της εργατικής τάξης στη Ρωσική Αυτοκρατορία.

Μεταξύ των Μπολσεβίκων, οι κύριοι αντίπαλοι της εθνικής αυτοδιάθεσης ήταν ο Γκεόργκι Πιατάκοφ, η Γιευγκένια Μπος και ο Νικολάι Μπουχάριν. Είδαν τον εθνικισμό ως προϊόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης, που εξελίσσεται μέσα από τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών. Ως εκ τούτου, ο εθνικισμός αποσπά την προσοχή του προλεταριάτου από την κύρια σύγκρουση (ταξική πάλη) και την επαναστατική δραστηριότητα, συγχέοντας τα συμφέροντά του με εκείνα της εθνικής αστικής τάξης. Αυτή η κριτική εκπορεύεται από τον «ταξικό αναγωγισμό», στον οποίο δόθηκε αυτή η ετικέτα επειδή δεν λαμβάνει υπόψη του καμία άλλη αντίφαση (φύλο, εθνικότητα, φυλή, κουλτούρα κ.λπ.) εκτός από εκείνη της οικονομικής «βάσης», της αντιπαράθεσης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου.

Ο Λένιν άσκησε δριμεία κριτική στον «ταξικό αναγωγισμό» στο άρθρο του «Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών» (1914)[11]. Παρόλο που η κύρια αντίπαλός του σε αυτό το κείμενο είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ, χρησιμεύει περισσότερο ως συλλογική εικόνα, η οποία δεν αντικατοπτρίζει τη διαφοροποιημένη θέση της Πολωνογερμανίδας σοσιαλίστριας[12]. Στο άρθρο του ο Λένιν παραδέχεται ότι τα έθνη-κράτη είναι προϊόν του καπιταλισμού και ότι ο εθνικισμός γενικά υπονομεύει την ενότητα των εργατών. Ταυτόχρονα, ο Λένιν δεν θεωρεί τον εθνικισμό a priori θετικό ή καταστροφικό φαινόμενο, αντίθετα κάνει διάκριση μεταξύ του εθνικισμού ενός καταπιεσμένου έθνους και του εθνικισμού ενός καταπιεστικού έθνους.

Ο Λένιν ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο από την πολιτική τακτική, αν και η παραχώρηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης παίζει σημαντικό ρόλο στο να φέρει άλλες εθνότητες στο πλευρό του ρωσικού προλεταριάτου. Η θέση του για την εθνική αυτοδιάθεση αντανακλά μια βαθιά ανησυχία για τον σοβινισμό των Ρώσων εργατών και σοσιαλδημοκρατών (η συντριπτική πλειοψηφία των βιομηχανικών εργατών και των μελών του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην περιφέρεια της ρωσικής αυτοκρατορίας θεωρούσαν τους εαυτούς τους Ρώσους). Ο Λένιν παρομοιάζει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση με το δικαίωμα στο διαζύγιο, τονίζοντας ότι κάθε ένωση μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην εθελοντική συναίνεση: «Όπως στην αστική κοινωνία οι υπερασπιστές των προνομίων και της διαφθοράς, πάνω στις οποίες στηρίζεται ο αστικός γάμος, αντιτίθενται στην ελευθερία του διαζυγίου, έτσι και στο καπιταλιστικό κράτος, η άρνηση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση, δηλαδή του δικαιώματος των εθνών να αποσχιστούν, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από την υπεράσπιση των προνομίων του κυρίαρχου έθνους και των αστυνομικών μεθόδων διοίκησης, σε βάρος των δημοκρατικών μεθόδων».

Στην πολεμική για το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση, ο Λένιν αντλεί από τα επιχειρήματα του Μαρξ υπέρ της ιρλανδικής ανεξαρτησίας. Ο Μαρξ, σύμφωνα με τον Λένιν, προσπάθησε να επισημάνει ότι για τους εργάτες που ανήκουν σε ένα καταπιεστικό έθνος, η κυριαρχία πάνω σε ένα «καταπιεσμένο έθνος» θα αποδεικνυόταν πολιτική καταστροφή. Η εργασία πάνω σε αυτό το ζήτημα παρεμποδίστηκε από τη θέση ορισμένων μπολσεβίκων της εθνικής περιφέρειας, οι οποίοι θεωρούσαν τους συντρόφους τους που υποστήριζαν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του έθνους τους ομήρους μιας προκατάληψης. Η κατάσταση επιδεινωνόταν, όπως επισημαίνει ο Λένιν στο έργο του «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον “ιμπεριαλιστικό οικονομισμό”» (1916)[13], από το γεγονός ότι οι εργάτες του καταπιεστικού έθνους συμμετείχαν, έστω και εκ των πραγμάτων, στην καταπίεση των εργατών του καταπιεσμένου έθνους. Οι μισθοί των εργατών που δεν είχαν χαρακτηριστεί ως Ρώσοι ήταν χαμηλότεροι, όπως και οι πιθανότητές τους να ανέβουν στην κοινωνική κλίμακα. Εκτός αυτού, στερούνταν πλήρως τα πολιτικά τους δικαιώματα. Αλλά το πιο καταστροφικό για την υπόθεση του κοινού αγώνα ήταν η «περιφρόνηση και η υποτίμηση για τους εργάτες των καταπιεσμένων εθνών».

Εξηγώντας το πρόβλημα της εθνικής καταπίεσης από την άνιση ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, ο Λένιν χωρίζει τις εθνικές οντότητες σε τρεις κύριες ομάδες. Η πρώτη περιλάμβανε τις χώρες με πλήρως ανεπτυγμένο καπιταλισμό: ήταν έθνη-καταπιεστές και επομένως ο εθνικισμός δεν είχε δικαίωμα ύπαρξης εκεί. Η δεύτερη ομάδα αποτελούνταν από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που είχαν πρόσφατα μπει στο δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. «Εκεί η “υπεράσπιση της πατρίδας” μπορεί ακόμα να είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας, της μητρικής γλώσσας, της πολιτικής ελευθερίας ενάντια στα έθνη-καταπιεστές». Η τρίτη ομάδα δεν διέθετε ακόμη ένα ισχυρό εθνικό κίνημα: η οικοδόμηση του έθνους ήταν το μέλλον της. Αν και ο Λένιν υιοθετεί μια σταδιακή προσέγγιση, δεν πιστεύει ότι οι καταπιεσμένοι εργάτες έχουν πλεονέκτημα έναντι των καταπιεσμένων ιθαγενών λαών. Επιπλέον, ο Λένιν βλέπει ευκαιρίες για ένα επαναστατικό κίνημα στην άνιση ανάπτυξη του καπιταλισμού και τις αντιφάσεις του, με το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση να είναι μία από αυτές.

Το μαρξιστικό επιχείρημα που παρουσιάζεται εδώ μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: για να γίνει επαναστατική, η εργατική τάξη πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η αλληλεγγύη ως τέτοια δεν έχει σύνορα, ενώ η πρακτική της αλληλεγγύης απαιτεί μερικές φορές να χαραχθούν νέα σύνορα, αυτή τη φορά διαχωρίζοντας τον καταπιεστή από τον καταπιεζόμενο. Οι θέσεις που διατύπωσαν ο Μαρξ και ο Λένιν δεν έχουν τίποτα το ηθικοπλαστικό, ούτε επικαλούνται κάποια «παγκόσμια ηθική». Και για τους δύο, η αλληλεγγύη των καταπιεσμένων δεν είναι ένα αφηρημένο σύνθημα αλλά μια συγκεκριμένη πολιτική πρακτική. Και οι δύο υποστηρίζουν ότι στην ιστορία του καπιταλισμού διαφορετικά είδη καταπίεσης συγκλίνουν και διασταυρώνονται, αποτελώντας στοιχείο του συνόλου. Ως εκ τούτου, ο αγώνας κατά του κεφαλαίου δεν μπορεί να απομονωθεί από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Για να γίνουν τάξη με την πολιτική έννοια, οι εργάτες πρέπει να αγωνιστούν για την υπόθεση των καταπιεσμένων λαών. Δεν είναι απλώς ζήτημα κομματικής στρατηγικής, αλλά ότι η εργατική τάξη μπορεί να γίνει πολιτική δύναμη μόνο αν αποδεχτεί τον αγώνα των καταπιεσμένων λαών ως μέρος του δικού της αγώνα.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Grusha Gilayeva, “Did Lenin Сreate Ukraine? On the Right of Nations to Self-Determination and Marxism”, Posle / После, 10 Σεπτεμβρίου 2022, https://posle.media/language/en/was-ukraine-created-by-lenin-once-again-about-marxism-and-the-right-of-nations-to-self-determination%ef%bf%bc/.

Груша Гилаева, «Украину создал Ленин? О марксизме и праве наций на самоопределение», Posle / После, 10 Σεπτεμβρίου 2022, https://posle.media/ukraina-kotoruyu-sozdal-lenin-eshhe-raz-o-marksizme-i-prave-naczij-samoopredelenie/.

 

 

Σημειώσεις

[1] “Address by the President of the Russian Federation”, President Russian, 21 Φεβρουαρίου 2022, http://en.kremlin.ru/events/president/transcripts/67828.

[2] “Article by Vladimir Putin ‘On the Historical Unity of Russians and Ukrainians’”, President Russian, 12 Ιουλίου 2021, http://en.kremlin.ru/events/president/news/66181.

[3] Walker Connor, “Leninist Nationality Policy: Solution to the ‘National Question’?”, Hungarian Studies Review, τόμος XVI, τεύχος 1-2, άνοιξη – φθινόπωρο 1989, http://epa.niif.hu/00000/00010/00020/pdf/HSR_1989_1-2_023-046.pdf.

[4] Kevin B. Anderson. Marx at the Margins. On Nationalism, Ethnicity, and Non-Western Societies, Σικάγο και Λονδίνο, The University of Chicago Press, 2010.

[5] Friedrich Engels, On the Condition of the Working Class in England, Panther Edition, 1969, στο Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/marx/works/download/pdf/condition-working-class-england.pdf [Φρίντριχ Ένγκελς, H κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, τόμος Α΄, Μπάυρον, Αθήνασσ. 157, 158].

[6] Ian Cummins. Marx, Engels and National Movements, Λονδίνο, Croom Helm, 1980.

[7] Deleixhe M. “Marx, the Irish Immigrant-Workers, and the English Labor Movement”, Historical Materialism, 27.2, 2019. σσ. 222-247.

[8] Karl Marx, “Letter to Friedrich Engels, November 2, 1867”, Marx-Engels Collected Works, τόμος 42, σελ. 458. Αναδημοσίευση: Marxists Internet Archive, https://marxists.info/archive/marx/works/1867/letters/67_11_02.htm και Militant archives, https://wikirouge.net/texts/en/Letter_to_Friedrich_Engels,_November_2,_1867.

[9] “Marx to Sigfrid Meyer and August Vogt In New York”, Karl Marx and Friedrich Engels, Selected correspondence, Progress Publishers, 1975, σσ. 220-224. Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/marx/works/1870/letters/70_04_09.htm.

[10] Russian Social-Democratic Labour Party Second Congress, “Programme of the Social-Democratic Workers’ Party”, Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/history/international/social-democracy/rsdlp/1903/program.htm.

[11] Vladimir Ilyich Lenin, “The Right of Nations to Self-Determination”, Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1914/self-det/ [Β. Ι. Λένιν, «Για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 25, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα χχέ., σσ. 257-321].

[12] Jeremy Smith. The Bolsheviks and the National Question, 1917-23, Λονδίνο, Macmillan Press Ltd, 1999.

[13] V. I. Lenin, “A Caricature of Marxism and Imperialist Economism”, Marxists Internet Archive, https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1916/carimarx/5.htm#v23pp64h-055 [Β. Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον “ιμπεριαλιστικό οικονομισμό”», Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 30, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα χχέ., σσ. 107, 108].

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2022 14:02

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.