Πέμπτη, 30 Μαϊος 2024 23:10

Οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στη Γεωργία και η αριστερά

 

 

Lela Rekhviashvili

Luka Nakhutsrishvili

Konstantine Eristavi

Alexandra Aroshvili

Ia Eradze

 

Στον αγώνα κατά του νόμου περί ξένων πρακτόρων διακυβεύονται περισσότερα από τις φιλελεύθερες ΜΚΟ: Γιατί η Αριστερά πρέπει να δείξει αλληλεγγύη στις διαδηλώσεις στη Γεωργία

 

 

Συνυπογράψαμε αυτό το άρθρο στις αρχές Μαΐου. Στις 28 Μαΐου, το γεωργιανό κοινοβούλιο ξεπέρασε το προεδρικό βέτο και ενέκρινε τελικά τον νόμο κατά των εξωτερικών επιρροών. Παρόλο που γράφτηκε σε προγενέστερο στάδιο των διαδηλώσεων, όλα όσα συνέβησαν έκτοτε επιβεβαίωσαν σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα που βγάλαμε τότε.

Από τις αρχές Απριλίου, η Τιφλίδα, η πρωτεύουσα της Γεωργίας, έγινε το σκηνικό διαδηλώσεων πρωτοφανούς κλίμακας στη σύγχρονη ιστορία της Γεωργίας ενάντια στον λεγόμενο Νόμο περί ξένων πρακτόρων ή, όπως τον αποκαλούν οι Γεωργιανοί διαδηλωτές, τον «ρωσικό νόμο». Το πλήθος των ανθρώπων που κατέβηκαν στους δρόμους για σχεδόν δύο μήνες –από δεκάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες– είναι μια απόδειξη ότι μεγάλα τμήματα του γεωργιανού πληθυσμού φοβούνται ότι θα στερηθούν τα πιο βασικά δημοκρατικά δικαιώματα. Η κοινωνία των πολιτών και οι φορείς δράσης των υποτελών κοινωνικών ομάδων στη Γεωργία γνωρίζουν πάρα πολύ καλά από την εμπειρία του παρελθόντος ότι η κυβέρνηση δεν χρειαζόταν κανέναν συγκεκριμένο νόμο για να τους κατηγορήσει ότι είναι «προδότες» και ότι υπηρετούν «ξένα συμφέροντα».

Μέχρι στιγμής η ανάλυση που προσφέρεται από την αριστερά, όπως το άρθρο που δημοσιεύτηκε από το Lefteast και αναδημοσιεύτηκε από το Jacobin,[1] έχει θέσει τη διαμάχη μεταξύ των «ισχυρών» ΜΚΟ και της κυβέρνησης, καθώς και τον εξαρτώμενο από δωρητές χαρακτήρα μεγάλου μέρους της κοινωνίας των πολιτών της Γεωργίας, στο επίκεντρο των συνεχιζόμενων διαδηλώσεων, αλλά και, ευρύτερα, της δημοκρατίας και της πολιτικής οικονομίας της Γεωργίας. Μια τέτοια ανάλυση αγνοεί ότι ο νόμος, καθώς και όλα τα κατασταλτικά μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση για την υπεράσπισή του, παγιώνει τα ήδη υπάρχοντα εργαλεία της γεωργιανής κυβέρνησης για την απαξίωση, την υπονόμευση και τη βίαιη καταστολή της αντίθεσης στην εξορυκτική πολιτική οικονομία που υποτάσσεται στις διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σε μια εποχή που οι αυταρχικές και φασιστικές τάσεις ενισχύονται σε όλο τον κόσμο, η απόρριψη και ο χλευασμός μιας διαρκούς κινητοποίησης ενάντια στον ασφυκτικό έλεγχο της ολιγαρχικής κυβέρνησης της Γεωργίας αποτελεί σοβαρό λάθος, καθώς μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να αποκλείσει τις δυνατότητες για αλληλεγγύη από τη διεθνή αριστερά. Δεν νομίζουμε ότι μπορούμε να αναλύσουμε συστηματικά την κατάσταση, καθώς όλα είναι ακόμα σε εξέλιξη και τα χειρότερα μπορεί να είναι ακόμα μπροστά μας. Ωστόσο, μπορούμε τουλάχιστον να τονίσουμε ότι διακυβεύονται πολύ περισσότερα από την αμφισβήτηση της χρηματοδότησης των ΜΚΟ και να μοιραστούμε ανοιχτά το πώς βλέπουμε αυτή την εύθραυστη συγκυρία στο κοινωνικοπολιτικό τοπίο της Γεωργίας.

 

Η κυβέρνηση εναντίον «υπερκομματικών και καλά χρηματοδοτούμενων» ΜΚΟ; Υποτίμηση των εκτεταμένων συνεπειών και της πλατιάς αντίστασης εναντίον του νόμου περί Ξένων Πρακτόρων

Η περιγραφή των συνεχιζόμενων διαδικασιών αποκλειστικά με όρους σύγκρουσης μεταξύ ΜΚΟ και κυβέρνησης παρακάμπτει μια σειρά σημαντικών παραγόντων. Πρώτον, η κυβέρνηση δηλώνει πράγματι τις «πλούσιες» ΜΚΟ» ως τον πρωταρχικό της στόχο και ισχυρίζεται ότι φοβάται ότι θα ανατραπεί με την υποστήριξη των ΜΚΟ που εξαρτώνται από τη Δύση. Ωστόσο, η κυβέρνηση δηλώνει επίσης σταθερά ότι ο νόμος υπαγορεύεται από την ανάγκη να αποκρούσει κάθε αντίδραση στο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που εξαρτάται από τις άμεσες ξένες επενδύσεις και τα έργα υποδομών. Αυτό περιλαμβάνει φορείς πολύ πέρα από μερικές ΜΚΟ, όπως αποδεικνύεται από τις συνεχείς επιθέσεις της κυβέρνησης εναντίον των ελάχιστων εναπομεινάντων ακόμη κριτικών και ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης ή εναντίον των κινημάτων των υποτελών κοινωνικών ομάδων[2] και των τοπικών πληθυσμών από τις περιφερειακές περιοχές της χώρας που αγωνίζονται εναντίον των μεγάλων έργων υποδομής, των εξορυκτικών βιομηχανιών και της αρπαγής γης. Οι διαδοχικές γεωργιανές κυβερνήσεις έχουν υποβάλει τις κοινότητες στις περιφερειακές περιοχές της χώρας σε μακροχρόνιες υλικές στερήσεις, περιφράξεις και απαλλοτριώσεις, καθώς και σε έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες και υποδομές. Αντιμέτωπες με τις διαμαρτυρίες τους, οι κυβερνήσεις τις παρουσίασαν ως «απολίτιστες», «καθυστερημένες», ενάντια στην «πρόοδο και την ανάπτυξη». Με αυτόν τον τρόπο, έχουν δικαιολογήσει τη στέρηση ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων σε αυτές τις ομάδες, την τακτική αστυνομική βία, τη φυλάκιση και την ενοχοποίηση ακτιβιστών που συμμετέχουν σε τοπικούς αγώνες.

Δεύτερον, δεν θα είναι μια χούφτα ΜΚΟ, αλλά ένας σημαντικός αριθμός φορέων, τόσο εξαρτημένων όσο και ανεξάρτητων από τη δυτική χρηματοδότηση, που θα αντιμετωπίσουν πιθανότατα τις συνέπειες αν ο νόμος ψηφιστεί. Ο νόμος προβλέπει ότι όλες οι μη κερδοσκοπικές, μη κρατικές οργανώσεις που λαμβάνουν πάνω από το 20% της χρηματοδότησής τους από πηγές του εξωτερικού πρέπει να εγγράφονται ως «φορείς συμφερόντων ξένης δύναμης» και να υποβάλλουν ετήσιες οικονομικές δηλώσεις. Είναι σημαντικό ότι για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση, το κράτος αποκτά την εξουσία να παρακάμπτει τα εγκεκριμένα από το δικαστήριο εντάλματα έρευνας για να ερευνήσει οποιαδήποτε μη κερδοσκοπική οργάνωση, ανεξάρτητα από τις πηγές χρηματοδότησής της. Αυτό περιλαμβάνει το δικαίωμα να ελέγχει την ιδιωτική αλληλογραφία των μελών της, ενώ οι έρευνες ενδέχεται να ξεκινήσουν από πληροφορίες που προέρχονται από «ανώνυμες πηγές».

Υπάρχουν χιλιάδες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις με διάφορους σκοπούς και στόχους και τα μέσα διαβίωσης ενός σημαντικού μέρους του γεωργιανού πληθυσμού εξαρτώνται από την εργασία τους σε αυτές τις οργανώσεις. Επιπλέον, δεν υπάρχει σχεδόν καμία πηγή χρηματοδότησης για τις περισσότερες από αυτές τις οργανώσεις εκτός από τα χρήματα των ξένων δωρητών και τα εμβάσματα από τους Γεωργιανούς μετανάστες εργάτες. Για παράδειγμα, οι τελευταίοι διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην υποστήριξη του μεγαλύτερου κινήματος βάσης[3] των τελευταίων ετών, ή ακόμη και δεκαετιών –το κίνημα της κοιλάδας Ριόνι– το οποίο αγωνίστηκε κατά της κατασκευής ενός μεγα-φράγματος στη Δυτική Γεωργία. Οι επιθέσεις σε αυτούς τους φορείς, καθώς και σε άλλα μη θεσμοθετημένα λαϊκά κινήματα των τοπικών πληθυσμών, δεν είναι μια νέα εξέλιξη. Η κυβέρνηση τους έχει ήδη ενοχοποιήσει ως ξένους πράκτορες τα τελευταία χρόνια. Ως εκ τούτου, αυτός ο νόμος δεν ήρθε από το πουθενά, αποτελώντας συνέχεια της πολυετούς εμπέδωσης της αυταρχικής πολιτικής και της εμβάθυνσης του συγκεντρωτισμού της εξουσίας στα χέρια του κόμματος Γεωργιανό Όνειρο. Ο νόμος αυτός θα επιτρέψει στην κυβέρνηση να θεσμοποιήσει και να ενισχύσει τα ήδη υπάρχοντα εργαλεία για την απαξίωση και τη διάλυση κάθε αντιπολίτευσης απέναντι στην αναπτυξιακή πολιτική της.

Τρίτον, και το πιο σημαντικό, πολλά από τα προαναφερθέντα επικριτικά μέσα ενημέρωσης, τα κινήματα των υποτελών κοινωνικών ομάδων, τα συνδικάτα και οι φοιτητές αντιτίθενται στο νόμο με δηλώσεις τους και με κινητοποιήσεις στους δρόμους. Οι Rochowanski και Japaridze επικαλούνται στο άρθρο τους[4] εργαζόμενους που μπορεί να μην πείθονται από τις διαδηλώσεις, υπονοώντας ότι η εργατική τάξη δεν υποστηρίζει τις κινητοποιήσεις και ότι όποιος το κάνει αυτό χειραγωγείται από τις ΜΚΟ. Με τον τρόπο αυτό, απορρίπτουν τις φωνές των φορέων της εργατικής τάξης που στην πραγματικότητα βλέπουν ότι ο νόμος υπονομεύει ακόμη περισσότερο την ικανότητά τους να οργανώνονται, και αγνοούν ότι ένας μεγάλος αριθμός τοπικών συνδικάτων θα επηρεαστεί, καθώς είναι επίσης εγγεγραμμένα ως ΜΚΟ σύμφωνα με τη γεωργιανή νομοθεσία και συχνά λαμβάνουν ξένη χρηματοδότηση. Επίσης, απορρίπτουν τα κινήματα των υποτελών κοινωνικών ομάδων[5] των τοπικών πληθυσμών από τις περιφερειακές περιοχές που προειδοποιούν για τις τρομερές συνέπειες του νόμου, καθώς και τις τοπικές αριστερές πρωτοβουλίες για να προσδώσουν στις συζητήσεις κατά του νόμου ταξική ανάλυση[6] που υποδεικνύει κινδύνους μεγαλύτερης επισφάλειας και κοινωνικο-χωροταξικών ανισοτήτων[7]. Μόλις τεθεί σε ισχύ, ο νόμος θα στερήσει από τους ανθρώπους που εργάζονται για χιλιάδες ΜΚΟ, καθώς και από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα ανεξάρτητα συνδικάτα, τους ακτιβιστές βάσης στη Γεωργία, τα (συχνά ήδη επισφαλή) εισοδήματά τους, από τις κοινότητες υπηρεσίες που παρείχαν οι ΜΚΟ μέχρι τώρα και θα εξαλείψει ουσιαστικά τις ευκαιρίες διαμαρτυρίας κατά της συνεχιζόμενης καταλήστευσης. Απορρίπτουν επίσης ότι αυτή η μακρόχρονη διαμαρτυρία χαρακτηρίζεται από μια βαθιά δυσπιστία προς όλα τα υπάρχοντα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ορισμένες από τις ΜΚΟ με μεγαλύτερη επιρροή συχνά πρωτοστατούν στις διαμαρτυρίες και σε ορισμένα σημεία δίνουν φωνή και δύναμη στα, σε μεγάλο βαθμό, απαξιωμένα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, εδώ και πολλές εβδομάδες δεν έχουν θεωρηθεί σαν ηγεσίες ούτε ακολουθούνται από τη, σε μεγάλο βαθμό, αποκεντρωμένη, από κάτω προς τα πάνω κινητοποίηση ποικίλων ομάδων κυρίως φοιτητών και νέων, αλλά και εργαζόμενων και επαγγελματιών διαφόρων κλάδων.

 

Ο νόμος περί ξένων πρακτόρων και ο γεωπολιτικός εκβιασμός

Οι Rochowanski και Japaridze χλευάζουν επίσης τις διαμαρτυρίες στη Γεωργία για το γεγονός ότι ψευδώς ενοχοποιούν το νόμο ως υποστηριζόμενο από τη Ρωσία και κατηγορούν παραπλανητικά την κυβέρνηση για την αλλαγή των προτεραιοτήτων της εξωτερικής πολιτικής που απομακρύνεται από την ένταξη στην ΕΕ. Ενώ οι ΜΚΟ κατηγορούνται ότι κατασκευάζουν το πρόβλημα, οι υπόλοιποι χειραγωγούνται ακολουθώντας αυτά τα ψέματα. Είναι σημαντικό ότι οι συγγραφείς προτείνουν ότι η ΕΕ θα πρέπει να σταματήσει να εκβιάζει τη Γεωργία σχετικά με αυτόν τον νόμο χρησιμοποιώντας την ένταξη στην ΕΕ.

Πρώτον, η γεωργιανή κοινή γνώμη έχει κάθε λόγο να φοβάται και να είναι θυμωμένη για τους στενότερους δεσμούς με τη Ρωσία και τις απειλές για την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ανεξάρτητα από τη γνώμη που μπορεί να έχει κανείς για τη «στρατηγική εταιρική σχέση» της Γεωργίας με το ευρωατλαντικό μπλοκ και τις ασυμμετρίες που συνεπάγεται η διεύρυνση της ΕΕ προς την Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της Γεωργίας, για πάνω από τρεις δεκαετίες, η φιλοδυτική πορεία της Γεωργίας προωθείται ενεργά από τις διαδοχικές κυβερνήσεις. Κορυφώθηκε με τη συνταγματική κατοχύρωση των φιλοδοξιών της Γεωργίας για ευρωατλαντική ολοκλήρωση το 2017 από τη σημερινή κυβέρνηση. Ως εκ τούτου, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η απόφαση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τη Δύση προκαλεί σοκ και ότι πολλοί αντιτίθενται σθεναρά σε αυτήν. Ο νόμος για τους ξένους πράκτορες συγγενεύει με την παγίωση του αυταρχισμού που επιδιώκει και προωθεί η Ρωσία στην περιοχή, μαζί με άλλα εργαλεία όπως ο λεγόμενος νόμος περί προπαγάνδας των ΛΟΑΤ, τον οποίο η γεωργιανή κυβέρνηση έχει επίσης ήδη θέσει σε εφαρμογή. Επιπλέον, ενώ η αντιπαράθεση της κυβέρνησης με τους ευρωπαϊκούς και ευρύτερα δυτικούς παράγοντες κορυφώθηκε τις τελευταίες εβδομάδες με αφορμή τον νόμο περί ξένων πρακτόρων, η κυβέρνηση έχει αμφισβητήσει την ένταξη της Γεωργίας στην ΕΕ σε πολλές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών. Πρόσφατα, ο πρωθυπουργός δήλωσε μάλιστα ανοιχτά ότι ο ολιγάρχης που βρίσκεται πίσω από το κόμμα Γεωργιανό Όνειρο, ο Μπιτζίνα Ιβανισβίλι, κλιμακώνει τις εντάσεις με τους δυτικούς εταίρους για τα προσωπικά του περιουσιακά στοιχεία[8] αξίας 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στα οποία έχουν επιβληθεί «de facto κυρώσεις στην Ελβετία». Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση θέτει σε κίνδυνο μια πάγια γραμμή εξωτερικής πολιτικής δεκαετιών, η οποία έχει τεράστια λαϊκή υποστήριξη, απλώς και μόνο λόγω των ιδιωτικών οικονομικών σχέσεων ενός ολιγάρχη με τη Δύση. Ο νόμος για τους ξένους πράκτορες θεωρείται μέρος τέτοιων μυστικών διαπραγματεύσεων.

Δεύτερον, η συγκρατημένη στάση της ΕΕ όσον αφορά τον νόμο περί ξένων πρακτόρων δεν μπορεί να χαρακτηριστεί διορθωτική κίνηση για τις πολλαπλές μορφές αποικιοκρατίας που υφίσταται η Γεωργία. Πράγματι, ένα τέτοιο συμπέρασμα μπορεί να προκύψει μόνο αν αναγάγουμε τη δημοκρατική κρίση της Γεωργίας σε κρίση των ΜΚΟ που χρηματοδοτούνται από τη Δύση, όπως κάνουν οι Rochowanski και Japaridze. Η ΕΕ και άλλοι δυτικοί παράγοντες συνέβαλαν όχι μόνο στη δημιουργία μιας εξαρτημένης κοινωνίας των πολιτών αλλά και μιας γενικότερα εξαρτημένης, με βαθιές ανισότητες, περιφερειακής οικονομίας στη Γεωργία. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις της Γεωργίας, συμπεριλαμβανομένης και της σημερινής, υπήρξαν συνένοχες σε αυτή τη διαδικασία και λειτούργησαν ως κύριοι αποδέκτες δυτικής βοήθειας, δανείων και επενδύσεων, ενώ παράλληλα συνέχισαν τις επιχειρηματικές σχέσεις με τη Ρωσία και εμβάθυναν τους δεσμούς με την Κίνα. Η πιο πρόσφατη εκδήλωση της υποταγής της Γεωργίας στις ανάγκες του κεφαλαίου είναι ο λεγόμενος νόμος για τις υπεράκτιες επενδύσεις, ο οποίος εγκρίθηκε από το γεωργιανό κοινοβούλιο μόλις μια εβδομάδα μετά την εισαγωγή του νόμου για τους ξένους πράκτορες. Πολλοί αριστεροί σχολιαστές[9] στη Γεωργία έχουν επισημάνει πώς οι δύο νόμοι αλληλοσυμπληρώνονται τέλεια, με τον νόμο για τις υπεράκτιες επενδύσεις να υπόσχεται στο μεγάλο κεφάλαιο χαμηλή επιβάρυνση συναλλαγών, χαμηλούς φόρους και ευνοϊκό επενδυτικό περιβάλλον και τον νόμο για τους ξένους πράκτορες να προστατεύει από κάθε αντίδραση στις επενδύσεις αυτές.

Αυτό μας οδηγεί στο τρίτο και τελευταίο μας σημείο: ως αριστεροί ερευνητές και αγωνιστές, δεν πρέπει να επικυρώνουμε τη νομιμότητα της επιβολής του νόμου περί ξένων πρακτόρων από τη γεωργιανή κυβέρνηση, ούτε να καλούμε την ΕΕ να κάνει τα στραβά μάτια. Αντί να χλευάζουμε τους διαδηλωτές για την υποστήριξή τους στην ένταξη στην ΕΕ, θα πρέπει επίσης να έχουμε κατά νου τις πιθανές επιπτώσεις της διάλυσης των πολιτικών σχέσεων μεταξύ της Γεωργίας και της ΕΕ. Το πιο πιθανό είναι ότι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, καθώς και το ευρωπαϊκό και, ευρύτερα, το δυτικό κεφάλαιο θα βρουν τρόπους να συνεχίσουν να συνεργάζονται ακόμη και με μια αυταρχική Γεωργία, χωρίς όμως καμία προοπτική περαιτέρω πολιτικής ολοκλήρωσης, επομένως χωρίς καμία δυνατότητα για οφέλη, εγγυήσεις ή ευκαιρίες να αντιταχθούν στην καταστροφή που φέρνει μαζί της μια τέτοια άνιση ολοκλήρωση. Στην πραγματικότητα, αυτό θα ήταν αρκετά παρόμοιο με τον τρόπο με τον οποίο η Δύση προσεγγίζει μια σειρά περιφερειακών οικονομιών του Παγκόσμιου Νότου. Υπάρχουν τόσα πολλά να απαιτήσουμε από την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών της ίδιας της ΕΕ για τον έλεγχο των ΜΚΟ[10]. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να παραχωρήσουμε νομιμοποίηση στην πολιτική ελίτ της Γεωργίας στην προσπάθειά της να αποτρέψει κάθε είδους συλλογική δραστηριότητα και δυνατότητες πολιτικής κινητοποίησης.

Ούτε μπορούμε να δεχτούμε τον γεωπολιτικό εκβιασμό που προσπαθεί να μας επιβάλει σήμερα η κυβέρνηση του Γεωργιανού Ονείρου: αν δεν υποκύψουμε στην πλήρη αυταρχική της στροφή, το τίμημα που θα πληρώσουμε θα είναι οι ρωσικές βόμβες που θα πέσουν πάνω μας. Αναγνωρίζουμε πλήρως την επισφαλή γεωπολιτική πραγματικότητα στην οποία βρίσκεται η Γεωργία, ιδίως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, και δεν τρέφουμε αυταπάτες σχετικά με τους κινδύνους να χρησιμοποιηθεί ως πιόνι από τη Δύση σε κυνικά γεωπολιτικά παιχνίδια. Ωστόσο, αυτή η αναγνώριση δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ερμηνευθεί ως έγκριση της αυτοτοποθέτησης της κυβέρνησης του Γεωργιανού Ονείρου στον ρόλο του φύλακα απέναντι σε αυτό που θεωρεί αναπόφευκτη εξόντωση που ενορχηστρώνεται από το «παγκόσμιο κόμμα του πολέμου» (διάβαζε: τις ΗΠΑ) και τα τοπικά τσιράκια του. Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση υπονομεύει ουσιαστικά κάθε δυνατότητα νόμιμης πολιτικής αντιπολίτευσης, ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης, συνδικαλιστικής ζωής, αντιηγεμονικής αντίστασης, ή όπως δήλωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός, «όλων όσοι αντιτίθενται στα οικονομικά σχέδια [μας]».

 

Για τον λαό που κατεβαίνει στους δρόμους αυτός είναι ένας αγώνας για τη δημοκρατία

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η κλίμακα των συνεχιζόμενων διαδηλώσεων είναι πρωτοφανής στη σύγχρονη ιστορία της Γεωργίας. Το πλήθος των ανθρώπων που κατέβηκαν στους δρόμους για περισσότερο από ένα μήνα –που κυμαίνεται από δεκάδες έως εκατοντάδες χιλιάδες– είναι από μόνο του μια σαφής απόδειξη ότι μεγάλα τμήματα του γεωργιανού πληθυσμού φοβούνται ότι θα στερηθούν τα πιο βασικά δημοκρατικά δικαιώματα. Σίγουρα, θα ήταν αφελές να σκεφτεί κανείς ότι μόλις τεθεί σε ισχύ ο νόμος για τους ξένους πράκτορες, τα πράγματα μπορεί να γίνουν δύσκολα για τους κριτικά σκεπτόμενους. Όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, τόσο τα οικολογικά κινήματα βάσης όσο και οι σύμμαχοί τους σε κρίσιμα τμήματα της κοινωνίας των πολιτών γνωρίζουν πολύ καλά από την εμπειρία του παρελθόντος ότι η κυβέρνηση δεν χρειαζόταν κανέναν συγκεκριμένο νόμο για να τους κατηγορήσει ότι είναι «προδότες» και ότι εξυπηρετούν «ξένα συμφέροντα». Μια ακόμη πιο ανησυχητική εξέλιξη των τελευταίων εβδομάδων είναι ότι ενάντια σε απλούς διαδηλωτές, διοργανωτές, ερευνητές δημοσιογράφους και πολιτικούς η κυβέρνηση έχει εξαπολύσει το κατασταλτικό της οπλοστάσιο σε μια άγνωστη μέχρι σήμερα κλίμακα από πλευράς αυτής της κυβέρνησης, είτε πρόκειται για εκστρατείες συκοφάντησης, είτε για ψευδείς ισχυρισμούς, είτε για εκφοβισμούς μέσω τηλεφώνου, είτε για βίαιους τραμπούκους, είτε για αστυνομικές δυνάμεις. Με τον νόμο περί ξένων πρακτόρων να έχει τεθεί σε ισχύ, μια ήδη καθιερωμένη πρακτική θα πάρει έτσι απλά μια θεσμοθετημένη μορφή.

Η κατάσταση είναι ήδη αρκετά δύσκολη στη Γεωργία και η βία είναι πιθανό να κλιμακωθεί. Θα χρειαστεί να προβληματιστούμε περισσότερο σχετικά με αυτές τις διαδικασίες. Για παράδειγμα, θα πρέπει να προβληματιστούμε σχετικά με τις επιπτώσεις των πρόσφατων προσπαθειών της κυβέρνησης να εμβαθύνει τη συνεργασία με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν και να τις παρουσιάσει ως παραδείγματα της πορείας προς την ανεξάρτητη διακυβέρνηση. Ωστόσο, θέλουμε να επαναλάβουμε ότι η κινητοποίηση δεκάδων χιλιάδων πολιτών της Γεωργίας δεν μπορεί και δεν πρέπει να απορριφθεί, ειδικά από αναλυτές που ισχυρίζονται ότι υποστηρίζουν τα συμφέροντα των εργαζομένων και των απλών πολιτών. Αυτές οι διαμαρτυρίες δεν μπορούν να συζητηθούν χωρίς να αναγνωριστεί η συμβολή τους στην προσπάθεια υπεράσπισης των ελάχιστων πολιτικών ελευθεριών που έχουν απομείνει ακόμη στη Γεωργία. Δεν μπορούν να συζητηθούν χωρίς να επισημανθεί ότι ο νόμος θα εξυπηρετήσει τη γεωργιανή πολιτική ελίτ –που είναι καλά ενσωματωμένη και υποταγμένη στις ανάγκες του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και βρίσκεται στη διαδικασία εδραίωσης μιας εξορυκτικής οικονομίας στη χώρα– για να συνεχίσει τον ευτελισμό και την καταστροφή της εργασίας των ανθρώπων και της υπόλοιπης φύσης. Η κυβέρνηση συνάπτει συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου με πολλαπλές δυνάμεις,[11] δρομολογεί τεράστια έργα υποδομής και μετατρέπει το έθνος μας σε διαμετακομιστικό κόμβο. Αυτές οι ενέργειες θέτουν τις βάσεις για μελλοντικές μάχες, καθώς αγωνιζόμαστε για την προστασία του περιβάλλοντός μας και αντιστεκόμαστε σε έργα που διευρύνουν την ανισότητα, αυξάνουν τη φτώχεια, οδηγούν στη μετανάστευση και εντείνουν την έλλειψη στέγης. Απέναντι σε αυτές τις τάσεις θα χρειαστούμε τη διεθνή αλληλεγγύη της αριστεράς.

 

 

Μετάφραση: elaliberta.gr

Lela Rekhviashvili, Luka Nakhutsrishvili, Konstantine Eristavi, Alexandra Aroshvili, Ia Eradze, “There’s more at stake in the fight against the Foreign Agents Law than liberal NGOs: Why the left should show solidarity with the protests in Georgia”, LeftEast, https://lefteast.org/theres-more-at-stake-in-the-fight-against-the-foreign-agents-law-than-liberal-ngos-why-the-left-should-show-solidarity-with-the-protests-in-georgia/#_ftnref2. Αναδημοσίευση: Europe Solidaire Sans Frontières, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article70894.

 

Σημειώσεις

[1] Almut Rochowanski and Sopiko Japaridze, “Unrest in Georgia over the ‘Foreign Influence Transparency Law’: ‘Whichever Way We Go Is a Step Back’”, LeftEast, 2 Μαΐου 2024, https://lefteast.org/unrest-georgia-foreign-influence-transparency-law/. Almut Rochowanski, Sopo Japaridze, “Stop Blackmailing Georgians Over EU Membership”, Jacobin, 3 Μαΐου 2024, https://jacobin.com/2024/05/georgia-ngos-eu-membership-democracy.

[2] Αντιλαμβανόμαστε την υποτελή θέση σύμφωνα με τον Partha Chatterjee ως «διαμορφωμένη σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο μέσω της υλικής και διαλεκτικής μετατόπισης ορισμένων ομάδων από τις νομικές και ηθικές παραμέτρους που θέτει η ηγεμονική τάξη, της αποσύνδεσης από την παραγωγή γνώσης και της σκόπιμης στέρησης της δυνατότητας να αρθρώσει κανείς την πολιτική του φωνή και τα συμφέροντά του στο δημόσιο χώρο». Βλ. επίσης τοάρθρο σχετικά με τις πολιτικές των υποτελών κοινωνικών ομάδων και την κοινωνία των πολιτών στη Γεωργία: Lela Rekhviashvili, “We need to talk about political society: subaltern resistances beyond civil society in Eastern Europe and Eurasia”, Central Asian Survey, τόμος 42, τεύχος 2, 2023. https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/02634937.2022.2113033.

[3] Lela Rekhviashvili, “A Louder Periphery: Guardians of the Rioni Valley against the ‘Namakhvani Hydroelectric Power Plant (HPP)’”, LeftEast, 15 Μαρτίου 2021, https://lefteast.org/a-louder-periphery-guardians-of-the-rioni-valley-against-the-namakhvani-hydroelectric-power-plant-hpp/.

[4] Almut Rochowanski and Sopiko Japaridze, ό.π.

[5] მიმდინარე მოვლენების შესახებ“, Facebook, https://www.facebook.com/rioniskheobisgadarchenistvis/videos/1438845023691480.

[6] მაუწყებელი - Mautskebeli, „მაუწყებლის პოდკასტი #22: ოცნების საპოლიციო რეჟიმი ხალხის წინააღმდეგ“, Youtube, https://www.youtube.com/live/HEJoJQ7jXW8.

[7] Tamta Khalvashi, “In the Name of Sovereignty: Georgia’s Second Attempt to Pass the “Foreign Agents” Bill”, e - flux Notes, 9 Μαΐου 2024, 

https://www.e-flux.com/notes/607913/in-the-name-of-sovereignty-georgia-s-second-attempt-to-pass-the-foreign-agents-bill?fbclid

[8] პრემიერიუცხოელებთან შეხვედრაზე ყველა შემთხვევაში უარის მიზეზი იყო ერთი და იგივეივანიშვილი აცხადებდა, რომ ისედაც არის დე ფაქტო სანქციების ქვეშ, მას აქვს გაყინული 2 მილიარდი დოლარი, რომელიც დასავლეთს მიანდო, მაგრამ აღმოჩნდა გლობალური ომის პარტიის ხელში“, IPN, Μαΐου 2024, https://www.interpressnews.ge/ka/article/799271-premieri-ucxoelebtan-shexvedraze-qvela-shemtxvevashi-uaris-mizezi-iqo-erti-da-igive-ivanishvili-acxadebda-rom-isedac-aris-de-pakto-sankciebis-kvesh-mas-akvs-gaqinuli-2-miliardi-dolari-romelic-dasavlets-miando-magram-agmochnda-globaluri-omis-partiis-xelshi.

[9] მაუწყებელი – Mautskebeli, „ალექსანდრა აროშვილი ოფშორებიდან აქტივების გადმოტანის კანონის შესახებ მაუწყებლის პოდკასტში“, Facebook, 19 Απριλίου 2024, https://www.facebook.com/story.php/?story_fbid=974965971295523&id=100063463873729&paipv=0&eav=Afb6z3RVHNrDpDUx3KWT_awWa922RRy0tZ5oibG4HdDLdczom4ofrJKyC_hOqMz3_k8&_rdr.

[10] Anchal Vohra, “The EU Is Turning Against NGOs, Too”, FP, 29 Μαρτίου 2023, https://foreignpolicy.com/2023/03/29/the-eu-is-turning-against-ngos-too/.

[11] Για να κατανοήσετε τις συνέπειες των συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου με την ΕΕ και την Κίνα όσον αφορά τα σταθερά εμπορικά ελλείμματα και τις άνισες οικολογικές ανταλλαγές, δείτε τη δημοσίευση της Ia Eradze, “Imbalanced foreign trade, debt, and investment in developing countries: The case of Georgia”, Heinrich Böll Stiftung, 22 Ιουνίου 2021, https://us.boell.org/en/2021/06/22/imbalanced-foreign-trade-debt-and-investment-developing-countries-case-georgia.

 

 

 

 

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 03 Ιουνίου 2024 21:38

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.