Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020 15:55

Η εξέγερση των Ανώτερων Καστών στην Ινδία

Μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης Ραστρίγια Σβαγιαμσέβακ Σανχ εκπαιδεύονται στρατιωτικά.

 

 

 

Jean Drèze

 

Η εξέγερση των Ανώτερων Καστών στην Ινδία

 

 

Η άνοδος του ινδουιστικού εθνικισμού στην Ινδία μπορεί να θεωρηθεί ως εξέγερση των ανώτερων καστών ενάντια στις εξισωτικές απαιτήσεις της δημοκρατίας. Το σχέδιο Χίντουτβα [Hindutva, Ινδικότητα] είναι μια σωσίβια λέμβος για τις ανώτερες κάστες, στο βαθμό που υπόσχεται να αποκαταστήσει την Βραχμανική κοινωνική τάξη.

Η πρόσφατη έξαρση του ινδουιστικού εθνικισμού στην Ινδία αποτελεί τεράστιο εμπόδιο για το κίνημα για την εξαφάνιση των καστών και την δημιουργία μιας πιο ισότιμης κοινωνίας. Η οπισθοδρόμηση δεν είναι τυχαία: η ανάπτυξη του ινδουιστικού εθνικισμού μπορεί να θεωρηθεί ως εξέγερση των ανώτερων καστών ενάντια στις απαιτήσεις για ισονομία της δημοκρατίας.

Χίντουτβα και Κάστες

Οι βασικές ιδέες του ινδουιστικού εθνικισμού, γνωστές και ως «Χίντουτβα», δεν είναι δύσκολο να κατανοηθούν. Εξηγήθηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον Βιναγιάκ Νταμοντάρ Σαβαρκάρ στο Essentials of Hindutva (Savarkar, 1923), και εμπλουτίστηκε από άλλους πρώιμους διανοούμενους της Χίντουτβα όπως ο Μαντάβ Σαντασίβ Γκολβαλκάρ. Η βασική ιδέα είναι ότι η Ινδία ανήκει στους «Ινδουιστές», που προσδιορίζονται γενικά με πολιτιστικούς –και όχι αυστηρά θρησκευτικούς– όρους στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι Σιχ, οι Βουδιστές και οι Τζαΐν, αλλά όχι οι Μουσουλμάνοι και οι Χριστιανοί (επειδή το λίκνο της θρησκείας τους βρίσκεται αλλού). Ο απώτερος στόχος της Χίντουτβα είναι να ενώσει τους Ινδουιστές, να αναζωογονήσει την ινδουιστική κοινωνία και να μετατρέψει την Ινδία σε «Χίντου Ράστρα».

Παρεμπιπτόντως, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν για να υποστηρίξουν αυτές τις ιδέες περιελάμβαναν εντυπωσιακές παρεκκλίσεις από την ορθολογική σκέψη, την κοινή λογική και την επιστημονική γνώση. Για να το καταδείξουμε, ας σκεφτούμε το επιχείρημα του Γκολβαλκάρ ότι όλοι οι Ινδουιστές ανήκουν σε μία φυλή, την φυλή των Αρίων. Ο Γκολβαλκάρ δεν χρειάστηκε, εκείνη την εποχή, να συγκρουστεί με τα επιστημονικά στοιχεία που έχουμε σήμερα εναντίον του επιχειρήματος αυτού, αλλά συγκρούστηκε με μια υποτιθέμενη ανακάλυψη ότι οι Άριοι ήρθαν από κάπου βόρεια της Ινδίας, στην πραγματικότητα κοντά στον Βόρειο Πόλο. Αντιμετώπισε αυτόν τον ισχυρισμό υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος ο Βόρειο Πόλος ήταν στην Ινδία:

«... ο Βόρειος Πόλος δεν είναι σταθερός και πολύ καιρό πριν βρισκόταν σε αυτό το μέρος του κόσμου, το οποίο, όπως διαπιστώνουμε, ονομάζεται Μπιχάρ και Ορίσσα σήμερα… τότε κινήθηκε βορειοανατολικά και στη συνέχεια μερικές φορές δυτικά, μερικές φορές κινήθηκε προς τα βόρεια, κατέληξε στη σημερινή του θέση ...εμείς ήμασταν όλοι μαζί εδώ και η Αρκτική Ζώνη μάς άφησε και απομακρύνθηκε προς βορρά στην πορεία της με ζιγκ-ζαγκ.» (Golwalkar, 1939: σελ. 8)

Ο Γκολβαλκάρ δεν εξήγησε πώς οι Άριοι κατάφεραν να παραμείνουν στη θέση τους κατά τη διάρκεια αυτής της «πορείας ζιγκ-ζαγκ» του Βόρειου Πόλου. Χρησιμοποίησε παρόμοια επιχειρήματα για να υπερασπιστεί τον περίεργο ισχυρισμό ότι όλοι οι Ινδουιστές μοιράζονται μια «γλώσσα».

Το σχέδιο Χίντουτβα μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η παραδοσιακή κοινωνική τάξη που συνδέεται με την κοινή κουλτούρα που φέρεται ότι δεσμεύει όλους τους Ινδουιστές. Το σύστημα κάστας, ή τουλάχιστον το σύστημα βάρνα (τετραμερισμός της κοινωνίας), αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής της κοινωνικής τάξης. Στο We or Our Nationhood Defined, για παράδειγμα, ο Γκολβαλκάρ λέει καθαρά ότι το «ινδουιστικό πλαίσιο της κοινωνίας», όπως το ονομάζει, «χαρακτηρίζεται από τη βάρνα και την ασράμαi» (Golwalkar 1939, σελ. 54). Αυτό αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό στο Bunch of Thoughts (ένα από τα θεμελιώδη κείμενα της Χίντουτβα), όπου ο Γκολβαλκάρ επαινεί το σύστημα βάρνα ως τη βάση μιας «αρμονικής κοινωνικής τάξης»1. Όπως και πολλοί άλλοι απολογητές της κάστας, ισχυρίζεται ότι το σύστημα βάρνα δεν προορίζεται να είναι ιεραρχικό, αλλά αυτό δεν πείθει.

Ο Γκολβαλκάρ και άλλοι ιδεολόγοι της Χίντουτβα τείνουν να μην έχουν κανένα πρόβλημα με την κάστα. Έχουν ένα πρόβλημα με αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «καστισμό». Η λέξη καστισμός, στη διάλεκτο της Χίντουτβα, δεν είναι μια απλή αναφορά στις καστικές διακρίσεις (όπως ο «ρατσισμός» είναι μια αναφορά στις φυλετικές διακρίσεις). Αντίθετα, αναφέρεται σε διάφορες μορφές καστικών συγκρούσεων, όπως οι Ντάλιτii που διεκδικούν αναγνώριση και απαιτούν ποσοστώσεις. Αυτό είναι καστισμός, επειδή διαιρεί την ινδουιστική κοινωνία.

Η Ραστρίγια Σβαγιαμσέβακ Σανχ (RSS / Rashtriya Swayamsevak Sangh), σημαιοφόρος του ινδουιστικού εθνικισμού σήμερα, είναι εξαιρετικά πιστή σε αυτές τις βασικές ιδέες. Σχετικά με την κάστα, παραμένει στην τυποποιημένη γραμμή ότι οι κάστες αποτελούν μέρος της «ιδιοφυΐας της χώρας μας», όπως δήλωσε πρόσφατα ο εθνικός γενικός γραμματέας του Μπαρατίγια Τζανάτα Πάρτι, Ραμ Μαντάβ, στην Indian Express (Madhav, 2017) και ότι το πραγματικόο πρόβλημα δεν είναι οι κάστες, αλλά ο καστισμός.

Μια ακόμη πιο αποκαλυπτική δήλωση έγινε από τον Γιόγκι Αντιτιανάθ, επικεφαλής της κυβέρνησης του BJP στο Ούτταρ Πραντές, σε συνέντευξη στην NDTV πριν από τρία χρόνια. Όπως και ο Γκολβαλκάρ, εξήγησε ότι οι κάστες ήταν μια μέθοδος για την «διαχείριση της κοινωνίας κατά τρόπο ομαλό». Είπε: «Οι κάστες παίζουν τον ίδιο ρόλο στην κοινωνία των ινδουιστών, με τον ρόλο των αυλακιών σε ένα αγρόκτημα που το βοηθούν να διατηρηθεί οργανωμένο και τακτοποιημένο... Οι κάστες μπορεί να είναι ωραίες, αλλά ο καστισμός δεν είναι...»2.

Για να εξετάσουμε το ζήτημα από μια άλλη οπτική γωνία, οι ιδεολόγοι της Χίντουτβα αντιμετωπίζουν ένα βασικό πρόβλημα: πώς μπορεί κανείς να «ενώσει» μια κοινωνία διαχωρισμένη από τις κάστες; Η απάντηση είναι να προβληθεί η κάστα σαν ένα εργαλείο ενοποίησης και όχι διαχωρισμού3. Η ιδέα, φυσικά, είναι απίθανο να προσελκύσει τις κάστες που μειονεκτούν και ίσως γι’ αυτό σπάνια αναφέρεται ανοικτά όπως το έκανε ο Γιόγκι Αντιτιανάθ στη συνέντευξή του. Γενικά, οι ηγέτες της Χίντουτβα τείνουν να αποφεύγουν να μιλάνε για το σύστημα των καστών, αλλά υπάρχει σιωπηρή αποδοχή σε αυτή τη αποσιώπηση. Λίγοι από αυτούς, εν πάση περιπτώσει, είναι γνωστοί ότι έχουν μιλήσει εναντίον του συστήματος των καστών.

Μερικές φορές οι ηγέτες της Χίντουτβα δημιουργούν την εντύπωση ότι αντιτίθενται στο σύστημα των καστών επειδή μιλούν ή ενεργούν ενάντια στον σύστημα για τους ανέγγιχτους. Ο ίδιος ο Σαβανκάρ ήταν αντίθετος σε αυτό το σύστημα και μάλιστα υποστήριξε μία από τις πρώιμες πράξεις ανυπακοής του Δρ. Αμπεντκάρiii εναντίον αυτού του συστήματος, τη Μαχάντ σατιαγκράχαiv (Zelliott 2013, σελ. 80). Αλλά η αντίθετη στο σύστημα για τους ανέγγιχτους δεν είναι καθόλου το ίδιο με την αντίθεσή του στο σύστημα των καστών. Υπάρχει μια μακρά παράδοση, μεταξύ των ανώτερων καστών, υπεράσπισης του συστήματος των καστών μαζί με την αντίθετη στο σύστημα για τους ανέγγιχτους, το οποίο συχνά απορρίπτεται ως πρόσφατη διαστρέβλωση του καστικού συστήματος4.

Επισφαλής δύναμη

Το σχέδιο Χίντουτβα είναι μια καλή συμφωνία για τις ανώτερες κάστες, καθώς αντιπροσωπεύει αποτελεσματικά την αποκατάσταση της παραδοσιακής κοινωνικής τάξης που τις τοποθετεί στην κορυφή. Όπως θα περίμενε κανείς, η RSS είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στις ανώτερες κασέτες. Οι ιδρυτές της, παρεμπιπτόντως, είναι όλοι Βραχμάνοι, όπως και όλοι οι αρχηγοί της RSS, εκτός από έναν (τον Ρζτέντρα Σινγκ, στη Ρατζπούτ) και πολλοί άλλοι ηγέτες του κινήματος Χίντουτβα – ο Σαβανκάρ, ο Χεντγκεβάρ, ο Γκολβαλκάρ, ο Ναθουράμ Γκοντσέ, ο Σιάμα Πρασάντ Μουχερτζί, ο Ντιν Νταγιάλ Ουπαντγιάι, ο Μοχάν Μπαγκβάτ, ο Ραμ Μαντάβ, για να αναφέρουμε μερικούς. Με την πάροδο του χρόνου, η RSS επέκτεινε την επιρροή της πέρα από τις ανώτερες κάστες, αλλά οι ανώτερες κάστες παραμένουν η πιο αφοσιωμένη και αξιόπιστη βάση της5.

Στην πραγματικότητα, η Χίντουτβα έχει γίνει ένα είδος σωσίβιας λέμβου για τις ανώτερες κάστες, καθώς η κυριαρχία τους έχει πληγεί με την ανεξαρτησία της Ινδίας. Σε γενικές γραμμές, οι ανώτερες κάστες κατάφεραν να διατηρήσουν την εξουσία και τα προνόμιά τους στην περίοδο μετά την ανεξαρτησία. Για να καταδείξουμε αυτό ακριβώς, σε μια έρευνα του 2015 σχετικά με τις «θέσεις εξουσίας και επιρροής» (στις πανεπιστημιακές σχολές, στον δικηγορικό σύλλογο, στον Τύπο, στις ανώτερες θέσεις στην αστυνομία, στους συνδικαλιστές, στους διευθυντές των ΜΚΟ κλπ.) στην πόλη του Αλλαχαμπάντ, διαπιστώσαμε ότι το 75% των «POPIs» [«positions of power and influence»] είχαν καταληφθεί από μέλη των ανώτερων καστών, των οποίων η αναλογία στον πληθυσμό στο Ούτταρ Πραντές είναι μόλις 16% περίπου. Οι Βραχμάνοι και οι Καγιάσταivα μόνο αντιπροσώπευαν περίπου το μισό των «POPIs». Είναι ενδιαφέρον ότι η ανισορροπία αυτή ήταν, εν πάση περιπτώσει, πιο έντονη μεταξύ των πολιτικών θεσμών, όπως είναι τα συνδικάτα, οι ΜΚΟ και η λέσχες του Τύπου, παρά στον κυβερνητικό τομέα. Η Αλλαχαμπάντ, φυσικά, είναι μία μόνο πόλη, αλλά πολλές άλλες μελέτες έχουν αποκαλύψει παρόμοια μοτίβα διαρκούς κυριαρχίας της ανώτερης κάστας σε ένα ευρύ φάσμα πλαισίων – πρακτορεία μέσων μαζικής ενημέρωσης, συμβούλια επιχειρήσεων, ομάδες κρίκετ, ανώτερες διοικητικές θέσεις κ.ο.κ.6

Παρ’ όλ’ αυτά, το πλοίο της ανώτερης κάστας έχει αρχίσει να μπάζει νερά από πολλές πλευρές. Η εκπαίδευση, για παράδειγμα, αποτελούσε ένα οιονεί μονοπώλιο των ανώτερων καστών – στις αρχές του 20ου αιώνα, η παιδεία ήταν ο κανόνας μεταξύ των Βραχμάνων, αλλά ουσιαστικά ήταν ανύπαρκτη μεταξύ των Ντάλιτ7. Η ανισότητα και οι διακρίσεις σίγουρα εξακολουθούν να υφίστανται στο εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα, αλλά στα κρατικά σχολεία τουλάχιστον τα παιδιά των Ντάλιτ μπορούν να διεκδικήσουν το ίδιο καθεστώς με τα παιδιά της ανώτερης κάστας. Τα παιδιά όλων των καστών μοιράζονται ακόμη το ίδιο μεσημεριανό γεύμα, μια πρωτοβουλία που δεν τη βλέπουν με καλό μάτι πολλοί γονείς από τις ανώτερες κάστες (Drèze, 2017). Η πρόσφατη εισαγωγή αυγών στα μεσημεριανά γεύματα σε πολλές πολιτείες προκάλεσε επίσης μεγάλη ανησυχία στους χορτοφάγους των ανώτερων καστών8. Υπό την επιρροή τους, τα περισσότερα κρατίδια που έχουν κυβέρνηση BJP αντιστέκονται στη συμπερίληψη αυγών στα σχολικά γεύματα μέχρι σήμερα.

Το σύστημα σχολικής εκπαίδευσης είναι μόνο ένα παράδειγμα μιας σφαίρας της δημόσιας ζωής, όπου οι ανώτερες κάστες έπρεπε να παραιτηθούν από κάποια κατανομή ισχύος και προνομίων. Το εκλογικό σύστημα είναι ένα άλλο παράδειγμα, ακόμη και αν «το δικαίωμα ψήφου για τους ενήλικες και οι συχνές εκλογές δεν αποτελούν εμπόδιο για την κυριαρχική τάξη να κατακτήσει δύναμη και εξουσία», όπως το έθεσε ο Ντ. Αμπεντκάρ (Ambedkar, 1945, σελ. 208). Οι ανώτερες κάστες μπορεί να υπερεκπροσωπούνται κάπως στη Λοκ Σάμπα [Κάτω Βουλή], αλλά το ποσοστό τους είναι μέτριο, 29%, σε έντονη αντίθεση με τη συντριπτική κυριαρχία της ανώτερης κάστας των POPI στην κοινωνία (Trivedi et al, 2019). Σε τοπικό επίπεδο, οι θεσμοί του Παντσιαγιάτι Ρατζ [τοπική αυτοδιοίκηση] και η ποσόστωση θέσεων για τις γυναίκες, ο Κατάλογος των Καστών (Scheduled Castes / SCs) και ο Κατάλογος των Φυλών (Scheduled Tribes / STs)v έχουν αποδυναμώσει τον έλεγχο των ανώτερων καστών στις πολιτικές υποθέσεις. Επίσης, το δικαστικό σύστημα περιορίζει κατά καιρούς την αυθαίρετη εξουσία των ανώτερων καστών (για παράδειγμα σε θέματα αρπαγής της γης, εξαρτημένης εργασίας και σχετικά με τους ανέγγιχτους), ακόμη και αν η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου απέχει πολύ από το να είναι πραγματικότητα.

Κάποιες οικονομικές αλλαγές έχουν επίσης υπονομεύσει τη κυρίαρχη θέση των ανώτερων καστών, τουλάχιστον στις αγροτικές περιοχές. Πριν από πολλά χρόνια, είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω ένα εντυπωσιακό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας στο Παλανπούρ, ένα χωριό της επαρχίας Μορανταμπάντ στο δυτικό Ούτταρ Πραντές. Όταν ζητήσαμε από τον Μαν Σινχ (το όνομα είναι αλλαγμένο), έναν σχετικά μορφωμένο κάτοικο του Παλανπούρ, να γράψει τις εντυπώσεις του για τις πρόσφατες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές στο χωριό, έγραψε τα εξής (στα τέλη του 1983):

«1. Οι κατώτερες κάστες περνούν καλύτερα από τις ανώτερες κάστες. Έτσι, υπήρξε μεγάλη ζήλια και μίσος για τις κατώτερες κάστες στις καρδιές των ανώτερων καστών. 2. Η αναλογία της εκπαίδευσης αυξάνεται πολύ γρήγορα στις χαμηλές κάστες. 3. Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι οι χαμηλές κάστες ανεβαίνουν και οι ανώτερες κάστες πέφτουν. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση των χαμηλότερων καστών φαίνεται καλύτερη από ό,τι των ανώτερων καστών στην σύγχρονη κοινωνία.»

Δεν μπορούσα να το κατανοήσω μέχρι να καταλάβω ότι με «κατώτερες κάστες», ο Μαν Σινχ δεν εννοούσε τους Ντάλιτ, αλλά τη δική του κάστα, τη Μουράο (μια από τις «Άλλες Καθυστερημένες Τάξεις»vi του Ούτταρ Πραντές). Παίρνοντας αυτό υπόψη, αυτό που έγραψε είχε λογική και, πράγματι, ήταν σύμφωνο με τα ευρήματά μας: η Μούραο, μια αγροτική κάστα, είχε σταθερή βελτίωση της κατάστασής της μετά την κατάργηση του συστήματος ζαμιντάριvii και την έναρξη της πράσινης επανάστασης – περισσότερο απ’ ο,τι η ανώτερη κάστα Θακούρ. Όταν οι Θακούρ αγωνιζόταν να διατηρήσουν την εικόνα γαιοκτημόνων που δεν εργάζονται (σύμφωνα με την παράδοση, υποτίθεται ότι δεν έρχονται σε επαφή με το άροτρο), οι Μουράο έπαιρναν περισσότερες καλλιέργειες με εγκατάλειψη, εγκαθιστώντας υδραγωγούς, αγοράζοντας περισσότερες εκτάσεις και –όπως υπονοεί ο Μαν Σινχ– φτάνοντας στα επίπεδα των Θακούρ σε θέματα εκπαίδευσης. Οι Θακούρ δεν έκρυψαν τη δυσαρέσκεια τους.

Το Παλανπούρ είναι ένα μόνο χωριό, αλλά αποδεικνύεται ότι παρόμοια μοτίβα έχουν παρατηρηθεί σε έναν σημαντικό αριθμό μελετών για το χωριό9. Δεν υποστηρίζω ότι η σχετική οικονομική παρακμή των ανώτερων καστών είναι ένα γενικό μοτίβο στην αγροτική Ινδία κατά την περίοδο μετά την ανεξαρτησία, αλλά φαίνεται ότι είναι τουλάχιστον ένα συνηθισμένο μοτίβο.

Εν ολίγοις, ακόμα κι αν οι ανώτερες κάστες εξακολουθούν να ελέγχουν σταθερά πολλές πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, από ορισμένες απόψεις χάνουν έδαφος ή κινδυνεύουν να χάσουν έδαφος. Ακόμη και όταν η απώλεια προνομίων είναι σχετικά μικρή, μπορεί να θεωρηθεί ως μεγάλη απώλεια.

Αντεπίθεση

Από όλες τις μορφές αμφισβήτησης των προνομίων των ανώτερων καστών τις τελευταίες δεκαετίες, καμιά δεν προκαλεί πιο έντονη δυσαρέσκεια από το σύστημα ποσοστώσεων στην εκπαίδευση και τη δημόσια απασχόληση. Σε πόσο μεγάλο βαθμό οι πολιτικές των ποσοστώσεων έχουν μειώσει πραγματικά τις ευκαιρίες εκπαίδευσης και απασχόλησης για τις ανώτερες κάστες, αυτό δεν είναι σαφές – τα πρότυπα ποσοστώσεων απέχουν πολύ από την πλήρη εφαρμογή τους και εφαρμόζονται κυρίως στον δημόσιο τομέα. Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι ότι αυτές οι πολιτικές έχουν δημιουργήσει μια κοινή αντίληψη, μεταξύ των ανώτερων καστών, ότι οι «δουλειές και τα πτυχία τους» πλήττονται από τις SCs, τις STs και Άλλες Καθυστερημένες Τάξεις (OBC)10.

Εν τέλει, η αναβίωση του BJP ξεκίνησε σύντομα μετά τη δέσμευση της κυβέρνησης του Βισβανάθ Πρατάπ Σίνχ να εφαρμόσει την έκθεση της Επιτροπής Μαντάλ για τις ποσοστώσεις για τις OBC το 1990. Αυτό απειλούσε όχι μόνο να διασπάσει την ινδουιστική κοινωνία (οι ανώτερες κάστες ήταν εξοργισμένες) αλλά και να αποξενώσει τις OBC –περίπου το 40% του πληθυσμού της Ινδίας– από το BJP, που αντιτίθονταν στις προτάσεις της Επιτροπής Μαντάλ. Η Ραθ Γιάτρα του Λακ Κρίσνα Αντβάνι στην Αγιόντγια και τα γεγονότα που ακολούθησαν (μεταξύ των οποίων και η κατεδάφιση του Μπαμπρί Μαστζίντ στις 6 Δεκεμβρίου 1992viii) συνέβαλαν στην αποτροπή αυτής της απειλής του «καστισμού» και συνένωσαν τους Ινδούς σε μια αντι-μουσουλμανική πλατφόρμα υπό την ηγεσία του BJP – και των ανώτερων καστών.

Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα του πώς η Χίντουτβα επέτρεψε στις ανώτερες κάστες να αντιμετωπίσουν μια απειλή για τα προνόμιά τους και να επαναβεβαιώσουν τον έλεγχό τους πάνω στην ινδουιστική κοινωνία. Αυτό, μάλιστα, φαίνεται να είναι μία από τις βασικές λειτουργίες του κινήματος Χίντουτβα σήμερα. Οι εν δυνάμει αντίπαλοι αυτού του κινήματος δεν είναι μόνο οι Μουσουλμάνοι, αλλά και οι Χριστιανοί, οι Ντάλιτ, οι Αντιβάσιix, οι κομμουνιστές, οι κοσμικοί, οι ορθολογιστές, οι φεμινίστριες, εν συντομία ο καθένας που στέκεται ή μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην αποκατάσταση της βραχμανικής κοινωνικής τάξης. Παρόλο που ονομάζεται συχνά ένα κίνημα των κυρίαρχων, η Χίντουτβα μπορεί να περιγραφεί ίσως καλύτερα ως κίνημα της μειονότητας των καταπιεστών.

Μία πιθανή αντίρρηση γι’ αυτή την ερμηνεία του κινήματος Χίντουτβα (ή μάλλον, της ταχείας ανάπτυξής του τα τελευταία χρόνια) είναι ότι το υποστηρίζει ένα μεγάλο ποσοστό των Ντάλιτ. Αυτή η αντίρρηση, ωστόσο, είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί. Πρώτον, είναι αμφίβολο ότι πολλοί Ντάλιτ υποστηρίζουν πραγματικά την ιδεολογία της RSS ή τη Χίντουτβα. Πολλοί ψήφισαν το BJP στις εκλογές του 2019, αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με υποστήριξη της Χίντουτβα – υπάρχουν πολλοί πιθανοί λόγοι για την ψήφο προς το BJP. Δεύτερον, ορισμένες πτυχές του κινήματος Χίντουτβα μπορούν να απευθύνονται στους Ντάλιτ, ακόμη και αν δεν συνυπογράφουν την ιδεολογία Χίντουτβα. Για παράδειγμα, η RSS είναι γνωστή για το τεράστιο δίκτυο σχολείων της και άλλων μορφών κοινωνικών εργασιών, συχνά επικεντρωμένων στις ομάδες που έχουν προβλήματα. Τρίτον, η RSS έχει παρεκκλίνει από το δρόμο της για να κερδίσει την υποστήριξη μεταξύ των Ντάλιτ, όχι μόνο μέσω της κοινωνικής εργασίας, αλλά και μέσω της προπαγάνδας, ξεκινώντας με την υιοθέτηση του Δρ. Αμπεντκάρ Αντικειμενικά, δεν υπάρχει πιθανός τόπος συνάντησης μεταξύ της Χίντουτβα και του Δρ. Αμπεντκάρ, ωστόσο η RSS συνήθως ισχυρίζεται κάτι τέτοιο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Τέλος, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ακόμη και αν η Χίντουτβα δεν υποστηρίζει την κατάργηση της κάστας, οι απόψεις της –και οι πρακτικές της– για τις κάστες είναι λιγότερο καταπιεστικές από το σύστημα των καστών, όπως υπάρχει σήμερα. Κάποιοι Ντάλιτ μπορεί να αισθάνονται ότι, σε τελική ανάλυση, αντιμετωπίζονται καλύτερα από την RSS απ’ ό,τι από την κοινωνία γενικότερα. Όπως υπογραμμίζει ένας υποστηρικτής της RSS: «Η Χίντουτβα και η υπόσχεση μιας κοινής ινδουιστικής ταυτότητας αποτελούν ένα διαρκές κάλεσμα σε μια μεγάλη κάστα των Ντάλιτ και των OBC, καθώς υπόσχεται να τους απελευθερώσει από τη στενή ταυτότητα μιας πιο αδύναμης κάστας και να τους οδηγήσει σε μια ισχυρή Κοινότητα Ινδουιστών» (Singh 2019). Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι αυτή η «υπόσχεση» συχνά αποδεικνύεται απατηλή: η εμπειρία του Μπανβάρ Μεγβανσί ως Ντάλιτ στην RSS είναι ένα διαφωτιστικό παράδειγμα (Meghwanshi, 2020).

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η άνοδος του ινδουιστικού εθνικισμού δεν πρέπει να συγχέεται με την εκλογική επιτυχία του BJP. Παρ’ όλ’ αυτά, η σαρωτική νίκη του BJP στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2019 είναι επίσης μια μεγάλη νίκη για την RSS. Οι περισσότερες από τις κορυφαίες θέσεις στην κυβέρνηση (πρωθυπουργός, πρόεδρος, αντιπρόεδρος, πρόεδρος της Λοκ Σάμπα, βασικά υπουργεία, πολλοί κυβερνήτες κλπ.) έχουν τώρα καταληφθεί από μέλη ή πρώην μέλη της RSS, σταθερά αφοσιωμένα στην ιδεολογία του ινδουιστικού εθνικισμού. Η ήρεμη εξέγερση των ανώτερων καστών κατά της δημοκρατίας παίρνει τώρα τη μορφή μιας πιο άμεσης επίθεσης εναντίον των δημοκρατικών θεσμών, ξεκινώντας από την ελευθερία έκφρασης και διαφωνίας. Υπάρχει ο κίνδυνος, της αλληλοτροφοδότησης της διαδικασίας υποχώρησης της δημοκρατίας και της επιμονής του συστήματος των καστών.

 

 

Βιβλιογραφικές αναφορές:

Aggarwal, A., Drèze, J.P., and Gupta, A. (2015), “Caste and the power elite in Allahabad”, Economic and Political Weekly, 7 Φεβρουαρίου.

Ambedkar, B.R. (1945), What Congress and Gandhi have done to the untouchables, Βομβάη: Thacker & Co.

Balagopal, K. (1990), “This anti-Mandal mania”. Economic and Political Weekly, 6 Οκτωβρίου.

Drèze, Jean (2017), Sense and solidarity: Jholawala economics for everyone, Ranikhet: Permanent Black.

Drèze, J.P., Lanjouw, P., and Sharma, N.K. (1998), “Economic development in Palanpur, 1957-93”. In Lanjouw, P., and Stern, N. (επιμ.), Economic development in Palanpur over five decades, Οξφόρδη: Oxford University Press.

Drèze, J.P., and Sen, Amartya (2013), An uncertain glory: India and its contradictions, Λονδίνο και Νέο Δελχί: Penguin.

Gandhi, M.K. (1933). “Religion degraded”, Harijan, 11 February 1933, Επανέκδοση σε: Gandhi (1964), σσ. 12-15.

Gandhi, M.K. (1964), Caste must go and the sin of untouchability, compiled by R.K. Prabhu. Ahmedabad: Navajivan Publishing House. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.gandhiheritageportal.org/.

Golwalkar, M.S. (1939), We or our nationhood defined, Ναγκπούρ: Bharat Publications.

Golwalkar, M.S. (1966), Bunch of thoughts, Μπανγκαλόρ: Vikrama Prakashan [Διαθέσιμο στη διεύθυνση:  http://archive.org/stream/in.ernet.dli.2015.201991/2015.201991.Bunch-Of_djvu.txt].

India Today (2019), “Chhattisgarh BJP MLAs oppose eggs on mid-day meal menu in govt schools”.  https://www.indiatoday.in/india/story/chhattisgarh-bjp-mlas-oppose-eggs-on-mid-day-meal-menu-in-govt-schools-1571073-2019-07-18

Madhav, Ram (2017), “Coming full circle at 70”, Indian Express, 15 Αυγούστου.

Meghwanshi, Bhanwar (2020), I Could Not be Hindu: The Story of a Dalit in the RSS (Νέο Δελχί: Navayana).

Savarkar, V.D. (1923). Essentials of Hindutva, Ανατυπώθηκε αργότερα με τον τίτλο: Hindutva: Who is a Hindu?, Βομβάη: Veer Savarkar Prakashan. [Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα  http://savarkar.org/en/encyc/2017/5/23/2_12_12_04_essentials_of_hindutva.v001.pdf_1.pdf].

Singh, Abhinav Prakash (2019), “A common Hindu identity has always appealed to OBC and Dalit castes”, Hindustan Times, 18 Ιουλίου.

Trivedi, P., Nissa, B.U., and Bhogale, S. (2019), “From faith to gender and profession to caste: A profile of the 17th Lok Sabha”, Hindustan Times, 25 Μαΐου.

Zelliott, Eleanor (2013), Ambekdar’s world: The making of Babasaheb and the dalit movement, Νέο Δελχί: Navayana.

 

 

 

Μετάφραση: e la libertà

«The Revolt of the Upper Castes», The India Forum, 20 Φεβρουαρίου 2020, https://www.theindiaforum.in/article/revolt-upper-castes.   Europe Solidaire Sans Frontières. 20 Φεβρουαρίου 2020, http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article52171

 

 

 

Σημειώσεις

i [Σ.τ.Μ.: ] Η βάρνα είναι η τετραμερής διαίρεση της κοινωνίας σε κάστες: Μπραχμίν (Βραχμάνοι, είναι οι ιερείς και διανοούμενοι), Κσατρίγια (πολεμιστές και ηγέτες), Βαΐσια (γεωργοί και έμποροι), Σιούντρα (εργάτες και πάροχοι υπηρεσιών). Όσοι ανήκουν στο σύστημα βάρνα ονομάζονται σαβάρνα. Οι κοινωνικές ομάδες που δεν ανήκουν σε καμιά από αυτές τις κάστες (οι Ντάλιτ και οι ιθαγενικές φυλές) ονομάζονται αβάρνα. Ταυτόχρονα όμως ισχύει και το σύστημα τζάτι, με βάση το οποίο η κοινωνία υποδιαιρείται σε απειράριθμες καστικές ομάδες, (με κριτήριο την εθνοφυλετική καταγωγή, τη γλώσσα, την εργασία κτλ).

Η ασράμα είναι η διαίρεση της ζωής σε τέσσερα στάδια, σύμφωνα με κανόνες και απαγορεύσεις που προσιδιάζουν σε κάθε κάστα: μπραχματσιάρια (η περίοδος των σπουδών), γκριχάστα (η περίοδος της οικογενειακής ζωής), βαναπράστα (η περίοδος της συνταξιοδότησης) και σαννιάσα (ο ασκητισμός στον οποίο μπορεί να επιδοθεί ένα ηλικιωμένο άτομο).

1 Βλέπε Golwalkar (1966), σελ. xxxi και 107-111. Ο Golwalkar υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το σύστημα των καστών συνέχισε «για χιλιάδες χρόνια της λαμπρής εθνικής μας ζωής. Δεν υπήρξε πουθενά καμιά περίπτωση που να παρεμπόδισε την πρόοδο ή να διατάραξε την ενότητα της κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, χρησίμευσε ως ένας μεγάλος δεσμός κοινωνικής συνοχής» (σελ. 108).

ii [Σ.Τ.μ.:] Οι Ντάλιτ (που σημαίνει «θρυμματισμένοι») ή «ανέγγιχτοι», είναι οι άνθρωποι στην Ινδία οι οποίοι δεν ανήκουν σε καμία κάστα (καθώς το καστικό σύστημα εξακολουθεί να ισχύει παρά την επίσημη κατάργησή του μετά την ανεξαρτησία). Οι Ντάλιτ, οι οποίοι αριθμούν περίπου 200 εκατομμύρια, αποτελούν ως εκ τούτου την κατώτερη κατηγορία του ινδικού πληθυσμού, ζουν σε άθλιες συνθήκες και υφίστανται σκληρές διακρίσεις και κοινωνικό αποκλεισμό.

2 Συνέντευξη στο NDTV στις 5 Μαρτίου 2017 [https://www.youtube.com/watch?v=gE4RONcQIUA]. Ο KS Sudarshan, τότε sarsanghachalak (ανώτατος ηγέτης) της RSS, μίλησε με παρόμοιους όρους σχετικά με το σύστημα των καστών που είναι «σαν φράχτης γύρω από το αγρόκτημα» (“Caste system ensured job quota for every caste: RSS chief”, Outlook, 27 Ιανουαρίου 2006, https://www.outlookindia.com/newswire/story/caste-system-ensured-job-quota-for-every-caste-rss-chief/351330).

3 Μια άλλη πιθανή απάντηση, φυσικά, θα ήταν να υποστηρίξουν την κατάργηση του συστήματος των καστών. Αυτό όμως θα είχε αποξενώσει τις ανώτερες κάστες.

iii [Σ.τ.Μ.:] Ο Μπιμράο Ράμτζι Αμπεντκάρ (1891-1956) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους και αγωνιστές για την ανεξαρτησία της Ινδίας και για τα δικαιώματα των κατώτερων καστών στην Ινδία. Έγινε ο πρώτος υπουργός δικαιοσύνης της ανεξάρτητης Ινδίας και ήταν ο βασικός συντάκτης του ινδικού συντάγματος, με το οποίο καταργούνται οι καστικοί διαχωρισμοί, εξασφαλίζεται η ανεξιθρησκεία και εισάγονται ποσοστώσεις στην εκπαίδευση και στις θέσεις εργασίας για τις κατώτερες τάξεις και τις ομάδες που δεν εντάσσονται στο καστικό σύστημα.

iv [Σ.τ.Μ.:] Η Μαχάντ σατιαγκράχα θεωρείται μια από τις δράσεις που αποτέλεσαν ορόσημο στο δρόμο για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Το 1927 ο Αμπεντκάρ ξεκίνησε μια μη βίαιη δράση (σατιαγκράχα) στην πόλη Μαχάντ του κρατιδίου της Μαχαράστρα, για να υποστηρίξει το δικαίωμα των Ντάλιτ να πίνουν νερό από τις δημόσιες δεξαμενές (ένα δικαίωμα, το οποίο αν και είχε κατοχυρωθεί νομικά, στην πράξη καταστρατηγούνταν από τις αντιδράσεις των ανώτερων καστών). Οι Ντάλιτ (οι «ανέγγιχτοι»), με επικεφαλής τον Αμπεντκάρ επισκέπτονταν τις δεξαμενές της πόλης και έπιναν δημόσια νερό. Οι ανώτερες κάστες θεώρησαν ότι οι δεξαμενές είχαν μιανθεί και οι Βραχμάνοι τις… απολύμαναν με ούρα γελάδων και κοπριές… για να μπορέσουν οι ίδιοι να συνεχίσουν να πίνουν απ’ αυτές. Μέχρι σήμερα, στην πράξη συνεχίζεται να απαγορεύεται στους Ντάλιτ να πίνουν από τις δημόσιες δεξαμενές και πολλές φορές οι «παραβάτες» έχουν δολοφονηθεί.

4 Ο ίδιος ο Γκάντι ισχυρίστηκε ότι η κατάργηση του συστήματος των ανέγγιχτων ήταν απαραίτητη για να «καθαριστεί» το σύστημα των καστών. Για να είμαι δίκαιος, το σύστημα των καστών που προέβλεπε ήταν πολύ διαφορετικό από το σύστημα καστών, όπως υπάρχει σήμερα: «Την στιγμή που το σύστημα για τους ανέγγιχτους φύγει, το σύστημα των καστών θα καθαριστεί, δηλαδή, σύμφωνα με το όνειρό μου, θα επιλυθεί μέσα στο αληθινό ντάρμα της Βάρνα, τα τέσσερα τμήματα της κοινωνίας, το καθένα συμπληρωματικό του άλλου και κανένα κατώτερο ή ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο, το καθένα ως αναγκαίο για όλο το σώμα του Ινδουισμού, όπως οποιοδήποτε άλλο». (Gandhi 1933, σελ. 14-15). Πώς η απομάκρυνση του συστήματος για τους ανέγγιχτους θα εξασφάλιζε αυτό τον «καθαρισμό» του συστήματος καστών, ωστόσο, παραμένει ένα μυστήριο.

5 Η εμπιστευτική αναφορά του Bhanwar Meghwanshi για την RSS (Meghwanshi, 2020) φωτίζει και τις δύο πλευρές – την κυριαρχία της ανώτερης κάστας της RSS και τα μέσα που χρησιμοποιεί για να προσελκύσει άλλα τμήματα της κοινωνίας. Περιλαμβάνει μια ενδιαφέρουσα ανάλυση της κοινωνικής σύνθεσης της εθνικής επιτροπής εργασίας της RSS το 2003 (σσ. 186-7). Από τα 36 μέλη, ο Meghwanshi διαπίστωσε ότι η επιτροπή είχε «είκοσι έξι Βραχμάνους, πέντε Βαΐσια, τρεις Κσατρίγια και δύο από τις Καθυστερημένες Κάστες (Σούντρα). Δεν υπάρχει ούτε ένας Ντάλιτ ούτε ένας Αντιβάσι.»

ivα [Σ.τ.Μ.:] Η Καγιάστα είναι μια ομάδα στην οποία ανήκουν κατά βάση οι ανώτερες κάστες των περιφερειακών κοινοτήτων, που συνήθως σχετίζονται με την κρατική γραφειοκρατία. Δεν υπάρχει συμφωνία σε ποια κάστα του συστήματος βάρνα (βλ. σημ. i) ανήκουν και πολλές φορές έχουν καταταχθεί στην κάστα Κσατρίγια ή στην κάστα Σιούντρα., ή έχουν θεωρηθεί Ντβίτζα (κατηγορία στην οποία ανήκουν οι τρεις πρώτες κάστες του συστήματος βάρνα).

6 Βλ. τη βιβλιογραφία που αναφέρεται στο Aggarwal, Drèze, and Gupta, (2015), όπου παρουσιάζονται και τα ευρήματα της μελέτης για την Αλλαχαμπάντ.

7 Βλ. τα στοιχεία απογραφής του 1901 που παρουσιάζονται στο Drèze, and Sen, (2013), κεφάλαιο 8.

8 Η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης του κρατιδίου να προσθέσει αυγά στα σχολικά γεύματα είναι το αντικείμενο μιας μεγάλης πολιτικής μάχης στο Κατίσγκαρ. Οι νομοθέτες του BJP, παρακινούμενοι από «κοινότητες όπως η Καμπίρ Παντί, η Ράντα Σβάμι, η Γκαγιάτρι Παριβάρ, οι Τζαΐν και άλλοι», αντιτίθενται στην κίνηση αυτή στη βουλή του κρατιδίου (India Today, 2019).

v [Σ.τ.Μ.:] Ο Κατάλογος των Καστών (Scheduled Castes) και ο Κατάλογος των Φυλών (Scheduled Tribes) αποτελούν την καταγραφή των κατώτερων κοινωνικών ομάδων και φυλών (που δεν εντάσσονται στο σύστημα των καστών), που έγινε από την Συντακτική Συνέλευση που συγκλήθηκε μετά την ανεξαρτησία της Ινδίας, προκειμένου να αναγνωριστούν ως συστατικές ομάδες του ινδικού κράτους και να τους αποδοθούν πολιτικά δικαιώματα στη βάση της ισμονομίας.

vi [Σ.τ.Μ.:] Οι «Other Backward Classes» (OBC) είναι ένας όρος που χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις της Ινδίας για την ταξινόμηση των καστών που μειονεκτούν κοινωνικά και εκπαιδευτικά («κοινωνικά και εκπαιδευτικά καθυστερημένες τάξεις», σύμφωνα με το Ινδικό Σύνταγμα).

vii [Σ.τ.Μ.:] Οι Ζαμιντάρι την περίοδο της Δυναστείας των Μουγάλ στην Ινδία, ήταν αξιωματούχοι επιφορτισμένοι με τη συλλογή των φόρων από τους αγρότες. Βρετανοί αποικιοκράτες μετέτρεψαν του Ζαμιντάρι σε γαιοκτήμονες, κατά το πρότυπο του βρετανικού συστήματος γαιοκτησίας. Έτσι, οι αγρότες των ινδικών αγροτικών κοινοτήτων έχασαν κάθε δικαίωμα που είχαν στη γη που καλλιεργούσαν και η εκμετάλλευσή τους αυξήθηκε. Το Κόμμα του Ινδικού Εθνικού Κογκρέσου κατάργησε το σύστημα των Ζαμιντάρι αμέσως μετά την ανεξαρτησία της Ινδίας και πραγματοποίησε μια εκτεταμένη αγροτική μεταρρύθμιση.

9 Βλ. Drèze, Lanjouw και Sharma (1998), σχετικά με αυτή τη βιβλιογραφία και επίσης για μια πιο λεπτομερή περιγραφή των σχέσεων κάστας στο Παλανπούρ συμπεριλαμβανομένης της σχετικής παρακμής των Θακούρ.

10 Αυτή η αντίληψη καταγράφεται πολύ καλά σε ένα καρτούν του 1990, που αναφέρθηκε από τον K. Balagopal (1990), όπου οι φοιτητές SC, ST και OBC στέκονται σε ένα πλοίο και «χαμογελούν απάνθρωπα μπροστά στου φοιτητές των καστών που βυθίζονται όλοι μαζί με τα πιστοποιητικά των ανώτερων σπουδών τους». Όπως παρατηρεί ο Balagopal, «είναι δύσκολο να φανταστούμε μια πιο απαίσια καρικατούρα της πραγματικότητας, η οποία είναι σχεδόν το ακριβώς αντίθετο» (σελ. 2231).

viii [Σ.τ.Μ.:] Η Ραμ Ραθ Γιάτρα («Ταξίδι των Αρμάτων για τον Ράμα»), πολιτικοθρησκευτική πορεία που διοργάνωσε το BJP και ο τότε αρχηγός του κόμματος, ο Λαλ Κρίσνα Αντβάνι και διέσχισε ολόκληρη την Ινδία, από τον Σεπτέμβριο ως τον Οκτώβριο του 1990. Η πορεία αυτή έγινε για να υποστηριχτούν οι προσπάθειες του Βίσβα Χιντού Παρισάντ (VHP / Παγκόσμιο Ινδουσιστικό Συμβούλιο) και της Σανχ Παριβάρ να χτίσουν έναν ινδουιστικό ναό στη θέση ενός μουσουλμανικού τεμένους (του Μαμπρί Μαστζίντ), στην πόλη Αγιόντγια στο Ούτταρ Πραντές. Το Μπαμπρί Μαστζίντ είχε χτιστεί το 1528, αμέσως μετά την κατάληψη της πόλης από τους Μογκόλους. Σύμφωνα με κάποιες προφορικές αναφορές, το Μπαμπρί Μαστζίντ είχε χτιστεί πάνω σε ένα ναό του θεού Ράμα (ένας μύθος που κατασκευάστηκε τον 19ο αιώνα από κάποια ινδουιστική αίρεση). Η Ραθ Γιάτρα ήταν επεισοδιακή και κατά τη διάρκειά της ο Λ.Κ. Αντβάνι συνελήφθη από την αστυνομία. Όταν κατέληξε στον προορισμό της στην Αγιόντγια έγιναν συμπλοκές με την αστυνομία αλλά και επιθέσεις σε Μουσουλμάνους (υπήρξαν συνολικά 20 νεκροί). Δυο χρόνια περίπου αργότερα, η VHP και το BJP διοργάνωσαν και πάλι συγκέντρωση στην Αγιόντγια, μπροστά από το τζαμί Μαμπρί Μαστζίντ. Κατά τη διάρκειά της, ένα πλήθος 150 χιλιάδων ακροδεξιών Ινδουιστών, με την παρότρυνση των ηγετών (ή ίσως και στελέχη τους προετοιμασμένα από πριν), κατεδάφισε το τζαμί μπροστά στα μάτια της αστυνομίας και στη συνέχεια κατέστρεψε κι άλλα τζαμιά στην πόλη και πραγματοποίησε πογκρόμ εναντίον των Μουσουλμάνων που συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες σε ολόκληρη την Ινδία. Σκοτώθηκαν περίπου 2.000 άτομα, από τα οποία οι περισσότεροι ήταν Μουσουλμάνοι.

ix [Σ.Τ.μ.:] Αντιβάσι («Αρχικοί κάτοικοι» στα χίντι) είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για διάφορες κοινότητες ιθαγενών οι οποίοι ζουν στην Ινδία πριν τους Δραδίβες και τους Ινδοάριους (σήμερα είναι φυλές νομάδων ή εγκατεστημένων σε αγροτικούς οικισμούς) και τους οποίους όμως το ινδικό κράτος δεν αναγνωρίζει ως ιθαγενικές φυλές. Με τον ίδιο όρο όμως χαρακτηρίζονται και μειονότητες που κατάγονται από τη Σρι Λάνκα (τους Βέντα) και το Νεπάλ. Οι Αντιβάσι, αριθμούν περίπου 104 εκατομμύρια και αποτελούν το 8,6% του πληθυσμού της Ινδίας.

Τελευταία τροποποίηση στις Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2020 16:33

Προσθήκη σχολίου

Το e la libertà.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά σχόλια με υβριστικό, ρατσιστικό, σεξιστικό φασιστικό περιεχόμενο ή σχόλια μη σχετικά με το κείμενο.